Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ
Εἰσαγωγή Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου
Ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου διακηρύχθηκε ἀπό τούς Γ.Ο.Χ. ἤδη τό 1920.
Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Μητροπολίτης Πενταπόλεως, ὁ ἐν Αἰγίνῃ (+ 1920), ἔχει μέν χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ Ἅγιος τοῦ 20οῦ αἰ., ἀλλά εἶναι ἕνας τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικῶς. Τό πνευματικό, συγγραφικό κ.ἄ. ἔργο του εἶναι ἀνάλογο τῶν πρό αὐτοῦ Πατέρων. Τιμήθηκε ὡς Ἅγιος ἀπό τόν χριστεπώνυμο λαό - ὁ ὁποῖος κατά τήν Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό κριτήριο τῶν ἀποφάσεών Της - "καί πρό Συνοδικῆς διαγνώμης", ἤδη ἀπό τήν ἑπομένη τῆς κοιμήσεώς του, διότι ἡ ἁγιότητά του "ἐμαρτυρήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων", τά ὁποῖα τοῦ προσέδωσαν τήν ἐπωνυμία τοῦ Θαυματουργοῦ.
Τήν ἁγιότητα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου διεκήρυξε Συνοδικῶς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1961, ὅμως σχεδόν ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔγινε ἀντικείμενο καί σφοδρῆς πολεμικῆς, ἀπό πλευρᾶς τῆς μοναχῆς Μαγδαληνῆς τῆς Κοζάνης καί ἄλλων ὁμοϊδεατῶν της, μέ ἀποτέλεσμα ἀφ' ἑνός μέν νά δυσφημισθεῖ ὁ εὐρύτερος χῶρος τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου (στόν ὁποῖο ἀνῆκε ἡ μ. Μαγδαληνή), ἀφ' ἑτέρου δέ νά ἀφορισθεῖ ἡ ἴδια ὡς ἁγιομάχος ἀπό τήν Νεοημ. Ἐκκλησία.
Στόν ἀντίποδα, στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ '80, διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ἀπό τήν Παλαιοημερολογιτική ὁμάδα τῶν Καλλιστικῶν. Δικαίως λοιπόν ὑπῆρχαν καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι "εὐκαίρως -ἀκαίρως" ἔλεγαν, ὅτι δέν ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασις Ὀρθοδόξου Συνόδου, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀμφισβήτηση τῆς ἁγιότητος τοῦ μακαρίου Πατρός, ἐφ' ὅσον τό πλήρωμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπ' ἀρχῆς τόν τιμοῦσε ὡς Ἅγιο.
Εἶναι χαρακτηριστικό τό γεγονός, ὅτι ἀμέσως μετά τήν μακαρία του κοίμηση, ἔγινε σοβαρός λόγος στό Ἅγιο Ὄρος σχετικά μέ τό ἄν ἦταν Ἅγιος. Τότε (τό 1920), ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, ὁ νέος Ὁμολογητής (+ 1950), ἡσύχαζε μέ τήν συνοδεία του στό ἀσκητήριο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ, στό ἀκρωτήριο τῆς Βίγλας. Ὅταν, λοιπόν, ρωτήθηκε σχετικά (διότι εἶχε γνωρίσει καί συνδεθεῖ μέ τόν ἅγ. Νεκτάριο, ἀπό τόν καιρό πού ὁ Ἅγιος ἦταν Διευθυντής τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν καί ὁ ἴδιος Προϊστάμενος τοῦ Σιμωνοπετρίτικου Μετοχίου τῆς Θείας Ἀναλήψεως στόν Βύρωνα), ζήτησε ἀπό τούς προβληματιζομένους πατέρες προσευχή καί ὁ ἴδιος βγῆκε νά προσευχηθεῖ στήν ἔρημο μέ τριήμερη νηστεία κατά τήν συνήθειά του, γιά νά λάβει "πληροφορίαν ἄνωθεν"! (Στήν φωτογραφία ἀριστερά ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος τό 1920, ὡς Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος).
Ὅταν τό πρωΐ ἐπέστρεψε ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, εἶπε μέ βεβαιότητα στήν συνοδεία του "ναί, ὁ Νεκτάριος εἶναι Ἅγιος", χωρίς νά δώσει περισσότερες ἐξηγήσεις. Μάλιστα, ἔκηρε Μεγαλόσχημο τόν ὑποτακτικό του, μέχρι τότε ρασοφόρο μοναχό Συμέων καί τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Νεκτάριος, πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Νεκταρίου! (Ὁ π. Νεκτάριος τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκλήθη στήν Ἱερωσύνη καί τό Ἀρχιερατικό ἀξίωμα, χειροτονηθείς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης ὡς Ματθαῖος Β', + 1963. Στήν φωτογραφία δεξιά ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος Β' πρό τοῦ θανάτου του). Ἡ ὁμολογία αὐτή τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς τήν πρώτη διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου.
Τήν ἔλλειψη αὐτή, τῆς ἀποφάσεως - δηλαδή - Ὀρθοδόξου Συνόδου, ἀνεπλήρωσε τήν 26η Ὀκτωβρίου τ. ἔ. 2010 ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, κατόπιν τῆς ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικῆς Ἀποφάνσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στήν Ἱ. Μονή ἁγ. Παντελεήμονος Καρπαθίων Οὐκρανίας, ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, Σεβ. Μητροπ. Κιέβου κ. Σεραφείμ.
Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Νεκταρίου κατά τό τρέχον ἔτος 2010 θά τιμηθεῖ ἰδιαιτέρως, μέ ὁλονύκτιο Ἱερά Ἀγρυπνία στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Πλάτωνος Ἀχαρνῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Κηρύκου. Κατά τήν Ἀγρυπνία θά ἀναγνωσθεῖ ἡ σχετική Ἀπόφασις Διακηρύξεως καί θά ἐκτεθοῦν σέ προσκύνηση ἀπότμημα τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου, καθώς καί τά ἐπιμάνικά Του.
Βεβαίως, ὅπως χαρακτηριστικά σημείωσε σέ ἀνάρτησή του στό Διαδύκτιο ὁ κ. Βλάσιος Σαββίδης, Καθηγητής σέ Ἀμερικανικό Πανεπιστήμιο, "γιά Ἁγίους τῆς ἐμβελείας καί τοῦ πνευματικοῦ μεγέθους τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, εἶναι ἐντελῶς περιττές οἱ Συνοδικές ἀποφάσεις, ἡ συγκεκριμένη θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς μία ἐπιπλέον μαρτυρία τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου".
Κατωτέρω παρατίθεται ἡ σχετική ἀπόφασις τοῦ Μητροπ. Κηρύκου, γιά λόγους ἱστορικῆς δεοντολογίας καί χάριν τῆς Ἱστορίας.

ΑΠΟΦΑΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ,
Μητροπολίτου Πενταπόλεως, τοῦ Θαυματουργοῦ (+ 1920)

Πρός
τό εὐσεβές πλήρωμα, τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν ἀγωνιζόμενο λαό,
τῆς ἁγιωτάτης Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

«Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ»

Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.

Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, Ὅς «οὐκ ἀφῆκε Ἑαυτόν ἀμάρτυρον» κατά τόν παρελθόντα 20όν αἰώνα τῆς ἀπό τῆς Πίστεως ἀποστασίας, ἀλλ’ ἀνέδειξεν γνησίους δούλους Του οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν ἀμώμητον καί ἀκαινοτόμητον τήν τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ Ὀρθόδοξον Πίστιν καί ἠργάσθησαν τήν ἀρετήν. Οἱ νεοφανεῖς αὐτοί ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐμαρτυρήθησαν ὑπ’ Αὐτοῦ καί μαρτυροῦνται ὡς Ἅγιοι, διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων.
Εἰς τόν σεπτόν χορόν τῶν νεοφανῶν τῆς Ἐκκλησίας Ἁγίων ἀνῆκει καί ὁ ἐπ’ ἁγιότητι βίου διακριθείς καί ὁσιακῶς τόν βίον ἐκμετρήσας Νεκτάριος Μητροπολίτης Πενταπόλεως, ὁ καί κτίτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης.
Νεκτάριος ὁ Κεφαλᾶς ἐγεννήθη ἐν ἔτει 1846 εἰς Σηλύβριαν τῆς Θράκης, ἐκ γονέων πτωχῶν, πλήν εὐσεβῶν. Κατά τό Ἅγιον Βάπτισμα ἔλαβε τό ὄνομα Ἀναστάσιος. Τά ἐγκύκλια γράμματα ἐδιδάχθη εἰς τήν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ πατρίδα καί ἐν συνεχείᾳ παρηκολούθησεν ἀνωτέρας σπουδάς εἰς ΚΠόλιν. Εἰς τήν ἡλικίαν τῶν 20 ἐτῶν ἐγένετο δημοδιδάσκαλος εἰς Χίον. Ἐκεῖ ἠσπάσθη τόν μοναχικόν βίον, γενόμενος μοναχός εἰς τήν περίφημον Νέαν Μονήν, τήν 7ην Νοεμβρίου 1876, ὑπό τοῦ Ὁσίου Παχωμίου (+ 1905). Ὡς προστατευόμενος τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου τοῦ Βυζαντίου ἐφοίτησε εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί ἐν ἔτει 1885 ἦλθεν εἰς Ἀλεξάνδρειαν, θέσας ἑαυτόν εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ἁγ. Μάρκου, γενόμενος Μητροπολίτης τῆς κατά Λιβύην Πενταπόλεως.
Ἀγωνιζόμενος ὁ Ἅγιος καί θεοφιλῶς ἐργαζόμενος εἰς τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, ἐφθονήθη ὑπό κακοτρόπων κληρικῶν καί ἐξεδιώχθη τῆς τε Ἐπισκοπῆς αὐτοῦ καί ἀπό γῆς Αἰγύπτου. Ἐλθών εἰς Ἀθήνας ἔζησε πενόμενος καί στερούμενος καί αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ὑπηρετῶν τήν Ἐκκλησίαν ὡς Ἱεροκήρυξ καί Διευθυντής τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς. Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1903 καί 1907 ἵδρυσε εἰς Αἴγιναν τήν Ἱεράν Μονήν Ἁγίας Τριάδος, ἔνθα ἐγκαταβίωσε ἐφησυχάζων καί ἀσκούμενος. Ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 8ην Νοεμβρίου 1920 εἰς νοσοκομεῖον τῶν Ἀθηνῶν καί ἐνεταφιάσθη εἰς τήν μονήν του. Κατά τήν πρώτην ἀνακομιδήν τοῦ τιμίου αὐτοῦ Λειψάνου, τοῦτο εὑρέθη ἀδιάφθορον, ὅτε δέ ἐν ἔτει 1956 ἐλύθη τοῦτο «ἵνα διασπαρεῖ τοῖς πέρασι τῆς οἰκουμένης», εὑρέθη εὐωδιάζον εὐωδίαν ἄρρητον.
Ὁ μακάριος Ἱεράρχης Νεκτάριος, μέ βαθείαν γνώσιν τῶν τε Θείων Γραφῶν καί τῆς θύραθεν παιδείας, κατέλειπεν λίαν σημαντικά ἔργα τῆς συγχρόνου Ἐκκλησιαστικῆς Γραμματείας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τάς κατ’ αὐτοῦ γενομένας προσβολάς καί παντοειδεῖς ἐπιθέσεις, ἀντιμετώπισε διά τοῦ ἐν αὐτῶ πνεύματος τῆς ταπεινώσεως καί τῆς ἀνεξικακίας. Ἡ ἀνάπλεος πραότητος προσωπικότης του, ἀπετέλεσε καί ἀποτελεῖ διά τούς πιστούς πρότυπον χριστιανικοῦ βίου καί κανόνα τῆς πρός ἀλλήλους συμπεριφορᾶς.
Ἡ ἁγιότης τοῦ ἀοιδήμου Πατρός ἐμαρτυρήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ ἔτι ζῶντος αὐτοῦ, ἀλλά κυρίως μετά θάνατον, διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων, τά ὁποία προσέδωσαν αὐτῶ τήν προσωνυμίαν τοῦ Θαυματουργοῦ. Ἄξιον σημειώσεως τυγχάνει τό γεγονός, ὅτι κατά τό ἔτος τοῦ θανάτου του, γενομένης συζητήσεως ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μεταξύ τῶν ἐκεῖσε ἀσκουμένων πατέρων, περί τῆς ἁγιότητος ἤ μή αὐτοῦ, ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Ματθαῖος ὁ Νέος Ὁμολογητής, ἐνασκούμενος ἐν τῶ Ἱερῶ Ἡσυχαστηρίῳ ἁγ. Μηνᾶ Βίγλας, ἐξελθών εἰς τήν ἔρημον ἵνα προσευχηθῆ περί αὐτοῦ καί λάβει ἄνωθεν τήν πληροφορίαν, ἐπανακάμψας εἶπε μετά βεβαιότητος, «ναί, ὁ Νεκτάριος εἶναι Ἅγιος», ἀναπαύσας οὕτως τήν συνείδησιν τῶν πατέρων. Ἡ ὁμολογία αὗτη τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς τήν πρώτην διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου.

ΟΘΕΝ

Α. Ἑπόμενοι τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος.
Β. Ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τόν θεοφιλῶς ζήσαντα καί ὁσιακῶς τελειωθέντα ἐν ἔτει 1920 Νεκτάριον Μητροπολίτην Πενταπόλεως, τόν ἐν Αἰγίνῃ, ὡς Ἅγιον καί πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως, κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτοῦ καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτοῦ εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν αὐτοῦ Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτοῦ.
Γ. Κατόπιν τῆς ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (συγκληθείσης ἐν τῆ Ἱερᾶ Μονῆ ἁγ. Παντελεήμονος Καρπαθίων Οὐκρανίας, ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, Σεβ. Μητροπ. Κιέβου κ. Σεραφείμ), συμφώνως πρός τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων».

ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ

Ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, ὁ μακάριος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως, συναριθμεῖται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμώμενος τήν 9ην μηνός Νοεμβρίου, εἰς δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείες Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ


Ἐν τῶ Ἱερῶ Μητροπολιτικῶ Ναῶ ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν
26η Ὀκτωβρίου 2010
Μνήμη Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΧΕΡΣΩΝΑΣ
Σειρά: Ρωσικές Εἰκόνες τῆς Παναγίας
Μία ἀπό τίς πλέον γνωστές καί εὐρύτατα τιμώμενες εἰκόνες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στήν Ρωσία, ἐκείνη τῆς Χερσώνας, ἐντυπωσιάζει τόν πιστό μέ τήν τρυφερή στάση ἐναγκαλισμοῦ τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Πανάχραντο Μητέρα Του, ἀλλά καί ἀπό τίς πανάρχαιες παραδόσεις πού τήν συνοδεύουν.
Σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη παράδοση ἡ Εἰκόνα εἶναι ἔργο τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ καί μεταφέρθηκε στό Κίεβο ἀπό τήν Βυζαντινή Χερσώνα τό ἔτος 988, ἀπό τόν πρῶτο Ρῶσο Χριστιανό Ἡγεμόνα, τόν Ἰσαπόστολο ἅγ. Βλαδίμηρο τόν Μεγάλο, μετά τήν βάπτισή του καί τόν γάμο του μέ τήν Πορφυρογέννητη Βυζαντινή Πριγκίπισσα Ἄννα, ἀδελφή τῶν Αὐτοκρατόρων Βασιλείου Β’ τοῦ Βουλγαροκτόνου καί Κωνσταντίνου Η’.
Ἄλλη παράδοση τοποθετεῖ τήν μεταφορά τῆς Εἰκόνας στήν Ρωσία τόν 12ο αἰ., ἀπό τήν Ἔφεσο τῆς Μ. Ἀσίας ὅπου εἶχε διαφυλαχθεῖ, μετά ἀπό αἴτημα της ὁσ. Εὐφροσύνης, Πριγκίπισσας τοῦ Πολότσκ, πρός τόν συγγενικό της Αὐτοκρατορικό Οἶκο τῶν Κομνηνῶν. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Εἰκόνα φέρει δύο ὀνόματα, Χερσώνας καί Ἐφέσου.
Ἡ Εἰκόνα μεταφέρθηκε ἀπό τό Κίεβο στό Νόβγκοροντ τόν 13ο αἰ. κατά τήν εἰσβολή τῶν Τατάρων, γιά νά διασωθεῖ ἀπό τήν καταστροφική τους μανία στήν ἀνεξάρτητη αὐτή δημοκρατία τοῦ Ρωσικοῦ Βορρᾶ. Ἀργότερα, μετά τήν παγίωση τῆς ἡγεμονίας τῆς Μόσχας πάνω στά ἄλλα Ρωσικά κρατίδια, ἡ Εἰκόνα μεταφέρθηκε στήν νέα πρωτεύουσα καί κατατέθηκε στό Ἱερό Βῆμα τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμ. Θεοτόκου στό Κρεμλίνο.
Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 δέν σώζονται ἀσφαλεῖς πληροφορίες γιά τήν τύχη τοῦ πρωτοτύπου, ἀπό τά πολλά ὅμως ἀντίγραφα διασώθηκε ἐκεῖνο τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ἐνῶ ἰδιαίτερα γνωστό εἶναι καί ἐκεῖνο τοῦ Ἰζμπόρσκ.
Τό ἀντίγραφο τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως ἀνῆκε ἀπό τό 1828 στήν οἰκογένεια τοῦ Κόμη Δημητρίου Ναρίτσκιν. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, σέ μία ἐπίσκεψή του στήν κατοικία τῆς Κόμισσας Ἀλεξίας, ἐντυπωσιάστηκε τόσο πολύ ἀπό τήν ὡραιότητα τῆς Εἰκόνας, ὥστε προσευχήθηκε γονατιστός ἐνώπιόν της. Μετά τό γεγονός αὐτό καί ἴσως μέ παρότρυνση τοῦ ἰδίου, ἡ οἰκογένεια δώρησε τήν Εἰκόνα στήν Ἐκκλησία καί ἀπό τό 1894 φυλάσσεται κατατεθημένη στόν περίφημο Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Ἰσαάκ.
Τό ἀντίγραφο τοῦ Ἰζμπόρσκ ἀνῆκε σέ μία εὐσεβή χήρα, τήν Εὐδοκία, πού κατοικοῦσε στό ὁμώνυμο ἀρχαῖο φρούριο, στά περίχωρα τοῦ Πσκώφ. Ὅταν τό 1657 (κατά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή), ἡ περιοχή κατακλύσθηκε ἀπό Γερμανούς εἰσβολεῖς καί οἱ κάτοικοι ζήτησαν καταφύγιο στά δάση, ἡ Εὐδοκία μέ τήν Εἰκόνα της τούς ἀκολούθησε. Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα κακουχιῶν καί περιπλανήσεων, κατά τήν διάρκεια κοινῆς προσευχῆς, ἀπό τά μάτια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔτρεξαν δάκρυα! Μόλις διαπίστωσε τό γεγονός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Πσκώφ Μακάριος, ἔδωσε ἐντολή νά γίνουν δεήσεις καί Παρακλήσεις ἐνώπιον τῆς Εἰκόνος, γιά διάστημα 40 ἡμερῶν. Ὅταν μέ τήν βοήθεια τῆς Παναγίας οἱ εἰσβολεῖς ἀποκρούσθηκαν καί οἱ κάτοικοι ἐπέστρεψαν στίς ἑστίες τους, ἡ Εἰκόνα κατατέθηκε τιμητικά στό Ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου καί σύντομα ἐξελίχθηκε σέ μεγάλο προσκύνημα. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, δέν εἶναι γνωστό τί ἀπέγινε ἡ Εἰκόνα, στό Ἰζμπόρσκ πάντως ὑπάρχει σήμερα παρεκκλήσιο πρός τιμήν της.
Ἡ Παναγία τῆς Χερσώνας τιμᾶαι τήν 9η Ὀκτωβρίου.

Η "ΜΑΥΡΗ ΠΑΝΑΓΙΑ" ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ

Ἡ "Μαύρη Μαντόνα" ἤ Τσεστοχόβα εἶναι τό μεγαλύτερο θρησκευτικό κειμήλιο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Πολωνίας. Πρόκειται γιά μία πολύ παλαιά Βυζαντινή εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἠ ὁποία ἀκριβῶς λόγῶ τῆς παλαιότητάς της ἔχει μαῦρο χρῶμα, ἀπό τό ὁποῖο καί πῆρε τό ὄνομά της.

Δέν εἶναι γνωστή ἡ ἐποχή, οὔτε οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες ἡ Εἰκόνα ἔφθασε ἀπό τό Βυζάντιο στήν Ἡγεμονία τῆς Γαλικίας, γιά μεγάλο πάντως χρονικό διάστημα ἦταν κατατεθειμένη στό ναό τοῦ φρουρίου τοῦ Μπέλτζ, στήν περιοχή τοῦ Χόλμ τῆς Δυτικῆς Ρωσίας, ὅπου τήν τιμοῦσαν ὡς ἰδιαιτέρως θαυματουργή. Ὅταν στά μέσα τοῦ 14ου αἰ. ὁ Βασιλιᾶς τῆς Πολωνίας Καζιμήρ προσάρτησε τήν Γαλικία στό κράτος του καί ἄρχισαν ἐπιγαμίες μεταξύ τῶν Ἡγεμονικῶν Οἴκων τῶν δύο χωρῶν, ἡ Εἰκόνα μεταφέρθηκε στήν Πολωνία ἀπό μία Ρωσίδα Πριγκίπισσα καί κατατέθηκε στό περίφημο Παπικό μοναστήρι τοῦ Λαμπροῦ Ὄρος (Γιάσνα Γκόρα), ὅπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Ἡ Εἰκόνα ἔγινε εὐρύτατα γνωστή στόν Ρωμαιοκαθολικό κόσμο τόν 17ο αἰ., κατά τήν εἰσβολή τῶν Σουηδῶν στήν Πολωνία. Τότε, κατά τήν πολιορκία τῆς Μονῆς τοῦ Λαμπροῦ Ὄρους ἀπό σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις τοῦ Σουηδοῦ Βασιλιᾶ Καρόλου Ι', ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς μέ τούς μοναχούς καί ἐλάχιστους Πολωνούς στρατιώτες, κατάφερε νά ἀποκρούσει τούς εἰσβολεῖς καί νά ἀνατρέψει τήν πορεία τοῦ πολέμου. Ἡ νίκη αὐτή τοῦ ἔτους 1656 ἀποδόθηκε στήν προστασία τῆς Θεοτόκου καί οἱ βαθύτατα θρησκευόμενοι Πολωνοί μέ ἐπικεφαλῆς τόν Βασιλιᾶ τους Ἰωάννη, ἀνακήρυξαν σέ ἔνδειξη τιμῆς τήν Θεοτόκο, «Βασίλισσα τῆς Πολωνίας»!
Ἡ Παναγία Τσεστοχόβα τιμᾶται τήν 6η Μαρτίου καί τήν 27η Αὐγούστου.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010


Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ
Σειρά: Ρωσικές εἰκόνες τῆς Παναγίας

Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά δύο θαυματουργές εἰκόνες τῆς Παναγίας, ἀπό τίς ὁποίες ἡ μία ἀνῆκει στόν τύπο τῆς Ὁδηγητρίας καί ἡ ἄλλη στόν τύπο τῆς Τεθλιμένης (ἁγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ). Καί οἱ δύο βρίσκονται ἀποθησαυρισμένες στή Μονή Σβιατογκόρσκ (τοῦ Ἁγίου Ὄρους), στήν περιφέρεια τοῦ Πσκώφ τῆς Ρωσίας.
Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Τεθλιμένης (ρωσιστί Umilenie), βρέθηκε τό ἔτος 1563, κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Ἰβάν Δ’ τοῦ Τρομεροῦ. Τότε ἡ Θεοτόκος ἐμφανίσθηκε σέ ἕνα διανοητικά καθυστερημένο παιδί, τόν Τιμόθεο, ἡλικίας 15 ἐτῶν, πού ἔβοσκε πρόβατα. Ἡ ἐμφάνισις ἔγινε κοντά στόν ποταμό Λουγκοβίστα καί εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν εὕρεση τῆς Εἰκόνας. Μετά τήν εὕρεση ἡ εἰκόνα κατατέθηκε στόν Ναό τοῦ ἁγ. Γεωργίου τοῦ χωριοῦ Βορόνιτσα. Τότε μία φωνή ἀπό τήν Εἰκόνα εἶπε, ὅτι μετά ἀπό ἕξη χρόνια, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θά λάμψει πάνω στό Ὄρος!
Πράγματ τό 1569, ἡ Θεοτόκος ἐμφανίσθηκε καί πάλι στόν Τιμόθεο, στόν Ὄρος τῆς Σίνιτσας. Ἐκεῖ ὁ εὐλαβῆς νεαρός πέρασε 40 ἡμέρες μέ προσευχή καί νηστεία. Μετά ἀπό αὐτό μία ὑπερκόσμια φωνή διέταξε νά μεταφέρει Κλῆρος καί λαός τήν Εἰκόνα τῆς Τεθλιμένης στόν λόφο, τήν Παρασκευή μετά τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων. Ὅταν ἡ ἐκκλησιαστική λιτανεία ἔφθασε στό λόφο καί ἄρχισε μία δέησις, ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς φώτισε τήν περιοχή κατά τήν διάρκεια τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου! Ταυτόχρονα ἕνα ἐξαίσιο ἄρωμα, μία οὐράνια εὐωδία, πλημύρισε τήν περιοχή καί ὅλη εἶδαν μία εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας!
Καί οἱ δύο εἰκόνες κατατέθηκαν στόν ναό τοῦ ἁγ. Γεωργίου στή Βορόνιτσα καί ἄρχισαν νά ἐπιτελοῦνται θαύματα καί θεραπείες ἀσθενῶν. Ὅταν ἐνημερώθηκε σχετικά ὁ Τσάρος Ἰβάν, ἔδωσε ἐντολή νά ὑψωθεῖ ἕνα ξύλινο Παρεκκλήσιο στόν τόπο τῆς εὑρέσεως καί νά τοποθετηθοῦν ἐκεῖ οἱ θαυματουργές εἰκόνες.
Κάποια φορά, κατά τήν ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Παναγίας, μία πυρκαγιά κατέστρεψε ὁλοσχερῶς τό Παρεκκλήσιο, ἀλλά οἱ Εἰκόνες διασώθηκαν θαυματουργικά! Στή συνέχεια ἕνας πέτρινος ναός ἀφιερωμένος στήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ὑψώθηκε στό σημεῖο τῆς Εὑρέσεως καί οἱ δύο Εἰκόνες τοποθετήθηκαν στό εἰκονοστάσιό του. Ἀργότερα ἡ Ὁδηγήτρια τοποθετήθηκε σέ παρεκκλήσιο πού διαμορφώθηκε δεξιά, τό 1770, καί ἡ Τεθλιμένη στό ἀριστερό, πού διαμορφώθηκε τό 1776. Τό 1569 γύρω ἀπό τόν πέτρινο ναό δημιουργήθηκε μονή ἀφιερωμένη στήν Κοίμηση τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Σύμφωνα μέ τήν τοπική παράδοση, τήν πρώτη Κυριακή τῆς Νηστείας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ Εἰκόνες μεταφέρονται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος στό Πσκώφ καί τήν ἀμέσως ἑπόμενη Κυριακή λιτανεύονται ἐντός τῶν τειχῶν τῆς πόλεως.
Μετά τήν κατάρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστώτος τό 1989, ἡ μονή ἀποδόθηκε στήν Ρωσική Ἐκκλησία καί σήμερα ἀκμάζει κτηριακῶς καί πνευματικῶς, ἐπανδρωμένη μέ ἀξιόλογη ἀνδρική ἀδελφότητα.
Ἡ Εἰκόνα τῆς Τεθλιμένης τιμᾶται τήν 19η Μαρτίου καί τήν 9η Παρασκευή μετά τό Πάσχα. Ἡ Εἰκόνα τῆς Ὁδηγητρίας τιμᾶται τήν 1η Ἰουλίου καί κατά τήν ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Παναγίας, τήν 1η Ὀκτωβρίου.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΚΑΣΤΡΟΥ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ
Σειρά: Ἑλληνικές Εἰκόνες τῆς Παναγίας

Ἡ θαυματουργή Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μικροκάστρου χρονολογεῖται ἀπό τόν 13ο ἤ τόν 14ο αἰ. καί τό ἀσημένιο κάλυμμά της ἀπό τό ἔτος 1603. Φυλάσσεται στήν ὁμώνυμη Μονή τῆς περιοχῆς Σιατίστης.
Ἡ Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μικροκάστρου ἱδρύθηκε τό 1753 καί ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερο προσκύνημα τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Τό Καθολικό τῆς μονῆς εἶναι ἁγιογραφημένο ἀπό λαϊκούς ἁγιογράφους ἀπό τό Καπέσοβο τῆς Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀκολουθοῦν τήν Παλαιολόγεια Βυζαντινή Τέχνη. Ἐξαιρετικῆς τέχνης εἶναι ἐπίσης καί τό ξυλόγλυπτο τέμπλο, ἔργο ἐπίσης Ἠπειρωτῶν τεχνιτῶν.
Τό μοναστήρι μέχρι τό 1993 ἦταν ἀνδρικό καί προσέφερε πολλές ὑπηρεσίες στήν πατρίδα κατά τήν Τουρκοκρατία, τόν Μακεδονικό Ἀγῶνα (1904 - 1908), τούς Βαλκανικούς Πολέμους (1912 – 1913), τήν ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς (1922) καί τήν Γερμανική Κατοχή (1941 – 1944). Μετά τήν ἀπελευθέρωση ὁ Μητροπ. Σιατίστης Ἰάκωβος (ἔπειτα Μυτιλήνης), ἵδρυσε στό μοναστήρι Γεωργική Σχολή, Πρεβαντόριο (σέ συνεργασία μέ τόν Ἐλβετικό Ἑρυθρό Σταυρό), Οἰκοκυρική Σχολή καί Οἰκοτροφεῖο.
Τό 1993, μέ τήν μετατροπή τῆς μονῆς σέ γυναικεία, ἐγκαθίσταται ἐκεῖ μία ἀξιόλογη μοναστική ἀδελφότητα, ἡ ὁποία - κατηρτησμένη θύραθεν καί πνευματικῶς – καταθέτει μία πολύ σοβαρή μαρτυρία γνησίου καί ὑγιοῦς μοναχισμοῦ ὄχι μόνον στήν Σιάτιστα καί τήν ἐπαρχία Βοΐου, ἀλλά στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας.
Ἡ Εἰκόνα τιμᾶται τήν 15η Αὐγούστου, κατά τήν πανήγυρι τῆς μονῆς. Ἀπό παλαιότερες ἐποχές ἔχουν ἐπιβιώσει δύο χαρακτηριστικά ἔθιμα: Τό πρῶτο εἶναι τό ἔθιμο τῶν Καβαλάρηδων. Τήν ἡμέρα τῆς πανηγύρεως τῆς 15ης Αὐγούστου φθάνουν στό μοναστήρι ἔφιπποι καί ἁρματωμένοι νέοι τῆς Σιάτιστας, γιά νά προσκυνήσουν τήν χάρη Της. Τό δεύτερο ἔθιμο ἀφορᾶ τήν περιοδεία τῆς εἰκόνας σ’ ὅλη τήν Σιάτιστα. Οἱ πιστοί φθάνουν στό μοναστήρι μέ τά πόδια, παίρνουν τήν εἰκόνα στά χέρια καί μέ τά πόδια ἐπιστρέφουν στήν Σιάτιστα καί τήν καταθέτουν στόν Μητροπολιτικό Ναό, ὅπου γίνονται ἀγρυπνίες καί Παρακλήσεις. Ἔπειτα ἡ Εἰκόνα πηγαίνει ἀπό σπίτι σέ σπίτι, σέ ὅλες τίς γειτονιές τῆς πόλεως, «γιά νά εὐλογηθεῖ ὁ τόπος»!
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΛΙΝ
Σειρά: Ρωσικές Εἰκόνες τῆς Παναγίας

Σχετικά μέ τήν ἐφέστια εἰκόνα τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, τήν θαυματουργό Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρου (ἡ ὁποία σύμφωνα μέ ἰσχυρή παράδοση εἶναι ἔργο τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ), φημολογεῖται ἕνα πρωτάκουστο γεγονός.
Στό κέντρο τῆς Μόσχας, κοντά στό Κρεμελίνο, βρίσκεται ἡ Μονή Σρετένσκι, ἡ ὁποία στά ρωσικά σημαίνει ὑπαπαντή – προϋπάντηση. Δέν πρόκειται ὅμως περί τῆς γνωστῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου (2α Φεβρουαρίου), ἀλλά περί ἑνός τοπικοῦ θαύματος τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρου πού σχετίζεται μέ τήν Ρωσική ἐθνική Ἱστορία.
Τό ἔτος 1395 ὁ Μογγόλος πολέμαρχος Ταμερλάνος, ἀφοῦ εἶχε κατακτήσει καί καταστρέψει πολλές χώρες, εἶχε εἰσβάλει καί στήν Ρωσία καί κατευθύνοταν στήν Μόσχα. Τότε ὁ Μεγάλος Ἡγεμόνας Βασίλειος Δημήτριεβιτς καί ὁ Μητροπολίτης Κυπριανός Τσαμπλάκ μετέφεραν τήν εἰκόνα μέ μεγάλη λιτανεία γιά νά σώσουν τήν πόλη. Ἡ λιτανεία κράτησε δέκα ἡμέρες καί ἡ εἰκόνα ἔφθασε στή Μόσχα τήν 26η Αὐγούστου 1395, ὅπου τήν ὑποδέχθηκαν χιλιάδες λαοῦ καί τήν κατέθεσαν στόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου. Τήν ἴδια ἡμέρα ὁ Ταμερλάνος πού κοιμόταν στή σκηνή του εἶδε ἕνα τρομερό ὄνειρο. Κατέβαιναν ἀπό ἕνα βουνό πολλοί Ἀρχιερεῖς μέ χρυσές ράβδους καί πάνω τους στέκοταν μία γυναίκα γεμάτη λάμψη, περιτριγυρισμένη ἀπό Ἀγγέλους μέ πύρινα σπαθιά! Ὅταν ξύπνησε τρομαγμένος καί ρώτησε τούς συμβούλους του σχετικά, ἐκείνοι τοῦ μίλησαν γιά τήν Προστάτιδα τῶν Χριστιανῶν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ὁ φοβερός Ταμερλάνος ἔλυσε τήν πολιορκεία. Σέ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος, στό σημεῖο πού ὁ λαός τῆς Μόσχας ὑποδέχθηκε τήν εἰκόνα, κτίσθηκε ἡ Μονή Σρετένσκι.
Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, οἱ κομμουνιστές ἔκλεισαν τό μοναστήρι τό 1925. Κατέστρεψαν τούς ναούς τοῦ ἁγ. Νικολάου καί τῆς ἁγ. Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τό καμπαναριό καί τό ἡγουμενεῖο καί ἐγκατέστησαν ἐκεῖ μία ἀπό τίς πιο σημαντικές ἕδρες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας. Στή Μονή πάντως διαφυλάχθηκε ἡ Παναγία τοῦ Βλαδιμήρου, μέχρι τήν μεταφορά της στήν Πινακοθήκη Τρετιάκωφ.
Σύμφωνα μέ μία πολύ ἰσχυρή φήμη, τόν Δεκέμβριο τοῦ 1941 ὁ Σοβιετικός Ἡγέτης Ἰωσήφ Στάλιν, κατά τά ἄλλα ἄθεος, διέταξε νά ἐπιβασθεῖ ἡ Παναγία τοῦ Βλαδιμήρου σέ ἕνα στρατιωτικό ἀεροσκάφος καί νά «λιτανευθεῖ» γύρω ἀπό τήν Μόσχα! Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Γερμανοί ἄρχισαν τότε νά ὑποχωροῦν!

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΖΙΔΑΝΙΩΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ
Σειρά: Ἑλληνικές Εἰκόνες τῆς Παναγίας


Ὁ χρόνος κατά τόν ὁποῖο ἁγιογραφήθηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ζιδανιώτισσας παραμένει ἄγνωστος. Ἀσφαλῶς ὅμως πρόκειται γιά ἕνα παλαιό ἐκκλησιαστικό κειμήλιο τῆς περιοχῆς τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Ἡ εἰκόνα ἀσημώθηκε τό 1755 ἀπό τόν ἀργυροχόο Θεόδωρο, ἀπό τούς Καλαρύτες τῶν Ἰωαννίνων, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ Ἐπισκόπου Σερβίων καί Κοζάνης Ἰγνατίου, ὅπως δείχνει ἡ σχετική ἐπιγραφή. Τό ἔτος 1918, ἡ θανατηφόρος ἐπιδημεία γρίππης πού ἔπληξε τήν Εὐρώπη καί ἀποδεκάτισε πληθυσμούς καί στήν Ἑλλάδα, σταμάτησε στήν Κοζάνη μέ τήν θαυματουργική παρέμβαση τῆς Παναγίας τῆς Ζιδανιώτισσας πού μεταφέρθηκε στήν πόλη, ὅπου ἔγιναν παρακλήσεις καί ἀργυπνίες.
Σέ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος αὐτοῦ ἡ εἰκόνα λιτανεύεται στήν Κοζάνη τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, μέ πάνδημη συμμετοχή. Ἡ εἰκόνα μεταφέρεται τήν Παρασκευή τῆς Ζωοδ. Πηγῆς ἀπό τήν Μονή Ζιδανίου στόν Ναό τοῦ ἁγ. Κωνσταντίνου Κοζάνης καί στή συνέχεια λιτανεύεται μέχρι τόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου.
Ἡ εἰκόνα φυλάσσεται στή Μονή Ζιδανίου πού βρίσκεται στό ὁμώνυμο χωριό τῆς Κοζάνης. Ἡ μονή ἱδρύθηκε τόν 17ο αἰ.