Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΝΕΒΣΚΙ

Ψαλλομένη ἐπί τῆ μνήμῃ αὐτοῦ, τήν 23η Νοεμβρίου (Κοίμησις) καί τήν 30η Αὐγούστου (Ἀνακομιδή τοῦ ἀδιαφθόρου αὐτοῦ Λειψάνου). Ποίημα Ἱερέως Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων
Διορθωθεῖσα ὑπό Ἀντωνίου Μάρκου
ΠρολεγόμεναἩ πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι Ἀκολουθία, ποίημα τοῦ περιφήμου Ἕλληνος Κληρικοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου - τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, ἀπό τήν Τσαρίτσανη Λαρίσης, σφοδροῦ ἀντιπάλου τοῦ ἀρχιμ. Θεοκλήτου Φαρμακίδου στό θέμα τοῦ ἀντικανονικοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος – περιλαμβάνεται στόν πρῶτο τόμο τῶν σωζομένων Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραμμάτων τοῦ μακαριστοῦ αὐτοῦ Διδασκάλου τοῦ Γένους, ὁ ὁποῖος ἐκδόθηκε στήν Ἀθήνα τό ἔτος 1862, ἀπό τήν Ἰατρό καί Ἀκαδημαϊκό Σοφοκλῆ Κ. τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, ἀπό τό Τυπογραφεῖο τοῦ Φ. Καραμπίνου. Ὁ ποιητής τῆς Ἀκολουθίας τήν ἀφιέρωσε «τῶ Θεοστέπτῳ καί Τρισσεβάστῳ Αὐτοκράτορι πασῶν τῶν Ρωσιῶν Ἀλεξάνδρῳ τῶ Πρώτῳ», διά τοῦ ἀκολούθου Προλογικοῦ Γράμματος:


Θεόστεπτε Αὐτοκράτωρ,
Τόν μέν τό πρῶτον κατά τῶν ἀλλοφύλων στήσαντα τρόπαιον καί πρῶτον γενόμενον τῆς συγγενείας σωτῆρα τιμῶν ὁ Πατριάρχης Μελχισεδέκ, ἄρτον καί οἶνον, γέρας τῆς ἀριστείας, προσήνεγκεν, εὐλογῶν αὐτόν τε τόν τροπαιοῦχον καί τόν Θεόν τῶν πατέρων αὐτοῦ.
Σέ δέ τόν καλλίνικον καθαιρέτην τῆς ἀσεβείας καί τῶν πνευματικῶν ἀδελφιδῶν Σου προασπιστήν, εὐλογεῖ μέν ὁ Αἰώνιος Βασιλεύς τῆς Εἰρήνης, εὐλογεῖ δέ ἡ Ἐκκλησία, τούς ἱερούς Σου προπάτορας εὐφημοῦσα καί ἥν παρ’ αὐτῶν κεκληρονόμηκας ἀρετήν, κλειναῖς ἀνυμνοῦσα μολπαῖς. Καί ἄρτον Σοι μετ’ οἴνου προσφέρει μυστικόν, ζωήν καί εὐφροσύνην, ἥν εὐχομένοι Σοι οὐκ ἐπαύσατο καί ἐν ἡμέραις ὀδύνης Αὐτῆς.
Τούτου δή τοῦ ἄρτου οἱονεί τι κλάσμα πνευματικόν, πρόσδεξαι, Φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, ταυτηνί τήν μετά λιτότητος συντεθειμένην εἰς τόν συγγενῆ Σοι Ἅγιον ἀσματολογίαν, ἥν διά τῆς ἐμῆς ταπεινῆς παλάμης αὐτός Σοι προσφέρει ὁ ἀοίδημος Πατριάρχης, ὅν, ὡς Πάγκαλος Ἰωσήφ τόν Ἰακώβ, ὁσίως ἐτίμησας, ἄληστον τῆς Σῆς εὐσεβείας τό κλέος παραπέμπων εἰς τούς αἰῶνας, διά τάς πρός τήν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν Βασιλικάς ἀγαθοεργίας Σου. Ταύταις γάρ, οἷον χρυσαῖς τισί καί ἀδαμαντίναις σειραῖς, ἰσχυρόν καί ἄρρηκτον ἐσαεί τόν σύνδεσμον τῆς ἐν Πίστει ἑνότητος ἐν ταῖς καρδίαις τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν ἐμπεδοῖς, ὁμόνοιαν αὐτοῖς καί φιλίαν καί κοινωνίαν τήν πρός ἀλλήλους καταχεόμενος καί ταῖς ἀκτῖσι τοῦ Εὐαγγελικοῦ φωτός εὐαγῆ καί ἀκώλυτον τόν δρόμον παρασκευάζων.
Τοιγαροῦν, ἔστ’ ἄν Θεός ἐπί γῆς ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων ὑμνῆται καί Ἕλληνες συνάμα τοῖς συγγενέσι Ρώσσοις τόν Νευαῖον Ἀλέξανδρον ἑορτάζωσιν, Ἀλεξάνδρου μεμνήσονται τοῦ Παυλίδου, τοῦ κραταιοῦ καί μεγάλου τῆς Ἐκκλησίας προστάτου. Δι’ Ὅν ἡ Ὀρθοδοξία Θεῶ Σωτῆρι τά ἐλευθέρια θύουσα, ὡς κλεινόν καί ἀοίδημον Αὐτόν εὐεργέτην εὐφημίαις ἐσαεί καταστέψει. Χαῖρε, Κράτιστε Ἄναξ, καί βασίλευε καί εὐεργέτει καί δοξάζου διηνεκῶς, ὡς χείρ Θεοῦ ἡ ἀγαθή!

Τῆς εὐσεβεστάτης Αὐτοκρατορικῆς Σου Μεγαλειότητος
Ἱκέτης ταπεινός καί θερμός, πρός Κύριον εὐχέτης
Κωνσταντῖνος Ἱερεύς καί Οἰκονόμος
Ὁ Κων. Οἰκονόμος ἔγραψε τήν Ἀκολουθία ἐπηρεασμένος ἀπό τήν νίκη τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Α’ κατά τοῦ Ναπολέοντα (1812), τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση (1821) καί τήν ἵδρυση τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους (1828). Γιά τόν λόγο αὐτό τήν Ἀκολουθία διακρίνει πέραν τοῦ θρησκευτικοῦ καί ἔντονο ἐθνικό στοιχεῖο. Σημειώνουμε, ὅτι ἡ ἐπίθεσις τῶν Παπικῶν κατά τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσίας ἔγινε τήν Τρίτη μόλις δεκαετία ἀπό τῆς Ἁλώσεως τῆς Πόλεως ἀπό τούς Σταυρο-φόρους (1204) καί ἦταν ἐνταγμένη στήν προσπάθεια τοῦ Παπισμοῦ νά ἐπιβληθεῖ διά τῶν ὅπλων στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή.
Ὁ ποιητής βλέπει στό πρόσωπο τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, τόν Πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τῶν ἐπεκτατικῶν σχεδίων τοῦ Παπισμοῦ κατά τόν 13ο αἰ. (τόν ὑμνεῖ ὡς «ἐξουδενώσαντα τάς ἐνέδρας τοῦ σχίσματος») καί τόν προστάτη τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωσικοῦ λαοῦ ἀπό τήν ἐπιβουλή τόσο τῶν Μωαμεθανῶν Τατάρων κατακτητῶν τῆς Ρωσίας, ὅσο καί τῶν Παπικῶν Βόρειο - Δυτικῶν γειτόνων τους (τούς ὁποίους στό ἔργο του ὀνομάζει βαρβάρους). Αὐτόν τόν ἥρωα Ἡγεμόνα πρέπει νά μιμηθεῖ ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος στήν προάσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων κατά τῶν Ὀθωμανῶν, ἡγούμενος μίας Σταυροφορίας ἐναντίον τους («Ἴδε καί νῦν, Ἀλέξανδρε, φρικτά καί ἐξάγιστα κατά τῆς σῆς Ἐκκλησίας Ἰσμαηλίτας φρυάττοντας. Καί τούτους, ὡς τότε τούς ἐχθρούς σου, σπεῦσον, Ἄναξ, καί κατατρόπωσον»).
Ὅπως σημειώνει ὁ ἐκδότης, «ἡ ἀνά χεῖρας Ἀκολουθία συνετάχθη τῶ 1823, ὅτε περίκλυτος μέν ἡ κλαγγή τῶν Ἑλληνικῶν ἤχει ὅπλων, μετέωρος δέ ταῖς χρησταῖς ἐλπίσι πᾶσα Ἑλληνική ἀνίπτατο καρδίᾳ. Προσηνέχθη δέ τότε τῶ Θεοστέπτῳ Ἀλεξάνδρῳ τῶ Α’ μετά τῆς Ρωσικῆς μεταφράσεως, τῆς γενομένης ὑπό τοῦ ἐν Πετρουπόλει τότ’ ἐπί παιδείᾳ διαπρέποντος Πρίγκηπος Σεργίου Ἀλεξάνδρου Σιγμάτωφ, ὅς πολλά κατακοσμήσας πολιτικά ἀξιώματα καί διά πολλῶν σοφῶν συγγραμμάτων διαφημισθείς, πάντα τ’ ἀνθρώπινα μηδέν ἠγησάμενος, τῶ 1828 τόν μοναδικόν εἴλετο βίον καί τῶ 1830 καρείς Ἀνίκητος μετωνομάσθη τῆ 25η Μαρτίου, τῆ δέ 30η ἐχειροτονήθη Ἱεροδιάκονος καί τήν 3η Ἀπριλίου Ἱερομόναχος. Τῶ δέ 1834, περιελθών διάφορα τῆς Ῥωσσίας μοναστήρια, δι’ Ὀδησσοῦ ἀφίκετο εἰς Κωνσταντινούπολιν, κἀκεῖθεν εἰς Ἅγιον Ὄρος. Τέλος δέ τῶ 1836, διαδεξάμενος τόν Εἰρήναρχον ἐν τῆ ἐν Ἀθήναις Ῥωσσική Ἐκκλησίᾳ, τῆ 7η Ἰουλίου 1837, τό 54ον ἄγων ἔτος τῆς ἡλικίας, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ, πολλάς τοῖς ἐνταῦθ’ ἀπηλαυκόσι τῆς συνουσίας αὑτοῦ χρηστάς καταλιπών ἀναμνήσεις». Σημειώνουμε, ὅτι τό 1853 ἐκδόθηκε στήν Ἁγία Πετρύπολη ἡ βιογραφία του.
Ὁ ποιητής τῆς Ἀκολουθίας στό Συναξάριο παραθέτει καί πολυσέλιδο Βίο τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, χαρακτηριστικό δέ τόσο τῆς Ἀκολουθίας, ὅσο καί τοῦ Βίου εἶναι ἡ παράθεση ἐξελληνισμένων Ρωσικῶν γεωγραφικῶν κ.ἄ. ὅρων καί κυρίων ὀνομάτων (ἡ Ἀκολουθία λ.χ. ἐπιγράφεται «εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ Ἁγίου καί Θεοστέπτου Μεγάλου τῆς Ρωσίας Ἡγεμόνος καί Ἄρχοντος Βλαδιμηρίας καί Νεαπόλεως Ἀλεξάνδρου τοῦ Νευλίου»).
Στή συνέχεια παρατίθεται ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, τοῦ μακαριστοῦ Μοναχοῦ καί Θεολόγου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν π. Ἐπιφανίου Τσέρνωφ (+ 1994), βελτιωμένος ἀπό τό ἡμέτερο πόνημα «Ρωσική Πολιτική καί Ἐκκλησιαστική Ἡγεσία».

Ὁ ἅγ. Ἀλέξανδρος Νέβσκι (+ 1263)Ὁ ἅγ. Ἀλέξανδρος Νέβσκι εἶναι ἐνδεχομένως ἡ μεγαλύτερη ἐθνικο - θρησκευτική προσωπικότητα τῆς Ρωσικῆς Ἱστορίας. Ἀναδείχθηκε κατά τήν περίοδο τῆς Ταταρικῆς εἰσβολῆς στή Ρωσία (1238 – 1240) καί τῆς ἐπώδυνης κατοχῆς πού τήν ἀκολούθησε.
Ἡ εἰσβολή τῶν Τατάρων στή Ρωσία, μέ τήν καταστροφή τοῦ Κιέβου καί τοῦ Ρωσικοῦ νότου, μετακίνησε τά ἐθνικά κέντρα τῶν Ρώσων πρός τήν Δύση (Νόβγκοροντ καί Πσκώφ) καί τόν Βορρᾶ (Βλαδιμήρ, Ροστώφ, Γιαροσλάβ, Σούζνταλ). "Οἱ Ρῶσοι - σημειώνει ὁ N. Zέρνωφ - βρέθηκαν μέ ἕνα φοβερό δίλλημα: Εἴτε νά ἐγκαταλείψουν τόν ἀγῶνα ὡς ἄνισο καί νά δεχτοῦν ἔτσι τήν συγχώνευση μέ τόν Μογγολικό κόσμο (τήν μοίρα πού εἶχαν μερικά ἄλλα Ἀσιατικά ἔθνη), εἴτε νά συνεχίσουν τήν ἀντίσταση ἀνοιχτά, προτιμῶντας τόν θάνατο ἀπό τήν σκλαβιά. Αὐτή ἡ δεύτερη ὁδός προκαλοῦσε πολλούς Ρώσους. Ἀλλά θά σήμαινε ἐθνική αὐτοκτονία, ἐάν δέν γλύτωνε τό ἔθνος ἀπό αὐτό τόν κίνδυνο ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι...(Γιά τόν Ἀλέξανδρο) ἡ Δυτική ἀπειλή γιά τήν Ρωσική ἀκεραιότητα ἦταν μεγαλύτερη ἀκόμα καί ἀπό τόν Ταταρικό κίνδυνο. Οἱ νομάδες καταπίεζαν καί κακομεταχειρόζονταν τούς Ρώσους, ἀλλά δέν ἐπιθυμοῦσαν νά ἐπισφραγήσουν τήν κατάκτησή τους μέ τήν ἐπιβολή τοῦ πολιτισμοῦ τους. Ἦσαν ἀνεξίθρησκοι καί ἔδωσαν δικαιώματα στήν Ρωσική Ἐκκλησία, γιάτι σέβονταν τήν θεία δύναμη ὑπό ὁποιαδήποτε μορφή κι ἄν λατρευόταν.
Οἱ Μογγόλοι ἁπλώθηκαν στή Ρωσική πεδιάδα σάν μία φοβερή πλημμύρα, ἀλλά ὑποχώρησαν μέ παρόμοια ταχύτητα στίς δικές τους κτήσεις, στίς στέππες. Ἡ Χριστιανική Δύση ἀκολουθοῦσε ἐντελῶς ἀντίθετη πολιτική. Κινιόταν ἀργά, ἀλλά ὕστερα ἀπό κάθε καινούργιο βῆμα πού κατώρθωνε, ἐγκαθίδρυε μία μόνιμη κατοχή στήν κατακτημένη περιοχή. Οἱ Σταυροφόροι ἀπέβλεπαν στήν τελική ἐκρίζωση τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης καί στήν ἀντικατάστασή της ἀπό τόν Λατινικό Χριστιανισμό
"
(N. Ζέρνωφ, «Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», σελ. 27 καί 29).Ὁ Ἀλέξανδρος γεννήθηκε τό 1219 στό Περεγιασλάβλ - Ζαλέσκυ καί ἦταν τέταρτος γιός τοῦ Ἡγεμόνα καί ἔπειτα Μεγ. Ἡγεμόνα Γιαροσλάβου Γ’ Βσέβολοντοβιτς (1238 – 1240). Τό 1222 καί ἐνῶ ἦταν τριῶν ἐτῶν ἐκλέχθηκε ἀπό τήν συνέλευση τῆς ἐλεύθερης πόλης τοῦ Νόβκοροντ Ἡγεμόνας της καί στρατιωτικός διοικητής κατά τῶν Γερμανῶν καί Σουηδῶν ἐπιδρομέων. Ἀνέλαβε τήν ἡγεμονία τό 1228, σέ ἡλικία 9 ἐτῶν, βοηθούμενος ἀπό τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα. Παρά τό ἐξαιρετικά νεαρό τῆς ἡλικίας του ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέδειξε πολιτικές ἱκανότητες καί βοήθησε οὐσιαστικά τόν λαό του τό 1231, ὅταν ξέσπασε μεγάλη πεῖνα. Τό 1238 ὁ πατέρας του Γιαροσλάβος κλήθηκε στό Κίεβο καί ἀνέλαβε τήν Μεγάλη Ἡγεμονία. Τό 1239 ὁ Ἀλέξανδρος νυμφεύθηκε τήν Πριγκίπισσα Ἀλεξάνδρα, κόρη τοῦ Ἡγεμόνα τοῦ Πολότσκ Μπριατσεσλάβ Βασίλκοβιτς, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε ἑννέα παιδιά (μεταξύ αὐτῶν τούς Ἡγεμόνες Ἀνδρέα τοῦ Γκοροντέτς καί Δανιήλ τῆς Μόσχας). Σέ δεύτερο γάμο ἦρθε λίγο πρίν τόν θάνατό του μέ τήν Πριγκίπισσα Βασίλισσα (γιά τήν ὁποία δέν σώθηκαν ἄλλα στοιχεῖα), μέ τήν ὁποία δέν ἀπέκτησε παιδιά.
«Ὁ Ἀλέξανδρος - κατά τόν Μοναχό καί Θεολόγο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν Ἐπιφάνιο Chernov (+ 1994) - ἦταν δίς – δισεγγονός τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Βλαδιμήρου τοῦ Μονομάχου καί προερχόταν ἀπό τόν βόρειο κλάδο τῶν ἀπογόνων του. Στό πρόσωπό του συνδυάσθηκαν ἡ πολιτική ἱκανότητα καί ὁ στρατιωτικός ἡρωϊσμός μέ τήν ἁγιότητα.
Πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ, ὅτι οἱ Πάπες τῆς Ρώμης ποτέ δέν ἐγκατέλειψαν τά σχέδιά τους γιά προσηλυτισμό τῆς Ρωσίας στό Ρωμαιοκαθολικισμό. Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἁγ. Βλαδιμήρου, εἶχαν κάνει προσπάθεια σχετικά μ' αὐτό. Ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι ὁ Παπισμός ἔκανε μία νέα προσπάθεια, ὄχι ὅμως "διά τῆς πειθοῦς", ἀλλά μέ τήν δύναμη τῶν ὅπλων. Ὁ Παπικός Θρόνος διαπίστωσε, ὅτι μέ τήν εἰσβολή τῶν Τατάρων καί τήν ἐρήμωση τῆς Ρωσίας, ὁ καιρός ἦταν κατάλληλος γιά νά προσηλυτισθοῦν οἱ Ρῶσοι. Ὁ Πάπας διακήρυξε, ὅτι ἡ νέα Σταυροφορία ἦταν ἐναντίον τῶν παγανιστῶν Φινλανδῶν, ἀλλά καί τῶν Ρώσων, καί ὑποσχέθηκε παράλληλα ἄφεσι ἁμαρτιῶν σέ ὅσους συμμετεῖχαν καί αἰώνια μακαριότητα.
Ἕνα μεγάλο στράτευμα ἀπό Ἰππότες, ὁπλῖτες καί τυχοδιῶκτες, πού συγκεντρώνονταν γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν δύο ἐτῶν, ἦταν ἕτοιμο τό 1240 νά εἰσβάλει στή Ρωσία. Ἀρχηγός ἦταν ὁ εὐπατρίδης Μπίργκερ, τόν ὁποῖο συνόδευαν Ἐπίσκοποι καί πολλοί κληρικοί. Στά μέσα τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ 1240, οἱ Σταυροφόροι ἐπιβιβάστηκαν στά πλοῖα τους, σάν νά ἐπρόκειτο νά ἐκστρατεύσουν κατά τῶν Μωαμεθανῶν στούς Ἁγίους Τόπους, μέ τόν Σταυρό ὑψωμένο καί ψάλλοντας θρησκευτικούς ὕμνους.
Ἀρχικά ὁ Μπίργκερ σχεδίαζε νά καταλάβει τήν λίμνη Λαντόγκα καί ἀπό ἐκεῖ νά βαδίσει κατά τοῦ Νόβγκοροντ. Οἱ Σταυροφόροι ἔφθασαν στή Λαντόγκα μέσῳ τοῦ ποταμοῦ Νέβα καί στρατοπέδευσαν. Ἀπό ἐκεῖ ὁ Μπίργκερ ἔστειλε στόν Ἡγεμόνα τοῦ Νόβγκοροντ Ἀλέξανδρο, μία ἀλαζονική πρόσκλησι: "Ἄν τολμᾶς νά ἀντισταθεῖς, ἔλα ἐναντίον μου· βρίσκομαι ἐδῶ στή γῆ σου γιά νά τήν κυριεύσω".
Λαμβάνοντας μία τέτοια "πρόσκλησι" καί ἀκούγοντας γιά τό ὑπεράριθμο τοῦ ἐχθρικοῦ στρατεύματος, ὁ Ἀλέξανδρος (ἡλικίας τότε μόλις 21 ἐτῶν), φλογίσθηκε ἀπό ἐλπίδα προσευχῆς στό Θεό. Ἔδωσε διαταγή στή μικρή φρουρά του νά συγκεντρωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἔσπευσε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καί προσευχήθηκε θερμά, ζητώντας βοήθεια. Ἐναπόθεσε ὅλες του τίς ἐλπίδες στό Θεό. Ἐρχόμενος πρός τήν φρουρά του εἶπε: "Ὁ Θεός βρίσκεται ὄχι στή δύναμι, ἀλλά στήν ἀλήθεια· δέν εἴμεθα πολλοί, ἀλλά ἔχουμε μαζί μας τόν Θεό καί τήν δύναμί Του".
Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος ἐρχόταν πρός τίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Νέβα, ὁ ἀρχηγός μιᾶς φυλῆς Φιλλανδῶν, ὁ γνήσιος Χριστιανός Πελγούσιος, ἐπιτηροῦσε τά νῶτα του ἀπό τούς ἐχθρούς του Σουηδούς. Γιά τήν πράξη του αὐτή ἐπιβραβεύθηκε μέ τό νά δεῖ μία ἱερή ἀποκάλυψη, τούς ἁγίους Μάρτυρες Βόριδα καί Γκλέμπ, "ἐρχομένους εἰς βοήθειαν τοῦ Μεγάλου Δουκός Ἀλεξάνδρου, υἱοῦ Γιαροσλάβου". Τό ὅραμα αὐτό τό γνωστοποίησε στόν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τό ἴδιο βράδυ κατάφερε συντριπτικό πλῆγμα στό στρατό τῶν εἰσβολέων, τραυματίζοντας τόν ἴδιο τόν Μπίργκερ μέ λόγχη στό πρόσωπο. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς ἄνδρες τῆς φρουρᾶς τοῦ Ἀλεξάνδρου, δέν ἀπέδωσε στούς ἴδιους τήν νίκη τοῦ 1240. Ἦταν ἀποκλειστικά ἔργο τοῦ Θεοῦ" .
Μετά ἀπό τήν νίκη αὐτή ὁ Ἀλέξανδρος ὀνομάσθηκε Νέβσκι. Στή συνέχεια τῆς Ἱστορίας ὁ Πάπας ἐνθάρρυνε τούς Τεύτονες Ἱππότες νά ἐπεκτείνουν τήν κυριαρχεία τους καί ἐπί τῶν Ρώσων. Ἔτσι, ἡ πρώτη ἀνεπιτυχής ἀπόπειρα τοῦ 1240, ὁδήγησε στή δημιουργία ἑνός τεράστιου στρατεύματος, χάρις στίς προσπάθειες τοῦ Γερμανοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἐπισκόπου τῆς Derpt. Μετά ἀπό δύο ἐτῶν ἐπιδρομές καί παρενοχλήσεις τῶν Σουηδῶν, οἱ Γερμανοί σχεδίασαν τήν πλήρη ἐξολόθρευση τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὁ τελευταῖος τούς περίμενε στούς πάγους τῆς λίμνης Peipus καί τούς νίκησε. Ἦταν ἡ 5η Ἀπριλίου 1242, ἡ ἡμέρα τῆς μάχης μεταξύ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἀλεξάνδρου καί τῶν Τευτόνων Ἱπποτῶν.
Μετά ἀπό αὐτές τίς νίκες, σταμάτησαν γιά ἕνα διάστημα οἱ προσπάθειες τοῦ Πάπα γιά τόν προσηλυτισμό τῶν Ρώσων ἀπό τήν Χριστιανική Πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας στό Ρωμαιοκαθολικισμό, μέ τήν βία τῶν ὅπλων. Ἀλλά ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Δ' παρέμεινε ἀνικανοποίητος καί προσπάθησε νά "φωτίσει" τόν Ἀλέξανδρο. Ὁ ἅγιος Ἡγεμόνας ἀπάντησε τό 1248, ὅτι "γνωρίζει πολύ καλά ἀπό τήν ἀρχή της τήν Ἱστορία τῆς Γνησίας Πίστεως καί Ἐκκλησίας καί γιά τοῦτο δέν δέχεται νά διδαχθεῖ ἀπ' αὐτόν". (Ἀντ. Μάρκου, "Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο", 2005, σελ. 14 – 16).Παρά τήν νίκη του στόν ποταμό Νέβα οἱ κάτοικοι τοῦ Νόβγκοροντ ἀπομάκρυναν τόν Ἀλέξανδρο ἀπό τήν ἡγεσία τῆς πόλεως, ἀλλά τόν κάλεσαν καί πάλι τό 1241, ὅταν τό Πσκώφ καταλήφθηκε ἀπό τούς Τεύτονες Ἱππότες.
Τό 1246 ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Γιαροσλάβος Γ’ ἀπεβίωσε καί ὁ κυρίαρχος τῆς Ρωσίας Χάν Μπατίζ (+ 1255), κάλεσε ὅλους τούς Ρώσους Ἡγεμόνες στό Βόλγα, γιά νά ἀνανεώσουν τήν πίστη τους πρός τήν Ταταρική Χρυσή Ὀρδή. Ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν προσωπικότητα τοῦ Ἀλεξάνδρου ὁ Χάν τόν διέταξε νά ταξιδέψει στή Μογγολία, γιά νά συναντήσει στό Κορακορούμ τόν Μεγάλο Χάν τῶν Ταταρο-Μογγόλων.
Ἀπό τό ταξείδι αὐτό ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέστρεψε στό Νόβγκοροντ τό 1251. Τό ἴδιο ἔτος πέτυχε συνθήκη εἰρήνης μέ τήν Νορβηγία. Τό ἑπόμενο ἔτος 1252 ξέσπασε μία μεγάλη ἐξέγερση κατά τῶν Τατάρων, μέ καταστρεπτικά ἀποτελέσματα, τῆς ὁποίας ἡγήθηκε ὁ ἀδελφός τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀνδρέας Γιαροσλάβιτς. Ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος ὑποχρεώθηκε νά ἐπισκεφθεῖ τό Στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά νά περιορίσει τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἐξεγέρσεως. Τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε ἀπό τούς ἐπικυρίαρχους Τατάρους ὁ τίτλος τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα. Τό 1262 ξέσπασε μία νέα ἐξέγερση λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καί ὁ Ἀλέξανδρος ὑποχρεώθηκε νά πάει καί πάλι στήν Ὀρδή, γιά νά κατευνάσει τά πνεύματα. Ἐνδιαμέσως, τό 1256, ἐκστράτευσε στή Φινλανδία, ὅπου ἀντιμετώπισε μέ ἐπιτυχία τόν Σουηδικό ἐπεκτατισμό.
«Ὁ Ἀλέξανδρος - συνεχίζει ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος - ἦταν ἕνας πραγματικός Ὁμολογητής καί ἕνας κρυμμένος Μάρτυρας. Ὅταν ὁ Χάν τόν κάλεσε στή Χρυσή Ὀρδή, ὁ Ἀξέξανδρος προετοίμασε τόν ἑαυτό του γιά μαρτύριο. Γνώριζε, ὅτι ἀρνούμενος νά ἐκπληρώσει τό θρησκευτικό τυπικό τῶν παγανιστῶν, θά ὑφίστατο τήν ἐσχάτη τῶν ποινῶν, τόν θάνατο. Ἀλλά, πρός κατάπληξι ὅλων, ὁ Χάν δέν τόν ἐκτέλεσε, ἄνθρωποί του ὅμως ἀρκετές φορές προσπάθησαν νά τόν δηλητηριάσουν, αὐτός ὅμως εἶχε μαζί του τόν προσωπικό του γιατρό καί χρησιμοποιοῦσε ἀντίδοτα. Κατά τήν τελευταία ἀπόπειρα ὁ γιατρός του ἀπουσίαζε καί ἔτσι οἱ Τάταροι κατάφεραν νά τόν δηλητηριάσουν, ὅπως τόν πατέρα του Γιαροσλάβο (+ 1242(αὐτ).Ἡ πολιτική τοῦ Ἀλεξάνδρου - ἄμυνα στό Δυτικό μέτωπο (μέ τούς Λατίνους), ἀνοχή "ἄχρι καιροῦ" στό Ἀνατολικό (μέ τούς Τατάρους) - ἀπέδωσε σύντομα καρπούς, μέ τήν ἀνάδειξη τῆς Ἡγεμονίας τῆς Μόσχας (ὑπό τόν μικρότερο γιό τοῦ Ἀλεξάνδρου ἅγ. Δανιήλ, ὁ ὁποῖος στά 27 χρόνια τῆς διοίκησής του, πέτυχε νά μεταμορφώσει μία ἀσήμαντη πόλη σέ κέντρο ἐθνικῆς ἀνανέωσης), κάτω ἀπό τήν ὁποία ἑνώθηκαν οἱ Ρωσικές Ἡγεμονίες καί ὁδηγήθηκε τό Ρωσικό Ἔθνος σέ ἐνιαῖα πολιτική καί ἐκκλησιαστική διοίκηση.
Τίς πολιτικές ἀπόψεις τοῦ Ἀλεξάνδρου συμμερίζοταν ὁ Μητροπ. Ρωσίας ἅγ. Κύριλλος Β’ (1242 – 1281), ὁ ὁποῖος μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ Ἀλεξάνδρου ἵδρυσε τήν Ἐπισκοπή Σεράϊ στό στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά τίς ἀνάγκες τῶν Ρώσων αἰχμαλώτων καί τήν ἱεραποστολή μεταξύ τῶν Τατάρων.
Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεβίωσε καθ' ὁδόν ἀπό τήν Ὀρδή πρός τό Γκοροντέσκ τοῦ Βόλγα, τήν 23η Νοεμβρίου 1263, σέ ἡλικία 44 ἐτῶν. Πρίν κοιμηθεῖ δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα καί ὀνομάσθηκε Ἀλέξιος. Ἐνταφιάστηκε πανηγυρικῶς στό Βλαδιμήρ, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας ἁγ. Κυρίλλου Β’ (1242 – 1281). Τότε παραχωρήθηκε τό πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου. Κατά τόν Κων. Οἰκονόμο ἐξ Οἰκονόμων, «προσερχομένου τοῦ Μητροπολίτου μετά λύπης καί κατανύξεως τῆ σορῶ τοῦ Ἁγίου, ἵνα κατά τό εἰωθός τό Συγχωρητήριον ἐγχειρίςῃ αὐτῶ, ἡ χείρ τοῦ νεκροῦ θαυμασίως ὡς ζῶντος αὐτομάτη ἀνοιχθεῖσα ἐδέξατο τόν χάρτην!».
Ὁμοίως κατόπιν θαύματος ἔγινε καί ἡ ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του, τήν 30η Αὐγούστου 1380. Ὅταν κατά τήν ἡγεμονεία τοῦ ἁγ. Δημητρίου Ντόνσκοϊ (1359 – 1389), ὁ Χάν Μαμάϊ συμμάχησε μέ τούς Λιθουανούς καί εἰσέβαλε στή Ρωσία μέ στράτευμα 200.000 ἀνδρῶν, ὁ Ἡγεμόνας Δημήτριος (μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγ. Σεργίου τοῦ Ραντονέζ), συγκρούσθηκε μαζί του στήν περίφημη Μάχη τοῦ Κουλίκοβο Πόλ (Ἀγροῦ τῆς Μπεκάτσας), τήν 8η Σεπτεμβρίου 1380, ἐπικεφαλής στρατεύματος 150.000 ἀνδρῶν. Τότε, ἐνῶ «πάντες ἔσπευδον ἐγκονῶντες ὑπέρ τῆς κινδυνευούσης πατρίδος, οἱ μέν ξίφεσιν, οἱ δέ εὐχαῖς καί δεήσεσιν - ὅπως γράφει ὁ Κων. Οἰκονόμος – τίς τῶν εὐλαβῶν μοναχῶν ἀγρύπνως ἐγκαρτερῶν τῆ προσευχῆ καί ταῖς πρός τόν Ἅγιον ἱκεσίαις, ὁρᾶ - μετ’ αὐτομάτην ἔναυσιν τῶν ἐπί τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου λαμπάδων – δύο πολιούς λαμπρῶς ἐνδεδυμένους καί «ἀνάστηθι – κράζοντες - Ἀλέξανδρε, τάχυνον εἰς βοήθειαν τοῦ ὑπό τῶν ἀλλοφύλων καταθλιβο-μένου συγγενοῦς σοι Δημητρίου» καί (ὤ τοῦ θαύματος) εὐθύς ἐπεφάνη ἀναστάς ὁ Ἅγιος!».
Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Ποιμήν πληροφορήθηκε τήν ὅραση τοῦ μοναχοῦ, προχώρησε στήν ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου, τό ὁποῖο βρέθηκε ἀδιάφθορο καί κατατέθηκε σέ λάρνακα.
Ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι τιμήθηκε ἰδιαίτερα τόσο ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Ρωσικό λαό, ὅσο καί ἀπό τό Ρωσικό Κράτος, σάν Ἐθνικός Ἥρωας τῆς Ρωσίας καί Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Στό Ρωσικό Ἁγιολόγιο ἐπεκράτησε ὡς Ἀλέξανδρος καί ὄχι ὡς Ἀλέξιος Μοναχός.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1547, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ, ἐπί Μητροπ. Μόσχας ἁγ. Μακαρίου, ὁ ὁποῖος ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ εἶχε συγγράψει τόν Βίο του.
Τό 1723 ὁ Αὐτοκράτορας Πέτρος Α’ ὁ Μέγας μετέφερε μέ ἰδιαίτερες τιμές τό Λείψανό τοῦ Ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου στή νέα Ρωσική πρωτεύουσα Ἁγία Πετρούπολη καί τό 1724 τό κατέθεσε στήν ὁμώνυμη Λαύρα, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Κατά τήν Αὐτοκρατορική Περίοδο, τήν 21. 5. 1725 ἡ Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Α’ (1725 - 1727), θέσπισε Ἀνώτατο Παράσημο πρός τιμήν του (κάτι πού υἱοθέτησε καί ἡ Βουλγαρία τήν 25. 12. 1881, ἐνῶ μέ τό ὄνομά του τιμήθηκαν στή συνέχεια ἀρκετά πολεμικά πλοῖα). Τό 1732 ἡ Αὐτοκράτειρα Ἄννα Ἰβάνοβνα (1730 – 1740), προσέδωσε στό Παράσημο ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπισημότητα. Τό 1752 ἡ Αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Πετρόβνα (1741 – 1742), «καθιέρωσεν εἰς τόν Ἅγιον τάς ἀπαρχάς τῶν ἀργυρῶν τῆς Σιβηρίας μετάλλων, στήσασα δύο τρόπαια εὐμεγέθη περί τήν σορόν τοῦ Ἁγίου καί λυχνίας καί κηροστάσια, τά πάντα ἀργυρᾶ, ὡς ἀπό 3.600 λίτρων ἀργύρου, κάλλιστον εὐσεβείας ἀνάθημα καί διά λειτουργίαν καλλιτεχνίας ἐπισημότατον».
Τό 1790, ἡ Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Β’ ἡ Μεγάλη (1762 – 1796), ἀνήγειρε τό λαμπρό Καθολικό τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου στήν Ἁγία Πετρούπολη καί κατέθεσε ἐκεῖ τό Λείψανό του.
Κατά τήν Σοβιετική Περίοδο, τό 1938, ὁ μεγάλος Σοβιετικός σκηνοθέτης Σέργιος Ἀϊζενστάϊν σκηνοθέτησε τήν περίφημη ὁμώνυμη κινηματογραφική ταινία, σέ μουσική τοῦ Σεργίου Προκόπιεφ, τήν ὁποία χρησιμοποίησε ἡ προπαγάνδα τοῦ Στάλιν, γιά νά ὑπενθυμίσει τίς Ρωσικές νίκες κατά τῶν Γερμανῶν καί νά τονώσει τό φρόνημα τῶν Ρώσων κατά τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο ἐναντίον τῶν εἰσβολέων Ναζί. Ὁ Στάλιν ἐπίσης, τήν 29. 7. 1942, θέσπισε παράσημο πού ἔφερε τό ὄνομά του, μέ τό ὁποῖο τιμήθηκαν ἥρωες τοῦ Μεγάλου Πατριωτικοῦ Πολέμου. Ἐπίσης οἱ Σοβιετικοί ἀφιέρωσαν στόν Ἀλέξανδρο Νέβσκι ἕνα πυρηνικό ὑποβρύχιο. Ἀκόμη, τήν 16. 11. 1946, ἀπό τό τότε Βουλγαρικό Κομμουνιστικό καθεστώς, θεσπίστηκε τό Ἀνώτατο Παράσημο Ἀλεξάνδρου Νέβσκι.
Ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου τιμᾶται τήν 23η Νοεμβρίου (Κοίμησις), τήν 30η Αὐγούστου (Ἀνακομιδή) καί τήν 23η Μαΐου, ἡμέρα κοινῆς μνήμης τῶν Ἁγιων τοῦ Πσκώφ καί τοῦ Γιαροσλάβ. Ἐκτός Ρωσίας στή μνήμη του εἶναι ἀφιερωμένοι οἱ Καθεδρικοί Ναοί τῆς Σόφιας Βουλγαρίας (ὁ μεγαλύτερος ναός τῶν Βαλκανίων) καί τῆς Τιφλίδος Γεωργίας.

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
K. Begunov, “Second Pskovian Chronicle”, Isbornik, 1955, σελ. 11 - 15.
M. Isoaho, “The image of Aleksandr Nevskiy in medieval Russia: Warrior and Saint”. The Northern World, 21, 2006.
 

 
ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΜΙΚΡΟΝ  ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ


Ἦχος δ’. Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν.

Χαῖρε πόλις Θεόδμητε, τοῦ Χριστοῦ Νύμφη Πάγκαλε, Ἐκκλησία Ὀρθόδοξε, Σοί γάρ ἥκασι νῦν οἱ υἱοί τοῦ Νυμφῶνος Σου, ἐκ Νότου καί Δύσεως, ἐξ Ἐώας καί Βορρᾶ, ἐν τῆ πέτρᾳ τῆς Πίστεως συνενούμενοι, ἀῤῥαγῶς ἱδρυμένοι τῶ θεμέθλῳ Προφητῶν καί Ἀποστόλων καί τούς λαούς Σου συνέχοντες.

Οὔτε πῦρ, οὔτε φάσγανον, οὔτε κῦμα χωρίσει με τῆς Μητρός, ἀνέκραζες, Παναοίδημε, τῶν ἀδελφῶν μου ἐν Πνεύματι, Γραικῶν τῶν φιλτάτων μοι, Ἐκκλησίας τῆς σεπτῆς. Κιβωτός Αὕτη πέφυκεν ἡ θεόδμητος, ἐν Ἧ σώζεται πᾶς πιστός ἐμμένων. Δεῦτε πάντες οἱ σχισθέντες, πρός τήν ζωήν ἐπανάγετε.

Τήν πορφύραν σου, Ἅγιε, τῶ Χριστῶ καθιέρωσας, Τοῦτον Παντοκράτορα ἐπιστάμενος. Διά Σταυροῦ λεγεῶνας γάρ ἐχθρῶν τροπωσάμενος καί πλεκτάνας πονηράς διαῤῥήξας αἱρέσεως καί τό κράτος σου ἱδρυσάμενος ἤρω τόν Σταυρόν σου καί Θεῶ σαυτόν ὡς θῦμα ὑπέρ λαοῦ σου προσήνεγκας.

ν θαλάσσῃ μαχόμενοι, ἐν ξηρᾶ στρατευόμενοι, ἐν ἀνάγκαις, Κύριε, συνεχόμενοι ὑπέρ τῆς θείας Σου Πίστεως, θερμῶς Σοι κραυγάζομεν, σπεῦσον, λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀσεβείας τόν δράκοντα τροπωσάμενος, Σῶν Ἁγίων πρεσβείαις καί τοῦ θείου Ἀλεξάνδρου Ἀλεξίου, τοῦ κραταιοῦ Σου θεράποντος.

Δόξα. Καί νῦν. Ἦχος δ’.

Εἰς τόν Στίχον Ἦχος β’. Οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ.
Δεῦτε πιστοί λαοί, Ἑλλήνων τε καί Ρώσσων, συμφώνως ἀνυμνεῖτε τοῦ θείου Ἀλεξάνδρου τοῦ Νέβσκι τά θαυμάσια.
Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ.Χαῖρε σύν Νόβγκοροντ ἡ πόλις ἡ τοῦ Πέτρου καί πόλις Βλαδιμήρου, σύν Κωνσταντίνου Πόλει, τιμῶσαι τόν Ἀλέξανδρον.
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει.σπερ τις ἀστραπή, πεσοῦσα κατεσβέσθη τοῦ δυσσεβοῦς ἡ λύσσα, ὡς εἶδε σου τό κράτος, Ἀλέξανδρε Θεόστεπτε.

Δόξα. Ἦχος α’.πλανήθησαν οἱ ἄνομοι Φαρισαῖοι λέγοντες, τίς τῶν Ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν; Ἰδού γάρ σύν τοῖς ἄλλοις καί ὁ μέγας Ἄρχων Ἀλέξανδρος ὁ Νέβσκι, ἐπίστευσεν εἰς τόν Ἰησοῦν τόν Ἐσταυρωμένον καί διά τῆς εὐσεβείας ἐῤῥύσατο τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν θλιβόντων αὐτούς. Εὐφραίνου ἡ γῆ τῆς Ῥωσσίας καί ἀγάλλου ἐπί τῆ ἁλουργίδι σου. Οἱ γάρ θεόστεπτοι Βασιλεῖς σου ἐν τῶ Σταυρῶ τοῦ Σωτῆρος καυχώμενοι, τούς πολεμίους τῆς Πίστεως καταβάλλουσι. Καί ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, στέφανον καυχήσεως περιτίθεται, ἀνθομολογουμένη καί λέγουγα. Μεγαλύνει ἡ δόξα μου τόν Κύριον, ὅτι ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, κραταιῶν τό κέρας τῶν Ὀρθοδόξων. Καθεῖλεν ἀπό θρόνων δυνάστας ἀσεβείας καί ἀνύψωσε ταπεινούς εἰς καθέδραν εὐλογίας. Θαρσείτω τοίνυν, θαρσείτω λαός τοῦ Θεοῦ καί γάρ Αὐτός πολεμήσει τούς ἐχθρούς, ὡς Παντοδύναμος.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.μαρτωλῶν τάς δεήσεις προσδεχομένη καί θλιβομένων στεναγμόν μή παρορῶσα, πρέσβευε τῶ ἐξ ἁγνῶν λαγόνων Σου σωθῆναι ἡμᾶς, Παναγία Παρθένε.

ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Εἰς τό Κύριε ἐκέκραξα ἱστῶμεν στίχους στ’ καί ψάλλομεν Στιχηρά Προσόμοια.Ἦχος πλ. α’. Χαῖροις ἀσκητικῶν.Εἶδες βαρβάρων ὕβριν ποτέ, τῶν φοβερῶς ἐπιμανέντων τῆ ποίμνῃ σου. Ἐπαίγνως Τατάρων λύσσαν, οἵ κατά Ῥώσων πιστῶν μετά τῶν Τευτόνων ἐβακχεύσαντο. Τάς πόλεις κατέκαυσαν, τούς λαούς σου κατέσφαξαν, τήν γῆν σου πᾶσαν ῥείθροις αἱμάτων ἐφοίνιξαν καί κατέῤῥαξαν τά τεμένη τῆς Πίστεως. Ἴδε καί νῦν, Ἀλέξανδρε, φρικτά καί ἐξάγιστα κατά τῆς σῆς Ἐκκλησίας Ἰσμαηλίτας φρυάττοντας. Καί τούτους, ὡς τότε τούς ἐχθρούς σου, σπεῦσον, Ἄναξ, καί κατατρόπωσον.


Δεῦρο κλέος Ἀνάκτων πιστῶν, τοῖς σοῖς ἱκέταις εὐμενής ἐπιφάνηθι καί ῥῦσαι συμπεπλεγμένους θυμομαχοῦντι θηρί καί φονοκτονοῦντι γῆν ἐν αἵμασιν, ὑφ’ οὗ κρεουργούμεθα καί γυμνοί διωκόμεθα, τόπον ἐκ τόπου συνεχῶς διαμείβοντες καί τρεφόμενοι στεναγμοῖς τε καί δάκρυσι. Πρόφθασον οὗν, Πανεύφημε, καί πρόμαχος πρόστηθι. Παῦσον τήν ζάλην καί σβέσον ἐχθρῶν ἀπίστων τό φρύαγμα, Χριστοῦ τῆ δυνάμει, τοῦ παρέχοντος τῶ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.



Πύργος ὠχυρωμένος πιστοῖς, τάς ἑλεπόλεις τῶν ἐχθρῶν μή πτοούμενος, ἐδόθης, τῆς ἀσεβείας τάς προσβολάς καταργῶν καί τῆς Ἐκκλησίας προϊστάμενος. Κρηπίς εἷ στερέμνιος καί θεμέλιος ἄῤῥηκτος καί πολιοῦχος τῆς Ῥωσσίας ἀκοίμητος. Ἄγε δή καί τοῖς Ἕλλησι συμμάχησον, Κράτιστε, καί τῶν υἱῶν τῶν τῆς Ἄγαρ θραῦσον ὀφρύν τήν ἀντίθεον, εἰς θρίαμβον, Μάκαρ, τοῦ Σταυροῦ καί σωτηρίαν τῶν εὐφημούντων σε.

Στιχηρά ἕτερα. Ἦχος πλ. δ’. Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος. τοῦ παραδόξου θαύματος, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ συναγάλλονται σήμερον, εἰς φαιδράν πανήγυριν τοῖς πιστοῖς συναπτόμενοι. Χοροί Ἁγίων νῦν συνεφραίνονται, Γραικοί καί Ῥῶσσοι συνεορτάζουσι, σύμφωνα ψάλλοντες, ἅγιε Ἀλέξανδρε, σκέπε ἡμᾶς, σοῦ τήν ἀεισέβαστον μνήμην γεραίροντες.

Δεῦρο Κωνσταντίνου σύγγενες τω Κωνσταντίνῳ νυνί κραταιῶς συμπολέμησον, τούς ἐχθρούς τροπούμενος τῆς ἁγίας σου Πίστεως. Υἱός εἶ, Μάκαρ, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ῥίζης ἁγίας βλαστός ἀμάραντος. Μνήσθητι, Ἅγιε, παλαιῶν πατέρων σου, δι’ ὧν τό φῶς εἶδε τό τῆς Πίστεως πᾶσα τῶν Ῥώσσων ἡ γῆ.

Τίνες ὡς νεφέλαι πέτανται, περιστεραί ὡς καλαί, ἐκ βοῤῥᾶ πρός τούς Ἕλληνας δι’ αἰθέρος ἄνωθεν τηλαυγῶς χρυσαυγίζουσαι; Στρατός Ἁγίων οὗτος προσέρχεται, τῆς Ἐκκλησίας ὑπερασπίσων Χριστοῦ. Τούτοις ἐμπρέπει δέ ὁ τοῦ Νόβγκοροντ πρόμαχος. Χαῖρε Ἑλλάς, πέπτωκεν ὁ τύραννος, Χριστοῦ νικήσαντος.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Σαλπίσωμεν ἐν σάλπιγγι ἀσμάτων, χορεύσωμεν ἑόρτια καί σκιρτήσωμεν ἀγαλλόμενοι, ἐν τῆ πανδήμῳ πανηγύρει τοῦ Νέβσκι Ἀλεξάνδρου. Βασιλεῖς καί Ἄρχοντες συντρεχέτωσαν καί τόν τροπαιοῦχον κροτείτωσαν ἐν ὕμνοις, τοῦ Σταυροῦ τά τρόπαια κατά βαρβάρων καί κακοδόξων ἐνδόξως φυτεύσαντα. Ποιμένες καί διδάσκαλοι τόν τῆς Σεπτῆς Τριάδος ὁμολογητήν καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπέρμαχον συνελθόντες εὐφημήσωμεν. Οἱ φιλόσοφοι τόν σοφόν, οἱ Ἱερεῖς τόν προστάτην, οἱ στρατιῶται τόν στρατηγόν, οἱ ἐν θλίψεσι τήν παραμυθίαν, τόν συνοδίτην οἱ ὁδοιπόροι, οἱ ἐν θαλάσσῃ τόν κυβερνήτην, οἱ πάντες τόν πανταχοῦ θερμῶς προφθάνοντα, Τρισόλβιον Ἄνακτα ἐγκωμιάζοντες. Οὕτως εἴπωμεν, πανάγιε Ἀλέξανδρε, σπεῦσον, ἐξελοῦ τούς πιστούς τῶν τοῦ πολέμου κινδύνων καί ῥῦσαι κολάσεων τῶν αἰωνίων ἡμᾶς.

Καί νῦν. Τοῦ Προδρόμου. Ἦχος πλ. β’.Πάλιν Ἡρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται. Ὦ ὄρχισμα δόλιον καί πότος μετά δόλου. Ὁ Βαπτιστής ἀπετέμνετο καί Ἡρώδης ἐταράττετο. Πρεσβείαις, Κύριε, τοῦ Σοῦ Προδρόμου καί τῆς Θεοτόκου, τήν εἰρήνην παράσχου ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Φῶς Ἰλαρόν, Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί Ἀναγνώσματα.
Γενέσεως τό Ἀνάγνωσμα.
κούσας Ἄβραμ ὅτι ἠχμαλώτευται Λώτ ὁ ἀδελφιδοῦς αὐτῶ, ἠρίθμησε τούς ἰδίους οἰκογενεῖς αὑτοῦ, τριακοσίους δέκα καί ὀκτώ, καί κατεδίωξεν ὀπίσω αὐτῶν ἕως Δάν. Καί ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτούς τήν νύκτα, αὐτός καί οἱ παῖδες αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ καί ἐπάταξεν αὐτούς καί ἐδίωξεν αὐτούς ἕως Χοβάλ, ἥ ἐστιν ἀριστερά Δαμασκοῦ. Καί ἀπέστρεψε πᾶσαν τήν ἵππον Σοδόμων καί Λώτ τόν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ ἀπέστρεψε καί πάντα τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ καί τάς γυναῖκας καί τόν λαόν. Ἐξῆλθε δέ βασιλεύς Σοδόμων εἰς συνάντησιν αὐτοῦ, μετά τό ὑποστρέψαι αὐτόν ἀπό τῆς κοπῆς τοῦ Χοδολλογόμορ καί τῶν βασιλέων τῶν μετ’ αὐτοῦ εἰς τήν κοιλάδα τοῦ Σαβῆ. Τοῦτο ἧν πεδίον βασιλέως. Καί Μελχισεδέκ βασιλεύς Σαλήμ, ἐξήνεγκεν ἄρτον καί οἶνον. Ἧν δέ Ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. Καί εὐλόγησε τόν Ἄβραμ καί εἶπεν, εὐλογητός Ἄβραμ τῶ Θεῶ τῶ Ὑψίστῳ, Ὅς ἔκτισε τόν οὐρανόν καί τήν γῆν. Καί εὐλογητός ὁ Θεός ὁ Ὕψιστος, Ὅς παρέδωκε τούς ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σοι.

Προφητείας Ἠσαΐου τό Ἀνάγνωσμα.ξεγείρου, ἐξεγείρου Ἱερουσαλήμ καί ἔνδυσαι τήν ἰσχύν τοῦ βραχιονός σου. Ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῆ ἡμέρας, ὡς γενεά αἰῶνος. Οὐ σύ εἶ ἡ λατομήσασα πλάτος, διαῤῥήξασα δράκοντα; Οὐ σύ εἶ ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν, ὕδωρ ἀβύσσου πλῆθος; Ἡ θεῖσα τά βάθη τῆς θαλάσσης ὁδόν ῥυομένοις καί λελυτρωμένοις; Ὑπό γάρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καί ἥξουσιν εἰς Σιών μετ’ εὐφροσύνης καί ἀγαλλιάματος αἰωνίου. Ἐπί γάρ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ἀγαλλίαμα καί αἴνεσις καί εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς. Ἀπέδρα ὀδύνη καί λύπη καί στεναγμός. Ἐγώ εἰμί, ἐγώ εἰμί αὐτός ὁ παρακαλῶν σε. Γνῶθι τίς οὖσα ἐφοβήθης ἀπό ἀνθρώπου θνητοῦ καί ἀπό υἱοῦ ἀνθρώπου, οἵ ὡσεί χόρτος ἐξηράνθησαν. Καί ἐπελάθου Θεόν τόν ποιήσαντά σε, τόν ποιήσαντα τόν οὐρανόν καί θεμελιώσαντα τήν γῆν καί ἐφοβοῦ ἀεί πάσας τάς ἡμέρας τό πρόσωπον τοῦ θλίβοντός σε. Ὅν τρόπον γάρ ἐβουλεύσατο τοῦ ἆραι σε καί νῦν ποῦ ὁ θυμός τοῦ φλίβοντός σε; Ἐν γάρ τῶ σώζεσθαί σε οὔ στήσεται, οὐδέ χρονιεῖ. Καί οὔ θανατώσει εἰς διαφθοράν καί οὔ μή ὑστερήσει ἄρτος αὐτοῦ. Ὅτι ἐγώ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ταράσσων τήν θάλασσαν καί ἠχῶν τά κύματα αὐτῆς. Κύριος Σαβαώθ ὄνομά μοι. Θήσω τούς λόγους μου εἰς τό στόμα σου καί ὑπό τήν σκιάν τῆς χειρός μου σκεπάσω σε, ἐν ἧ ἔστησα τόν οὐρανόν καί ἐθεμελίωσα τήν γῆν. Καί ἐρεῖ Σιών, λαός μου εἶ σύ. Ἐξεγείρου, ἐξεγείρου Ἱερουσαλήμ, ἡ πιοῦσα τό ποτήριον τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ ἐκ χειρός Κυρίου. Τό ποτήριον γάρ τῆς πτώσεως, τό κόνδυ τοῦ θυμοῦ, ἔπιες καί ἐξεκένωσας καί οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπό πάντων τῶν τέκνων σου, ὧν ἔτεκες καί οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος τῆς χειρός σου, οὐδέ ἀπό πάντων τῶν υἱῶν σου, ὧν ὕψωσας. Δύο ταῦτα ἀντικείμενά σοι. Τίς σοι συλλυπηθήσεται; Πτῶμα καί σύντριμμα, λιμός καί μάχαιρα. Τίς σε παρακαλέσει; Οἱ υἱοί σου, οἱ ἀπορούμενοι, οἱ καθεύδοντες ἐπ’ ἄκρου πάσης ἐξόδου, ὡς σευτλίον ἡμίεφθον, οἱ πλήρεις θυμοῦ Κυρίου, ἐκλελυμένοι διά Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου. Διά τοῦτο ἄκουε τοῦτο τεταπεινωμένη καί μεθύουσα οὐκ ἀπό οἴνου. Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ κρίνων τόν λαόν αὐτοῦ. Ἰδού εἴληφα ἐκ τῆς χειρός σου τό ποτήριον τῆς πτώσεως, τό κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου καί οὐ προσθήςῃ ἔτι πιεῖν αὐτό. Καί δώσω αὐτό εἰς τάς χεῖρας τῶν ἀδικούντων σε καί τῶν ταπεινωσάντων σε. Ἐξεγείρου, ἐξεγείρου Σιών, ἔνδυσαι τήν ἰσχύσιν σου Σιών. Ὅτι φωνή τῶν φυλασσόντων σε ὑψώθη καί τῆ φωνῆ ἅμα εὐφρανθήσονται, ὅτι ὀφθαλμοί πρός ὀφθαλμούς ὄψονται, ἡνίκα ἄν ἐλεήσῃ Κύριος τήν Σιών. Ἰδού οὗτοι πόῤῥωθεν ἥξουσιν. Οὗτοι ἀπό Βορρᾶ καί οὗτοι ἀπό θαλάσσης, ἄλλοι δέν ἐκ γῆς Περσῶν. Εὐφραίνεσθε οὐρανοί καί ἀγαλιάσθω ἡ γῆ. Ῥηξάτωσαν τά ὄρη εὐφροσύνην, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ καί τούς ταπεινούς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ παρεκάλεσε.

Σοφίας Σολομῶντος τό Ἀνάγνωσμα.Δίκαιοι εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι καί ἐν Κυρίῳ ὁ μισθός αὐτῶν καί ἡ φροντίς αὐτῶν παρά Ὑψίστῳ. Διά τοῦτο λήψονται τό βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καί τό διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρός Κυρίου. Ὅτι τῆ δεξιᾶ αὐτοῦ σκεπάσει αὐτούς καί τῶ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν τόν ζῆλον αὐτοῦ καί ὁπλοποιήσει τήν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καί περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον. Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον ὁσιότητα, ὀξυνεῖ δέ ἀπότομον ὀργήν εἰς ρομφαίαν. Συνεκπολεμήσει αὐτῶ ὁ κόσμος ἐπί τούς παράφρονας. Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καί ὡς ἀπό εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν, ἐπί σκοπόν ἁλοῦνται καί ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ’ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοί δέ συγκλήσουσιν ἀποτόμως, ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καί ὡς λαίλαψ ἐκλιμήσει αὐτούς καί ἐρημώσει πᾶσαν τήν γῆν ἀνομία καί ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὗν Βασιλεῖς καί σύνετε, μάθετε δικασταί περάτων γῆς, ἐνωτίσασθαι οἱ κρατοῦντες πλήθους καί οἱ γεγαυρωμένοι ἐπί ὄχλοις ἐθνῶν. Ὅτι ἐδόθη παρά Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν καί ἡ δυναστεία παρά Ὑψίστου.

Εἰς τήν Λιτήν τά παρόντα Ἰδιόμελα.
Ἦχος α’.
Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ, μεγαλώνυμε Πετρούπολις, ἀγάλλου καί χόρευε, πίστει λαμπροφοροῦσα. Κατέχεις γάρ ἐν κόλποις ὡς θησαυρόν, Ἀλέξανδρον τόν πανένδοξον στεφανίτην. Ἀπόλαυε παρ’ αὐτοῦ τάς τῶν θαυμάτων ἰάσεις καί βλέπε καταῤῥάσσοντα τῶν βαρβάρων τά θράση καί εὐχαρίστως τω Σωτῆρι ἀνάκραξον, Κύριε δόξα Σοι.
Ἦχος δ’.Ἐξέλθετε ἔθνη, ἐξέλθετε καί λαοί τῆς Ἑλλάδος καί ὑποδέξασθε τόν τροπαιοῦχον ἐν ἥρωσι, τόν ἀριστέα τοῦ Νέβσκι. Οὗτος γάρ ἀοράτως προάγει, συμπολεμῶν τοῖς Ἁγίοις κατά τοῦ μιαιφόνου θηρίου. Χαῖρε Σιών ἁγία, Μῆτερ τῶν Ἐκκλησιῶν, καλά καί ὅσια τά τροφεῖα παρά τῶν τέκνων ἀπέχουσα. Ἰδού γάρ καί Ἀλέξανδρος ὁ Μέγας τῆς Ῥωσσίας Ἡγεμών, ὄν ἐγέννησας καί ἔθρεψας καί ἔστεψας ἐν Πνεύματι, δύναμιν ἄνωθεν τοῖς υἱοῖς σου μετοχετεύει. Χαίρουσιν Ἄγγελοι, πίπτουσι βάρβαροι, ὑψοῦται τό κέρας τῶν Ὀρθοδόξων, δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ.

Ὁ αὐτός.Χίλιοι θυρεοί κρέμανται περί τήν πόλιν τοῦ Θεοῦ. Μυρία στίφη Μαρτύρων φυλάσσουσιν ἀγρυπνοῦντες τήν Ἐκκλησίαν. Ἄνδρες κύκλῳ αὐτῆς δυνατοί, κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον. Ἔῤῥετε θράση βαρβάρων. Αἰσχύνθητε πάντες οἱ μισοῦντες Σιών. Ἰδού γάρ ὁ Σταυρός θριαμβεύει καί τήν οἰκουμένην τό φῶς τῆς Πίστεως καταυγάζει. Χαῖρε καί εὐφραίνου Βασιλέων Ὀρθοδόξων πατήρ, Κωνσταντῖνε Ἱσαπόστολε, τοῖς σοῖς ἴχνεσι βλέπων ἀκολουθοῦντας τούς προμάχους τῆς εὐσεβείας. Ἐν οἷς ὁ θεόστεπτος Μέδων ὁ Νέβσκι, Ἀλέξανδρος ὁ ἀοίδημος, τήν Ἐκκλησίαν φαιδρύνει, τῆ Σταυροῦ πανοπλίᾳ τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως καταθραύων. Δῶμεν τῶ Θεῶ ἅπαντες μεγαλωσύνην.

Ἦχος β’.Τίς αὕτη ἡ προκύπτουσα ὡσεί ὄρθρος, ἐκλεκτή ὡς ὁ ἥλιος; Ἡ βασίλισσα καί νύμφη τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀναβαίνει τροπαιοῦχος, δι’ Ἀρνίου τό θηρίον νικήσασα. Ἴδετε λαοί καί θαυμάσατε τήν πορφυρίζουσαν ἁλουργίδα τῆς Παντανάσσης. Ὁ στέφανος αὐτῆς ἀστερόπλοκος, ταῖς τῶν δογμάτων ἀκτῖσι καταφωτίζων τά πέρατα. Πτήξασα πέπτωκεν ὑπό τούς πόδας αὐτῆς ἡ πλανήτις καί νυκτοβάμων σελήνη. Ὡς νέφη καπνοῦ διαλέλυνται τῶν φοβερῶν ἀντιπάλων οἱ λεγεῶνες. Βέβληται, κέχωσται ὁ δράκων ὁ πυῤῤός. Ἄγγελοι καί Ἅγιοι συγχορεύουσιν. Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ συνευφραίνονται. Βοῤῥᾶς καί Νότος λιγυρῶς εἰς ἕν πνέουσιν. Ἑλλάς καί Ῥωσία εἰς κοινήν πανήγυριν συγκαλοῦσι τήν οἰκουμένην, τούς Ἁγίους τῆς Πίστεως ἥρωας προτιθεῖσαι πρός μίμησιν. Ἐν οἷς καί Ἀλέξανδρος ὁ Νέβσκι, ταξίαρχος διαλάμπει. Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ’.χει μέν ἡ θειοτάτη σου ψυχή καί ἄμωμος, ἀοίδημε Ἀλέξανδρε, τήν οὐράνιον Ἱερουσαλήμ κατοικητήριον, ἧς τά τείχη ἐν ταῖς ἀχράντοις χερσί τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ἐζωγράφηνται. Ἔχει δέ καί τό πανέντιμον καί βασιλικώτατόν σου σῶμα τόν περίκλυτον τοῦτον ναόν ἐπί γῆς, ταμεῖον ἄσυλον θαυμάτων, ἐξ οὗ διηνεκῶς ἀπονάει καλίῤῥοος ποταμός τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος. Φρούρησον, Πανεύφημε, τήν σέ κατέχουσαν πόλιν ἀπό πάσης ἐναντίας προσβολῆς. Καί τω ὁμωνύμῳ σου καί συγγενεῖ Αὐτοκράτορι νίκας παράσχου κατά τῶν πολεμίων, ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρός Χριστόν τόν σέ δοξάσαντα.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Δέσποινα πρόσδεξαι.
Εἰς τόν Στίχον Στιχηρά Προσόμοια. Ἦχος α’. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
Χαίροις καλλίνικε Ἄρχων τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, Ἀλέξανδρε τρισμάκαρ, τῆς Ῥωσσίας ἡ δόξα, Ἑλλάδος εὐεργέτα, στρατῶν ὁδηγέ, τῆς Τριάδος ὑπέρμαχε, τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων ἡ κορωνίς, τῶν πιστῶν τό ἐγκαλλώπισμα.

Στίχ. Ὕψωσα ἐκλεκτόν ἐκ τοῦ λαοῦ μου.Σταυρόν ἀκράδαντον ὅπλον ἐν ταῖς χερσί σου κρατῶν, τῆς εὐσεβοῦς Ῥωσίας τούς ἐχθρούς ἐτροπώσω. Καί νῦν, Ἀνάκτων κλέος, θαυμάτων τῶν σῶν τά καλίῤῥοα νάματα, τήν Πέτρου πόλιν εὐφραίνουσι δαψιλῶς, ἥν προείλου εἰς κατοίκησιν.

Στίχ. Διά τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου.Ἐλθέ, τρισόλβιε Ἄναξ, τοῖς σοῖς ἱκέταις ταχύς προστάτης τε καί ῥύστης, τούς ἐχθρούς καταῤῥάσων. Λαοί, φυλαί καί γλῶσσαι ἐξέλθετε νῦν ψαλμικῶς καί θεάσασθε ἐσκορπισμένα πρός Ἅδην τῶν δυσσεβῶν καί λοιμῶν Ἀγαρηνῶν τά ὀστᾶ.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Τί ἀναχαιτίζεις σου τά ρεῖθρα, ὦ καλίῤῥοε Νέβα; Τι οὐ πλατύνεις τό νᾶμα, λειοκυμονῶν ἐν γαλήνῃ; Ἄγε δή πελαγίζων, ὡς Ἰορδάνης, τήν εὐλογίαν ἡμῖν τοῦ σοῦ ἀριστέως δαψιλῶς μετοχέτευσον. Ἦρταί σοι ἤδη τοῦ φραγμοῦ τό μεσότοιχον. Πέπτωκε σκῶλα τῆς τυραννίας τῶν ἀσεβῶν καί ἀνέῳγεν ἡ θύρα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μεγάλης. Ποταμοί κροτήσουσι χειρί ψαλμικῶς. Τά ὄρη σκιρτάτωσαν ὡς κριοί καί οἱ βουνοί ὡς ἀρνία προβάτων. Βαλτικῆ σύν Βοσπόρῳ, Ἰζόρᾳ μετά τῆς Ἑλλάδος συγχόρευσον. Δεῦτε παῖδες Ἑλλήνων, τοῖς ἀδελφοῖς ἡμῶν Ῥώσσοις συνεορτάζοντες, τούς κοινούς τῆς Πίστεως στεφανίτας εὐσεβοφρόνως τιμήσωμεν. Ἄγε δή βασίλευσον ἡ Ὀρθοδοξία. Κωνσταντῖνος ἀρχέτω, Βλαδίμηρος παρίτω καί μετά τῶν ἄλλων ὁ Νέβσκι Ἀλέξανδρος τήν πανήγυριν φαιδρυνέτω. Σταυρός τούς λαούς συνάπτει, Σταυρός νικᾶ τούς ἐχθρούς, Σταυρός δοξάζει τήν Ἐκκλησίαν. Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καί ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Μακαρίζομεν Σε, Θεοτόκε Παρθένε.
Νῦν Ἀπολύεις. Τό Τρισάγιον. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Μέγαν εὕρατο.Μέγαν εὕρατο ἐν τοῖς πολέμοις, σέ ὑπέρμαχον ἡ Ἐκκλησία, στεφανῖτα, τά ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Τευτόνων καθεῖλες τό φρύαγμα καί τήν Τατάρων ὀφρύν καταβέβληκας. Οὕτως Ἅγιε Μεγαλοκράτωρ Ἀλέξανδρε καί νῦν Ἰσμαηλίτας κατάῤῥαξον, ῥυόμενος τούς πίστει σέ δοξάζοντας.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά τήν α’ Στιχολογίαν Καθίσματα. Ἦχος πλ. δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.ν ἐλαίῳ θαυμαστῶ Μέδων τρισόλβιος χρισθείς, τούς λαούς σου τῆ σεπτῆ Πίστει ἐκήρυξας Χριστοῦ καί πᾶσαν πλάνην ἐνίκησας, ἐξελαύνων βαρβάρους, ὡς φωστήρ ἡμέρας νέφη σκοτεινά καί σχίσματος λοιμόν πόῤῥῳ τῆς ποίμνης σου. Διό σε πᾶσα, Θεόφρον, ἡ Ἐκκλησία πιστῶς γεγαίρει τοῖς ἄσμασι, σύν Βασιλίδι καί Πετρουπόλει, ἅς περίσωζε πάντοτε.

Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός.Κατεπλάγη Ἰωσήφ τό ὑπέρ φύσιν θεωρῶν καί ἐλάμβανεν εἰς νοῦν τόν ἐπί πόκον ὑετόν, ἐν τῆ ἀσπόρῳ συλλήψει Σου, Θεοτόκε. Βάτον ἐν πυρί ἀκατάφλεκτον, ῥάβδον Ἀαρών τήν βλαστήσασαν. Καί μαρτυρῶν ὁ μνήστωρ Σου καί φύλαξ τοῖς Ἱερεῦσιν ἐκραύγαζε, Παρθένος τίκτει καί μετά τόκον πάλι μένει Παρθένος.
Μετά τήν β’ Στιχολογίαν Καθίσματα. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε. λάρναξ σου νάματα θαυμάτων βρύει πιστοῖς, Τρισμάκαρ Ἀλέξανδρε, τῶν Βασιλέων χαρά. Σύ γάρ εὐαρεστήσας τῶ Θεῶ ἔως τέλους, ἔλαβες οὐρανόθεν δωρεάς ἀκενώτους, ἐχθρούς τε φυγαδεύων καί νόσων ἐξαιρεῖν πιστοῖς.

Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον.Ταχύ προκατάλαβε πρίν ἀπολέσθαι ἡμᾶς, ἐχθροῖς βλασφημοῦσι Σε καί πολεμοῦσιν ἡμῖν, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν. Ἄνελε τῶ Σταυρῶ Σου τούς ἡμᾶς τυραννοῦντας, γνώτωσαν πῶς ἰσχύει Ὀρθοδόξων ἡ Πίστις, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκε, μόνε Φιλάνθρωπε.

Μετά τόν Πολυέλαιον Καθίσματα. Ἦχος γ’.Τόν συμπαθέστατον τῶν Ῥώσσων Ἄνακτα, ἐκδυσωποῦμεν σε πιστῶς, Ἀλέξανδρε, ῥῦσαι ἡμᾶς παντοδαπῶν κινδύνων καί πολεμίων, ἴασαι ψυχῶν ἡμῶν καί σωμάτων τά τραύματα, θραῦσον τά φρυάγματα τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, Ἅγιε, εἰρήνευσον τήν ζωήν ἡμῶν, ὅπως ἀεί σε δοξάζωμεν.

Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὅμοιον.Θεομακάριστε Μῆτερ Ἀνύμφευτε, τήν τεθλιμμένην Σου ποίμνην ἐπίσκεψαι, ὅτι συνέχεται πολλοῖς βασάνοις καί καταιγίσι. Πρόφθασον, βοήθησον, Θεοτόκε, τοῖς δούλοις Σου. Μνήσθητι τοῦ οἴκου Σου τοῦ ἁγίου, Πανάχραντε, ἵνα Σοι σεσωσμένοι βοῶμεν, χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη.
Εἶτα οἱ Ἀναβαθμοί. Τό α’ Ἀντίφωνον τοῦ δ’ Ἤχου. Προκείμενον. Ἦχος δ’.
Ὕψωσα ἐκλεκτόν ἐκ τοῦ λαοῦ μου, ἐν ἐλαίῳ ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν.
Στίχ. Διά τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως.
Τό Πᾶσα Πνοή. Εὐαγγέλιον. Ὁ Ν’ Ψαλμός. Δόξα. Ἦχος β’.
Σήμερον σκιρτῶσι Βασιλεῖς ἐν πνεύματι, σύν δήμοις Ὀρθοδόξων, τελοῦντες τήν μνήμην σου, Ἀλέξανδρε κράττιστε, χαρά τῆς Ἐκκλησίας.

Καί νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου.Στίχος. Ἐλέησόν με ὁ Θεός. Ἦχος πλ. β’.σιε Τρισμάκαρ, Ἁγιώτατε Ἄρχων, ὁ ποιμήν ὁ καλός καί τῆς εὐσεβείας θερμουργός ζηλωτής, ὁ τιθείς τήν ψυχήν ὑπέρ τοῦ λαοῦ σου. Αὐτός καί νῦν, Πανεύφημε Μεγαλώνυμε Ἀλέξανδρε, αἴτησαι πρεσβείαις σου δωρηθῆναι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Ὁ Κανών εἰς στ’. Ὠδή α’. Ἦχος δ’. Ἀνοίξω τό στόμα μου.Μερίς μου, Ἀλέξανδρε, καί δόξα θεία γεγένησαι, προστάτης καί πρόμαχος τῆς εὐσεβείας φανείς. Διό δέξαι με κροτοῦντα, Στεφηφόρε, τήν ἐν σοί πανήγυριν Γραικῶν καί Ῥώσσων πιστῶς.

Τῶ μύρῳ παρείκαζε Δαβίδ ὁ θεῖος γηθόμενος, τήν ἐν πίστει ἕνωσιν τῶν ἀδελφῶν τήν τερπνήν. Σύ δ’ Ἀλέξανδρε, Χριστοῦ τάς Ἐκκλησίας συγκαλεῖς πρός ἕνωσιν μύρου τοῦ κρείττονος.

δού ἡ πλησίον μου, περιστερά μου, καλή μοί σύ. Καλή ἡ πλησίον μου καί νύμφη ἄμωμος, ἀνακράζει νῦν Γραικῶν ἡ Ἐκκλησία τῆ τῶν Ῥώσσων πνεύματι συνεορτάζουσα.

ραία ἡ ὄψις σου καί ἡ φωνή γλυκυτάτη σου, Χριστός ἀντέφησε τῆ Βασιλίδι Μητρί. Σύ μοι στέφανος, ὦ Μῆτερ, καί χαρά μου καί κρηπίς ἀκράδαντος τῆς Βασιλείας Μου.

Θεοτοκίον.Πανάχραντε Δέσποινα, τάς Ἐκκλησίας Σου φύλαξον, ἑνότητι Πίστεως συνηρμοσμένας Χριστῶ καί κατάβαλε τῆ θείᾳ Σου τούς ἐχθρούς, Πανάχραντε, τῶν πεποιθότων εἰς Σέ.

Ὠδή γ’. Τούς Σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε.ς ἄνθος ἀμάραντον κοιλάδων, ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, ὦ Θύγατερ, ἐβλάστησας ἐν μέσῳ θυγατέρων πολλῶν. Μία μοι Σύ τελεία μου, μία Σύ εἶ τῆ τεκούσῃ Σε.

Τό κάλλος Σου, Μῆτερ, ὑπέρ λόγον, τό γάλα Σου τέκνον ἱλαρόν, μαστούς τούς ψυχοτρόφους Σου διά παντός ἐθήλασα. Εἰς τήν ὀσμήν τοῦ μύρου Σου τοῦ ζωοβρύτου προσέδραμον.

Βασίλισσαι εἴδοσάν Σε Νύμφην τοῦ πάντων Δεσπότου ἐκλεκτήν καί πᾶσαι ἐμακάρισαν, νεάνιδες Σε ἤνεσαν ὡς ἀδελφήν μου, Θύγατερ, καλλιτεκνοῦσαν ἐν Πνεύματι.

Κραταίωμα, Μῆτερ, καί ἰσχύς μου Σύ εἶ καί τῶν τέκνων μου τροφός. Ἰδού Σοι πάντες ἥκασι, φρουροῦντες ὡς φορεῖον Σε, ὡς κλίνην ὥσπερ θάλαμον τοῦ Βασιλέως τῆς κτίσεως.

Θεοτοκίον.δού ἡ Παρθένος ἀνακράζει τῶ πάντων Δεσπότῃ καί Υἱῶ, καλός εἶ ὁ Νυμφίος μου, καλαί καί αἱ νύμφαι Μου αἱ Ἐκκλησίαι, Δέσποτα, ὡς τερωμένοι τῶ φίλτρῳ Σου.

Κάθισμα. Ἦχος πλ. δ’. Τήν Σοφίαν καί Λόγον.Βασιλεῖ τῶν αἰώνων εὐαρεστῶν, Βασιλέων ἀνόμων πᾶσαν βουλήν ἐξέκλινας, Ἅγιε, καί γενναίως ἠρίστευσας τω Σταυρῶ νικήσας ἐχθρούς τούς τῆς Πίστεως καί σχισμάτων λύμης Ῥωσσίαν ῥυσάμενος. Ὄθεν σε τιμῶμεν, εὐσεβείας προστάτα, καί πάντες γεραίρομεν, εὐσεβῶς ἀνακράζοντες, στεφανῖτα Ἀλέξανδρε, πρέσβευε Χριστῶ τῶ Θεῶ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τήν ἁγίαν μνήμην σου.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.Φιλανθρωπότατε Θεέ μου καί Σῶτερ, μή παραδώῃς τοῖς θηρίοις εἰς τέλος τούς λατρευτάς Σου, Δέσποτα Χριστέ Βασιλεῦ. Σῶσον, σῶσον, Κύριε Ἰησοῦ, τόν λαόν Σου, Ἰησοῦ γλυκύτατε, τήν εἰρήνην παράσχου τῆ Ἐκκλησίᾳ, Σῶτερ Ἰησοῦ, τῆς Παναγίας Μητρός Σου δεήσεσι.

Ὠδή δ’. Τήν ἀνεξιχνίαστον.Βότρυς ὡς κυρπίζοντας τούς Σούς υἱούς, ἐξ ἀμπέλου θείας βλαστήσαντας, Νύμφη Μου, βλέπω. Ὥσπερ μῆλα γλυκερά τούς Σούς Ἁγίους χαίρουσα ἔνδον Μου τῶν κόλπων εἰσδέξομαι.

δε Σοι, Κυρία μου, ἀδελφιδοῦς ἥκει ὁ Νέβσκι Ἀλέξανδρος, ἔρωτι θείῳ ἀνακράζων Σοι θερμῶς. Σύ μου καλή Βασίλισσα, κἀγώ πιστός στρατιώτης Σου.

Πάρελθε εἰς κῆπον μου, ἀδελφιδέ, ὡς νεβρός δορκάδων ἁλλόμενος, καλός ὡς ὄρθρος, ὡς Παράδεισος τρυφῆς, ὡς φρέαρ ζῶντος ὕδατος ῥοίζῳ μου τόν κῆπον μου κατάρδευσον.

Δεῦτε δή νεάνιδες πᾶσαι τῆς γῆς, ἔξιτε καί ἴδετε χαίρουσαι τόν στεφανίτην, ὅν φιλοῦσα γλυκερῶς ἡ Μήτηρ ἐστεφάνωσε δόξης ἀμαράντου τῶ στέμματι.

Θεοτοκίον.Λέγε μοι, Νυμφίε μου, λέγε τρανῶς, ποῦ ποτε ποιμαίνεις τά πρόβατα; Ἡ Νύμφη κράζει τῶ Νυμφίῳ καί Υἱῶ. Ἐπί τά ὄρη, Μῆτέρ μου, τά τῶν ἀρωμάτων τοῦ Πνεύματος.

Ὠδή ε’. Ἐξέστη τά σύμπαντα.Τῶ πόθῳ Σου τέτρωμαι, ζητοῦσα Σε διέτρεχον, εὕροσάν με φύλακες τοῦ σκότους, ἐπαταξάν με καί ἐτραυμάτισαν. Ἀλλά Σου τό φίλτρον ἰσχυρόν, Νύμφη μου καί Θύγατερ, καί νικᾶ τάς ὀδύνας μου.

μάραντοι καίουσιν αἱ φλόγες τῆς ἀγάπης Σου, ζῶν τῆς Σῆς στοργῆς τό πῦρ, ὦ Μῆτερ. Οὐ πνεῦμα λάβρον, οὐχ’ ὕδωρ σβέσει ποτέ τοῦτο ποταμῶν, οὐ χείρ ἐχθρῶν. Ἴδε Σή ἐγώ εἰμί, Σή ἐγώ καί τά τέκνα μου.

Στεῤῥῶς ἐκαρδίωσας τοῖς τακεροῖς Σου βλέμμασιν ἡμᾶς, ἀδελφή καί φίλη Νύμφη. Τό πρόσωπόν Σου ἡλιακῶς φρυκτωρεῖ. Βολίδες τά τέκνα Σου λαμπραί, βάλλουσαι, τοξεύουσαι τούς ἐχθρούς τούς τῆς Πίστεως.

Τά Σά, φίλη Δέσποινα, νῦν ἐκ τῶν Σῶν προσαγάγω Σοι. Ἥκω Σοι πιστῶς δωροφοροῦσα τῶν δωρεῶν Σου τάς ἱεράς ἀπαρχάς. Συνάμα Σοῖς τέκνοις πρός τήν Σήν δόξαν καί λαμπρότητα συνεργοῦσι τά τέκνα μου.

Θεοτοκίον.Θεόν τόν Παντάνακτα γεννήσασα, Θεόνυμφε, Σύ τῆς Ἐκκλησίας βασιλεύεις. Ὄθεν ἐν πίστει Χριστιανοί καί χαρᾶ ὑμνοῦντες Σε κράζομεν ἀεί. Εἶ καλή Παντάνασσα, εἶ καλή Νύμφη Πάναγνε.

Ὠδή στ’. Τήν θείαν ταύτην καί πάντιμον.γώ Σοφίαν σύν Ἄννᾳ σοι λαμπάδας εὐσεβείας ἐπροίκισα.Ἐγώ τήν Ὄλγαν σοι λουτρῶ τοῦ Πνεύματος ἔλουσα. Ἐγώ σοι τόν Βλαδίμηρον ἐστεφάνωσα.

Σύ τό βασίλειον κράτος μου τῆ πέτρᾳ τῆς Πίστεως ἵδρυσας. Σύ μοι τόν ἥλιον τῆς ἀληθείας ἀνέτειλας Σύ τήν Ῥωσσίαν πᾶσαν Χριστῶ συνήρμοσας.

γώ σοι γλώσσας τοῦ Πνεύματος, Μεθόδιον καί Κύριλλον δέδωκα. Ἐγώ Γρηγόριον, τόν Πατριάρχην καί Μάρτυρα, σοί πολιοῦχον νέον, θύγατερ, ἔπεμψα.

Σύ με τα θεῖα μυστήρια καί νόμους ἐδιδάξω τοῦ Πνεύματος. Σύ μοι τούς Μάρτυρας καί Ἱεράρχας ἐπέστησας, ὧν μαθητήν μετ’ ἄλλων ὁρᾶς Ἀλέξανδρον.

Θεοτοκίον.Θανάτῳ θάνατος λέλυται, ζωή ἀπό τοῦ τάφου ἀνέτειλε, τω ξένῳ τόκῳ Σου, νόμων λυθέντων φύσεως. Μαρτύρων δέ τό αἷμα λαούς ἀνέβλυσε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.Τῶ σταυροφόρῳ σου σκήπτρῳ, Ἀλέξανδρε, τήν Ἐκκλησίαν Θεός ἐκραταίωσεν, ὁ δούς σοι τό κράτος ἀήττητον καί περιέπων τήν πόλιν σου ἄτρωτον. Αὐτῆς γάρ ὑπάρχεις τό στήριγμα.

Ὁ Οἶκος.Τοῦτον τόν μέγαν ἐν Ὀρθοδόξοις σκηπτούχοις συμφώνως πάντες οἱ πιστοί συνελθόντες, ὡς προστάτην τῆς Ἐκκλησίας καί Χριστοῦ στρατιώτην, τιμήσωμεν ἐν ὠδαῖς καί ὕμνοις ἐκβοῶντες τῶ Βασιλεῖ καί δεσπότῃ τῆς οἰκουμένης. Ῥῦσαι ἡμᾶς ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, Φιλάνθρωπε, καί τούς πολεμίους τῆς Πίστεως τω Τιμίῳ Σταυρῶ Σου κατάῤῥαξον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου καί τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων Σου. Εἰς Σέ γάρ ἐλπίζομεν καί παρά Σοῦ ἀπεκδεχόμεθα τόν τῆς Ἐκκλησίας Σου θρίαμβον, Ἧς Αὐτός ὑπάρχεις τό στήριγμα.

ΣυναξάριονΤῆ 23η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου καί Θεοστέπτου Μεγάλου Ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, τοῦ διά τοῦ Θείου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος μετονομασθέντος Ἀλεξίου Μοναχοῦ (ἤ τῆ 30ή τοῦ αὐτοῦ μηνός ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου τοῦ Ἁγίου καί Θεοστέπτου Μεγάλου Ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, τοῦ διά τοῦ θείου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος μετονομασθέντος Ἀλεξίου Μοναχοῦ).

Τῆς εὐσεβείας συμμαχήσας τῶ κράτει, τοῖς εὐσεβέσσι νῦν συναίνῃ κοιράνοις.
Ἑλλάς Ἀλεξάνδρου φάος εἴσιδεν ἐν τριακοστῆ (ἤ εἰκοστί Τρίτη).
Οὗτος ὁ εὐσεβέστατος καί θεόστεπτος Μέγας Ἡγεμών τῆς Ρωσίας, εἷλκε τό γένος ἀπό τοῦ Μεγάλου καί Ἰσαποστόλου Βλαδιμήρου, τοῦ διά τοῦ Θείου Βαπτίσματος ὑπό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Βασιλείου μετονομασθέντος καί πρώτου γενομένου τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ῥωσσίας Βασιλέων πατρός. Ἕβδομος ἀπό τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου ἐγένετο Ἱαροσλάβος ὁ Β’, ὁ τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου πατήρ, ἡμεμονεύων ἐν Περεγιασλάβλ (ὅπου ἐγεννήθη ὁ θεῖος Ἀλέξανδρος) καί ἐν Νόβγκοροντ καί ὕστερον ἐν Βλαδιμήρ, τήν μεγάλην τῶν Ῥώσσων ἡγεμονεύσας ἡγεμονείαν ἐπί ἔτει ὀκτώ καί τελικῶς μαρτυρήσας ὑπό τῶν Τατάρων.
Ὁ θεῖος Ἀλέξανδρος ὡς Ἡγεμών τοῦ Νόβγκοροντ, τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐπικαλούμενος, ἐνίκησε τῶ 1240 παρά τόν ποταμόν Νέβα (ἐξ οὗ καί Νέβσκι) καί τῶ 1242 παρά τήν λίμνην Πάϊπους, τούς Τεύτονας Ἱππότας καί ἄλλους ἀπό τῆς αἱρετικῆς Δύσεως ὁρμηθέντας εἰσβολεῖς, ὑπερασπιστής ἀναδειχθείς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἧν ὁμολόγησε καί γραπτῶς πρός τόν Πάπαν Ἰννοκέντιον, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀποτυχίαν τῆς διά τῶν ὅπλων προσπαθείας πρός ἐπιβολήν τοῦ Παπισμοῦ ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπεχείρησε διά τῆς πειθούς νά προσεταιρισθῆ τόν Ἀλέξανδρον. Ταυτοχρόνως, διπλωματικῶ τῶ τρόπῳ χειριζόμενος τήν κατάστασιν πρός τούς Τατάρους ἐπικυριάρχους τῆς Ρωσίας, ἔθεσε τάς βάσεις τῆς ἐθνικῆς τῶν Ρώσων ἀποκαταστάσεως, ἧν ἐπέτυχε ὁ νεώτερος αὐτοῦ υἱός ἅγ. Δανιήλ Ἡγεμών τῆς Μόσχας.
Καί ἐκοιμήθη μέν ὁ Ἅγιος εἰς τό παρά τόν Βόλγαν Γκοροντέτς ἐν ἔτει 1263, δηλητηριασθείς ὑπό τῶν Τατάρων, πλήν ἡ μνήμη αὐτοῦ ὡς Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καί Προμάχου τῆς Ἐκκλησίας καί Ὑπερασπιστοῦ τῆς Ρωσικῆς γῆς παρέμεινεν ζώσα παρά τῶ Ὀρθοδόξῳ Ρωσικῶ λαῶ, τοῦ Θεοῦ συμμαρτυροῦντος τήν αὐτοῦ ἁγιότητα διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων. Ἐν ἔτει 1380 τό Ἱερόν αὐτοῦ Λείψανον ἀνεκομίσθη ἄφθαρτον καί εὐωδιάζον καί κατετέθη ἐν τῶ Καθεδρικῶ Ναῶ τοῦ Βλαδιμήρ, ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας Ποιμένος. Ἐκεῖθεν ἐν ἔτει 1723 μετεφέρθη εἰς Ἁγίαν Πετρούπολιν παρά τοῦ Αὐτοκράτορος Πέτρου τοῦ Μεγάλου καί κατετέθη εἰς τήν ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ τιμωμένην μονήν.
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ὠδή ζ’. Οὐκ ἐλάτρευσαν.ξεγέρθητι Βοῤῥᾶ, συνέρχου Νότε μου, πνεύσατε κῆπον ἐμόν, ἐν λιγυραῖς ταῖς πνοαῖς. Ῥευσάτωσαν πίστεως πᾶσιν ἀρώματα. Καταβήτω νῦν ἀδελφιδός ὁ φίλος μου καί τοῖς ἄνθεσι στεψάσθω.

Εἰς Παράδεισον τόν Σόν, Ἁγία Μῆτέρ μου, ἄνθη ἐτρύγησα καί ψυχοτρόφους καρπούς, ὁσμῆς τε πεπλήρωμαι καί ζωηῤῥύτου κρουνοῦ. Καί νῦν ἔδραμεν εἰς τήν ὀσμήν τοῦ μύρου Σου, ὁ τοῦ Νέβσκι ποιμήν μέγας.

Φωνῆς ἤκουσα ἀδελφιδοῦ πρός θύραν μου, ἄνοιξον, Μῆτερ, φησίν, Ἀλέξανδρος Σε καλεῖ. Ταχέως καί χαίρουσα τοῦτον εἰσήγαγον, μύροις ἔῤῥανα. Ὦ δεῦρο τοῖς Ἁγίοις Μου, φίλε τέκνον συνδοξάζου.

Πιστός ἥκει Σοι προστάτης, φίλη Δέσποινα, ἀδελφιδός ὁ καλός, ἀδελφιδοῦ Σου βλαστός. Ὀστοῦν ἐξ ὀστέων Σου καί σάρξ ἁγνῶν Σου σαρκῶν. Δεῦτε ἅπασαι φυλαί τῆς γῆς συγχάρητε, γνῶτε ἔθνη καί ἡττᾶσθε.

Θεοτοκίον.κλεξάμενος Νυμφίος ὁ ὡραῖός Σε, Παρθένε Πάναγνε, τῶν γηγενῶν ἐκ φυλῆς λαμπρῶς παρεστήσατο ἐκ δεξιῶν Ἑαυτοῦ. Δεῦρο, λέγων Σοι, σύν Ἐμοί βασίλευε, δεῦρο Νύμφη Μου καί Μῆτερ.

Ὠδή η’. Παῖδας εὐαγεῖς.δε ὁ πικρός χειμών παρῆλθεν, αἰθρία γαλήνης ἐμειδίασεν, ἄνθη ἐξανέτειλεν, ἄμπελοι κυπρίζουσι, φωνή τρυγόνος ἔαρος ὥραν πιστοῖς κελαδεῖ. Ἀνάστα δή καί πρόσελθε, Νύμφη νῦν εἰς εὐωχίαν κοινήν Μου συνευφραίνου.

τράπεζα, Μῆτερ, Σοῦ πλουσία, χαρᾶς καί πολλῆς τρυφῆς τά θύματα, ἄρτος θελξικάρδιος, νᾶμα γλυκερώτατον. Ὁ δέ κρατήρ ἀείῤῥους τε καί ζῶν καί δρῶν μυστικῶς. Ἀκήκοα λιγυφώνων κηρύκων. Ἄγετε δή πάντες λαοί, πιστῶς τρυφᾶτε.

πόστα βεβήλων θεομάχων ὁ ἄγριος θίασος καί ἄσπονδος. Πόῤῥω Χριστοκάπηλοι, πόῤῥω πᾶς ἀλλόφυλλος. Τό παγκρατές καί ἄφθαρτον Ἀρνίον βλέπει καί ζῆ καί βάλλει καί τιτρώσκει καί σώζει. Τῶ Σταυρῶ πεσόντες ἐν φόβῳ προσκυνεῖτε.

ς πόλις Λιβάνου αἰωνίου, θεμέθλοις ἀῤῥήκτοις, Μῆτερ, ἵδρυσαι. Ἐχθρῶν καρδίας δίεισι τά βέλη τοῦ Νυμφίου Σου. Λαοί, φυλαί καί γλῶσσαι Σοι νῦν προσκυνοῦσι πιστῶς. Ἀλώπεκες συμπτήσουσι φόβῳ, δέδεται ὁ δράκων σειραῖς φρικτοῦ Ταρτάρου.

Θεοτοκίον. μέγας προστάτης τῆς Ῥωσσίας, ὁ ῥύστης ἐν τοῖς κινδύνοις ὁ ἀκοίμητος, μάστιγξ ἡ τοῦ σχίσματος, Ἐκκλησιῶν ὁ πρόμαχος, οἷα πατήρ φιλόστοργος τῶ Σῶ λαῶ τῶ πιστῶ, Πανάχραντε, Νέβσκι τῶν χαρίτων νοερῶς, προῤῥέει δυνάμει τοῦ Υἱοῦ Σου.

Ὠδή θ’. Ἅπας γηγενής.πας Ἰσραήλ ὁ νέος εὐφράνθητι καί συναγάλλου φαιδρῶς, Ἄγγελοι χορεύσατε, Ἁγίων στίφη πανηγυρίσατε. Ἡ Βασιλεία ἤγγικε τοῦ Ζωοδότου Ἀμνου. Μηνύτωρ μου εὐάγγελος ἦλθεν ὁ Νέβσκι ἥρως, Ἀλέξανδρος ὁ Μέγας.

Βύσσινον λαμπρόν, ὦ Μῆτερ, ἐνδέδυσαι καί πορφυρόχρουν στολήν, ἄθλους τῶν Μαρτύρων Σου καί τῶν Ἁγίων τά δικαιώματα. Νῦν ἡ παστάς Σου, Δέσποινα, λαμπρῶς κεκόσμηται. Ἐξέλθετε, Σιών θυγατέρες καί τῆς Παντανάσσης θεάσασθε τήν δόξαν.

Χαῖρε ἡ πιστή Ῥωσσία, θεόστεπτε καί προσφιλής ἀδελφή. Χαῖρε μοι καλλίνικε, ἐμῶν κροτάφων χαίροις τό ἀνάπαυμα. Χαῖρε ἡ μόνη ἄμωμος ἐν θυγατράσι πολλαῖς, χαῖρε πλάτος Πίστεως ἀπέραντον, Ἀλεξάνδου μου χαῖρε γεννήτρια.

Αἶνος καί τιμή καί δόξα αἰώνιος τῶ Βασιλεῖ τοῦ παντός, ὅτι πίστει ἥνωσε τά διεστῶτα καί τά μακράν τοῖς ἐγγύς. Καί ἐπί ὄρους ὕψωσε τήν Βασιλίδα Σιών, οὐρανόθεν πάλαι καταβαίνουσιν, ὥσπερ πόλιν Θεοῦ Παντοκράτορος.

Θεοτοκίον.μνους εὐτελεῖς, δεήσεις τε πρόσδεξαι τάς ἡμῶν, Δέποινα. Λῦσον συμφορῶν ἡμῖν γηΐνων νέφος, κοινῶν ἰδίων τε. Τῆς Ἐκκλησίας κοίμησον, Ἁγνή, τόν κλύδωνα. Τῶν βαρβάρων σκόρπισον τάς φάλαγγας, σωτηρίας τε πάντας ἀξίωσον.

Ἐξαποστειλάριον. Τοῖς Μαθηταῖς.Πετρούπολις εὐφραίνου νῦν σύν πιστῆ Νεαπόλει, ἀγάλλου ἡ Βλαδίμηρος, χαῖρε γῆς τῆς Ῥωσσίας συνάμα φίλῃ Ἑλλάδι, κοινῶς τιμῶσαι τόν Μέγαν Ἀλέξανδρον τόν Πανέντιμον. Δεῦτε Ἄρχοντες πάντες καί Βασιλεῖς, Ἱερέων δῆμοι καί πᾶσα τάξις, Ῥῶσσοι, Γραικοί συγχαίρετε, γηγενεῖς μετ’ Ἀγγέλων.

Θεοτοκίον ὅμοιον.Τάς πόλεις Σου, Πανάχραντε, τάς πιστῶς Σε τιμώσας, παντοίων ῥῦσαι, Δέσποινα, μαστίγων τε καί θλίψεων, λοιμοῦ, λιμοῦ τε, σεισμοῦ τε καί ποντισμοῦ καί στάσεως, ξίφους, πυρός, αἱρέσεων, φθορᾶς ἠθῶν καί μανίας τῶν ἐθνικῶν, συντηροῦσα ἄτρωτον τήν Σήν ποίμνην, ἥν ὁ Χριστός ἠγόρασεν αἵματι τῶ ἰδίῳ.

Εἰς τούς Αἴνους ἱστῶμεν στίχους δ’ καί ψάλλομεν Στιχηρά. Ἦχος πλ. β’. Αἱ Ἀγγελικαί.ψος οὐρανῶν ἀχανές οὐδείς μετρήσει. Ἄστρων ἀριθμόν, οὐδ’ ἀνθέων ἀριθμήσει. Καί πῶς πληθύν ἁγίαν τῶν φωστήρων τῆς Πίστεως, γλῶσσα γηγενῶν ἐξονομάσει ἤ κατ’ ἀξίαν ἐπαινέσει; Ἐν οἷς ἔλαμψεν ὁ στεφηφόρος τοῦ Νέβσκι, σκηπτοῦχος Ἀλέξανδρος.

Δεῦρο Ἰωσήφ τῆς Ῥωσσίας ἐπιφαίνου, ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐκ Αἰγύπτου βασιλεύων, τό πρόσωπόν σου δεῖξον ἀδελφοῖς ἱκετεύουσι. Ῥῦσαι τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, Ἄναξ, τὴ κραταιᾶ σου προστασίᾳ. Καί διάθρεψον εἰρήνης ἄρτῳ ζωτικῶ, τούς πίστει τιμῶντας σε.

ρη γλυκασμόν εὐφροσύνης σταλαξάτω, χεῖρας μυστικῶς ἡ εὐσέβεια κροτείτω, δοξάζου Ἐκκλησία, χαρμονῆς Νέβα νάματα ῥεῦσον. Ἡ Ἑλλάς φαιδρῶς ἀγάλλου καί τόν Ἀλέξανδρον τιμῶσα πιστῶς βόησον, εὐλογημένος ὁ χριστός Θεοῦ τοῦ Σωτῆρρος μου.

Πίστει πρό ποδῶν τοῦ Ἀρνίου τόν σόν στέμμα τό βασιλικόν ἀποθέμενος, Τρισμάκαρ, καί χαίρων ἐπ’ ὤμων τόν Σταυρόν σου ἀράμενος, ἄνω πρός μονάς τάς αἰωνίους ἡγεμονεύεις τοῖς λαοῖς σου, ἰσχύν ἄμαχον τῶ συγγενεῖ σου τῶ πιστῶ δωρούμενος Ἄνακτι.

Δόξα. Ἦχο πλ. δ’.Τίς μή φοβηθῆ Σε Κύριε; Τίς μή δοξάση τό ὄνομά Σου, μεγάλα καί θαυμαστά τά ἔργα Σου. Δίκαιοι καί ἀληθιναί οἱ ὁδοί Σου, ὁ Βασιλεύς τῶν Ἁγίων. Ἰδού γάρ συντρίβεις σιδηροῦς θανάτου μοχλούς καί πικρᾶς τυραννίδος ἀπαλάττεις τήν Ἐκκλησίαν Σου. Ἄγγελοι καί Μάρτυρες συμμαχοῦσι κατά τοῦ θηρίου τῆς ἀσεβείας καί ὁ πιστός Σου λαός ἐκ τῶν δεσμῶν τῆς ἀδικίας ἐλευθεροῦται. Εὐφραίνου οὐρανόθεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Βασιλέων σειρά καί σύν τούτοις ἀγάλλου ὁ Νέβσκι τῆς εὐσεβείας ὑπέρμαχος. Ἄγε δή Ἅγιε δυνατέ, περίζωσαι τήν ῥομφαίαν Σου ἐπί τῶν μηρόν Σου, προμαχῶν ἐνδόξως κατά τῶν θεομάχων καί τούς ὁπλίτας τῆς Πίστεως ἀήττητον κράτος περιζωννύνων. Νῦν κρίσις γίνεται τῶν ἀπίστων. Νῦν ὁ ἄρχων τοῦ σκότους φυγαδεύεται, πόῤῥῳ κατῃσχυμένος καί πίπτει τό κέρας τῆς ἀνομίας καί συντρέχει τά ἔθνη πιστῶς προσκυνοῦντα τῶ τῶν αἰώνων Βασιλεῖ. Δοξάζου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί τῶν Ἁγίων Σου Μαρτύρων τά αἵματα, ὡς προρφύραν στολισαμένη, τῶ Ἀρνίῳ συμβασίλευε, κράζουσα Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Κύριος ὁ ἀληθινός, πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης Σου. Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῶ.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.Δέσποινα πρόσδεξαι τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου καί λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Δοξολογία Μεγάλη καί Ἀπόλυσις.

ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ


Ἀλληλούϊα. Ἦχος δ’. Ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι καί ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν.
Στίχ. Πολλαί αἱ θλίψεις τῶν δικαίων καί ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτούς ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην.
Τῶ καιρῶ ἐκείνῳ ἐπῆρεν ὁ Ἰησοῦς τούς ὀφθαλμούς αὑτοῦ εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε: Πάτερ, ἐφανέρωσά σου τό ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις, οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοί ἦσαν καί ἐμοί αὐτούς δέδωκας καί τόν λόγον σου τετηρήκασι. Πάτερ Ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τω ὀνόματί σου, οὕς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς. Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτούς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἵνα τηρήςῃς αὐτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ. Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθώς ἐγώ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί. Ἁγίασον αὐτούς ἐν τῆ ἀληθείᾳ σου. Ὁ λόγος ὁ σός ἀλήθεια ἐστιν. Οὐ περί τούτων δέ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλά καί περί τῶν πιστευσάντων διά τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἕν ὦσιν. Ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ, ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καί ἐγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν. Ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν καί ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος, ὅτι σύ με ἀπέσταλκας καί ἠγάπησας αὐτούς, καθώς ἐμέ ἠγάπησας. Πάτερ, οὕς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα, ὅπου εἰμί ἐγώ, κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν, ἥν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρό καταβολῆς κόσμου. Πάτερ δίκαιε καί ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω ἐγώ δέ σέ ἔγνων καί οὗτοι ἔγνωσαν, ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καί ἐγνώρισα αὐτοῖς τό ὄνομά σου καί γνωρίζω. Ἵνα ἡ ἀγάπη ἥν ἠγάπη-σας με, ἐν αὐτοῖς ἦ, κἀγώ ἐν αὐτοῖς.

Κοινωνικόν. Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον.

 
 
Τυπικά καί ἐκ τοῦ Κανόνος Ὠδή γ’ καί στ’. Ὁ Ἀπόστολος. Προκείμενον Ἦχος βαρύς.
Εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν. Στίχ. Εἰσάκουσον ὁ Θεός τῆς φωνῆς μου.
Πρός Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τό Ἀνάγνωσμα.
δελφοί, οἱ Ἅγιοι Πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπό ἀσθενείας, ἐγεννήθησαν ἰσχυροί ἐν πολέμῳ. Παρεμβολάς ἔκλιναν ἀλλοτρίων. Ἔλαβον γυναῖκας ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκρούς αὐτῶν. Ἄλλοι δέ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τήν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν. Ἕτεροι δέ ἐμπαιγμῶν καί μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δέ δεσμῶν καί φυλακῆς. Ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον. Περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι (ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος), ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως, οὐκ ἐκομίσαντο τήν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περί ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος Μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καί τήν ἐμπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν.

συμμαχήσας, Κύριε, τῶ πραοτάτῳ Δαβίδ, ὑποτάξαι τόν ἀλλόφυλον καί τῶ πιστῶ Ἀλεξάνδρῳ συμπολεμήσας κατά βαρβάρων, Αὐτός καί νῦν τῶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ Σου κατάβαλλε, Δέσποτα, τούς ἀθέους τυράνους τῆς Ἐκκλησίας Σου. Ὅτι ἤλθοσαν οὗτοι ἐν σκηναῖς Σου καί τόν πανάγιον τόπον ἐμίαναν. Ἔστησαν τά σημεῖα τῆς ἑαυτῶν δυσσεβείας ὑπέρ τήν τοῦ Σταυροῦ Σου σημαίαν. Τάς σάρκας τῶν Ὁσίων Σου εἰς βοράν προσέῤῥιψαν τοῖς θηρίοις. Ἀλλ’ ἀνάστηθι, Σῶτερ, καί τούτους κατάῤῥαξον, ἐνισχύων τούς στρατιώτας τῆς Ἁγίας Σου Πίστεως. Δεῖξον, Εὔσπλαχνε, εἰς ἡμᾶς τά ἀρχαῖα ἐλέη Σου καί γνώτω πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι Σύ εἷ ὁ Θεός ἡμῶν καί ἐν Σοί πεποιθότες νικῶμεν, πρεσβευούσης συνήθως τῆς Ἀχράντου Σου Μητρός, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Φωταυγής ὥσπερ ἥλιος ἐκ Βοῤῥᾶ ἀνατέταλκας, καταυγάζων ἅπασαν τήν ὑφήλιον ταῖς ἀστραπαῖς τῶν θαυμάτων σου, Θεόφρον Ἀλέξανδρε, Βασιλέων καλλονή, Ἡγεμόνων εὐπρέπεια, ἱσοστάσιε τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, ὁ βαρβάρων τήν ἰσχύν ἐξουδενώσας καί τάς ἐνέδρας τοῦ σχίσματος. (Δίς).





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου