Κυριακή 8 Απριλίου 2012

ΑΓΙΟΣ ΔΟΝΑΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΥΡΟΙΑΣ (+ 388)

 Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Ἔζησε στήν ἐποχή τοῦ Αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Α’ τοῦ Μεγάλου (379 – 395). Σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη Συναξαριστική παράδοση γεννήθηκε, περί τό 330, στήν Εὐροία τῆς Ἠπείρου (περιοχή σημερινῆς Παραμυθιᾶς) καί σπούδασε στό Βουθρωτό. Ἐπίσκοπος τῆς πατρίδας του χειροτονήθηκε σέ ἡλικία μόλις 30 ἐτῶν καί ἀρχιεράτευσε 60 χρόνια. Συμμετεῖχε στήν Β’ Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἡ Λατινική παράδοση τόν συγχέει μέ τόν ὁμώνυμό του Ἐπίσκοπο Ἀρρητίου Τυρρηνίας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη.
Στά θαύματα τοῦ Ἁγίου ἀποδίδεται καί ἡ θαυματουργική θανάτωση ἑνός φοβεροῦ δράκου πού τρομοκρατοῦσε τήν περιοχή του (μάλιστα τά ὀστά τοῦ δράκου σώζονται ἐκτεθημένα στό ναό τῆς Παναγίας, τῆς νήσου Μουράνο τῆς Βενετίας). Ἀκόμη θεράπευσε καί τήν δαιμονιζόμενη κόρη τοῦ Μεγ. Θεοδοσίου.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά περί τό 388 καί ἐνταφιάσθηκε σέ μνημεῖο πού κατά τήν παράδοση εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος.
Μία πρώτη ἀνακομιδή τοῦ ἀφθάρτου καί μυροβλύζοντος Λειψάνου του μαρτυρεῖται κατά τόν 6ο αἰ., ὅταν Ἰλλυρικοί πληθυσμοί κατέφυγαν στήν Κέρκυρα λόγῳ τῶν Ἀραβο - Σλαβικῶν ἐπιδρομῶν. Δέν εἶναι γνωστό πότε καί κάτω ἀπό ποιές συνθῆκες τό Λείψανο μεταφέρθηκε στήν Κεφαλλονιᾶ, τό 1126 πάντως τό ἀφαίρεσε ἀπό ἐκεῖ ὁ Δόγης Δομήνικος Michiel, ἐπιστρέφοντας ἀπό στρατιωτική ἀποστολή στήν Παλαιστίνη (κατά τήν ἴδια ἀποστολή ἀφαιρέθηκαν ἀπό τήν Χίο τά Λείψανα τοῦ Μάρτυρος Ἰσιδώρου).
Τό Λείψανο κατατέθηκε ἀρχικά στό Ναό τῆς Παναγίας τῆς νήσου Μουράνο τῆς Βενετίας, τῆς Ἐπισκοπῆς τοῦ Torcello. Δέν εἶναι γνωστό πότε καί κάτω άπό ποιές συνθῆκες διαλύθηκε. Σήμερα φυλάσσονται ἐκεῖ ἡ τιμία Κάρα καί μέρος τῶν Λειψάνων, σέ λειψανοθήκη σχήματος ἀνθρωπίνου σώματος σέ ὕπτια στάση, ἐνδεδυμένης μέ ἀρχιερατικά ἄμφια. Τό πρόσωπο τῆς λειψανοθήκης ἀπό τό 1964 καλύπτεται μέ γύψινη προσωπίδα!
Στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή ἀπότμημα τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Δονάτου διαφυλάσσει ἡ Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 30ή Ἀπριλίου.

ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΤΟΥ ΠΕΡΕΓΙΑΣΛΑΒ - ΖΑΛΕΣΚΥ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1540)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Γεννήθηκε τό 149 στό Παρεγιασλάβλ – Ζαλέσκυ τῆς περιοχῆς τοῦ Βλαδιμήρ. Μικρός στήν ἡλικία, ἀκούγοντας στό βίο τοῦ ὁσ. Συμεών τοῦ Στυλίτη γιά τήν ἄσκηση τοῦ Ὁσίου, ἔδεσε κατάσαρκα στή μέση του ἕνα σχοινί! Ἀργότερα πῆγε σέ κάποια μονή (τῆς ὁποίας ὁ ἡγούμενος ἦταν συγγενής του), γιά νά μάθει τά γράμματα τῆς ἐποχῆς. Τό 1481, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐγκατέλειψε μαζί μέ τόν ἀδελφό του Γεράσιμο τήν πατρική ἐστία καί ἐντάχθηκε στή Μονή τοῦ ἁγ. Παφνουτίου τοῦ Μπορόφσκ, ὑπό τόν διακριτικό Γέροντα Λεύκιο τοῦ Βολοκολάμσκ. Δέκα χρόνια ἀργότερα (1491), ἀποσύρθηκε μέ τόν Γέροντά του σέ ἕνα ἐρημητήριο τοῦ ποταμοῦ Ρούζα. Ὅταν τό ἑπόμενο ἔτος 1492 κοιμήθηκε ὁ γ. Λεύκιος, ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στό μοναστήρι ἀπό ὅπου ἀναγκάσθηκε νά φύγει ὁριστικά μαζί μέ τόν ἀδελφό του, ἐπειδή οἱ ἀδελφοί τοῦ ζήτησαν νά ἀναλάβει τήν ἡγουμενεία.
Ὁ ὅσ. Δανιήλ ἀρχικά ἐγκαταστάθηκε στή Μονή Νίκιτσκυ καί ἀργότερα στή Μονή Γκόριτσκυ, ὅπου δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη καί χειροθετήθηκε Πνευματικός. Περίπου τό 1508 ὁ Ὅσιος ἵδρυσε μέ δωρεά ἑνός ἐμπόρου τοῦ Βλαδιμήρ τήν Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀποκλειστικά γιά ἀσθενεῖς καί γέροντες (ἔφθασαν περίπου τούς 70), γιά τούς ὁποίους θέσπισε ἕνα λιγότερο ἀπαιτητικό Τυπικό. Ἄν καί ἱδρυτής τῆς Μονῆς, ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τό 1525, μετά ἀπό πιέσεις τοῦ τοπικοῦ Ἡγεμόνα καί μετά ἀπό μοναχική ζωή 40 ἐτῶν.
Ὁ ὅσ. Δανιήλ ἐργαζόμενος γιά τήν ψυχική του σωτηρία, ἔτυχε πλουσίων οὐρανίων δωρεῶν (τῆς πνευματικῆς διακρίσεως καί καθοδηγήσεως, τῆς παραμυθίας τῶν θλιβομένων καί τῶν θαυματουργικῶν θεραπειῶν).
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 7η Ἀπριλίου 1540 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή του. Τό 1652, μετά ἀπό σειρά θαυμάτων καί τήν ἐμφάνισή του σέ ἕναν δόκιμο ἀδελφό, τά Λείψανά του ἀνακομίσθηκαν ἄφθαρτα. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τους.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 7η Ἀπριλίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 30ή Νοεμβρίου.

ΙΕΡΟΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε' ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΠΟΛΕΩΣ (+ 1821)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Ἡ σεπτή κορυφή τῶν Νεομαρτύρων τοῦ Γένους.
Ὁ κατά κόσμον Γεώργιος Ἀγγελόπουλος γεννήθηκε στή Δημητσάνα τῆς Πελοποννήσου τό 1746, ἀπό γονεῖς πτωχούς. Σπούδασε στή Μονή Φιλοσόφου τῆς πατρίδος του, στήν Ἀθήνα, στά Ἰωάννινα καί στήν Εὐαγγελική Σχολή Σμύρνης. Ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο στή Μονή τῶν Στροφάδων Ζακύνθου, μέ τό μοναχικό ὄνομα Γρηγόριος. Τό 1784 ἀναδείχθηκε Μητροπολίτης Σμύρνης.
Τό 1797 "ἀνῆλθε τό πρῶτον" στόν Πατριαρχικό Θρόνο. Κατά τόν ἱστορικό Κων. Σάθα, "εἰργάσθη ἀνενδότως ὑπέρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀποτρέψας τούς κατά τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπικρεμασθέντας κινδύνους" ("Νεοελληνική Φιλολογία - Βιογραφίαι", σελ. 621). Τό 1799 ἐξορίσθηκε στόν Ἄθωνα, ὅπου ἔζησε ἡσυχαστικά στή Μονή Ἰβήρων. Ἀνακλήθηκε στό Θρόνο τό 1806. Κατά τήν β' Πατριαρχεία του, ἐξαπέλυσε καί τήν περίφημη Ἐγκύκλιό του "Περί συστάσεως καί ἀνεγέρσεως σχολείων Ἑλληνικῶν καθ' ὅλον τό Γένος". Οἱ ραδιουργίες τῶν ἀντιπάλων του πέτυχαν καί πάλι τήν ἐξορία του στό Ἅγιο Ὄρος, ἀπ' ὅπου ἀνακλήθηκε στό Θρόνο, γιά τρίτη φορά, τό 1817. Στήριξε τήν Φιλική Ἑταιρεία καί τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821,ἄν καί ἀναγκάσθηκε νά ἐκδώσει "ἀφορισμόν κατά τοῦ ἐνόπλου Γένους, φοβούμενος τήν σφαγήν τοῦ ἀόπλου Γένους" (βλ. σχετικό δημοσίευμα τοῦ Παν. Σούτσου στήν ἐφημερίδα "ΑΙΩΝ", φ. 24. 5. 1852).
Ἀπαγχονίσθηκε μέ διαταγή τοῦ Σουλτάνου Μαχμούτ στήν κεντρική πύλη τῶν Πατριαρχείων, τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα, 10η Ἀπριλίου 1821.
Τό μαρτυρικό Λείψανο τοῦ γέροντα Πατριάρχη ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στήν ἀγχόνη καί μετά παραδόθηκε στόν ὄχλο, ὁπότε συρόμενο στούς δρόμους ρίχθηκε στή θάλασσα. Ἀπό ἐκεῖ τό ἀνέσυρε ὁ Κεφαλλονίτης Πλοίαρχος Ἰωάννης Σκλάβος καί τό μετέφερε στήν Ὀδησσό. Τό Λείψανο - κατά τόν λόγιο ἀρχιμ. Κων/νο Οἰκονόμο τόν ἐξ Οἰκονόμων - διατηρήθηκε "ἄφθορο καί ἀκήρατο" γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν δύο μηνῶν, μέχρι τόν ἐνταφιασμό του τήν 17η Ἰουνίου 1921, στό Ναό Ἁγίας Τριάδος Ὀδησσοῦ, μέ τιμές Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί Γερουσιαστή "ἐν ἐνεργείᾳ". Ἀνακομίσθηκε στήν Ἑλλάδα τό 1871 καί κατατέθηκε στό Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται, σέ καλλιτεχνική μαρμαρόγλυπτη λάρνακα.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 10η Ἀπριλίου.



ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ (14ος αἰ.)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Καταγόταν ἀπό τήν περιοχή τῶν Κλαζομενῶν Μ. Ἀσίας, ἀπό γονεῖς "ἐντίμους", καί ἔτυχε ἱκανῆς παιδείας. Κατά τήν νεότητά του αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς Τούρκους, ἀλλά ἐξαγοράσθηκε ἀπό Χριστιανούς τῆς Λαοδικείας. Ἀρχικά ὑποτάχθηκε σέ ἐρημίτη στήν Κύπρο, στή συνέχεια μόνασε στό Σινά καί τελικά κατέλειξε στό Ἅγιο Ὄρος, ἀπ' ὅπου μετακινήθηκε στή Βουλγαρία καί τήν Σερβία, λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Τούρκων.
Σκοπός τῶν ἀσκητικῶν του ἀγωνισμάτων ὑπῆρξε ἡ νοερή προσευχή. Γιά τήν ἀπόκτησή της ἐφάρμοσε μεθόδους (τῶν ὁποίων ὑπῆρξε "ἐν μέρει εἰσηγητής καί ἐν μέρει ἀνακαινιστής"), γιά τίς ὁποίες ξέσπασαν οἱ λεγόμενες Ἡσυχαστικές Ἔριδες τοῦ 14ου αἰ. Ὁ Ὅσιος, ἐπειδή "προέκρινε τήν ἄσκησιν μᾶλλον τῆς ἡσυχαστικῆς ἀρετῆς, ἀπό τάς προστριβάς πρός ὑπεράσπισιν αὐτῆς", δέν ἀναμίχθηκε στίς ἔριδες καί τήν ὑπεράσπιση τῶν Ἡσυχαστῶν ἀνέλαβε ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τήν ἡσυχαστική του ἐμπειρία "κατέλιπε εἰς ἔργα τινά ἐπαγωγικά, δι' ὧν ἀποσκοπεῖ κυρίως εἰς τό νά καθοδηγήση τούς ἐπιθυμοῦντας τήν νοεράν προσευχήν", τά ὁποῖα συμπεριέλαβε ὁ ὅσ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στήν Φιλοκαλία, τό 1782.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά στή Σερβία, ὅπου τό Λείψανό του φυλάσσεται ἀδιάφθορο στήν Μονή Γκόρνιακ. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 6η Ἀπριλίου.



Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ (+ 1759)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Ἕνας τῶν Διδασκάλων τοῦ ὑπόδουλου Γένους. Γεννήθηκε στήν ΚΠολη καί ἦταν πνευματικό ἀνάστημα τοῦ Πνευματικοῦ ’Αγαπίου τοῦ Βουλισμᾶ, ὁ ὁποῖος τόν ἔστειλε νά σπουδάσει στήν Πάτμο, στήν περιώνυμη Σχολή τοῦ ἁγ. Μακαρίου τοῦ Καλογερᾶ, τοῦ ὁποίου ἔγινε βοηθός μετά τήν ἀποπεράτωση τῶν σπουδῶν του. Ἡ πνευματική σχέση του καί φιλία μέ τόν ἅγ. Μακάριο ἦταν τέτοια ὥστε νά σημειώνεται ὅτι ἀναβιώθηκε ἡ φιλία καί σχέση μεταξύ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ἀκόμη καί ὅταν δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη στή Μονή ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ὁ ἅγ. Γεράσιμος, συνέχισε νά θεωρεῖ τόν ἅγ. Μακάριο πατέρα καί διδάσκαλό του, παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν ἁπλός Διάκονος. Μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Μακαρίου (1736), ὑποχρεώθηκε νά ἀναλάβει τήν διεύθυνση τῆς Σχολῆς πού τότε ἀριθμοῦσε 100 περίπου μαθητές.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά - ἀφοῦ ταλαιπωρήθηκε ἀπό πολλές ἀσθένειες – τό 1739. Ἡ μνήμη του ἄρχισε νά τιμᾶται τοπικά, ὅταν τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο. Γιά τό ἄν σώθηκε καί πού βρίσκεται σήμερα τό Λείψανό του δέν ὑπάρχουν πληροφορίες. Στή Μονή πάντως Ἁγίας Τριάδος Τσαγκαρόλων Χανίων σώζεται ἡ Κάρα του καί στή Μονή ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Πάτμου ἡ δεξιά του. Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1993.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 7η Ἀπριλίου.



ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΥ ΣΛΟΥΤΣΚ ΠΟΛΩΝΙΑΣ (+1690)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".


Γεννήθηκε τό 1684 στό χωριό Σβέρκα, τῆς περιφερείας Ζαμπλούντωφ τῆς Πολωνίας, ἀπό γονεῖς χωρικούς. Σέ ἡλικία μόλις 6 ἐτῶν (τό 1690), ἀπήχθηκε ἀπό ἕναν Ἑβραίο ἐνοικιαστή κτήματος καί ὁδηγήθηκε στό Μπιαλιστόκ, ὅπου σταυρώθηκε μετά ἀπό βασανιστήρια! Τό κακοποιημένο σῶμα του βρέθηκε ἀφημένο σέ ἕνα ξέφωτο, ἑννέα ἡμέρες μετά τόν θάνατό του, καί κατά τρόπο παράδοξο δέν εἶχε πειραχθεῖ ἀπό τούς ἄγριους σκύλους καί τά ὄρνεα! Τό Λείψανο ἐνταφιάσθηκε κοντά στόν Ναό τοῦ Κοιμητηρίου.
Κατά τόν 18ο αἰ. μία ἐπιδημία θανάτωσε χιλιάδες ἀνθρώπους καί πολλά παιδιά ἐνταφιάσθηκαν κοντά του. Ὅταν, κατά τήν διάρκεια τῆς ἐκσκαφῆς ἑνός τάφου, φάνηκε τό φέρετρό του, τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί ἡ ἐπιδημία ἄρχισε νά ὑποχωρεῖ! Τότε τό Λείψανο μεταφέρθηκε στόν Ναό τοῦ χωριοῦ του. Τό 1794, ὁ Ναός καταστράφηκε ἀπό πυρκαγιά, ἀλλά τό Λείψανο διασώθηκε ἀνέπαφο, μέ ἕνα μικρό ἔγκαυμα στό χέρι, τό ὁποῖο ὅμως ἀποκαταστάθηκε θαυματουργικά! Τότε μεταφέρθηκε στήν Μονή Ζαμπλούντωφ. Τό 1894 ἐγκαινιάσθηκε Ναός πρός τιμή του πάνω στόν τάφο του. Ὅταν ἑννέα χρόνια ἀργότερα ὁ Ναός κατάστράφηκε ἀπό πυρκαγιά, ἡ ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου βρέθηκε ἄθικτη ἀνάμεσα στίς στάχτες!
Τό Λείψανο διαφυλάχθηκε μέχρι τό 1992 στή Μονή Ἁγίας Τριάδος στό Σλούτσκ, ὅπου εἶχε μεταφερθεῖ γιά ἀσφάλεια. Σήμερα φυλάσσεται στό Μπυάλιστοκ καί ἀποτελεῖ ἕναν πολύτιμο πνευματικό θησαυρό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Πολωνίας.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε τό 1820.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 20η Ἀπριλίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 9η Μαϊου.



ΙΕΡΟΜ. ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΣΕΙΑΣ (4ος αἰ.)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Καταγόταν ἀπό τήν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου (ὅπου κατά τήν παράδοση κήρυξε τό Εὐαγγέλιο ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας καί ἐγκατέστησε πρῶτο Ἐπίσκοπό της τόν Νικήτιο). Ἀρχιεράτευσε στήν Ἀμάσεια μετά ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Φαίδημο (πού χειροτόνησε τόν ἅγ. Γρηγόριο Ἐπίσκοπο Νεοκαισάρειας). Διακρίθηκε γιά τό πνευματικό, ποιμαντικό καί ἱεραποστολικό του ἔργο, "συγκροτῶν Ἁγίας Συνόδους πρός καθαίρεσιν τῆς εἰδωλολατρείας".
Μαρτύρησε κατά τήν βασιλεία τοῦ Λικινίου, κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθήκες: Ἡ σύζυγος τοῦ Αὐτοκράτορα Λικινίου Κωνσταντία (ἀδελφή τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου), εἶχε στήν ὑπηρεσία της μία "ἐκπάγλου καλλονῆς" νέα, τήν Γλαφυρῆ. Τήν νέα αὐτή θέλησε νά κάνει ἐρωμένη του ὁ Λικίνιος, ἡ κόρη ὅμως φανέρωσε τήν ὑπόθεση στήν κυρία της καί μέ τήν βοήθειά της διέφυγε στήν Ἀμάσεια, ὅπου βρῆκε καταφύγιο στήν Ἐπισκοπή τοῦ Ἁγίου Βασιλέως. Ἐκεῖ διέθεσε τά χρήματα καί τά κοσμήματά της στούς πτωχούς καί κοιμήθηκε εἰρηνικά (ἡ Ἐκκλησία τήν τιμᾶ "ὡς κατά προαίρεσιν Μάρτυρα", τήν 26η Ἀπριλίου). Ὅταν ὁ Λικίνιος ἔμαθε τήν ἐξέλιξη αὐτή, θεώρησε ὑπεύθυνο τῆς ἀποτυχίας του τόν Ἅγιο καί διέταξε τήν σύλληψή καί μεταφορά του στήν Νικομήδεια, ὅπου τελειώθηκε μέ ἀποκεφαλισμό.
Τό Λείψανο τοῦ Ἱερομάρτυρα ρίχθηκε ἀπό τούς δημίους του στήν θάλασσα καί κατά τήν πρόρρησή του, ὅτι "θέλει ἀποδοθεῖ σῶον καί ὁλόκληρον", βρέθηκε ἀδιάφθορο στήν Σινώπη, μετά ἀπό ὑπερφυσική ἀποκάλυψη.
Δέν εἶναι γνωστό πότε τό Λείψανο διαλύθηκε, σήμερα πάντως ἡ τιμία Κάρα του φυλάσσεται στή Μονή Δοχειαρίου καί μία τῶν χειρῶν του στή Μονή Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 26η Ἀπριλίου καί ἡ Εὕρεση τοῦ Λειψάνου του τήν 30η Ἀπριλίου.