Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

O ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ, O ΣΙΝΑΪΤΗΣ (7ος αι.)


Ανάρτηση  με  την  ευκαιρία  της  μνήμης  του, την  Δ'  Κυριακή  των  Νηστειών και  την 30η Μαρτίου.

Η καταγωγή και η μόρφωσή του
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, που είναι πιο πολύ γνωστός ως ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, δεν είναι ακριβώς γνωστό που γεννήθηκε. Κατά τις πιθανολογίες βέβαια του αγ. Δημητρίου Ροστοβίας, ο άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, στην οποία και εσπούδασε, ως τέκνο του Ξενοφώντος και της Μαρίας. Άλλοι όμως ερευνητές υποθέτουν, ότι καταγόταν πιθανότατα από την περιοχή της Παλαιστίνης ή της Αιγύπτου, εφόσον στην ηλικία των δεκαέξι μόλις ετών ανέβηκε στο Όρος Σινά, για να γίνει μοναχός. Άγνωστος όμως δεν είναι μονάχα ο τόπος, αλλά και ο χρόνος της γέννησης του Αγίου, όπως επίσης και του θανάτου του. Άλλοι, υποστηρίζουν ότι ο Άγιος έδρασε μεταξύ των ετών 525 και 600 μ.Χ. Άλλοι τοποθετούν τη γέννηση του Αγίου προ του 579 μ.Χ. και το θάνατό του γύρω στο 649 μ.Χ. Πιθανότερο όμως φαίνεται να γεννήθηκε κατά το 525 μ.Χ. και να εκοιμήθη κατά το 610 μ.Χ. ή ίσως και λίγο αργότερα. Όπως και να έχει το πράγμα πάντως, ένα οπωσδήποτε είναι βέβαιο, το ότι ο Άγιος μορφώθηκε κατά την παιδική και νεανική ηλικία του πάρα πολύ και για το λόγο αυτό χαρακτηρίσθηκε αργότερα, εξαιτίας των συγγραμμάτων του, όχι μονάχα ως «νέος Μωυσής», ως σχεδιάσας την «θεοτύπωτον νομοθεσίαν και θεωρίαν», δηλαδή, την Κλίμακα, αλλά και ως «σχολαστικός», εξαιτίας της μεγάλης σχολαστικότητας, με την οποία επεξεργάζεται τα θέματά του ή σωστότερα ακρίβειας. Παρά τη μεγάλη σοφία του όμως, ο Άγιος δεν ξιππάστηκε, αλλά παρέμεινε, όπως θα φανεί και πιο κάτω, μέχρι το θάνατό του απλός και ταπεινός, χαρακτηρίζοντας για τούτο τον εαυτό του πάντοτε ως αμαθή και στους λόγους του ως ιδιώτη.

Η αφιέρωσή του στο Θεό και η μοναχική κουρά.
Όταν ο Άγιος έφθασε στην ηλικία των δεκαέξι ετών, «προσενήνοχεν εαυτόν θύμα ιερώτατον τω Θεώ εν τω Σιναίω όρει ανελθών και μονάσας». Ανέβηκε, δηλαδή από τη χαμηλότερη περιοχή, στην οποία ζούσε μέχρι τη στιγμή εκείνη, στο Όρος Σινά, όπου ζήτησε να γίνει μοναχός στη Μονή της αγίας Αικατερίνης, που, κατά τον ιστορικό Προκόπιο, είχε ιδρυθεί από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό προς τιμήν της Θεοτόκου. Στην περίσταση εκείνη ο Ηγούμενος της Μονής παρέδωσε το νεαρό Ιωάννη, που χαρακτηρίζεται από το βιογράφο του, εξαιτίας της ωριμότητάς του της πνευματικής, ως «χιλιονταετής», στην καθοδήγηση του Γέροντα Μαρτυρίου, ώστε να δαμάσει με την εμπειρία του, σαν άριστος «πωλοδάμνης», τα πάθη του νεαρού υποτακτικού του. Στο Γέροντα ακριβώς αυτόν, που χαρακτηρίζεται και ως «παιδοτρίβης», ο Άγιος έσκυψε τότε το κεφάλι του και έκανε υπακοή απόλυτη στα παραγγέλματά του, ώστε να διαπεράσει «ακινδύνω οδηγία» το βαρύ πέλαγος της ζωής αυτής και να φθάσει τελικά στο ουράνιο λιμάνι. Η υπακοή, δηλαδή που έδειξε στο Γέροντά του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Άγιος να παρουσιάζεται από το βιογράφο του ως «άλογόν τε και αθέλητον ψυχήν έχων και της φυσικής ιδιότητος απηλλαγμένην πάντη». Με την ακριβέστατη αυτή υπακοή του στο Γέροντα Μαρτύριο, ο Άγιος πέρασε στην πραγματικότητα από τη γνώση «της εγκυκλίου σοφίας» και το «φρύαγμα της φιλοσοφίας» στην έμπρακτη χριστιανική ζωή, «ουρανίω ιδιωτεία μαθητευόμενος».
Για το λόγο αυτό ο Γέροντάς του Μαρτύριος αποφάσισε, ύστερα από τέσσερα έτη δοκιμασίας του, κατά τα όποια είχε την ψυχή του ολόκληρη «εν τω ουρανίω όρει», να τον κείρει τελικά μοναχό, βλέποντας την παραδειγματική υπακοή και ταυτόχρονα την άγια ζωή του νεαρού υποτακτικού του. Για το σκοπό αυτό παρέλαβε μία ήμερα μαζί του τον Άγιο και κάποιους άλλους μοναχούς και ανέβηκε στην κορυφή του Σινά, όπου τον έκειρε με κάθε ιεροπρέπεια και κατάνυξη μοναχό. Κατά την ήμερα μάλιστα της χειροτονίας εκείνης, κατά την οποία ο Άγιος ήταν είκοσι ετών, ο ξακουσμένος για την αγιότητα και τη σοφία του Αββάς Στρατήγιος είπε γι' αυτόν με το χάρισμα το προορατικό, που τον διέκρινε, ότι «μέγας αστήρ γενήσεται». Εκτός από τον Αββά Στρατήγιο επαινετικά για τον Άγιο εκφράσθηκαν, μετά τη μοναχική κουρά του, και άλλοι διάσημοι ασκητές, τους οποίους επισκέφθηκαν ο Αββάς Μαρτύριος και ο υποτακτικός του σε μία πνευματική οπωσδήποτε περιοδεία τους. Κατά την περιοδεία τους δε αυτή, κατά την οποία προσπάθησαν να συλλέξουν, σαν πολύτιμα μαργαριτάρια, ό,τι καλό διέκριναν στη ζωή ξακουσμένων ασκητών, έφθασαν και στην έρημο της Σκήτης της Αιγύπτου, στο μοναστήρι των Ταβεννών και σε άλλα μεγάλα ασκητήρια. Στα ασκητήρια αυτά οι δύο ασκητές επισκέπτονταν συνήθως κάποιους χαρισματούχους μοναχούς, για να ζητήσουν, όπως ήταν επόμενο, τις συμβουλές και τις ευχές τους. Δύο από τους χαρισματούχους αυτούς ασκητές φανέρωσαν με το προορατικό χάρισμα που είχαν το μέλλον του Αγίου. Ο ένας από αυτούς ήταν ο αββάς Αναστάσιος ο Σιναΐτης, που μόλις αντίκρυσε τον Άγιο, στράφηκε προς τον Αββά Μαρτύριο και είπε:
Ειπέ, Αββά Μαρτύριε, πόθεν ο παις ούτος και τις αυτόν εκούρευσεν;».
Δούλος σου έστι, πάτερ», αποκρίθηκε ο Μαρτύριος, «καγώ εκούρευσα αυτόν».
Βαβαί, Αββά Μαρτύριε», είπε τότε ο Αναστάσιος, «τις είπη, ότι Ηγούμενον του Σινά εκούρευσας;». Πω πω, δηλαδή, Αββά Μαρτύριε, που να ήξερες ότι έκανες μοναχό έναν άνθρωπο, που θα γίνει αργότερα Ηγούμενος στο μεγάλο μοναστήρι του Σινά!
Παρόμοια με την πιο πάνω ήταν και η πρόρρηση, που έκανε για τον Άγιο αυτήν την εποχή και ο μέγας Γέροντας Ιωάννης ο Σαββαΐτης, που ασκήτευε στην έρημο του Γουδά. Η πρόρρηση όμως αυτή έγινε κατά τρόπο πιο παραστατικό. Όταν, δηλαδή έφθασαν στο ασκητήριό του ο Γέροντας Μαρτύριος και ο Άγιος, ο Γέροντας Ιωάννης, που είχε την εποχή εκείνη φήμη θαυματουργού, σηκώθηκε επάνω και, παίρνοντας στα χέρια του μία λεκάνη με νερό, ένιψε τα πόδια του Άγίου και φίλησε τα χέρια του, χωρίς να κάνει το ίδιο και στο Γέροντα Μαρτύριο. Η συμπεριφορά αυτή σκανδάλισε, όπως ήταν επόμενο, το νεαρό υποτακτικό του, που απορρημένος ρώτησε το Γέροντά του, γιατί φέρθηκε διαφορετικά απέναντι των δύο εκείνων επισκεπτών του.
«Πίστευσον, τέκνον», του αποκρίθηκε τότε ο μέγας εκείνος Γέροντας, «εγώ, τις έστιν ο παις, ουκ οίδα. αλλ' εγώ Ηγούμενον του Σινά εδεξάμην και τους πόδας του Ηγουμένου ένιψα».

Η ζωή του στην έρημο.
Ύστερα από δεκαεννιά χρόνια κοινοβιακής ζωής στο μεγάλο μοναστήρι του Σινά, ο Γέροντας του Αγίου Μαρτύριος, παρέδωσε κάποια στιγμή την ψυχή του στο Θεό, αφήνοντας πίσω του έναν αντάξιο διάδοχό του. Ο θάνατος όμως αυτός ήταν οριακός για την πιο πέρα πορεία του ίδιου του Αγίου, που στο μεταξύ είχε χειροτονηθεί Διάκονος και Ιερέας για τις ανάγκες του μοναστηριού τους, γιατί αποφάσισε να ζήσει στο εξής στην έρημο, σαν αναχωρητής ή ερημίτης. Για το θέμα βέβαια αυτό είχε πάρει ήδη τη συγκατάθεση και του Γέροντά του Μαρτυρίου, πριν από την κοίμησή του. Γι' αυτό ύστερα από αυτήν, πήρε, χωρίς δυσκολία, την ευλογία και από άλλους Γέροντες του μεγάλου μοναστηριού τους και μάλιστα από τον Ηγούμενο και από το φημισμένο για την αγιότητά του Γέροντα της περιοχής τους Γεώργιο τον Αρσελαΐτη και έτσι προχώρησε «επί το της ησυχίας στάδιον», έχοντας στα χέρια του, σαν όπλα πνευματικά "προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων, τας του μεγάλου (Γέροντος) ευχάς".
Πριν, όμως, από την αναχώρησή του αυτή έκανε μία προσκυνηματική περιοδεία, ως Ιερέας πλέον, στα μεγάλα μοναστικά κέντρα και ερημητήρια της Σκήτης και των Ταβεννών, για να συμβουλευθεί και άλλους Γέροντες για τη νέα ζωή που σκόπευε να αρχίσει, συλλέγοντας ταυτόχρονα, σαν τη φιλόπονη μέλισσα, το πνευματικό νέκταρ της θεοφώτιστης διδασκαλίας τους. Ό,τι καλό μάλιστα έβλεπε, το σημείωνε στα δελτάριά του, για να το χρησιμοποιήσει αργότερα στη συγγραφή της περίφημης Κλίμακος. «Εγώ δε πάντων ακηκοώς», σημειώνει σε μία τέτοια περίσταση για την ταπείνωση, «και εν εαυτώ ταύτα επεσκεμμένως τε και νηφόντως βεβασανικώς την μακαρίαν εκείνης αίσθησιν (δηλαδή, της ταπείνωσης) δι' ακοής μανθάνειν ου δεδύνημαι».
Ύστερα δε από την περιοδεία εκείνη, κατά την οποία απέκτησε ήδη τη φήμη μεγάλου ασκητού και διακριτικού Πρεσβυτέρου, ο Άγιος κατέφυγε, στην ηλικία των 35 περίπου ετών, στην ερημική τοποθεσία Θολάς, που, κατά το βιογράφο του, απείχε πέντε περίπου σημεία από το μεγάλο κοινόβιο, δηλαδή δύο ώρες πορείας, για να βρει την ποθητή σ' αυτόν ησυχία, προχωρώντας στο εξής σε μεγαλύτερα πνευματικά αθλήματα. Φθάνοντας εκεί ο Άγιος βρήκε ένα φυσικό σπήλαιο, που σχηματίσθηκε με την πτώση δύο πελώριων γρανίτινων βράχων, και το διασκεύασε σε κελλί για την εγκατοίκηση και την άσκησή του. Στο σπήλαιο ακριβώς αυτό, που διαμορφώθηκε σήμερα σε εκκλησάκι προς τιμήν του, ο Άγιος έζησε για σαράντα ολόκληρα χρόνια «ανολιγώρως», δηλαδή, «διακαεί έρωτι και πυρί πυρπολούμενος αεί». «Ο δε πας δρόμος», σημειώνει γι' αυτόν ο βιογράφος του, «προσευχή αέναος και προς Θεόν έρως ανείκαστος». Ολόκληρη, δηλαδή η ερημητική ζωή του δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτε άλλο, παρά μία διαρκής και ολόθερμη προσευχή προς το Θεό, τον Οποίο έβλεπε ακατάπαυστα με τα μάτια της ψυχής του, μη χορταίνοντας από τη θέα αυτή ποτέ.
Εκτός από την αδιάλειπτη προσευχή όμως, ο Άγιος είχε, σαν όπλο του πνευματικό, και την ακατάπαυστη μελέτη των θεόπνευστων βιβλίων της Αγίας Γραφής και των θεοφώτιστων συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων, με την οποία εξουδετέρωνε το πάθος της ακηδίας. Η μελέτη μάλιστα αυτή δε γινόταν επιπόλαια, αλλά με σύστημα και επιμονή, εφόσον σημείωνε ταυτόχρονα με την εργασία της αδιάλειπτης προσευχής τα σπουδαιότερα χωρία από τα έργα που μελετούσε σε ειδικά δελτάρια. «Πλείστα τε προ του ύπνου ηύχετο», σημειώνει ο βιογράφος του, «και δελτία κατέττατε. τούτο γαρ ην αυτώ ακηδίας... φίμωτρον».

Θαύματα του Αγίου.
Στην περίοδο της άσκησής του αυτής, όπως επίσης και στην περίοδο της ηγουμενίας του, αναφέρονται από το βιογράφο του Αγίου και κάποια θαύματα, που πραγματοποίησε με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου. Τα αναφερόμενα θαύματα ήταν τα εξής:
1) Η σωτηρία του μαθητού του Μωυσή από τον κίνδυνο.
Κατά τη μαρτυρία του Δανιήλ του Ραϊθηνού, ο Μωυσής αυτός ήταν ένας νέος, που αγαπούσε ιδιαίτερα τον μονήρη βίο. Γι' αυτό παρακάλεσε μία ημέρα τον Άγιο να τον κρατήσει κοντά του, ώστε να οδηγηθεί με τις συμβουλές και την καθοδήγησή του «προς την όντως φιλοσοφίαν». Ο Άγιος βέβαια στην αρχή δεν ήθελε να τον κρατήσει κοντά του, γνωρίζοντας τις δυσκολίες της ερημητικής ζωής. Εκείνος όμως επέμενε, βάζοντας για την επιτυχία του σκοπού του και μεσίτες από το μεγάλο ίσως μοναστήρι. Για το λόγο αυτό ο Άγιος φάνηκε τελικά υποχωρητικός, κρατώντας το Μωυσή κοντά του. Ζήτησε όμως από αυτόν προκαταβολικά να κάνει υπακοή «εν παντί», ενώ εκείνος δέχθηκε παρευθύς όλους τους όρους του Αγίου. Ύστερα δε από τη συμφωνία εκείνη, ο Άγιος έστειλε μία ημέρα τον υποτακτικό του αυτόν να μεταφέρει λίγο χώμα εκλεκτό για τις λαχανίδες του κήπου τους. Στο πρόσταγμα εκείνο ο αποφασισμένος για την υπακοή Μωυσής πειθάρχησε παρευθύς προσπαθώντας να φέρει σε πέρας το έργο, που του είχε αναθέσει ο Γέροντάς του άοκνα. Παρά την προθυμία όμως, με την οποία άρχισε την εργασία εκείνη, όταν έφθασε το μεσημέρι, κουράσθηκε, γιατί ήταν ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού και η ζέστη πάρα πολύ μεγάλη. Έτσι κάθησε να ξεκουρασθεί στη σκιά κάποιου πελώριου βράχου, που ήταν εκεί κοντά, χωρίς να προσέξει, ότι ήταν έτοιμος να καταπέσει. Καθώς μάλιστα ξεκουραζόταν αμέριμνος, αποκοιμήθηκε. Την ώρα ακριβώς εκείνη ο Άγιος βρισκόταν στο κελλί του και προσευχόταν, χωρίς όμως να ξεχνά βέβαια και το νεαρό υποτακτικό του. Σε κάποια στιγμή όμως καταλήφθηκε και αυτός από έναν ύπνο λεπτότατο, εξαιτίας προφανώς της μεγάλης ζέστης του καλοκαιριού. Στον ύπνο του ακριβώς αυτόν ένιωσε κάποια στιγμή να τον σκουντά ένας άνδρας ιεροπρεπής και επιτιμητικά να του λέγει: -«Πώς αμερίμνως υπνείς, ο δε Μωυσής εν κινδύνω διατελεί;». Πώς μπορείς, δηλαδή, να κοιμάσαι, Ιωάννη, τη στιγμή που ο υποτακτικός σου Μωυσής βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο;
Στο άκουσμα των λόγων εκείνων ο Άγιος αναπήδησε και επιδόθηκε πάραυτα με όλη τη θέρμη και το ζήλο της καρδιάς του σε μία απεγνωσμένη προσευχή για τη σωτηρία του μαθητού. Η προσευχή αυτή έκανε τότε το θαύμα της, γιατί ο Μωυσής άκουσε μέσα στο βαθύ ύπνο του τον Γέροντά του να τον φωνάζει και, ξυπνώντας, έσπευσε παρευθύς προς το μέρος του. Μόλις έκανε όμως κάποια βήματα, ο τεράστιος λίθος, κάτω από τον οποίο ήταν ξαπλωμένος, κατέπεσε, αφήνοντας εμβρόντητο το Μωυσή, που έσπευσε να διηγηθεί στο Γέροντά του τα όσα διέτρεξαν. Στο άκουσμα των πιο πάνω ο «ταπεινόνους» Γέροντας δόξαζε τότε «κρυφίαις βοαίς και βίαις αγάπης» τον παντοδύναμο Κύριο, που άκουσε την προσευχή του και έσωσε το νεαρό εκείνο και υπάκουο υποτακτικό (ΡG. 88, 604ΑΒ).
2) Η απελευθέρωση του Ισαάκιου από το σαρκικό πάθος.
Ένα δεύτερο θαύμα του Αγίου αναφέρεται στην απελευθέρωση του αναχωρητού Ισαάκιου από το δαίμονα της φιλοσαρκίας. Μία ημέρα ο Ισαάκιος που δοκιμαζόταν από ένα πολύ δυνατό σαρκικό πειρασμό, καταλήφθηκε από θλίψη μεγάλη και αθυμία. Για το λόγο αυτό ήρθε τρέχοντας προς τον Άγιο, στον οποίο φανέρωσε με δάκρυα πολλά και με αναστεναγμούς της καρδιάς του τον πόλεμο, που εσωτερικά δοκίμαζε. Στο άκουσμα των λόγων του Ισαάκιου ο Άγιος συγκινήθηκε πολύ, θαυμάζοντας για τη μεγάλη πίστη και την ταπείνωσή του και είπε: -"Έλα, αδελφέ μου, να προσευχηθούμε μαζί και ο αγαθός και ευσπλαχνικός Κύριος δε θα παραβλέψει τη δέησή μας". Πριν όμως τελειώσουν την προσευχή τους εκείνη, ο πολυεύσπλαχνος Κύριος ικανοποίησε το αίτημα του πιστού δούλου Του, απομακρύνοντας το δαιμόνιο του σαρκικού πάθους από τον Ισαάκιο. Για το λόγο αυτό ο Ισαάκιος, που ένιωθε πια τον εαυτό του θεραπευμένο και «άνοσο», δόξαζε, γεμάτος έκσταση και συντριβή, το μεγαλοδύναμο Θεό, ευχαριστώντας όμως ταυτόχρονα από τα βάθη της καρδιάς του και τον δοξασθέντα Άγιο. (ΡG. 88, 604C).
3) H βροχή στην περίοδο της ανομβρίας.
Ένα τρίτο θαύμα του αγίου Ιωάννη έγινε, κατά το βιογράφο του, στα χρόνια που είχε γίνει Ηγούμενος στο μεγάλο μοναστήρι. Κατά την περίοδο αυτή της ηγουμενίας του, οι κάτοικοι της γύρω από το μοναστήρι περιοχής έσπευσαν, εξαιτίας της ανομβρίας που επικρατούσε στον τόπο τους, προς τον Άγιο και τον παρακάλεσαν να προσευχηθεί για τη λύση του αυχμού. Ακούγοντας το αίτημά τους εκείνο ο Άγιος προσευχήθηκε πράγματι για τη λύση της ανομβρίας και έτσι «κατηνέχθη υετός», βεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά ότι «θέλημα των φοβουμένων Αυτόν ποιήσει ο Κύριος και της δεήσεως αυτών εισακούσεται». Εκτός από τα πιο πάνω όμως ο Άγιος πραγματοποίησε και πολλά άλλα, για τα οποία όμως ο ίδιος δεν έκανε φανερά λόγο.

Η εκλογή του σε Ηγούμενο του μεγάλου μοναστηριού και η εφεξής δράση του.
Η μεγάλη φήμη της αγίας ζωής και της μόρφωσης του Αγίου συνετέλεσαν, ώστε να εκλεγεί, υστέρα από σαράντα χρόνια αυστηρότατης ασκητικής ζωής στην έρημο, σε ηλικία περίπου εβδομήντα πέντε (75) ετών, Ηγούμενος του μεγάλου μοναστηριού του Σινά. Για την εκλογή του αυτή βέβαια ο ίδιος ο Άγιος, που αγαπούσε ιδιαίτερα τη ζωή της ησυχίας, έφερνε αρχικά πολλές αντιρρήσεις. Οι Πατέρες, όμως, του μεγάλου μοναστηριού μεταχειρίσθηκαν στην περίσταση εκείνη κάποια μορφή βίας πνευματικής, ώστε να τον εξαναγκάσουν τελικά να δεχθεί το αίτημά τους. «Είτα», σημειώνει ο βιογράφος του, «αγάμενοι πάντες τα πάντα αυτού κατορθώματα, ως νεοφανή τινα Μωσέα βία επί την των αδελφών ηγεμονίαν ανεβίβασαν επί της αρχικής λυχνίας τον λύχνον» (Βίος, Μ. 88, 605Α).
Στην προτίμησή τους βέβαια αυτή οι αδελφοί της μονής δε διαψεύσθηκαν από τον Άγιο, που φρόντιζε να τους στηρίζει «τω λόγω της χάριτος πλουσίως», μεταχειριζόμενος καθημερινά «τα της διδασκαλίας νάματα αφθόνως και δαψιλώς» για την πνευματική ωφέλεια όχι μονάχα των ίδιων των μοναχών, αλλά και των πολυάριθμων επισκεπτών του μοναστηριού τους. Οι διδασκαλίες αυτές του Αγίου, που γίνονταν κατά τρόπο συστηματικό και σε καθημερινή βάση στο μεγάλο μοναστήρι τους, ήταν τόσο βαθειές, ώστε να ενσταλάζουν σαν μέλι ουράνιο στις ψυχές. Για το λόγο αυτό αναφέρεται από το βιογράφο του ότι στην πραγματικότητα δε μιλούσε κατά τις ώρες εκείνες ο Άγιος, αλλά ο ίδιος ο Θεός, εφόσον «ήνοιγε στόμα» και «είλκυε Πνεύμα».
Με τις θεοφώτιστες αυτές διδαχές, αλλά και τους ανεξάντλητους ταυτόχρονα κόπους της αγάπης του ο Άγιος γινόταν καθημερινά πατέρας και θεραπευτής όχι μονάχα για τους αφανείς μώλωπες τής ψυχής, που του εξαγορεύονταν κατά την Ιερή Εξομολόγηση, αλλά σε ωρισμένες περιπτώσεις και των ανιάτων ασθενειών του σώματος, με το θαυματουργικό χάρισμά του. Τα θαύματα ακριβώς αυτά, και γενικότερα η απέραντη αγάπη του συνετέλεσαν, ώστε πολλοί άνθρωποι να καταφεύγουν σ' αυτόν όχι μονάχα από τα κοντινά μέρη, αλλά και από τα μακρυνότερα, για να τον συμβουλευθούν, βρίσκοντας πάντοτε κάποια σοφή λύση στα προβλήματά τους και φεύγοντας από κοντά του ενισχυμένοι για τους αγώνες τους.
Κάποιοι από εκείνους που τον θαύμαζαν όμως δεν εύρισκαν πάντοτε ευκαιρία να τον επισκεφθούν στο μοναστήρι του και γι' αυτό του έγραφαν επιστολές, ζητώντας από αυτόν κάποια απάντηση στις απορίες τους ή και κάποια ακόμη από τα συγγράμματά του. Ένας ακριβώς από τους ανθρώπους αυτούς ήταν και ο συνώνυμός του Ιωάννης ο Ραϊθηνός, ο Ηγούμενος της μονής της Ραϊθούς, της ευρισκόμενης 30 περίπου χιλιόμετρα Ν.Δ. από το μοναστήρι του Αγίου, που ζήτησε με επιστολή του από τον Άγιο τους λόγους της Κλίμακας, την οποία με την πάροδο του χρόνου είχε κατασκευάσει. Στο αίτημά του εκείνο ο Άγιος αποφάσισε τότε να κάνει υπακοή, στέλνοντας στον επιστολογράφο του την Κλίμακα και ταυτόχρονα μία επιστολή, στην οποία χαρακτήριζε τον εαυτό του ως «ου σοφόν αρχιτέκτονα» και τα γραφόμενά του ως «ατελή αληθώς και πάσης αγνωσίας και ιδιωτείας ανάμεστα», ενώ ταυτόχρονα χαρακτήριζε ως κράτιστο των διδασκάλων τον ίδιο τον επιστολογράφο του. «Ημείς γαρ», έλεγε χαρακτηριστικά, φανερώνοντας την ταπεινοφροσύνη του, «εν τη των μαθητευομένων τάξει έτι καθεστήκαμεν. Αλλ' επειδή περ οι καθ' ημάς θεοφόροι και της όντως γνώσεως μύσται τούτο υπακοήν ορίζονται, το εν τοις υπέρ δύναμιν αδιακρίτως τοις προστάττουσι πείθεσθαι, ιδού τα καθ' εαυτούς παριδόντες ευσεβώς, εν τοις υπέρ εαυτούς τολμηρώς την εγχείρησιν (του έργου αυτού) πεποιήμεθα» (Κλίμαξ, έκδ. Αστέρος, Αθήναι 1970, σ. 11).

Η αναχώρησή του από το μεγάλο μοναστήρι και το τέλος του.
Οι κόποι της ηγουμενίας όμως, που ήταν οπωσδήποτε πάρα πολλοί, φαίνεται ότι κούρασαν σύντομα το μεγάλο εκείνο ησυχαστή, που δεν ξεχνούσε ποτέ το κελλί της ησυχίας του. Γι' αυτό, ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια ηγουμενίας, άφησε την ευθύνη του μεγάλου μοναστηριού στα χέρια του αδελφού του Γεωργίου, για να αποσυρθεί στο ησυχαστικό κελλί του, προαισθανόμενος πιθανότατα το τέλος του, που πλησίαζε.
Πώς έζησε βέβαια στην ησυχία του κατά την περίοδο αυτή ο Άγιος, δεν είναι γνωστό. Ένα μονάχα γνωρίζουμε από το βιογράφο του, το τι έγινε κατά τις τελευταίες του στιγμές. Κατά τις στιγμές αυτές βρέθηκε κοντά του ο θαυμαστός αδελφός του Γεώργιος, που, κλαίγοντας, έλεγε, κατά το βιογράφο του, τα πιο κάτω:
Ιδού αφίεις με και υπάγεις; εγώ ηυχόμην, ίνα συ με προπέμψης. ουδέ γαρ ειμί ικανός εκτός σου ποιμάναι την συνοδίαν, ω Κύριέ μου, μάλλον δε εγώ σε προπέμπω». Με αφήνεις, δηλαδή, και φεύγεις; Εγώ ευχόμουν καθημερινά, ώστε συ να με κατευοδώσεις με τις ευχές σου στο μεγάλο ταξίδι, γιατί δε νιώθω δυνατός στη διακυβέρνηση των αδελφών, χωρίς τη συμπαράστασή σου! Ακούγοντας τα πιο πάνω, ο Άγιος προσπάθησε τότε να παρηγορήσει τον κατά σάρκα και κατά πνεύμα εκείνον αδελφό, λέγοντας τα πιο κάτω:
Μη λυπού, μηδέ μερίμνα. εάν γaρ εύρω παρρησίαν προς Κύριον, ου μη σε εάσω τελειώσαι ενιαυτόν όπισθέν μου». Μην ανησυχείς, δηλαδή, αδελφέ μου, και μην έχεις αγωνιώδη μέριμνα μέσα σου για τα πιο κάτω. Ένα σου λέγω μονάχα πριν πεθάνω, ότι, εάν εύρω παρρησία κοντά στο Θεό, δε θα αφήσω να περάσεις ένα χρόνο ολόκληρο μονάχος σου ύστερα από το θάνατό μου, αλλά θα παρακαλέσω το Θεό να σε πάρει κοντά Του μετά από μένα. Τα πιο πάνω λόγια του Αγίου, κατά το βιογράφο του, εκπληρώθηκαν κατά το τελευταίο μέρος τους πολύ σύντομα. Δεν πέρασε, χρόνος ολόκληρος και ο αδελφός του Γεώργιος «εντός δέκα μηνών απήλθε και αυτός προς Κύριον». Από το θάνατο αυτό φαίνεται, κατά την κοινή λογική, ότι ο Άγιος βρήκε παρρησία στο Θεό και γι' αυτό ζήτησε και πήρε και τον αδελφό του κοντά του.
Η κοίμηση του Αγίου, κατά τις Διηγήσεις Αναστασίου Β' του Διηγηματογράφου, συνέβηκε «ταις παρελθούσαις ταύταις του χειμώνος ημέραις», δηλαδή λίγες ημέρες μετά το χειμώνα της χρονιάς εκείνης. Δίκαια η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της κοιμήσεως του στις 30 Μαρτίου. Ένα μονάχα πρέπει να τονίσουμε στο σημείο αυτό, το ότι, δηλαδή, ο Άγιος εκοιμήθη «ωραϊσμένος ταις αρεταίς» και για τούτο, κατά τον υμνογράφο Ιγνάτιο, «εις νυμφώνα της αρρήτου δόξης συνεισήλθε»...

Αχιλλέα Πιτσίλκα, "ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ". Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ».





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου