Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009


ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΝ ΑΜΑΡΤΗΜA

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Το κείμενο αυτό αποτελεί επιστολή πρός τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, η οποία απεστάλη την 10. 7. 2003.

Αιδεσιμολογιώτατε π. Θεόδωρε, την ευχή σας.

Με μεγάλο ενδιαφέρον μελετήθηκαν οι πολύ επιτυχημένες και άκρως επίκαιρες εισηγήσεις του διεξαχθέντος συνεδρίου "Το μεγαλείο της Θείας Λατρείας" με αφορμή την προετοιμαζόμενη "Λειτουργική Αναγέννηση", οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο τεύχος 1-3 του 2002 της "Θεοδρομίας".
Είναι γνωστό, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία (το Σώμα Χριστού, το σώμα των Αγίων), έχει πλήρως υιοθετήσει την πολύ γνωστή ρήση του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή σχετικά με τις εμφανιζόμενες κατά καιρούς καινοτομίες: "Πάσα λέξις και φωνή μη τοις πατράσιν ειρημένη καινοτομία προδήλως καθέστηκε" και όπως επίσης είναι γνωστό, κάθε καινοτομία σημαίνει αίρεση.
Σύμφωνα λοιπόν με την ανωτέρω διατυπωμένη αρχή θα σταθούμε σε ένα σημείο της εισήγησης του Αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Λάμπρου Φωτόπουλου: "Προβλήματα περί την Εξόδιον Ακολουθίαν" και ειδικά στο μέρος: "3. Εκκλησιαστική κήδευση των νηπίων" και θα παρατηρήσουμε ότι τα καταγραφόμενα δεν είναι σύμφωνα με την Ορθόδοξη Πίστη και την Πατερική Παράδοση και έχουν εμφιλοχωρήσει, ίσως από την μη πλήρη κατανόηση των σχετικών με το Προπατορικό Αμάρτημα και των συνεπειών του, που στο παρατιθέμενο κείμενο φαίνεται να αποπνέουν την περί του θέματος Δυτική θεολογική θεώρηση, η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία τις περί του θέματος σχετικές αντιλήψεις του αγίου Αυγουστίνου Ιππώνος και οι οποίες αντιλήψεις αντιστρατεύονται τις περί του Προπατορικού αμαρτήματος θωρήσεις των Πατέρων της Ανατολής.
Δυστυχώς οι αντιλήψεις περί του Προπατορικού Αμαρτήματος του ανωτέρου Αγίου, αλλά και άλλες, όπως η ικανοποίηση της Θείας Δικαιοσύνης, έχουν εμφιλοχωρήσει στην Εκκλησία μας και διδάσκονται στους θέλοντες να εισέλθουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία και θέλοντες να κατηχηθούν (Πρβλ. Κων. Καλλίνικου "Ιερά Κατήχησις" έκδ. Αποστολικής Διακονίας, σελ. 55 και 56, όπου ο θάνατος του Ιησού επί του Σταυρού εγένετο: 1/ "δια να εξιλεωθή ο άπειρος Θεός" και 2/ "ώστε να κάμψη τα σπλάγχνα του Απείρου Θεού").
Με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον μελετήθηκε η Εγκύκλιος 2716/3.7.01 της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία κοινοποιήθηκε στις Ι. Μητροπόλεις προς εφαρμογή και η οποία Εγκύκλιος επιτάσσει την κήδευση των αβάπτιστων νηπίων. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής αναφέρεται, ότι καίτοι τα αβάπτιστα νήπια "ως φορείς του Προπατορικού Αμαρτήματος δεν δύνανται να εισέλθουν εις την Βασιλείαν του Θεού", πλην όμως "δύναται κατ’ αρχήν και δια λόγους φιλανθρωπίας να τελεσθή επ’ αυτών η Νεκρώσιμος Ακολουθία". Στις προτάσεις βέβαια αυτές εμπεριέχεται μια εκκλησιολογική ασυμφωνία, η οποία δημιουργεί ποικίλα ερωτήματα.
Πάνω στην εγκύκλιο αυτή της ΔΙΣ είδαν το φως της δημοσιότητας διάφορα άρθρα, στα οποία αυτή η Εγκύκλιος χαρακτηρίζεται ως εκκλησιολογική αυθαιρεσία, επιστρατεύονται οι ακροβασίες της λογικής, ο επιστημονισμός, το μπάλωμα Πατερικών χωρίων και χαρακτηρίζεται η απόφαση της ΔΙΣ λανθασμένη και παράνομη, ώστε να κλονίζεται όλη η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί του Προπατορικού Αμαρτήματος και των συνεπειών του για τον άνθρωπο. Τα άρθρα αυτά σε γενικές γραμμές υποστηρίζουν, ότι:
1.- Χρησιμοποιείται η έννοια της Εκκλησιαστικής Οικονομίας με ασάφεια και αοριστία, κάτι σαν συγχωροχάρτι, από εκείνους που αγνοούν την εσωτερική δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
2.- "Η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει ότι το Προπατορικό Αμάρτημα συνοδεύει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο".
3.- "Τα αβάπτιστα νήπια ως φορείς του Προπατορικού Αμαρτήματος δεν δύνανται να εισέλθουν εις την Βασιλείαν του Θεού".
4.- "Η Εκκλησία ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα των αβάπτιστων νηπίων, αλλά επικέντρωσε τον προβληματισμό της στην ουσία του προβλήματος, στην ευθύνη δηλαδή των γονέων όχι σε ψευτοπαρηγοριές και μπορούμε να ανατρέξουμε στον ΚΔ΄ κανόνα του αγ. Ιωάννου του Νηστευτού που επιτιμά με τρία χρόνια αποχή από την θ. κοινωνία τους γονείς που δεν βάπτισαν εγκαίρως το παιδί τους".
5.- "Αστοχεί η απόφαση (της ΔΙΣ) επικαλούμενη τόσο την προσωπική αθωότητα των νηπίων (Άγ. Γρηγόριος Νύσσης) όσο και τον ποινικό χαρακτήρα της στέρησης των επικηδείων προσευχών"
6.- Κατά την κήδευση των μελών της η Εκκλησία "εύχεται για τις τυχόν αμαρτίες τους (όχι για την απάλειψη του Προπατορικού Αμαρτήματος)".
7.- "Συμπλέκει την προσωπική αθωότητα των νηπίων με την προτεινόμενη επικήδεια Ακολουθία κατά την οποίαν ούτε λίγο ούτε πολύ δέχεται ότι το Προπατορικό Αμάρτημα δεν εμποδίζει τα νήπια να πάνε στον Παράδεισο" και "ουσιαστικά αρνείται την σημασία του Προπατορικού Αμαρτήματος, το οποίον σε τελευταία ανάλυση το θεωρεί περιττό".
8.- "Όλη αυτή η μεθόδευση οδηγεί στην αίρεση του Πελαγιανισμού" όπου "ο νηπιοβαπτισμός δεν έχει κανένα νόημα και τα νήπια είναι στην ίδια κατάσταση αθωότητας που ήταν ο Αδάμ πριν από το Προπατορικό Αμάρτημα".
Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων σημείων των δημοσιευθέντων άρθρων, καθώς και της εισήγησης του π. Φωτόπουλου καταφαίνεται, ότι το Προπατορικόν Αμάρτημα (η ανυπακοή στο Δημιουργό) κληρονομείται σε κάθε άνθρωπο, ο οποίος γεννιέται και τούτο μόνο δια του Βαπτίσματος απαλείφεται και ότι τα αβάπτιστα νήπια, όταν αποθάνουν, δεν εισέρχονται στη Βασιλείαν του Θεού και επομένως δεν δικαιούνται Εκκλησιαστικής ταφής.
Πάνω στα ανωτέρω εκτεθέντα αντιπαρατίθενται οι παρακάτω Αγιογραφικές και Αγιοπατερικές θέσεις, καθώς και αναλύσεις για το ζήτημα αυτό από έγκριτους και έγκυρους θεολόγους, που θητεύουν ή θήτευσαν από υπεύθυνες θέσεις στην Εκκλησία μας και θεωρούνται έγκυροι αναλυτές των Πατερικών μας κειμένων:
1.- "Ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, και οι υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων. έκαστος εν τη αυτού αμαρτία αποθανείται" (Δευτ. 24. 16).
2.- "Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτοίς από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων. τότε επληρώθη το ρηθέν υπό Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος. φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν" (Ματθ. 2. 16-18). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι για τα σφαγιασθέντα άγια νήπια (και μη βαπτισθέντα) ορθά υποστηρίζεται ότι το αίμα του μαρτυρίου τους υπήρξε και το Βάπτισμά τους.
3.- "Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών" (Ματθ. 18. 3). Εάν δεν μετανοήσετε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη μετανοίας, καθότι δεν φέρουν κρινόμενα αμαρτήματα.
4.- "Ιδόντες δε οι Αρχιερείς και οι Γραμματείς τα θαυμάσια ά εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας, ωσαννά τω υιώ Δαυείδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ. ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς. ναι. ουδέπωτε ανέγνωτε ότι εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον; (Ματθ. 21. 15-16). Ο ύμνος προς τον Θεόν εκφέρεται μόνον από στόματα νηπίων, δηλ. αυτά βρίσκονται σε επικοινωνία με την θεότητα και την υμνούν.
5.- "Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με ... των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού" (Μαρκ. 10. 14, Λουκ. 18. 16). Τυπικά τα παιδιά εκείνα ήταν αβάπτιστα, όπως και οι γονείς τους, που όμως δεν ήτανε άπιστοι, αλλά ζητούσαν την ευλογία του Θεού.
6.- "Ει τις αδελφός γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκεί οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν. και γυνή ει τις έχει άνδρα άπιστον, και αυτός συνευδοκεί οικείν μετ’ αυτής, μη αφιέτω αυτόν, ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί. επεί άρα τα τέκνα υμών ακάθαρτα εστι, νυν δε άγιά εστιν" (Κορινθ. Α΄ 7. 12-15). Δηλ. εάν ένας πιστός αδελφός συγκατοικεί με γυναίκα άπιστη, ας μη την αφίνει. Και εάν μια γυναίκα πιστή συγκατοικεί με άνδρα άπιστο, ας μην τον αφήνει. Γιατί ο άπιστος άνδρας αγιάζεται μέσω της γυναίκας και η άπιστη γυναίκα αγιάζεται μέσω του άνδρα. Αν δεν συνέβαινε τούτο τα τέκνα θα ήταν ακάθαρτα. Τώρα όμως, λόγω του ότι γεννήθηκαν από γονείς που έχουν αγιασμό, είναι και αυτά άγια, μετέχουν δηλαδή και μεταλαμβάνουν της πίστης και του αγιασμού του πιστού μέλους.
7.- "Αδελφοί, μη παιδία γίνεσθε ταις φρεσίν, αλλά τη κακία νηπιάζετε, ταις δε φρεσί τέλειοι γίνεσθε" (Κορινθ. Α΄ 14. 20). Τα νήπια δεν φέρουν καμία κακία και έτσι πρέπει να μην έχουν κακία και οι μεγάλοι.
8.- "Το δε απειρόκακον νήπιον, μηδεμιάς νόσου των της ψυχής ομμάτων προς την του φωτός μετουσίαν επιπροσθούσης, εν τω κατά φύσιν γίνεται, μη δεόμενον της εκ του καθαρθήναι υγιείας, ότι μηδέ την αρχήν την νόσον τη ψυχή παρεδέξατο" (Αγ. Γρηγορίου Νύσσης: "Περί των νηπίων των προ ώρας αφαρπαζομένων" μέρος 8). Δηλ. Το απειρόκακο όμως νήπιο καταλήγει στη φυσική ζωή, εφόσον καμιά ασθένεια δεν παρεμβάλλεται στα μάτια της ψυχής για την κοινωνία του φωτός, και δεν έχει ανάγκη την υγεία, που προέρχεται από τον εξαγνισμό, επειδή ούτε στην αρχή δεν δέχτηκε στην ψυχή την ασθένεια.
9.- "Πως αμαρτωλοί δι’ αυτόν κατεστάθησαν οι πολλοί; Τι προς ημάς τα εκείνου πταίσματα; πως δε όλως οι μήπω γεγενημένοι καταδεδικάσμεθα συν αυτώ, καίτοι Θεού λέγοντος. ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, ούτε τέκνα υπέρ Πατέρων, ψυχή η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται; Ουκούν ψυχή μεν η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται. Αμαρτωλοί δε γεγόναμεν δια της παρακοής του Αδάμ δια τοιόνδε τρόπον. πεποίητο μεν γαρ επί αφθαρσία και ζωή, ην δε αυτώ και ο βίος αγιοπρεπής εν τω παραδείσω της τρυφής, όλος ην και δια παντός εν θεοπτίαις ο νους, εν ευδεία δε και γαλήνη το σώμα, κατηρεμούσης απάσης αισχράς ηδονής. ου γαρ ην εκτόπων κινημάτων θόρυβος εν αυτώ. Επειδή δε πέπτωκεν υφ’ αμαρτίαν και κατώλισθεν εις φθοράν, εντεύθεν εισέδραμον την της σαρκός φύσιν ηδοναί τε και ακαθαρσίαι, ανέφυ δε και ο εν τοις μέλεσιν ημών αγριαίνων νόμος. Νενόσηκεν ουν η φύσις την αμαρτίαν δια της παρακοής του ενός, τουτέστιν Αδάμ. ....." (Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας: Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Migne, P.G., 74, 788-789).
10.- "Η γαρ άωρος τελευτή των νηπίων ούτε εν αλγεινοίς είναι τον ούτω του ζην παυσάμενον νοείν υποτίθεται ούτε κατά το ίσον τοις δια πάσης αρετής κατά τον τήδε βίον κεκαθαρμένοις γίνεται" (Αγ. Γρηγορίου Νύσσης: Προς Ιέριον περί των προ ώρας αναρπαζομένων νηπίων, P.G. 46, 192).
11.- "Μήτε δοξασθήσεται, μήτε κολασθήσεται παρά του δικαίου κριτού, ως ασφραγίστους μεν, απονήρους δε, αλλά παθόντας μάλλον την ζημίαν ή δράσαντας. ου γαρ όστις ου κολάσεως άξιος, ήδη και τιμής" (Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου: Λόγος μ΄. Εις το άγιον Βάπτισμα, P.G. 36, 389).
12.- "Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ότι, όταν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και τον έβαλε στον παράδεισο, και ο άνθρωπος είχε τα πάντα, προκειμένου να κάνει τον δρόμο αυτό που χρειαζόταν, για να ανδρωθεί, του έδωσε μία εντολή. Ήταν τέλειος ο άνθρωπος, όπως ένα νήπιο. Ένα νήπιο όλα τα έχει, αλλά είναι νήπιο. πρέπει να ζήσει, για να ανδρωθεί." (Συμεών Κραγιόπουλου, Πρεσβύτερου: "Αδάμ, που εί;", σελ. 125).
13.- Ο Ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι βαπτίζουμε και τα νήπια "καίτοι αμαρτήματα ουκ έχοντα", ώστε να προστεθή "αγιασμός, δικαιοσύνη, υιοθεσία, κληρονομία, αδελφότης του Χριστού τα μέλη είναι, το κατοικητήριον γενέσθαι του πνεύματος" (Θεοδώρου Ζήση, Πρεσβυτέρου, καθ. Α.Π.Θ. : "Άνθρωπος και κόσμος εν τη οικονομία του Θεού κατά τον Ι. Χρυσόστομον", σελ. 119).
14.- "Γεγόναμεν της εν Αδάμ κατάρας κληρονόμοι. Ου γαρ πάντως ως συν εκείνω παρακούσαντες της θείας εκείνης εντολής τετιμωρήμεθα, αλλ’ ότι θνητός γεγονώς, εις το εξ αυτού σπέρμα παρέπεμψε την αμαρτίαν. θνητοί γαρ γεγόναμεν εκ θνητού." (Άγ. Αναστάσιος Σιναϊτης).
15.- "Περί Νηπίων δυο ή τριών χρόνων. Πάλιν δε εχώρισεν ο Κύριος άλλην συναγωγήν, η οποία εσταμάτησεν εμπρός Του τετυφλωμένη, πλην οδηγουμένη υπό Θεού επήγεν. Εις ταύτην δεν εβάρυνεν ούτε καλόν ούτε κακόν. Τα δε πρόσωπά των ήσαν ωσεί χνους. Και ούτε εντρέποντο ούτε εδοξάζοντο. τα δε φορέματά των ήσαν πενιχρά και τα χέρια και τα πόδια των γυμνά. όμως εις ταύτα όλα δεν εντρέποντο, ούτε ο Κύριος ωργίσθη κατ’ αυτών, αι αμαρτίαι των ήσαν εις τους γονείς των. Επρόσταξε δε ο Κύριος να τους δώσουν ολίγης απολαύσεως ανάπαυσιν. Εν τούτοις ο τόπος της αναπαύσεως εκείνης δεν ήτο εις την Βασιλείαν των Ουρανών ούτε εις την Αγίαν Πόλιν, αλλά εις τόπον της ανατολής, εις τον οποίον τους έβαλεν ο Κύριος, διότι εβόησαν παράκλησιν προς τον φοβερόν Κριτήν και είπον: "Κύριε, λυπήσου μας, ότι Χριστιανών τέκνα είμεθα και δεν μας άφησεν ο αιφνίδιος θάνατος να δεχθώμεν την σφραγίδα Σου, το Άγιον Βάπτισμα. Και αν ίσως ηθέλαμεν ζήσει εις τον κόσμον, ηθέλαμεν σπουδάσει να Σου αρέσωμεν και μας ήθελες βάλει εις την Βασιλείαν Σου". Ταύτα έγιναν και εις τούτην την συναγωγήν, εις την οποίαν ήσαν παιδιά Χριστιανών αβάπτιστα και τα ανέστησεν ο Κύριος ο Θεός εις την ηλικίαν των άλλων ανθρώπων και εισήκουσε την παράκλησίν των". (Αποκαλυπτικό όραμα αγ. Βασιλείου του νέου, 10ος αιώνας. Πρωθ. Ευγ. Τόμπρου: Στόμα Θανάτου, 1971, σελ. 76-77).
16.- "Ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύαν νήπια και έθεσεν αυτούς εν τω παραδείσω" (Ιωάννη Ρωμανίδη, πρεσβυτέρου, Καθηγητή Α.Π.Θ.: "Το προπατορικόν Αμάρτημα", σελ. 156).
17.- "Διό ουχ ως φθονών αυτώ ο Θεός, ως οίονταί τινες, εκέλευσεν μη εσθίειν από της γνώσεως. Έτι μην και εβούλετο δοκιμάσαι αυτόν, ει υπήκοος γίνεται τη εντολή αυτού" (Θεόφιλος Αντιοχείας: Προς Αυτόλυκον Β΄, 24). Ο άνθρωπος, "έτι νήπιος ων" κατά τον Θεόφιλο, είχεν ανάγκην ικανής πνευματικής ασκήσεως και δοκιμασίας, ίνα φθάση εις την δυνατότητα να φάγη ακινδύνως εκ του ξύλου της γνώσεως (Ι. Ρωμανίδη, πρεσβ. καθ. ΑΠΘ: Το προπατορικόν αμάρτημα, σελ. 122).
18.- "Ερωτήθη και περί τούτου ο Πατήρ ούτος, από ποίαν ηλικίαν του ανθρώπου κρίνονται παρά Θεού τα αμαρτήματα; και αποκρίνεται ότι, κατά την γνώσιν και την φρόνησιν του κάθε ανθρώπου, έτσι κρίνονται και τα αμαρτήματά του. Διότι, εκείνα μεν τα παιδία όπου είναι φύσεως δεξιάς και έξυπνα, αυτά ευκολώτερα και ογλιγωρότερα διακρίνουσι το καλόν από το κακόν, δια τούτο και από δέκα χρόνων κρίνονται παρά Θεού τα αμαρτήματά των. Εκείνα δε όπου εξ εναντίας είναι φύσεως νωθράς, και νοός αποκοιμημένου, δυσκολώτερα και αργότερα έρχονται εις την του καλού και κακού διάκρισιν, όθεν και από περισσοτέρους χρόνους της ηλικίας των κρίνονται παρά Κυρίου τα αμαρτήματά των. Όρα και την υποσημ. του μ΄ της s´". (Ερμηνεία ΙΗ΄ κανόνος Τιμοθέου Αλεξανδρείας. Πηδάλιο, σελ. 676). Επομένως τα παιδιά μέχρι τουλάχιστον 10 ετών δεν διαπράττουν αμαρτήματα κρινόμενα, καθότι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη κρίση και λογική.
19.- "Καθ’ όσον δε η νεωτέρα συστηματική της δογματικής διατύπωσις (του προπατορικού αμαρτήματος) εγένετο υπό την αναντίρρητον επίδρασιν της σχολαστικής θεολογίας, η δε επιστημονική θεολογική κίνησις των Διαμαρτυρομένων μεταδίδεται και εις την ημετέραν Θεολογίαν, η περί προσωπικής ευθύνης επί τη αρχεγόνω αμαρτία δόξα φέρεται εν επιγνώσει ή ανεπιγνώστως και παρ’ ημίν, πρώτος δε ο μακαρίτης καθηγητής του πανεπιστημίου Δαμαλάς εξήλεγξεν αυτήν ως απάδουσαν τη Γραφή και τη διδασκαλία των Πατέρων αρνούμενος εν γένει πάσαν επί τη αρχεγόνω αμαρτία ενοχήν" (Χ. Ανδρούτσου, καθ. Πανεπ.: Δεύτερον μάθημα περί του Προπατορικού αμαρτήματος, Κωνσταντινούπολη 1896, σελ. 5).
20.- "Ευτυχώς τα περί του ανευθύνου του ανθρώπου επί τη αρχεγόνω αμαρτία παρά τοις Πατράσι αμέσως ή εμμέσως φερόμενα είναι ούτω σαφή και αναμφισβήτητα, ώστε ευχερώς δύναταί τις να συνεικάση το περί τούτου φρόνημα των Πατέρων καταρτίζων αυτό ένθεν μεν προφανώς και αναμφισβητήτως εξ όσων περί νηπιοβαπτισμού και τύχης νηπίων αβαπτίστων απεφήναντο, ένθεν δε και εξ ετέρων μαρτυριών αυτών" (Χ. Ανδρούτσου, ως ανωτέρω, σελ. 37).
21.- "Δεν υφίσταται δια τους Έλληνας Πατέρας το υπό δικανικήν μορφήν τεθέν πρόβλημα περί της κληρονομικότητος της ενοχής του Αδάμ και περί της επακολουθησάσης τιμωρίας της ανθρωπότητος λόγω προσβολής της θείας δικαιοσύνης ή φύσεως" (Ι. Ρωμανίδη: πρεσβ. καθ. ΑΠΘ: "Το προπατορικόν αμάρτημα" 1992, σελ. 19).
22.- "Ούτω μεταχειριζόμενος τον Χριστόν ως την κλείδα της αρχεγόνου καταστάσεως περιγράφει ο Ειρηναίος (Λουγδούνων) την προς την τελείωσιν και αθανασίαν πορείαν των πρωτοπλάστων. Επομένως, όπως ο Χριστός εγεννήθη νήπιος και ακολούθως ηυξήθη σωμα -τικώς, ηνδρώθη και προέκοψε και ετελειοποιήθη (όχι από της αμαρτίας προς την τελείωσιν, αλλά εκ καταστάσεως βρέφους εις τέλειον ηνδρωμένον διανοητικώς και σωματικώς, και δια πειρασμού ακόμη, άνθρωπον), ούτω και οι πρωτόπλαστοι εκτίσθησαν παρομοίως νήπιοι, ίνα αυξηθούν, ανδρωθούν και γίνουν τέλειοι σωματικώς και ψυχικώς. Ο Χριστός εγεννήθη άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως. εν τούτοις όμως προέκοψε και ετελειοποιήθη. Ούτω και οι πρώτοι άνθρωποι επλάσθησαν άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως, ίνα προκόψουν και γίνουν τέλειοι. Όπως ο Χριστός έγινε κατά την ανθρωπίνην φύσιν άφθαρτος και απαθής μετά την ανάστασιν, ούτω και ο άνθρωπος τέλειος γενόμενος θα έφθανε την αφθαρσίαν..... Κατά τον Ειρηναίον (Λουγδούνων) και τον Θεόφιλον (Αντιοχείας) οι πρωτόπλαστοι όντες νήπιοι προσεβλήθησαν υπό του σατανά και αδίκως επλήγησαν. Η δυνατότης της παρακοής της θείας εντολής τη συστάσει του όφεως οφείλεται κατά πολύ εις το γεγονός ότι οι πρώτοι άνθρωποι δεν είχον ακόμη τελειοποιηθή" (Ερμηνεία από το χωρίο: Ειρηναίου Λουγδούνων, Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, Δ΄ XXXVII, 3. Ι. Ρωμανίδη, ως ανωτέρω, σελ. 150-151).
23.- "Άπαξ γίνει δεκτόν ότι η φθορά και ο θάνατος αποτελούν εκ Θεού τιμωρίαν όλων των ανθρώπων (όπως δια τον Αυγουστίνον η εις χείρας του διαβόλου και εις θάνατον καταδί-κη του ανθρώπου είναι, ένεκα της εν τω Αδάμ συνενοχής όλων των ανθρώπων, θέλημα Θεού), δημιουργείται αδιέξοδον όσον αφορά την μετάδοσιν αυτών εις τους απογόνους του Αδάμ. Δια να διαφυλαχθή υπό τας προϋποθέσεις αυτάς η αγαθότης του Θεού, πρέπει κατά κάποιον τρόπον να είναι ένοχος της πτώσεως όλη η ανθρωπότης. Αλλά δια τους συγγραφείς (Έλληνες Πατέρες) δεν υφίσταται τοιούτον θέμα, απλούστατα διότι, κατ’ αυτούς ο θάνατος δεν είναι εκ Θεού. επετράπη ο θάνατος υπό του Θεού ουχί ένεκα τιμωρού τινός διαθέσεως της θείας δικαιοσύνης, αλλά τουναντίον ένεκα της θείας προς τον άνθρωπον ευσπλαγχνίας" (Ι. Ρωμανίδη, ως ανωτέρω, σελ. 154-155).
24.- "Κατά την Δυτική αντίληψη η κληρονόμηση του θανάτου είναι κληρονόμηση της ενοχής, ωσάν ο κάθε άνθρωπος να αμάρτησε στο πρόσωπο του Αδάμ και, επομένως, ο καθένας είναι αίτιος του δικού του θανάτου. Όμως στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων φαίνεται ότι δεν πρόκειται για κληρονόμηση ενοχής, αλλά για κληρονόμηση των συνεπειών της αμαρτίας του Αδάμ, που είναι η φθορά και η θνητότητα" (Ιεροθέου, Μητροπολίτη Ναυπάκτου: "Η ζωή μετά τον θάνατο" σελ. 48-49).
25.- "Ο Αυγουστίνος, που επηρέασε πολύ την σχολαστική θεολογία της Δύσεως και στο θέμα της κληρονομήσεως του θανάτου, υποστήριζε ότι κληρονομήσαμε την ίδια την αμαρτία του Αδάμ, ενώ στην πατερική παράδοση φαίνεται ότι κληρονομούμε τις συνέπειες της αμαρτίας, που είναι η φθορά και η θνητότητα, οι οποίες μεταδίδονται μέσα από την σωματική γέννηση" (Ιεροθέου, όπως ανωτέρω, σελ. 49).
26.- "Η Ορθόδοξη Θεολογία δεν διδάσκει αυτό που λέγει η Δυτική Θεολογία, ότι ο άνθρωπος κληρονομεί την ενοχή του Προπατορικού Αμαρτήματος. Γιατί πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος με την γέννησή του έχει καθαρό νου, ο νους του βρίσκεται στον φωτισμό, που συνιστά το κατά φύσιν" (Ιεροθέου, ως ανωτέρω, σελ. 108).
27.- "Αφού τα νήπια έχουν καθαρό νου, ο οποίος βρίσκεται στον φωτισμό, και το νήπιο κάνει νοερά προσευχή, τότε γιατί τα βαπτίζουμε; Η απάντηση, όπως φαίνεται σε όλη την πατερική παράδοση, είναι ότι δια του αγίου Βαπτίσματος δεν απαλλασσόμαστε από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος (γιατί τέτοιο αμάρτημα δεν φέρομε), αλλά εκκεντριζόμαστε στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και αποκτούμε την δυνατότητα να νικήσουμε τον θάνατο" (Ιεροθέου, ως ανωτέρω, σελ. 108-109).
28.- "Το βάπτισμα του νηπίου ορίζεται και εξαρτάται από τη θέληση των γονιών του και αυτό το έχει αποδεχθεί και θεσπίσει η Εκκλησία, καθότι το αβάπτιστο νήπιο είναι ανεύθυνο. Η υπάρχουσα πιθανώς ευθύνη των πιστών γονέων ως προς την καθυστέρηση και αναβολή του βαπτίσματος δεν υποδηλώνει ούτε απιστία ούτε δόλο των ιδίων, αλλ’ ούτε ασφαλώς και του ανεύθυνου και αθώου νηπίου. Έτσι όταν οι γονείς ζητούν την ευλογία και χάρη της Εκκλησίας για την κήδευση και ταφή του θανόντος νηπίου τους, ασφαλώς θα τη ζητούσαν και για τη βάπτισή του. Και η πρόθεσή τους αυτή μπορεί να διαπιστωθεί, αν μάλιστα ο θάνατος επήλθε μετά το Σαραντισμό, που είναι ο πρώτος εκκλησιασμός του νηπίου και γι’ αυτό η σχετική ευχή λέγεται και προβαπτισματική. Και το αυτό ισχύει και για τις επίσης προβαπτισματικές ευχές "εις γυναίκα λεχώ τη πρώτη ημέρα της γεννήσεως του παιδίου αυτής" και "εις το κατασφρα -γίσαι παιδίον λαμβάνον όνομα τη ογδόη ημέρα της γεννήσεως αυτού", όταν γίνεται η σχετική τελετή της ονοματοδοσίας του παιδιού" (Μοναχού Νικόδημου Μπιλάλη: Περιοδικό Πολύτεκνη Οικογένεια αρ. φ. 89, σελ. 21).
29.- "Πουθενά στην Π. Διαθήκη δεν γίνεται λόγος για ένα αμάρτημα που μεταβιβάζεται κληρονομικά ως ενοχή στους απογόνους του Αδάμ, όπως το παρουσίασε κυρίως η δυτική θεολογία..... Νομίζω, όλη η ιστορία της Π. Διαθήκης είναι η επανάληψη του προπατορικού αμαρτήματος, ως παρακοής στο θέλημα του Θεού με όλες τις γνωστές συνέπειες. Με άλλα λόγια τα μεταπατορικά αμαρτήματα, ως παρακοή στο θέλημα του Θεού με τις γνωστές συνέπειες της έκπτωσης και της απώλειας αγαθών, έχουν ουκ ολίγη ομοιότητα με το προπατορικόν αμάρτημα, που φυσικά δεν είναι η σεξουαλικότητα!" (Ν. Ματσούκα, καθ. Θεολογικής ΑΠΘ. Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην εξαήμερο του Μ. Βασιλείου, σελ. 39).
30.- "Η Πατερική θεολογία είδε το Προπατορικό Αμάρτημα ως αρρώστια και δεν έκανε λόγο για καμιά κληρονομική ενοχή παρά μονάχα για την κληρονόμηση της φθοράς και του θανάτου". Όμως: "Επηρεασμένος ο άνθρωπος κυρίως από το νομικό πνεύμα και τη δικαιική τάξη, στο εκδηλούμενο κακό, θέλει πάντοτε ν’ αναζητεί ευθύνη και τιμωρία!" (Ι. Κορναράκη, καθ. Θεολογικής Παν. Αθηνών. Η κρίση της Θεολογικής αυτοσυνειδησίας. "Παρακαταθήκη" αρ. 35, σελ. 6).
31.- "Ο πάνσοφος Παύλος έγραψε να μη γινόμαστε παιδιά στο μυαλό, αλλά να είμαστε σαν τα νήπια ως προς την κακία, ενώ στη σκέψη να τελειοποιούμαστε. Διότι δεν είναι δυνατόν, αν πρώτα δεν καθαρισθούμε από την κακία και δεν γίνουμε αγνοί σαν τα νήπια, να γίνουμε τέλειοι στη σκέψη ή τέλειοι άνθρωποι και τίμιοι εργάτες της αλήθειας" (Αγ. Ισίδωρου Πηλουσιώτη, Επιστολές, ΕΠΕ Α΄ 442).

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα Αγιογραφικά και Αγιοπατερικά κείμενα καταφαίνεται, ότι η σοφία των Πατέρων αντιμετωπίζει τελείως διαφορετικά το θέμα του Προπατορικού Αμαρτήματος, απ’ ότι η Δυτική θεολογία, η θέση τους δε αυτή βεβαίως καθίσταται και θέση της καθόλου Εκκλησίας.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, ο άνθρωπος δεν κληρονομεί το Προπατορικό Αμάρτημα, αλλά την φθορά και την θνητότητα, από τα οποία δεν τον απαλλάσσει το Βάπτισμα. Τα νήπια κανένα αμάρτημα δεν κατέχουν (ούτε και το Προπατορικό), το αντίθετο μάλιστα, καθότι βρίσκονται σε άμεση κοινωνία με τον Θεό επειδή έχουν καθαρό νου και ο νους τους βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό, αυτός δε ο νους τους βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού (όπως ο προπτωτικός Αδάμ), η δε βάπτιση των νηπίων είναι ο εκκεντρισμός τους, ως μέλη της Εκκλησίας και όχι η απαλλαγή τους από το Προπατορικό Αμάρτημα (το οποίον βέβαια δεν φέρουν).
Όσον αφορά δε την είσοδο ή μη των αβάπτιστων παιδιών στη Βασιλεία του Θεού καταφαίνεται σαφώς, ότι ο ίδιος ο Θεός και μόνο γνωρίζει, εμείς δε οπωσδήποτε δεν μπορούμε να πούμε, ότι είναι στον Παράδεισο, ούτε βέβαια μπορούμε να πούμε (όπως το αποκλείει ο άγιος Γρηγόριος), ότι είναι στην κόλαση.
Θεωρείται επομένως, ότι η απόφαση της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος, να επιτρέπεται η εκκλησιαστική κήδευση των θανόντων αβάπτιστων βρεφών (αν και σφαλερώς παραδέχεται την κληρονόμηση του Προπατορικού Αμαρτήματος), δεν αποτελεί εκκλησιολογική αυθαιρεσία (αν και δεν υπάρχει παράδοση στην κήδευση αυτή), όμως συμφωνεί με την Πατερική θεολογία, ενώ το αντίθετο εισάγει στην Ορθόδοξη Εκκλησία θέσεις και απόψεις της Δυτικής σχολαστικής θεολογίας, οι οποίες έχουν τις βάσεις τους στην Αυγουστινιανή Θεολογία, η οποία αναπτύχθηκε περαιτέρω και εδραιώθηκε από τον Αβελάρδο, τον Άνσελμο, τον Θωμά Ακινάτη και τους υπόλοιπους Δυτικούς σχολαστικούς θεολόγους.

ΣΗΜ : Την κληρονόμηση του Προπατορικού Αμαρτήματος, πρώτη καθιερώνει η Τοπική Σύνοδος της Καρθαγένης το 419, με τον ρκα΄ Κανόνα της. Η Σύνοδος αυτή δογμάτισε κατ’ αυτό τον τρόπο, υπό την επίδραση της θεολογίας του παρόντος σ’ αυτήν επ. Ιππώνος Αυγουστίνου, η δε θεολογία αυτή έκτοτε έγινε βασικό δόγμα των Λατίνων. Τον Κανόνα αυτόν επικυρώνει και ο β΄ Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρεται δε και στις μετέπειτα Τοπικές Συνόδους Κων/πόλεως 1638 και 1672, καθώς και Ιεροσολύμων 1672.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τό κείμενο αὐτό ἀρχικά παρουσιάστηκε σάν ὁμιλία σέ ἑσπερινή ἐκδήλωση στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν, τήν Κυριακή 23η Νοεμβρίου 1998. Ἡ ἐκδήλωση εἶχε διοργανωθεῖ μέ τήν εὐλογία τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κυροῦ Ἀνδρέου (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), μερίμνῃ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, στά πλαίσια τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς χιλιετηρίδος ἀπό τῆς ὁσίας κοιμήσεως τοῦ ἁγ. Νίκωνος (998 – 1998). Στή συνέχεια τοῦ κείμενο κυκλοφόρησε σέ ἰδιαίτερο τομίδιο 30 σελίδων, στή σειρά τῶν ἐκδόσεων τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου ἁγ. Αἰκατερίνης, Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς.

Εἰσαγωγή.
Ἡ ἐποχή τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως τοῦ ὁσ. Νίκωνος.
Τό ἔτος 1998 συμπληρώθηκαν 1000 ἔτη (988 - 1988) ἀπό τῆς μακαρίας κοιμήσεως τοῦ ὁσ. Νίκωνος τοῦ «Μετανοεῖτε», κήρυκος τοῦ Εὐαγγελίου μέ ἱεραποστολικό ἔργο μεγάλης θρησκευτικῆς καί ἐθνικῆς σημασίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀποδίδει ἐξέχουσα τιμή σ’ αὐτό τόν σκαπανέα Ἱεραπόστολο, ἰδιαιτέρως ἡ Ἳερά Μητρόπολις Μονεμβασίας καί Σπάρτης, ἡ ὁποία τόν θεωρεῖ πολιοῦχο της.
Γιά νά γίνει κατανοητό τό μέγεθος, τόσο τῆς προσωπικότητος τοῦ Ὁσίου, ὅσο καί τῆς προσφορᾶς του στήν Ἐκκλησία καί τό Ἔθνος, πρέπει νά γίνει ἀναφορά στήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἑλλάδα κατά τόν 10ο αἰ. (κατά τόν ὁποῖο ἔδρασε ὁ Ἅγιος), ἀπό ἄποψη κοινωνική, πολιτική καί θρησκευτική.
Στά μέσα τοῦ 8ου αἰ. (τό 746 μ. Χ.), ἡ Πελοπόννησος ἀρχικά καί στή συνέχεια καί ἡ ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, κτυπήθηκε ἀπό ἐπιδημική νόσο. Οἱ συνέπειες τῆς ἐπιδημίας στόν πληθυσμό ἦσαν τρομακτικές. Οἱ κάτοικοι ἀποδεκατίσθηκαν. Ἔτσι ὁ Αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ζ’ ὁ Πορφυρογέννητος ἀναγκάστηκε νά μεταφέρει στήν Ἑλλάδα καί κυρίως στήν Πελοπόννησο Σλαβικούς πληθυσμούς. Οἱ Σλάβοι ἀφοῦ ἐγκαταστάθηκαν, ἄρχισαν νά δημιουργοῦν προβλήματα στήν Αὐτοκρατορία. Τό 807 μάλιστα ἔφτασαν νά πολιορκήσουν τήν Πάτρα (ἡ διάσωση τῆς πόλεως τότε ἀποδόθηκε σέ θαῦμα τοῦ πολιούχου της ἁγ. Ἀποστόλου Ἀνδρέα). Μόλις τό 849 ὁ Αὐτοκράτορας Θεόφιλος κατάφερει νά ὑποτάξει τούς Σλάβους τῆς Πελοποννήσου, ἐκτός ἀπό τίς φυλές τῶν Μηλιγγῶν καί τῶν Ἐζεριτῶν, οἱ ὁποῖες κατέφυγαν σέ ἀπρόσιτες περιοχές τοῦ Ταϋγέτου (οἱ δύο αὐτές φυλές ὑποτάχθηκαν τελικά τό 922, ἀπό τόν Στρατηγό Κρηνίτη Ἀροτρᾶ).
Ἕνα δεύτερο πρόβλημα γιά τήν νότια Ἑλλάδα ἦταν ἡ Ἀραβοκρατούμενη Κρήτη, ἡ ὁποία εἶχε μετατραπεῖ σέ ὁρμητήριο πειρατῶν. Ἔτσι οἱ ντόπιοι πληθυσμοί, ἐκτός ἀπό τά πρακτικά προβλήματα πού καθημερινά ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς πειρατικές ἐπιδρομές, βρίσκονταν σέ κάθετη πτώση τοῦ κοινωνικοῦ, ἠθικοῦ καί πνευματικοῦ τους ἐπιπέδου. Ἡ συμβίωση μέ τά Σλαβικά στοιχεῖα (τά ὁποῖα ἐλάχιστα εἶχαν ἐκχριστιανιστεῖ καί διατηροῦσαν τά εἰδωλολατρικά τους ἔθιμα καί τίς παγανιστικές τους δοξασίες), ἡ ἔντονη Ἑβραϊκή παρουσία - ἰδίως στή Λακωνία, ὅπου Ἑβραῖοι εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ἀπό τούς προηγούμενους αἰῶνες - (ἡ ὁποία παρουσία ἀσφαλῶς ἐπηρέαζε τόν κοινωνικό περίγυρο) καί ἡ ἐπαφή μέσῳ τῶν Ἀράβων μέ τόν Μωαμεθανισμό, ὄχι μόνον ἐμπόδιζαν τήν ἐπί Ἑλληνορθοδόξων βάσεων κοινωνική καί πνευματική ἀνάπτυξη, ἀλλά δημιουργοῦσαν καί ἕνα ἐπικίνδυνο κλῖμα θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ.
Τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ ὁσ. Νίκωνος τοποθετεῖται σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν κρίσιμη ἐποχή. Ὑπῆρξε διπλῆς κατευθύνσεως, θρησκευτικό καί ἐθνικό, καί ἀπό τά πράγματα ἀποδείχθηκε σωστικό γιά τό Ἔθνος. Μέ τόν ζῆλο του ὁ Ὅσιος πέτυχε νά ἐνσωματώσει στόν Ἑλληνισμό τό Σλαβικό στοιχεῖο – στήν περιοχή τῆς Λακωνίας – καί νά τό ἐμποτίσει μέ τίς θρησκευτικές ἰδέες τῆς Ὀρθοδοξίας καί τά Ἑλληνικά ἐθνικά ἰδανικά. Τό ἴδιο συνέβη καί σέ ἄλλες περιοχές τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως στήν Κρήτη, ὅπου ὑπῆρχε ἀντιχριστιανική καί ἀνθελληνική δραστηριότητα ἀλλοδόξου καί ἀλλοεθνοῦς στοιχείου.
Τό κήρυγμα ὅμως μετανοίας τοῦ ὁσ. Νίκωνος ἀπευθύνθηκε κυρίως στούς πιστούς, στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ὁποῖα κινδύνευαν νά καταλήξουν ὀπαδοί μιᾶς παρηκμασμένης θρησκείας καί ὄχι βιωματικά μέλη τῆς Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Εὐαγγελικός βίος καί ἡ ἱεραποστολική πολιτεία τοῦ Ἁγίου, ἀποτελοῦν κυρίως μηνύματα πρός τούς πιστούς καί πρότυπα μιμήσεως τοῦ φωτεινοῦ του παραδείγματος.

Γέννηση καί καταγωγή τοῦ ὁσ. Νίκωνος
Ὁ ὅσ. Νίκων ἦταν Ἕλληνας Ποντιακῆς καταγωγῆς. Γεννήθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 920 – 925 στήν περιοχή τῆς Τραπεζοῦντας καί ἦταν γόνος πλούσιας οἰκογένειας γαιοκτημόνων. Αὐτό τοῦ ἐπέτρεψε νά λάβει ἱκανή γιά τήν ἐποχή του παιδεία. Τήν Χριστιανική ἀνατροφή του τήν πῆρε κυρίως ἀπό τό παράδειγμα τῶν ἐναρέτων γονέων του. Ἡ οἰκογένειά του μποροῦσε νά ἐξασφαλίσει στό νεαρό «κατά κόσμον» Νικήτα ἄνετη διαβίωση καί ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὅμως ἡ ἁγνή ψυχή τοῦ νέου «εἰς οὐδέν ἐλογίζετο τάς ἀπολαύσεις τοῦ κοσμικοῦ βίου», κατά τούς βιογράφους του. Καί ἡ ἀφορμή γιά τήν ὁριστική ρήξη μέ τόν κόσμο καί τήν ματαιότητά του, δόθηκε ὅταν ὁ πατέρας του τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά ἐπιθεωρήσει τά οἰκογενειακά κτήματα. «Ἡ ἀφθονία τῶν κτημάτων – γράφει ὁ ἀρχιμ. Ἱερόθεος Κυριαζόπουλος – οὐδεμίαν εὐχαρίστησιν προὐξένησεν εἰς τήν ψυχήν του, ἀντιθέτως ἡ ἀθλιότης τήν ὁποίαν παρετήρησεν εἰς τούς πτωχούς ἐργάτας, οἵτινες ἐκαλλιέργουν τά κτήματα τοῦ πατρός του, χύνοντες ἄφθονον τόν ἱδρῶταν των διά τήν αὔξησιν τοῦ πατρικοῦ πλούτου, ἐγέννησαν μέσα εἰς τήν ἀνιδιοτελῆ ψυχήν του ἕνα αἴσθημα συμπαθείας μέν πρός τούς πτωχούς ἐκείνους καλλιεργητάς, ἀποστροφῆς δέ πρός τήν ζωήν τοῦ κόσμου καί τῆς ὕλης» (ἀρχιμ. Ἱεροθέου Κυριαζοπούλου, «Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ Μετανοεῖτε», 1963, σελ. 18).
Ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία πού ἀντίκρυσε στό πρόσωπο τῶν δουλοπαροίκων, τόν ὁδήγησαν στίς ἐξῆς φιλοσοφικές σκέψεις (ὅπως διασώζονται σέ κώδικα τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους): «Ὦ τῆς ἀπάτης τοῦ βίου. Ὄντως μάτην ταράττεται πᾶς ἄνθρωπος. Μακάριοι καί τρισμακάριοι οἱ πάντα καταλείψαντες διά τόν Κύριον, ἵνα τῶν ἐπηγγελμένων τύχωσιν ἀγαθῶν. Τι γάρ κέρδος ἔσται ἀνθρώπῳ, τῶ τόν κόσμον ὅλον ἐπαπολαύσαντι, τήν δέ ψυχήν ζημιουμένῳ, ἦς πᾶς ὁ κόσμος οὐκ ἔστιν ἀντάξιος; Ἐξέλιπεν ὁ χόρτος καί τό ἄνθος ἐξέπεσε, τό δέ ρῆμα Κυρίου εἰς τόν αἰῶνα μένει» (ἀρχιμ. Μελετίου Γαλανοπούλου, «Βίος…», σελ. 34).

Στό στάδιο τῆς ἀσκήσεως καί τῆς προετοιμασίας
Μέ τίς προηγούμενες σκέψεις ὁ Νικήτας ἀποφάσισε νά ἐγκαταλείψει τά ἐγκόσμια. Χωρίς νά ἐνημερώσει τήν οἰκογένειά του ἄφησε τά πατρικά κτήματα καί κατευθύνθηκε μέσα ἀπό δύσβατες περιοχές στά σύνορα τοῦ Πόντου καί τῆς Παφλαγονίας, στή Μονή τῆς Χρυσόπετρας. Πρίν μπεῖ στό μοναστήρι ἱκέτευσε τόν Θεό μέ θερμή προσευχή, νά ἀποκαλύψει στόν Ἡγούμενο καί τούς ἀδελφούς τόν ὑποκάρδιο πόθο του νά ἐνδυθεῖ τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα τῶν Μοναχῶν.
Ἡ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ δούλου Του ὑπῆρξε ἄμεση καί οὐσιαστική. Ὁ Ἡγούμενος, ἐνῶ τελοῦσε τήν Θεία Λειτουργία, δέχθηκε θεία ἀποκάλυψη γιά τήν μελλοντική διακονία καί δόξα τοῦ νεαροῦ πού περίμενε στήν πύλη τῆς μονῆς. Ἰδιαίτερα συγκινημένος ἐνημέρωσε τούς ἀδελφούς καί ὅλοι ἔσπευσαν νά ὑποδεχθοῦν τόν μέλλοντα ἀστέρα τῆς Ἱεραποστολῆς. Μάλιστα, χωρίς νά τηρηθοῦν οἱ σχετικοί Κανόνες πού προβλέπουν τήν δοκιμασία τῶν ὑποψηφίων, ὁδήγησαν τόν Νικήτα στό ναό καί τόν ἔκειραν μοναχό μέ τό ὄνομα Νίκων, τό ὄνομα μέ τό ὁποῖο θά ἔμενε στήν Ἱστορία καί τήν αἰωνιότητα.
Ἡ διαγωή τοῦ μ. Νίκωνος στή μονή ὑπῆρξε ὑποδειγματική. «Ὑπακοή ἀδιάκριτος – γράφει ὁ ἀρχιμ. Ἱερόθεος - προσευχή διηνεκής, μελέτη, ἐργασία καί ἐγράτεια αὐστηροτάτη, ἦσαν τά χαρακτηριστικά τῆς νέας του ζωῆς» (αὐτ. σελ. 19). Ὁ πλούσιος νέος, ὁ γιός τοῦ γαιοκτήμονα, ἀνέλαβε τήν διακονία νά προμηθεύει τούς ἀδελφούς μέ ξύλα καί νερό. Ὁ συνηθισμένος στήν ἀφθονία τῶν πατρικῶν ἀγαθῶν Νικήτας, ἔδωσε τήν θέση του στόν ἐγκρατευτή Νίκωνα, ὁ ὁποῖος ζοῦσε μέ ἐλάχιστο ξερό ψωμί, χωρίς ἀνάπαυση νύκτα καί ἡμέρα, μέ τήν ἄσκηση τῆς χαμαικοιτίας.
Μέ τέτοια ἀσκητική διαγωγή ὁ μ. Νίκων σύντομα ἔφθασε σέ ὕψη ἀρετῆς. Ἡ ταπείνωση καί ἡ ὑπακοή, ἡ σεμνότητα καί ἡ σωφροσύνη, ἡ ἀγάπη καί ἡ ὑπομονή, ὅλες γενικά οἱ Χριστιανικές ἀρετές, κοσμοῦσαν τήν ἁγία - πλέον – προσωπικότητά του. Ἀπό τήν ἄσκηση ἡ μορφή εἶχε γίνει «ἀραχνώδης»! Μέσα σέ δύο χρόνια διαμονῆς του στό μοναστήρι, εἶχε ὑπερβεῖ στήν ἀρετή ὅλους τούς μοναχούς, ἀκόμη καί τούς παλαιούς πατέρες. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ ἀδελφότητα τόν ἀπάλλαξε ἀπό τίς ὑποχρεώσεις του στό κοινόβιο καί τοῦ ἐπέτρεψε νά ἡσυχάσει σέ ἕνα ἐρημητήριο, ἔξω ἀπό τό μοναστήριο.
Στή νέα του διαμονή ὁ Ὅσιος πρόσθεσε ἀγῶνες στούς ἀγῶνες του καί ἀσκήσεις στίς ἀσκήσεις του. Δόθηκε ὁλοκληρωτικά στό Θεό καί ἔλαβε πρῶτο ἀντίδωρο τοῦ οὐρανοῦ τό χάρισμα τῶν δακρύων. Κατά τήν διάρκεια τῆς προσευχῆς του τά μάτια του «ἐξέχεον κρουνούς δακρύων», ὥστε νά ὑγραίνεται τό ἔδαφος!
Ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος παρατηροῦσε τήν πολιτεία του, γνωρίζοντας τήν ἁγνότητα ψυχῆς καί σώματος ἡ ὁποῖα στόλιζε τόν Ὅσιο, ὁμολογοῦσε ὅτι τά δάκρυα αὐτά δέν ἦταν δάκρυα μετανοίας καί ἀποροῦσε. Ἀργότερα σέ κάποια ἐξομολόγηση τοῦ Ὁσίου ἔκπληκτος πληροφορήθηκε, ὅτι ἦσαν δάκρυα συμπαθείας γιά ἐκείνους πού ἀμελοῦν τήν σωτηρία τους, μία θυσία ἀγάπης στό Θεό γιά τούς ἀμελεῖς! Αὐτή ἡ ἀγάπη του τελικά ἦταν τό ὑπόβαθρο τῆς ἱεραποστολικῆς του διακονίας καί τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, στό ὁποῖο κλήθηκε μετά ἀπό συνολική παραμονή δώδεκα ἐτῶν στό μοναστήρι τῆς Χρυσόπετρας.

Στό στάδιο τῆς Ἱεραποστολῆς
Καθ’ ὅλο τό διάστημα τῶν δώδεκα ἐτῶν τῆς ἀπουσίας τοῦ Νικήτα ἀπό τήν πατρική οἰκογένεια, οἱ ἔρευνες γιά τήν ἀνεύρεσή του συνεχίζονταν ἀδιάκοπες. Οἱ γονεῖς, ἄν καί εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι, δέν μποροῦσαν νά δεχθοῦν τήν φυγή τοῦ γιοῦ τους. Μετά τήν πάροδο τῶν δώδεκα ἐτῶν, ὁ ἴδιος προσωπικά ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου, ἡγήθηκε ἑνός ἐρευνητικοῦ ἀποσπάσματος, τό ὁποῖο ἔφθασε στήν περιοχή τῆς Χρυσόπετρας. Ἡ ἐπικείμενη ἄφιξη τοῦ πατέρα του ἀποκαλύφθηκε μέ ὅραμα τόσο στόν Ὅσιο, ὅσο καί στόν Ἡγούμενο τῆς μονῆς. Στόν Ἡγούμενο μάλιστα ἀποκάλυψε ὁ Θεός καί τήν μελλοντική διακονία τοῦ ὁσ. Νίκωνος στόν ἀγρό τῆς Ἱεραποστολῆς. Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ὁ Ὅσιος ζήτησε ἀπό τόν Ἡγούμενο εὐλογία νά ἀποχωρήσει. Ὁ καλός πνευματικός πατέρας τόν εὐλόγησε καί μαζί τοῦ ἔδωσε καί εὐλογία - καθώς καί ὁδηγίες - καί γιά τό ἱεραποστολικό ἔργο.
«Νά μεταβεῖς – τοῦ εἶπε - εἰς τό ἀποστολικόν ἔργον, συμφώνως πρός τάς ὁδηγίας τάς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Κύριος πρός τούς ἁγίους Του Ἀποστόλους καί μαθητάς. Δέν θά φέρεις μαζί σου οὔτε πῆραν, οὔτε χαλκόν εἰς τήν ζώνην σου, τό δέ ἔνδυμά σου θά εἶναι τρίχινον, ἁπλοῦν καί ἀπέριττον, ἡ τροφή σου λιτή, ἄρτῳ μόνῳ καί ὕδατι τήν ἀνάγκην ἐκπληροῦσα. Νά διατηρήσεις τήν ἁγνότητά σου, ἥτις σέ ὡκείωσε μέ τόν Θεόν καί ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἁγιασμός τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νά ἀποφεύγεις τάς ἀναστροφάς τῶν ἐχόντων κοσμικόν φρόνημα πλουσίων καί ἐπιφανῶν, νά πλησιάζεις δέ τούς ἐνδεεῖς καί τούς ξένους καί νά εὑρίσκεσαι πάντοτε μετά τῶν πνευματικῶς κατηρτισμένων ἀδελφῶν» (ἀρχιμ. Ἱεροθέου αὐτ. σελ. 22).
Κατά τόν Βαρβερινόν Κώδικα ὁ Ἡγούμενος πρόσθεσε καί τά ἐξῆς: «Πάντοτε μέγα βοήσεις τό «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μάθετε καλῶς ποιεῖν. Ἐπιστράφητε πρός Κύριον, ζητήσατε αὐτόν ἐκ ψυχῆς, ἵνα καί τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐπιτύχητε». Τοῦτο γάρ σοι τό κήρυγμα τῆς μετανοίας, ὦ τέκνον, καί ὑποκοριστική σοι ἔσεται προσηγορία καί ζῶντι καί μετά θάνατον».
Ὁ Ὅσιος ἐγκατέλειψε τήν μετάνοιά του, δέν ἀπέφυγε ὅμως καί τήν συνάντηση μέ τόν πατέρα του. Διότι ἔξω ἀπό τό μοναστήρι σταμάτησε τήν φυγή του ὁ πλημμυρισμένος ποταμός Παρθένιος (σήμερα στήν Τουρκική Βαρτάν Σοῦ). Ὅταν ὁ Ὅσιος εἶδε τήν συνοδεία τοῦ πατέρα του νά πλησιάζει, σταθερός στίς ἀποφάσεις του, ρίχθηκε στό νερό ἐπικαλούμενος τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Τότε τόν ἔσωσε ἀπό βέβαιο πνιγμό ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία τόν διεκπεραίωσε ἀσφαλῶς στήν ἀντίπερα ὄχθη καί τοῦ πρόσφερε τήν εὐλογία Της μ’ ἕνα σιδερένιο σταυρό, τόν ὁποῖο ἀργότερα ὁ Ὅσιος τοποθέτησε στό ἱεραποστολικό του ραβδί.
Τήν φοβερή αὐτή σκηνή παρακολούθησε ἀπό τήν ἀντίπερα ὄχθη ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου καί ἡ συνοδεία του. Μέ ἀλαλαγμούς χαρᾶς καί σπαραξικάρδιους θρήνους, ὅλοι ζητοῦσαν ἀπό τόν Νίκωνα νά ἐπιστρέψει στήν οἰκογένειά του. Ὁ Νίκων ὅμως – σταθερός στίς ἀποφάσεις του – χαιρέτησε μέ τρεῖς ἐδαφιαῖες μετάνοιες τόν πατέρα του καί προχώρησε στήν ἀποστολή του, κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Μετά τήν ἐξέλιξη αὐτή ὁ πατέρας πείσθηκε γιά τό ἀμετάκλητο τῆς ἀποφάσεως τοῦ γιοῦ του καί τοῦ ἔδωσε τήν εὐχή του.
Ὁ ὅσ. Νίκων ἄρχισε τό ἱεραποστολικό του ἔργο καί τό κήρυγμα μετανοίας σέ ἡλικία 36 ἐτῶν. Ἀρχικά ἔδρασε στήν εὑρύτερη περιοχή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ντυμένος μέ πτωχά ἐνδύματα, μέ αὐστηρή νηστεία καί διαρκῆ προσευχή, περπατοῦσε ξυπόλητος στούς ἔρημους τόπους, ἀλλά καί στίς πόλεις καί στά χωριά, καί ἔλεγχε μέ δριμύτητα τόν ἁμαρτωλό βίο τῶν κατοίκων. Τό κήρυγμά του ἦταν ἀληθινά Προδρομικό, ἀλλά καί ἡ ζωή του ἦταν πραγματική μίμηση τῆς ζωῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Τό ἔτος 961 ὁ Ὅσιος ἀποβιβάσθηκε στήν Κρήτη. «Δεύτερος Ἀπόστολος Παῦλος τῆς Κρήτης θεωρεῖται ὁ ἅγ. Νίκωνας – γράφει ὁ Μητροπ. Τίτος - ἱεραπόστολος τῆς κεντρικῆς καί ἀνατολικῆς Κρήτης καί τρίτος τῶν ἀναμορφωτῶν τοῦ μοναστικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, μαζί μέ τόν ὅσ. Μελέτιο ἀπό τήν Καππαδοκία, ἀσκηθέντα στό ὄρος Μυουπόλεως, καί τόν ὅσ. Λουκᾶ ἀπό τήν Φωκίδα, ἀσκηθέντα στό ὄρος Στείριο» (Τίτου Συλλιγραδάκη, Μητροπ. Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου, «Κρῆτες Ἅγιοι», 1983, σελ. 202).
Ἡ Κρήτη τήν ἐποχή ἐκείνη εἶχε μόλις ἀνακτηθεῖ ἀπό τούς Ἄραβες. Ὁ τότε στρατηγός καί ἔπειτα Αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς, τήν εἶχε ἐπαναφέρει στή Βυζαντινή κυριαρχία μετά ἀπό μία μεγάλη ἐκστρατεία καί φοβερές μάχες. Πιθανῶς ὁ ὅσ. Νίκων νά ἔφθασε στήν Κρήτη μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ Φωκᾶ, ἀφοῦ ὁ Νικηφόρος «ἐπρονόησε καί περί τῆς διαδόσεως τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως παρά τοῖς Μωαμεθανοῖς τῆς νήσου καί ἀναζωπυρώσεως ταύτης παρά τοῖς ἰθαγενέσι, παρ’οἷς αὕτη πολυειδῶς ἐνοθεύθη κατά τήν μακράν ἐκείνην κυριαρχίαν» (Παύλου Καρολίδη, «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους»).
Ἴσως ἀκόμη νά προσκλήθηκε ἀπό τόν συμπατριώτη του, ἀπό τόν Πόντο, ὅσ. Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη, ὁ ὁποῖος συνώδευσε τόν Φωκᾶ στήν ἐκστρατεία καί κήρυξε στήν Κρήτη γιά ἑπτά χρόνια, πρίν ἱδρύσει στό Ἅγιο Ὄρος τήν Μονή Μεγίστης Λαύρας (963), μέ χορηγεία τοῦ Φωκᾶ ἀπό τά λάφυρα τῆς Κρήτης. Ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ αἰτία τῆς παρουσίας τοῦ Ὁσίου στήν Κρήτη, τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι «ἑπτά χρόνια καλλιέργησε τήν χερσωμένη ψυχή της. Τά Ἀραβικά κατάλοιπα γκρεμίστηκαν, τό Ἀραβικό στοιχεῖο ἔσβησε, τά Μουσουλμανικά τεμένη ἐκχριστιανίσθηκαν, ἡ πίστις τοῦ Ναζωραίου ζωντάνεψε, ὁ Κρητικός λαός ζεστάθηκε στό φῶς τοῦ Χριστοῦ» (Μητροπ. Τίτου αὐτ. σελ. 204).
Ἐργαζόμενος ὁ Ὅσιος ἱεραποστολικά στήν Κρήτη, δέχθηκε τήν οὐράνια ἐπίσκεψη τῆς ἁγ. Μάρτυρος Φωτεινῆς, ἡ ὁποία τοῦ ζήτησε νά ἀνοικοδομήσει τόν κατεστραμμένο ναό της, στήν ἐπαρχία Ἀμαρίου Ρεθύμνης. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ σκέφθηκε νά παραβλέψει, ὄχι ἀπό ἀδιαφορία καί περιφρόνηση, ἀλλά ἀπό ἐσωτερική πληροφορία καί πεποίθηση, ὅτι κάπου ἀλλοῦ τόν περίμενε καθῆκον πιό ἐπιτακτικό. Ὅμως τυφλώθηκε καί ἀμέσως αἰσθάνθηκε τήν ἀπείθειά του, ζήτησε συγχώρηση ἀπό τήν Ἁγία, βρῆκε τό φῶς του καί ἀνήγειρε τόν ναό της! Ὁ ναός αὐτός δέν ἦταν ὁ μοναδικός. Ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε πολλούς ναούς, ἐγκατέστησε Ἱερεῖς καί συνέστησε ἱδρύματα (τό κτιτορικό του ἔργο συγκρίνεται μέ ἐκεῖνο τοῦ ἄλλου μεγάλου ἱεραποστόλου τῆς Κρήτης, ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Ξένου, ὁ ὁποῖος ἔδρασε τήν ἴδια ἐποχή). Γιά τούς λόγους αὐτούς ἡ μνήμη του παραμένει φωτεινή στήν τοπική Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί τιμᾶται ἰδιαίτερα.
Ὅταν ὁ Ὅσιος ἔκρινε, ὅτι τό ἔργο του στήν Κρήτη εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ἀναχώρησε γιά τήν νότια Ἑλλάδα. Περίπου τό ἔτος 968 ἦρθε μέ πλοῖο στήν Πελοπόννησο, στήν περιοχή τῆς Ἐπιδαύρου, ἀπ’ ὅπου πῆγε ἐπίσης μέ πλοῖο στήν Ἀθήνα, ὅπου τό σωτηριώδες ἔργο του ἔτυχε καλῆς ὑποδοχῆς. Στήν Εὔβοια, ὅπου κήρυξε στή συνέχεια, τό κήρυγμά του ἐπισφραγίσθηκε μέ δύο θαύματα: Τό πρῶτο ἦταν ἡ θαυμαστή διάσωση ἑνός παιδιοῦ πού ἔπεσε ἀπό μεγάλο ὕψος ἐνῶ παρακολουθοῦσε τόν λόγο του καί τό δεύτερο ἡ θεραπεία μιᾶς δαιμονιζόμενης νέας.
Μετά τήν Εὔβοια ὁ Ὅσιος κήρυξε στή Θήβα καί τήν Κόρινθο. Κατά τήν διαδρομή του πρός τήν Κόρινθο συνάντησε ἕναν ἔφιππο Λάκωνα καί τόν παρεκάλεσε νά πάρει τήν κάπα του μέχρι τήν πόλη. Ὁ ἄγνωστος ὑπάκουσε καί τό πρωϊ φθάνοντας στήν Κόρινθο, βρῆκε ἔκπληκτος τόν Ὅσιο νά κηρύττει στήν κεντρική της πλατεία, ὅπου εἶχε φθάσει «μυστηριωδῶς καί παραδόξως ἀφ’ ἑσπέρας»!
Μετά τήν Κόρινθο ὁ Ὅσιος κατευθύνθηκε στήν Ἀργολίδα. Κατά τήν διαδρομή κήρυξε στό χωριό Ἐνόριο, ἀπ’ ὅπου ζήτησε ἀπό ἕναν χωρικό νά τόν ὁδηγήσει στό Ἄργος. Στό χωρικό αὐτό, ἀφοῦ προηγουμένως τόν συλληπήθηκε γιά τόν θάνατο τοῦ γιοῦ του, προφήτευσε τόν θάνατο τῆς συζύγου του, ὁ ὁποῖος συνέβη μετά ἀπό ἐννέα ἡμέρες! Στό Ναύπλιο, τέλος, ὁ Ὅσιος θεράπευσε κάποιον Ἰωάννη Βλαντέριο καί τήν κόρη του πού ἔπασχαν ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια.

Ἱεραπόστολος στή Λακωνία
Ὁ ὅσ. Νίκων ἐπισκέφθηκε γιά πρώτη φορά τήν Λακωνία ἐνῶ κήρυττε στό Ναύπλιο. Πιθανῶς ἔφθασε ἐκεῖ μέ πλοῖο, μέσῳ Μονεμβασίας. Κατά τήν ἐκεῖ παραμονή του ἐπισφράγισε τό κήρυγμά του μέ τήν ἀνέγερση δύο ναῶν καί στή συνέχεια πῆγε στή Μάνη καί στή Μεσσηνία. Κατά τήν ἐπιστροφή του στή Σπάρτη μέσῳ Ἀρκαδίας, σέ κάποια τοποθεσία μέ τό ὄνομα Μῶρος (ἄγνωστη σήμερα), ἀσθένησε ἀπό ὑψηλό πυρετό καί ἔμεινε γιά ὀκτώ ἡμέρες σέ ἕνα σπήλαιο. Ἐκεῖ - καίτοι ἀσθενής - πρόσφερε στό λαό τοῦ Θεοῦ πού κατέκλυσε τήν περιοχή γιά νά πάρει τήν εὐλογία του, γάργαρο νερό ἀπό ἕνα βράχο, τόν ὁποῖο σάν ἄλλος Μωϋσῆς ἄνοιξε μέ τήν προσευχή του!
Τήν ὁριστική ἐγκατάσταση τοῦ Ὁσίου στή Λακωνία προκάλεσε ἡ μαζική προσφυγή σ’ αὐτόν τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐμπειρία τῆς δυνάμεως τοῦ κηρύγματος καί τῶν θαυμάτων του. Τήν ἐποχή ἐκείνη μάστιζε τήν περιοχή λοιμική νόσος. Μία ἀντιπροσωπεία κατοίκων συνάντησε τόν Ὅσιο στίς Ἀμυκλές καί τοῦ ζήτησει νά ζήσει κοντά τους καί νά εὐχηθεῖ γιά τήν ἀπαλλαγή τοῦ τόπου ἀπό τήν ἐπιδημία. Ὁ Ὅσιος δέχθηκε θέτοντας ἕναν ὅρο: Νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν Σπάρτη τό Ἑβραϊκό στοιχεῖο, διότι ἐπηρέαζε ἀρνητικά τόν πληθυσμό. «Ἐν τούτῳ γάρ μοι εἰ πειθαρχήσητε - τούς εἶπε κατά τόν Κουτλουμουσιανό Κώδικα – καί ἡ λοίμη φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν καί ἐγώ ἔσομαι τό λειπόμενον τῆς ἐμῆς βιοτῆς ἐκτελῶν σύν ὑμῖν».
Τήν παραμονή του στή Σπάρτη θέλησε ὁ Ὅσιος νά συνδέσει μέ τήν ἀνέγερση λαμπροῦ ναοῦ πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῆς ἁγ. Μάρτυρος Κυριακῆς. Τήν ἀνέγερση ἄρχισε μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἀθηναϊκῆς καταγωγῆς Ἐπισκόπου Θεοπέμπτου καί μέ τήν συμπαράσταση τῶν Χριστιανῶν. Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀνεγέρσεως πολλές φορές θαυματούργησαν οἱ προσευχές του (στή μετακίνηση λ.χ. ἑνός μεγάλου βράχου πού ἐμπόδιζε τήν ἐκσκαφή τῶν θεμελίων, στή μετατροπή ξυδιοῦ σέ κρασή ἄριστης ποιότητας, κ.ἄ.). Ὁ ναός κτίστηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 970 – 992. Αὐτό ἐπιμαρτυρεῖ καί ἐπιγραφή μέ τήν χρονολογία 992 πού βρέθηκε στά μέσα τοῦ 20ου αἰ. κατά τήν διάρκεια ἀνασκαφῶν στό χῶρο τοῦ κατεστραμμένου (ἄγνωστο ἀπό πότε) ναοῦ.
Ὁ ναός αὐτός, «ἔτι ζῶντος» τοῦ Ὁσίου, ἐξελίχθηκε σέ μονή μέ μεγάλη κτηματική περιουσία, ἡ ὁποία εἶχε ἀποβεῖ ἄσυλο τῶν ἀσθενῶν ὁλόκληρης τῆς περιοχῆς καί κέντρο μεγάλης φιλανθρωπικῆς καί κοινωνικῆς δραστηριότητος. Στό νοσοκομεῖο τῆς μονῆς αὐτῆς μεταφέρθηκε παράλυτος καί ὁ Στρατηγός τῆς περιοχῆς Γρηγόριος (ὁ ὁποῖος εἶχε προσβάλλει τόν Ὅσιο μέ τήν συμπεριφορά του) καί μετανοημένος ζήτησε ἐκεῖ τίς εὐχές του καί θεραπεύθηκε!
Ἄν ὁ ὅσ. Νίκων δέν ἔπερνε τήν ἐπωνυμία «Μετανοεῖτε», θά μποροῦσε ἄριστα νά ἀποκληθεῖ ἰαματικός καί μυροβλύτης. Τά ἀναφερόμενα θαύματα στούς δύο παλαιούς κώδικες τοῦ βίου του (τόν Βαρβερινό καί τόν Κουτλουμουσιανό), εἶναι πολλά καί τεράστια, τόσα καί τέτοια ὥστε ὁ λαός νά τόν γνωρίζει μέ τό ἐπίθετο «ὁ θεραπευτής»! Τό μοναστήρι του στή Σπάρτη ἦταν ἕνα μεγάλο γιά τήν ἐποχή του νοσοκομεῖο, μέ χώρους νοσηλείας, ἀλλά καί φιλοξενίας τῶν ἀσθενῶν πού ἔφθαναν ἐκεῖ ἀπ’ ὅλη τήν Πελοπόννησο.
Ἕνα ἀπό τά πιο σημαντικά θαύματα τοῦ Ὁσίου ἀφορᾶ τήν θεραπεία τοῦ Στρατηγοῦ Ἀπόκαυκου, διοικητή τῆς Πελοποννήσου, ἡ ὁποία συνέβη κατά τήν εἰσβολή τῶν Βουλγάρων στήν Ἑλλάδα. Ἦταν ἡ κρίσιμη γιά τό Ἑλληνικό Ἔθνος καί τήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία περίοδος τῶν ἐπιδρομῶν τοῦ Βούλγαρου Ἡγεμόνα Σαμουήλ, κατά τίς ὁποίες ἁλώθηκε (μεταξύ ἄλλων) καί ἡ Λάρισα καί συλήθηκε τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἀχιλλείου, τό ὁποῖο μεταφέρθηκε στήν τότε Βουλγαρική πρωτεύουσα, τήν Ἀχρίδα.
Ἐνῶ ὁ Τσάρος Σαμουήλ κατέβαινε πρός τήν Κόρινθο, ὁ Στρατηγός Ἀπόκαυκος, ὑπεύθυνος γιά τήν ἄμυνα τῆς Πελοποννήσου, ἦταν βαρύτατα ἀσθενής. Μοναδική ἐλπίδα τοῦ Στρατηγοῦ καί τῶν ἐπιτελῶν του ἦταν νά πάει ὁ ὅσ. Νίκων στήν Κόρινθο, γιά νά θεραπεύσει τόν Διοικητή. Ὁ Ὅσιος δέχθηκε - χωρίς νά ὑπολογίσει τούς κόπους τοῦ ταξειδιοῦ - καί πράγματι θεράπευσε τόν Ἀπόκαυκο, στόν ὁποῖο προφήτευσε ὅτι οἱ Βούλγαροι θά ὑποχωροῦσαν, χωρίς αὐτός καί τά στρατεύματά του νά χρειασθεῖ νά πολεμήσουν. Πράγματι οἱ ἐχθροί ὑποχώρησαν , διότι ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ ὁ Βουλγαροκτόνος ἡγήθηκε προσωπικά ἐκστρατείας στά μητροπολιτικά ἐδάφη τῆς Βουλγαρίας καί ὁ Σαμουήλ ἀναγκάσθηκε νά ὑποχωρήσει.
Κατά τήν δεύτερη εἰσβολή τοῦ Σαμουήλ στήν Ἑλλάδα, ὁ Βασίλειος Β’ ἔστειλε τόν Στρατηγό Νικηφόρο Οὐρανό νά τούς ἀντιμετωπίσει. Ὁ Νικηφόρος νίκησε τούς Βούλγαρους στήν περίφημη Μάχη τοῦ Σπερχειοῦ (996), κάποιοι στρατηγοί ὅμως τῶν ἀνατολικῶν περιοχῶν συνωμότησαν κατά τοῦ Αὐτοκράτορα καί ἦρθαν σέ συνεννοήσεις μέ τόν Σαμουήλ. Σέ μία τόσο κρίσιμη, ἀλλά καί πολύπλοκη συγκυρία, φυσικό ἦταν νά κατηγορηθοῦν καί ἀθῶοι. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ νέος διοικητής τῆς Πελοποννήσου, Πρωτοσπαθάριος Ἰωάννης Μαλακινός, γιά τήν σύλληψη τοῦ ὁποίου ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος ἔστειλε στή Σπάρτη δύο αὐτοκρατορικούς ἀξιωματούχους καί στρατιωτικό ἀπόσπασμα. Ὁ δυστυχής Στρατηγός ἔστειλε καί εἰδοποίησε τόν ὅσ. Νίκωνα. «Εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ, εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ τοῦ τάλανος, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἵνα μή τῆ Βασιλέως ὀργῆ κακῶς ἀπόλωμαι». Ὁ Ὅσιος τόν ἐνθάρρυνε, τόν διαβεβαίωσε γιά τήν ἀποτυχία τῶν συκοφαντῶν καί τοῦ προφήτευσε τήν μελλοντική του δόξα. Πράγματι στήν ΚΠολη ἔλαμψε ἡ ἀλήθεια, ἀποκαταστάθηκε ἡ τιμή τοῦ Μαλακινοῦ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἀναδείχθηκε Πρόεδρος τῆς Συγκλήτου.

Ἡ ὁσιακή κοίμησις
Ὁ ὅσ. Νίκων κοιμήθηκε εἰρηνικά σέ ὄχι μεγάλη ἡλικία (63 ἤ 68 ἐτῶν), μᾶλλον τό ἔτος 998. Ἡ παράδοση διέσωσε σάν ἡμερομηνία κοιμήσεώς του τήν 26η Νοεμβρίου, ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη του. Λίγες ἡμέρες πρίν τήν κοίμησή του ἀσθένησε ἐλαφρά καί ἔλαβε «μυστικῶ τῶ τρόπῳ» τήν πληροφορία τῆς ἀναχωρήσεώς του. Κάλεσε τότε κοντά του τούς συμμοναστές του καί τούς συνεργάτες του στό πνευματικό καί κοινωνικο-φιλανθρωπικό ἔργο τῆς μονῆς του καί ἔδωσε τίς τελευταῖες κατευθύνσεις καί συμβουλές. Ἡ πνευματική του διαθήκη περιλαμβάνει ὑποθῆκες μεγάλης σημασίας καί ἀξίας, ἀποτελεῖ ἕνα καταστατικό διάγραμμα Χριστιανικῆς πολιτείας καί ἕναν ἀσφαλῆ ὁδηγό τῆς ζωῆς κάθε Χριστιανοῦ.
Ἡ ἀγγελία τοῦ θανάτου τοῦ Ὁσίου προκάλεσε βαρύ πένθος στή Λακωνία. Ἡ τοπική Ἐκκλησία μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἐπίσκοπο κήδευσε τό ἀσκητικό του σῶμα, τό ὁποῖο ὑπῆρξε ὄργανο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γιά διάστημα δεκαετιῶν, στό χῶρο τῆς μονῆς του. Προηγουμένως ὁ λαός προσπάθησε νά ἀποκτήσει κάποια εὐλογία ἀπό τό ἱερό Λείψανο (κάποια ράκη ἀπό τά ἐνδύματά του, ἀκόμη καί τρίχες ἀπό τά μαλλιά καί τά γένεια του!), «ἵνα ἔχη τά ἀντικείμενα ταῦτα ὡς ἱερά φυλακτήρια, ὡς ἀλεξιτήρια νόσων καί ἰάσεων πηγήν». Γιά νά ἀσφαλίσει τό Λείψανο ὁ Ἐπίσκοπος τό τοποθέτησε μέσα σέ θήκη ἀπό τήν ὁποία «παρευθύς ἀνέβλυσε θεῖον μῦρον, θεραπευτικότατον πάσης νόσου». Τό μῦρο ἐκεῖνο θεράπευσε ἀνθρώπους μέ χρόνια καί ἀνίατα νοσήματα, τά δέ θαύματα πού ἐπιτελέστηκαν οἱ συγγραφεῖς τῶν κωδίκων δέν μποροῦν νά ἱστορήσουν. «Εὐκολώτερον εἶναι νά ἀριθμήση τις τό πλῆθος τῶν ἀστέρων ἤ τήν ἄμμον τοῦ αἰλιαλοῦ ἤ νά μετρήση τήν θάλασσαν διά ποτηρίου, παρά διηγούμενος νά ἐξιστορήση ὅλα τά ὑπό τοῦ Ὁσίου τελεσθέντα θαύματα, τά ὁποῖα διά τό πλῆθος οὔτε νά λεχθῶσι, οὔτε ν’ ἀκουσθῶσιν εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν» (ἀρχιμ. Ἱεροθέου αὐτ. σελ. 34).
Ἡ μνήμη τοῦ ὁσ. Νίκωνος πρέπει νά ἦταν εὑρύτατα διαδεδομένη ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῆς κοιμήσεώς του. Χαρακτηριστική ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ ἐξαιρετικῆς τέχνης ψηφιδωτή του εἰκόνα στό λαμπρό ναό τοῦ ὁσ. Λουκᾶ στή Βοιωτία, ἔργο τοῦ μέσου τοῦ ἑπομένου τοῦ θανάτου του 11ου αἰ.
Ἡ ἀμείλικτη φθορά τοῦ χρόνου, οἱ ἐχθρικές εἰσβολές καί οἱ ξένες κατακτήσεις (Φράγκων καί Τούρκων), κατέστρεψαν καί ἀφάνισαν τήν μονή καί τόν χαριτόβρυτο τάφο τοῦ Ὁσίου. Σήμερα σώζονται στή Σπάρτη ἐλάχιστα κατάλοιπα τῆς μονῆς, ἐνῶ γιά τά ἱερά Λείψανα δέν σώθηκε καμία πληροφορία, ὁ ὑμνογράφος πάντως ψάλλει στό Ἀπολυτίκιό του: «Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα τῶν σῶν Λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγάς τῶν ἰάσεων καί διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως».
Τήν μνήμη τοῦ ὁσ. Νίκωνος ἀνέσυρε κατά τόν 19ο αἰ. ἀπό τήν λήθη τήν ὁποία ἐπεσώρευσαν οἱ αἰῶνες τῆς δουλείας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας καί Σπάρτης Θεόκλητος (Μηνόπουλος, 1892 – 1902, ἔπειτα Μητροπολίτης Ἀθηνῶν), ὁ ὁποῖος μέ τούς ἐμπνευσμένους λόγους του κινητοποίησε τόν ἁγιόφιλο Λακωνικό λαό καί ἔκτισε «ἐν μιᾶ νυκτί» τόν πρῶτο πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου μικρό ναό. Τόν σημερινό μεγάλο καί μεγαλόπρεπο ναό θεμελίωσε τό 1929 ὁ Μητροπολίτης Γερμανός Τρωϊάνος. Ἡ ἐνέγερση συνεχίσθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Διονύισο Δάφνο (1936 – 1957), ὁ ὁποῖος καί τόν ἐγκαινίασε τό 1955, παρουσίᾳ τῶν Βασιλέων Παύλου καί φρειδερίκης καί τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου. Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ ἔγινε ἀπό τόν Εὐάγγελο Μαυρικάκη, μαθητή τοῦ Φωτίου Κόντογλου, ἐπί Μητροπολίτου Κυπριανοῦ Πουλάκου.
Ἀκολουθία καί Παρακλητικό Κανόνα στόν ὅσ. Νίκωνα συνέθεσε ὁ Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ἁγιολογικά κείμενα γιά τόν ὅσ. Νίκωνα
Ὁ κατά πλάτος βίος τοῦ ὁσ. Νίκωνος γράφτηκε ἀπό ἄγνωστο συγγραφέα. Σήμερα σώζονται δύο ἀντίγραφα τοῦ βίου αὐτοῦ, σέ δύο κώδικες, τόν Βαρβερινό τοῦ 15ου αἰ. (φυλάσσεται στή Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ) καί τοῦ Ἐπισκόπου Βρεσθένης Παρθενίου τοῦ ἔτους 1630 (φυλάσσεται στή Μονή Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους). Καί τούς δύο κώδικες μελέτησε ὁ Ἱστορικός Σπυρ. Λάμπρος, ὁ ὁποῖος τό 1909 δημοσίευσε στόν «Νέο Ἑλληνομνήμονα» σύντομο βίο τοῦ Ὁσίου.
Μέρος τοῦ βίου τοῦ Ὁσίου συμπεριέλαβε στήν Πατρολογία του ὁ Ἀββᾶς Migne, ἐνῶ κυκλοφοροῦν Γερμανικές καί Γαλλικές μεταφράσεις του.
Ἡ μνήμη τοῦ ὁσ. Νίκωνος περιλαμβάνεται καί στό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο (βλ. D. Attwater, “A Dictionary of the Saints”, 1938. Ἐπίσης J. Baydot, “Dictionary D’ Hagiographie”, 1925. Καί V. C. Goksexj, “A Biographical Dictionary of the Saints”, 1924). Στό ὑπόμνημα τοῦ Μαρτυρολογίου ἐσφαλμένα ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ὅσιος ἦταν Ἀρμένιος στήν καταγωγή. Τό σφάλμα αὐτό μπῆκε καί στόν Συναξαριστή τοῦ ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί στά Συναξάρια τοῦ Μηναίου καί τοῦ Ὠρολογίου. Τό κείμενο τοῦ «Μεγάλου Συναξαριστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» ἀποκαθιστᾶ τήν ἀλήθεια ἀναφέροντας, ὅτι ὁ Ὅσιος γεννήθηκε στόν Πολεμωνιακό Πόντο, «τεκμαίρεται δέ ὅτι Ἕλλην ἦτο οὗτος καί οὐχί Ἀρμένιος, διότι ἑλληνιστί ὡμίλει καί ἔγραφε καί ὡς Ὀρθόδοξος Ἕλλην μοναχός ἐπολιτεύθη, ἐνῶ οἱ Ἀρμένιοι κατά τήν ἐν λόγῳ ἐποχήν εἶχον ἤδη ἀποσχισθεῖ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (τόμος Νοεμβρίου, ἔκδοσις 1979, σελ. 664 – 667).
Ἀπό τίς Ἑλληνικές ἐκδόσεις τοῦ βίου τοῦ ὁσ. Νίκωνος μνημονεύουμε: Ἐκείνη τοῦ ἀρχιμ. Μελετίου Γαλανοπούλου (ἔπειτα Μητροπ. Κυθήρων), ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τό 1933 καί κάλυψε τόμο 270 σελίδων. Αὐτή τοῦ Δικηγόρου Σπάρτης Ἀγησιλάου Ἀγουρίτσα, τοῦ ἔτους 1941. Καί τέλος τρίτη τοῦ ἀρχιμ. Ἱεροθέου Κυριαζοπούλου (πρώτη ἔκδοσις τό 1953 καί δεύτερη τό 1962).

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Νίκων πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΝΙΩΝ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Η οργή είναι μια έντονη ψυχική διέγερση από κάτι δυσάρεστο ή προσβλητικό που εκδηλώνεται με βίαιη συμπεριφορά, αλλιώς αγανάκτηση. Είναι γνωστή η λαϊκή έκφραση "δίνω τόπο στην οργή", που σημαίνει συγκρατώ το θυμό μου, υποχωρώ και προέρχεται από τη σχετική φράση του Απ. Παύλου στους Ρωμαίους: "ει δυνατόν, το εξ υμών μετά πάντων ειρηνεύοντες. μη εαυτούς εκδικούντες, αγαπητοί, αλλά δότε τόπον τη οργή" (Ρωμ. 12.18), που σημαίνει να δώσουμε τόπο στην οργή του Θεού, δηλ. να αφήσουμε να εκδηλωθεί η οργή Του, όπως παρακάτω αναφέρεται: "γέγραπται γαρ. εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος" (Ρωμ. 12.19).
Στην Π. Διαθήκη είναι χαρακτηριστική η έκφραση: "οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε" (Ψαλμ. 4.5), την οποίαν επαναλαμβάνει ο Απ. Παύλος στους Εφεσίους (4.26). Ποια είναι όμως η Αγιοπατερική Παράδοση για την οργή, την εκδίκηση, την αντίδραση όταν αδικούμεθα.
Είναι βέβαια γνωστό, ότι έκφραση αγάπης δεν είναι μόνο το χάδι, αλλά και το χαστούκι και ειδικά στην ανατροφή των παιδιών. Στην περίπτωση αυτή έχουμε εκδήλωση παιδαγωγικής αγάπης και όχι μίσους. Εξ άλλου είναι καταγεγραμμένο στην Ιστορία το χαστούκι του Αγ. Αθανασίου προς τον Άρειο στην Α΄ Οικ. Σύνοδο, αλλά και του ιδίου του Κυρίου η οργή, ο Οποίος έφτιαξε μαστίγιο και διασκόρπισε και ανέτρεψε τα τραπέζια των πωλητών με την προσταγή: "μη ποιείτε τον οίκον του πατρός μου οίκον εμπορίου" (Ιω. 2.15-16).
Πότε η οργή είναι αμάρτημα και πότε όχι; Όταν η ένταση της οργής βρίσκεται μόνο στα λόγια και δεν κατεβαίνει στην καρδιά - σαν διάθεση συντριβής του άλλου - δεν είναι αμάρτημα. Πολλές φορές χρειάζεται να μιλήσουμε αυστηρά και με ένταση, διότι μόνο έτσι και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει θετική επίδραση. Όταν όμως η ένταση κατεβαίνει στην καρδιά και εκδηλώνεται εμπάθεια κατά του προσώπου του άλλου, τότε είναι αμάρτημα και χρειάζεται εξομολόγηση. Βέβαια η διάκριση της κατά Θεόν οργής και αυτής της εμπάθειας εξαρτάται από τον βαθμό φωτισμού και εσωτερικής πληροφόρησης του δράστη. Πάντως οι Πατέρες και ειδικά ο άγ. Ιω. Χρυσόστομος κάνουν σοφά και εύστοχα αυτό τον διαχωρισμό.
Ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας τον Απ. Παύλο στο χωρίο προς Ρωμαίους: "Εάν είναι δυνατόν, όσον εξαρτάται από σας, να έχετε ειρήνη με όλους τους ανθρώπους" (Ρωμ. 12.18) τονίζει ειδικά αυτό το "εάν είναι δυνατόν" και "όσον εξαρτάται από σας", διότι μερικές φορές "ούτε είναι δυνατόν", "ούτε εξαρτάται από εμάς". Για παράδειγμα, όταν υπάρχουν θέματα Πίστης ή όταν αγωνίζεται κανείς για το δίκαιο των συνανθρώπων του. Δηλαδή τι θέλει να ειπεί ο Απ. Παύλος; Να ειρηνεύετε με όλους τους ανθρώπους και να μη δίνετε αφορμές διαμάχης. Αν όμως κακοποιείται η ευσέβεια, τότε προτιμούμε την αλήθεια από την ομόνοια και στεκόμαστε αντιμέτωποι με γενναιότητα μέχρι θανάτου. Αλλά στην περίπτωση αυτή να μη μετατρέπεται η ψυχή του ανθρώπου σε πεδίο μάχης, ούτε να αποστρεφόμεθα τους ανθρώπους, αλλά να καταπολεμούνται μόνον οι λανθασμένες αντιλήψεις. Αν ο άλλος δεν ειρηνεύει με εσένα, εσύ να μη γεμίσεις με ταραχή την ψυχή σου, αλλά να διατίθεσαι φιλικά προς αυτόν, να τον αγαπάς πραγματικά, χωρίς να προδίνεις πουθενά την αλήθεια (P.G. 60.111).
Υπάρχουν επίσης άλλες δυο περιπτώσεις έκφρασης οργής από τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο αντίστοιχα: "τι ότι συνεφωνήθη υμίν πειράσαι το Πνεύμα Κυρίου; ιδού οι πόδες των θαψάντων τον άνδρα σου επί τη θύρα και εξοίσουσί σε" (Πράξ. 5.9) και "Σαύλος δε, ο και Παύλος, πλησθείς Πνεύματος Αγίου και ατενίσας εις αυτόν είπεν. ω πλήρης παντός δόλου και πάσης ραδιουργίας, υιέ διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης, ου παύση διαστρέφων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας; και νυν ιδού χειρ του Κυρίου επί σε, και έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον άχρι καιρού" (Πράξ. 13.9-11). Βέβαια αυτό δεν λέγεται οργή, αλλά αρετή, φροντίδα και τακτοποίηση και δεν γίνεται από εκδίκηση, αλλά από αγάπη. Εξ άλλου και ο Θεός, όταν λέγεται ότι οργίζεται, δεν οργίζεται από εκδίκηση, αλλά θέλει να μας διορθώσει. Είναι θεάρεστο να συμπεριφερόμαστε και εμείς έτσι, ενώ η αντίθετη τακτική δεν είναι κατά Θεόν σωστή.
Η οργή λοιπόν αφορά θέματα Πίστης ή αδικίας και τοποθετήθηκε μέσα μας όχι για να αμαρτάνουμε, αλλά να εμποδίζουμε άλλους να αμαρτάνουν, όχι να γίνει η οργή πάθος και αρρώστια, αλλά φάρμακο των παθών. Τι είναι τελικά η οργή και τι εξυπηρετεί; Είναι όργανο χρήσιμο να διεγείρει το κοιμισμένο είναι μας, να δίνει νεύρο στην ψυχή μας, να μας κάνει πιο ορμητικούς στην υπεράσπιση αυτών που αδικούνται, να μας καθιστά τιμωρούς των δόλιων ανθρώπων. Γι’ αυτό ο Απ. Παύλος αναφέρει στους Εφεσίους: "οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε" (Εφεσ. 4.26), δηλ. "να οργίζεσθε, αλλά να μην αμαρτάνετε". Αν αυτό το πράγμα δεν ήταν κατορθωτό, δεν θα το τόνιζε ο Παύλος. Διότι κανένας μυαλωμένος δεν προστάζει ακατόρθωτα πράγματα (P.G. 55.51).
Η οργή και η μη συγκράτησή της μπορεί να οδηγήσει σε φιλονικία, κάτι που στηλιτεύει ο απ. Παύλος δηλώνοντας, ότι ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να μαλώνει: «δούλον δε Κυρίου ου δει μάχεσθαι, αλλ’ ήπιον είναι προς πάντας, διδακτικόν, ανεξίκακον…..» (Τιμ. Β΄ 2. 24). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος ερμηνεύοντας το ανωτέρω χωρίο καταγράφει: «Η φιλονικία και το να υποστηρίζει κανείς το δικό του θέλημα ξεσηκώνουν ταραχές και θυμό δυσκολογιάτρευτο. Και η Γραφή λέγει: «Ο θυμός θα φωλιάσει στον κόρφο των ασεβών» (Εκκλησ. 7. 9) και η «Η τάση του ανθρώπου προς το θυμό είναι η καταστροφή του» (Σοφ. Σειράχ 1. 22). Γι’ αυτό και ο απόστολος συμβουλεύει: «Ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να μαλώνει»» (Ευεργετινός Α΄ σελ. 414).
Διαφωνία είναι η έλλειψη συμφωνίας, η διάσταση γνωμών, η διχογνωμία. Τέτοια περίπτωση έχουμε στις Πράξεις των Αποστόλων μεταξύ Παύλου και Βαρνάβα: "Ο Βαρνάβας σκέφθηκε να πάρει μαζί του και τον Ιωάννη που λεγόταν Μάρκος. Ο Παύλος όμως, έκρινε να μην πάρουν μαζί τους εκείνον που είχε χωρισθεί από αυτούς από την Παμφυλία και δεν τους είχε ακολουθήσει στο έργο της ιεραποστολής. Προκλήθηκε λοιπόν μεγάλη διαφωνία με αποτέλεσμα να χωρισθούν μεταξύ τους και ν’ αποπλεύσει για την Κύπρο ο Βαρνάβας με την συνοδεία του Μάρκου. Ο Παύλος όμως εκλέγοντας τον Σίλα αναχώρησε, αφού τον εμπιστεύθηκαν οι Χριστιανοί στην προστασία του Θεού. Και περιόδευε τη Συρία και την Κιλικία" (Πράξ. 15.37-41).
Θα διερωτηθεί κάποιος, μήπως ήταν κακός ο Βαρνάβας; Καθόλου, γιατί πως θα μπορούσε να γίνει κακός για ένα ασήμαντο πράγμα; Δεν έγινε κανένα κακό με το να χωρισθούν μεταξύ τους, αντίθετα προέκυψε μεγάλο καλό, αφού έτσι βοήθησαν ολόκληρα έθνη. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα έστεργε εύκολα ν’ αφήσει ο ένας τον άλλο. Η διαφωνία εδώ δεν είναι κακή και ας έχουν διαφορετική γνώμη για τέτοια ζητήματα μιας και οι θέσεις τους είναι σοβαρές. Αν ο κάθε ένας από αυτούς διαφωνούσε ζητώντας το δικό του και την προβολή του εαυτού του, τότε θα ήταν μια κακή διαφωνία. Τώρα που θέλοντας ο κάθε ένας να διαπαιδαγωγήσει και να διδάξει και πήραν διαφορετικούς δρόμους, δεν υπάρχει τίποτε κακό σ’ αυτό. Δεν χώρισαν σαν εχθροί και τούτο φαίνεται στις επιστολές του Παύλου, όπου ο Βαρνάβας δέχεται πολλά εγκώμια. Στο κείμενο αναφέρεται, ότι προκλήθηκε μεγάλη διαφωνία, όχι φιλονικία, ούτε εχθρότητα. Αντίθετα ο χωρισμός έγινε με πολύ σύνεση και αμοιβαία υποχώρηση. Εγώ δεν θέλω, εσύ θέλεις, για να μην μαλώνουμε, ας χωρίσουμε τους τόπους (διαποίμανσης). Έγινε αυτός ο χωρισμός, επειδή κατά βάθος ήταν υποχωρητικοί ο ένας στον άλλο (P.G. 60.245).

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευσις στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξος Πνοή» (φ. 18/Ἰουλίου 1989, σελ. 115 – 128), μέ τόν τίτλο «Μελέτη περί Ἁγίων καί θαυμάτων καί περί τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας». Ἡ καταχώρηση στή συνέχεια ἀποτελεῖ βελτιωμένη μορφή τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου.

Εἰσαγωγή
Τό θέμα τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων ἔχει τίς ἐξῆς δύο ἐπί μέρους παραμέτρους:
α. Ποιός καί βάσει ποιῶν κριτηρίων μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ Ἅγιος;
β. Μέ ποιό τρόπο, (ποιά διαδικασία) καί ἀπό ποιόν διαπιστώνεται καί διακηρύσσεται ἡ ἁγιότητα τῶν νέων Αγίων;
Ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ἐρώτημα προκύπτει ἀπό πληθώρα στοιχείων τῆς Ἁγιοπατερικῆς γραματείας καί τῆς σύγχρονης θεολογικῆς γραφίδας πού τήν ἐκφράζει. Καί ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο ἐρώτημα ἀπό τήν διαχρονική πράξη καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἰδικώτερα:

Μέρος Πρῶτο:
Κριτήρια ἤ σημεῖα τῆς «ἀληθοῦς ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητος»
«Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν».
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος

Κατά τόν Ἱερό Δαμασκηνό οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα στά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός» («Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C). Ἄλλως, «τά πρόσωπα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἔχουν φθάσει στή θέωση καί συνιστοῦν τούς μάρτυρές της μέσα στήν Ἱστορία» (Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία 1989, σελ. 4). Ὅμως ἡ θέωση δέν ἐπιτυγχάνεται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, παρά μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία καί μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος, στήν ἀπάντησί του πρός τούς Παπικούς τῆς ἐποχῆς του οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀνάξειξη Ἁγίων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, θέτει σάν πρώτη, βασική καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γνήσιας καί ἀληθινῆς ἁγιότητος, τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, δηλαδή τήν μετοχή στό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας («Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιο 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γενομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6).
«Ἁγιοπατερική, συνεχής καί ἀμετάβλητη συνείδηση εἶναι – γράφει ὁ π. Γ. Μεταλληνός - ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀναγνωρίζεται μέ βάση τήν φανέρωσή της ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, μέσῳ τῆς διενεργείας αὐθεντικῶν θαυμάτων. Αὐτό τό κριτήριο εἶναι ἐκκλησιαστικό, τό ἀσφαλέστερο καί ἐπικρατέστερο στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἁγιολογίας…
Τό κείμενο αὐτό (ἐνν. τοῦ Πατριάρχου Νεκταρίου), γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπόμενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά» (Γ. Μεταλληνοῦ αὐτ. σελ. 6 - 7).
«Ἡ Ἐκκλησία, ὡς ζῶν σῶμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ - γράφει ὁ Καθηγητής Συμεών Πασχαλίδης – διασώζει διαχρονικά ἐν ἑαυτῆ τό στοιχεῖο τῆς ἁγιότητος. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρός τόν περιούσιο λαό Του (Λευϊτ. 11, 44), πού ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπ. Πέτρος, «κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῆ γενήθητε. Διότι γέγραπται, ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἅγιος ἐγώ εἰμί» (Α’ Πέτρου 1, 16), δέν συνιστᾶ ἁπλῶς δείκτη γιά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν ὁδό τῆς ἁγιότητος, ἀλλά προσδιορίζει μέ δυναμικό τρόπο καί τήν διαχρονικότητά της. Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεός αὐτοπροσδιορίζεται ὡς ἅγιος, τότε καί ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι ἁγία. Καί ἐφόσον εἶναι ἁγία ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τότε καί τά μέλη Της, οἱ πιστοί, εἶναι ἅγια, καί τό ἀντίστροφο» (Συμεών Πασχαλίδη, «Οἱ νέοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας», Περιοδικό «Θεοδρομία», τ. 2/2003, σελ. 29).
Ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διδάσκει σχετικά: «Μία εἶναι, Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή…Ποία εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται» (ὁσ. Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, «Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 258. Ἀκόμη, γιά τόν ὅρο «Ἅγιος» βλέπε: H. Delehaye, “Sanctus”, 1927. M. P. Asting, “Die Heiligkeit im Urchristentum”, 1930. Ἀνδρέα Φυτράκη, "Λείψανα καί τάφοι Μαρτύρων κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνας", 1955).
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σχετικά μέ τήν σχέση θαυμάτων καί ἁγιότητος σημειώνει: «Εἶναι γνώμη τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι τῶν μέν Ὁσίων τά Λείψανα δέν προσκυνοῦνται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θεός δέν ἀποδείξη δι’ αὐτῶν θαύματα ἤ τό ὀλιγώτερον τά τιμήση διά τῆς εὐωδίας, μέ τό νά μήν εἶναι ἀποδεδειγμένα εἰς τούς ἀνθρώπους ἡ ἐν κρυπτῶ πίστις καί ἀγάπη αὐτῶν πρός τόν Θεόν. Τῶν δέν Μαρτύρων τά Λείψανα προσκυνοῦνται ὡς ἅγια καί χωρίς θαυμάτων καί εὐωδίας, μέ τό νά γίνεται φανερά εἰς ὅλους διά τῆς ἐμπράκτου ἀποδείξεως τοῦ μαρτυρίου, ἡ εἰς Θεόν τελεία πίστις καί τελεία ἀγάπη αὐτῶν. Τῶν ὁποίων τούτων προηγουμένως καί φανερῶς εὑρισκομένων εἰς τούς Μάρτυρας, ὡς παρακολουθήματα εἶναι πλέον τά θαύματα καί σχεδόν λογίζονται, ὅσον εἰς ἀπόδειξιν, περιττά» («Νέον Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).
Τά θαύματα, σάν "ἄνωθεν ἐπιβεβαίωση τοῦ ἁγιότητος τοῦ συγκεκριμένου προσώπου", ἀναζητοῦνται καί στήν περίπτωση διακηρύξεως ἁγιότητος λόγῳ "ἐξεχουσῶν ὑπηρεσιῶν πρός τήν Ἐκκλησία" (π. Γ. Μεταλληνός). Χαρακτηριστικές εἶναι οἱ περιπτώσεις τόσο Χριστιανῶν Ἡγεμόνων - ὅπως τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου καί τῆς Αὐγούστας Θεοδώρας - ὅσο καί Ἱεραρχῶν προμάχων τῆς Πίστεως, ὅπως τοῦ Σπυρίδωνος ἐπ. Τριμυθοῦντος καί τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Στήν ὑμνογραφία τῆς 21ης Μαϊου, ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμᾶται ὄχι μόνο γιά τίς ὑψηλές - πράγματι - ὑπηρεσίες του πρός τόν Χριστιανισμό καί τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά τήν θεοπτική του ἐμπειρία, ("τύπον σταυροῦ έν οὐρανῶ κατοπτεύσας..., (ἐδέχθης) τήν γνῶσιν τοῦ Πνεύματος"), ἡ ὁποία (θεοπτία) ἀπέδειξε τήν ἄνωθεν ἐπιλογή του ("τοῦ σταυροῦ σου τόν τύπον ἐν οὐρανῶ θεασάμενος... τήν κλήσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος"), ἀλλά καί γιά τά θαύματά του ("οὗ ἡ λάρναξ ἰάσεις βρύει").
Ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα, τιμᾶται ὄχι μόνο γιά τίς ὑπηρεσίες πρός τήν Ἐκκλησία καί τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ἀλλά καί γιά τά θαύματά της καί γιά τήν ἀφθαρσία τοῦ Λειψάνου της ("ἡ θήκη, θεόπνευστε, τῶν σῶν ἁγίων λειψάνων, πλήρης οὗσα χάριτος, καταφλέγει τούς δαίμονας").
Ὁ ἅγ. Σπυρίδων, τιμᾶται πρωτευόντως σάν θαυματουργός - μέ κύριο θαῦμα τήν ἀφθαρσία τοῦ Λειψάνου του - καί δευτερευόντως σάν ὁμολογητής τῆς Πίστεως καί πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τήν Α' Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδο (καί τά δύο στοιχεῖα τῆς ἁγιότητός του ἀναφέρονται στό Ἀπολυτικίκιό του: "Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος καί θαυματουργός... διό νεκρά σύ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς καί ὄφιν είς χρυσοῦν μετέβαλες").
Γιά δέ τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τόν 14ο αἴ., ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος γράφει: "Στέργω καί τιμῶ τοῦτον ὡς Ἅγιον ἀπό τῶν θαυμάτων αὐτοῦ, ἅ μετά τήν ἐνθένδε πρός Κύριον ἐκδημίαν εἰργάσατο, ἰαμάτων πηγήν τόν ἴδιον ἀναδείξας τάφον" (PG 151, 648/9).
Μέρος Δεύτερο:

Διαδικασία διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος

«Τήν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων καταρίθμησιν ἔκρινε ὁ λαός, αὐτός εἰς τό Ἑορτολόγιον κατατάττων, κατέττατε δέ καί ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀλλ’ ἀπητεῖτο ἡ τοῦ λαοῦ συγκατάθεσις, ἐπί τῆ ἐξασκήσει τοῦ δικαιώματος τούτου».

Μανουήλ Γεδεών

Α. Οἱ χρησιμοποιούμενοι ὅροι
Προκείμενου περί τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων, ἔχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεῖ διάφοροι ὅροι, οἱ σπουδαιότεροι τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἐξῆς:
Ἁγιοποίησις. Κατά τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο, «ὁ ὅρος «ἁγιοποίησις» προϋποθέτει μέ ἀπόλυτη σαφήνεια, ὅτι τό ἐκκλησιαστικό σῶμα πού τήν ἐπιχειρεῖ, ἀνεξάρτητα μέ τήν ἐσωτάτη διάθεσή του, μπορεῖ νά κάμει κάποιον Χριστιανό Ἅγιο. Τό πλήρωμα – δηλαδή – τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐνορίας ἤ μονῆς καί τελικά ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων πού λειτουργεῖ ἐπικυρωτικά, μπορεῖ νά κάμει κάποιον μετά τόν θάνατό του Ἅγιο. Τέτοια ἀντίληψη, τήν ὁποία προϋποθέτει ἡ λέξη «ἁγιοποίηση» (ποιῶ ἅγιο), εἶναι ἀπόλυτα ξένη πρός τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας» (Στυλ. Παπαδοπούλου, «Διαπίστωσις καί Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῶν Ἁγίων», Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 841, σελ. 1).
Ἀνακήρυξις καί Ἀναγνώρισις. Κατά τόν Καθηγητή Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτο, «ὁ ὅρος «ἀναγνώρισις» προκρίνεται τοῦ ὅρους «ἀνακήρυξις», καθ’ ὅσον ἡ μέν ἀνακήρυξις ἔχει τήν ἔννοιαν τῆς ἐπισήμου καί αὐθεντικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἁγιοποιήσεως τῶν νέων Ἁγίων, ἡ δέ ἀναγνώρισις ἔχει τήν ἔννοιαν τῆς ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας (Κλήρου καί λαοῦ), αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως τῆς ὑφισταμένης ἁγιότητος τῶν τιμωμένων Χριστιανῶν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι κατά πάντα σύμφωνον πρός τε τήν πρᾶξιν καί τήν διδασκαλίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», σελ. 18).
Σχετικά μέ τόν ὅρο «ἀνακήρυξις» ὁ Καθηγητής Στυλ. Παπαδόπουλος παρατηρεῖ: «Γραμματικά ἡ λέξις «ἀνακήρυξις» σημαίνει τήν ἀναγόρευση σέ Βασιλιά, Πρόεδρο, κ.λ.π. Πρίν τήν πράξη τῆς ἀναγορεύσεως ὁ Βασιλιάς, ὁ Πρόεδρος ἤ ὁ Βουλευτής, δέν μποροῦν νά ἀσκοῦν τά βασιλικά, προεδρικά ἤ τά βουλευτικά δικαιώματα καί καθήκοντα. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου συμβαίνει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Πρίν ἀπό τήν ἐπίσημη πράξη ἀνακηρύξεώς του ἦταν Ἅγιος. Δημιουργοῦσε, θαυματουργοῦσε, παραμυθοῦσε, ἀνάλογα μέ τό πόσο τόν εἶχε χαριτώσει ὁ Θεός. Ἐκεῖνο πού ἡ Σύνοδος προσέφερε μέ τήν πράξη ἀνακηρύξεως, ἦταν ἡ εὑρύτερη γνωστοποίηση τῆς ἁγιότητος τοῦ ἄλφα ἤ βῆτα ἱεροῦ ἄνδρα» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ. σελ. 4).
Καί περί τοῦ ὅρου «ἀναγνώρισις» σημειώνει: «Ἡ λέξη «ἀναγνώρισις»…εἶναι ὅντως προτιμότερη ἀπό τίς προηγούμενες, ἀλλά ὄχι καί ἡ καταλληλότερη. Ἡ ἔννοιά της εἶναι: Ἀναγνωρίζω κάτι πού μέχρι τώρα δέν γνώριζα ἤ καί γνώριζα, δέχομαι κάτι ὡς πραγματικό, παρέχω σέ κάποιον ἤ σέ κάτι νομιμότητα, διαβεβαιώνω, ἀναγνωρίζω κάτι πού δέν εἶναι γνωστό… Ἡ κυρία ἀδυναμία τῆς λέξεως «ἀναγνώρισις», χρησιμοποιουμένης ὡς ὅρου γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητητος ἑνός πιστοῦ, βρίσκεται στό ὅτι ἡ ἐνέργεια καθ’ ἑαυτήν τοῦ ἀναγνωρίζειν, προϋποθέτει ρόλο ἀποφασιστικό στό ὁποιοδήποτε σῶμα πού ἀναγνωρίζει κάποιον ἤ κάτι… Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου ἡ τοπική Ἐκκλησία καί ἡ Σύνοδος πού «ἀναγνωρίζουν», δέν παίζουν ρόλο ἀποφασιστικό, ἀλλά διαπιστωτικό καί ἐξαγγελτικό. Δέν ἀποφασίζουν γιά τήν ἁγιότητα κάποιου, ἀλλά διαπιστώνουν ἁπλῶς αὐτό πού ὑπάρχει καί ἰσχύει» (αὐτ. σελ. 4).
Διαπίστωσις, Διακήρυξις, Ἐγγραφή στό Ἁγιολόγιο. Οἱ ὅροι προτάθηκαν ἀπό τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο. «Στήν πρώτη φάση τῆς διαδικασίας - γράφει – μέ τρόπο συνήθως ἁπλό καί σπάνια συστηματικό, γίνεται διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ὅτι τό τάδε ἀποθανών μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καί ἔχει χαρίσματα Ἁγίου. Πρόκειται γιά πράξη ἐμπειρική, πού εἶναι ἀποτέλεσμα θέας τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί γνώσεως πού ἀποκτᾶται μέσῳ ἀφηγήσεων ἤ γραπτῶν μαρτυριῶν...
Στήν δεύτερη φάση τῆς διαδικασίας, γιά νά τιμηθεῖ ἕνας ἱερός ἄνδρας ὡς Ἅγιος σήμερα, περιλαμβάνεται ἀναγκαστικά ἡ ἐπίσημη ἀπό Σύνοδο ἐξαγγελία καί ἀνακοίνωση ἐκείνου πού διαπιστώθηκε, τῆς ἁγιότητος – δηλαδή - ἑνός ἀποβιώσαντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας… Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας διακηρύσσει, δέν ἐλέγχει τήν ἁγιότητα τοῦ τάδε Ἁγίου. Διακηρύσσει τήν ἤδη διαπιστωμένη ἁγιότητα, διακηρύσσει τελικά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ τάδε ἀποθανών πιστός εἶναι Ἅγιος καί πρέπει νά θεωρεῖται καί νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος…
Στήν τελευταῖα φάση τῆς διαδικασίας ἔχουμε τήν ἐγγραφή τοῦ Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο
» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 848, σελ. 1 καί 4).

Β. Ἡ ἀκολουθούμενη διαδικασία
1. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν πρώτη χιλιετία.
Ἡ πρός τούς Ἁγίους τιμή τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε ἤδη ἀπό τούς πρώτους Χριστιανικούς αἰῶνες. Ἀρχικά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπένειμε τήν τιμή στούς Μάρτυρες, αὐτούς πού πρόσφεραν τήν ζωή τους ὑπέρ τῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι πάθαιναν γιά τόν Χριστό, εἴτε μαρτυροῦσαν - ἔχαναν τήν ζωή τους (Μάρτυρες), εἴτε ἐπιζοῦσαν μετά τήν δοκιμασία (Ὁμολογητές), τιμῶνταν ἀμέσως ἀπό τούς πιστούς ἐφ’ ὅσον ἡ θυσία, τό «ὑπέρ Χριστοῦ πάσχειν», ἦταν ἀρκετό γιά τήν τιμή αὐτή. Ἀργότερα ἠ τιμή ἐπεκτάθηκε καί σέ ὅσα πρόσωπα διακρίνονταν «ἐπ’ ἀρετῆ καί ἁγιότητι βίου».
Ἡ πρός τούς Μάρτυρες τιμή τῆς Ἐκκλησίας ἄρχιζε ἤδη ἀπό τούς συγχρόνους τους, οἱ ὁποῖοι «πρίν ἤ ἐκεῖνοι τελειωθῶσιν» τούς ἀπένειμαν τιμή καί σεβασμό. Αὐτή ἡ ἀναγνώρισι – διαπίστωσι – διακήρυξι τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή αὐθόρμητη καί δέν ὑπῆρχε καμμία - ἔστω τυπική – μορφή ἀναγνωρίσεως, δηλαδή ἐγκρίσεως ἤ ἀποφάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τοπικῆς (Ἐπισκόπου) ἤ εὑρύτερης (Συνόδου). Ἐγίνετο ἁπλᾶ μέ τήν ἀποδοχή τοῦ νέου Ἁγίου ἀπό τό σῶμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν Κλῆρο - δηλαδή – καί τόν λαό, τούς ποιμένες καί τούς ποιμενομένους. Κάποιες πρωτοβουλίες μάλιστα ἐκκλησιαστκῶν Ἀρχῶν γιά τήν ἀποδοχή νέου Ἁγίου, χωρίς τήν συμμαρτυρία τῆς συννειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἔμειναν τελικῶς ἀνενέργητες καί δέν ἔγιναν ἀποδεκτές.
Γράφει σχετικά ὁ Καθηγητής Ἀμ. Ἀλιβιζάτος: «Ἡ καθαρῶς δημοκρατική ἀντίληψις ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, περί ἴσων ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ δικαιωμάτων τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναγνωριζομένης τοῖς Κληρικοῖς Jure Divino – Θείῳ Δικαίῳ κυβερνητικῆς αὐτῶν θέσεως, καταδεικνύει καί καθορίζει τήν ἐν τῶ ἐξεταζομένῳ ζητήματι θέσιν καί συμμετοχήν ἀμφοτέρων τῶν στοιχείων αὐτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἄνεϋ πολλῆς δυσπιστίας ἤ οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως» (αὐτ. σελ. 21).
«Σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία – συνεχίζει – κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων, ἀνεγνώριζον τήν ἁγιότητα τῶν τιμωμένων, ἡ δέ πάνδημος αὕτη ἀναγνώρισις ἀπετέλει οἱονεί καί τήν ἐπικυρωτικήν καί καθιερωτικήν πρᾶξιν τῆς τῶν Μαρτύρων καί Ἁγίων ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἀναγνωρίσεως» (αὐτ. σελ. 36. Πρβλ. σχετικά: Χρυσ. Παπαδοπούλου, «Περί τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Ἐκκλησία», ΙΒ/1934, σελ. 331 – 335. Μητροπ. Δέρκων Κωνσταντίνου Χαρισιάδου, «Ἡ ἀναγνώρισις Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», στήν «Ἐπιστημονική παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης», τ. 1/1987, σελ. 225 – 241. Μητροπ. Σερρῶν Κωνσταντίνου, «Περί ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Θεολογία», τ. 27/1956, σελ. 609 – 615).
Ὁ τρόπος αὐτός τῆς αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίσθηκε ἀναλλοίωτος καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς πρώτης Χριστιανικῆς χιλιετίας, ἀλλά καί κατά τήν δεύτερη. Ὁ Μανουήλ Γεδεών ὁμολογεῖ, ὅτι «κατέττατεν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων πάντοτε ὁ λαός: Οἱ κάτοικοι πόλεως, ἐπαρχίας ἤ χωρίου ἤ μοναστηρίου, τόν ὑπ’ αὐτῶν κρινόμενον τοιοῦτον» (αὐτ. σελ. 120). Ἀκόμη καί στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού κάποια ἀναγνώριση, γιά λόγους ἄλλους κατά περίπτωση, ἔφθανε νά ἀπασχολήσει τήν ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ὁ τελικά δικαιομένος ἦταν ὁ λαός. Κατά τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο, «ἡ Σύνοδος διακηρύσσοντας τήν ἁγιότητα, δέν ἀποφασίζει – κρίνει τήν ἁγιότητα. Ἡ πράξη διακηρύξεως σημαίνει ἐδῶ πανηγυρική διακοίνωση γεγονότος ἤδη ἐμφανοῦς καί ἀποδεκτοῦ ἀπό μικρό ἤ μεγάλο ἀριθμό ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας» (αὐτ. φ. 843, σελ. 1 καί 4).
Τό ὅτι οἱ λαμβανόμενες ἀπό ἐκκλησιαστική Ἀρχή ἀποφάσεις διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων, ἐξέφραζαν τήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἀποδεικνύουν καί οἱ περιπτώσεις τοῦ Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (τόν ὁποῖο ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἰσήγαγε στόν Συναξαριστή του τό 1818, 150 χρόνια πρίν τήν ἐπίσημη διακήρυξη τῆς ἁγιότητός του ἀπό τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως) καί τοῦ ἐπίσης Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ ἀρχιεπ. Φαναρίου. (Βλ. Φ. Μιχαλόπουλου, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», 1980 καί Μητροπ. Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, «Ἀκολουθία Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ…», 1931).
Πράγματι, λοιπόν, «κατέττατεν ὁ λαός», ἡ δέ ἀπόφαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἄν καί ὅποτε ὑπῆρχε, σήμαινε ἁπλῶς τήν ἐγγραφή τοῦ ἤδη τιμωμένου Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ΚΠόλεως. Δηλαδή ἡ Σύνοδος, «προβαίνει στήν διακήρυξη, ὄχι γιά νά ἀποκτήσει ἐγκυρότητα ὁ Ἅγιος, ἀλλά γιά νά πληροφορηθεῖ εὑρύτερα τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας…Τό Πατριαρχεῖο ἐπενέβαινε…ὄχι γιά νά ἐγκρίνει, ἀλλά γιά νά διευρύνει τόν ἑορτασμό τῆς μνήμη του, πού ἤδη γίνοταν» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ.).
Ἡ ἀναμονή τῆς ἐπίσημης ἀποφάσεως ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, σέ καμμία περίπτωση δέν σημαίνει, ὅτι δέν τιμᾶται "μέ τόν συνήθη ἐκκλησιαστικό τρόπο ὁ Ἅγιος, δηλαδή νά μήν ἑορτάζεται ἡ μνήμη του μέ συγκεκριμένη Ἀκολουθία οὔτε τοπικά, πρίν διακηρυχθεῖ ἡ ἁγιότητά του ἀπό τό Πατριαρχεῖο, μολονότι τοπικά ὁ Ἅγιος θεωρεῖται καί ἀντιμετωπίζεται σάν Ἅγιος" (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 844, σελ. 1).

2. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία
α. Ἡ πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἀπό τά κρατοῦντα στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία, θά ἀναφέρουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀναφέρει στήν βιογραφία τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅτι μετά ἀπό ραδιουργίες τοῦ Μητροπολίτου Νικομηδείας Στεφάνου, ὁδηγήθηκε ὁ Συμεών σέ δίκη ἐνώπιον τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς ΚΠόλεως μέ τήν κατηγορία, ὅτι τόν Γέροντά του Στουδίτη Μοναχό Συμεών τόν Εὐλαβῆ τόν θεωροῦσε Ἅγιο καί τιμοῦσε μέ μεγαλοπρέπεια τήν ἐτήσια μνήμη του. Σημειώνεται ἐδῶ, ὅτι ὁ τότε Πατριάρχης ΚΠόλεως Σέργιος, «τήν μνήμην τιμῶν τοῦ Συμεών τοῦ Εὐλαβοῦς, ἔστελλε κατά τήν ἐπέτειον ἱεράν ἐπ’ αὐτῶ μνήμην, ἐπί καί ἕξ ἔτη, θυμιάματα καί λαμπάδας» (Μανουήλ Γεδέων αὐτ. σελ. 121).
Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ἄκουσε κατήγορο καί κατηγορούμενο, «οὐδέν μέν ἐψηφίσατο κατά τῆς αἰωνοβιότου συνηθείας τοῦ πανηγυρίζειν ἑκάστην μονήν τήν μνήμην ὡς ἄν γινώσκωσι μοναχῶν ἐπ’ αὐστηρότητι βίου καί ἐπ’ εὐσεβείᾳ» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 121). Διέταξε ὅμως καί τόν Συμεών νά περιορίσει τήν μεγαλοπρέπεια τῆς μνήμης τοῦ Γέροντός του καί νά ἀφαιρεθοῦν οἱ εἰκόνες του πού ἦσαν «πολλαχοῦ άναστηλωμέναι» (ἴσως γιά νά ἱκανοποιηθεῖ καί ὁ κατήγορος Μητροπολίτης).
Παρόμοιο εἶναι καί τό παράδειγμα τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγ. Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Ὁ ὅσ. Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀμέσως μετά τήν κοίμησι τοῦ ὁσ. Συμεών, ἔγραψε βιογραφικό ἐγκώμιο πρός τιμήν του καί συνέθεσε Ἀκολουθία, τήν ὁποία ἔψαλλε ἐπί τοῦ τάφου του. Σημειώνουμε, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν Μονή τοῦ ἁγ. Μάμμαντος ΚΠόλεως (ὅπου εἶχε διατελέσει ἡγούμενος ὁ ὅσ. Συμεών) καί ἄλλες μονές εἶχαν εἰσαγάγει τήν μνήμη του στή λατρευτική τους καθημερινότητα (ὅπως ἐκείνη τῶν Ἰωάννου καί Φιλοθέου ΚΠόλεως).
Ἡ ὁσ. Εἰρήνη, ἡγουμένη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου ΚΠόλεως, ἀρχικά ἑτιμᾶτο κατ’ ἔτος πανηγυρικά ἀπό κάποιο συγγενή της, ὁ ὁποῖος εἶχε σωθεῖ ἀπό θανατική καταδίκη διά πρεσβειῶν της καί σταδιακά ἡ μνήμη της ἐπεκτάθηκε καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς μετανοίας της.
Μία πλέον ἐπίσημη σχετική μαρτυρία εἶναι ὅσα εἶπε ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος ἐνώπιον τῆς κατά Κυδώνη Συνόδου, περί τῆς τιμῆς τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἕξι μόλις χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ὁ Φιλόθεος ὁμολογεῖ τά ἀκόλουθα:
«Διά τοῦτο καί ἐγώ (ἐνν. γιά τήν ὅλη βιοτή τοῦ Γρηγορίου), ἐν τῶ μοναστηρίῳ τοῦ Ἀκαταλήπτου καθήμενος καί ἰδιάζων, περιφανῆ τινά καί μεγάλην ἑορτήν ἐπετέλουν τῶ Ἁγίῳ τούτῳ… Ἐπεί οἱ Λαυριῶται ἔγραψαν καί ἀνέφερον ἡμῶν περί τούτου, ἔγραψα πρός ἐκείνους ἵνα πᾶς ὁ βουλόμενος ἑορτάζη τοῦτον κατ’ ἰδίαν… Ἐν τῆ Μεγάλῃ δέ Ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐποιοῦμεν τοῦτο καί καθόλου ταῖς λοιπαῖς ἐκκλησίαις πανταχοῦ, ὅτι οὔπω περί τούτου τῆ Ἱερᾶ Συνόδῳ ἐκοινωνησάμην» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 122).
Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, τόν ὁποῖο ὁ Θεός «ἐδόξασε διά τῶν θαυμάτων καί μήπω τῆς Ἐκκλησίας ἀναστηλωσάσης αὐτόν, ἑορτήν ἐπετέλουν περιφανῆ οἱ τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ μοναχοί καί τήν ἱεράν αὐτοῦ εἰκόνα ἔφερον ἐν τῆ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας».
Κατά τήν ἐξεταζομένη πάντως περίοδο ἄρχισε σταδιακά νά ἐμφανίζεται ἡ πρακτική τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων μέ ἀπόφαση μείζονος Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δηλαδή Συνόδου. Οἱ σχετικές περιπτώσεις εἶναι οἱ ἐξῆς:
Τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐπί πατριαρχείας ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου (1354 – 1355, 1364 – 1376).
Τοῦ ἁγ. Γερασίμου Κεφαλληνίας, ἐπί πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως (+ 1638).
Τοῦ ἁγ. Διονυσίου ἀρχιεπ. Αἰγίνης, ἐπί πατριαρχείας Γαβριήλ Γ’ (1716 – 1723).
Τῆς Ὁσιομάρτυρος Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, ἐπί πατριαρχείας Ματθαίου Β’ (1599 – 1602).
Τό ὅτι ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοσις καί πρακτική τῆς πρώτης χιλιετίας σχετικά μέ τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, συνέχισε νά τηρεῖται καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, ἀκόμη καί μετά τήν ἐμφάνιση Συνοδικῶν ἀποφάσεως διακηρύξεως (15ος αἰ.), ἀποδεικνύεται καί ἀπό πραγματεία πού ἔγραψε ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος («Ὅτι οἱ νέοι Μάρτυρες εἰσίν Ἅγιοι καί πρέπει νά τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι καί ἄνεϋ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», Ἀρχιεπ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου αὐτ.).
Τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς πρέπει νά βρίσκονται σέ συμφωνία μέ τήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἀποδεικνύονται ἀπό τά ἀκόλουθα δύο περιστατικά:
Τό πρῶτο ἀφορᾶ προσπάθεια ἐπιβολῆς ἀπό Ἐκκλησιαστική Ἀρχή κάποιου προσώπου ὡς Ἁγίου. Πρόκειται γιά τήν ἀναφερόμενη ἀπό τόν ἐκκλησιαστικό Ἱστορικό Σωκράτη περίπτωση τοῦ μοναχοῦ Ἀμμωνίου, μέ πρωταγωνιστή μάλιστα τόν ἅγ. Κύριλλο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας («Ἐκκλησιαστική Ἱστορία» 7/14, PG 67, σελ. 768 Α). Ὅπως γράφει καί ὁ Μανουήλ Γεδεών, «πάθος ἀνήφθη προσωπικόν μεταξύ Κυρίλλου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καί Ὀρέστου τοῦ τῆς πόλεως ταύτης Ἐπάρχου… Κατελθόντες δέ εἰς τήν πόλιν μοναχοί, περί τούς πεντακοσίους, ἀφοσιωμένοι τῶ Κυρίλλῳ, ἐπετέθησαν κατά τοῦ Ὀρέστου, ὑβρίζοντες αὐτόν ὡς εἰδωλολάτρην… Εἷς ἐξ αὐτῶν, Ἀμμώνιος καλούμενος, ἔριψε κατά τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὀρέστου λίθον, ἔρρευσε σ’ αἷμα πολύ. Συλληφθείς ὁ Ἀμμώνιος ἐτιμωρήθη, τιμωρούμενος δέ ἀπέθανε. Ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ἀπένειμε αὐτῶ τιμάς Ἁγίου καί μετωνόμασεν ἀπό Ἀμμώνιον Θαυμάσιον» (Μ. Γεδεών, «Ἁγιοποιήσεις», σελ. 119 – 110). Καί κατά τόν Σωκράτη, «Μάρτυρα χρηματίζειν ἐκέλευσεν καί λόγον ἐπ’ ἐκκλησίαις ἐξεφώνησεν».
Συνεχίζοντας ὁ ἱστορικός λέγει γιά τόν εὐσεβῆ λαό: «Οἱ σωφρονοῦντες, καίπερ ὄντες Χριστιανοί, οὐκ ἀπεδέξαντο τήν περί τούτου σπουδήν τοῦ Κυρίλλου. Ἠσπάσαντο γάρ προπετείας δίκην δεδωκέναι τόν Ἀμμώνιον, οὐ μήν ἀνάγκη ἀρνήσεως Χριστοῦ, ἐναποθανεῖν τοῖς βασάνοις. Διό καί Κύριλλος κατά βραχύ, τῶ ἡσυχάζειν, λήθην τοῦ γενομένου εἰργάσατο» (Σωκράτης αὐτ.).
Τό δεύτερο περιστατικό ἀφορᾶ τόν διά Χριστόν Σαλό Προκόπιο τοῦ Οὔστιουγκ Ρωσίας, τοῦ ὁποίου τήν ἁγιότητα ἀμφισβήτησε ὁ τοπικός κλῆρος. Ὁ διά Χριστόν Σαλός Προκόπιος (+ 1303), τιμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τόν λαό τῆς περιοχῆς του (Οὔστιουγκ Ρωσίας) καί μετά τόν θάνατό του ἕνα ξύλινο παρεκκλήσιο ὑψώθηκε πάνω ἀπό τόν τάφο του. Ὁ τοπικός κλῆρος - προφανῶς θιγμένος ἀπό τήν δημόσια στηλίτευση τῶν κοινωνικῶν, ἀλλά καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν κακῶς κειμένων ἀπό τόν Σαλό - ἀντέδρασε στήν «αὐθαιρεσία» τοῦ λαοῦ καί κατεδάφισε τό παρεκκλήσιο! Ὅμως ὁ λαός ἐπέμεινε καί τελικά ὁ ὅσ. Προκόπιος, μέ διαπιστωμένη τήν ἁγιότητά του ἀπό τόν λαό καί «βοῶσα ὑπέρ αὐτοῦ» τήν κοινή ἐκκλησιαστική συνέιδηση, ἐπιβλήθηκε καί στήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή καί ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά.

β. Ἡ πράξη τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας
Ἐνῶ, ὅπως ἀναφέραμε, κατά τήν δεύτερη χιλιετία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀκολούθησε τήν ἀρχαία ἐκκλησιαστική πράξη καί τήν πρακτική τῆς πρώτης χιλιετίας στό θέμα τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054 παρατηρεῖται σοβαρή ἀπόκλιση, μέ ὅλο καί ἐπισημότερη παρέμβαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς καί δή τοῦ Πάπα.
Κατά τόν 11ο αἰ. οἱ Πάπες Οὐρβανός Β’, Κάλλιστος Β’ καί Εὐγένιος Γ’ περιώρισαν τήν πρωτοβουλία τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων καί τελικά τό 1634 ὁ Πάπας Οὐρβανός Ζ’ μέ εἰδική ἀπόφασή του, καθώρισε τό «ἀνακηρύσσειν Ἁγίους» σάν ἀποκλειστικό δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε Πάπα.
Ἡ ἀνακήρυξις (διότι οὐσιαστικά περί ἀνακηρύξεως πρόκειται) τῶν Ἁγίων στόν Παπισμό, πῆρε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τήν μορφή μιᾶς πολύπλοκης νομικῆς διαδικασίας. Κατ’ αὐτή ὁ «ὑποψήφιος ἅγιος» ὑποβάλλεται σέ ἐξονυχιστική ἔρευνα πάνω σέ ὅλα τά θέματα πού πιθανόν ἀφοροῦν τό πρόσωπό του (πίστις, βίος, θαύματα, λείψανο, κ.λ.π.). Τήν ἔρευνα διεξάγει μία εἰδική ἐπιτροπή, ἡ Promotor Fidei, ἕνα μέλος τῆς ὁποίας μάλιστα ὁρίζεται "συνήγορος τοῦ Διαβόλου - Advocatus Diaboli", μέ σκοπό τήν παρουσίασι τῶν πιθανῶν μελανῶν σημείων τῆς ζωῆς τοῦ ἐξεταζομένου.
Ἐάν μετά τήν περάτωση τῆς ἐξετάσεως δέν ὑπάρχει διαφωνία στήν ἐπιτροπή, τότε ὑποβάλλεται στόν Πάπα ἡ σχετική πρόταση ἁγιοποιήσεως, μετά τήν ὁποία ὁ Πάπας ἐκδίδει τήν ἀνάλογη ἀπόφαση ἁγιωνυμίας ἤ μακαριωνυμίας. Χαρακτηριστικό τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν Παπικῶν ἀπό τῆς παράδοση καί πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας, εἶναι ἡ ὕπαρξη δύο εἰδῶν Ἁγίων, τῶν «Ἁγίων – Sanctus» (οἱ ὁποῖοι τιμῶνται ἀπό ὅλη τήν Παπική Ἐκκλησία) καί τῶν «Μακαρίων - Beatus» (οἱ ὁποῖοι τιμῶνται τοπικά). (Βλ. C. Beceari, "Ἀναγνώρισις Ἁγίων καί Μακαρίων", στήν "Καθολική Ἐγκυκλοπαίδεια", τ 7, σελ. 364 κ. ἐξ.)
γ. Παπική ἐπιρροή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Τά προηγουμένως διαλαμβανόμενα περί τῆς πράξεως τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας ἔχουν «ἐν πολλοῖς» εἰσαχθεῖ καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί ἡ ἀντίστοιχη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εἰδικώτερα:

1. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας
Στή Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, βοηθούσης τῆς ἀπολυταρχίας τῶν Τσάρων, ἐπικράτησε σταδιακά μία πολύπλοκη διαδικασία ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε ἐκτός ἀπό τήν συμμετοχή τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (ἀρχικά τοῦ Μητροπολίτη Ρωσίας, ἔπειτα τοῦ Πατριάρχη Μόσχας καί τελικά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), μέ τήν συμμετοχή καί τῆς Πολιτειακῆς Ἀρχῆς (τοῦ Τσάρου – Αὐτοκράτορα). Ἡ διαδικασία αὐτή διαμορφώθηκε κυρίως ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Μεγάλου Πέτρου (1682 - 1725), ὅταν στά πλαίσια τῆς δυτικοποιήσεως τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας, υἱοθετήθηκαν Δυτικές (ἐν προκειμένῳ Παπικές) πρακτικές καί στό θέμα αὐτό.
Χαρακτηριστικό τῆς συμμετοχῆς καί τοῦ ἐνεργοῦ ρόλου τοῦ Ἡγεμόνα στό θέμα τῆς διακηρύξεως τῶν Ἁγίων εἶναι τό γεγονός, ὅτι κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (1547 – 1584), διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητα 39 νέων Ἁγίων (μέ τίς Συνόδους τοῦ 1547 καί τοῦ 1549), ἐνῶ τό 1903 ὁ Τσάρος Νικόλαος Β’ καί ἡ Αὐτοκρατορική Οἰκογένεια συμμετεῖχαν προσωπικά στίς τελετές διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ.
Κατ’ ἀρχήν στό Ρωσικό Ἁγιολόγιο ὑπάρχουν Ἅγιοι καί Μακάριοι, μέ τήν ἔννοια τῶν καθολικά καί τοπικά τιμωμένων ἱερῶν προσώπων, ὅπως ἀντίστοιχα συμβαίνει καί στόν Παπισμό.
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν διαδικασία, ἀρχικά τήν ἀναγνώριση – διαπίστωση διενεργεῖ ὁ Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς πού ἀναδείχθηκε ὁ νέος Ἅγιος καί τελικά ἡ Σύνοδος μέ τήν παρουσία τοῦ Μονάρχη προβαίνει στή διακήρυξη. Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ἐξετάζονται καταλεπτῶς τά τοῦ βίου καί τῶν θαυμάτων καί ἰδιαίτερα τά τῶν Λειψάνων τοῦ νέου Ἁγίου (οἱ Ρῶσοι δίνουν μεγάλη σημασία στήν διατήρηση - ἀφθαρσία τῶν σωμάτων τῶν Ἁγίων).
Ἡ ἐπίσημη τελετή διακηρύξεως περιλαμβάνει ἀρχικά ἐπιμνημόσυνη δέηση (γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ διακηρυσσομένου Ἁγίου), στή συνέχεια ἀποκάλυψη τῆς εἰκόνας του (ἐνῶ ψάλλεται τό Ἀπολυτίκιό του) καί κατόπιν πανηγυρική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου (κατά τήν α’ καί β’ Πατριαρχική Περίοδο, 1589 – 1721 καί 1917 - σήμερα) ἤ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου (κατά τήν Συνοδική Περίοδο, 1721 - 1917), συμπαραστατουμένου ἀπό πολλούς Ἀρχιερεῖς, παρουσίᾳ τοῦ Τσάρου – Αὐτοκράτορα. Τά Λείψανα τοῦ νέου Ἁγίου, ἄν ὑπάρχουν, κατατίθενται σέ λάρνακα, ἡ ὁποία συνήθως προσφέρεται ἀπό τά Ἀνάκτορα.
Σχετικά μέ τό θέμα τῆς ἀφθαρσίας τῶν ἁγίων Λειψάνων, ἡ τοπική Σύνοδος τῆς Μόσχας τοῦ 1551 - ὑπό τήν προερδεία τοῦ Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Μακαρίου (1542 – 1563), κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ - γνωστή σάν «Σύνοδος τῶν Ἑκατό Κεφαλαίων», ὅρισε ὅπως «τά τῶν νεκρῶν σώματα, τά εὑρισκόμενα καί ἐν τοῖς νῦν καιροῖς τούτοις ἀκέραια καί ἄλυτα, μή τολμηζέτω τις ἀπό τοῦ νῦν, ἄνεϋ ἀξιοπίστου μαρτυρίας καί Συνοδικῆς ἀποφάσεως, σέβεσθαι ὡς ἅγια, διότι εὑρίσκονται πολλά σώματα ἀκέραια καί ἄλυτα, οὐχί ἀπό ἁγιωσύνης, ἀλλά ὡς ὑπ’ ἀφορισμοῦ καί κατάρας» (Κ. Δεληκάνη, «Πατριαρχικά Ἔγγραφα», τ. 3, σελ. 136. Βλ. ἀκόμη J. Bois, "Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων εἰς τήν Ρωσικήν Ἐκκλησίαν", στό "Λεξικό τῆς Καθολικῆς Θεολογίας", τ. 7, σελ. 1659 καί ἐξ.).

2. Τό ἐρώτημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (1931)
Τό 1931, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἐπί Πατριάρχου Μύρωνος Κριστέα, ὑπέβαλλε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό ἐρώτημα περί τοῦ πῶς «μετά θάνατον κάποιος ἀναγνωρίζεται καί ἀνακηρύσσεται Ἅγιος». Τό ἐρώτημα αὐτό οἱ περί τήν Ἁγιολογία καί τό Κανονικό Δίκαιο εἰδικοί, ἀπ’ ἀρχῆς θεώρησαν περιττή καί καρπό τῆς ἐπικρατούσης σέ κάποιους ἐκκλησιαστικούς κύκλους ἀντιλήψεως, περί προσαρμογῆς κάθε ἐκκλησιαστικῆς πράξεως σέ συγκεκριμένο ἐπίσημο καί προκαθορισμένο τυπικό.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπάντησε τήν 24. 3. 1931, πρόχειρα καί βεβιασμένα ὅπως ἀποδεικνύεται, τά δέ κύρια σημεῖα τῆς ἀπαντήσεως εἶναι τά ἀκόλουθα:
«Κατά τήν παρ’ ἡμῖν παράδοσιν ἐφαρμόζονται - προκειμένου περί ἀναγνωρίσεως καί κατατάξεως εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ δεδοξασμένων προσώπων – αἱ ἐξῆς γενικαί ἀρχαί:
Α. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος διά Συνόδου…
Β. Ἡ ἐξέλεγξις περιτεύει τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων, ὅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων τε καί ποιμενομένων ἀνεγνώρισεν ὡς Ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾶ καί γεραίρει. Τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων, τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων παρά τοῦ Θεοῦ τιμωμένων, γίνεται τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κατά τά ἀνωτέρω.
Γ. Κατά τήν ἀνακήρυξιν γίνεται σχετική ἐκκλησιαστική πρᾶξις…
Δ. Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῶ ναῶ… (δίδονται λειτουργικές ὁδηγίες).
Ε. Εὐκαίρως περί τῶν ἀξιολογοτώρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων Ἁγίων, συντάσσεται καί ἰδιαιτέρα ἀνάλογος Ἀκολουθία…
Στ. Ἐπίσης ἀναγκαῖα ἐστίν ἡ ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζονται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι’ Ἁγίου Μύρου. Κατά τήν ἀνακομιδήν δέ τῶν Λειψάνων, συνήθεις εἰσί παννυχίδες καί Λειτουργίαι πανηγυρικαί
» (Περιοδικό «Ὀρθοδοξία» ΚΠόλεως, τ. 6/1931, σελ. 281 κ. ἐξ.).
Κατά τόν Μανουήλ Γεδεών, ἡ ἀπάντηση στήν ἐρώτηση αὐτή, «ἔδειξεν τήν εἰς εἰδήσεις πτωχείαν τῶν πολυμαθῶν αὐτῆς συντακτῶν, ἀρκεσθέντων εἰς τήν λεηλασίαν τῶν προλεγομένων τοῦ «Ἑορτολογίου» του (Μανουήλ Γεδεών, εἰσαγωγικά «Ἁγιοποιήσεων»).
Πάνω στά διατυπούμενα στό προηγούμενο ἔγγραφο εἶναι ἀναγκαίες κάποιες παρατηρήσεις:
Α. Ἡ διατύπωση τῆς πρώτης παραγράφου, περί ἐξελέγξεως «τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος διά Συνόδου», ἀποτελεῖ σαφέστατη υἱοθέτηση τῆς Παπικῆς σχετικῆς ἐπιτροπῆς (Promotor Fidei).
Β. Τό γραφόμενο στή δεύτερη παράγραφο περί «τυπικῆς ἀναγνωρίσεως», βρίσκεται σέ πλήρη ἀσυμφωνία μέ τήν πράξη καί τήν παράδοση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ καινοτομία.
Γ. Ἀπό τίς δύο πρῶτες παραγράφους προκύπτει, ὅτι κατά τούς συντάκτες τῆς Πατριαρχικῆς ἀπαντήσεως ὑπάρχουν δύο εἰδῶν Ἅγιοι:
1. Οἱ γνωστοί στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκείνοι δηλαδή τούς ὁποίους «ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων τε καί ποιμενομένων ἀνεγνώρισεν ὡς Ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾶ καί γεραίρει», τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή πρέπει νά ἀναγνωρίζει τυπικά («τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων, τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων παρά τοῦ Θεοῦ τιμωμένων, γίνεται τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί
2. Οἱ ἄγνωστοι στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ἀφοῦ ἐξετάσει Συνοδικῶς, ἀναγνωρίζει - ἀνακηρύσσει οὐσιαστικά, δηλαδή ἁγιοποιεῖ.
Τέτοιες δοξασίες εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστες στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ Καθηγητής Στυλ. Παπαδόπουλος γράφει: «Ἀκόμη καί ἄν στήν πρώτη φάση μεσολαβήσει ἔρευνα συστηματική, δηλαδή ἄν ἡ Σύνοδος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐρευνήσει μέ ἀπεσταλμένους τά ἀφορῶντα τόν Ἅγιο, πάλι περί ἁπλῆς διαπιστώσεως θά πρόκειται. Θά κληθοῦν, δηλαδή, κάποιοι νά καταθέσουν – πληροφορήσουν, τι διαπίστωσαν στόν βίο καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου καί τι τό θαυμαστό ἔπεσε στήν ἀντίληψή τους, πού νά ὀφείλεται στίς πρεσβεῖες τοῦ ἀποβιώσαντα ἱεροῦ ἄνδρα. Καί ἡ συστηματική ἑπομένως ἔρευνα εἶναι πάλι διαπιστωτική, ἁπλή διαπίστωση…
Δέν ἐξετάζεται λεπτομερῶς, ὅπως γίνεται στήν Παπική Ἐκκλησία, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου καί δέν μπαίνουν σέ κάποια ζυγαριά οἱ ἀρετές, ἡ κατά περίπτωση συμπεριφορά του, οἱ πνευματικές ἀποτυχίες καί ἐπιτυχίες. Πολύ περισσότερο πού οἱ γνήσιοι πνευματικοί ἄνδρες φροντίζουν νά κρύπτουν τίς πνευματικές τους κατακτήσεις, φοβούμενοι τόν κίνδυνο τῆς κενοδοξίας, τῆς ἐπάρσεως. Ἀπόλυτο κρητήριο γίνονται τά ἐξαιρετικά χαρίσματα πού ὁ Θεός ἔδωσε χάριν τῶν ἀνθρώπων. Ἀφοῦ ὁ Θεός ἔδωσε τά χαρίσματα αὐτά, σημαίνει ?τι ἔκρινε - ἀποφάσισε γιά τήν ἁγιότητα τοῦ ἄλφα ἤ βῆτα πιστοῦ. Δέν ἐπιτρέπεται, λοιπόν, νά κρίνουμε τήν ἀπόφαση – θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀνακρίνοντας καί ζυγίζοντας λεπτομερῶς τά θετικά καί ἀρνητικά σημεῖα τῆς ζωῆς του. Κύριο ἔργο μας εἶναι ἡ διαπίστωσις τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου, τά ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα καί μερικά περιττά καί ἀντιπνευματικά
» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 843, σελ. 4).
Δ. Τό ἴδιο ἄγνωστος στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι καί ὁ διαχωρισμός τῶν Ἁγίων σέ ἀξιολογωτέρους καί μή. Οἱ Ἅγιοι ὑπέρκεινται ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἁπλᾶ ἄλλων ἡ μνήμη εἶναι οἰκουμενικά γνωστή καί ἄλλων τοπικά.
Ε. Ἡ ἀναφερόμενη στήν ἕκτη παράγραφο χρήση τῶν Λειψάνων μέ Ἅγιο Μῦρο, προσκρούει στόν ΜΖ’ Ἀποστολικό Κανόνα καί στόν ΙΠ’ τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης (Ράλλη – Ποτλῆ, «Σύνταγμα Κανόνων», ΚΕ’ ἐρώτηση Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος, τ. Δ’, σελ. 467).

4. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀπό τοῦ αὐτοκεφάλου της (1833) μέχρι σήμερα, ἔχουμε μία μόνο Συνοδική διακήρυξη ἁγιότητος νέου Ἁγίου, τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Ε’ Πατριάρχου ΚΠόλεως, τό 1921. Τήν ἁγιότητα τοῦ Ἱερομάρτυρα καί Ἐθνομάρτυρα Πατριάρχη διακήρυξε «δι’ εὐνοήτους λόγους», ἀντί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ Σύνοδο πού συκλήθηκε στήν Ἀθήνα τήν 8. 10. 1921, ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Μητροπ. Ἀθηνῶν Θεοκλήτου, μέ τήν συμμετοχή 16 Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ παρεπιδημοῦντος Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Φωτίου. (Βλ. Ἀντ. Μάρκου, " Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Ε’ - ὁ Ἱερομάρτυρας καί Ἐθνομάρτυρας Οἰκουμενικός Πατριάρχης").
Ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπευθύνεται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο διενεργεῖ τίς διακηρύξεις μέ ἀπόφασι τῆς περί τόν Θρόνο Ἱερᾶς Συνόδου (ἔτσι ἔχει διακηρυχθεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Νεκταρίου ἐπ. Πενταπόλεως, Ἀρσενίου τοῦ Παρίου, Πελαγίας τῆς Τήνου, Λυδίας τῶν Φιλίππων, Παναγῆ Μπασιᾶ, Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκη, Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, Εὐσταθίου καί Συμεών Ἀρχιεπισκόπων Θεσσαλονίκης, Μακαρίου τοῦ Πατμίου, Ἐφραίμ τοῦ Ὄρους Ἀμώμων, Νεομαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης Θέρμης Λέσβου, κ. ἄ.).

Συμπεράσματα
Α. Τό ζητούμενο κατά τήν διαδικασία διαπιστώσεως τῆς ἁγιότητος ἑνός προσώπου εἶναι πρῶτον ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις – μετοχή στό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί δεύτερον τά διά πρεσβειῶν του θαύματα, «ἐν ζωῆ καί μετά θάνατον». Μάλιστα τά θαύματα στήν ἐποχή μας - «τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις τῆς πονηρίας», τῆς «ἤδη καί τά θαύματα παραπλαττούσης καί τάς ἀρετάς τῆ ὑποκρίσει μᾶλλον κιβδηλευούσης» - θεωροῦνται σημαντική παράμετρος, γιά τοῦτο «λίαν θηρεύομέν τε καί ἀπαιτοῦμεν καί εἰς κρίσιν καλοῦμεν, καίτοι τοῖς πάλαι, εἰλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, οὐ πάνυ τοῦτο ἀντεξητάζετο» (Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον…», σελ. 113).
Β. Τήν ἁγιότητα ἑνός ἀποθανόντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας διαπιστώνει «σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία, Κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτος). «Μέ τρόπο συνήθως ἁπλό καί σπάνια συστηματικό, γίνεται διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ὅτι τό τάδε ἀποθανών μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καί ἔχει χαρίσματα Ἁγίου. Πρόκειται γιά πράξη ἐμπειρική, πού εἶναι ἀποτέλεσμα θέας τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί γνώσεως πού ἀποκτᾶται μέσῳ ἀφηγήσεων ἤ γραπτῶν μαρτυριῶν» (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Γ. Τήν ἁγιότητα πού διαπιστώθηκε διακηρύσει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδος) τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε ὁ νέος Ἅγιος. «Ἡ ἐπίσημη ἀπό Σύνοδο ἐξαγγελία (εἶναι) ἀνακοίνωση ἐκείνου πού διαπιστώθηκε, τῆς ἁγιότητος – δηλαδή - ἑνός ἀποβιώσαντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας… Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας διακηρύσσει, δέν ἐλέγχει τήν ἁγιότητα τοῦ τάδε Ἁγίου. Διακηρύσσει τήν ἤδη διαπιστωμένη ἁγιότητα, διακηρύσσει τελικά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ τάδε ἀποθανών πιστός εἶναι Ἅγιος καί πρέπει νά θεωρεῖται καί νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος» (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Δ. Ἡ ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως - πράξεως διακηρύξεως τῆς διαπιστωμένης ἁγιότητος ἑνός προσώπου, ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδο) τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε, δέν συνεπάγεται ὅτι δέν τιμᾶται "μέ τόν συνήθη ἐκκλησιαστικό τρόπο ὁ Ἅγιος, δηλαδή δέν ἑορτάζεται ἡ μνήμη του μέ συγκεκριμένη Ἀκολουθία οὔτε τοπικά, πρίν διακηρυχθεῖ ἡ ἁγιότητά του ἀπό τό Πατριαρχεῖο, μολονότι τοπικά ὁ Ἅγιος θεωρεῖται καί ἀντιμετωπίζεται ὡς Ἅγιος" (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Ε. Ὁμοίως τήν ἐγγραφή τοῦ νέου Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε, διενεργεῖ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδος) τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς.