Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΝΕΒΣΚΙ

Ψαλλομένη ἐπί τῆ μνήμῃ αὐτοῦ, τήν 23η Νοεμβρίου (Κοίμησις) καί τήν 30η Αὐγούστου (Ἀνακομιδή τοῦ ἀδιαφθόρου αὐτοῦ Λειψάνου). Ποίημα Ἱερέως Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων
Διορθωθεῖσα ὑπό Ἀντωνίου Μάρκου
ΠρολεγόμεναἩ πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι Ἀκολουθία, ποίημα τοῦ περιφήμου Ἕλληνος Κληρικοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου - τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, ἀπό τήν Τσαρίτσανη Λαρίσης, σφοδροῦ ἀντιπάλου τοῦ ἀρχιμ. Θεοκλήτου Φαρμακίδου στό θέμα τοῦ ἀντικανονικοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος – περιλαμβάνεται στόν πρῶτο τόμο τῶν σωζομένων Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραμμάτων τοῦ μακαριστοῦ αὐτοῦ Διδασκάλου τοῦ Γένους, ὁ ὁποῖος ἐκδόθηκε στήν Ἀθήνα τό ἔτος 1862, ἀπό τήν Ἰατρό καί Ἀκαδημαϊκό Σοφοκλῆ Κ. τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, ἀπό τό Τυπογραφεῖο τοῦ Φ. Καραμπίνου. Ὁ ποιητής τῆς Ἀκολουθίας τήν ἀφιέρωσε «τῶ Θεοστέπτῳ καί Τρισσεβάστῳ Αὐτοκράτορι πασῶν τῶν Ρωσιῶν Ἀλεξάνδρῳ τῶ Πρώτῳ», διά τοῦ ἀκολούθου Προλογικοῦ Γράμματος:


Θεόστεπτε Αὐτοκράτωρ,
Τόν μέν τό πρῶτον κατά τῶν ἀλλοφύλων στήσαντα τρόπαιον καί πρῶτον γενόμενον τῆς συγγενείας σωτῆρα τιμῶν ὁ Πατριάρχης Μελχισεδέκ, ἄρτον καί οἶνον, γέρας τῆς ἀριστείας, προσήνεγκεν, εὐλογῶν αὐτόν τε τόν τροπαιοῦχον καί τόν Θεόν τῶν πατέρων αὐτοῦ.
Σέ δέ τόν καλλίνικον καθαιρέτην τῆς ἀσεβείας καί τῶν πνευματικῶν ἀδελφιδῶν Σου προασπιστήν, εὐλογεῖ μέν ὁ Αἰώνιος Βασιλεύς τῆς Εἰρήνης, εὐλογεῖ δέ ἡ Ἐκκλησία, τούς ἱερούς Σου προπάτορας εὐφημοῦσα καί ἥν παρ’ αὐτῶν κεκληρονόμηκας ἀρετήν, κλειναῖς ἀνυμνοῦσα μολπαῖς. Καί ἄρτον Σοι μετ’ οἴνου προσφέρει μυστικόν, ζωήν καί εὐφροσύνην, ἥν εὐχομένοι Σοι οὐκ ἐπαύσατο καί ἐν ἡμέραις ὀδύνης Αὐτῆς.
Τούτου δή τοῦ ἄρτου οἱονεί τι κλάσμα πνευματικόν, πρόσδεξαι, Φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, ταυτηνί τήν μετά λιτότητος συντεθειμένην εἰς τόν συγγενῆ Σοι Ἅγιον ἀσματολογίαν, ἥν διά τῆς ἐμῆς ταπεινῆς παλάμης αὐτός Σοι προσφέρει ὁ ἀοίδημος Πατριάρχης, ὅν, ὡς Πάγκαλος Ἰωσήφ τόν Ἰακώβ, ὁσίως ἐτίμησας, ἄληστον τῆς Σῆς εὐσεβείας τό κλέος παραπέμπων εἰς τούς αἰῶνας, διά τάς πρός τήν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν Βασιλικάς ἀγαθοεργίας Σου. Ταύταις γάρ, οἷον χρυσαῖς τισί καί ἀδαμαντίναις σειραῖς, ἰσχυρόν καί ἄρρηκτον ἐσαεί τόν σύνδεσμον τῆς ἐν Πίστει ἑνότητος ἐν ταῖς καρδίαις τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν ἐμπεδοῖς, ὁμόνοιαν αὐτοῖς καί φιλίαν καί κοινωνίαν τήν πρός ἀλλήλους καταχεόμενος καί ταῖς ἀκτῖσι τοῦ Εὐαγγελικοῦ φωτός εὐαγῆ καί ἀκώλυτον τόν δρόμον παρασκευάζων.
Τοιγαροῦν, ἔστ’ ἄν Θεός ἐπί γῆς ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων ὑμνῆται καί Ἕλληνες συνάμα τοῖς συγγενέσι Ρώσσοις τόν Νευαῖον Ἀλέξανδρον ἑορτάζωσιν, Ἀλεξάνδρου μεμνήσονται τοῦ Παυλίδου, τοῦ κραταιοῦ καί μεγάλου τῆς Ἐκκλησίας προστάτου. Δι’ Ὅν ἡ Ὀρθοδοξία Θεῶ Σωτῆρι τά ἐλευθέρια θύουσα, ὡς κλεινόν καί ἀοίδημον Αὐτόν εὐεργέτην εὐφημίαις ἐσαεί καταστέψει. Χαῖρε, Κράτιστε Ἄναξ, καί βασίλευε καί εὐεργέτει καί δοξάζου διηνεκῶς, ὡς χείρ Θεοῦ ἡ ἀγαθή!

Τῆς εὐσεβεστάτης Αὐτοκρατορικῆς Σου Μεγαλειότητος
Ἱκέτης ταπεινός καί θερμός, πρός Κύριον εὐχέτης
Κωνσταντῖνος Ἱερεύς καί Οἰκονόμος
Ὁ Κων. Οἰκονόμος ἔγραψε τήν Ἀκολουθία ἐπηρεασμένος ἀπό τήν νίκη τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Α’ κατά τοῦ Ναπολέοντα (1812), τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση (1821) καί τήν ἵδρυση τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους (1828). Γιά τόν λόγο αὐτό τήν Ἀκολουθία διακρίνει πέραν τοῦ θρησκευτικοῦ καί ἔντονο ἐθνικό στοιχεῖο. Σημειώνουμε, ὅτι ἡ ἐπίθεσις τῶν Παπικῶν κατά τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσίας ἔγινε τήν Τρίτη μόλις δεκαετία ἀπό τῆς Ἁλώσεως τῆς Πόλεως ἀπό τούς Σταυρο-φόρους (1204) καί ἦταν ἐνταγμένη στήν προσπάθεια τοῦ Παπισμοῦ νά ἐπιβληθεῖ διά τῶν ὅπλων στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή.
Ὁ ποιητής βλέπει στό πρόσωπο τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, τόν Πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τῶν ἐπεκτατικῶν σχεδίων τοῦ Παπισμοῦ κατά τόν 13ο αἰ. (τόν ὑμνεῖ ὡς «ἐξουδενώσαντα τάς ἐνέδρας τοῦ σχίσματος») καί τόν προστάτη τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωσικοῦ λαοῦ ἀπό τήν ἐπιβουλή τόσο τῶν Μωαμεθανῶν Τατάρων κατακτητῶν τῆς Ρωσίας, ὅσο καί τῶν Παπικῶν Βόρειο - Δυτικῶν γειτόνων τους (τούς ὁποίους στό ἔργο του ὀνομάζει βαρβάρους). Αὐτόν τόν ἥρωα Ἡγεμόνα πρέπει νά μιμηθεῖ ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος στήν προάσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων κατά τῶν Ὀθωμανῶν, ἡγούμενος μίας Σταυροφορίας ἐναντίον τους («Ἴδε καί νῦν, Ἀλέξανδρε, φρικτά καί ἐξάγιστα κατά τῆς σῆς Ἐκκλησίας Ἰσμαηλίτας φρυάττοντας. Καί τούτους, ὡς τότε τούς ἐχθρούς σου, σπεῦσον, Ἄναξ, καί κατατρόπωσον»).
Ὅπως σημειώνει ὁ ἐκδότης, «ἡ ἀνά χεῖρας Ἀκολουθία συνετάχθη τῶ 1823, ὅτε περίκλυτος μέν ἡ κλαγγή τῶν Ἑλληνικῶν ἤχει ὅπλων, μετέωρος δέ ταῖς χρησταῖς ἐλπίσι πᾶσα Ἑλληνική ἀνίπτατο καρδίᾳ. Προσηνέχθη δέ τότε τῶ Θεοστέπτῳ Ἀλεξάνδρῳ τῶ Α’ μετά τῆς Ρωσικῆς μεταφράσεως, τῆς γενομένης ὑπό τοῦ ἐν Πετρουπόλει τότ’ ἐπί παιδείᾳ διαπρέποντος Πρίγκηπος Σεργίου Ἀλεξάνδρου Σιγμάτωφ, ὅς πολλά κατακοσμήσας πολιτικά ἀξιώματα καί διά πολλῶν σοφῶν συγγραμμάτων διαφημισθείς, πάντα τ’ ἀνθρώπινα μηδέν ἠγησάμενος, τῶ 1828 τόν μοναδικόν εἴλετο βίον καί τῶ 1830 καρείς Ἀνίκητος μετωνομάσθη τῆ 25η Μαρτίου, τῆ δέ 30η ἐχειροτονήθη Ἱεροδιάκονος καί τήν 3η Ἀπριλίου Ἱερομόναχος. Τῶ δέ 1834, περιελθών διάφορα τῆς Ῥωσσίας μοναστήρια, δι’ Ὀδησσοῦ ἀφίκετο εἰς Κωνσταντινούπολιν, κἀκεῖθεν εἰς Ἅγιον Ὄρος. Τέλος δέ τῶ 1836, διαδεξάμενος τόν Εἰρήναρχον ἐν τῆ ἐν Ἀθήναις Ῥωσσική Ἐκκλησίᾳ, τῆ 7η Ἰουλίου 1837, τό 54ον ἄγων ἔτος τῆς ἡλικίας, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ, πολλάς τοῖς ἐνταῦθ’ ἀπηλαυκόσι τῆς συνουσίας αὑτοῦ χρηστάς καταλιπών ἀναμνήσεις». Σημειώνουμε, ὅτι τό 1853 ἐκδόθηκε στήν Ἁγία Πετρύπολη ἡ βιογραφία του.
Ὁ ποιητής τῆς Ἀκολουθίας στό Συναξάριο παραθέτει καί πολυσέλιδο Βίο τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, χαρακτηριστικό δέ τόσο τῆς Ἀκολουθίας, ὅσο καί τοῦ Βίου εἶναι ἡ παράθεση ἐξελληνισμένων Ρωσικῶν γεωγραφικῶν κ.ἄ. ὅρων καί κυρίων ὀνομάτων (ἡ Ἀκολουθία λ.χ. ἐπιγράφεται «εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ Ἁγίου καί Θεοστέπτου Μεγάλου τῆς Ρωσίας Ἡγεμόνος καί Ἄρχοντος Βλαδιμηρίας καί Νεαπόλεως Ἀλεξάνδρου τοῦ Νευλίου»).
Στή συνέχεια παρατίθεται ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, τοῦ μακαριστοῦ Μοναχοῦ καί Θεολόγου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν π. Ἐπιφανίου Τσέρνωφ (+ 1994), βελτιωμένος ἀπό τό ἡμέτερο πόνημα «Ρωσική Πολιτική καί Ἐκκλησιαστική Ἡγεσία».

Ὁ ἅγ. Ἀλέξανδρος Νέβσκι (+ 1263)Ὁ ἅγ. Ἀλέξανδρος Νέβσκι εἶναι ἐνδεχομένως ἡ μεγαλύτερη ἐθνικο - θρησκευτική προσωπικότητα τῆς Ρωσικῆς Ἱστορίας. Ἀναδείχθηκε κατά τήν περίοδο τῆς Ταταρικῆς εἰσβολῆς στή Ρωσία (1238 – 1240) καί τῆς ἐπώδυνης κατοχῆς πού τήν ἀκολούθησε.
Ἡ εἰσβολή τῶν Τατάρων στή Ρωσία, μέ τήν καταστροφή τοῦ Κιέβου καί τοῦ Ρωσικοῦ νότου, μετακίνησε τά ἐθνικά κέντρα τῶν Ρώσων πρός τήν Δύση (Νόβγκοροντ καί Πσκώφ) καί τόν Βορρᾶ (Βλαδιμήρ, Ροστώφ, Γιαροσλάβ, Σούζνταλ). "Οἱ Ρῶσοι - σημειώνει ὁ N. Zέρνωφ - βρέθηκαν μέ ἕνα φοβερό δίλλημα: Εἴτε νά ἐγκαταλείψουν τόν ἀγῶνα ὡς ἄνισο καί νά δεχτοῦν ἔτσι τήν συγχώνευση μέ τόν Μογγολικό κόσμο (τήν μοίρα πού εἶχαν μερικά ἄλλα Ἀσιατικά ἔθνη), εἴτε νά συνεχίσουν τήν ἀντίσταση ἀνοιχτά, προτιμῶντας τόν θάνατο ἀπό τήν σκλαβιά. Αὐτή ἡ δεύτερη ὁδός προκαλοῦσε πολλούς Ρώσους. Ἀλλά θά σήμαινε ἐθνική αὐτοκτονία, ἐάν δέν γλύτωνε τό ἔθνος ἀπό αὐτό τόν κίνδυνο ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι...(Γιά τόν Ἀλέξανδρο) ἡ Δυτική ἀπειλή γιά τήν Ρωσική ἀκεραιότητα ἦταν μεγαλύτερη ἀκόμα καί ἀπό τόν Ταταρικό κίνδυνο. Οἱ νομάδες καταπίεζαν καί κακομεταχειρόζονταν τούς Ρώσους, ἀλλά δέν ἐπιθυμοῦσαν νά ἐπισφραγήσουν τήν κατάκτησή τους μέ τήν ἐπιβολή τοῦ πολιτισμοῦ τους. Ἦσαν ἀνεξίθρησκοι καί ἔδωσαν δικαιώματα στήν Ρωσική Ἐκκλησία, γιάτι σέβονταν τήν θεία δύναμη ὑπό ὁποιαδήποτε μορφή κι ἄν λατρευόταν.
Οἱ Μογγόλοι ἁπλώθηκαν στή Ρωσική πεδιάδα σάν μία φοβερή πλημμύρα, ἀλλά ὑποχώρησαν μέ παρόμοια ταχύτητα στίς δικές τους κτήσεις, στίς στέππες. Ἡ Χριστιανική Δύση ἀκολουθοῦσε ἐντελῶς ἀντίθετη πολιτική. Κινιόταν ἀργά, ἀλλά ὕστερα ἀπό κάθε καινούργιο βῆμα πού κατώρθωνε, ἐγκαθίδρυε μία μόνιμη κατοχή στήν κατακτημένη περιοχή. Οἱ Σταυροφόροι ἀπέβλεπαν στήν τελική ἐκρίζωση τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης καί στήν ἀντικατάστασή της ἀπό τόν Λατινικό Χριστιανισμό
"
(N. Ζέρνωφ, «Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», σελ. 27 καί 29).Ὁ Ἀλέξανδρος γεννήθηκε τό 1219 στό Περεγιασλάβλ - Ζαλέσκυ καί ἦταν τέταρτος γιός τοῦ Ἡγεμόνα καί ἔπειτα Μεγ. Ἡγεμόνα Γιαροσλάβου Γ’ Βσέβολοντοβιτς (1238 – 1240). Τό 1222 καί ἐνῶ ἦταν τριῶν ἐτῶν ἐκλέχθηκε ἀπό τήν συνέλευση τῆς ἐλεύθερης πόλης τοῦ Νόβκοροντ Ἡγεμόνας της καί στρατιωτικός διοικητής κατά τῶν Γερμανῶν καί Σουηδῶν ἐπιδρομέων. Ἀνέλαβε τήν ἡγεμονία τό 1228, σέ ἡλικία 9 ἐτῶν, βοηθούμενος ἀπό τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα. Παρά τό ἐξαιρετικά νεαρό τῆς ἡλικίας του ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέδειξε πολιτικές ἱκανότητες καί βοήθησε οὐσιαστικά τόν λαό του τό 1231, ὅταν ξέσπασε μεγάλη πεῖνα. Τό 1238 ὁ πατέρας του Γιαροσλάβος κλήθηκε στό Κίεβο καί ἀνέλαβε τήν Μεγάλη Ἡγεμονία. Τό 1239 ὁ Ἀλέξανδρος νυμφεύθηκε τήν Πριγκίπισσα Ἀλεξάνδρα, κόρη τοῦ Ἡγεμόνα τοῦ Πολότσκ Μπριατσεσλάβ Βασίλκοβιτς, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε ἑννέα παιδιά (μεταξύ αὐτῶν τούς Ἡγεμόνες Ἀνδρέα τοῦ Γκοροντέτς καί Δανιήλ τῆς Μόσχας). Σέ δεύτερο γάμο ἦρθε λίγο πρίν τόν θάνατό του μέ τήν Πριγκίπισσα Βασίλισσα (γιά τήν ὁποία δέν σώθηκαν ἄλλα στοιχεῖα), μέ τήν ὁποία δέν ἀπέκτησε παιδιά.
«Ὁ Ἀλέξανδρος - κατά τόν Μοναχό καί Θεολόγο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν Ἐπιφάνιο Chernov (+ 1994) - ἦταν δίς – δισεγγονός τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Βλαδιμήρου τοῦ Μονομάχου καί προερχόταν ἀπό τόν βόρειο κλάδο τῶν ἀπογόνων του. Στό πρόσωπό του συνδυάσθηκαν ἡ πολιτική ἱκανότητα καί ὁ στρατιωτικός ἡρωϊσμός μέ τήν ἁγιότητα.
Πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ, ὅτι οἱ Πάπες τῆς Ρώμης ποτέ δέν ἐγκατέλειψαν τά σχέδιά τους γιά προσηλυτισμό τῆς Ρωσίας στό Ρωμαιοκαθολικισμό. Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἁγ. Βλαδιμήρου, εἶχαν κάνει προσπάθεια σχετικά μ' αὐτό. Ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι ὁ Παπισμός ἔκανε μία νέα προσπάθεια, ὄχι ὅμως "διά τῆς πειθοῦς", ἀλλά μέ τήν δύναμη τῶν ὅπλων. Ὁ Παπικός Θρόνος διαπίστωσε, ὅτι μέ τήν εἰσβολή τῶν Τατάρων καί τήν ἐρήμωση τῆς Ρωσίας, ὁ καιρός ἦταν κατάλληλος γιά νά προσηλυτισθοῦν οἱ Ρῶσοι. Ὁ Πάπας διακήρυξε, ὅτι ἡ νέα Σταυροφορία ἦταν ἐναντίον τῶν παγανιστῶν Φινλανδῶν, ἀλλά καί τῶν Ρώσων, καί ὑποσχέθηκε παράλληλα ἄφεσι ἁμαρτιῶν σέ ὅσους συμμετεῖχαν καί αἰώνια μακαριότητα.
Ἕνα μεγάλο στράτευμα ἀπό Ἰππότες, ὁπλῖτες καί τυχοδιῶκτες, πού συγκεντρώνονταν γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν δύο ἐτῶν, ἦταν ἕτοιμο τό 1240 νά εἰσβάλει στή Ρωσία. Ἀρχηγός ἦταν ὁ εὐπατρίδης Μπίργκερ, τόν ὁποῖο συνόδευαν Ἐπίσκοποι καί πολλοί κληρικοί. Στά μέσα τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ 1240, οἱ Σταυροφόροι ἐπιβιβάστηκαν στά πλοῖα τους, σάν νά ἐπρόκειτο νά ἐκστρατεύσουν κατά τῶν Μωαμεθανῶν στούς Ἁγίους Τόπους, μέ τόν Σταυρό ὑψωμένο καί ψάλλοντας θρησκευτικούς ὕμνους.
Ἀρχικά ὁ Μπίργκερ σχεδίαζε νά καταλάβει τήν λίμνη Λαντόγκα καί ἀπό ἐκεῖ νά βαδίσει κατά τοῦ Νόβγκοροντ. Οἱ Σταυροφόροι ἔφθασαν στή Λαντόγκα μέσῳ τοῦ ποταμοῦ Νέβα καί στρατοπέδευσαν. Ἀπό ἐκεῖ ὁ Μπίργκερ ἔστειλε στόν Ἡγεμόνα τοῦ Νόβγκοροντ Ἀλέξανδρο, μία ἀλαζονική πρόσκλησι: "Ἄν τολμᾶς νά ἀντισταθεῖς, ἔλα ἐναντίον μου· βρίσκομαι ἐδῶ στή γῆ σου γιά νά τήν κυριεύσω".
Λαμβάνοντας μία τέτοια "πρόσκλησι" καί ἀκούγοντας γιά τό ὑπεράριθμο τοῦ ἐχθρικοῦ στρατεύματος, ὁ Ἀλέξανδρος (ἡλικίας τότε μόλις 21 ἐτῶν), φλογίσθηκε ἀπό ἐλπίδα προσευχῆς στό Θεό. Ἔδωσε διαταγή στή μικρή φρουρά του νά συγκεντρωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἔσπευσε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καί προσευχήθηκε θερμά, ζητώντας βοήθεια. Ἐναπόθεσε ὅλες του τίς ἐλπίδες στό Θεό. Ἐρχόμενος πρός τήν φρουρά του εἶπε: "Ὁ Θεός βρίσκεται ὄχι στή δύναμι, ἀλλά στήν ἀλήθεια· δέν εἴμεθα πολλοί, ἀλλά ἔχουμε μαζί μας τόν Θεό καί τήν δύναμί Του".
Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος ἐρχόταν πρός τίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Νέβα, ὁ ἀρχηγός μιᾶς φυλῆς Φιλλανδῶν, ὁ γνήσιος Χριστιανός Πελγούσιος, ἐπιτηροῦσε τά νῶτα του ἀπό τούς ἐχθρούς του Σουηδούς. Γιά τήν πράξη του αὐτή ἐπιβραβεύθηκε μέ τό νά δεῖ μία ἱερή ἀποκάλυψη, τούς ἁγίους Μάρτυρες Βόριδα καί Γκλέμπ, "ἐρχομένους εἰς βοήθειαν τοῦ Μεγάλου Δουκός Ἀλεξάνδρου, υἱοῦ Γιαροσλάβου". Τό ὅραμα αὐτό τό γνωστοποίησε στόν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τό ἴδιο βράδυ κατάφερε συντριπτικό πλῆγμα στό στρατό τῶν εἰσβολέων, τραυματίζοντας τόν ἴδιο τόν Μπίργκερ μέ λόγχη στό πρόσωπο. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς ἄνδρες τῆς φρουρᾶς τοῦ Ἀλεξάνδρου, δέν ἀπέδωσε στούς ἴδιους τήν νίκη τοῦ 1240. Ἦταν ἀποκλειστικά ἔργο τοῦ Θεοῦ" .
Μετά ἀπό τήν νίκη αὐτή ὁ Ἀλέξανδρος ὀνομάσθηκε Νέβσκι. Στή συνέχεια τῆς Ἱστορίας ὁ Πάπας ἐνθάρρυνε τούς Τεύτονες Ἱππότες νά ἐπεκτείνουν τήν κυριαρχεία τους καί ἐπί τῶν Ρώσων. Ἔτσι, ἡ πρώτη ἀνεπιτυχής ἀπόπειρα τοῦ 1240, ὁδήγησε στή δημιουργία ἑνός τεράστιου στρατεύματος, χάρις στίς προσπάθειες τοῦ Γερμανοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἐπισκόπου τῆς Derpt. Μετά ἀπό δύο ἐτῶν ἐπιδρομές καί παρενοχλήσεις τῶν Σουηδῶν, οἱ Γερμανοί σχεδίασαν τήν πλήρη ἐξολόθρευση τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὁ τελευταῖος τούς περίμενε στούς πάγους τῆς λίμνης Peipus καί τούς νίκησε. Ἦταν ἡ 5η Ἀπριλίου 1242, ἡ ἡμέρα τῆς μάχης μεταξύ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἀλεξάνδρου καί τῶν Τευτόνων Ἱπποτῶν.
Μετά ἀπό αὐτές τίς νίκες, σταμάτησαν γιά ἕνα διάστημα οἱ προσπάθειες τοῦ Πάπα γιά τόν προσηλυτισμό τῶν Ρώσων ἀπό τήν Χριστιανική Πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας στό Ρωμαιοκαθολικισμό, μέ τήν βία τῶν ὅπλων. Ἀλλά ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Δ' παρέμεινε ἀνικανοποίητος καί προσπάθησε νά "φωτίσει" τόν Ἀλέξανδρο. Ὁ ἅγιος Ἡγεμόνας ἀπάντησε τό 1248, ὅτι "γνωρίζει πολύ καλά ἀπό τήν ἀρχή της τήν Ἱστορία τῆς Γνησίας Πίστεως καί Ἐκκλησίας καί γιά τοῦτο δέν δέχεται νά διδαχθεῖ ἀπ' αὐτόν". (Ἀντ. Μάρκου, "Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο", 2005, σελ. 14 – 16).Παρά τήν νίκη του στόν ποταμό Νέβα οἱ κάτοικοι τοῦ Νόβγκοροντ ἀπομάκρυναν τόν Ἀλέξανδρο ἀπό τήν ἡγεσία τῆς πόλεως, ἀλλά τόν κάλεσαν καί πάλι τό 1241, ὅταν τό Πσκώφ καταλήφθηκε ἀπό τούς Τεύτονες Ἱππότες.
Τό 1246 ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Γιαροσλάβος Γ’ ἀπεβίωσε καί ὁ κυρίαρχος τῆς Ρωσίας Χάν Μπατίζ (+ 1255), κάλεσε ὅλους τούς Ρώσους Ἡγεμόνες στό Βόλγα, γιά νά ἀνανεώσουν τήν πίστη τους πρός τήν Ταταρική Χρυσή Ὀρδή. Ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν προσωπικότητα τοῦ Ἀλεξάνδρου ὁ Χάν τόν διέταξε νά ταξιδέψει στή Μογγολία, γιά νά συναντήσει στό Κορακορούμ τόν Μεγάλο Χάν τῶν Ταταρο-Μογγόλων.
Ἀπό τό ταξείδι αὐτό ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέστρεψε στό Νόβγκοροντ τό 1251. Τό ἴδιο ἔτος πέτυχε συνθήκη εἰρήνης μέ τήν Νορβηγία. Τό ἑπόμενο ἔτος 1252 ξέσπασε μία μεγάλη ἐξέγερση κατά τῶν Τατάρων, μέ καταστρεπτικά ἀποτελέσματα, τῆς ὁποίας ἡγήθηκε ὁ ἀδελφός τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀνδρέας Γιαροσλάβιτς. Ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος ὑποχρεώθηκε νά ἐπισκεφθεῖ τό Στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά νά περιορίσει τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἐξεγέρσεως. Τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε ἀπό τούς ἐπικυρίαρχους Τατάρους ὁ τίτλος τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα. Τό 1262 ξέσπασε μία νέα ἐξέγερση λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καί ὁ Ἀλέξανδρος ὑποχρεώθηκε νά πάει καί πάλι στήν Ὀρδή, γιά νά κατευνάσει τά πνεύματα. Ἐνδιαμέσως, τό 1256, ἐκστράτευσε στή Φινλανδία, ὅπου ἀντιμετώπισε μέ ἐπιτυχία τόν Σουηδικό ἐπεκτατισμό.
«Ὁ Ἀλέξανδρος - συνεχίζει ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος - ἦταν ἕνας πραγματικός Ὁμολογητής καί ἕνας κρυμμένος Μάρτυρας. Ὅταν ὁ Χάν τόν κάλεσε στή Χρυσή Ὀρδή, ὁ Ἀξέξανδρος προετοίμασε τόν ἑαυτό του γιά μαρτύριο. Γνώριζε, ὅτι ἀρνούμενος νά ἐκπληρώσει τό θρησκευτικό τυπικό τῶν παγανιστῶν, θά ὑφίστατο τήν ἐσχάτη τῶν ποινῶν, τόν θάνατο. Ἀλλά, πρός κατάπληξι ὅλων, ὁ Χάν δέν τόν ἐκτέλεσε, ἄνθρωποί του ὅμως ἀρκετές φορές προσπάθησαν νά τόν δηλητηριάσουν, αὐτός ὅμως εἶχε μαζί του τόν προσωπικό του γιατρό καί χρησιμοποιοῦσε ἀντίδοτα. Κατά τήν τελευταία ἀπόπειρα ὁ γιατρός του ἀπουσίαζε καί ἔτσι οἱ Τάταροι κατάφεραν νά τόν δηλητηριάσουν, ὅπως τόν πατέρα του Γιαροσλάβο (+ 1242)» (αὐτ).Ἡ πολιτική τοῦ Ἀλεξάνδρου - ἄμυνα στό Δυτικό μέτωπο (μέ τούς Λατίνους), ἀνοχή "ἄχρι καιροῦ" στό Ἀνατολικό (μέ τούς Τατάρους) - ἀπέδωσε σύντομα καρπούς, μέ τήν ἀνάδειξη τῆς Ἡγεμονίας τῆς Μόσχας (ὑπό τόν μικρότερο γιό τοῦ Ἀλεξάνδρου ἅγ. Δανιήλ, ὁ ὁποῖος στά 27 χρόνια τῆς διοίκησής του, πέτυχε νά μεταμορφώσει μία ἀσήμαντη πόλη σέ κέντρο ἐθνικῆς ἀνανέωσης), κάτω ἀπό τήν ὁποία ἑνώθηκαν οἱ Ρωσικές Ἡγεμονίες καί ὁδηγήθηκε τό Ρωσικό Ἔθνος σέ ἐνιαῖα πολιτική καί ἐκκλησιαστική διοίκηση.
Τίς πολιτικές ἀπόψεις τοῦ Ἀλεξάνδρου συμμερίζοταν ὁ Μητροπ. Ρωσίας ἅγ. Κύριλλος Β’ (1242 – 1281), ὁ ὁποῖος μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ Ἀλεξάνδρου ἵδρυσε τήν Ἐπισκοπή Σεράϊ στό στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά τίς ἀνάγκες τῶν Ρώσων αἰχμαλώτων καί τήν ἱεραποστολή μεταξύ τῶν Τατάρων.
Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεβίωσε καθ' ὁδόν ἀπό τήν Ὀρδή πρός τό Γκοροντέσκ τοῦ Βόλγα, τήν 23η Νοεμβρίου 1263, σέ ἡλικία 44 ἐτῶν. Πρίν κοιμηθεῖ δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα καί ὀνομάσθηκε Ἀλέξιος. Ἐνταφιάστηκε πανηγυρικῶς στό Βλαδιμήρ, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας ἁγ. Κυρίλλου Β’ (1242 – 1281). Τότε παραχωρήθηκε τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου. Κατά τόν Κων. Οἰκονόμο ἐξ Οἰκονόμων, «προσερχομένου τοῦ Μητροπολίτου μετά λύπης καί κατανύξεως τῆ σορῶ τοῦ Ἁγίου, ἵνα κατά τό εἰωθός τό Συγχωρητήριον ἐγχειρίςῃ αὐτῶ, ἡ χείρ τοῦ νεκροῦ θαυμασίως ὡς ζῶντος αὐτομάτη ἀνοιχθεῖσα ἐδέξατο τόν χάρτην!».
Ὁμοίως κατόπιν θαύματος ἔγινε καί ἡ ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του, τήν 30η Αὐγούστου 1380. Ὅταν κατά τήν ἡγεμονεία τοῦ ἁγ. Δημητρίου Ντόνσκοϊ (1359 – 1389), ὁ Χάν Μαμάϊ συμμάχησε μέ τούς Λιθουανούς καί εἰσέβαλε στή Ρωσία μέ στράτευμα 200.000 ἀνδρῶν, ὁ Ἡγεμόνας Δημήτριος (μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγ. Σεργίου τοῦ Ραντονέζ), συγκρούσθηκε μαζί του στήν περίφημη Μάχη τοῦ Κουλίκοβο Πόλ (Ἀγροῦ τῆς Μπεκάτσας), τήν 8η Σεπτεμβρίου 1380, ἐπικεφαλής στρατεύματος 150.000 ἀνδρῶν. Τότε, ἐνῶ «πάντες ἔσπευδον ἐγκονῶντες ὑπέρ τῆς κινδυνευούσης πατρίδος, οἱ μέν ξίφεσιν, οἱ δέ εὐχαῖς καί δεήσεσιν - ὅπως γράφει ὁ Κων. Οἰκονόμος – τίς τῶν εὐλαβῶν μοναχῶν ἀγρύπνως ἐγκαρτερῶν τῆ προσευχῆ καί ταῖς πρός τόν Ἅγιον ἱκεσίαις, ὁρᾶ - μετ’ αὐτομάτην ἔναυσιν τῶν ἐπί τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου λαμπάδων – δύο πολιούς λαμπρῶς ἐνδεδυμένους καί «ἀνάστηθι – κράζοντες - Ἀλέξανδρε, τάχυνον εἰς βοήθειαν τοῦ ὑπό τῶν ἀλλοφύλων καταθλιβο-μένου συγγενοῦς σοι Δημητρίου» καί (ὤ τοῦ θαύματος) εὐθύς ἐπεφάνη ἀναστάς ὁ Ἅγιος!».
Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Ποιμήν πληροφορήθηκε τήν ὅραση τοῦ μοναχοῦ, προχώρησε στήν ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, τό ὁποῖο βρέθηκε ἀδιάφθορο καί κατατέθηκε σέ λάρνακα.
Ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι τιμήθηκε ἰδιαίτερα τόσο ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Ρωσικό λαό, ὅσο καί ἀπό τό Ρωσικό Κράτος, σάν Ἐθνικός Ἥρωας τῆς Ρωσίας καί Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Στό Ρωσικό Ἁγιολόγιο ἐπεκράτησε ὡς Ἀλέξανδρος καί ὄχι ὡς Ἀλέξιος Μοναχός.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1547, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ, ἐπί Μητροπ. Μόσχας ἁγ. Μακαρίου, ὁ ὁποῖος ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ εἶχε συγγράψει τόν Βίο του.
Τό 1723 ὁ Αὐτοκράτορας Πέτρος Α’ ὁ Μέγας μετέφερε μέ ἰδιαίτερες τιμές τό Λείψανό τοῦ Ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου στή νέα Ρωσική πρωτεύουσα Ἁγία Πετρούπολη καί τό 1724 τό κατέθεσε στήν ὁμώνυμη Λαύρα, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Κατά τήν Αὐτοκρατορική Περίοδο, τήν 21. 5. 1725 ἡ Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Α’ (1725 - 1727), θέσπισε Ἀνώτατο Παράσημο πρός τιμήν του (κάτι πού υἱοθέτησε καί ἡ Βουλγαρία τήν 25. 12. 1881, ἐνῶ μέ τό ὄνομά του τιμήθηκαν στή συνέχεια ἀρκετά πολεμικά πλοῖα). Τό 1732 ἡ Αὐτοκράτειρα Ἄννα Ἰβάνοβνα (1730 – 1740), προσέδωσε στό Παράσημο ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπισημότητα. Τό 1752 ἡ Αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Πετρόβνα (1741 – 1742), «καθιέρωσεν εἰς τόν Ἅγιον τάς ἀπαρχάς τῶν ἀργυρῶν τῆς Σιβηρίας μετάλλων, στήσασα δύο τρόπαια εὐμεγέθη περί τήν σορόν τοῦ Ἁγίου καί λυχνίας καί κηροστάσια, τά πάντα ἀργυρᾶ, ὡς ἀπό 3.600 λίτρων ἀργύρου, κάλλιστον εὐσεβείας ἀνάθημα καί διά λειτουργίαν καλλιτεχνίας ἐπισημότατον».
Τό 1790, ἡ Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Β’ ἡ Μεγάλη (1762 – 1796), ἀνήγειρε τό λαμπρό Καθολικό τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου στήν Ἁγία Πετρούπολη καί κατέθεσε ἐκεῖ τό Λείψανό του.
Κατά τήν Σοβιετική Περίοδο, τό 1938, ὁ μεγάλος Σοβιετικός σκηνοθέτης Σέργιος Ἀϊζενστάϊν σκηνοθέτησε τήν περίφημη ὁμώνυμη κινηματογραφική ταινία, σέ μουσική τοῦ Σεργίου Προκόπιεφ, τήν ὁποία χρησιμοποίησε ἡ προπαγάνδα τοῦ Στάλιν, γιά νά ὑπενθυμίσει τίς Ρωσικές νίκες κατά τῶν Γερμανῶν καί νά τονώσει τό φρόνημα τῶν Ρώσων κατά τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο ἐναντίον τῶν εἰσβολέων Ναζί. Ὁ Στάλιν ἐπίσης, τήν 29. 7. 1942, θέσπισε παράσημο πού ἔφερε τό ὄνομά του, μέ τό ὁποῖο τιμήθηκαν ἥρωες τοῦ Μεγάλου Πατριωτικοῦ Πολέμου. Ἐπίσης οἱ Σοβιετικοί ἀφιέρωσαν στόν Ἀλέξανδρο Νέβσκι ἕνα πυρηνικό ὑποβρύχιο. Ἀκόμη, τήν 16. 11. 1946, ἀπό τό τότε Βουλγαρικό Κομμουνιστικό καθεστώς, θεσπίστηκε τό Ἀνώτατο Παράσημο Ἀλεξάνδρου Νέβσκι.
Ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου τιμᾶται τήν 23η Νοεμβρίου (Κοίμησις), τήν 30η Αὐγούστου (Ἀνακομιδή) καί τήν 23η Μαΐου, ἡμέρα κοινῆς μνήμης τῶν Ἁγιων τοῦ Πσκώφ καί τοῦ Γιαροσλάβ. Ἐκτός Ρωσίας στή μνήμη του εἶναι ἀφιερωμένοι οἱ Καθεδρικοί Ναοί τῆς Σόφιας Βουλγαρίας (ὁ μεγαλύτερος ναός τῶν Βαλκανίων) καί τῆς Τιφλίδος Γεωργίας.

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
K. Begunov, “Second Pskovian Chronicle”, Isbornik, 1955, σελ. 11 - 15.
M. Isoaho, “The image of Aleksandr Nevskiy in medieval Russia: Warrior and Saint”. The Northern World, 21, 2006.
 

 
ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΜΙΚΡΟΝ  ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ


Ἦχος δ’. Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν.

Χαῖρε πόλις Θεόδμητε, τοῦ Χριστοῦ Νύμφη Πάγκαλε, Ἐκκλησία Ὀρθόδοξε, Σοί γάρ ἥκασι νῦν οἱ υἱοί τοῦ Νυμφῶνος Σου, ἐκ Νότου καί Δύσεως, ἐξ Ἐώας καί Βορρᾶ, ἐν τῆ πέτρᾳ τῆς Πίστεως συνενούμενοι, ἀῤῥαγῶς ἱδρυμένοι τῶ θεμέθλῳ Προφητῶν καί Ἀποστόλων καί τούς λαούς Σου συνέχοντες.

Οὔτε πῦρ, οὔτε φάσγανον, οὔτε κῦμα χωρίσει με τῆς Μητρός, ἀνέκραζες, Παναοίδημε, τῶν ἀδελφῶν μου ἐν Πνεύματι, Γραικῶν τῶν φιλτάτων μοι, Ἐκκλησίας τῆς σεπτῆς. Κιβωτός Αὕτη πέφυκεν ἡ θεόδμητος, ἐν Ἧ σώζεται πᾶς πιστός ἐμμένων. Δεῦτε πάντες οἱ σχισθέντες, πρός τήν ζωήν ἐπανάγετε.

Τήν πορφύραν σου, Ἅγιε, τῶ Χριστῶ καθιέρωσας, Τοῦτον Παντοκράτορα ἐπιστάμενος. Διά Σταυροῦ λεγεῶνας γάρ ἐχθρῶν τροπωσάμενος καί πλεκτάνας πονηράς διαῤῥήξας αἱρέσεως καί τό κράτος σου ἱδρυσάμενος ἤρω τόν Σταυρόν σου καί Θεῶ σαυτόν ὡς θῦμα ὑπέρ λαοῦ σου προσήνεγκας.

Ἐν θαλάσσῃ μαχόμενοι, ἐν ξηρᾶ στρατευόμενοι, ἐν ἀνάγκαις, Κύριε, συνεχόμενοι ὑπέρ τῆς θείας Σου Πίστεως, θερμῶς Σοι κραυγάζομεν, σπεῦσον, λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀσεβείας τόν δράκοντα τροπωσάμενος, Σῶν Ἁγίων πρεσβείαις καί τοῦ θείου Ἀλεξάνδρου Ἀλεξίου, τοῦ κραταιοῦ Σου θεράποντος.

Δόξα. Καί νῦν. Ἦχος δ’.

Εἰς τόν Στίχον Ἦχος β’. Οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ.
Δεῦτε πιστοί λαοί, Ἑλλήνων τε καί Ρώσσων, συμφώνως ἀνυμνεῖτε τοῦ θείου Ἀλεξάνδρου τοῦ Νέβσκι τά θαυμάσια.
Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ.Χαῖρε σύν Νόβγκοροντ ἡ πόλις ἡ τοῦ Πέτρου καί πόλις Βλαδιμήρου, σύν Κωνσταντίνου Πόλει, τιμῶσαι τόν Ἀλέξανδρον.
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει.Ὥσπερ τις ἀστραπή, πεσοῦσα κατεσβέσθη τοῦ δυσσεβοῦς ἡ λύσσα, ὡς εἶδε σου τό κράτος, Ἀλέξανδρε Θεόστεπτε.

Δόξα. Ἦχος α’.Ἐπλανήθησαν οἱ ἄνομοι Φαρισαῖοι λέγοντες, τίς τῶν Ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν; Ἰδού γάρ σύν τοῖς ἄλλοις καί ὁ μέγας Ἄρχων Ἀλέξανδρος ὁ Νέβσκι, ἐπίστευσεν εἰς τόν Ἰησοῦν τόν Ἐσταυρωμένον καί διά τῆς εὐσεβείας ἐῤῥύσατο τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν θλιβόντων αὐτούς. Εὐφραίνου ἡ γῆ τῆς Ῥωσσίας καί ἀγάλλου ἐπί τῆ ἁλουργίδι σου. Οἱ γάρ θεόστεπτοι Βασιλεῖς σου ἐν τῶ Σταυρῶ τοῦ Σωτῆρος καυχώμενοι, τούς πολεμίους τῆς Πίστεως καταβάλλουσι. Καί ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, στέφανον καυχήσεως περιτίθεται, ἀνθομολογουμένη καί λέγουγα. Μεγαλύνει ἡ δόξα μου τόν Κύριον, ὅτι ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, κραταιῶν τό κέρας τῶν Ὀρθοδόξων. Καθεῖλεν ἀπό θρόνων δυνάστας ἀσεβείας καί ἀνύψωσε ταπεινούς εἰς καθέδραν εὐλογίας. Θαρσείτω τοίνυν, θαρσείτω λαός τοῦ Θεοῦ καί γάρ Αὐτός πολεμήσει τούς ἐχθρούς, ὡς Παντοδύναμος.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.Ἁμαρτωλῶν τάς δεήσεις προσδεχομένη καί θλιβομένων στεναγμόν μή παρορῶσα, πρέσβευε τῶ ἐξ ἁγνῶν λαγόνων Σου σωθῆναι ἡμᾶς, Παναγία Παρθένε.

ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Εἰς τό Κύριε ἐκέκραξα ἱστῶμεν στίχους στ’ καί ψάλλομεν Στιχηρά Προσόμοια.Ἦχος πλ. α’. Χαῖροις ἀσκητικῶν.Εἶδες βαρβάρων ὕβριν ποτέ, τῶν φοβερῶς ἐπιμανέντων τῆ ποίμνῃ σου. Ἐπαίγνως Τατάρων λύσσαν, οἵ κατά Ῥώσων πιστῶν μετά τῶν Τευτόνων ἐβακχεύσαντο. Τάς πόλεις κατέκαυσαν, τούς λαούς σου κατέσφαξαν, τήν γῆν σου πᾶσαν ῥείθροις αἱμάτων ἐφοίνιξαν καί κατέῤῥαξαν τά τεμένη τῆς Πίστεως. Ἴδε καί νῦν, Ἀλέξανδρε, φρικτά καί ἐξάγιστα κατά τῆς σῆς Ἐκκλησίας Ἰσμαηλίτας φρυάττοντας. Καί τούτους, ὡς τότε τούς ἐχθρούς σου, σπεῦσον, Ἄναξ, καί κατατρόπωσον.


Δεῦρο κλέος Ἀνάκτων πιστῶν, τοῖς σοῖς ἱκέταις εὐμενής ἐπιφάνηθι καί ῥῦσαι συμπεπλεγμένους θυμομαχοῦντι θηρί καί φονοκτονοῦντι γῆν ἐν αἵμασιν, ὑφ’ οὗ κρεουργούμεθα καί γυμνοί διωκόμεθα, τόπον ἐκ τόπου συνεχῶς διαμείβοντες καί τρεφόμενοι στεναγμοῖς τε καί δάκρυσι. Πρόφθασον οὗν, Πανεύφημε, καί πρόμαχος πρόστηθι. Παῦσον τήν ζάλην καί σβέσον ἐχθρῶν ἀπίστων τό φρύαγμα, Χριστοῦ τῆ δυνάμει, τοῦ παρέχοντος τῶ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.



Πύργος ὠχυρωμένος πιστοῖς, τάς ἑλεπόλεις τῶν ἐχθρῶν μή πτοούμενος, ἐδόθης, τῆς ἀσεβείας τάς προσβολάς καταργῶν καί τῆς Ἐκκλησίας προϊστάμενος. Κρηπίς εἷ στερέμνιος καί θεμέλιος ἄῤῥηκτος καί πολιοῦχος τῆς Ῥωσσίας ἀκοίμητος. Ἄγε δή καί τοῖς Ἕλλησι συμμάχησον, Κράτιστε, καί τῶν υἱῶν τῶν τῆς Ἄγαρ θραῦσον ὀφρύν τήν ἀντίθεον, εἰς θρίαμβον, Μάκαρ, τοῦ Σταυροῦ καί σωτηρίαν τῶν εὐφημούντων σε.

Στιχηρά ἕτερα. Ἦχος πλ. δ’. Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος.Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ συναγάλλονται σήμερον, εἰς φαιδράν πανήγυριν τοῖς πιστοῖς συναπτόμενοι. Χοροί Ἁγίων νῦν συνεφραίνονται, Γραικοί καί Ῥῶσσοι συνεορτάζουσι, σύμφωνα ψάλλοντες, ἅγιε Ἀλέξανδρε, σκέπε ἡμᾶς, σοῦ τήν ἀεισέβαστον μνήμην γεραίροντες.

Δεῦρο Κωνσταντίνου σύγγενες τω Κωνσταντίνῳ νυνί κραταιῶς συμπολέμησον, τούς ἐχθρούς τροπούμενος τῆς ἁγίας σου Πίστεως. Υἱός εἶ, Μάκαρ, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ῥίζης ἁγίας βλαστός ἀμάραντος. Μνήσθητι, Ἅγιε, παλαιῶν πατέρων σου, δι’ ὧν τό φῶς εἶδε τό τῆς Πίστεως πᾶσα τῶν Ῥώσσων ἡ γῆ.

Τίνες ὡς νεφέλαι πέτανται, περιστεραί ὡς καλαί, ἐκ βοῤῥᾶ πρός τούς Ἕλληνας δι’ αἰθέρος ἄνωθεν τηλαυγῶς χρυσαυγίζουσαι; Στρατός Ἁγίων οὗτος προσέρχεται, τῆς Ἐκκλησίας ὑπερασπίσων Χριστοῦ. Τούτοις ἐμπρέπει δέ ὁ τοῦ Νόβγκοροντ πρόμαχος. Χαῖρε Ἑλλάς, πέπτωκεν ὁ τύραννος, Χριστοῦ νικήσαντος.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Σαλπίσωμεν ἐν σάλπιγγι ἀσμάτων, χορεύσωμεν ἑόρτια καί σκιρτήσωμεν ἀγαλλόμενοι, ἐν τῆ πανδήμῳ πανηγύρει τοῦ Νέβσκι Ἀλεξάνδρου. Βασιλεῖς καί Ἄρχοντες συντρεχέτωσαν καί τόν τροπαιοῦχον κροτείτωσαν ἐν ὕμνοις, τοῦ Σταυροῦ τά τρόπαια κατά βαρβάρων καί κακοδόξων ἐνδόξως φυτεύσαντα. Ποιμένες καί διδάσκαλοι τόν τῆς Σεπτῆς Τριάδος ὁμολογητήν καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπέρμαχον συνελθόντες εὐφημήσωμεν. Οἱ φιλόσοφοι τόν σοφόν, οἱ Ἱερεῖς τόν προστάτην, οἱ στρατιῶται τόν στρατηγόν, οἱ ἐν θλίψεσι τήν παραμυθίαν, τόν συνοδίτην οἱ ὁδοιπόροι, οἱ ἐν θαλάσσῃ τόν κυβερνήτην, οἱ πάντες τόν πανταχοῦ θερμῶς προφθάνοντα, Τρισόλβιον Ἄνακτα ἐγκωμιάζοντες. Οὕτως εἴπωμεν, πανάγιε Ἀλέξανδρε, σπεῦσον, ἐξελοῦ τούς πιστούς τῶν τοῦ πολέμου κινδύνων καί ῥῦσαι κολάσεων τῶν αἰωνίων ἡμᾶς.

Καί νῦν. Τοῦ Προδρόμου. Ἦχος πλ. β’.Πάλιν Ἡρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται. Ὦ ὄρχισμα δόλιον καί πότος μετά δόλου. Ὁ Βαπτιστής ἀπετέμνετο καί Ἡρώδης ἐταράττετο. Πρεσβείαις, Κύριε, τοῦ Σοῦ Προδρόμου καί τῆς Θεοτόκου, τήν εἰρήνην παράσχου ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Φῶς Ἰλαρόν, Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί Ἀναγνώσματα.
Γενέσεως τό Ἀνάγνωσμα.
Ἀκούσας Ἄβραμ ὅτι ἠχμαλώτευται Λώτ ὁ ἀδελφιδοῦς αὐτῶ, ἠρίθμησε τούς ἰδίους οἰκογενεῖς αὑτοῦ, τριακοσίους δέκα καί ὀκτώ, καί κατεδίωξεν ὀπίσω αὐτῶν ἕως Δάν. Καί ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτούς τήν νύκτα, αὐτός καί οἱ παῖδες αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ καί ἐπάταξεν αὐτούς καί ἐδίωξεν αὐτούς ἕως Χοβάλ, ἥ ἐστιν ἀριστερά Δαμασκοῦ. Καί ἀπέστρεψε πᾶσαν τήν ἵππον Σοδόμων καί Λώτ τόν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ ἀπέστρεψε καί πάντα τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ καί τάς γυναῖκας καί τόν λαόν. Ἐξῆλθε δέ βασιλεύς Σοδόμων εἰς συνάντησιν αὐτοῦ, μετά τό ὑποστρέψαι αὐτόν ἀπό τῆς κοπῆς τοῦ Χοδολλογόμορ καί τῶν βασιλέων τῶν μετ’ αὐτοῦ εἰς τήν κοιλάδα τοῦ Σαβῆ. Τοῦτο ἧν πεδίον βασιλέως. Καί Μελχισεδέκ βασιλεύς Σαλήμ, ἐξήνεγκεν ἄρτον καί οἶνον. Ἧν δέ Ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. Καί εὐλόγησε τόν Ἄβραμ καί εἶπεν, εὐλογητός Ἄβραμ τῶ Θεῶ τῶ Ὑψίστῳ, Ὅς ἔκτισε τόν οὐρανόν καί τήν γῆν. Καί εὐλογητός ὁ Θεός ὁ Ὕψιστος, Ὅς παρέδωκε τούς ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σοι.

Προφητείας Ἠσαΐου τό Ἀνάγνωσμα.Ἐξεγείρου, ἐξεγείρου Ἱερουσαλήμ καί ἔνδυσαι τήν ἰσχύν τοῦ βραχιονός σου. Ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῆ ἡμέρας, ὡς γενεά αἰῶνος. Οὐ σύ εἶ ἡ λατομήσασα πλάτος, διαῤῥήξασα δράκοντα; Οὐ σύ εἶ ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν, ὕδωρ ἀβύσσου πλῆθος; Ἡ θεῖσα τά βάθη τῆς θαλάσσης ὁδόν ῥυομένοις καί λελυτρωμένοις; Ὑπό γάρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καί ἥξουσιν εἰς Σιών μετ’ εὐφροσύνης καί ἀγαλλιάματος αἰωνίου. Ἐπί γάρ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ἀγαλλίαμα καί αἴνεσις καί εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς. Ἀπέδρα ὀδύνη καί λύπη καί στεναγμός. Ἐγώ εἰμί, ἐγώ εἰμί αὐτός ὁ παρακαλῶν σε. Γνῶθι τίς οὖσα ἐφοβήθης ἀπό ἀνθρώπου θνητοῦ καί ἀπό υἱοῦ ἀνθρώπου, οἵ ὡσεί χόρτος ἐξηράνθησαν. Καί ἐπελάθου Θεόν τόν ποιήσαντά σε, τόν ποιήσαντα τόν οὐρανόν καί θεμελιώσαντα τήν γῆν καί ἐφοβοῦ ἀεί πάσας τάς ἡμέρας τό πρόσωπον τοῦ θλίβοντός σε. Ὅν τρόπον γάρ ἐβουλεύσατο τοῦ ἆραι σε καί νῦν ποῦ ὁ θυμός τοῦ φλίβοντός σε; Ἐν γάρ τῶ σώζεσθαί σε οὔ στήσεται, οὐδέ χρονιεῖ. Καί οὔ θανατώσει εἰς διαφθοράν καί οὔ μή ὑστερήσει ἄρτος αὐτοῦ. Ὅτι ἐγώ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ταράσσων τήν θάλασσαν καί ἠχῶν τά κύματα αὐτῆς. Κύριος Σαβαώθ ὄνομά μοι. Θήσω τούς λόγους μου εἰς τό στόμα σου καί ὑπό τήν σκιάν τῆς χειρός μου σκεπάσω σε, ἐν ἧ ἔστησα τόν οὐρανόν καί ἐθεμελίωσα τήν γῆν. Καί ἐρεῖ Σιών, λαός μου εἶ σύ. Ἐξεγείρου, ἐξεγείρου Ἱερουσαλήμ, ἡ πιοῦσα τό ποτήριον τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ ἐκ χειρός Κυρίου. Τό ποτήριον γάρ τῆς πτώσεως, τό κόνδυ τοῦ θυμοῦ, ἔπιες καί ἐξεκένωσας καί οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπό πάντων τῶν τέκνων σου, ὧν ἔτεκες καί οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος τῆς χειρός σου, οὐδέ ἀπό πάντων τῶν υἱῶν σου, ὧν ὕψωσας. Δύο ταῦτα ἀντικείμενά σοι. Τίς σοι συλλυπηθήσεται; Πτῶμα καί σύντριμμα, λιμός καί μάχαιρα. Τίς σε παρακαλέσει; Οἱ υἱοί σου, οἱ ἀπορούμενοι, οἱ καθεύδοντες ἐπ’ ἄκρου πάσης ἐξόδου, ὡς σευτλίον ἡμίεφθον, οἱ πλήρεις θυμοῦ Κυρίου, ἐκλελυμένοι διά Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου. Διά τοῦτο ἄκουε τοῦτο τεταπεινωμένη καί μεθύουσα οὐκ ἀπό οἴνου. Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ κρίνων τόν λαόν αὐτοῦ. Ἰδού εἴληφα ἐκ τῆς χειρός σου τό ποτήριον τῆς πτώσεως, τό κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου καί οὐ προσθήςῃ ἔτι πιεῖν αὐτό. Καί δώσω αὐτό εἰς τάς χεῖρας τῶν ἀδικούντων σε καί τῶν ταπεινωσάντων σε. Ἐξεγείρου, ἐξεγείρου Σιών, ἔνδυσαι τήν ἰσχύσιν σου Σιών. Ὅτι φωνή τῶν φυλασσόντων σε ὑψώθη καί τῆ φωνῆ ἅμα εὐφρανθήσονται, ὅτι ὀφθαλμοί πρός ὀφθαλμούς ὄψονται, ἡνίκα ἄν ἐλεήσῃ Κύριος τήν Σιών. Ἰδού οὗτοι πόῤῥωθεν ἥξουσιν. Οὗτοι ἀπό Βορρᾶ καί οὗτοι ἀπό θαλάσσης, ἄλλοι δέν ἐκ γῆς Περσῶν. Εὐφραίνεσθε οὐρανοί καί ἀγαλιάσθω ἡ γῆ. Ῥηξάτωσαν τά ὄρη εὐφροσύνην, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ καί τούς ταπεινούς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ παρεκάλεσε.

Σοφίας Σολομῶντος τό Ἀνάγνωσμα.Δίκαιοι εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι καί ἐν Κυρίῳ ὁ μισθός αὐτῶν καί ἡ φροντίς αὐτῶν παρά Ὑψίστῳ. Διά τοῦτο λήψονται τό βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καί τό διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρός Κυρίου. Ὅτι τῆ δεξιᾶ αὐτοῦ σκεπάσει αὐτούς καί τῶ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν τόν ζῆλον αὐτοῦ καί ὁπλοποιήσει τήν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καί περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον. Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον ὁσιότητα, ὀξυνεῖ δέ ἀπότομον ὀργήν εἰς ρομφαίαν. Συνεκπολεμήσει αὐτῶ ὁ κόσμος ἐπί τούς παράφρονας. Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καί ὡς ἀπό εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν, ἐπί σκοπόν ἁλοῦνται καί ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ’ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοί δέ συγκλήσουσιν ἀποτόμως, ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καί ὡς λαίλαψ ἐκλιμήσει αὐτούς καί ἐρημώσει πᾶσαν τήν γῆν ἀνομία καί ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὗν Βασιλεῖς καί σύνετε, μάθετε δικασταί περάτων γῆς, ἐνωτίσασθαι οἱ κρατοῦντες πλήθους καί οἱ γεγαυρωμένοι ἐπί ὄχλοις ἐθνῶν. Ὅτι ἐδόθη παρά Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν καί ἡ δυναστεία παρά Ὑψίστου.

Εἰς τήν Λιτήν τά παρόντα Ἰδιόμελα.
Ἦχος α’.
Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ, μεγαλώνυμε Πετρούπολις, ἀγάλλου καί χόρευε, πίστει λαμπροφοροῦσα. Κατέχεις γάρ ἐν κόλποις ὡς θησαυρόν, Ἀλέξανδρον τόν πανένδοξον στεφανίτην. Ἀπόλαυε παρ’ αὐτοῦ τάς τῶν θαυμάτων ἰάσεις καί βλέπε καταῤῥάσσοντα τῶν βαρβάρων τά θράση καί εὐχαρίστως τω Σωτῆρι ἀνάκραξον, Κύριε δόξα Σοι.
Ἦχος δ’.Ἐξέλθετε ἔθνη, ἐξέλθετε καί λαοί τῆς Ἑλλάδος καί ὑποδέξασθε τόν τροπαιοῦχον ἐν ἥρωσι, τόν ἀριστέα τοῦ Νέβσκι. Οὗτος γάρ ἀοράτως προάγει, συμπολεμῶν τοῖς Ἁγίοις κατά τοῦ μιαιφόνου θηρίου. Χαῖρε Σιών ἁγία, Μῆτερ τῶν Ἐκκλησιῶν, καλά καί ὅσια τά τροφεῖα παρά τῶν τέκνων ἀπέχουσα. Ἰδού γάρ καί Ἀλέξανδρος ὁ Μέγας τῆς Ῥωσσίας Ἡγεμών, ὄν ἐγέννησας καί ἔθρεψας καί ἔστεψας ἐν Πνεύματι, δύναμιν ἄνωθεν τοῖς υἱοῖς σου μετοχετεύει. Χαίρουσιν Ἄγγελοι, πίπτουσι βάρβαροι, ὑψοῦται τό κέρας τῶν Ὀρθοδόξων, δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ.

Ὁ αὐτός.Χίλιοι θυρεοί κρέμανται περί τήν πόλιν τοῦ Θεοῦ. Μυρία στίφη Μαρτύρων φυλάσσουσιν ἀγρυπνοῦντες τήν Ἐκκλησίαν. Ἄνδρες κύκλῳ αὐτῆς δυνατοί, κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον. Ἔῤῥετε θράση βαρβάρων. Αἰσχύνθητε πάντες οἱ μισοῦντες Σιών. Ἰδού γάρ ὁ Σταυρός θριαμβεύει καί τήν οἰκουμένην τό φῶς τῆς Πίστεως καταυγάζει. Χαῖρε καί εὐφραίνου Βασιλέων Ὀρθοδόξων πατήρ, Κωνσταντῖνε Ἱσαπόστολε, τοῖς σοῖς ἴχνεσι βλέπων ἀκολουθοῦντας τούς προμάχους τῆς εὐσεβείας. Ἐν οἷς ὁ θεόστεπτος Μέδων ὁ Νέβσκι, Ἀλέξανδρος ὁ ἀοίδημος, τήν Ἐκκλησίαν φαιδρύνει, τῆ Σταυροῦ πανοπλίᾳ τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως καταθραύων. Δῶμεν τῶ Θεῶ ἅπαντες μεγαλωσύνην.

Ἦχος β’.Τίς αὕτη ἡ προκύπτουσα ὡσεί ὄρθρος, ἐκλεκτή ὡς ὁ ἥλιος; Ἡ βασίλισσα καί νύμφη τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀναβαίνει τροπαιοῦχος, δι’ Ἀρνίου τό θηρίον νικήσασα. Ἴδετε λαοί καί θαυμάσατε τήν πορφυρίζουσαν ἁλουργίδα τῆς Παντανάσσης. Ὁ στέφανος αὐτῆς ἀστερόπλοκος, ταῖς τῶν δογμάτων ἀκτῖσι καταφωτίζων τά πέρατα. Πτήξασα πέπτωκεν ὑπό τούς πόδας αὐτῆς ἡ πλανήτις καί νυκτοβάμων σελήνη. Ὡς νέφη καπνοῦ διαλέλυνται τῶν φοβερῶν ἀντιπάλων οἱ λεγεῶνες. Βέβληται, κέχωσται ὁ δράκων ὁ πυῤῤός. Ἄγγελοι καί Ἅγιοι συγχορεύουσιν. Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ συνευφραίνονται. Βοῤῥᾶς καί Νότος λιγυρῶς εἰς ἕν πνέουσιν. Ἑλλάς καί Ῥωσία εἰς κοινήν πανήγυριν συγκαλοῦσι τήν οἰκουμένην, τούς Ἁγίους τῆς Πίστεως ἥρωας προτιθεῖσαι πρός μίμησιν. Ἐν οἷς καί Ἀλέξανδρος ὁ Νέβσκι, ταξίαρχος διαλάμπει. Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ’.Ἔχει μέν ἡ θειοτάτη σου ψυχή καί ἄμωμος, ἀοίδημε Ἀλέξανδρε, τήν οὐράνιον Ἱερουσαλήμ κατοικητήριον, ἧς τά τείχη ἐν ταῖς ἀχράντοις χερσί τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ἐζωγράφηνται. Ἔχει δέ καί τό πανέντιμον καί βασιλικώτατόν σου σῶμα τόν περίκλυτον τοῦτον ναόν ἐπί γῆς, ταμεῖον ἄσυλον θαυμάτων, ἐξ οὗ διηνεκῶς ἀπονάει καλίῤῥοος ποταμός τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος. Φρούρησον, Πανεύφημε, τήν σέ κατέχουσαν πόλιν ἀπό πάσης ἐναντίας προσβολῆς. Καί τω ὁμωνύμῳ σου καί συγγενεῖ Αὐτοκράτορι νίκας παράσχου κατά τῶν πολεμίων, ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρός Χριστόν τόν σέ δοξάσαντα.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Δέσποινα πρόσδεξαι.
Εἰς τόν Στίχον Στιχηρά Προσόμοια. Ἦχος α’. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
Χαίροις καλλίνικε Ἄρχων τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, Ἀλέξανδρε τρισμάκαρ, τῆς Ῥωσσίας ἡ δόξα, Ἑλλάδος εὐεργέτα, στρατῶν ὁδηγέ, τῆς Τριάδος ὑπέρμαχε, τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων ἡ κορωνίς, τῶν πιστῶν τό ἐγκαλλώπισμα.

Στίχ. Ὕψωσα ἐκλεκτόν ἐκ τοῦ λαοῦ μου.Σταυρόν ἀκράδαντον ὅπλον ἐν ταῖς χερσί σου κρατῶν, τῆς εὐσεβοῦς Ῥωσίας τούς ἐχθρούς ἐτροπώσω. Καί νῦν, Ἀνάκτων κλέος, θαυμάτων τῶν σῶν τά καλίῤῥοα νάματα, τήν Πέτρου πόλιν εὐφραίνουσι δαψιλῶς, ἥν προείλου εἰς κατοίκησιν.

Στίχ. Διά τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου.Ἐλθέ, τρισόλβιε Ἄναξ, τοῖς σοῖς ἱκέταις ταχύς προστάτης τε καί ῥύστης, τούς ἐχθρούς καταῤῥάσων. Λαοί, φυλαί καί γλῶσσαι ἐξέλθετε νῦν ψαλμικῶς καί θεάσασθε ἐσκορπισμένα πρός Ἅδην τῶν δυσσεβῶν καί λοιμῶν Ἀγαρηνῶν τά ὀστᾶ.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Τί ἀναχαιτίζεις σου τά ρεῖθρα, ὦ καλίῤῥοε Νέβα; Τι οὐ πλατύνεις τό νᾶμα, λειοκυμονῶν ἐν γαλήνῃ; Ἄγε δή πελαγίζων, ὡς Ἰορδάνης, τήν εὐλογίαν ἡμῖν τοῦ σοῦ ἀριστέως δαψιλῶς μετοχέτευσον. Ἦρταί σοι ἤδη τοῦ φραγμοῦ τό μεσότοιχον. Πέπτωκε σκῶλα τῆς τυραννίας τῶν ἀσεβῶν καί ἀνέῳγεν ἡ θύρα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μεγάλης. Ποταμοί κροτήσουσι χειρί ψαλμικῶς. Τά ὄρη σκιρτάτωσαν ὡς κριοί καί οἱ βουνοί ὡς ἀρνία προβάτων. Βαλτικῆ σύν Βοσπόρῳ, Ἰζόρᾳ μετά τῆς Ἑλλάδος συγχόρευσον. Δεῦτε παῖδες Ἑλλήνων, τοῖς ἀδελφοῖς ἡμῶν Ῥώσσοις συνεορτάζοντες, τούς κοινούς τῆς Πίστεως στεφανίτας εὐσεβοφρόνως τιμήσωμεν. Ἄγε δή βασίλευσον ἡ Ὀρθοδοξία. Κωνσταντῖνος ἀρχέτω, Βλαδίμηρος παρίτω καί μετά τῶν ἄλλων ὁ Νέβσκι Ἀλέξανδρος τήν πανήγυριν φαιδρυνέτω. Σταυρός τούς λαούς συνάπτει, Σταυρός νικᾶ τούς ἐχθρούς, Σταυρός δοξάζει τήν Ἐκκλησίαν. Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καί ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Μακαρίζομεν Σε, Θεοτόκε Παρθένε.
Νῦν Ἀπολύεις. Τό Τρισάγιον. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Μέγαν εὕρατο.Μέγαν εὕρατο ἐν τοῖς πολέμοις, σέ ὑπέρμαχον ἡ Ἐκκλησία, στεφανῖτα, τά ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Τευτόνων καθεῖλες τό φρύαγμα καί τήν Τατάρων ὀφρύν καταβέβληκας. Οὕτως Ἅγιε Μεγαλοκράτωρ Ἀλέξανδρε καί νῦν Ἰσμαηλίτας κατάῤῥαξον, ῥυόμενος τούς πίστει σέ δοξάζοντας.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά τήν α’ Στιχολογίαν Καθίσματα. Ἦχος πλ. δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.Ἐν ἐλαίῳ θαυμαστῶ Μέδων τρισόλβιος χρισθείς, τούς λαούς σου τῆ σεπτῆ Πίστει ἐκήρυξας Χριστοῦ καί πᾶσαν πλάνην ἐνίκησας, ἐξελαύνων βαρβάρους, ὡς φωστήρ ἡμέρας νέφη σκοτεινά καί σχίσματος λοιμόν πόῤῥῳ τῆς ποίμνης σου. Διό σε πᾶσα, Θεόφρον, ἡ Ἐκκλησία πιστῶς γεγαίρει τοῖς ἄσμασι, σύν Βασιλίδι καί Πετρουπόλει, ἅς περίσωζε πάντοτε.

Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός.Κατεπλάγη Ἰωσήφ τό ὑπέρ φύσιν θεωρῶν καί ἐλάμβανεν εἰς νοῦν τόν ἐπί πόκον ὑετόν, ἐν τῆ ἀσπόρῳ συλλήψει Σου, Θεοτόκε. Βάτον ἐν πυρί ἀκατάφλεκτον, ῥάβδον Ἀαρών τήν βλαστήσασαν. Καί μαρτυρῶν ὁ μνήστωρ Σου καί φύλαξ τοῖς Ἱερεῦσιν ἐκραύγαζε, Παρθένος τίκτει καί μετά τόκον πάλι μένει Παρθένος.
Μετά τήν β’ Στιχολογίαν Καθίσματα. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.Ἡ λάρναξ σου νάματα θαυμάτων βρύει πιστοῖς, Τρισμάκαρ Ἀλέξανδρε, τῶν Βασιλέων χαρά. Σύ γάρ εὐαρεστήσας τῶ Θεῶ ἔως τέλους, ἔλαβες οὐρανόθεν δωρεάς ἀκενώτους, ἐχθρούς τε φυγαδεύων καί νόσων ἐξαιρεῖν πιστοῖς.

Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον.Ταχύ προκατάλαβε πρίν ἀπολέσθαι ἡμᾶς, ἐχθροῖς βλασφημοῦσι Σε καί πολεμοῦσιν ἡμῖν, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν. Ἄνελε τῶ Σταυρῶ Σου τούς ἡμᾶς τυραννοῦντας, γνώτωσαν πῶς ἰσχύει Ὀρθοδόξων ἡ Πίστις, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκε, μόνε Φιλάνθρωπε.

Μετά τόν Πολυέλαιον Καθίσματα. Ἦχος γ’.Τόν συμπαθέστατον τῶν Ῥώσσων Ἄνακτα, ἐκδυσωποῦμεν σε πιστῶς, Ἀλέξανδρε, ῥῦσαι ἡμᾶς παντοδαπῶν κινδύνων καί πολεμίων, ἴασαι ψυχῶν ἡμῶν καί σωμάτων τά τραύματα, θραῦσον τά φρυάγματα τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, Ἅγιε, εἰρήνευσον τήν ζωήν ἡμῶν, ὅπως ἀεί σε δοξάζωμεν.

Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὅμοιον.Θεομακάριστε Μῆτερ Ἀνύμφευτε, τήν τεθλιμμένην Σου ποίμνην ἐπίσκεψαι, ὅτι συνέχεται πολλοῖς βασάνοις καί καταιγίσι. Πρόφθασον, βοήθησον, Θεοτόκε, τοῖς δούλοις Σου. Μνήσθητι τοῦ οἴκου Σου τοῦ ἁγίου, Πανάχραντε, ἵνα Σοι σεσωσμένοι βοῶμεν, χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη.
Εἶτα οἱ Ἀναβαθμοί. Τό α’ Ἀντίφωνον τοῦ δ’ Ἤχου. Προκείμενον. Ἦχος δ’.
Ὕψωσα ἐκλεκτόν ἐκ τοῦ λαοῦ μου, ἐν ἐλαίῳ ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν.
Στίχ. Διά τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως.
Τό Πᾶσα Πνοή. Εὐαγγέλιον. Ὁ Ν’ Ψαλμός. Δόξα. Ἦχος β’.
Σήμερον σκιρτῶσι Βασιλεῖς ἐν πνεύματι, σύν δήμοις Ὀρθοδόξων, τελοῦντες τήν μνήμην σου, Ἀλέξανδρε κράττιστε, χαρά τῆς Ἐκκλησίας.

Καί νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου.Στίχος. Ἐλέησόν με ὁ Θεός. Ἦχος πλ. β’.Ὅσιε Τρισμάκαρ, Ἁγιώτατε Ἄρχων, ὁ ποιμήν ὁ καλός καί τῆς εὐσεβείας θερμουργός ζηλωτής, ὁ τιθείς τήν ψυχήν ὑπέρ τοῦ λαοῦ σου. Αὐτός καί νῦν, Πανεύφημε Μεγαλώνυμε Ἀλέξανδρε, αἴτησαι πρεσβείαις σου δωρηθῆναι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Ὁ Κανών εἰς στ’. Ὠδή α’. Ἦχος δ’. Ἀνοίξω τό στόμα μου.Μερίς μου, Ἀλέξανδρε, καί δόξα θεία γεγένησαι, προστάτης καί πρόμαχος τῆς εὐσεβείας φανείς. Διό δέξαι με κροτοῦντα, Στεφηφόρε, τήν ἐν σοί πανήγυριν Γραικῶν καί Ῥώσσων πιστῶς.

Τῶ μύρῳ παρείκαζε Δαβίδ ὁ θεῖος γηθόμενος, τήν ἐν πίστει ἕνωσιν τῶν ἀδελφῶν τήν τερπνήν. Σύ δ’ Ἀλέξανδρε, Χριστοῦ τάς Ἐκκλησίας συγκαλεῖς πρός ἕνωσιν μύρου τοῦ κρείττονος.

Ἰδού ἡ πλησίον μου, περιστερά μου, καλή μοί σύ. Καλή ἡ πλησίον μου καί νύμφη ἄμωμος, ἀνακράζει νῦν Γραικῶν ἡ Ἐκκλησία τῆ τῶν Ῥώσσων πνεύματι συνεορτάζουσα.

Ὡραία ἡ ὄψις σου καί ἡ φωνή γλυκυτάτη σου, Χριστός ἀντέφησε τῆ Βασιλίδι Μητρί. Σύ μοι στέφανος, ὦ Μῆτερ, καί χαρά μου καί κρηπίς ἀκράδαντος τῆς Βασιλείας Μου.

Θεοτοκίον.Πανάχραντε Δέσποινα, τάς Ἐκκλησίας Σου φύλαξον, ἑνότητι Πίστεως συνηρμοσμένας Χριστῶ καί κατάβαλε τῆ θείᾳ Σου τούς ἐχθρούς, Πανάχραντε, τῶν πεποιθότων εἰς Σέ.

Ὠδή γ’. Τούς Σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε.Ὡς ἄνθος ἀμάραντον κοιλάδων, ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, ὦ Θύγατερ, ἐβλάστησας ἐν μέσῳ θυγατέρων πολλῶν. Μία μοι Σύ τελεία μου, μία Σύ εἶ τῆ τεκούσῃ Σε.

Τό κάλλος Σου, Μῆτερ, ὑπέρ λόγον, τό γάλα Σου τέκνον ἱλαρόν, μαστούς τούς ψυχοτρόφους Σου διά παντός ἐθήλασα. Εἰς τήν ὀσμήν τοῦ μύρου Σου τοῦ ζωοβρύτου προσέδραμον.

Βασίλισσαι εἴδοσάν Σε Νύμφην τοῦ πάντων Δεσπότου ἐκλεκτήν καί πᾶσαι ἐμακάρισαν, νεάνιδες Σε ἤνεσαν ὡς ἀδελφήν μου, Θύγατερ, καλλιτεκνοῦσαν ἐν Πνεύματι.

Κραταίωμα, Μῆτερ, καί ἰσχύς μου Σύ εἶ καί τῶν τέκνων μου τροφός. Ἰδού Σοι πάντες ἥκασι, φρουροῦντες ὡς φορεῖον Σε, ὡς κλίνην ὥσπερ θάλαμον τοῦ Βασιλέως τῆς κτίσεως.

Θεοτοκίον.Ἰδού ἡ Παρθένος ἀνακράζει τῶ πάντων Δεσπότῃ καί Υἱῶ, καλός εἶ ὁ Νυμφίος μου, καλαί καί αἱ νύμφαι Μου αἱ Ἐκκλησίαι, Δέσποτα, ὡς τερωμένοι τῶ φίλτρῳ Σου.

Κάθισμα. Ἦχος πλ. δ’. Τήν Σοφίαν καί Λόγον.Βασιλεῖ τῶν αἰώνων εὐαρεστῶν, Βασιλέων ἀνόμων πᾶσαν βουλήν ἐξέκλινας, Ἅγιε, καί γενναίως ἠρίστευσας τω Σταυρῶ νικήσας ἐχθρούς τούς τῆς Πίστεως καί σχισμάτων λύμης Ῥωσσίαν ῥυσάμενος. Ὄθεν σε τιμῶμεν, εὐσεβείας προστάτα, καί πάντες γεραίρομεν, εὐσεβῶς ἀνακράζοντες, στεφανῖτα Ἀλέξανδρε, πρέσβευε Χριστῶ τῶ Θεῶ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τήν ἁγίαν μνήμην σου.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.Φιλανθρωπότατε Θεέ μου καί Σῶτερ, μή παραδώῃς τοῖς θηρίοις εἰς τέλος τούς λατρευτάς Σου, Δέσποτα Χριστέ Βασιλεῦ. Σῶσον, σῶσον, Κύριε Ἰησοῦ, τόν λαόν Σου, Ἰησοῦ γλυκύτατε, τήν εἰρήνην παράσχου τῆ Ἐκκλησίᾳ, Σῶτερ Ἰησοῦ, τῆς Παναγίας Μητρός Σου δεήσεσι.

Ὠδή δ’. Τήν ἀνεξιχνίαστον.Βότρυς ὡς κυρπίζοντας τούς Σούς υἱούς, ἐξ ἀμπέλου θείας βλαστήσαντας, Νύμφη Μου, βλέπω. Ὥσπερ μῆλα γλυκερά τούς Σούς Ἁγίους χαίρουσα ἔνδον Μου τῶν κόλπων εἰσδέξομαι.

Ἴδε Σοι, Κυρία μου, ἀδελφιδοῦς ἥκει ὁ Νέβσκι Ἀλέξανδρος, ἔρωτι θείῳ ἀνακράζων Σοι θερμῶς. Σύ μου καλή Βασίλισσα, κἀγώ πιστός στρατιώτης Σου.

Πάρελθε εἰς κῆπον μου, ἀδελφιδέ, ὡς νεβρός δορκάδων ἁλλόμενος, καλός ὡς ὄρθρος, ὡς Παράδεισος τρυφῆς, ὡς φρέαρ ζῶντος ὕδατος ῥοίζῳ μου τόν κῆπον μου κατάρδευσον.

Δεῦτε δή νεάνιδες πᾶσαι τῆς γῆς, ἔξιτε καί ἴδετε χαίρουσαι τόν στεφανίτην, ὅν φιλοῦσα γλυκερῶς ἡ Μήτηρ ἐστεφάνωσε δόξης ἀμαράντου τῶ στέμματι.

Θεοτοκίον.Λέγε μοι, Νυμφίε μου, λέγε τρανῶς, ποῦ ποτε ποιμαίνεις τά πρόβατα; Ἡ Νύμφη κράζει τῶ Νυμφίῳ καί Υἱῶ. Ἐπί τά ὄρη, Μῆτέρ μου, τά τῶν ἀρωμάτων τοῦ Πνεύματος.

Ὠδή ε’. Ἐξέστη τά σύμπαντα.Τῶ πόθῳ Σου τέτρωμαι, ζητοῦσα Σε διέτρεχον, εὕροσάν με φύλακες τοῦ σκότους, ἐπαταξάν με καί ἐτραυμάτισαν. Ἀλλά Σου τό φίλτρον ἰσχυρόν, Νύμφη μου καί Θύγατερ, καί νικᾶ τάς ὀδύνας μου.

Ἀμάραντοι καίουσιν αἱ φλόγες τῆς ἀγάπης Σου, ζῶν τῆς Σῆς στοργῆς τό πῦρ, ὦ Μῆτερ. Οὐ πνεῦμα λάβρον, οὐχ’ ὕδωρ σβέσει ποτέ τοῦτο ποταμῶν, οὐ χείρ ἐχθρῶν. Ἴδε Σή ἐγώ εἰμί, Σή ἐγώ καί τά τέκνα μου.

Στεῤῥῶς ἐκαρδίωσας τοῖς τακεροῖς Σου βλέμμασιν ἡμᾶς, ἀδελφή καί φίλη Νύμφη. Τό πρόσωπόν Σου ἡλιακῶς φρυκτωρεῖ. Βολίδες τά τέκνα Σου λαμπραί, βάλλουσαι, τοξεύουσαι τούς ἐχθρούς τούς τῆς Πίστεως.

Τά Σά, φίλη Δέσποινα, νῦν ἐκ τῶν Σῶν προσαγάγω Σοι. Ἥκω Σοι πιστῶς δωροφοροῦσα τῶν δωρεῶν Σου τάς ἱεράς ἀπαρχάς. Συνάμα Σοῖς τέκνοις πρός τήν Σήν δόξαν καί λαμπρότητα συνεργοῦσι τά τέκνα μου.

Θεοτοκίον.Θεόν τόν Παντάνακτα γεννήσασα, Θεόνυμφε, Σύ τῆς Ἐκκλησίας βασιλεύεις. Ὄθεν ἐν πίστει Χριστιανοί καί χαρᾶ ὑμνοῦντες Σε κράζομεν ἀεί. Εἶ καλή Παντάνασσα, εἶ καλή Νύμφη Πάναγνε.

Ὠδή στ’. Τήν θείαν ταύτην καί πάντιμον.Ἐγώ Σοφίαν σύν Ἄννᾳ σοι λαμπάδας εὐσεβείας ἐπροίκισα.Ἐγώ τήν Ὄλγαν σοι λουτρῶ τοῦ Πνεύματος ἔλουσα. Ἐγώ σοι τόν Βλαδίμηρον ἐστεφάνωσα.

Σύ τό βασίλειον κράτος μου τῆ πέτρᾳ τῆς Πίστεως ἵδρυσας. Σύ μοι τόν ἥλιον τῆς ἀληθείας ἀνέτειλας Σύ τήν Ῥωσσίαν πᾶσαν Χριστῶ συνήρμοσας.

Ἐγώ σοι γλώσσας τοῦ Πνεύματος, Μεθόδιον καί Κύριλλον δέδωκα. Ἐγώ Γρηγόριον, τόν Πατριάρχην καί Μάρτυρα, σοί πολιοῦχον νέον, θύγατερ, ἔπεμψα.

Σύ με τα θεῖα μυστήρια καί νόμους ἐδιδάξω τοῦ Πνεύματος. Σύ μοι τούς Μάρτυρας καί Ἱεράρχας ἐπέστησας, ὧν μαθητήν μετ’ ἄλλων ὁρᾶς Ἀλέξανδρον.

Θεοτοκίον.Θανάτῳ θάνατος λέλυται, ζωή ἀπό τοῦ τάφου ἀνέτειλε, τω ξένῳ τόκῳ Σου, νόμων λυθέντων φύσεως. Μαρτύρων δέ τό αἷμα λαούς ἀνέβλυσε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.Τῶ σταυροφόρῳ σου σκήπτρῳ, Ἀλέξανδρε, τήν Ἐκκλησίαν Θεός ἐκραταίωσεν, ὁ δούς σοι τό κράτος ἀήττητον καί περιέπων τήν πόλιν σου ἄτρωτον. Αὐτῆς γάρ ὑπάρχεις τό στήριγμα.

Ὁ Οἶκος.Τοῦτον τόν μέγαν ἐν Ὀρθοδόξοις σκηπτούχοις συμφώνως πάντες οἱ πιστοί συνελθόντες, ὡς προστάτην τῆς Ἐκκλησίας καί Χριστοῦ στρατιώτην, τιμήσωμεν ἐν ὠδαῖς καί ὕμνοις ἐκβοῶντες τῶ Βασιλεῖ καί δεσπότῃ τῆς οἰκουμένης. Ῥῦσαι ἡμᾶς ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, Φιλάνθρωπε, καί τούς πολεμίους τῆς Πίστεως τω Τιμίῳ Σταυρῶ Σου κατάῤῥαξον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου καί τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων Σου. Εἰς Σέ γάρ ἐλπίζομεν καί παρά Σοῦ ἀπεκδεχόμεθα τόν τῆς Ἐκκλησίας Σου θρίαμβον, Ἧς Αὐτός ὑπάρχεις τό στήριγμα.

ΣυναξάριονΤῆ 23η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου καί Θεοστέπτου Μεγάλου Ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, τοῦ διά τοῦ Θείου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος μετονομασθέντος Ἀλεξίου Μοναχοῦ (ἤ τῆ 30ή τοῦ αὐτοῦ μηνός ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου τοῦ Ἁγίου καί Θεοστέπτου Μεγάλου Ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, τοῦ διά τοῦ θείου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος μετονομασθέντος Ἀλεξίου Μοναχοῦ).

Τῆς εὐσεβείας συμμαχήσας τῶ κράτει, τοῖς εὐσεβέσσι νῦν συναίνῃ κοιράνοις.
Ἑλλάς Ἀλεξάνδρου φάος εἴσιδεν ἐν τριακοστῆ (ἤ εἰκοστί Τρίτη).
Οὗτος ὁ εὐσεβέστατος καί θεόστεπτος Μέγας Ἡγεμών τῆς Ρωσίας, εἷλκε τό γένος ἀπό τοῦ Μεγάλου καί Ἰσαποστόλου Βλαδιμήρου, τοῦ διά τοῦ Θείου Βαπτίσματος ὑπό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Βασιλείου μετονομασθέντος καί πρώτου γενομένου τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ῥωσσίας Βασιλέων πατρός. Ἕβδομος ἀπό τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου ἐγένετο Ἱαροσλάβος ὁ Β’, ὁ τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου πατήρ, ἡμεμονεύων ἐν Περεγιασλάβλ (ὅπου ἐγεννήθη ὁ θεῖος Ἀλέξανδρος) καί ἐν Νόβγκοροντ καί ὕστερον ἐν Βλαδιμήρ, τήν μεγάλην τῶν Ῥώσσων ἡγεμονεύσας ἡγεμονείαν ἐπί ἔτει ὀκτώ καί τελικῶς μαρτυρήσας ὑπό τῶν Τατάρων.
Ὁ θεῖος Ἀλέξανδρος ὡς Ἡγεμών τοῦ Νόβγκοροντ, τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐπικαλούμενος, ἐνίκησε τῶ 1240 παρά τόν ποταμόν Νέβα (ἐξ οὗ καί Νέβσκι) καί τῶ 1242 παρά τήν λίμνην Πάϊπους, τούς Τεύτονας Ἱππότας καί ἄλλους ἀπό τῆς αἱρετικῆς Δύσεως ὁρμηθέντας εἰσβολεῖς, ὑπερασπιστής ἀναδειχθείς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἧν ὁμολόγησε καί γραπτῶς πρός τόν Πάπαν Ἰννοκέντιον, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀποτυχίαν τῆς διά τῶν ὅπλων προσπαθείας πρός ἐπιβολήν τοῦ Παπισμοῦ ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπεχείρησε διά τῆς πειθούς νά προσεταιρισθῆ τόν Ἀλέξανδρον. Ταυτοχρόνως, διπλωματικῶ τῶ τρόπῳ χειριζόμενος τήν κατάστασιν πρός τούς Τατάρους ἐπικυριάρχους τῆς Ρωσίας, ἔθεσε τάς βάσεις τῆς ἐθνικῆς τῶν Ρώσων ἀποκαταστάσεως, ἧν ἐπέτυχε ὁ νεώτερος αὐτοῦ υἱός ἅγ. Δανιήλ Ἡγεμών τῆς Μόσχας.
Καί ἐκοιμήθη μέν ὁ Ἅγιος εἰς τό παρά τόν Βόλγαν Γκοροντέτς ἐν ἔτει 1263, δηλητηριασθείς ὑπό τῶν Τατάρων, πλήν ἡ μνήμη αὐτοῦ ὡς Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καί Προμάχου τῆς Ἐκκλησίας καί Ὑπερασπιστοῦ τῆς Ρωσικῆς γῆς παρέμεινεν ζώσα παρά τῶ Ὀρθοδόξῳ Ρωσικῶ λαῶ, τοῦ Θεοῦ συμμαρτυροῦντος τήν αὐτοῦ ἁγιότητα διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων. Ἐν ἔτει 1380 τό Ἱερόν αὐτοῦ Λείψανον ἀνεκομίσθη ἄφθαρτον καί εὐωδιάζον καί κατετέθη ἐν τῶ Καθεδρικῶ Ναῶ τοῦ Βλαδιμήρ, ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας Ποιμένος. Ἐκεῖθεν ἐν ἔτει 1723 μετεφέρθη εἰς Ἁγίαν Πετρούπολιν παρά τοῦ Αὐτοκράτορος Πέτρου τοῦ Μεγάλου καί κατετέθη εἰς τήν ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ τιμωμένην μονήν.
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ὠδή ζ’. Οὐκ ἐλάτρευσαν.Ἐξεγέρθητι Βοῤῥᾶ, συνέρχου Νότε μου, πνεύσατε κῆπον ἐμόν, ἐν λιγυραῖς ταῖς πνοαῖς. Ῥευσάτωσαν πίστεως πᾶσιν ἀρώματα. Καταβήτω νῦν ἀδελφιδός ὁ φίλος μου καί τοῖς ἄνθεσι στεψάσθω.

Εἰς Παράδεισον τόν Σόν, Ἁγία Μῆτέρ μου, ἄνθη ἐτρύγησα καί ψυχοτρόφους καρπούς, ὁσμῆς τε πεπλήρωμαι καί ζωηῤῥύτου κρουνοῦ. Καί νῦν ἔδραμεν εἰς τήν ὀσμήν τοῦ μύρου Σου, ὁ τοῦ Νέβσκι ποιμήν μέγας.

Φωνῆς ἤκουσα ἀδελφιδοῦ πρός θύραν μου, ἄνοιξον, Μῆτερ, φησίν, Ἀλέξανδρος Σε καλεῖ. Ταχέως καί χαίρουσα τοῦτον εἰσήγαγον, μύροις ἔῤῥανα. Ὦ δεῦρο τοῖς Ἁγίοις Μου, φίλε τέκνον συνδοξάζου.

Πιστός ἥκει Σοι προστάτης, φίλη Δέσποινα, ἀδελφιδός ὁ καλός, ἀδελφιδοῦ Σου βλαστός. Ὀστοῦν ἐξ ὀστέων Σου καί σάρξ ἁγνῶν Σου σαρκῶν. Δεῦτε ἅπασαι φυλαί τῆς γῆς συγχάρητε, γνῶτε ἔθνη καί ἡττᾶσθε.

Θεοτοκίον.Ἐκλεξάμενος Νυμφίος ὁ ὡραῖός Σε, Παρθένε Πάναγνε, τῶν γηγενῶν ἐκ φυλῆς λαμπρῶς παρεστήσατο ἐκ δεξιῶν Ἑαυτοῦ. Δεῦρο, λέγων Σοι, σύν Ἐμοί βασίλευε, δεῦρο Νύμφη Μου καί Μῆτερ.

Ὠδή η’. Παῖδας εὐαγεῖς.Ἴδε ὁ πικρός χειμών παρῆλθεν, αἰθρία γαλήνης ἐμειδίασεν, ἄνθη ἐξανέτειλεν, ἄμπελοι κυπρίζουσι, φωνή τρυγόνος ἔαρος ὥραν πιστοῖς κελαδεῖ. Ἀνάστα δή καί πρόσελθε, Νύμφη νῦν εἰς εὐωχίαν κοινήν Μου συνευφραίνου.

Ἡ τράπεζα, Μῆτερ, Σοῦ πλουσία, χαρᾶς καί πολλῆς τρυφῆς τά θύματα, ἄρτος θελξικάρδιος, νᾶμα γλυκερώτατον. Ὁ δέ κρατήρ ἀείῤῥους τε καί ζῶν καί δρῶν μυστικῶς. Ἀκήκοα λιγυφώνων κηρύκων. Ἄγετε δή πάντες λαοί, πιστῶς τρυφᾶτε.

Ἀπόστα βεβήλων θεομάχων ὁ ἄγριος θίασος καί ἄσπονδος. Πόῤῥω Χριστοκάπηλοι, πόῤῥω πᾶς ἀλλόφυλλος. Τό παγκρατές καί ἄφθαρτον Ἀρνίον βλέπει καί ζῆ καί βάλλει καί τιτρώσκει καί σώζει. Τῶ Σταυρῶ πεσόντες ἐν φόβῳ προσκυνεῖτε.

Ὡς πόλις Λιβάνου αἰωνίου, θεμέθλοις ἀῤῥήκτοις, Μῆτερ, ἵδρυσαι. Ἐχθρῶν καρδίας δίεισι τά βέλη τοῦ Νυμφίου Σου. Λαοί, φυλαί καί γλῶσσαι Σοι νῦν προσκυνοῦσι πιστῶς. Ἀλώπεκες συμπτήσουσι φόβῳ, δέδεται ὁ δράκων σειραῖς φρικτοῦ Ταρτάρου.

Θεοτοκίον.Ὁ μέγας προστάτης τῆς Ῥωσσίας, ὁ ῥύστης ἐν τοῖς κινδύνοις ὁ ἀκοίμητος, μάστιγξ ἡ τοῦ σχίσματος, Ἐκκλησιῶν ὁ πρόμαχος, οἷα πατήρ φιλόστοργος τῶ Σῶ λαῶ τῶ πιστῶ, Πανάχραντε, Νέβσκι τῶν χαρίτων νοερῶς, προῤῥέει δυνάμει τοῦ Υἱοῦ Σου.

Ὠδή θ’. Ἅπας γηγενής.Ἅπας Ἰσραήλ ὁ νέος εὐφράνθητι καί συναγάλλου φαιδρῶς, Ἄγγελοι χορεύσατε, Ἁγίων στίφη πανηγυρίσατε. Ἡ Βασιλεία ἤγγικε τοῦ Ζωοδότου Ἀμνου. Μηνύτωρ μου εὐάγγελος ἦλθεν ὁ Νέβσκι ἥρως, Ἀλέξανδρος ὁ Μέγας.

Βύσσινον λαμπρόν, ὦ Μῆτερ, ἐνδέδυσαι καί πορφυρόχρουν στολήν, ἄθλους τῶν Μαρτύρων Σου καί τῶν Ἁγίων τά δικαιώματα. Νῦν ἡ παστάς Σου, Δέσποινα, λαμπρῶς κεκόσμηται. Ἐξέλθετε, Σιών θυγατέρες καί τῆς Παντανάσσης θεάσασθε τήν δόξαν.

Χαῖρε ἡ πιστή Ῥωσσία, θεόστεπτε καί προσφιλής ἀδελφή. Χαῖρε μοι καλλίνικε, ἐμῶν κροτάφων χαίροις τό ἀνάπαυμα. Χαῖρε ἡ μόνη ἄμωμος ἐν θυγατράσι πολλαῖς, χαῖρε πλάτος Πίστεως ἀπέραντον, Ἀλεξάνδου μου χαῖρε γεννήτρια.

Αἶνος καί τιμή καί δόξα αἰώνιος τῶ Βασιλεῖ τοῦ παντός, ὅτι πίστει ἥνωσε τά διεστῶτα καί τά μακράν τοῖς ἐγγύς. Καί ἐπί ὄρους ὕψωσε τήν Βασιλίδα Σιών, οὐρανόθεν πάλαι καταβαίνουσιν, ὥσπερ πόλιν Θεοῦ Παντοκράτορος.

Θεοτοκίον.Ὕμνους εὐτελεῖς, δεήσεις τε πρόσδεξαι τάς ἡμῶν, Δέποινα. Λῦσον συμφορῶν ἡμῖν γηΐνων νέφος, κοινῶν ἰδίων τε. Τῆς Ἐκκλησίας κοίμησον, Ἁγνή, τόν κλύδωνα. Τῶν βαρβάρων σκόρπισον τάς φάλαγγας, σωτηρίας τε πάντας ἀξίωσον.

Ἐξαποστειλάριον. Τοῖς Μαθηταῖς.Πετρούπολις εὐφραίνου νῦν σύν πιστῆ Νεαπόλει, ἀγάλλου ἡ Βλαδίμηρος, χαῖρε γῆς τῆς Ῥωσσίας συνάμα φίλῃ Ἑλλάδι, κοινῶς τιμῶσαι τόν Μέγαν Ἀλέξανδρον τόν Πανέντιμον. Δεῦτε Ἄρχοντες πάντες καί Βασιλεῖς, Ἱερέων δῆμοι καί πᾶσα τάξις, Ῥῶσσοι, Γραικοί συγχαίρετε, γηγενεῖς μετ’ Ἀγγέλων.

Θεοτοκίον ὅμοιον.Τάς πόλεις Σου, Πανάχραντε, τάς πιστῶς Σε τιμώσας, παντοίων ῥῦσαι, Δέσποινα, μαστίγων τε καί θλίψεων, λοιμοῦ, λιμοῦ τε, σεισμοῦ τε καί ποντισμοῦ καί στάσεως, ξίφους, πυρός, αἱρέσεων, φθορᾶς ἠθῶν καί μανίας τῶν ἐθνικῶν, συντηροῦσα ἄτρωτον τήν Σήν ποίμνην, ἥν ὁ Χριστός ἠγόρασεν αἵματι τῶ ἰδίῳ.

Εἰς τούς Αἴνους ἱστῶμεν στίχους δ’ καί ψάλλομεν Στιχηρά. Ἦχος πλ. β’. Αἱ Ἀγγελικαί.Ὕψος οὐρανῶν ἀχανές οὐδείς μετρήσει. Ἄστρων ἀριθμόν, οὐδ’ ἀνθέων ἀριθμήσει. Καί πῶς πληθύν ἁγίαν τῶν φωστήρων τῆς Πίστεως, γλῶσσα γηγενῶν ἐξονομάσει ἤ κατ’ ἀξίαν ἐπαινέσει; Ἐν οἷς ἔλαμψεν ὁ στεφηφόρος τοῦ Νέβσκι, σκηπτοῦχος Ἀλέξανδρος.

Δεῦρο Ἰωσήφ τῆς Ῥωσσίας ἐπιφαίνου, ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐκ Αἰγύπτου βασιλεύων, τό πρόσωπόν σου δεῖξον ἀδελφοῖς ἱκετεύουσι. Ῥῦσαι τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, Ἄναξ, τὴ κραταιᾶ σου προστασίᾳ. Καί διάθρεψον εἰρήνης ἄρτῳ ζωτικῶ, τούς πίστει τιμῶντας σε.

Ὄρη γλυκασμόν εὐφροσύνης σταλαξάτω, χεῖρας μυστικῶς ἡ εὐσέβεια κροτείτω, δοξάζου Ἐκκλησία, χαρμονῆς Νέβα νάματα ῥεῦσον. Ἡ Ἑλλάς φαιδρῶς ἀγάλλου καί τόν Ἀλέξανδρον τιμῶσα πιστῶς βόησον, εὐλογημένος ὁ χριστός Θεοῦ τοῦ Σωτῆρρος μου.

Πίστει πρό ποδῶν τοῦ Ἀρνίου τόν σόν στέμμα τό βασιλικόν ἀποθέμενος, Τρισμάκαρ, καί χαίρων ἐπ’ ὤμων τόν Σταυρόν σου ἀράμενος, ἄνω πρός μονάς τάς αἰωνίους ἡγεμονεύεις τοῖς λαοῖς σου, ἰσχύν ἄμαχον τῶ συγγενεῖ σου τῶ πιστῶ δωρούμενος Ἄνακτι.

Δόξα. Ἦχο πλ. δ’.Τίς μή φοβηθῆ Σε Κύριε; Τίς μή δοξάση τό ὄνομά Σου, μεγάλα καί θαυμαστά τά ἔργα Σου. Δίκαιοι καί ἀληθιναί οἱ ὁδοί Σου, ὁ Βασιλεύς τῶν Ἁγίων. Ἰδού γάρ συντρίβεις σιδηροῦς θανάτου μοχλούς καί πικρᾶς τυραννίδος ἀπαλάττεις τήν Ἐκκλησίαν Σου. Ἄγγελοι καί Μάρτυρες συμμαχοῦσι κατά τοῦ θηρίου τῆς ἀσεβείας καί ὁ πιστός Σου λαός ἐκ τῶν δεσμῶν τῆς ἀδικίας ἐλευθεροῦται. Εὐφραίνου οὐρανόθεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Βασιλέων σειρά καί σύν τούτοις ἀγάλλου ὁ Νέβσκι τῆς εὐσεβείας ὑπέρμαχος. Ἄγε δή Ἅγιε δυνατέ, περίζωσαι τήν ῥομφαίαν Σου ἐπί τῶν μηρόν Σου, προμαχῶν ἐνδόξως κατά τῶν θεομάχων καί τούς ὁπλίτας τῆς Πίστεως ἀήττητον κράτος περιζωννύνων. Νῦν κρίσις γίνεται τῶν ἀπίστων. Νῦν ὁ ἄρχων τοῦ σκότους φυγαδεύεται, πόῤῥῳ κατῃσχυμένος καί πίπτει τό κέρας τῆς ἀνομίας καί συντρέχει τά ἔθνη πιστῶς προσκυνοῦντα τῶ τῶν αἰώνων Βασιλεῖ. Δοξάζου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί τῶν Ἁγίων Σου Μαρτύρων τά αἵματα, ὡς προρφύραν στολισαμένη, τῶ Ἀρνίῳ συμβασίλευε, κράζουσα Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Κύριος ὁ ἀληθινός, πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης Σου. Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῶ.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.Δέσποινα πρόσδεξαι τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου καί λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Δοξολογία Μεγάλη καί Ἀπόλυσις.

ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ


Ἀλληλούϊα. Ἦχος δ’. Ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι καί ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν.
Στίχ. Πολλαί αἱ θλίψεις τῶν δικαίων καί ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτούς ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην.
Τῶ καιρῶ ἐκείνῳ ἐπῆρεν ὁ Ἰησοῦς τούς ὀφθαλμούς αὑτοῦ εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε: Πάτερ, ἐφανέρωσά σου τό ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις, οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοί ἦσαν καί ἐμοί αὐτούς δέδωκας καί τόν λόγον σου τετηρήκασι. Πάτερ Ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τω ὀνόματί σου, οὕς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς. Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτούς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἵνα τηρήςῃς αὐτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ. Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθώς ἐγώ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί. Ἁγίασον αὐτούς ἐν τῆ ἀληθείᾳ σου. Ὁ λόγος ὁ σός ἀλήθεια ἐστιν. Οὐ περί τούτων δέ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλά καί περί τῶν πιστευσάντων διά τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἕν ὦσιν. Ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ, ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καί ἐγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν. Ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν καί ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος, ὅτι σύ με ἀπέσταλκας καί ἠγάπησας αὐτούς, καθώς ἐμέ ἠγάπησας. Πάτερ, οὕς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα, ὅπου εἰμί ἐγώ, κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν, ἥν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρό καταβολῆς κόσμου. Πάτερ δίκαιε καί ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω ἐγώ δέ σέ ἔγνων καί οὗτοι ἔγνωσαν, ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καί ἐγνώρισα αὐτοῖς τό ὄνομά σου καί γνωρίζω. Ἵνα ἡ ἀγάπη ἥν ἠγάπη-σας με, ἐν αὐτοῖς ἦ, κἀγώ ἐν αὐτοῖς.

Κοινωνικόν. Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον.

 
 
Τυπικά καί ἐκ τοῦ Κανόνος Ὠδή γ’ καί στ’. Ὁ Ἀπόστολος. Προκείμενον Ἦχος βαρύς.
Εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν. Στίχ. Εἰσάκουσον ὁ Θεός τῆς φωνῆς μου.
Πρός Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τό Ἀνάγνωσμα.
Ἀδελφοί, οἱ Ἅγιοι Πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπό ἀσθενείας, ἐγεννήθησαν ἰσχυροί ἐν πολέμῳ. Παρεμβολάς ἔκλιναν ἀλλοτρίων. Ἔλαβον γυναῖκας ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκρούς αὐτῶν. Ἄλλοι δέ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τήν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν. Ἕτεροι δέ ἐμπαιγμῶν καί μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δέ δεσμῶν καί φυλακῆς. Ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον. Περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι (ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος), ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως, οὐκ ἐκομίσαντο τήν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περί ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος Μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καί τήν ἐμπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν.

Ὁ συμμαχήσας, Κύριε, τῶ πραοτάτῳ Δαβίδ, ὑποτάξαι τόν ἀλλόφυλον καί τῶ πιστῶ Ἀλεξάνδρῳ συμπολεμήσας κατά βαρβάρων, Αὐτός καί νῦν τῶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ Σου κατάβαλλε, Δέσποτα, τούς ἀθέους τυράνους τῆς Ἐκκλησίας Σου. Ὅτι ἤλθοσαν οὗτοι ἐν σκηναῖς Σου καί τόν πανάγιον τόπον ἐμίαναν. Ἔστησαν τά σημεῖα τῆς ἑαυτῶν δυσσεβείας ὑπέρ τήν τοῦ Σταυροῦ Σου σημαίαν. Τάς σάρκας τῶν Ὁσίων Σου εἰς βοράν προσέῤῥιψαν τοῖς θηρίοις. Ἀλλ’ ἀνάστηθι, Σῶτερ, καί τούτους κατάῤῥαξον, ἐνισχύων τούς στρατιώτας τῆς Ἁγίας Σου Πίστεως. Δεῖξον, Εὔσπλαχνε, εἰς ἡμᾶς τά ἀρχαῖα ἐλέη Σου καί γνώτω πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι Σύ εἷ ὁ Θεός ἡμῶν καί ἐν Σοί πεποιθότες νικῶμεν, πρεσβευούσης συνήθως τῆς Ἀχράντου Σου Μητρός, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Φωταυγής ὥσπερ ἥλιος ἐκ Βοῤῥᾶ ἀνατέταλκας, καταυγάζων ἅπασαν τήν ὑφήλιον ταῖς ἀστραπαῖς τῶν θαυμάτων σου, Θεόφρον Ἀλέξανδρε, Βασιλέων καλλονή, Ἡγεμόνων εὐπρέπεια, ἱσοστάσιε τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, ὁ βαρβάρων τήν ἰσχύν ἐξουδενώσας καί τάς ἐνέδρας τοῦ σχίσματος. (Δίς).





ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ ΕΓΚΩΜΙΑ ΑΓ. ΙΩ. ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ

 Ποίημα Μητροπολίτου πρώην Κιτίου Κοσμᾶ.
Διορθωθέν ὑπό Ἀντωνίου Μάρκου.

Κλέος Βασιλέων καί ἀγλάϊσμα θείων Μαρτύρων,
Πέλει ὁ γενναῖος καί πανεύφημος Μεγαλομάρτυς
Ὄντως, Ἰωάννης χαριτώνυμος ὁ ἐν τοῖς Ἁγίοις.
Κύδος Βλαδιμήρου, ἐγκαλλώπισμα φαιδρόν τοῦ πόλου,
Ἄναξ χρηματίσας πάσης Ἰλλυριῶν γῆς καί Ἀλβανίας,
Τῆς τε Βουλγαρίας, Μυσσῶν, Δαλμάτων τε καί τῆς Σερβίας.
Ἤθλησεν ἀνδρείως ὑπέρ τῆς Πίστεως Χριστοῦ καί ἀληθείας.
Στέφος, κράτος, δόξαν, τά ἐπίκηρα καταφρονήσας πάντα,
Νῦν τῆς ἀθανάτου τῶν Οὐρανῶν μετέχει Βασιλείας.
Παρεστώς τῶ θρόνῳ τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ τῶν ὅλων,
Μετά τῶν Ἀγγέλων καί Ἁγίων ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύει.
Οὗ τό θεῖον σκῆνος καί τό λείψανον ἐνθᾶδε κεῖται,
Σορός ἡ τιμία καί κόνις ἄμωμος καί σεβασμία,
Θαύμασι παντοίοις κλεϊζόμενον καί τεκμηρίοις.
Ἄνωθεν δωρεῖται τοῖς προστρέχουσι θερμῶς ἰάσεις,
Ἄφεσιν πταισμάτων καί συγχώρησιν παραπτωμάτων,
Τοῖς ἐν μετανοίᾳ προσιουσι, πόθῳ ζέοντι καί πιστῆ καρδίᾳ.
Κράξωμεν οὗν πίστει, Παμμακάριστε Μάρτυς Κυρίου,
Θεῖε Ἰωάννη Βλαδίμηρε, θεόστεπτε Μάκαρ,
Ρῦσαι τούς προστρέχοντας τῶ σῶ τεμένει,
Πάσης ἐπηρείας, βλάβης, ζάλης τε, δεινῆς ἀνάγκης,
Ὁρατῶν ἐχθρῶν, ἅμα μέντοιγε καί ἀοράτων.
Ἔχεις παρρησίαν γάρ, ὡς ἀήττητος Σημειοφόρος,
Πάντων τε προστατεύης τῶν τιμώντων σε ὡς Ἀθλοφόρος.
Σκέπε δή κἀμέ τόν οἰκτρόν θεράποντα καί σόν οἰκέτην,
Κοσμᾶν τόν ταπεινόν,
Κυτιαίων πόλεως Κυπρίου νήσου τέως Ἀρχιερέα.
Σύν αὐτῶ δέ κἀμέ Ἀντώνιον τόν Μάρκου,
Διά τόν κόπον, ὅσος, βραβεύεις γάρ προθυμίαν.

ΕΓΚΩΜΙΑ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ

Εἰς στάσεις δύο
Ποίημα Θεοδώρου Χατζηφιλιππίδου τοῦ Ἐλβασανίτου,
διορθωθέν ὑπό Ἀντωνίου Μάρκου.

Στάσις Πρώτη. Ἡ ζωή ἐν τάφῳ.
Ὑμνογράφοι πάντες συναθροίσθητε νῦν, σύν ἐμοί τοῦ ἀνυμνεῖν τόν Βλαδίμηρον, Ἰσαπόστολον τόν ὄντως φαεινόν.


Μέμνησο τῶν πίστει, τῶν ἐν τῶ σῶ ναῶ, προσερχομένων καί αἰτουμένων τήν ἄφεσιν τοῦ λαβεῖν ταῖς σαῖς πρεσβείαις πρός Θεόν.

Νυμφῶνος τοῦ προσκαίρου, βδελυττόμενος σύ, τόν οὐράνιον ἀπέλαβες, Ἔνδοξε, συνηδόμενος ἀρρήτῳ ἠδονῆ.

Οἱ ἐν ἐπωδύνοις ἀλγηδόσι πιστοί, τω ἀμίσθῳ ἰατρῶ νῦν προσέλθετε, ἵνα λάβητε τήν ρῶσιν τῶν παθῶν.

Ὕμνους ἐξοδίους, τῶν Ἀγγέλων χοροί καί ἀνθρώπων ἀπονέμουσιν, Ἅγιε, σοῦ τρωθέντος ὑπό τῶν συγγενῶν.

Σύν τοῖς μεγιστᾶσι τόν ὀφθέντα Σταυρόν προσκυνήσας, ἐν αὐτῶ κατεδάφησας, τῶν δαιμόνων δύναμιν τήν καθ’ ἡμῶν.

Ὦ Χαριτοβρύτα Ἱερομονάχους τούς τό σόν σκῆνος αἴροντας φύλαξον, ἀβλαβεῖς τηρῶν αὐτούς διηνεκῶς.

Ἄγγελον ἐν εἴδει, ἴδες τοῦ ἀετοῦ ἐπιφέροντος Σταυρόν τοῖς μετέφρεσι, δι’ οὗ ἔγνωκας τήν ἄνωθεν ζωήν.

Νεῦσον, Μυροβλύτα, θωρακίσαι ἡμᾶς, ῥείθροις ἐκ τῶν θείων Λειψάνων σου, τῶν δαιμόνων τήν ἰσχύν καταβαλών.

Ὡς Μωσέως θήβη, ἐν θαλάσσῃ ποτέ, τοῦ Λειψάνου σου ἡ θήκη διέδρασεν, ἐπιπλεύσασα τόν νέον Φαραώ.

Σταυρός σοι ἐφάνη Κωνσταντίνῳ καθά, οὐρανόθεν ἐν τῶ τόπῳ οὗ τό σῶμα σου, τά νῦν κεῖται ὡς μυρίπνους θησαυρός.

Δός Χριστέ τήν λύσιν, Ἰησοῦ μου κἀμοί, ὀφλημάτων ἅπερ ἔπραξα δέομαι, ἱκεσίαις Ἰωάννου τοῦ Σοφοῦ.

Ὤφθης φωτοδότης Ἀλβανίας σοφέ, ὡς διδάξας τό ὄνομα σέβασθαι τό πανάγιον Τριάδος τῆς Σεπτῆς.

Δόξα. Τριαδικόν.

Πάτερ, Λόγε, Πνεῦμα, Τρισυπόστοτον Φῶς, ταῖς λιταῖς Ἰωάννου κατάπεμψον τά ἐλέη Σου πλουσίως ἐφ’ ἡμᾶς.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.

Ἡ Θεόν τεκοῦσα ὑπέρ φύσιν σαρκί, δυσωποῦεν μή ἐλλείπης πρεσβεύουσα τῶ Υἱῶ Σου καί θεῶ ὑπέρ ἡμῶν.

Στάσις Δευτέρα. Αἱ γενεαί πᾶσαι.
Αἱ γενεαί πᾶσαι μακαρίζομέν σε, Βλαδίμηρε Τρισμάκαρ.
Δεῦτε νῦν ἐν ὕμνοις κυκλώσωμεν τόν τάφον, τοῦ θείου Ἰωάννου.
Τόν Μάρτυρα Κυρίου τιμήσωμεν προθύμως, ἐν τῶ αὐτοῦ τεμένει.
Προσδράμωμεν ἐν φόβῳ τῆ σορῶ τῆ θείᾳ τοῦ Μάρτυρος Κυρίου.
Μῦρον ἐξ ἀκενώτου τῆς θήκης Ἰωάννου, ἰάσεις νῦν δωρεῖται.
Ἐν οὐρανίοις θώκοις, μετά τῶν μακαρίων, κατάπαυσιν νῦν εὗρες.
Ὠ Ἰωάννη Μάκαρ, τῆς Ἀλβανίας κλέος, Ἰλλυρικοῦ ἡ δόξα.
Μεγάλων χαρισμάτων, χαριτοβρύτων δώρων, τά νάματα προχέεις.
Σκέπασον, Μυροβλύτα, τούς ὧδε προσδραμόντας, σήν ἑορτήν τελέσαι.
Μετά Ἁγίων Πάντων καί τῶν ἀΰλων Νόων, νῦν συνδοξάζῃ, Μάκαρ.
Εἷς ἄφρων συγγενής σου, ἀπέτεμε τήν κάραν τήν σήν τιμίαν, Μάκαρ.
Τοῖς πόθῳ τε καί φόβῳ τό σκῆνος σου τιμῶσι, δίδου τά πρός συμφέρον.
Τμηθείς ἐφ’ ἡμιόνος φέρεις τήν σήν κάραν εἰς τόπον εὐδοκίας.
Κατά τῆς Ἄγαρ γένους, ὁπλίζου ἡμᾶς ρῦσαι, ἀεί τοῦ τυραννοῦντος.
Πᾶσα πνοή καί φύσις εὐφραίνονται συμφώνως, τῆ μνήμῃ Ἰωάννου.
Ὦ Χαριτοβρύτα καί Μάρτυς Μυροβλύτα, τούς σέ ὑμνούντας σκέπε.
Τούς σοῦ περικυκλοῦντας τόν τάφον πάντας σῶσον, ἐπηρειῶν παντοίων.
Τῆς Ἀλβανίας Γένος, σύν τῶ τῆς Βουλγαρίας, δοξάζουσί σε, Μάκαρ.
Νίκην Ὀρθοδόξοις, ὡς Βασιλεύς παράσχου, κατά τῶν ἀντιπάλων.
Εἰρήνην τοῖς σοῖς δούλοις, ὁμόνοιαν καί ρῶσιν, δώρησαι τήν κατ’ ἄμφω.
Ὡς παρρησίαν ἔχων, πρέσβευε ὑπέρ πάντων, τυχεῖν τοῖς ἄνω δόξης.
Δοξάσωμεν ἐν ὕμνοις, τόν δοξάσαντά σε, ἵνα συνδοξασθῶμεν.
Δόξα. Τριαδικόν.Τῶ θρόνῳ τῆς Τριάδος, σύ παρεστώς πρεσβεύεις, ὑπέρ τῶν σέ τιμώντων.
Καί νῦν. Θεοτοκίον.Ἡ Θεοτόκος Κόρη, Ἐμμανουήλ ἡ Μήτηρ, Βλαδίμηρε σέ στέφει.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

HIEROMARTYR MICHAEL OF CHISTOPOL (+ 1974/1977)

By Vladimir Moss


Fr. Michael (Yershov) was born on September 17 (or October 12), 1911, in the village of Mamykovo in Kazan province, in a peasant family. According to another source, he was born in the village of Barskoye, Yenaruskino, Aksubayevo volost, Chistopol canon, Tataria. His father, whose name was Basil, had taken part in the Russo-Japanese War, the First World War and the Civil War. From 1920 he had become a cobbler and president of the committee of poverty in the village. There were five children in the family, four daughters and a son. Michael’s mother was called Daria.
Michael finished two classes at elementary school, and at the age of ten began to help his father, working as a cobbler. He went to church services and sang in the choir. When he was twelve years old, as he was receiving communion a church in Chistopol, an elder saw him and said: "This lad will take upon himself the sins of the whole people." From 1929 the church was closed and his father became president of the village soviet and began to persecute his son for reading service books and constantly praying at home. As a result of this he went blind. Afterwards, when he repented, he recovered his sight.
In November, 1930 Fr. Michael left his father’s home because he did not agree with the family’s joining the collective farm. At some time during that year he arrived in Chistopol, where he fell seriously ill. On recovering, he got to know Elder Plato, who told him: “You will suffer very much for the name of God and for the people. Only don’t seek anything from anyone, rely only on Almighty God. By the mercy of God I knew about you before.” Together they went round the villages taking part in joint prayer-services.
According to one source, Fr. Michael was ordained to the priesthood in 1930 by the Catacomb Archbishop and future Hieromartyr Nectarius (Trezvinsky) in Kazan. According to another (dubious) source, however, his ordination took place in September, 1933 at the hands of Hieromonk Peter (?). He was a fervent opponent of the Moscow Patriarchate, and believed that it was wrong to have any contact with it.
Fr. Michael and Elder Plato were arrested on March 3, 1931 in Chistopol, but he was released on May 1. A few days later, he was arrested again in Kazan, but was released after twelve days. He then went underground, wandering round the villages and earning his bread as a cobbler. He walked in chains, carried out joint prayer services and healed the sick and the demon-possessed.
In April, 1933 he was arrested in the village of Aksubayevo, but was released in July. On June 7, 1934 he was arrested in Bilyarsk, taken by convoy to Chistopol, then to Kazan and on July 10 condemned to eight years in the camps for anti-Soviet agitation. He served his term in the Mariinsk and Baikal-Amur camps, and then in Ulan-Ude and near Murmansk, doing general work. In 1940 he was transferred to Kandalaksha, where they were building a railway. He worked in the refectory. In May, 1942 he was sent to Tataria to work on the Ulyanovsk-Sviyazhsk railway. There he worked in the field hospital. On September 25 he was sent for defensive works in the village of Stepanovka, Buinsk region, from where he escaped to Chistopol, then to Aksubayevo region. On October 16 (17), 1942 he was arrested and cast into Chistopol prison. On January 23, 1943 he was sentenced “for desertion from defensive works” to seven (eight) years in prison. On February 16, 1943, according to one source, he was released, but according to another he was sent to call-up, but, not wishing to serve in the army, escaped. After this he served secretly in the village of Yelantovo, Sheremetyevo region. He celebrated Pascha on April 12, 1943 in a tent on a hill not far from Yelantovo with a group of twelve women. Later those attending the services in the tent rose to sixty. In September, during a service on the hill, the police arrived and drove away the believers; some were arrested and sent to the camps. On December 12 (or 15 or 26), 1943 he was arrested again for church preaching and cast into Chistopol prison. He was accused of being “a leader of the anti-Soviet activity of the underground of the True Orthodox Church of Tikhonite tendency in Tataria”, and on August 18, 1944 was sentenced to death by shooting. He spent 81 days in the death cell; they starved him the whole time. On October 25, 1944, they commuted the death sentence to fifteen years' hard labour, of which he was informed on November 9. He was sent to Vorkutlag, where he worked in the mines, and later – in the cobblers’ workshop. In 1945 he appealed for clemency to the Presidium of the Supreme Soviet, but his request was declined.
In October, 1946 he got to know Basil Kalinin, healing him from an illness of the spine which had paralyzed him completely for three years. He came up to him, took him by the hand and said:
"Get up and walk."
He also healed the withered hand of John Kokarev and the leprous face of Gregory Rusakov (the future Hieromonk Philaret), which was already stinking. He took the whole crust from his face.
Fr. Michael passed through almost all the prisons of the Soviet Gulag: Kazan, Arzamas, Vorkuta, Olga, Bannino, Sakhalin, Nagayeva, Magadan, Suman, Kolyma, Khabarovsk, Blagoveshchensk, Bratsk, Taipet...
On August 3, 1950 he was transferred to Sevvostoklag (Kolyma, North-East Siberia), where he worked in the gold-fields. On November 15, 1954 he was recorded in his personal file as having worked only 54 days, while there was a series of decrees casting him into the isolator for between three and ten days for refusing to work. On July 14, 1954 his sentenced was reduced by one-third. In December, 1954 he was transferred from Kolyma to the camp section Sovietskaya Gavan, Khabarovsk district. On May 29, 1956 he was transferred to a prison regime for one year, and was sent to prison in Blagoveschensk. On July 4, 1958 the follow report was written about him: “During his stay in prison he behaved satisfactorily, and did not violate the prison regime, was a cleaner in the corridors of the prison, and carried out his work. A religious fanatic, he did not work on days that were, in his opinion, festal.”
On April 11, he was transferred to the inner prison of the KGB in Kazan for investigation in connection with a church case. On July 18 he was indicted for being “the leader of the anti-Soviet underground of the True Orthodox Church in Tataria. By means of written and personal links with those who think like him, he gave instructions on preaching the ideas of the True Orthodox Church, called on people to refuse to participate in political enterprises and decline from service in the Soviet Army, in collective farms, in state institutions and undertakings. He gave instructions on preparing new secret priests, and on acquiring houses and equipment for an illegal church.” On August 11-14, 1958 he was sentenced to twenty-five years in the camps with five years disenfranchisement, and was sent to Dubravlag, Potma, Mordovia. “At eight in the morning they brought Vladyka Michael (Yershov) in a ‘black raven’… He raised his hand like this, crossed himself and bowed to the earth. ‘Pray and fear not. The victory will be with the True Orthodox Christians!’ Then they took him away. After him they brought in Basil Vladimirovich, and he also said: ‘All of you pray for us, pray. The spirit is willing, but the flesh is weak.’ Then they brought in Fr. Philaret, and after him Ivan, and the last was Nadezhda Vasilyevna. They brought them through, and they all shouted: ‘Pray! The victory will be with the True Orthodox Christians!’... They gave them twenty-five years’ strict regime.”
Fr. Michael spent fifteen years in irons. According to the accounts of prisoners, he spent whole nights standing in prayer. He healed many criminals, possessed, lame, blind and sick people, and gave them instructions on how to live well. He also had the gift of prophecy.
On August 13, 1973 he declared a hunger strike in the camp. In October he was transferred to the seventeenth section of the Temnikov camp (Potma). In the spring of 1974 they pulled out all his hair and all the hairs of his beard one by one with manacles, after which he was paralyzed. A.S. Dubina reported that he died in camp on June 4, 1977. According to another report, however, he died in a special prison hospital in Kazan on June 4, 1974.
However, his relatives heard that he had been transferred to the Kazan special psychiatric hospital. It seems that the secret was let out by the procurator of the town of Kazan when he was receiving his relatives. It is possible that the authorities wanted to hide him from the believing people because of his great popularity - he was known as "the Tsar of Mordovia" and people came to catch a glimpse of him through the barbed wire from all over the Soviet Union. Fr. Michael himself prophesied that they were going to hide him, and he ordered them not to believe the story of his death. All his spiritual children were convinced that he had been hidden away in a psychiatric hospital so as to be annihilated there.
It is said that in the 1950s Fr. Michael was secretly consecrated Bishop of Chistopol in the camps, and in this capacity took part, according to one source, in the Nikolsky Council of the Catacomb Church in 1961 through Monk John. However, the real existence of this Council is doubted by many.

HIEROMARTYR STEPHEN, BISHOP OF IZHEVSK (+ 1933)
and those with him


By Vladimir Moss


Bishop Stephen (in the world, Valerian Stepanovich Bekh) was born on September 13, 1872 in Zhitomir (according to another source, in the 1870s in Vologda province, and according to a third – in St. Petersburg) in a noble family. He graduated from the juridical faculty of St. Petersburg Imperial University in 1897. On November 8, 1897 he entered Moscow Theological Academy. A year later, when he was to be transferred to the second course, he was released from the Academy at his own request. On July 1, 1899 he was appointed zemstvo leader of the second district of the Yarensk uyezd, Vologda province. On August 15, 1900 he retired from the service, and on January 16, 1901 he was appointed teacher of the Law of God in church-parish schools. In September, 1903 he was again received into the number of the students of the second course at the Moscow Theological Academy.
"This is how Vladyka Stefan became a monk. The future Vladyka Stefan, then a young student, was walking along the street. He saw a big crowd in one entrance and asked:
"'What's going on?'
"'We're waiting for our dear Father John of Kronstadt.'
"A carriage came up. The crowd rushed up to it and pushed the young future bishop so powerfully that he felt towards Fr. John, who was just getting out. He looked at him attentively and went into the house. The crowd remained outside the house. The future bishop also remained, although he didn't know why. Suddenly an unknown person came out of the house and asked:
"'Is so-and-so here?' giving Vladyka Stefan's name in the world.
"'That's me,' said the amazed youth.
"'Batyushka is calling you.'
"His amazement increased. He followed the man who had been sent for him. Fr. John got up to meet him, calling him 'Vladyka'..."
On December 20, 1903 he was tonsured into monasticism. On November 5, 1906 he was ordained to the priesthood. In 1907 he graduated from the Academy with the degree of candidate of theology. On October 11, 1908 he was appointed assistant supervisor of the Solikamsk theological school. From July 28, 1911 he was supervisor of the Mengrelia theological school with the rank of archimandrite. (According to another source, he was ordained to the priesthood and became an archimandrite in about 1919.) From October 8, 1913 he was supervisor of the Bezhetsk theological school. On October 8, 1914 he retired from service in the theological schools and was appointed protopresbyter in the Army and Navy clergy. From October 28, 1915 he was supervisor of the Kargopol theological school. From 1918 to 1920 he was an archimandrite of the Alexander Nevsky Lavra. In 1919 he was arrested in Petrograd, but soon released.
On September 26 / October 9, 1921 he was consecrated Bishop of Izhevsk, a vicariate of the Sarapul diocese. He is also mentioned by one source as having been temporary administrator of the Kirov (Vyatka) diocese. On November 9, 1922 he was arrested in Izhevsk and cast into Butyrki prison in Moscow. On December 27 he was sentenced to two (or three) years’ exile in Narymsk region for “counter-revolutionary activity”. At the beginning of 1924 (according to another source, on March 21, 1923) he was again arrested and put in the Taganka prison in Moscow. From there he appealed to E.A. Peshkova of the Political Red Cross to give him a sheepskin coat since “the frosts in Narymsk are savage”. On March 26 he wrote again to Peshkova thanking her and congratulating her on the feast of Holy Pascha. He was sentenced to two years in the camps and sent to Solovki.
In August, 1926 he was released, but encountered problems in Izhevsk, where Bishop Alexis (Kuznetsov) of Sarapul objected to Metropolitan Sergius’ decision to re-open the Izhevsk diocese and succeeded in making Metropolitan Sergius reverse his decision. Although a part of the clergy and laity in Izhevsk did not want to submit to Bishop Alexis, suspecting him because of his temporary fall into renovationism, Bishop Stefan found it difficult to serve in the circumstances and in the autumn of 1926 went into retirement in Petrograd. There he served in the church of St. Alexis the Man of God and, from September 21, 1927, in the church of the Transfiguration.
Elder Sampson (von Sievers) recounted the following incident when he was serving with Bishop Stephen sometime before 1925: "Vladyka Stephen was celebrating the Liturgy in the Krestovoy church in the Alexander Nevsky Lavra. I was a hierodeacon. I brought out the Chalice. Vladyka read: 'I believe, O Lord, and I confess', lifted the veil and went pale - it was Human Flesh in Blood! Then he turned to me: 'Look, Father!' What was he to do? He turned and went through the left door while I went with the Chalice through the right door into the altar, and began to pray that the Lord would be merciful: how were we to distribute Human Flesh? Who would take it?... He prayed for about fifteen minutes with arms raised. Then he looked - and again it had taken the form of bread. Then he went out and communicated the people. This incident was known by Metropolitan Gurias, the priest-martyr Lev, who perished in the mines in Karaganda, and, it seems, by monk-martyr Barsanuphius, my favourite..."
Protopriest Fr. Basil Bondyrev, who had been with Vladyka Stephen during his first exile and was later shot, told the following story: "A huge bear lumbered up to us while we were preparing timber. He filled all of us with terror. At that time Vladykya Stephen and I and the other exiles were going to cut timber. Once we were working when we suddenly heard someone crashing through the grove. A bear! We all ran off in different directions. I, too, hid. Then I looked out and saw Vladyka Stephen standing where he was and the bear stretched out at his feet. Vladyka was feeding him with some bread and stroking him. And from that time the bear became completely tame; he would come up and lie down beside Vladyka, who would feed him."
Bishop Stephen enjoyed great authority among the believing people. He was considered to be a clairovoyant elder. He had the courage to tell people exactly what he thought of them.
He was in opposition to both the renovationists and the sergianists, and was the spiritual father of the first bishop who came out openly against Metropolitan Sergius' declaration - Hieromartyr Victor of Glazov. At the beginning of 1928 he was banned from serving by Sergius. According to one (dubious) source, he participated in the “Nomadic Council” of the Catacomb Church in 1928 through Monk Obadiah.
He served in various churches in Petrograd. Natalia Georgievna Kiter tells the following story about him:-
"Mama and I arrived in Petersburg in 1930, after a ten-year absence. Mama was a pensioner (she had been a teacher for many years), and received a pension, I don't remember exactly, of either 12 or 18 roubles a month. She went out one dark and frosty morning and returned only late in the evening, half-dead from tiredness. She hadn't eaten a thing all day.
"'The doctor discovered that I have cancer and has ordered me to have an operation immediately,' she said, dropping exhausted onto the bed.
"My heart trembled, but I tried to say with complete calm:
"'We shall go tomorrow. If one catches it early, it's not dangerous.'
"I spoke confidently in this vein. Mama was calm. I managed to get her into the hospital without any particular difficulty. In the evening I was visited by my neighbour, a very believing and intelligent old woman, Vera Alexandrovna Arbuzova, who lived with her daughter, Musya, a nurse.
"At this time I had no idea of true spiritual life, and only recently, 'to spite the Bolsheviks', I had begun to go to church. My soul had been searching for something for a long time, life seemed pointless. At the age of 18 I had suddenly been attacked by a terrible thought which deprived me of the strength to live. What was the point of working, of studying, of seeking, of hoping for anything, if everything ended in death? At this point my path crossed with that of the theosophists, and their teaching seemed to me, who did not know the truth, to be a revelation. I must add that from the age of 9 I had grown up without the beneficial influence of my deeply and sincerely believing parents. When the persecutions against the Church began, I, out of a confused feeling of protest, began to go to church. There I found rest to my soul, although I had no idea about the true life of the spirit. But the church was the only place where I felt in Russia, where the present disappeared without a trace.
"And now Vera Alexandrovna tried to direct me along the right path. But I didn't give in to her, relying self-confidently on my experience alone.
"'You know, Nata,' she turned to me. 'I want to suggest that you ask Vladyka Stephen. Remember, I told you about him, that he could pray for your mama. Let's go to Pesochnaya tomorrow, to the church where he is.'
"I put no particular hope on the prayers of an unknown bishop, but you clutch onto anything when grief comes.
"The next morning the three of us set off for the Liturgy. During the service I noticed, not far away, among the worshippers, an old, thin monk in a tattered old ryasa. His pale face looked ascetic, and there were straggly strands of grey hair sticking out from under his old skufya. Something drew me to look in his direction.
"After the service Vera Alexandrovna said to me, pointing at the elder:
"'That's Vladyka.'
"The people began to crowd up to him, asking for his blessing. A long queue was formed. We got up. Never before had I kissed the hands of a priest, and I immediately noticed that most people not only kissed Vladyka's hand, but also bowed to the ground before him. I was upset. All this seemed strange and barbarian to me. I was perplexed. How could this be?
"But while I was hesitating, I suddenly saw myself already standing in front of Vladyka. I raised my eyes to him and met his glance. What happened to me then! His glance penetrated into the very depths of my soul and immediately enlightened it, like a flash of lightning. I immediately saw its blackness and all his holiness. Suddenly I felt holiness. This was a new and unusual feeling for me, and I was struck, as if hit by something. Weeping, I fell at his feet and couldn't regain my calm. And to his sympathetic question I could only mutter:
"'Vladyka, pray for mama.'
"'And what is her illness?'
"I told him. He knitted his brow and shook his head.
"'Alright, but you also pray.'
"'I can't, Vladyka.'
"'Pray as you are able. We shall pray together.'
"I returned home somewhat calmer. The operation was appointed for the morning, just at the time of the Liturgy. I rushed straight from the church to the hospital. Would she be alive? In fear and anxiety I went into the ward. From a cot in the distance mama nodded to me, smiling. She was weak, but in full consciousness and kind as always. Musya Abramova told me that the doctor had warned her, since she was a nurse, that he feared that the sick woman would die under the knife... The last words that mama heard were the word of the professor:
"'We must be quick here.'
"But the operation not only went well, there was not even any of the festering from which so many sick people die, and her temperature did not even go up. Mama was released from hospital two weeks later. The stitches healed as if after a shallow cut in a young and healthy person.
"'I don't understand a thing,' said the professor, spreading his hands. It couldn't end like that. The sick said that they were struck how calmly and happily mama went to the serious operation, as if she were going on a walk.
"Mama's first outing was to the church on Pesochnaya. After the service Vladyka had a long, tender conversation with us. He joked, and tried to encourage us. We both wept. We quietly left the church. Vladyka caught up with us; he greeted us, smiling radiantly. His tall figure could be seen for a long time at the end of the alley.
"We didn't see him again. Shortly after this they arrested and exiled him. The accusation was: 'Opium for the people'. And - evidently through the prayers of Vladyka Stephen - mama was given two more years so as to receive a crown to her life so full of harsh suffering - an angelic, monastic crown [with the name Eugenia]....
"Vera Alexandrovna told me how Margarita Jul. Mei had seen mama in a dream on the very day of her death lying in the grave. Beside her stood an unknown elder-monk who was praying fervently. Vera Alexandrovna had had the thought of showing her the photograph of Vladyka Stephen.
"'That's him! That's him!' shouted Margarita Jul., although she had never once seen Vladyka Stephen in the flesh.
"They say that during the fast Vladyka ate nothing except one prosphora a day with holy water.
"'Receive Communion while there is the Chalice,' were his constant words.
"Vera Alexandrovna told the following stories from her life:
"1. Once we were standing in the church. Vladyka Stephen was at the other end blessing the people. I also went up. But Musya said:
"'Wait, let him finish blessing all the women first.'
"Finally we went up. Vladyka smiled and said to us:
'I've finished blessing all the women, now I can bless you, too.'
"Vladyka could not possibly have heard the words that were said in a whisper at the other end of the church. Musya was ready to fall through the earth out of shame! What clairvoyance from the Lord!
"2. There was a lady staying with us, not a church person. Once she said:
"'You keep saying about your bishop that whatever he prays for he receives. I shall go to him. Let him pray that so-and-so gives up his wife and marries me.'
"'Well, you know, I wouldn't advise you to go with such requests to Vladyka.'
"She went. She went ahead of us to receive his blessing. She had hardly opened her mouth when the tenderly smiling face of Vladyka suddenly darkened, he frowned and, without saying a word, turned away from her, and turned to the next person. The lady was very upset both with us and with Vladyka.”
Natalya Kieter continued her reminiscences: "A year passed. I had a dream. A door opened quickly and Vladyka Stephen entered in a fur coat. I had never seen him dressed like that, and he said:
"'I remember, Natalya, I remember.'
"That was all. I woke up. Immediately the news came of his death in exile..."
Vladyka Stefan was arrested in Petrograd in 1929, and was sentenced in accordance with article 58-10 to three years’ exile in the village of Pomozdino, Ust-Kulomsky region, Komi ASSR. On September 7, 1932 he was arrested in the village of Bad-Yel, Ust-Kulomsky region, and was cast into prison in Syktyvkar. On April 21, 1933 he was sentenced to be shot in accordance with articles 58-10 part 2 and 58-11 for creating a counter-revolutionary monarchist church organization, ‘The Union of Peasants’, and leading this organization”. This was part of the group case, “The Case of the Church Counter-Revolutionary Organization, ‘The Union of Peasants’, Komi, 1933”. The sentence was changed to ten years in prison. However, before the sentence could be passed, Bishop Stephen died in prison on March 26 (or, according to another source, April 13/26), 1933.
The following were condemned together with Bishop Stephen in this case:
Priest Basil Andreyevich Ponomarev. He was born in 1869 in the village of Muzhichok, Khotinsky region, Belorussia. He went to Polotsk pedagogical seminary, and began to serve as a priest in Belorussia. In 1929 he was arrested and sentenced in accordance with article 58-10 to three years in exile, which he spent in the village of Kerchemya, Ust-Kulomsky region, Komi. On September 15, 1932 he was arrested while in exile, was cast into prison in Syktyvkar, and on April 16, 1933 was condemned for “participation in the counter-revolutionary church organization, ‘The Union of Peasants’, headed by Bishop Stefan (Bekh)”. In accordance with articles 58-10 part 2 and 58-11, he was sentenced to three years’ exile in the north. Nothing more is known about him.
Priest Vladimir Fyodorovich Bachinsky. He was born in 1870 in the village of Bereznyaki, Kiev province. He went to the Kiev theological seminary and then served in the village of Moshny, Kiev province. In 1928 he went into retirement. In 1930 he was arrested in Moshny and sentenced to three years’ exile in accordance with article 58-10. He was exiled to the village of Pomozdino, Komi, where, on September 15, 1932, he was arrested again and cast in to Syktyvkar prison. On April 27, 1933 he was condemned and was sentenced in accordance with articles 58-10 part 2 and 58-11, but on October 30, 1933 died in prison.
Priest Alexander Afanasyevich Tsitovich. He was born in 1872 in the village of Berezki, Khotinsky region, Belorussia, and went to a theological school. He served as a reader in Belorussia. In 1927 he was ordained to the priesthood. In 1929 he was arrested, and sentenced to three years’ exile in the village of Vilgort, Ust-Kulomsky region, in accordance with article 58-10. On September 15, 1932 he was arrested again and cast in to Syktyvkar prison. On April 27, 1933 he was condemned and sentenced in accordance with articles 58-10 part 2 and 58-11 to three years’ exile in the north. Nothing more is known about him.
Nun Ierusalima, in the world Catherine Nikitichna Kasif, was born in 1880 in the village of Verknyaya Belozerka, Melitopol province, Ukraine. She went to a church-parish school, and then entered the St. Joseph monastery, serving as treasurer. In 1930 she was arrested and sentenced to three years’ exile in the north in accordance with article 54-10. She was sent to the village of Bad-Yel, Ust-Kulom region, Komi, where, on September 15, 1932, she was arrested again and cast into prison in Syktyvkar. On April 27, 1933 she was convicted and sentenced in accordance with articles 58-10 and 58-11, but was released in view of the time she had already spent in prison. Nothing more is known about her.
Reader Sergius Konstantinovich Popov. He was born in 1878 in the village of Barzhenka, Veliky Ustyug uyezd, Vologda province. He finished three classes at Veliky Ustyug theological school. He went to serve in the Sinegorskaya church, Veliky Ustyug uyezd. During the First World War he served in the army. In 1929 he was arrested, cast into the prison in the village of Kyrnysha, Ust-Kulomsky region, Komi ASSR, and condemned to three years’ exile in accordance with article 58-10. On September 15, 1932 he was arrested while in exile and cast into prison in Syktyvkar. On April 16, 1933 he was convicted in accordance with articles 58-10 part 2 and 58-11 and was sentenced to three years’ exile in the north. Nothing more is known about him.
Reader Alexander Alexandrovich Tikhomirov. He was born in 1871 in the village of Blagoveschenskoye, Vologda province into the family of a sacristan. He became a reader in Vologda province, but from 1925 to 1930 did not serve in church, but worked on the land. In 1930 he was arrested in his native village and sentenced to three years’ exile in accordance with article 58-10. He was exiled to the village of Kuzminki, Ust-Kulomsky region, Komi ASSR. On September 15, 1932 he was arrested in exile and cast into prison in Syktyvkar. On April 16, 1933 he was convicted in accordance with articles 58-10 part 2 and 58-11 and was sentenced to three years’ exile in the north. Nothing more is known about him.

(Sources: Metropolitan Manuel (Lemeshevsky), Die Russischen Orthodoxen Bischofe von 1893-1965, Erlangen, 1989, vol. VI, pp. 237-238; "Episkop Stefan", Russkij Palomnik, N 5, 1992; M.E. Gubonin, Akty Svyateishago Patriarkha Tikhona, Moscow: St. Tikhon's Theological Institute, 1994, p. 993; Bishop Ambrose (von Sievers), "Istoki i Svyazi Katakombnoj Tserkvi v Leningrade i obl. (1922-92 gg.)"; “Episkopat Istinno-Pravoslavnoj Katakombnoj Tserkvi 1922-1997gg.”, Russkoye Pravoslaviye, N 4(8), 1997, p. 4; Lev Regelson, Tragediya Russkoj Tserkvi, 1917-1945, Moscow: Krutitskoye patriarsheye podvorye, 1996, p. 536; Victor Antonov, “Svyashchenomuchenik Mitropolit Iosif v Petrograde”, Vozvrashcheniye, N 4, 1993, pp. 46-52; Michael Shkarovsky, “Iosiflyanskoye Dvizheniye i Oppozitsiya v SSSR (1927-1943)”, Minuvsheye, 15, 1994, pp. 446-463; I.I. Osipova, “Skvoz’ Ogn’ Muchenij i Vody Slyoz”, Moscow: Serebryanniye Niti, 1998, p. 253 ; M.V. Shkarovsky, Iosiflyanstvo, St. Petersburg, 1999, p. 298 ; http://www.pstbi.ru/ bin/code. exe /frames/m/ind_oem.html?/ans; L.E. Sikorskaya, Vyatksij Ispovednik: Svyatitel’ Viktor (Ostrovidov), Moscow, 2010, p. 149 ; http://www.histor-ipt-kt.org/KNIGA/len.html)

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΜΟΣΧΑΣ (+ 1612)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).
Ὁ Πατριάρχης Μόσχας ἅγ. Ἑρμογένης γεννήθηκε τό ἔτος 1530 σέ οἰκογένεια ταπεινῆς καταγωγῆς. Τά παιδικά του χρόνια τά πέρασε Στό Καζάν, σέ ἕνα μικρό μοναστήρι ἀφιερωμένο στή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, τό ὁποῖο εἶχε ἱδρὐσει ὁ ἅγ. Βαρσανούφιος Ἐπίσκοπος Τβέρ, μεγάλος ἱεραπόστολος τῆς ἐποχῆς. Τελικά νυμφεύθηκε καί ἱερώθηκε στό Καζάν, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. τοῦ ἁγ. Νικολάου, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ ἁγ. Γουρία. Ὑπῆρξε αὐτόπτης μάρτυρας τῆς Εὑρέσεως τῆς Θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, ἡ ὁποία ἀρχικά κατατέθηκε στό ναό του. Μετά τόν θάνατο τῆς συζύγου του ἔγινε μοναχός στή Μονή τῆς Θείας Μεταμορφώσεως, τῆς ὁποίας ἀργότερα κατέστη Ἡγούμενος καί τήν ἔκανε ὀνομαστή. Τό 1589 ἀναδείχθηκε δεύτερος Μητροπολίτης Καζάν καί συνέχισε τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ προκατόχου του ἁγ. Γουρία καί τοῦ ἁγ. Βαρσανουφίου, μεταξύ τῶν ἐντοπίων Ταταρικῶν πληθυσμῶν. Προικισμένος μέ τό χάρισμα τοῦ προφορικοῦ καί γραπτοῦ λόγου, προσπάθησε μέ τά κηρύγματά του ἀσκήσει οὐσιαστικό ἱεραποστολικό ἔργο, ἔγραψε βίους Ἁγίων, θεολογικές μελέτες, ἀξιόλογες ἐπιστολές, κ.ἄ.
Ἡ πολύπλευρη προσωπικότητα τοῦ ἁγ. Ἑρμογένη ἀναδείχθηκε κυρίως κατά τήν ἐθνική καί ἐκκλησιαστική κρίση τῆς Περιόδου τῶν Ταραχῶν, ἡ ὁποία ξεκίνησε μέ τόν θάνατο τοῦ Τσάρου Βόριδος Γκουντονώφ (1598 - 1605).
Μέ τόν θάνατο τοῦ Τσάρου Θεοδώρου Α’, γιοῦ τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (1598), ἔφτασε τό τέλος τῆς Δυναστείας τῶν Ρούρικ, ἡ ὁποία κυβέρνησε τήν Ρωσία γιά 750 χρόνια (860 - 1598/1610) καί ἄρχισε μία περίοδος ἀναρχίας πού ἔμεινε γνωστή στή Ρωσική Ἱστορία σάν Περίοδος τῶν Ταραχῶν, στήν ὁποία ἀτυχῶς ἀναμίχθηκε καί ἡ Ρωσική Ἐκκλησία. Βασικοί πρωταγωνιστές τῆς περιόδου ἦσαν οἱ διεκδηκητές τοῦ Ρωσικοῦ Θρόνου ψευδο-Δημήτριοι Α' καί Β', οἱ Τσάροι Βόρις καί Θεόδωρος Γκουντουνώφ καί Βασίλειος Σουΐσκυ καί οἱ Πατριάρχες Μόσχας Ἰγνάτιος ὁ Ἕλληνας καί Ἑρμογένης. Εἰδικώτερα:
Ὁ οὐσιαστικός κυβερνήτης τῆς Ρωσίας κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Θεοδώρου Ἰβάνοβιτς, ὁ ἀδελφός τῆς συζύγου του Εἰρήνης Βόρις Γκουντουνώφ, ἀναδείχθηκε Τσάρος ἀπό Ἐθνοσυνέλευση, μετά ἀπό πρόταση τοῦ Πατριάρχη Ρωσίας ἁγ. Ἰώβ (1589 – 1605).
Ὁ Τσάρος Βόρις Θεοδώροβιτς Γκουντουνώφ (1598 – 1605), κατάγοταν ἀπό τήν ἀρχοντική οἰκογένεια τοῦ Ταταρικῆς καταγωγῆς Πρίγκιπα Chet, πού εἶχε μεταναστεύσει στίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰ. ἀπό τήν Χρυσή Ὀρδή στήν Κοστρόμα, ὅπου ἵδρυσε τήν Μονή Ὑπάτιεφ. Πατέρας του ἦταν ὁ Θεόδωρος Ἰβάνοβιτς Γκουντουνώφ Κριβόϋ καί μητέρα του ἡ Στεφανίδα. Ἡ ἀνακτορική του καρριέρα ἄρχισε κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (γιά πρώτη φορά μνημονεύεται στό 1570 σάν βασιλικός τοξότης).
Κατά τόν Νικόλαο Ζέρνωφ, «ὁ Βόρις εἶχε τήν μυστικότητα, τήν αὐτοκυριαρχία καί τήν ἐκδικητικότητα τοῦ Μογγόλου. Ὅλους τούς ὑπωπτεύονταν, ἀλλά καί κανένας δέν τόν ἐμπιστεύοταν. Ἀναδείχθηκε κατά τήν διάρκεια τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἰβάν τοῦ Τρομεροῦ, ὅπου, ἀνάμεσα στούς εὐτελεῖς συνενόχους τοῦ Τσάρου, ξεχώριζε αὐστηρός, πνευματώδης καί ἐλκυστικός. Ὁ ἴδιος δέν διέπραξε βαναυσότητες, οὔτε κρίματα, ἀλλά οὔτε καί κατέκρινε ὅσους τά ἐκτελοῦσαν. Ὁ Ἰβάν συνεδέθη μέ τόν νεαρό Βόρι πολύ καί ὁ νέος διετήρησε μέ ἐξαιρετική τέχνη τήν εὔνοια τοῦ Τσάρου. Ἦταν ἐπίσης ὁ μοναδικός Αὐλικός πού ἔδειχνε ἐκτίμηση καί καλωσύνη στόν μικρό Θεόδωρο, ἀποσκοπῶντας νά παντρέψη τήν ὡραία τοῦ ἀδελφή Εἰρήνη μέ τόν ἀνίσχυρο Ἡγεμόνα» (Ν. Ζέρνωφ, «Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», σελ. 83).
Τό 1570 ἤ 1571 ὁ Βόρις ἐνίσχυσε τήν θέση του στήν Αὐλή νυμφευόμενος τήν Μαρία Γρηγορίεβνα Σκουράτοβα – Μπέλσκαγια, κόρη τοῦ ἀγαπημένου ἀξιωματούχου τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Μαλιοῦτα Σκουράτωφ (τοῦ στραγγαλιστή τοῦ Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Φιλίππου Β’). Τό 1580 ὁ Τσάρος Ἰωάννης ἐπέλεξε τήν ἀδελφή τοῦ Βόριδος Εἰρήνη Θεοδώροβνα (1557 – 1603), γιά σύζυγο τοῦ 14ετούς γιοῦ του Θεοδώρου καί μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ὁ Βόρις ὀνομάστηκε Βογιάρος.
Ὁ Τσάρος Ἰωάννης στήν ἐπιθανάτια κλήνη του ὅρισε ἕνα Συμβούλιο γιά τήν προστασία καί καθοδήγηση τοῦ γιοῦ καί διαδόχου του Θεοδώρου (πού ἦταν ἀσθενικῆς κράσεως καί μειωμένων προσόντων). Ἀνάμεσα στά ἄλλα μέλη στό Συμβούλιο συμμετεῖχαν ὁ Βόρις Γκουντουνώφ, ὁ Θεόδωρος Ρωμανώφ (ἔπειτα Πατριάρχης Φιλάρετος) καί ὁ Βασίλειος Σούϊσκυ (ἔπειτα Τσάρος Βασίλειος Δ’).
Πεθαίνοντας ὁ Τσάρος Ἰωάννης ἄφησε ἕναν ἀκόμη γιό, τόν Δημήτριο (1581 – 1591), ἡλικίας 3 ἐτῶν, πού εἶχε ἀποκτήσει ἐκτός γάμου μέ τήν τελευταῖα - ἕβδομη κατά σειρά - εὐνοουμένη του Μαρία Ναγκόϋ. Μετά τόν θάνατό του τό Συμβούλιο ἐγκατέστησε τόν μικρό Πρίγκιπα καί τήν μητέρα του στό Οὔγκλιτς, ὅπου τό 1591 ὁ 10ετής Δημήτριος πέθανε κάτω ἀπό ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες. Μία ἐπίσημη ἐπιτροπή πού διερεύνησε τήν ὑπόθεση, μέ ἐπικεφαλής τόν Βασίλειο Σούϊσκυ, κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ὁ μικρός Πρίγκιπας ἔκοψε τόν λαιμό του κατά τήν διάρκεια μιᾶς ἐπιληπτικῆς κρίσεως, ἡ μητέρα του ὅμως ἐπέμενε ὅτι δολοφονήθηκε ἀπό πράκτορες τοῦ Βόριδος, γιά νά ἀποκλειστεῖ ἡ ἄνοδός του στό Θρόνο. Τελικά ἡ ὑπόθεση ξεχάστηκε καί ἡ Τσαρίνα Μαρία ὑποχρεώθηκε νά γίνει μοναχή.
Τό σῶμα τοῦ μικροῦ Πρίγκιπα ἐνταφιάσθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ἀπό ὅπου ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1606, μετά ἀπό σειρά θαυμάτων, καί μεταφέρθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, στό Κρεμλίνο τῆς Μόσχας, ὅπου οἱ τάφοι τῶν Τσάρων. Ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τιμᾶ τόν νεαρό Τσάρεβιτς Δημήτριο ὡς Ἅγιο. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 15η Μαϊου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 3η Ἰουνίου.
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς στέψεως τοῦ Τσάρου Θεοδώρου Α’ Ἰβάνοβιτς, τήν 31η Μαϊου 1584, ὁ Βόρις τιμήθηκε μέ νέα ἀξιώματα καί μετά τόν θάνατο τοῦ θείου τοῦ Τσάρου Νικήτα Ρωμανόβιτς (τόν Αὔγουστο τοῦ ἴδιου ἔτους), ἀναδείχθηκε οὐσιαστικός κυβερνήτης τῆς Ρωσίας. Ἡ ἀντίδραση ἄλλων Βογιάρων γιά περιορισμό τῆς ἐξουσίας του, καθώς καί τοῦ Μητροπ. Ρωσίας Διονυσίου Β’ (1581 - 1587, πού προσπάθησε νά χωρίσει τόν Τσάρο Θεόδωρο ἀπό τήν ἄτεκνη Τσαρίνα Εἰρήνη, γιά νά περιοριστεῖ ἡ ἐπιρροή τοῦ Βόριδος), εἶχαν σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐξουδετέρωση τῶν ἀντιπάλων του καί τήν ἐκθρόνιση τοῦ Μητροπολίτη.
Κατά τήν περίοδο αὐτή – τῆς βασιλείας τοῦ Θεοδώρου - ὁ Βόρις πέτυχε τήν ἀνακατάληψη πολλῶν Ρωσικῶν πόλεων τῆς δυτικῆς Ρωσίας πού κατεῖχαν οἱ Σουηδοί, ἐνθάρρυνε τήν ἐγκατάσταση Ἄγγλων καί ἄλλων ξένων ἐμπόρων, προώθησε τήν Ρωσική ἐπέκταση πρός τήν Σιβηρία, ἵδρυσε πόλεις - φρούρια κυρίως στά ἀνατολικά, γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς Ρωσίας ἀπό τίς Ταταρικές ὀρδές (Σαμάρα, Σαράτωφ, Βορονέζ, Τσαρίτσιν, κ.ἄ.), πέτυχε τήν ἀνακήρυξη τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου καί μέ νόμο τοῦ 1587 ἀπαγόρευσε τήν μετακίνηση τῶν χωρικῶν ἀπό τήν γῆ τους.
Ὁ Τσάρος Θεόδωρος Α’ Ἰβάνοβιτς ἀπεβίωσε ἄτεκνος τήν 7. 1. 1598 καί μαζί του ἔσβησε καί ἡ Δυναστεία τῶν Ρούρικ. Παρά τά ἀναμενόμενα ὁ πανίσχυρος Βόρις δέν ἐπιδίωξε τήν ἄνοδό του στό Θρόνο, ἀλλά ἔδειξε τήν προτίμησή του νά ἀποσυρθεῖ σέ μοναστήρι. Τήν ἐκλογή του πρότεινε ὁ Πατριάρχης Ρωσίας ἅγ. Ἰώβ (1589 – 1605) καί τελικά μία Ἐθνοσυνέλευση πού συγκλήθηκε τήν 17. 2. 1598 ἀνέδειξε Τσάρο τόν Βόριδα τήν 21. 2. 1598 (στέφθηκε τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους).
Σάν Τσάρος ὁ Βόρις, νικητής τοῦ Ρωσο-Σουηδικοῦ Πολέμου τοῦ 1590 – 1595, προσπάθησε νά ἀνοίξη δρόμο πρός τήν Βαλτική Θάλασσα, κατακτῶντας τήν Λιθουανία μέ διπλωματικά μέσα (χωρίς ἐπιτυχία), ἀνέπτυξε φιλικές σχέσεις μέ τίς Σκανδιναβικές χῶρες, ἐπέτρεψε τήν λειτουργία Λουθηρανικῶν κοινοτήτων στά Ρωσικά ἐδάφη καί ἐνθάρρυνε τήν ἐγκατάσταση ξένων δασκάλων, στέλνοντας παράλληλα Ρώσους γιά σπουδές στό ἐξωτερικό.
Ἡ βασιλεία τοῦ Βόριδος σημαδεύτηκε ἀπό ἕνα φοβερό λιμό (1601 – 1603), κατά τήν διάρκεια τοῦ ὁποίου ἐμφανίσθηκε ἕνα διεκδικητής τοῦ Θρόνου πού ὑποστήριζε ὅτι ἦταν ὁ Δημήτριος Ἰβάνοβιτς, γιός τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ, πού εἶχε διαφύγει τόν θάνατο ἀπό τούς πράκτορες τοῦ Βόριδος. Ὁ διεκδικητής αὐτός ἔμεινε στήν Ἱστορία σάν ψευδο-Δημήτριος Α’ καί κυβέρνησε τήν Ρωσία σάν Τσάρος κατά τήν περίοδο 1605 – 1606.
Ἡ βασιλεία τοῦ Βόριδος σημαδεύτηκε ἐπίσης ἀπό τίς διώξεις τῶν ἀντιπάλων του Βογιάρων, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους ὑποχρεώθηκαν νά μονάσουν, γιά νά μήν ἔχουν δικαιώματα στό Θρόνο (λ.χ. ἡ οἰκογένεια Ρωμανώφ).
Ὁ Τσάρος Βόρις, ἀναμφίβολα ἕνας τῶν μεγαλυτέρων Ρώσων Ἡγεμόνων, ἀπεβίωσε μετά ἀπό σύντομη ἀσθένεια τήν 13. 4. 1605, ἀφήνοντας τόν Θρόνο στό γιό του Θεόδωρο Β’ (1605).
Ὁ Τσάρος Θεόδωρος Β’ Γκουντουνώφ (1605), γεννήθηκε στή Μόσχα τό 1589 καί ἦταν γιός τοῦ Τσάρου Βόριδος Γκουντουνώφ (1598 – 1605) καί τῆς Μαρίας Γρηγορίεβνας Σκουράτοβας – Μπέλσκαγιας, κόρης τοῦ ἀγαπημένου ἀξιωματούχου τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ Μαλιοῦτα Σκουράτωφ (τοῦ στραγγαλιστή τοῦ Μητροπ. ἁγ. Φιλίππου Β’). Ἐξαιρετικῶν φυσικῶν καί διανοητικῶν προσόντων (ὁ πρῶτος χάρτης τῆς Ρωσίας ὑπῆρξε ἔργο του), ἔλαβε τήν ἀνώτερη δυνατή μόρφωση τῆς ἐποχῆς του καί συμμετεῖχε στή διεκπεραίωση τῶν κυβερνητικῶν ὑποθέσεων, κυρίως ἐκείνων πού ἀφοροῦσαν τήν ἐξωτερική πολιτική.
Ὅταν ἀπεβίωσε ὁ πατέρας του ὁ Θεόδωρος ἦταν μόλις 16 ἐτῶν καί κυκλωμένος ἀπό Βογιάρους που μισοῦσαν θανάσιμα τήν οἰκογένειά του. Τήν 1. 6. 1605 ἡ ἐμπροσθοφυλακή τοῦ ψευδο-Δημητρίου Α’ ἔφτασε στή Μόσχα καί ἀπό τό διάγγελμα πού διαβάστηκε στήν Κόκκινη Πλατεία ἔγινε φανερή ἡ τύχη τοῦ νεαροῦ Τσάρου, ὁ ὁποῖος στραγγαλίστηκε μαζί μέ τήν μητέρα του Τσαρίνα Μαρία τήν 10. 6. 1605.
Ὁ ψευδο – Δημήτριος Α’ (1605 – 1606) ἐμφανίστηκε στό ἱστορικό προσκήνιο τό 1600, ὅταν ἐντυπωσίασε τόν Πατριάρχη Ρωσίας ἅγ. Ἰώβ (1589 – 1605) μέ τήν εὐφράδεια καί τήν πολυμάθειά του. Τό ἴδιο ἔτος ὁ Τσάρος Βόρις Γκουντουνώφ (1598 – 1605) διέταξε τήν σύλληψη καί τήν ἀνάκρισή του, ἀλλά ὁ ψευδο-Δημήτριος πέτυχε νά καταφύγει στόν Ἡγεμόνα τοῦ Ὄστρογκ Κωνσταντῖνο καί ἀργότερα νά τεθεῖ στήν ὑπηρεσία τῶν Λιθουανῶν Ἡγεμόνων Wishniowiecki.
Ὁ ψευδο-Δημήτριος ὑποστήριζε ὅτι ἦταν ὁ γιός τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ καί τῆς Μαρίας Ναγκόϋ, πού εἶχε διαφύγει τήν δολοφονία ἀπό πράκτορες τοῦ Βόριδος Γκουντουνώφ. Στήν πραγματικότητα ἦταν ὁ φυγάδας μοναχός τῆς Μονῆς Τσουντώφ τῆς Μόσχας Γρηγόριος Ὀτρέπιτς, σύμφωνα μέ καταγγελία τοῦ Πατριάρχη Ρωσίας ἁγ. Ἰώβ. Ἐμφανίσθηκε τό 1604 στήν Πολωνία, ὅπου προσυλητίσθηκε στόν Ρωμαιοκαθολικισμό, καί χρησιμοποιήθηκε ἀπό μερικούς Βογιάρους καί γαιοκτήμονες καί κυρίως ἀπό τούς Ἰησουῖτες, γιά νά ἐπιβληθεῖ στή Ρωσία καί μαζί του ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός.
Ὁ ψευδο-Δημήτριος Α’ ἡγούμενος ἑνός μικροῦ στρατεύματος πού ἐνισχύθηκε ἀπό δυσαρεστημενους Βογιάρους καί Κοζάκους κατευθύνθηκε ἐναντίον τῆς Μόσχας καί μετά τόν ξαφνικό θάνατο τοῦ Βόριδος Γκουντουνώφ (13. 4. 1605), στέφθηκε Τσάρος τήν 21. 7. 1605 ἀπό ἕναν ἐπίσης Λατινόφρονα Πατριάρχη τῆς ἐπιλογῆς του, τόν Ἕλληνα Ἰγνάτιο, ἀφοῦ ἐκθρόνισε τόν Πατριάρχη Ἰώβ.
Ὁ Πατριάρχης Ἰγνάτιος (1605 – 1606) ἦταν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Πιθανῶς γεννήθηκε στήν Κύπρο περί τό 1540. Σύμφωνα μέ μία πηγή ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου καί ἀναγκάστηκε νά ἐγκαταλείψει τήν ἔδρα του λόγῳ τῶν διώξεων τῶν Τούρκων, ὁπότε κατέφυγε στή Ρωσία τό 1595. Σύμφωνα μέ ἄλλη πηγή (τόν Ἐπίσκοπο Ἐλασσῶνος ἅγ. Ἀρσένιο), ἦταν Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ, προερχόμενος ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος καί πῆγε στή Ρωσία γιά τήν στέψη τοῦ Τσάρου Θεοδώρου Ἰβάνοβιτς, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας.
Φύσει τυχοδιώκτης ὁ Ἰγνάτιος συνδέθηκε μέ τόν τότε ἰσχυρό ἄνδρα καί ἔπειτα Τσάρο Βόριδα Γκουντουνώφ. Ἦταν ὁ μοναδικός τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας πού συντάχθηκε μέ τόν διεκδικητή ψευδο-Δημήτριο, τόν ὁποῖο μάλιστα ὑποδέχθηκε στήν Τοῦλα καί συνόδευσε στή Μόσχα. Μετά τήν ἄρνηση τοῦ Πατριάρχη Μόσχας ἁγ. Ἰώβ νά ἀναγνωρίσει τόν ψευδο-Δημήτριο καί τήν ἐκθρόνισή του, ἀναδείχθηκε Πατριάρχης ὁ Ἰγνάτιος. Ἐξαιρετικά Λατινόφρων δέν ἀντέδρασε στό γάμο τοῦ ψευδο-Δημητρίου μέ τήν Ρωμαοκαθολική Πριγκίπισσα Μαρίνα, τήν στιγμή πού ἐπιφανεῖς Ἐπίσκοποι, Κληρικοί κ. ἄ. παράγοντες ἀντέδρασαν καί διώχθηκαν. Μετά τήν πτώση τοῦ ψευδο-Δημητρίου Α' (1606), ὁ Ἰγνάτιος καθαιρέθηκε ἀπό τόν νέο Τσάρο Βασίλειο Σουΐσκυ καί φυλακίσθηκε στή Μονή Τσουντώφ, ὅπου ἀπεβίωσε τό 1611.
Ὁ ψευδο-Δημήτριος Α’ ἀμέσως μετά τήν στέψη του, πῆγε νά προσκυνήσει στόν τάφο τοῦ ὑποτιθέμενου πατέρα του Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ καί ἐπισκέφθηκε στό μοναστήρι πού μόναζε τήν Τσαρίνα Μαρία Ναγκόϋ πού τόν δέχτηκε σάν γιό της. Στή συνέχεια ἔδωσε χάρη στίς ἀριστοκρατικές οἰκογένειες πού εἶχαν διωχθεῖ ἀπό τόν Βόριδα Γκουντουνώφ (ὅπως στούς Σουϊσκυ, Γκολίτσιν καί Ρωμανώφ), ἐκτέλεσε τήν οἰκογένεια Γκουντουνώφ καί ἔδωσε ἐντολή νά χειροτονηθεῖ Μητροπολίτης Ροστώφ ὁ ἰσχυρός ἄνδρας τῶν Ρωμανώφ, ὁ Θεόδωρος - Φιλάρετος.
Στόν ἐξωτερικό τομέα ὁ ψευδο-Δημήτριος Α’ στηρίχθηκε στήν Πολωνο-Λιθουανική Συμμαχία καί σχεδίασε πόλεμο κατά τῶν Ὀθωμανῶν. Στά δημόσια ἔγγραφα ὑπέγραφε σάν Αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας, ἕναν αἰῶνα πρίν τήν υἱοθέτηση τοῦ τίτλου ἀπό τόν Πέτρο Α’ τόν Μέγα.
Τήν 8.5. 1606 νυμφεύθηκε τήν Πωλωνή Ρωμαιοκαθολική Πριγκίπισσα Μαρίνα Mniszech (στήν οἰκογένεια τῆς ὁποίας εἶχε ὑποσχεθεῖ πρίν τήν ἀνάρρησή του τό Νόβγκοροντ, τό Πσκώφ καί τό Σμολένσκ), χωρίς προηγουμένως αὐτή νά ἀσπαστεῖ τήν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία. Ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι κλήθηκαν στή Μόσχα γιά νά εὐλογήσουν τόν γάμο, ὁ ἅγ. Ἑρμογένης ὡς Μητροπολίτης Καζάν ἀντέδρασε μέ πύρινο ζῆλο, μέ ἀποτέλεσμα νά καθαιρεθεῖ καί νά φυλακιστεῖ. Παράλληλα τό γεγονός αὐτό προκάλεσε τήν ἀντίδραση τῶν συντηρητικῶν Βογιάρων, τοῦ Κλήρου καί τοῦ λαοῦ καί συντέλεσε στήν πτώση τοῦ ψευδο-Δημητρίου, δύο ἑβδομάδες μετά τό γάμο του. Μία συνωμοσία μέ ἀρχηγό τόν Βογιάρο Βασίλειο Σουϊσκυ πέτυχε τήν ἀνατροπή (μέ τήν κατηγορία τῆς ὁμοφυλοφιλίας καί τοῦ προσυλητισμοῦ τῆς χώρας στό Ρωμαιοκαθολικισμό) καί τήν δολοφονία του (τήν 17. 5. 1606). Μαζί του ἐκτελέστηκαν 3 Καρδινάλιοι, 27 Φράγκοι δάσκαλοι καί 3.000 περίπου Πολωνοί καί Ρώσοι τῆς Αὐλῆς του. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό νεκρό σῶμα τοῦ δολοφονημένου ψευδο-Δημητρίου Α’ κάηκε καί οἱ στάχτες του ἐκτοξεύτηκαν μέ κανόνι πρός τήν πλευρά τῆς Πολωνίας!
Κατά τήν Περίοδο τῶν Ταραχῶν διεδραμάτησαν ρόλο καί οἱ Ἰωάννης Ζαρούτσκυ καί Προκόπιος Λιαπούνωφ.
Ὁ Ἰωάννης Μαρτίνοβιτς Ζαρούτσκυ ἦταν τυχοδιώκτης Κοζάκος Ἀταμάνος. Κατά τήν περίοδο 1606 – 1607 πῆρε μέρος στήν ἐξέγερση τοῦ δουλοπάροικου Ἰω. Μπολοτνίκωφ κατά τοῦ Τσάρου Βασιλείου Δ’ Σουϊσκυ (1606 – 1610) καί μετά τήν κατάστολή της διέφυγε στήν Πολωνία καί ἐντάχθηκε στίς δυνάμεις τοῦ ψευδο-Δημητρίου Α’ καί τοῦ ὑποστηρικτή του Πολωνοῦ Βασιλιᾶ Σιγισμούνδου Γ’ Wasa. Διοργάνωσε τό στράτευμα τοῦ ψευδο-Δημητρίου Α’ καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς μάχες του, μέ ἀποτέλεσμα νά ὀνομαστεῖ Βογιάρος.
Μετά τόν θάνατο τοῦ ψευδο-Δημητρίου Α’ νυμφεύθηκε τήν χῆρα του Μαρίνα καί προσπάθησε νά ἀνεβάσει στό Ρωσικό Θρόνο τόν γιό της Ἰωάννη. Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1611 ἑνώθηκε μέ τόν Α’ Λαϊκό Ἀπελευθερωτικό Στρατό τοῦ Προκόπιου Λιαπούνωφ, τοῦ ὁποίου τελικά ὀργάνωσε τήν δολοφονία. Ὅταν ὁ Ἡγέτης τοῦ Β’ Λαϊκοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Στρατοῦ Πρίγκιπας Δημ. Ποζάρσκυ κάλεσε τούς Ρώσους σέ ἀνυπακοή πρός τήν ψευδο-Τσαρίνα Μαρίνα, τόν γιό της Ἰωάννη καί τόν Ζαρούτσκυ, αὐτοί ὑποχρεώθηκαν νά καταφύγουν στό Ἀστραχάν, ἐνῶ ὁ Ποζάρσκυ ἀπελευθέρωνε τήν Μόσχα (1612).
Τό 1614 ὁ λαός τοῦ Ἀστραχάν ἐξεγέρθηκε κατά τῶν φυγάδων καί αὐτοί κινήθηκαν πρός τά Οὐράλια, ὅπου συνελήφθησαν ἀπό Κοζάκους καί παραδώθηκαν στήν Κυβέρνηση τοῦ νέου Τσάρου Μιχαήλ Ρωμανώφ. Τό ἴδιο ἔτος 1614 ὁ Ζαρούτσκυ καί ὁ ἐπίδοξος Τσάρος Ἰωάννης ἐκτελέστηκαν στή Μόσχα, ἐνῶ ἡ Μαρίνα ἀπεβίωσε στή φυλακή.
Ὁ Προκόπιος Πέτροβιτς Λιαπούνωφ κατάγοταν ἀπό τόν Ἡγεμονικό Οἶκο τῶν Ρούρικ. Μετά τόν θάνατο τοῦ Τσάρου Βόριδος Γκουντουνώφ (1605), ὁ Προκόπιος καί ὁ ἀδελφός του Ζαχαρίας τάχθηκαν μέ τό μέρος τοῦ ψευδο-Δημητρίου Α’. Τό 1606 ὁ Προκόπιος πῆρε μέρος στήν ἐξέγερση τοῦ Ἰω. Μπολοτνίκωφ καί μετά τήν καταστολή της ἦρθε στή Μόσχα καί τέθηκε στήν ὑπηρεσία τοῦ Τσάρου Βασιλείου Δ’ Σουϊσκυ (1606 – 1610), ὁ ὁποῖος τόν ἔκανε μέλος τῆς Δοῦμας (Βουλῆς) τῶν Βογιάρων, τό 1607.
Κατά τήν περίοδο 1608 – 1610 ὁδήγησε τόν τακτικό Ρωσικό στρατό κατά τῶν ἐξεγερμένων χωρικῶν τοῦ Ριαζάν καί τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ ψευδο-Δημητρίου Β’. Τόν Ἰούλιο τοῦ 1610 συμμετεῖχε στήν ἐκθρόνιση τοῦ Βασιλείου Δ’ Σουϊσκυ. Ὅταν οἱ Πολωνοί κατέλαβαν τήν Μόσχα (1611), ἐμπνεόμενος ἀπό τά πατριωτικά κηρύγματα τοῦ Πατριάρχη Ρωσίας ἅγ. Ἑρμογένη (+ 1612), διοργάνωσε τόν Α’ Λαϊκό Ἀπελευθερωτικό Στρατό καί σημείωσε ἀρκετές ἐπιτυχίες κατά τῶν εἰσβολέων. Ἀτυχῶς δολοφονήθηκε ἀπό τόν Κοζάκο Ἀταμάνο τυχοδιώκτη Ἰω. Ζαρούτσκυ, τήν 1. 8. 1611. Τήν ἰδέα του γιά δημιουργία Λαϊκοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Στρατοῦ υἱοθέτησε ὁ Πρίγκιπας Δημ. Ποζάρσκυ, ὁ ὁποῖος τελικά ἀπελευθέρωσε τήν Μόσχα ἀπό τούς Πολωνούς, τήν 22α Ὀκτωβρίου 1612, ἐπικεφαλής τοῦ Β’ Λαϊκοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Στρατοῦ.
Ὁ Τσάρος Βασίλειος Δ’ Σούϊσκυ (1606 – 1610), κατάγοταν ἀπό τήν Ἡγεμονική Οἰκογένεια τοῦ Νίζνι Νόβγκοροντ καί ἦταν ἀπό τούς συνεργάτες τοῦ Τσάρου Βόριδος Γκουντουνώφ, χρησιμοποιήθηκε μάλιστα γιά τήν κάλυψη τῆς δολοφονίας τοῦ νεαροῦ Τσάρεβιτς Δημητρίου, γιοῦ τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ καί τῆς Μαρίας Ναγκόϋ, ἀπό πράκτορες τοῦ Βόριδος. Μετά τόν θάνατο τοῦ Βόριδος καί τήν ἀνάρρηση τοῦ γιοῦ του Θεοδώρου Β’, ὁ Βασίλειος ὑποστήριξε τόν ψευδο-Δημήτριο Α’ γιά τόν ἀνατρέψει στή συνέχεια καί νά στεφτεῖ ὁ ἴδιος Τσάρος, τήν 19. 5. 1606. Βασίλευσε μέχρι τήν 19. 7. 1610, μέ πολλή μικρή ἤ καί καθόλου ἐξουσία καί ἀναγνώριση. Τό 1610 καθαιρέθηκε ἀπό τούς Πρίγκιπες Βοροτίνσκυ καί Μστισλάβσκυ, ὑποχρεώθηκε νά γίνει μοναχός καί τελικά μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος στήν Πολωνία, ὅπου ἀπεβίωσε φυλακισμένος στό κάστρο τοῦ Γκοτσίνιν, κοντά στή Βαρσοβία, τό 1612. Προηγουμένως ὅμως ὁ Τσάρος Βασίλειος εἶχε ἐκθρονίσει τόν Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰγνάτιο καί εἶχε ἀναδείξει Πατριάρχη τόν ἅγ. Ἑρμογένη, τοῦ ὁποίου ἀποκατέστησε τήν Ἀρχιερωσύνη.
Ὁ ψευδο-Δημήτριος Β’ (1610 – 1612) ἐμφανίσθηκε τό 1608 ὑποστηριζόμενος ἀπό τούς Πολωνούς εὐγενεῖς καί τό 1610 οἱ δυνάμεις τοῦ Βασιλιά τῆς Πολωνίας Σιγισμούνδου Γ' κατέλαβαν τήν Μόσχα. Καί αὐτός ὑποστήριζε, ὅτι ἦταν ὁ χαμένος γιός τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ καί τῆς Μαρίας Ναγκόϋ. Τελικά ὅμως ὁ Πολωνός Βασιλιᾶς κράτησε γιά τόν ἑαυτό του τό δικαίωμα στό Ρωσικό Θρόνο καί ἀπέσυρε τήν ὑποστήριξή του ἀπό τόν διεκδικητή. Ἔτσι κατά τήν περίοδο ἀπό 6. 9. 1610 μέχρι 4. 11. 1612, Τσάρος τῆς Ρωσίας εἶχε ἀνακηρυχτεῖ ὁ Βασιλιᾶς τῆς Πολωνίας Σιγισμούνδος Γ’ καί στή θέση του κυβέρνησε τήν χώρα τό Συμβούλιο τῶν Ἑπτά Βογιάρων, δηλαδή οἱ ἐξῆς ἐκπρόσωποι τῶν σπουδαιοτέρων Ρωσικῶν οἰκογενειῶν: Θεόδωρος Ἰβάνοβιτς Mstislavsky, Ἰωάννης Μιχαήλοβιτς Vorotynsky (Μάρτιος 1611), Μιχαήλ Θεοδώροβιτς Nagoy (ἀπό Μάρτιο 1611), Ἀνδρέας Βασίλιεβιτς Trubetskoy, Βασίλειος Βασίλιεβιτς Golistyn (8. 4. 1611), Ἰωάννης Συμεώνοβιτς Kurakin (ἀπό 8. 4. 1611), Βόρις Μιχαήλοβιτς Lykov – Obolensky, Ἰωάννης Νικήτις Romonov καί Θεόδωρος Ἰβάνοβιτς Sheremetiev.
Σέ μία περίοδο γενικῆς καταπτώσεως, τό γόητρο τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους σώθηκε ἀπό τόν ἡρωϊκό Πατριάρχη ἅγ. Ἑρμογένη. Ἀρνούμενος νά συνεργαστεῖ μέ τούς κατακτητές καί τούς συνεργάτες τους, πέθανε στή φυλακή ἀπό ἀσιτία, τήν 17η Φεβρουαρίου 1612. Τόν ἴδιο χρόνο - σάν ἀποτέλεσμα τοῦ κηρήγματός του καί τῶν ποιμαντικῶν του ἐπιστολῶν - ἦρθε ἀπό τόν Βόλγα ἕνας στρατός ἐθελοντῶν, κάτω ἀπό τήν ἡγεσία τοῦ λαϊκοῦ Κοσμᾶ Μίνιν ἀπό τό Νίζνι Νόβγκοροντ καί τοῦ Πρίγκιπα Δημ. Ποζάρσκυ, ἐπικεφαλῆς τοῦ ὁποίου εἶχε τεθεῖ ἡ θαυματουργός Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν. Τήν 22α Ὀκτωβρίου ἐλευθερώθηκε ἡ Μόσχα καί τήν 26η τό Κρεμλῖνο. Σέ ἀνάμνησι τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θεσπίσθηκε ἡ ἐτήσια ἑορτή τῆς ἁγίας εἰκόνος τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, τήν 22α Ὀκτωβρίου.
Σάν Πατριάρχης ὁ ἅγ. Ἑρμογένης, παρά τήν ἡλικία του (ἦταν 70 ἐτῶν), ἐπανίδρυσε τό Τυπογραφεῖο τῆς Μόσχας (πού εἶχε καεῖ κατά τίς ταραχές) καί ἄρχισε τήν ἐκτύπωση ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων μέ βάση τά ἑλληνικά πρότυπα. Κυρίως ὅμως ἐργάσθηκε ὑπέρ τῆς νομομοφροσύνης πρός τόν νόμιμο Ἀνώτατο Ἄρχοντα καί μέ ἐπιστολές του συντέλεσε στήν ἀνόρθωση τοῦ πατριωτικοῦ συναισθήματος τοῦ λαοῦ.
Κατά τήν ἀρχιερατεία τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος (1633), τό χαριτόβρυτο Λείψανα τοῦ ἡρωϊκοῦ Πατριάρχη ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί ἐναποτέθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Κρεμλίνου, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. Ἡ ἐπίσημη διακήρυξη τῆς ἁγιότητάς του ἔγινε τό 1913 καί ἦταν ἀποτέλεσμα τῶν θαυμάτων τοῦ Ἱερομάρτυρος, τά ὁποῖα τόν ἐπέβαλαν ὡς Ἅγιο στή συνείδηση τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ. (Στή φωτογραφία ἡ λειψανοθήκη τοῦ Ἱεροῦ του Λειψάνου, στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 17η Φεβρουαρίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 12η Μαϊου.

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
D. I. Ilovaisky, “The Troubled Period of the Muscovite Realm”, 1894.
S. I. Platonon, “Sketches of the Great Anarchy in the realm of Moscow”, 1899.
D. V. Tsvyeltev, “Tsar Vasily Shuisky”, 1901 - 1903 .
S. F. Platonov, "The Time of Troubles", μετάφραση J. T. Alexander, ἔκδοσις University Press of Kansas, 1970.
R. G. Skrynnikov, “Boris Godunov”, Μόσχα 1978/1983.
S. L. Chester Dunning, “Russia’s First Civil War: The Time of Troubles and the founding of the Romanov Dynasty”.
Ἀντ. Μάρκου, "Ἡ Παναγία τοῦ Καζάν - Ἡ Προστάτιδα τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν", 2000.
Β. Βoytan, "Ὁ ἅγ. Μάρτυς Τσάρεβιτς Δημήτριος"· Περιοδικό "Orthodox Life", τ. 27ος, φ. 1ο.