Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Η ΑΓΙΑ Ε' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

           Ιω. Καρδάση, Χημικού- Οικονομολόγου
           Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην ΚΠολη το 553 (5 Μαΐου – 4 Ιουνίου) από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄, με σκοπό την καταδίκη των λεγομένων "Τριών Καφαλαίων", που ευνοούν τον Νεστοριανισμό, δηλ. του προσώπου και των συγγραμμάτων του Μοψουεστίας Θεόδωρου, των συγγραμμάτων του Κύρου Θεοδώρητου κατά του Αλεξανδρείας Κυρίλλου και της Γ΄ Οικουμενικής και υπέρ του Νεστόριου και της επιστολής του Εδέσσης Ίβα προς Μάρη τον Πέρση. Καταδικάστηκαν επίσης οι κακοδοξίες του Ωριγένη και των Ωριγενιστών, του Δίδυμου Τυφλού και του Ευάγριου Ποντικού        
          Μετά την Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) η αντίδραση εναντίον της, αλλά και εναντίον του Τόμου του Λέοντα εντάθηκε από τον Αλεξανδρείας Τιμόθεο Αίλουρο, τον Ιεραπόλεως Φιλόξενο και τον Πισιδίας Σεβήρο (Αντιοχείας από το 512), οι οποίοι θεωρούσαν, ότι η διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου είχε πληγεί και έπρεπε να αποκατασταθεί χωρίς συμβιβασμό. Ο Αλεξανδρείας Τιμόθεος απέρριψε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, ο Ιεραπόλεως Φιλόξενος υπήρξε σφοδρότατος αντίπαλός της, ενώ ο Αντιοχείας Σεβήρος πιο μετριοπαθής.
          Ο Σεβήρος ανέπτυξε ένα τύπο Μονοφυσιτισμού πολύ κοντά στη Χριστολογία του αγίου Κυρίλλου. Απέρριψε, όπως και άλλοι τον όρο της Χαλκηδόνας, ως νεωτερισμό, αλλά ήταν πρόθυμος να αναγνωρίσει τη θεωρητική διάκριση μεταξύ των δυο φύσεων εν Χριστώ. Ο Σεβήρος ειδικά αναγνώριζε τις δύο φύσεις, αλλά έδιδε μεγάλη έμφαση στην ασύγχυτη ένωσή τους και στις συνέπειες της ένωσης, ιδιαίτερα «μιάς ενεργείας» της θέλησης του Χριστού, μια κοινή θεανδρική ενέργεια, μια έκφραση δανεισμένη από τον ψευδο-Διονύσιο. Στο Σεβήρο, ο Χαλκηδόνιος όρος εμφανιζόταν να σημαίνει μια διπλή προσωπικότητα και μια διπλή θέληση, αλλά μολονότι αντιπαθούσε την έκφραση των δυο φύσεων, όπως τέθηκε στην Χαλκηδόνα και όπως είχε διατυπωθεί στον Τόμο, πλησίαζε αρκετά στην Ορθόδοξη θέση. Έτσι, ο Σεβήρος επέμενε πολύ στη θεωρητική διάκριση των δυο φύσεων και στη μονιμότητα των χαρακτηριστικών κάθε μιάς, μετά την ένωση.
          Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας είχε δεχτεί ως πλήρες μέλος της τον Κύρου Θεοδώρητο, ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την Επισκοπή του και καταδικαστεί από τον Διόσκορο στη Σύνοδο του 449 στην Έφεσο (ληστρική). Επί πλέον, η Σύνοδος αυτή αποκατέστησε τον Ίβα, Επίσκοπο Εδέσσης (435-457), που είχε επίσης καταδικαστεί από τον Διόσκορο στην ίδια Σύνοδο, γιατί είχε αποκηρύξει τη Σύνοδο της Εφέσου του 431 (Γ΄ Οικ.) και τη θεολογία του αγίου Κυρίλλου, μαζί με την Αλεξανδρινή διδασκαλία.
          Λόγω του γεγονότος, ότι ο Θεοδώρητος και ο Ίβας έγιναν δεκτοί από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο Μοψουεστίας Θεόδωρος αφέθηκε ελεύθερος χωρίς καμιά επίκριση, ο Ρώμης Πάπας Βιγίλιος (στην Ε΄ Οικ.) φοβήθηκε, πως η καταδίκη του μπορούσε να καταστρέψει την αυθεντία της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Έτσι η μεγάλη και σοβαρή προσβολή για τους Μονοφυσίτες, σε σχέση με τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας ήταν ότι οι Ίβας και Θεοδώρητος ανακηρύχθηκαν Ορθόδοξοι, ενώ τηρήθηκε σιγή για τον Θεόδωρο.
          Η επίδραση της Συνόδου της Εφέσου (Γ΄ Οικ.) είχε πράγματι παραλύσει τις αποφάσεις της Χαλκηδόνας, αλλ’ ακόμη δεν υπήρχε ελπίδα για την αποτελεσματική παρέμβαση του Μονοφυσιτισμού, στον τύπο που είχε διδαχτεί από τον Κύριλλο, προς επίτευξη κυριαρχίας, εκτός εάν το λιγότερο επιζητείτο να κηρυχθούν επίσημα οι αποφάσεις της Εφέσου (431) άκυρες.
          Γεγονός πάντως είναι, ότι η Σύνοδος της Εφέσου (431) είχε απομακρυνθεί πολύ από τις απόψεις του αγίου Κυρίλλου, ενώ η Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451) είχε απομακρυνθεί πολύ από την Αντιοχειανή θεολογική σκέψη.  Η μεταχείριση δυο Οικουμενικών Συνόδων (Γ΄ και Δ΄) από την Ε΄ ως μη κολάσιμων ή ως μηδενικών και άκυρων, θα ήταν κατά την εκτίμηση της περιόδου εκείνης (553) ίσο προς εξίσωση του κλονισμού όλων των θεμελίων της Εκκλησίας. Αμφότερες, συνεπώς, συνέχισαν να δεσμεύουν, αλλ’ επειδή οι δυο αυτές Σύνοδοι εμψυχώνονταν από ένα πολύ διαφορετικό, αν όχι αντίπαλο πνεύμα, η Εκκλησία ήταν δεμένη με αντιτιθέμενες αποφάσεις. Τούτο φάνηκε ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι φίλοι της Συνόδου της Χαλκηδόνας δεν τόλμησαν να αποκηρύξουν τη Ληστρική Σύνοδο της Εφέσου (449), κι’ ακόμη αποκηρύχθηκε ως ασυνεπής προς τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας από το Ενωτικό (του Ζήνωνα), του οποίου η κύρια πρόθεση ήταν να ενισχύσει τη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου. Πάλιν οι Μονοφυσίτες αρνήθηκαν να ικανοποιηθούν, εκτός, κάπως, από τη Σύνοδο της Εφέσου (Γ΄ Οικ.) και το Ενωτικό. Καμία άλλη περίπτωση δεν υπήρχε, επομένως, για την Εκκλησία παρά να δεχτεί όχι μόνο τις δυο Συνόδους (Γ΄ και Δ΄), αλλά και τις συνέπειές τους. 
          Μετά από 100 χρόνια αντιπαλότητας μεταξύ Χαλκηδονίων και Αντιχαλκηδονίων, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε διάταγμα, στο οποίο καταδικάζονταν τα συγγράμματα των Μοψουεστίας Θεόδωρου, τα αντικυρίλλεια του Κύρου Θεοδώρητου και μια επιστολή του Εδέσσης Ίβα προς τον Μάρι. Το διάταγμα επικυρώθηκε από την ενδημούσα Σύνοδο της ΚΠολης το 543, υπό τον Πατριάρχη Μηνά. Το διάταγμα προκάλεσε την αγανάκτηση των Χαλκηδονίων, που θεώρησαν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μόνο των Μονοφυσιτών. Ουσιαστικά, η καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων (κεφαλών) σημαίνει την αναθεώρηση του Χαλκηδόνιου όρου. Με αυτήν ο Ιουστινιανός κατέστειλε τη Δυτική επίδραση και έφερε το Χαλκηδόνιο Σύμβολο πίσω στον Κύριλλο. Αποκατέστησε έτσι τη δογματική σκέψη των δυο Συνόδων της Εφέσου (431 και 449), χωρίς μεγάλη πολυπραγμοσύνη, με το Σύμβολο της Χαλκηδόνας.
          Ο Θεοδώρητος και ο Ίβας δεν εθίγηκαν προσωπικά, αφού είχαν καταδικάσει τον Νεστόριο και είχαν αποκατασταθεί στη Χαλκηδόνα. Η προσοχή του Ιουστινιανού υπήρξε προνοητική, γιατί χωρίς αυτή η Σχολή της Αντιόχειας θα είχε καταδικαστεί στο Σύμβολό της και η παράδοση θα είχε στερηθεί για πάντα της Αντιοχειανής ισορροπίας, από τον μεταθανάτιο θρίαμβο του Κυρίλλου.
          Το διάταγμα του Ιουστινιανού έγινε δεκτό με δισταγμό από τους Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, Αλεξανδρείας Ζωίλο, Αντιοχείας Εφραίμ και Ιεροσολύμων Πέτρο, ενώ οι Δυτικοί αντέδρασαν, νομίζοντες ότι η καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων μείωνε την αυθεντία της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Αντίθετα, οι Αφρικανοί Επίσκοποι πίεζαν τον Ιουστινιανό να δημοσιεύσει το δεύτερο διάταγμα εναντίον των Τριών Κεφαλαίων. Οι Επίσκοποι της Δαλματίας και του Ιλλυρικού δεν ήθελαν να δεχθούν το διάταγμα και εκείνοι της Β. Αφρικής αναθεμάτισαν τον Πάπα Βιγίλιο για την προ και μετά τη Σύνοδο του 553 αξιοθρήνητη στάση του. Έτσι, ο πιο ανίσχυρος Πάπας συγκρούσθηκε με τον πιο ισχυρό Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Ήταν ο Βιγίλιος, το δημιούργημα της Θεοδώρας.
          Το διάταγμα αυτό συντάχθηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό και περιέχει κατά τον πιο εύγλωττο τρόπο την αυστηρή Κυρίλλεια ερμηνεία του Χαλκηδόνιου όρου. Έχει τον τύπο μακράς θεολογικής μελέτης (καθότι ο Ιουστινιανός θεολογούσε) με τον τίτλο: Confessio rectae fidei Justiniani imperatoris adversus tria capitula. Ο Ιουστινιανός βέβαια ήταν Ρωμαίος, αλλά έπαιζε διπλό παιχνίδι, έτσι στη Νουβία π.χ. στάλθηκαν δυο Χριστιανικές αποστολές, εν αγνοία δήθεν εκατέρωθεν. Η επίσημη αποστολή προήρχετο από τον Ιουστινιανό, ενώ η Μονοφυσιτική από τη Θεοδώρα, η οποία πρόσφερε καταφύγιο στ’ Ανάκτορα της Κων/πολης στον Αντιοχείας Σεβήρο. Σ’ αυτή την Ομολογία Πίστεως (το διάταγμα) που απευθυνόταν σ’ όλη την Εκκλησία, ο Ιουστινιανός περιέγραψε το πρόγραμμα της επερχόμενης μεγάλης Συνόδου του 553.
          Το πρώτο διάταγμα του Ιουστινιανού (543), κήρυξε ανάθεμα εναντίον των Τριών Κεφαλαίων, δηλ. το πρόσωπο του Μοψουεστίας Θεόδωρου, τα συγγράμματα του Κύρου Θεοδώρητου που στρέφονται κατά του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και της Συνόδου της Εφέσου (431) και την επιστολή του Εδέσσης Ίβα προς τον Μάρη τον Πέρση.
          Ο Μοψουεστίας Θεόδωρος πέθανε σε κοινωνία με την Εκκλησία. Την ατμόσφαιρα κατά του Θεόδωρου δημιούργησαν δύο πρόσωπα, ο Καισαρείας της Καππαδοκίας Θεόδωρος Ασκιδάς (537), αντίπαλος των κλασσικών Αντιοχειανών και ο θεολόγος Λεόντιος ο Βυζάντιος, αντίπαλος των Νεστοριανών και Ευτυχιανών. Ειδικά ο τελευταίος (του οποίου τα θεολογικά γραπτά επηρέασαν τον Ιουστινιανό) προπαρασκεύασε το κλίμα για την καταδίκη του. Αντίθετα, ο Καισαρείας Θεόδωρος, ενώ ήταν θερμός οπαδός της Χαλκηδόνας, συμπαθούσε τους Μονοφυσίτες.
          Ο Κύρου Θεοδώρητος (+ 458) ήταν ο τελευταίος και πιο πεπαιδευμένος μεταξύ των Αντιοχειανών, σεβόμενος τον Μοψουεστίας Θεόδωρο ως δάσκαλό του. Αποκαλούσε τα δώδεκα αναθέματα και τη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου «αίρεση» και δεν απεδέχετο την εκθρόνιση του Νεστόριου από τη Σύνοδο της Εφέσου (431).
          Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 553 στην Κωνσταντινούπολη από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Πρόεδρος της Συνόδου ήταν ο Πατριάρχης ΚΠόλεως Ευτύχιος και παρόντες 165 θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ των οποίων οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Απολλινάριος, Αντιοχείας Δομνίνος, τρεις Επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Ευστόχιου, οκτώ Επίσκοποι από τη Β. Αφρική, ουδείς από τη Ρώμη, διότι ο Πάπας Βιγίλιος δεν ήθελε να συγκρουστεί με τους Δυτικούς Επισκόπους, που ήταν αντίθετοι με την καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων. Πλην όμως παρευρέθησαν από το κλίμα του Πατριαρχείου Ρώμης οι Ηρακλείας Πελαγονίας, Τύνιδος, Βυζακίου, Γορτύνης, Ρόδου, Τιπάσων, Κουϊκούλου, Χαλκίδος, Όββης, Ζαττάρων, Αμφιπόλεως, Μιλεύης, Αυλώνος, Μεγάρων, Οπούντος, Αιγίου, Τήνου, Πορθμού, Κνίδου και Καρπάθου. Ο Ιουστινιανός δεν έλαβε μέρος στη Σύνοδο, ούτε παρέστησαν αντιπρόσωποί του και έτσι η Σύνοδος εργάστηκε τελείως ανεξάρτητα από πολιτικούς εκπροσώπους. Η Σύνοδος εκτός της καταδίκης των Τριών Κεφαλαίων, αναθεμάτισε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Ωριγένη, καθώς και τα συγγράμματα Δίδυμου και Ευάγριου. Επίσης καθήρεσε τον Πάπα Βιγίλιο, τον οποίον αποκατέστησε ο Ιουστινιανός, όταν το επόμενο έτος υπέγραψε τα πρακτικά της Συνόδου και τον απέστειλε στη Ρώμη, καθ’ όδόν όμως απεβίωσε. Τα πρακτικά της Συνόδου και τις αποφάσεις της ανεγνώρισε και ο διάδοχος του Βιγίλιου Πελάγιος Α΄, ως και οι μετά από αυτόν Πάπες.
          Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να παρατεθούν οι επεμβάσεις του Ιουστινιανού προς τον θρόνο της Ρώμης, που σχετίζονται με την πολιτική την οποία σχεδίαζε, καθώς και οι παραχωρήσεις του προς την Εκκλησία της Ρώμης. Έτσι, έχουμε αρχικά την καθαίρεση του Πάπα Σιλβέριου. Με εντολή Ιουστινιανού, ο στρατηγός Βελισάριος επιχείρησε να πείσει τον Πάπα Σιλβέριο να υπογράψει ομολογία πίστεως, στην οποία διατυπώνονταν παραχωρήσεις στο μονοφυσιτικό δόγμα. Αν ο Σιλβέριος υπέγραφε, θα έχανε την εμπιστοσύνη των πολιτών της Ρώμης. Διέβλεψε όμως την παγίδα (ο Σιλβέριος) και αρνήθηκε. Τελικά, στις 27 Μαρτίου 538 ο Βελισάριος κάλεσε σε ακρόαση τον Πάπα, τον καθήρεσε, τον έκειρε μοναχό και τον έστειλε με πλοίο στην Ανατολή. Μία βδομάδα αργότερα ο Διάκονος Βιγίλιος, μέλος συγκλητικού γένους της Ρώμης, ο οποίος είχε ζήσει πολλά χρόνια στην ΚΠολη, χειροτονήθηκε Πάπας παρά την αντίθεση του κλήρου και των πολιτών. Στην έκθεση των γεγονότων αυτών ο Προκόπιος υπογραμμίζει έντονα την προσωπική εχθρότητα της Θεοδώρας κατά του Σιλβέριου και την επιρροή της Αντωνίνας (συζύγου του Βελισάριου) επί του Βελισάριου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ζ΄, σελ. 176).
          Οι παραχωρήσεις του Ιουστινιανού στην Παπική Εκκλησία ήταν: α/ ο αναθεματισμός του Ακακίου….. β/ η παραδοχή του δόγματος εξουσίας της Εκκλησίας της Ρώμης, γ/ η συγκατάνευση ότι η Ορθόδοξη Πίστη διατηρείται πάντα απαραβίαστη από την Ρωμαϊκή Εκκλησία, δ/ η επικύρωση όλων των προηγουμένων αποφάσεων της Ρωμαϊκής Επισκοπής, ε/ η υπόσχεση, ότι δεν θα μνημονεύονται στη Λειτουργία, αυτοί που η Εκκλησία της Ρώμης καταδίκασε. (Ιστορία, ως ανωτέρω, σελ. 415). Αξίζει επίσης να γίνει λόγος για την επιστολή του Ιουστινιανού στον Πάπα  Ρώμης Ιωάννη Β΄, που θεωρείται ενδεικτική της αποδοχής εκ μέρους του Αυτοκράτορος της προτεραιότητας της Παπικής Εκκλησίας. Στην αρχή της επιστολής αυτής, ο Ιουστινιανός με κατάλληλα λόγια προσφωνεί τον Πάπα ως αρχηγό όλων των Εκκλησιών και αναφέρει ότι πάντα τον ενημερώνει για τα εκκλησιαστικά θέματα….. και υπέγραψε λίβελλο με τον οποίον εξέφραζε σεβασμό στην Παπική Ἐδρα. (Ιστορία……….σελ. 416). Κατόπιν όμως ζητεί από τον Πάπα να επικυρώσει τη θεοπασχιτική φράση. Μόνο έτσι θα διατηρηθεί η ενότητα των Εκκλησιών, μόλις οι Επίσκοποι πληροφορηθούν την επικύρωσή της από τον Πάπα……….. Ίδια πολιτική ακολούθησε ο Ιουστινιανός και απέναντι του Πάπα Αγαπητού Α΄ (535-536), που βρισκόταν τότε στην ΚΠολη (και ο οποίος όπως και ο Ιωάννης Β΄, είχε επικυρώσει τη θεοπασχιτική φράση του Αυτοκράτορος). Με εντολή του Αγαπητού απέπεμψε από το θρόνο της ΚΠολης τον Πατριάρχη Άνθιμο και υπέγραψε λίβελο με τον οποίο εξέφραζε σεβασμό στην Παπική Έδρα (σελ. 416).
          Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης, ότι ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ κατοχύρωσε νομοθετικά το πρωτείο του Πάπα Ρώμης, με την 131η Νεαρά του: «Σύμφωνα με απόφαση των τεσσάρων Συνόδων, ορίζουμε όπως, ο άγιος Πάπας της αρχαίας Ρώμης να είναι πρώτος από τους Επισκόπους και ο αγιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης να είναι δεύτερος». Ο νόμος δηλώνει, ότι ο Πάπας Ρώμης είναι πρώτος από τους Επισκόπους και όχι πρώτος μεταξύ ίσων Επισκόπων ή ότι έχει τα πρεσβεία τιμής σύμφωνα με τον γ΄ της Β΄ και τον κη΄ της Δ΄. Ο Ιουστινιανός υπερέβη κάθε όριο όταν το 545 δημοσίευσε αυτή τη Νεαρά, με την οποία αναγνώριζε το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας της Β. Αφρικής (Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθόδιου, Έλληνες και Λατίνοι, σελ. 70). Επίσης, ο Ιουστινιάνειος Κώδικας καταγράφει (Ι,Ι): «Θέλουμε να δούμε όλους τους λαούς που βρίσκονται υπό την τακτική δικαιοδοσία μας, να ζουν στην πίστη την οποία ο άγιος Απόστολος Πέτρος μετέδωσε στους Ρωμαίους ποντίφηκες…..».
          Η Σύνοδος είχε κατεύθυνση προς την άποψη, ότι ο άγιος Κύριλλος δεν έκανε διάκριση μεταξύ φύσεως και υποστάσεως. Ο Χριστός είναι μια σύνθετη υπόσταση. Το ίδιο είχε ειπεί και ο Αντιοχείας Σεβήρος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ιουστινιανός αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ φύσης και υπόστασης, ακολουθόντας πιστά την Χαλκηδόνα, αλλά κάνει και σημαντικές παραχωρήσεις στους Μονοφυσίτες. Ειδικά, αποδέχεται ότι οι φύσεις του Χριστού δύνανται να διακριθούν: «λόγω μόνω και θεωρία ου μεν αυτών των πραγμάτων έχει την διαίρεσιν». Ακριβώς με την ίδια έννοια ο Σεβήρος δέχθηκε «τις δυο φύσεις τη θεωρία».
          Πρώτα απ’ όλα η αυτοκρατορική ομολογία πίστεως διακηρύσσει την εσωτερική Ορθοδοξία της Κυρίλλειας διδασκαλίας. Μετά από σύντομη έκθεση της Χριστολογίας των δυο φύσεων, ο Αυτοκράτορας προχωρεί: «Ενώ ομολογούμε αυτές τις διδασκαλίες, αποδεχόμαστε την έκφραση του αγίου Κυρίλλου, ο οποίος είπε ότι υπάρχει μια μόνο φύση σεσαρκωμένη του Θεού Λόγου..... γιατί όταν ο Πατήρ μίλησε χρησιμοποίησε τη λέξη φύση αντί της λέξης υπόσταση».
          Μολονότι οι Πατέρες της Συνόδου δεν είχαν την ευκαιρία για εμβριθείς μελέτες, αφού είχαν να προσέξουν το ενδιαφέρον της Εκκλησίας γύρω από τα αυτοκρατορικά διατάγματα, αποδέχθηκαν και ενέκριναν ένα σπουδαίο δογματικό έργο και μια σπουδαία θρησκευτική πολιτική. Παράλληλα, έφεραν μια ισορροπία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως στις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Κατά κάποια έννοια, το κτύπημα που έδωσε η Δύση στην Ανατολή κατά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποκρούσθηκε όπως τούτο γίνεται σε θέματα δόγματος. Η Ρώμη έδωσε τον τύπο των δυο φύσεων στην Ανατολή, αλλ’ εκατό χρόνια αργότερα η Ανατολή υπαγόρευσε στη Δύση κατά ποιό τρόπο αυτός ο τύπος θα έπρεπε να γίνει κατανοητός, μια ερμηνεία αυτού, η οποία κατ’ ουδένα τρόπο αντιστοιχούσε προς την ακριβή διατύπωση του όρου. Η Ανατολή κατά την εποχή αυτή εκπροσωπούσε την Εκκλησία.
          Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού απέβλεπε στην αποδοχή από τους Μονοφυσίτες της Χαλκηδόνας, με την επικράτηση εκ νέου της πλήρους αυθεντίας του Κυρίλλου μεταξύ των Χαλκηδόνιων. Με αυτούς τους όρους το μόνο μέσο να κάνει και τις δυο πλευρές να δεχθούν την ένωση στην πίστη, ήταν να πείσει αυτούς να αναγνωρίσουν, ότι η διαφορά μεταξύ Κυρίλλου και Χαλκηδόνας ήταν κυρίως προφορική. Το 553, αυτή η πολιτική επιβεβαιωνόταν από την καταδίκη αυτών οι οποίοι, όντες ήδη νεκροί, δεν μπορούσαν να αμυνθούν, αλλά τα συγγράμματά τους αντιπροσώπευαν ένα σοβαρό εμπόδιο στον τελικό θρίαμβο της Αλεξανδρινής θεολογίας. Η Αντιοχειανή θεολογία απορρίφθηκε.
          Υπό την επίδραση του Καισαρείας Θεόδωρου, μάλλον πολιτικού παρά θεολόγου, οι Αλεξανδρινοί εκδικήθηκαν την ήττα που υπέστησαν δέκα χρόνια ενωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός αποφάνθηκε εναντίον των Ωριγενιστών. Εκείνο όμως το οποίο είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι, ότι κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της αντιπαλότητας μεταξύ της σκέψης των Σχολών Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας, οι Αντιοχιανοί είχαν τώρα να υποστούν το μεγαλύτερό τους κτύπημα· η διδασκαλία τους καταδικάσθηκε από μια Οικουμενική Σύνοδο.
          Η πολιτική του Ιουστινιανού προσπάθησε να γεφυρώσει τη Δυτική με την Αιγυπτοσυριακή δογματική. Για χάρη της Δύσης, ο Αυτοκράτορας ενέμεινε στο Σύμβολο της Χαλκηδόνας, αλλά προς χάριν των Μονοφυσιτών δέχθηκε τον θεοπασχιτικό τύπο, δηλ. ότι «ο Θεός υπέφερε εν σαρκί» και την απόρριψη των Τριών Κεφαλαίων. Όλες αυτές οι προσπάθειες του Ιουστινιανού απέβλεπαν στην επιθυμία της Εκκλησίας να απομακρυνθεί από την αυστηρή προσήλωση στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας και να αντιμετωπίσει το θέμα της ένωσης με τους Αντιχαλκηδόνιους.
          Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος εξέδωσε 14 αναθέματα εναντίον των Τριών κΚφαλαίων, υπονοούσα την Κυρίλλεια διδασκαλία ως προς την Χριστολογία της Ανατολικής Εκκλησίας. Από Ορθόδοξη πλευρά είναι μια νίκη της αληθινής παράδοσης της Εκκλησίας, η οποία ερμήνευσε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αλεξάνδρειας. Η Σύνοδος επανειλημμένα επιμένει στην υποστατική ένωση και ότι υπάρχει μια υπόσταση και ένα πρόσωπο, όπως η Σύνοδος της Χαλκηδόνας ομολόγησε μια υπόσταση του Κυρίου. Η ένωση του Λόγου με τη σάρκα εμψυχώθηκε με μια λογική και νοήμονα ψυχή σύμφωνα με τη σύνθεση ή σύμφωνα με την υπόσταση: «αλλ’ ουχ ομολογεί (τις) την ένωσιν του Θεού Λόγου προς σάρκα εμψυχωμένην ψυχή λογική και νοερά. κατά σύνθεσιν, ήγουν καθ’ υπόστασιν γεγενήσθαι, καθώς οι άγιοι Πατέρες εδίδαξαν. και δια τούτο μιαν αυτού την υπόστασιν, ο εστιν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εις της Αγίας Τριάδος».
          Η Σύνοδος κατέστησε σαφές, ότι με τη λέξη ένωση εννοούσαν όχι τη σχετική ένωση των οπαδών Θεόδωρου και Νεστόριου, οι οποίοι έχαιραν χαράν αγαλλιάσεως «διαιρούντες» (τον ένα Χριστό), ούτε την ένωση σύμφωνα με τη σύγχυση των οπαδών των ασεβών Απολλιναρίου και Ευτυχή. Όπως βεβαιώνει σε άλλο ανάθεμα, μάλλον εκ της θείας και ανθρώπινης φύσεως έλαβε χώρα η υποστατική ένωση, ένας Χριστός απαρτίσθηκε. Πρέπει πράγματι να ομολογηθεί, ότι Ένας από την Αγία Τριάδα έγινε άνθρωπος και εσταυρώθη εν σαρκί και υπό την προϋπόθεση ότι ο όρος φύση ελήφθη με την έννοια της υπόστασης, τότε μόνο μπορεί να μιλήσει περί «μιάς σεσαρκωμένης φύσεως του θείου Λόγου».
          Έτσι, έχοντες υπόψη ότι η ομολογία της μιάς υπόστασης του Ιησού Χριστού στον όρο της Χαλκηδόνας εννοούσε τη διδασκαλία της υποστατικής ένωσης και έχοντας υπόψη - όταν γινότανε κατάλληλα αντιληπτό - τον τύπο «μία σεσαρκωμένη φύσις του θείου Λόγου» ήταν σε πλήρη αρμονία με τη Χαλκηδόνια διακήρυξη της πίστης, η Σύνοδος δύναται να λεχθεί ότι επικύρωσε αυτό που ήδη είχε διδαχθεί από πρωϊμότερους υπερασπιστές αυτής της διακήρυξης, είτε ήταν νέο-Αλεξανδρινοί ή υποστηρικτές της διδασκαλίας της Σχολής της Αντιόχειας.
          Είναι εμφανές ότι η Σύνοδος κατέστησε δική της ολόκληρη τη Χριστολογία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, η οποία στηρίζεται στην προαίσθηση ότι ο Σωτήρας Χριστός ηδύνατο να είναι Ένας μόνο και αυτός ο Ένας είναι Θεός. Για να εκτιμηθεί αυτό πλήρως, είναι πάντοτε αναγκαίο ν’ αποκαλυφθεί αυτή η σωτηριολογική διάσταση της Αλεξανδρινής θεολογίας, η οποία στην περίπτωση των Αθανασίου και Κυρίλλου, δεν ήταν καθόλου μια θεωρία, αλλά μια επιβεβαίωση ενός βιβλικού γεγονότος, ότι ο Θεός δύναται να σώσει.
          Αναγνωρίζεται, ότι η χειρονομία της Συνόδου μέχρις ενός σημείου ικανοποίησε τους Μονοφυσίτες, αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα, ούτε αποσόβησε την κρίση. Μερικοί Χαλκηδόνιοι δεν ήταν ευτυχείς με τα αποτελέσματα και πολλοί μη Χαλκηδόνιοι δεν ήταν ακόμη πεπεισμένοι για την Ορθοδοξία της Χαλκηδόνιας διδασκαλίας.   
          Οι αποφάσεις της Συνόδου δεν μπορούν να εκτιμηθούν σωστά, εάν δεν μελετήσει κανείς προσεκτικά την πολιτική του Ιουστινιανού, ο οποίος ήταν ένας δυναμικός Αυτοκράτορας και σπουδαίος θεολόγος. Αποκαλείται Διοκλητιανός της θεολογικής επιστήμης και Κωνσταντίνος του σχολαστικισμού. Η πολιτική του ήταν η αυστηρή συνέχιση της Χαλκηδόνας, δυτικού προσανατολισμού, με σκοπό τη συμφιλίωση των Μονοφυσιτών με τους Ορθόδοξους. Δεν αγνοούσε τα θρησκευτικά αισθήματα της πλειοψηφίας, αλλά συσχέτιζε τη Χαλκηδόνια στάση προς το Ελληνικό πνεύμα, γι’ αυτό έκλεισε τη φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, αλλά και εκείνες της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας.
          Οι αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία με την υποταγή τους στον Πάπα Λέοντα, ο Ιουστινιανός με την εχθρική στάση του προς το ελληνικό πνεύμα και ο Ηράκλειος με τη στάση του έναντι των Μονοφυσιτών στη Μ. Ανατολή, συνέβαλαν στην παρακμή του ελληνικού πνεύματος και γενικότερα της ελληνικής ακτινοβολίας, αλλά και στη συρρίκνωση του Βυζαντίου. Πάντως η Σύνοδος, μολονότι δεν αποτελεί το τελικό συμπέρασμα της Χριστολογίας (γιατί είναι μόνο η μια φάση της), προχώρησε περισσότερο ακόμη προς τις Αντιχαλκηδόνιες «Εκκλησίες».
          Ο Ιουστινιανός το 547 είχε ουσιαστικά απαγάγει από την Ρώμη τον Παπα Βιγίλιο και τον είχε εγκαταστήσει στην ΚΠολη ήδη για μια 7ετία! Η σύλληψη έγινε στις 22.11.545 μετά τη Θ. Λειτουργία στο ναό της αγίας Καικιλίας και μεταφέρθηκε με πλοίο στην ΚΠολη τον Ιαν. 547. Η Θεοδώρα δεν έπαψε να πιέζει τον Βιγίλιο να αναγνωρίσει τον αιρετικό Άνθιμο, αλλά ο θάνατός της στις 12.6.548 απάλλαξε τον Βιγίλιο από την υποχρέωση αυτή. Ο Αυτοκράτορας πίεζε αφόρητα τον Βιγίλιο, αλλά αυτός δεν συνηγορούσε στην καταδίκη των Τριών κΚφαλαίων. Το Μάϊο του 553 ο Πάπας Βιγίλιος (που παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη), έστειλε στον Ιουστινιανό το Constitutum, το οποίο δεν έγινε δεκτό από τον Αυτοκράτορα. Σ’ αυτό ο Βιγίλιος προσπάθησε να δώσει μια συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα των Τριών Κεφαλαίων, καταδικάζοντας εξήντα σημεία από τα συγγράμματα του Μοψουεστίας Θεόδωρου, αρνούμενος να καταδικάσει προσωπικά τον ίδιο, αφού είχε αποθάνει εν κοινωνία με την Εκκλησία. Αρνήθηκε επίσης την καταδίκη των άλλων δυο, θεωρώντας ότι μια τέτοια ενέργεια θα παραβίαζε την αυθεντία της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Η Σύνοδος ενημερώθηκε για το κείμενο αυτό, αλλά δεν το έλαβε υπόψη της.
          Ο Ιουστινιανός, σε μια έκρηξη οργής ίσως, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη βία, για να αναγκάσει τον Βιγίλιο να δεχτεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Έτσι, απόσπασμα της ανακτορικής φρουράς υπό την ηγεσία του Πραίτορα των Δήμων στάλθηκε στην εκκλησία (του αγίου Πέτρου της ΚΠολης), με την εντολή να συλλάβει τον Πάπα (Βιγίλιο) και τους διαφωνούντες Επισκόπους. Ακολούθησε συμπλοκή, κατά την οποία μερικοί Επίσκοποι τραυματίσθηκαν. Ο Πραίτορας διέταξε τους άνδρες του να αποσπάσουν δια της βίας τον Βιγίλιο από την Αγία Τράπεζα, όπου είχε προσπέσει. Καθώς τον έσερναν από τα πόδια και τα γένια, η Τράπεζα ανατράπηκε και λίγο έλειψε να συντρίψει τον Πάπα…..Τελικά ο Πραίτορας αναγκάσθηκε να αποχωρήσει με τους άνδρες του, αφήνοντας τον Πάπα και τους Επισκόπους, καταπονημένους αλλά απτόητους, κύριους της Εκκλησίας. (Ιστορία……….σελ. 197).
          Εννέα μήνες αργότερα ο Βιγίλιος αποδέχτηκε την καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων με το δεύτερο Constitutum του 554. Παρ’ όλον, ότι η Σύνοδος τον είχε καθαιρέσει, ο Ιουστινιανός τον αποκατέστησε στο θρόνο της Ρώμης! Καθ’ οδόν προς την Ιταλία πέθανε στη Σικελία. Ο Ρωμαίος αντιπρόσωπος στην Κωνσταντινούπολη (δηλ. ο Αποκρισάριος του Πάπα) Διάκονος Πελάγιος ήταν και αυτός εναντίον της καταδίκης των Τριών Κεφαλαίων. Καταδικάστηκε σε απομόνωση σε μοναστήρι, οπότε άλλαξε γνώμη και υποστήριξε την καταδίκη. Ο Ιουστινιανός θεώρησε, ότι ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για την εισαγωγή των αποφάσεων της Συνόδου στην Ιταλία.
          Με την βοήθεια του Ιουστινιανού και ειδικά του στρατηγού Ναρσή, επάρχου της Ρώμης, «εξελέγη» διάδοχος του Βιγίλιου, ως Πάπας Πελάγιος Α΄. Οι Επίσκοποι της Ρώμης αρνήθηκαν να τον χειροτονήσουν και αναγκάστηκε να αναζητήσει Επισκόπους εκτός Ρώμης προς τούτο. Τελικά χειροτονήθηκε, αλλά με μεγάλη δυσκολία μπόρεσε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Απειλήθηκε σχίσμα στη Βόρειο Ιταλία που χωρίσθηκε από τη Ρώμη και τούτο διήρκεσε σε ορισμένες επαρχίες μέχρι το 689, δηλ. για 135 χρόνια!.
          Ο Ιουστινιανός προσπάθησε απεγνωσμένα να φέρει τους Μονοφυσίτες στην Εκκλησία, πολλές φορές κάνοντας έκπτωση στην πίστη. Το 564 έκανε άλλη μια παραχώρηση και αυτή ήτανε η έκδοση ενός νέου διατάγματος σχετικά με τον «αφθαρτοδοκητισμό», αλλά δεν έγινε τούτο δεκτό από την Εκκλησία. Η διδασκαλία του «αφθαρτοδοκητισμού» εμφανίσθηκε στην Αίγυπτο το 518 και επέμενε στο ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν ήδη από τη γέννησή του «άφθαρτος», αλλά τέτοια διδασκαλία οδηγούσε στην αμφιβολία για το πραγματικό πάθος του Χριστού. Οι Πατέρες έλεγαν, ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν κατ’ οικονομίαν της σωτηρίας φθαρτή, αλλά με την ανάσταση κατέστη άφθαρτη.
          Ο σκοπός του Ιουστινιανού απέτυχε. Οι Μονοφυσίτες επέμειναν στις θέσεις και απόψεις τους. Οι Αντιχαλκηδόνιοι είχαν αποπροσανατολιστεί από τους ηγέτες τους και δεν επιθυμούσαν στα σοβαρά να ενωθούν με την Εκκλησία, οργανώθηκαν δε σε χωριστό σώμα, που παραμένει μέχρι σήμερα χωρισμένο από την Ορθόδοξη Εκκλησία. 
          Η Σύνοδος έλυσε και το θέμα του μετά θάνατον αναθεματισμού, όπου στα πρακτικά της καταγράφεται: «Ανεγνώσθησαν ακόμη και διάφοραι επιστολαί του ιεράς μνήμης Αυγουστίνου, όστις διέπρεπε μεταξύ των Επισκόπων της Αφρικής. Εις αυτάς είναι ολοφάνερο ότι οι αιρετικοί πρέπει να αναθεματίζονται και μετά το θάνατό τους. Ανάλογον παράδοσιν εφύλαττον και οι λοιποί σεβασμιότατοι Επίσκοποι της Αφρικής. Αλλά και η αγία Εκκλησία της Ρώμης ανεθεμάτισεν Επισκόπους της και μετά το θάνατό τους, παρ’ ότι κατά το διάστημα της ζωής τους δεν είχον κατηγορηθεί δια τίποτε. Και όλα αυτά τα επιβεβαιούν τα παρ’ ημίν τηρούμενα Αρχεία».
          Πρακτικά της Συνόδου σώθηκαν μόνο στη Λατινική γλώσσα. Η Εκκλησία εορτάζει την Ε΄ Οικουμενική στις 25 Ιουλίου.
            ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ Ε΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
                             ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 553
Α΄. Ει τις ουχ ομολογεί Πατρός και Υιού και αγίου Πνεύματος μίαν φύσιν, ήτοι ουσίαν, μίαν τε δύναμιν και εξουσίαν, Τριάδα ομοούσιον, μίαν θεότητα εν τρισίν υποστάσεων, ήγουν προσώποις, προσκυνουμένην, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. Εις γαρ Θεός και πατήρ, εξ ου τα πάντα, και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ου τα πάντα, και εν πνεύμα άγιον, εν ω τα πάντα.
Β΄. Ει τις ουχ ομολογεί, του Θεού Λόγου είναι τας δυο γεννήσεις, την τε προ αιώνων εκ του Πατρός αχρόνως και ασωμάτως, την τε επ’ εσχάτων των ημερών, του αυτού κατελθόντος εκ των ουρανών, και σαρκωθέντος εκ της αγίας ενδόξου Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, και γεννηθέντος εξ αυτής, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
Γ΄. Ει τις λέγει, άλλον είναι του Θεού Λόγου τον θαυματουργήσαντα και άλλον τον Χριστόν τον παθόντα, ή τον Θεόν Λόγον συνείναι λέγει τω Χριστώ γεννωμένω εκ γυναικός, ή εν αυτώ είναι ως άλλον εν άλλω, αλλ’ ουχ ένα και τον αυτόν Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον του Θεού Λόγον, σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα, και του αυτού τα τε θαύματα και τα πάθη άπερ εκουσίως υπέμεινε σαρκί, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
Δ΄. Ει τις λέγει κατά χάριν ή κατά ενέργειαν ή κατά ισοτιμίαν ή κατά αυθεντίαν ή αναφοράν ή σχέσιν ή δύναμιν την ένωσιν του Θεού Λόγου προς άνθρωπον γεγενήσθαι. ή κατά ευδοκίαν, ως αρεσθέντος του Θεού Λόγου του ανθρώπου, από του ευ και καλώς δόξαι αυτώ περί αυτού, καθώς Θεόδωρος μαινόμενος λέγει. ή κατά ομωνυμίαν, καθ’ ην οι Νεστοριανοί τον Θεόν Λόγον Ιησούν και Χριστόν καλούντες, και τον άνθρωπον κεχωρισμένως Χριστόν και υιόν ονομάζοντες, και δυο πρόσωπα προφανώς λέγοντες, κατά μόνην την προσηγορίαν και τιμήν και αξίαν και προσκύνησιν, και εν πρόσωπον και ένα Χριστόν υποκρίνονται λέγειν. αλλ’ ουχ ομολογεί την ένωσιν του Θεού Λόγου προς σάρκα εμψυχωμένην ψυχή λογική και νοερά κατά σύνθεσιν ήγουν καθ’ υπόστασιν γεγενήσθαι, καθώς οι άγιοι Πατέρες εδίδαξαν, και δια τούτο μίαν αυτού την υπόστασιν, ό εστίν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εις της αγίας Τριάδος, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. Πολυτρόπως γαρ νοουμένης της ενώσεως, οι μεν τη ασεβεία Απολλιναρίου και Ευτυχούς ακολουθούντες, τω αφανισμώ των συνελθόντων προκειμένου, την κατά σύγχυσιν την ένωσιν πρεσβεύουσιν. οι δε τα Θεοδώρου και Νεστορίου φρονούντες, τη διαιρέσει χαίροντες, σχετικήν την ένωσιν επεισάγουσαν. Ή μέντοι αγίαν του θεού Εκκλησίαν, εκατέρας αιρέσεως την ασέβειαν αποβαλλομένη, την ένωσιν του Θεού Λόγου προς την σάρκα κατά σύνθεσιν ομολογεί, όπερ εστί καθ’ υπόστασιν. Η γαρ κατά σύνθεσιν ένωσις, επί του κατά Χριστόν μυστηρίου ου μόνον ασύγχυτα τα συνελθόντα διαφυλάττει, αλλ’ ουδέ διαίρεσιν επιδέχεται.
Ε΄. Ει τις μίαν υπόστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ούτως εκλαμβάνει, ως επιδεχομένην πολλών υποστάσεων σημασίαν, και δια τούτου εισάγειν επιχειρεί επί του κατά Χριστόν μυστηρίου δυο υποστάσεις, ήτοι δυο πρόσωπα, και των παρ’ αυτού εισαγομένων δυο προσώπων εν πρόσωπον λέγει κατά αξίαν και τιμήν και προσκύνησιν, καθάπερ Θεόδωρος και Νεστόριος μαινόμενοι συνεγράψαντο, και συκοφαντεί την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον, ως κατά ταύτην την ασεβή έννοιαν χρησαμένην τω της μιάς υποστάσεως ρήματι. αλλά μη ομολογεί τον του Θεού Λόγον σαρκί καθ’ υπόστασιν ενωθήναι, και δια τούτο μίαν αυτού την υπόστασιν, ήτοι εν πρόσωπον, ούτως τε και την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον μίαν υπόστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ομολογήσαι, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. Ούτε γαρ προσθήκην προσώπου, ήγουν υποστάσεως, επεδέξατο η αγία Τριάς και σαρκωθέντος του ενός της αγίας Τριάδος Θεού Λόγου.
ΣΤ΄. Ει τις καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει την αγίαν ένδοξον αειπάρθενον Μαρίαν ή κατά αναφοράν, ως ανθρώπου ψιλού γεννηθέντος, αλλ’ ουχί του Θεού Λόγου σαρκωθέντος εξ αυτής, αναφερομένης δε κατ’ εκείνους της του ανθρώπου γεννήσεως επί τον Θεόν Λόγον, ως συνόντα τω ανθρώπω γεννωμένω και συκοφαντεί την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον, ως κατά ταύτην την ασεβή επινοηθείσαν παρά Θεοδώρου έννοιαν Θεοτόκον την παρθένον ειπούσαν. ή ει τις ανθρωποτόκον αυτήν καλεί ή χριστοτόκον, ως του Χριστού μη όντος Θεού, αλλά μη κυρίως και κατά αλήθειαν Θεοτόκον αυτήν ομολογεί, δια το προ των αιώνων εκ του πατρός γεννηθέντα Θεόν Λόγον επ’ εσχάτων των ημερών εξ αυτής σαρκωθήναι, ούτω τε ευσεβώς και την αγίαν εν Χαλκηδόνι σύνοδον Θεοτόκον αυτήν ομολογήσαι, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
Ζ΄. Ει τις εν δυο φύσεσιν λέγων, μη ως εν θεότητι και ανθρωπότητι τον ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν γνωρίζεσθαι ομολογεί, ίνα δια τούτο σημάνη την διαφοράν των φύσεων, εξ ων ασυγχύτως η άφραστος ένωσις γέγονε, ούτε του Λόγου εις την της σαρκός μεταποιηθέντος φύσιν, ούτε της σαρκός προς την του Λόγου φύσιν μεταχωρησάσης (μένει γαρ εκάτερον, όπερ εστί τη φύσει, και γενομένης της ενώσεως καθ’ υπόστασιν), αλλ’ επί διαιρέσει τη ανά μέρος την τοιαύτην λαμβάνει φωνήν επί του κατά Χριστόν μυστηρίου. ή τον αριθμόν των φύσεων ομολογών επί του αυτού ενός Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Θεού Λόγου σαρκωθέντος, μη τη θεωρία μόνη την διαφοράν τούτων λαμβάνει, εξ ων και συνετέθη, ουκ αναιρουμένην δια την ένωσιν (εις γαρ εξ αμφοίν, και δι’ ενός αμφότερα), αλλ’ επί τούτω κέχρηται τω αριθμώ, ως κεχωρισμένας και ιδιοϋποστάτους έχει τας φύσεις, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. 
Η΄. Ει τις εκ δυο φύσεων, θεότητος και ανθρωπότητος, ομολογών την ένωσιν γεγενήσθαι, ή μιαν φύσιν του Θεού Λόγου σεσαρκωμένην λέγων, μη ούτως αυτά λαμβάνη, καθάπερ και οι άγιοι πατέρες εδίδαξαν, ότι εκ της θείας φύσεως και της ανθρωπίνης της ενώσεως καθ’ υπόστασιν γενομένης εις Χριστός απετελέσθη, αλλ’ εκ της τοιούτων φωνών μίαν φύσιν, ήτοι ουσίαν, θεότητος και σαρκός του Χριστού εισάγειν επιχειρεί, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
Καθ’ υπόστασιν γαρ λέγοντες τον μονογενή Λόγον ηνώσθαι, ουκ ανάχυσίν τινα την εις αλλήλας των φύσεων πεπράχθαι φαμέν, μενούσης δε μάλλον εκατέρας όπερ εστίν, ηνώσθαι σαρκί νοούμεν τον Λόγον. Διό και είς εστιν ο Χριστός, Θεός και άνθρωπος, ο αυτός ομούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν ο αυτός κατά την ανθρωπότητα. επίσης γαρ και τους ανά μέρος διαιρούντας, ήτοι τέμνοντας, και τους συγχέοντας το της θείας οικονομίας μυστήριον του Χριστού, αποστρέφεται και αναθεματίζει η του Θεού Εκκλησία.
Θ΄. Ει τις προσκυνείσθαι εν δυσί φύσεσι λέγει τον Χριστόν, εξ ου δυο προσκυνήσεις εισάγονται, ιδία τω Θεώ λόγω και ιδία τω ανθρώπω ή ει τις επί αναιρέσει της σαρκός, ή επί συγχύσει της θεότητος και της ανθρωπότητος, ή μίαν φύσιν ήγουν ουσίαν των συνελθόντων τερατευόμενος, ούτως προσκυνεί τον Χριστόν, αλλ’ ουχί μια προσκυνήσει τον Θεόν Λόγον σαρκωθέντα μετά της ιδίας αυτού σαρκός προσκυνεί, καθάπερ η του Θεού Εκκλησία παρέλαβεν εξ αρχής, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
Ι΄. Ει τις ουχ ομολογεί τον εσταυρωμένον σαρκί Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν είναι αληθινόν και κύριον της δόξης και ένα της αγίας Τριάδος, ο τοιούτος ανάθεμα έστω,
ΙΑ΄. Ει τις μη αναθεματίζει Άρειον, Ευνόμιον, Μακεδόνιον, Απολλινάριον, Νεστόριον, Ευτυχέα και Ωριγένην, μετά των ασεβών αυτών συγγραμμάτων, και τους άλλους πάντας αιρετικούς τους κατακριθέντας και αναθεματισθέντας υπό της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και των προειρημένων αιρετικών φρονήσαντας ή φρονούντας και μέχρι τέλους τη οικεία ασεβεία εμμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
ΙΒ΄. Ει τις αντιποιείται Θεοδώρου του ασεβούς και Μοψουεστίας, του ειπόντος άλλον είναι τον Θεόν Λόγον και άλλον τον Χριστόν, υπό παθών ψυχής και των της σαρκός επιθυμιών ενοχλούμενον και των χειρόνων κατά μικρόν χωριζόμενον, και ούτως εκ προκοπής έργων βελτιωθέντα και εκ πολιτείας άμωμον καταστάντα, ως ψιλόν άνθρωπον βαπτισθήναι εις όνομα Πατρός και Υιού και αγίου Πνεύματος και δια του βαπτίσματος την χάριν του αγίου Πνεύματος λαβείν και υιοθεσίας αξιωθήναι, και κατ’ ισότητα βασιλικής εικόνος εις πρόσωπον του Θεού Λόγου προσκυνήσθαι, και μετά την ανάστασιν άτρεπτον ταις εννοίαις και αναμάρτητον παντελώς γενέσθαι. Και πάλιν ειρηκότος του αυτού ασεβούς Θεοδώρου, την ένωσιν του Θεού Λόγου προς τον Χριστόν τοιαύτην γεγενήσθαι, οίαν ο απόστολος επί ανδρός και γυναικός «έσονται οι δυο εις σάρκα μίαν». Και, προς ταις άλλαις αναριθμήτοις αυτού βλασφημίαις, τολμήσαντος ειπείν, ότι μετά την ανάστασιν εμφυσήσας ο Κύριος τοις μαθηταίς και ειπών «λάβετε Πνεύμα άγιον», ου δέδωκεν αυτοίς Πνεύμα άγιον, αλλά σχήματι μόνον ενεφύσησεν. Ούτος δε και την ομολογίαν του Θωμά, την επί τη ψηλαφήσει των χειρών και της πλευράς του Κυρίου μετά την ανάστασιν, το «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», είπε μη ειρήσθαι περί του Χριστού παρά του Θωμά, αλλ’ επί τω παραδόξω της αναστάσεως εκπλαγέντα τον Θωμάν υμνήσαι τον Θεόν τον εγείραντα τον Χριστόν. Το δε χείρον, και εν τη των Πράξεων των αποστόλων γενομένη παρ’ αυτού δήθεν ερμηνεία, συγκρίνων ο αυτός Θεόδωρος τον Χριστόν Πλάτωνι και Μανιχαίω και Επικούρω και Μαρκίωνι, λέγει, ότι ώσπερ εκείνων έκαστος ευράμενος οικείον δόγμα τους αυτώ μαθητεύσαντας πεποίηκε καλείσθαι Πλατωνικούς και Μανιχαίους και Επικουρείους και Μαρκιωνιστάς, τον όμοιον τρόπον και του Χριστού ευραμένου δόγμα, εξ αυτού χριστιανούς καλείσθαι. Ει τις τοίνυν αντιποιείται του ειρημένου ασεβεστάτου Θεοδώρου και των ασεβών αυτού συγγραμμάτων, εν οις τας τε ειρημένας και άλλας αναριθμήτους βλασφημίας εξέχεε κατά του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, αλλά μη αναθεματίζει αυτόν και τα ασεβή αυτού συγγράμματα, και πάντας τους δεχομένους ή και εκδικούντας αυτόν ή λέγοντας ορθοδόξως αυτόν εκθέσθαι, και τους γράψαντας υπέρ αυτού και των ασεβών αυτού συγγραμμάτων, και τους τα όμοια φρονούντας ή φρονήσαντας πώποτε και μέχρι τέλους εμμείναντας τη τοιαύτη αιρέσει, ανάθεμα έστω.  
ΙΓ΄. Ει τις αντιποιείται των ασεβών συγγραμμάτων Θεοδωρήτου, των κατά της αληθούς πίστεως και της εν Εφέσω πρώτης και αγίας συνόδου και του εν αγίοις Κυρίλλου και των δώδεκα αυτού κεφαλαίων, και πάντων ων συνεγράψατο υπέρ Θεοδώρου και Νεστορίου των δυσσεβών, και υπέρ άλλων των τα αυτά τοις προειρημένοις Θεοδώρω Νεστορίω φρονούντων και δεχομένων αυτούς και την αυτών ασέβειαν, και δι’ αυτών ασεβείς καλεί τους της Εκκλησίας διδασκάλους, τους καθ’ υπόστασιν την ένωσιν του θεού Λόγου φρονούντας και ομολογούντας, και είπερ ουκ αναθεματίζει τα ειρημένα ασεβή συγγράμματα, και τους τα όμοια τούτοις φρονήσαντας ή φρονούντας, και πάντας δε τους γράψαντας κατά της ορθής πίστεως ή του εν αγίοις Κυρίλλου και των δώδεκα αυτού κεφαλαίων και εν τη τοιαύτη ασεβεία τελευτήσαντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω. 
ΙΔ΄. Ει τις αντιποιείται της επιστολής της λεγομένης παρά Ίβα γεγράφθαι προς Μάρην τον Πέρσην, της αρνουμένης μεν τον Θεόν Λόγον εκ της αγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας σαρκωθέντας άνθρωπον γεγεννήσθαι, λεγούσης δε ψιλόν άνθρωπον εξ αυτής γεννηθήναι, ον ναόν αποκαλεί, ως άλλον είναι τον Θεόν Λόγον και άλλον τον άνθρωπον, και εν αγίοις Κύριλλον, την ορθήν των χριστιανών πίστιν κηρύξαντα, διαβαλλούσης ως αιρετικόν και ομοίως Απολλιναρίω τω δυσσεβεί γράψαντα, και μεμφομένης την εν Εφέσω πρώτην αγίαν σύνοδον, ως χωρίς κρίσεως και ζητήσεως Νεστόριον καθελούσαν, και τα δώδεκα κεφάλαια του εν αγίοις Κυρίλλου ασεβή και εναντία τη ορθή πίστει αποκαλεί η αυτή ασεβής επιστολή, και εκδίδει Θεόδωρον και Νεστόριον και τα ασεβή αυτών δόγματα και συγγράμματα. ει τις τοίνυν της ειρημένης ασεβούς επιστολής αντιποιείται και μη αναθεματίζει αυτήν, και τους αντιποιουμένης αυτής και λέγοντας αυτήν ορθήν είναι ή μέρος αυτής, και γράψαντας και γράφοντας υπέρ αυτής ή των περιεχομένων αυτή ασεβείας ονόματι των αγίων πατέρων ή της αγίας εν Χαλκηδόνι συνόδου, και τούτοις μέχρι τέλους εμμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
Τούτων τοίνυν ούτως ομολογηθέντων, α και παρελάβομεν εκ της της θείας Γραφής και της των αγίων Πατέρων διδασκαλίας και των ορισθέντων περί της μιάς και της αυτής πίστεως παρά των προειρημένων αγίων τεσσάρων Συνόδων, γενομένης δε και παρ’ ημών της επί της αιρετικοίς και της αυτών ασεβείας, προς γε και της των εκδικησάντων ή εκδικούντων τη οικεία πλάνη, κατακρίσεως, ει τις επιχειρήσοι εναντία τοις παρ’ ημών ευσεβώς διατυπωθείσι παραδούναι ή διδάξαι ή γράψαι, ει μεν επίσκοπος είη ή εν κλήρω αναφερόμενος, ο τοιούτος αλλότρια ιερέων και της εκκλησιαστικής καταστάσεως πράττων, γυμνωθήσεται της επισκοπής ή του κλήρου, ει δε μοναχός ή λαϊκός αναθεματισθήσεται.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1.- Η Σύνοδος αναθεμάτισε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Μοψουεστίας Θεόδωρου, τα συγγράμματα του Κύρου Θεοδώρητου κατά του Κυρίλλου και την επιστολή του Εδέσσης Ίβα προς Μάρη, αντίθετα με την απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής, που έκανε τους ανωτέρω δεκτούς στη Σύνοδο αυτή. Με την απόφαση αυτή η Ε΄ ακύρωσε την απόφαση της Δ΄.
2.- Η Σύνοδος καταδίκασε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Ωριγένη. Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος αναθεματίζει τα συγγράμματα Ωριγένη: «..... μεθ’ ων και τα Ωριγένους, Ευαγρίου τε και Διδύμου μυθεύματα αναθεματίζομεν, ως και η εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσα πέμπτη Σύνοδος». Παρατηρείται, ότι εδώ αναθεματίζονται τα συγγράμματα του Ωριγένη και όχι το πρόσωπό του. Επίσης, παρατηρείται, ότι έργα του Ωριγένη περιλαμβάνονται στην 1η Φιλοκαλία των Μ. Βασιλείου κ΄ Γρηγορίου Θεολόγου.
3.- Η πολιτική εξουσία εκδίδει διατάγματα σε καθαρώς δογματικά θέματα και κατόπιν καλεί την Εκκλησία να τα επικυρώσει, άλλοτε επιτυχώς (καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων), άλλοτε ανεπιτυχώς (Αφθαρτοδοκητισμός).
4.- Οι καταδικασθέντες από την Σύνοδο είχαν αποβιώσει σε κοινωνία με την Εκκλησία και δεν είχαν τη δυνατότητα να απολογηθούν και να υπερασπισθούν τον εαυτό τους και τη διδασκαλία τους.
5.- Η Σύνοδος αυτή θεωρήθηκε ως νίκη της Ανατολής έναντι της Δύσης, ενώ η Δ΄ ως νίκη της Δύσης έναντι της Ανατολής.
6.- Η αποκατάσταση του Πάπα Βιγίλιου στη θέση του, ως Πάπα της Ρώμης από τον Ιουστινιανό, παρ’ όλη την καθαίρεσή του από τη Σύνοδο, έγινε κατά παράβαση των Κανόνων της Εκκλησίας.
7.- Η επιλογή και εκλογή του Πελάγιου ως Πάπα της Ρώμης από τον Ιουστινιανό, κάθε άλλο σύμφωνη με τους Κανόνες της Εκκλησίας υπήρξε.
8.- Ο Ιουστινιανός, οπαδός των αιρέσεων του Μονοθελητισμού, Θεοπασχιτισμού και Αφθαρτοδοκητισμού, αναγνωρίσθηκε ως Άγιος από την Εκκλησία και η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Αυγούστου.

 

 
 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου