Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Ἡ ἁγ. ΘΕΟΔΩΡΑ Βασίλισσα τῆς Ἄρτας


Βίος α'.
Δημητρίου Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», τ. Γ΄, εκδ. Αδελφότητος "Η Αγία Μακρίνα", Θεσ/νίκη.
1. Η ξακουστή και μακάρια αυτή Bασίλισσα, η Θεοδώρα, καταγόταν από την Ανατολή και γονείς της ήταν ο Ιωάννης και η Ελένη. Τα σχετικά με τη ζωή της έτσι εξελίχθηκαν. Όταν ήταν Bασιλιάς των Ελλήνων ο Αλέξιος, ο οποίος καταγόταν από την Oικογένεια των Κομνηνών, ο Μιχαήλ Κομνηνός, που διέφερε από τον Bασιλιά και από τους άλλους Bασιλιάδες που είχαν το όνομα Άγγελοι, αναλαμβάνει την εξουσία της Πελοποννήσου, ενώ ο Σεναχηρείμ στάλθηκε στην Αιτωλία και Νικόπολη. Αυτοί οι δύο είχαν παντρευτεί δύο γνήσιες πρώτες εξαδέλφες του Bασιλιά. Ο πατέρας της μακάριας Θεοδώρας Ιωάννης, που επωνομαζόταν Πετραλίφης και καταγόταν από λαμπρή και περιφανή οικογένεια, παίρνει σύζυγο από Bασιλική γενιά που ήταν από τις πρώτες στην Κωνσταντινούπολη. Τιμήθηκε με το αξίωμα του Σεβαστοκράτορα των Ελλήνων και τοποθετήθηκε διοικητής της Μακεδονίας και Θεσσαλίας.
Όταν όμως ύστερα από παραχώρηση του Θεού κυριεύεται η Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους, αιχμαλωτίσθηκε απ’ αυτούς μαζί με άλλους πολλούς και ο Βασιλιάς Αλέξιος, ενώ ο γιός του Λάσκαρης τυφλώνεται στην Ανατολή από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, ο οποίος τότε άρπαξε τη βασιλεία και έτσι επικρατούσε παντού ταραχή και σύγχυση. Όταν οι Νικοπολίτες ξεσηκώθηκαν εναντίον του Σεναχηρείμ, αυτός κάλεσε τον Μιχαήλ Κομνηνό για να τον βοηθήσει. Προτού όμως φθάσει αυτός, ο Σεναχηρείμ δολοφονείται. Όταν έφθασε ο Μιχαήλ σκοτώνει όλους τους φονιάδες και νυμφεύεται τη γυναίκα εκείνου Μελισσηνή. Έφτασε στο σημείο μάλιστα τη γυναίκα του να την καταδικάσει σε θάνατο. Έτσι οικειοποιείται ολόκληρη την περιουσία και την εξουσία του Σεναχηρείμ. Αυτός λοιπόν ο Κομνηνός, όταν ο στόλος των Λατίνων έφυγε από την Κωνσταντινούπολη και αγκυροβόλησε στο λιμάνι που λεγόταν Σαλαγορά, εξαγόρασε από αυτούς σαν δούλο τον Βασιλιά Αλέξιο, που δεν τον αναγνώριζαν, αφού τους έδωσε προηγουμένως πολλά δώρα. Απ’ αυτόν τον Βασιλιά δόθηκε τότε σαν δώρο στον Μιχαήλ και στους κληρονόμους του η εξουσία της Ηγεμονίας. Αποκτά λοιπόν από τη Μελισσηνή τέσσερις γιους, τον Μιχαήλ Δούκα, τον Θεόδωρο, τον Μανουήλ και τον Κωνσταντίνο.
2. Ο πρώτος γιός, ο Μιχαήλ, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ανέλαβε όλη την εξουσία εκείνου, άνθρωπος δραστήριος και εξυπνότατος και πολύ έμπειρος στο να διαχειρίζεται τις διάφορες υποθέσεις. Αυτός λοιπόν κυρίεψε προσαρτώντας τα Βελλάγραδα, τα Ιωάννινα, τη Βόνδιτζα, το νησί των Κορυφών (Κέρκυρα), το Δυρράχιο, την Αχρίδα, ολόκληρη τη Θεσσαλία και την Ελλάδα και πάρα πολύ επεξέτεινε την εξουσία του. Γρήγορα όμως κι αυτός σαν άνθρωπος που ήταν σκοτώθηκε και τον αδελφό του Θεόδωρο Δούκα άφησε διάδοχό του. Αυτός λοιπόν, ο Θεόδωρος, βρήκε από τον αδελφό του Μιχαήλ Δούκα το παιδί του που ήταν βρέφος, δεν του έδωσε σημασία γιατί ήταν πολύ μικρό και αφού άρπαξε την εξουσία και τον βοήθησαν οι περιστάσεις, σκέφθηκε να ξεφορτωθεί το παιδάκι. Η μητέρα του όμως το κατάλαβε, γι’ αυτό το πήρε και πήγε στην Πελοπόννησο. Ο Θεόδωρος ικανότατος στον πόλεμο απελευθέρωσε ακόμη και τη Θεσσαλονίκη από τους Λατίνους και κυριάρχησε προς δυσμάς μέχρι τη Χριστούπολη.
3. Ο Σεβαστοκράτορας Πετραλίφης, απέκτησε γιους στη Θεσσαλία, καθώς και την αείμνηστη Θεοδώρα, και αφού τέλειωσε τη ζωή του χριστιανικά, την εξουσία του την άφησε στους γιους του, οι οποίοι είχαν καλές σχέσεις με τον Βασιλιά Θεόδωρο και την αδελφή τους που ήταν πολύ μικρή τη φύλαγαν σαν κόρη οφθαλμού. Τί συμβαίνει μετά; Ο Βασιλιάς Θεόδωρος εξεστράτευσε εναντίον της Ζαγοράς, πολεμούσε με τον Βασιλιά των Βουλγάρων Ασάν, νικήθηκε όμως απ’ αυτόν, αιχμαλωτίσθηκε και τυφλώθηκε.
4. Ο Μιχαήλ, ενώ βρισκόταν σε νεανική ηλικία, ανακαλείται από την εξορία και αναλαμβάνει την πατρική εξουσία, επισκέπτεται τη Θεσσαλία και ενώ βρισκόταν στο κάστρο Σέρβιον συναντά την όμορφη κόρη Θεοδώρα από την οποία, επειδή κατακτήθηκε απόλυτα, συμφωνεί με τα αδέλφια Πετραλίφες και την παίρνει με νόμιμο γάμο και στην Ακαρνανία, που ήταν τότε ατείχιστη, την παντρεύεται. Αυτός λοιπόν φρόντιζε για την εξουσία του, η Θεοδώρα όμως δεν παρασύρθηκε από τη δόξα, δεν γοητεύθηκε εξαιτίας της νιότης της, ούτε συνήθιζε να σπαταλά τη ζωή της στις ανέσεις, ούτε αλαζονεύθηκε από το μέγεθος της εξουσίας. Γνώριζε περισσότερο να ανήκει στον Θεό και να φροντίζει για την αρετή, να ζει με σωφροσύνη, να επιζητεί την ταπεινοφροσύνη, γιατί αυτή περισσότερο απ’ όλους πέτυχε να μην έχει οργή, αλλά να έχει αγάπη, πραότητα, συμπάθεια και ελεημοσύνη για τους άλλους και τον Θεό συνεχώς να υπηρετεί.
5. Ο εχθρός όμως των δικαίων δεν άντεχε καθόλου να τα βλέπει αυτά, ούτε ανεχόταν τη σωστή πορεία αυτής της κόρης, αφού επιστρατεύει όλες τις δυνάμεις του εναντίον της, ξεσηκώνει τον πιο φοβερό πειρασμό απ’ όσους έχουν μνημονευθεί μέχρι σήμερα, βάζοντας στον άνδρα της μανιασμένη επιθυμία για τις γυναίκες. Αυτός αφού ερωτεύτηκε τρελλά και παράνομα κάποια γυναίκα από τις ευγενείς, που την έλεγαν Γαγγρηνή, πιάστηκε στα μάγια της κι έχασε τα λογικά του και απέκτησε άσπονδο μίσος εναντίον της γυναίκας του. Διώχνει τη γυναίκα του και συμμαζεύει σαν τρελλός τη μαινάδα στο σπίτι του, απαγορεύει στους υπηκόους του να έχουν επαφές με τη Θεοδώρα, να την εξυπηρετούν, ακόμη και να αναφέρουν το όνομά της.
Πέφτοντας η γενναία σ’ αυτές τις συμφορές δεν τάχασε, ούτε παρεξέκλινε από τον καλό αγώνα της. Υπέμενε σταθερή σαν διαμάντι και υπηρετούσε τον Θεό όπως πάντα. Γύριζε στα ξένα ταλαιπωρημένη από το κρύο και τη ζέστη στους δρόμους, πιεζόταν από την πείνα και τη δίψα και τις άλλες κακουχίες προσπαθώντας να βρει κάποια στέγη. Για πέντε χρόνια λοιπόν πάλευε με άπειρα δεινά χωρίς να της ξεφύγει ποτέ κακή κουβέντα, ούτε ποτέ να παραπονεθεί στον Κύριο, αλλά ακόμη περισσότερο προόδευε στην αρετή, και καθημερινά τον πλησίαζε περισσότερο κάνοντας υπομονή με το βρέφος στην αγκαλιά της, γιατί όταν διώχθηκε ήταν έγκυος. Κάποιος Ιερέας από το χωριό Πρενίστη τη βρήκε με το μωρό στην αγκαλιά να μαζεύει λαχανικά σ’ ένα χωράφι και την έπεισε με όρκο να του πει το όνομά της. Όταν έμαθε ποιά ήταν, την έκρυψε στο σπίτι του, όπου την περιποιήθηκε πολύ.
6. Οι μεγιστάνες που κατείχαν τις πρώτες θέσεις στην υπηρεσία του Μιχαήλ Δούκα, ξαφνικά άρπαξαν εκείνη την αργόσχολη γυναίκα και την έδιωξαν και έτσι ολόκληρη η πονηρή πράξη ήρθε στο φως και αφού ήρθε στα λογικά του ο Μιχαήλ, συγκλονίσθηκε και αμέσως έφερε πίσω τη μακάρια και έτσι όλα γέμισαν από χαρά και αγαλλίαση. Περνούσαν λοιπόν και οι δύο ειρηνικά τη ζωή τους και με αγάπη Θεού, φροντίζοντας για τη σωτηρία τους. Τιμήθηκαν και οι δύο με το αξίωμα του Δεσπότη, απέκτησαν παιδιά, έφτασαν σε μεγάλο ύψος δόξας και συναγωνίζονταν στον ωραίο αγώνα της αρετής. Βλέποντας η ξακουστή Θεοδώρα τον Δεσπότη και σύζυγό της να ιδρύει τα δύο πανέμορφα και ευαγή μοναστήρια, δηλαδή τη Μονή της Παντάνασσας και τη Μονή της Παναγίας, ίδρυσε κι αυτή το γυναικείο μοναστήρι του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου.
7. Όταν ο σύζυγος της Δεσπότης Μιχαήλ αφού έζησε σωστά και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πήγε στον ουρανό, αμέσως κι αυτή γίνεται μοναχή. Ζώντας αρκετά χρόνια στόλιζε τον ναό της μονής με αφιερώματα και σκεύη και πέπλα τον ομόρφαινε. Με το πέρασμα του χρόνου γύμναζε με τους κόπους τον εαυτό της και αύξανε τον καρπό των αρετών ασχολούμενη με αγρυπνίες, ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους, λιώνοντας το σώμα της με νηστείες, υπηρετώντας πρόθυμα όλες τις αδελφές, προστατεύοντας τους αδικημένους, βοηθώντας ορφανά και χήρες και φτωχούς, παρηγορώντας τούς θλιμμένους και με ταπείνωση καρδίας εξυπηρετούσε όλους σ’ όλα.
8. Όταν πρόβλεψε το τέλος της με δάκρυα ζήτησε από την Πάναγνη Θεοτόκο και τον πανένδοξο Μάρτυρα Γεώργιο να πρεσβεύσουν στον Θεό, ώστε να της δοθεί χρόνος έξι μηνών για να τελειώσει τον ναό, πράγμα που έγινε. Όταν ήρθε η ώρα της, κάλεσε τις αδελφές και αφού τις συμβούλεψε καλά για όσα έπρεπε και ευχήθηκε να πετύχουν τη σωτηρία τους, χαρούμενη παρέδωσε το πνεύμα της στα χέρια του Θεού και ενταφιάσθηκε δίπλα στη μονή που ανήγειρε. Αργότερα ο Θεός τη δόξασε, γιατί έγινε αιτία πολλών και μεγάλων θαυμάτων, γιατρεύοντας τις ασθένειες όσων προσέρχονταν σ’ αυτήν, διώχνοντας από τους ανθρώπους τους δαίμονες και καθημερινά θεράπευε ποικίλες ανίατες αρρώστιες. Θεράπευσε ακόμη και καρκίνο και έκανε κι άλλα θαυμαστά αμέτρητα πράγματα, τα οποία συνεχίζει να κάνει. Βοηθά πολύ όχι μόνον αυτούς που προσπέφτουν στον σεπτό τάφο της, αλλά και όσους βρίσκονται κοντά, μακρυά, στη θάλασσα, στα νησιά, σ’ όλους φθάνει όταν την επικαλούνται. Με τις άγιες ευχές της προς τον Θεό ας αξιωθούμε και μείς να πετύχουμε τη σωτηρία μας και να απολαύσουμε τα αγαθά που απολαμβάνουν στη βασιλεία των ουρανών όσοι σώζονται. Αμήν.
Βίος β'

Κ. Τσιλιγιάννη, "Αἱ διπλωματικαί  δραστηριότητες  τῆς  ἁγ. Θεοδώρας, Βασιλίσσης  τῆς  Ἄρτης". 
Η Θεοδώρα Πετραλείφη – Δούκα εγεννήθη εις την Θεσσαλονίκην   και ήτο θυγάτηρ ενός ικανού άρχοντος, του Σεβαστοκράτορος της Θεσσαλονίκης Ιωάννου Πετραλείφη. Από μικρή εγαλουχήθη με τα νάματα της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως και παραλλήλως εβίωσεν το πνεύμα των καλών σχέσεων και την σοφίαν των συμβιβασμών, παρακολουθούσα την διπλωματικήν δραστηριότητα του πατρός της Σεβαστοκράτορος της Θεσσαλονίκης. Ύστερον, ότε ευρίσκετο υπό την προστασίαν του μεγαλυτέρου αδελφού της Θεοδώρου Πετραλείφη, τοπικού άρχοντος εις τα Σέρβια της Μακεδονίας, διέκρινε και εις αυτόν το ίδιο πνεύμα της διατηρήσεως ισορροπιών. Ούτω η Θεοδώρα ανατραφείσα εις ένα τοιούτον ηγεμονικόν οικογενειακόν περιβάλλον, απέκυησεν ορισμένα ανεξίτηλα βιώματα και ισχυράς πεποιθήσεις διά μίαν συνετήν πολιτικήν διπλωματίαν. Η Θεοδώρα διέθετε λεπτήν ωραιότητα και γλυκείαν χάριν. Όμως περισσότερον από τα φυσικά ταύτα προσόντα, διέθετεν ανεκτιμήτους θησαυρούς μιάς διακεκριμένης προσωπικότητος. Δυνατόν χαρακτήρα, φυσικήν και απλήν λογικήν κρίσιν, διακεκριμένην σύνεσιν, ισχυράν θέλησιν και κυρίως μίαν απόλυτον πίστιν εις την Ορθοδοξίαν, διά την οποίαν ηγωνίσθη με απόλυτον συνέπειαν ως Βασίλισσα και ως άνθρωπος και μετά θεικής χάριτος εις τας δυσμάς του βίου της ως οσία μοναχή. Κατά αυστηράν ιστορικήν τεκμηρίωσιν τρείς ήσαν οι αναλλοίωτοι πολιτικοί στόχοι του Μιχαήλ Β’ και της Θεοδώρας:
1) Η υπεράσπισις και η διατήρησις των εδαφών του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
2) Η διαφύλαξις τής Ορθοδόξου Πίστεως.
3) Η επίτευξις του υπερτάτου σκοπού της απελευθερώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους.

Από το 1246 μέχρι το 1267 οιαδήποτε επιτυχής ή ανεπιτυχής πολεμική ενέργεια έγινεν, οιαδήποτε συμμαχία με Δυτικούς ηγέτας εντός ή εκτός της Ελλάδος ή με τον Βυζαντινόν Αυτοκράτορα της Νικαίας επετεύχθη, οσοιδήποτε πολιτικοί γάμοι έγιναν, οιαδήποτε προνόμια παρεχωρήθησαν με χρυσόβουλον εις ειδικάς περιοχάς του Δεσποτάτου, πάντα ταύτα συνετελέσθησαν διά να υπερασπισθούν οι τρεις προλεχθέντες βασικοί στόχοι.
Αι διπλωματικαί δραστηριότητες της Βασιλίσσης Θεοδώρας αφορούν μόνο τους δύο πρώτους στόχους ήτοι: α) Την ύπαρξιν του Δεσποτάτου και την ηγεμονικήν κυριότητα των εδαφών του μόνου τότε επί Φραγκοκρατίας ελευθέρου Ελλαδικού κράτους και β) την διαφύλαξιν της Ορθοδόξου Πίστεως.
Όσον αφορά την διατήρησιν των εδαφών του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο Μιχαήλ  Β’ αντιπαλεύων προς τρείς εχθρούς, έναν ομοεθνή και δύο αλλοεθνείς και συγκεκριμένως με την Βυζαντινήν Νίκαιαν, την Φραγκικήν Κωνσταντινούπολιν και τα Δυτικά κράτη Ιταλίας, Γαλλίας καί Γερμανίας, ηδυνήθη να διατηρήση μεγάλας εκτάσεις δια το Δεσποτάτον της Ηπείρου. Αι εκτάσεις αύται εντός του Ελλαδικού χώρου, από την Ναύπακτον μέχρι το Δυρράχειον και από την Κέρκυραν μέχρι τον Βόλον, περιελάμβανον σημαντικά περάσματα στρατιωτικά και εμπορικά, από τον βορράν προς τον νότον και απο την Δύσιν προς την Ανατολήν.
Η Βασίλισσα Θεοδώρα διαδραμάτισεν σπουδαίον πολιτικόν και διπλωματικόν ρόλον πλησίον του Ηγεμόνος συζύγου της καθ’ όλην την περίοδον της ηγεμονίας του, μέχρι τας δυσμάς του βίου του. Συγκεκριμένως η Θεοδώρα είχεν έναν κορυφαίον σκοπόν: Την ειρηνικήν συμβίωσιν τών Ελληνικών κρατών καί τήν αναχαίτισιν τής βουλιμίας τών Δυτικών Χριστιανικών κρατών. Τά μέσα τά οποία διακριτικώς εχρησιμοποίησεν ήσαν:
α) Η συνειδητοποίησις της κοινής ιστορικής και πολιτισμικής Βυζαντινής καταγωγής του λαού του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Η Θεοδώρα έλαβεν την Βυζαντινήν παρακαταθήκην από την μητέρα της, αρχόντισσα της Κωνσταντινουπόλεως και όχι από τον πατέρα της, ο οποίος ετύγχανεν Νορμανδικής καταγωγής. Δι’ αυτήν την παρακαταθήκην επάλεψεν εις ολόκληρον την ζωήν της και κατώρθωσε να αφυπνισθούν οι διάφοροι τοπικοί Άρχοντες και ομάδες του Δεσποτάτου διά την κοινήν εθνικήν και πολιτισμικήν καταγωγήν και διά το κοινόν μέλλον. Η Θεοδώρα ως Βασίλισσα διεκρίθη διά τας αξιολόγους πρωτοβουλίας της περί της εθνικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδήσεως του Ηπειρωτικού -  και όχι μόνον -  λαού, ως ομιλούντος την Ελληνικήν γλώσσαν και πιστεύοντος εις την Ορθόδοξον Χριστιανικήν Πίστιν, διά τής εκπαιδεύσεως και των κοινωνικών θεσμών, οι οποίοι ελειτούργον κατά την μακραίωνα παράδοσιν του Βυζαντινού πολιτισμού.
β) Η διαφύλαξις της Ορθοδόξου Πίστεως. Η Θεοδώρα προσέφερε τόσα πολλά εις την Ορθοδοξίαν, όσον ουδεμία άλλη Βυζαντινή Βασίλισσα, ώστε επαξίως ανεδείχθη με την χάριν τού Θεού και την ευλάβειαν του Αρτηνού λαού Οσία.
γ) Αι συνθήκαι ειρήνης, πρίν και μετά από τας πολεμικάς συρράξεις, κυρίως μεταξύ των δύο αντιζήλων Ελληνικών κρατών, του Δεσποτάτου εντός του Ελλαδικού χώρου και της Αυτοκρατορίας της Νικαίας εις την Μικράν Ασίαν.
Ο Μιχαήλ Β’, αντίθετος ων με την διπλωματικήν κίνησιν συμβιβασμού της συζύγου του, διέλυσεν ακρίτως την συνθήκην ειρήνης. Ένεκα τούτου το 1264 ο Αυτοκράτωρ στρέφεται επικεφαλής μεγάλου στρατού κατά του Μιχαήλ Β’. Τότε παρεμβαίνει αμέσως η Βασίλισσα Θεοδώρα, αποφεύγεται η μάχη και υπογράφεται νέα συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη αύτη επεσφραγίσθη τό 1269 με την μνηστείαν του Πρίγκηπος της Ηπείρου Νικηφόρου Α’, μετά της ανεψιάς του Αυτοκράτορος Άννης Παλαιολόγου. Ο Νικηφόρος επένθησεν ειλικρινώς επί δύο έτη τήν πρώτην του σύζυγο Μαρίαν, εγγονήν του Βατάτζη. Ομως ο τίτλος του και αι δικαιολογημέναι φιλοδοξία αυτού, τας οποίας ενίσχυεν η Βασίλισσα της Άρτας τον ηνάγκασαν να επανυμφευτή το 1265 μετά εννέα έτη περίπου από τον πρώτον γάμον και δη την Άνναν, τρίτην θυγατέρα του Ιωάννη Καντακουζηνού και της Ειρήνης.
Ο Αυτοκράτωρ πεισθείς ούτω από της Βασιλίσσης Θεοδώρας, αποστέλει εις τας αρχάς του 1265 την ανεψιά του μέ λαμπράν συνοδείαν εις την Άρταν, ένθα ετελέσθησαν αμέσως οι γάμοι του Νικηφόρου και της Άννης Παλαιολόγου, με περισσήν λαμπρότηταν εις την πρωτεύουσαν του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Από τον γάμο του αυτόν απέκτησεν τρία τέκνα: Την Θαμάρ, τον διάδοχον Θωμάν και την Μαρίαν. Η Βασίλισσα Θεοδώρα ησθάνετο πανευτυχής διά την επίτευξιν της νέας συνθήκης ειρήνης και δη πολυετούς, εις τρόπον ώστε ο σύζυγός της Μιχαήλ Β’ να βασιλεύση εφ’ εξής ειρηνικώς μέχρι του θανάτου αυτού.
Τοιουτοτρόπως η σεμνή, πλήν όμως δραστήρια, Βασίλισσα Θεοδώρα ηνάλωσε μεγάλο μέρος της ζωής της εις αόκνους και συνεχείς διπλωματικάς προσπαθείας δια την επίτευξιν συνθηκών ειρήνης, διά την συμβίωσιν τού Δεσποτάτου μέ τήν Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν, ώστε δικαίως ωνομάσθη από την Ιστορίαν ως  Αγία της Ειρήνης.
Όσον αφορά τας προσπαθείας της Βασιλίσσης της Άρτης να εξασφαλίση συνθήκας ειρήνης και αρρήκτους σχέσεις μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας της Νικαίας, αφ’ ενός μεν διά λόγους εξωτερικής πολιτικής και αφ’ ετέρου καί κυρίως διά το θέμα της Ορθοδοξίας, η Θεοδώρα συνεβούλευεν μετά συνέσεως και θερμής πίστεως τον Ηγεμόνα σύζυγόν της και τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορας, να μην προσχωρήσουν εις την ένωσιν των δύο Εκκλησιών, Καθολικισμού και Ορθοδοξίας. Η προσπάθεια δε της Θεοδώρας να αντισταθή εις την ενωτικήν απόφασιν του Αυτοκράτορος (της Νικαίας και εν συνεχεία της Κωνσταντινουπόλεως) Μιχαήλ Η’ Παλαιολογου, της εστοίχισεν τον οικτρόν θάνατον δύο γενναίων τέκνων της, του Δημητρίου και του Ιωάννου, οι οποίοι άλλωστε είχον διακριθή ως γενναίοι στρατηγοί εις τον Βυζαντινόν στρατόν.
Η Θεοδώρα παρά ταύτα απτόητος εσυνέχισεν την φιλορθόδοξον πολιτικήν. Επεδίωξεν και κατώρθωσεν να επιτύχη γάμον διά την θυγατέρα της Άννα, μέ τόν Γοδεφρίδον Βιλλεαρδουίνον, Ηγεμόνα της βορείου Πελοποννήσου, με πρωτεύουσαν την Ανδραβίδα. Διά του γάμου τούτου η Θεοδώρα εξησφάλισε μιάν ισχυράν συμμαχίαν διά τα συμφέροντα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Τούτο απεδείχθη εις την μάχην της Πελαγονίας, εις την οποίαν ο Βιλλεαρδουίνος, ών Καθολικός, παρά ταύτα επολέμησεν υπέρ του Ορθοδόξου συζύγου της Μιχαήλ Β’ κατά του φιλοπαπικού και ενωτικού Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου. Παραλλήλως επετεύχθη και η ανάπτυξις και η κατοχύρωσις της Ορθοδόξου Πίστεως υπό της Βασιλίσσης Άννης Δούκα-Βιλλεαρδουίνου από της Ανδραβίδος μέχρι του Μυστρά και κατ’ επέκτασιν εις ολόκληρον την  νότιον Ελλάδα.
Η Ορθοδοξία ως θρησκευτική πίστις και ως συνεκτικός εθνικός κρίκος εις την Άρταν, ως και εις ολόκληρον τον λαόν της Ηπείρου, ενισχύθη κυρίως υπό των θερμών, πεισμόνων και αόκνων προσπαθειών της Αγίας Θεοδώρας και επεκράτησεν και μετά τον θάνατον αυτής. Σχετικόν εν προκειμένω είναι το γεγονός, ότι ο Νικόλαος Ορσίνι και οι έτεροι Ιταλοί διάδοχοι αυτού, ενηγκαλίσθησαν εμφατικώς την Ορθόδοξον Πίστιν, διότι όπως υπεστήριξαν το πρώτον ο Γ. Φερεντίνος και αργότερον ο D. Nicol, μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον, ως κληρονόμοι δηλαδή των Χριστιανών Ελλήνων Ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ηδύναντο να καταστούν αποδεκτοί υπό των Ηπειρωτών.
Πάντα ταύτα τα ιδιαίτερα ιστορικά ντοκουμέντα περί των διπλωματικών δραστηριοτήτων της Αγίας Θεοδώρας, ήτο επάναγκες επιτέλους να τονισθούν αναλυτικώς και τεκμηριωμένως διά την δοξαστικήν μνημόνευσιν της εναρέτου καί εφυούς Βασιλίσσης Θεοδώρας Πετραλείφη-Δούκα, Αγίας και Πολιούχου της Άρτης, της πάλαι ποτέ πρωτευούσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Η διαφύλαξις της Χριστιανικής Πίστεως ήτο διά το Δεσποτάτον της Ηπείρου απόλυτος και διηνεκής και κατέστη ούτω καθ΄όλον τον ιστορικόν βίον τούτου επιτυχής. Ο ύψιστος ούτος σκοπός των Ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, επετεύχθη δια των εξής διακεκριμένων διπλωματικών δραστηριοτήτων:
α) Μετά προσωπικού πάθους και εμπνευσμένων και πεισμόνων δραστηριοτήτων, μετά συγκεκριμένων πυκνών και αδιαλείπτων προσπαθειών, δι’ έργων και επιμόνου διαφωτίσεως, διά της οργανώσεως του κλήρου και διά της ανεγέρσεως περιφήμων Βυζαντινών ναών και μοναστηριών, επέτυχεν εμπνευσμένως η Βασίλισσα Θεοδώρα και κυρίως με την συναίνεσιν και συμπαράστασιν του συζύγου της Μιχαήλ Β’, την ενδυνάμωσιν της Χριστιανικής Πίστεως δι’ ολόκληρον τον λαόν του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
β) Την προστασίαν και την διατήρησιν της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως, έν σχέσει με άλλους ομοεθνείς ή αλλοεθνείς λαούς της Βαλκανικής και της Ιταλικής χερσονήσου, ως και της Μικράς Ασίας. Ειδικώς η Θεοδώρα, με γενναίας και θαυμασίας διπλωματικάς πρωτοβουλίας, προσεπάθησε να μεταλαμπαδεύση την Ορθοδοξίαν εις την Καθολικήν Ιταλίαν. Η προσπάθεια αύτη θα είχεν βεβαίως επιτύχει, εάν ο γαμβρός αυτής Μανφρέδος, Βασιλεύς των δύο Σικελιών, ο οποίος είχε νυμφευθή την θυγατέρα της Ελένην, δεν είχεν ηττηθή από τον Κάρολον  Β’ εις την μάχην του Μπενεβέντο. Η Θεοδώρα ευφυώς είχεν επιδιώξει και επέτυχεν τον γάμον τούτον χάριν της Ορθοδοξίας, διότι ο Βασιλεύς της Νοτίου Ιταλίας Μανφρέδος, ήδη είχεν στραφή κατά του Πάπα και του Καθολικισμού και εάν ενίκα, η Ορθοδοξία θα είχεν επεκταθή εις ολόκληρον την Ιταλίαν. Μάλιστα η Θεοδώρα συνεβούλευσεν την θυγατέρα της Ελένη, νεωτάτη χήρα του Μανφρέδου, να μην ασπασθή τον Καθολικισμόν και υπανδρευθή Πρίγκηπα φιλοπαπικόν. Γνωστά εν προκειμένω είναι τα βασανιστήρια της Βασιλίσσης Ελένης και των τέκνων της υπό των Καθολικών Ηγεμόνων διά την πίστιν των εις την Ορθοδοξίαν. 











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου