Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ Γ' Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, ΜΗΤΡΟΠ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΗΣ

 Σεβ. Μητροπ. Ναυκάκτου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ      


Πρόσφατα, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μέ ἐνέργειες τοῦ Μητροπολίτου Λαγκαδᾶ κ. Ἰωάννου, κατέταξε στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τόν Ἐπίσκοπο Λητῆς καί Ρεντίνης καί μετέπειτα Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἄρτης Δαμασκηνό τόν Στουδίτη. Καθιερώθηκε νά τιμᾶται ἡ μνήμη του κάθε χρόνο τήν 27η Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του.

1. Βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου.
Ἀπό τά στοιχεῖα τά ὁποῖα διαθέτουμε θά παρατεθοῦν μερικοί χαρακτηριστικοί σταθμοί τοῦ ζωῆς τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ. Κατά τόν π. Ἀθανάσιο Γκατζιγκά ὁ Δαμασκηνός γεννήθηκε καί σπούδασε στήν Θεσσαλονίκη, ἀρχές τοῦ 16ου αἰώνα γύρω στά 1520. Ἐκάρη μοναχός στήν Κωνσταντινούπολη τό 1546, χρημάτισε μαθητής τοῦ μεγάλου Ρήτορα Θεοφάνη Ἐλεαβούλκου τοῦ Νοταρᾶ στήν Κωνσταντινούπολη, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1546-1555. Ἔπειτα χειροθετήθηκε Ὑποδιάκονος περί τό 1550, χειροτονήθηκε Ἱερομόναχος περί τό 1558, ἐκλέχθηκε Ἐπίσκοπος Λητῆς καί Ρεντίνης τό 1560, ἐστάλη ὡς Πατριαρχικός Ἔξαρχος στό Ἅγιον Ὄρος τό 1567, καθώς ἐπίσης ὡς Πατριαρχικός Ἔξαρχος στήν Μικρή Ρωσία (Κίεβο), μεταξύ τῶν ἐτῶν 1565-1572, διετέλεσε δάσκαλος τοῦ μετέπειτα Πατριάρχη Ἱερεμία τοῦ Β΄ τοῦ Τρανοῦ μεταξύ τῶν ἐτῶν 1565-1572, ὁρίσθηκε Τοποτηρητής τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου ἀπό τίς 19-10-1573 ἕως τόν Ἰούλιο τοῦ 1574, ἐκλέχθηκε Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἄρτης τό 1574, ἀντικαταστάθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἰωάσαφ τό 1576 καί κοιμήθηκε καί ἐτάφη πιθανῶς στήν Ναύπακτο ἤ τήν Ἄρτα τό 1577.
Ἀπό τά βιογραφικά του στοιχεῖα θά τονισθοῦν εἰδικότερα ἐκεῖνα πού ἔχουν σχέση μέ τήν σύνδεση τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου μέ τήν Ναύπακτο. Ὁ Πατριάρχης καί μαθητής του Ἱερεμίας Β΄ ὁ Τρανός, ἔκανε ἕνα ταξίδι στήν Πελοπόννησο γιά νά εἰσπράξη τά ὀφειλόμενα, τό ὁποῖο κράτησε ἀπό τήν 19η Ὀκτωβρίου 1573 ἕως τόν Ἰούλιο τοῦ 1574 καί τό διάστημα αὐτό ὅρισε Τοποτηρητή τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως τόν Ἐπίσκοπο Λητῆς καί Ρεντίνης Δαμασκηνό, ἀπόδειξη τῆς ἐμπιστοσύνης πού ἔτρεφε στό πρόσωπό του, ἀλλά καί τοῦ κύρους πού εἶχε στήν Ἐκκλησία ἀπό τότε πού ἦταν Ἐπίσκοπος. Τότε ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας πέρασε καί ἀπό τήν Ναύπακτο. Τήν ἐποχή ἐκείνη (1573-1574), εἶχε προηγηθῆ ἡ περίφημη Ναυμαχία τῆς Ναυπάκτου (1571), κατά τήν ὁποία καταστράφηκε ὁ Τουρκικός στόλος ἀπό τόν ἑνωμένο Χριστιανικό στόλο τῆς Εὐρώπης, ὁπότε ἡ περιοχή ἔγινε ξακουστή. Ὅμως καί ἡ Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἄρτης, ναί μέν δέν εἶχε τήν προηγούμενη αἴγλη της, πού εἶχε 10 Ἐπισκοπές καί κατελάμβανε τό ἔδαφος μέχρι τήν Χιμάρρα, ἀλλά εἶχε μεγάλη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία. Δηλαδή, στήν Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἄρτης ὑπήγετο τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ Αἰτωλοακαρνανία, ἡ Ἄρτα καί ἡ Πρέβεζα. Ἱκανά ἱστορικά στοιχεῖα γιά τήν ἱστορική διαδρομή τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου ἀνευρίσκουμε στό βιβλίο τοῦ ἱστοριοδίφου Μπάμπη Χαραλαμπόπουλου. Ἔτσι, ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ ὁ Τρανός, διεπίστωσε τήν σημασία τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς καί ἐξέλεξε ὡς Μητροπολίτη τόν διδάσκαλό του καί Τοποτηρητή τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως Δαμασκηνό.
Ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἄρτης εἶχε καί τόν πρόσθετο τίτλο «Ἔξαρχος πάσης Αἰτωλίας». Ὁ Δαμασκηνός ἦταν ἱκανός συγγραφέας, εἶχε γνώσεις καί ζῆλο νά βοηθήση τόν λαό πού ὑφίστατο πολλά, κατά τούς χρόνους τῆς δουλείας στούς Τούρκους. Ποίμανε καί τήν Μητρόπολή μας, ἀλλά καί δίδαξε ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, μέ ὀρθόδοξη θεολογία, γνήσιο ἀποστολικό ζῆλο καί μαρτυρικό φρόνημα.
Θά μνημονεύσω τά ἔργα του, ὅπως τά κατέγραψε ὁ ἀείμνηστος Ναυπάκτιος ἱστοριοδίφης καί ἱστορικός Τάκης Χριστόπουλος. Τό βασικό του ἔργο, τό ὁποῖο τόν καθιέρωσε ἦταν ὁ «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ Ὑποδιακόνου καί Στουδίτου τοῦ Θεσσαλονικέως, μετά τῆς προσθήκης ἐν τῷ τέλει καί ἑτέρων ἑπτά Λόγων ψυχωφελεστάτων καί τῆς ἐξηγήσεως τοῦ Πάτερ ἡμῶν».
Ἄλλα ἔργα του ἦταν: «Μερική διάγνωσις ἐκ τῶν παλαιῶν φιλοσόφων περί φύσεως καί ἰδιωμάτων τινῶν ζώων, συναθροισθεῖσα παρά τοῦ ἐν ἀρχιερεῦσι λογιωτάτου κυρίου Δαμασκηνοῦ τοῦ Στουδίτου». «Στίχοι ἡρωοελεγεῖοι εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπερευλογημένης Θεοτόκου Μαρίας». «Λόγος πεζῇ τῇ φράσει εἰς τόν Δεκάλογον τοῦ Μωϋσέως» (ἐκδόθηκε μαζί με τούς «Μαργαρίτες» τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στήν Βενετία τό 1630). «Παραίνεσις πρός τούς θέλοντας σωθῆναι μοναχούς, τοῦ ἐν Ἐπισκόποις λογιωτάτου κυροῦ Δαμασκηνοῦ Λητῆς καί Ρενδίνης καί Προέδρου Πολιανῆς» (φέρεται νά ἐκδόθηκε στήν Βενετία τό 1565). «Προγνωστικά σημεῖα περί βροχῆς, ανέμου ἐκ τῶν ἀστέρων καί ἐκ τῆς σελήνης ἐκ διαφόρων ποιητῶν καί διδασκάλων, ποίημα κυροῦ Δαμασκηνοῦ Ναυπάκτου καί Ἂρτης, περιέχον καί ἂλλα τινά». «Κωμῳδοδιάλογος Δαμασκηνοῦ Ρεντίνης κατά Ἀρχιερέων» (πρόσωπα τοῦ διαλόγου Δαμασκηνός καί Γαβριήλ ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας). «Περί τῶν ὃσων ἐπατριάρχευσαν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, ἀφ΄οὗ τήν ἒστησεν ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἓως τήν σήμερον, ὁπού εἶναι χρόνια ζπ’ ἰνδικτ. ιστ΄ μηνί Μαΐῳ καί πόσους χρόνους ἒκαμε καθένας εἰς τόν ὑψηλότατον θρόνον καί ποῖοι ἐξεβλήθησαν τοῦ θρόνου» (κατάλογος χρονολογικός τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως μέχρις Ἱερεμίου). «Χρονογράφος» ἀπό κτίσεως Ρώμης μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀποτελέσας μετά τῶν Πατριαρχικῶν τό κύριον σῶμα τοῦ συμπιλήματος τοῦ Ἱεροθέου Μονεμβασίας, τοῦ ἐκδοθέντος πολλάκις ἐν Βενετίᾳ ὑπό τό ὂνομα τοῦ ἀνυπάρκτου Δωροθέου Μονεμβασίας. «Ὁμηρόκεντρα».
2. Ἡ γνώμη γιά τόν Δαμασκηνό συγχρόνων του προσωπικοτήτων.
Συνήθως, γιά τούς ἀνθρώπους γράφουν οἱ μεταγενέστεροι καί ὅταν δέν ὑπάρχουν ἱστορικά στοιχεῖα τούς ἐξιδανικεύουν, τούς ἐπαινοῦν ὑπερβολικά. Ὅμως, γιά τόν Δαμασκηνό Στουδίτη ὑπάρχουν μαρτυρίες ἀπό τούς συγχρόνους του. Ἀπό τίς εἰσηγήσεις τοῦ Ἀρχιμ. π. Εἰρηναίου Δεληδήμου καί τοῦ π. Ἀθανασίου Γκατζιγκά ἀρυόμαστε μερικές πληροφορίες.
Ὁ Γερμανός θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ στό Ἡμερολόγιό του γράφει: «Ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες κληρικοί τρεῖς θεωροῦσαν πραγματικά λόγιους: τόν Μητροπολίτη Τορνόβου Ἀρσένιο, τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἄρτης Δαμασκηνό καί τόν Ἱερομόναχο Ματθαῖο (τόν Κρητικό)» καί «περισσότερο ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους ἐπαινεῖται ὁ Ἐπίσκοπος Δαμασκηνός τῆς Ρενδίνης, γιά τή συνδυασμένη μέ τή μόρφωσή του ἰδαίτερη ταπείνωση, τήν ὀλιγάρκεια καί ἄλλες ἀρετές του».
Ἐπίσης, πρέπει νά σημειωθῆ, ὅτι ὁ Δαμασκηνός ἐξετιμᾶτο ἀπό τόν Πατριάρχη Μητροφάνη τόν Γ΄, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε ἐμπιστοσύνη πρός τό πρόσωπό του, γι’ αὐτό καί τοῦ ἀνέθεσε τό ἔργο τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἐξάρχου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Μικρᾶς Ρωσίας. Ἀκόμη, ὅπως ἔχει σημειωθῆ, ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄, πού ἦταν καί μαθητής του, τόν διόρισε ὡς Τοποτηρητή τῆς Ἀρχιεπισκοππῆς Κωνσνταντινούπολεως, ὅταν ἔκανε τήν περιοδεία του στήν Δυτική Ἑλλάδα. Εἶναι χαρακτηριστική καί ἡ γνώμη τοῦ Δωροθέου (μᾶλλον Ἱεροθέου) Μονεμβασίας, ὁ ὁποῖος γράφει γιά τούς μαθητές τοῦ Θεοφάνη, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ Δαμασκηνός: «Ὁ Θεωνᾶς Θεσσαλονίκης, ὁ Ἀρσένιος Τορνόβου, ὁ Δαμασκηνός Ναυπάκτου, ὁ Μεθόδιος Μελενίκου, ὁ Ἱερόθεος Μονεμβασίας ἦταν πολλά καλοί, λόγιοι καί προκομμένοι…».
Ἀκόμη νά ἀναφερθῆ ἡ ἄποψη τοῦ Μανουήλ Γεδεών, ὅτι ὁ Δαμασκηνός ὑπῆρξε «ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων Ἱεραρχῶν τῆς κατά τῶν κάτω χρόνων Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὃστις διά τῶν διαφόρων αὐτοῦ συγγραμάτων καί τῶν γνώσεων, χρήσιμος ἐγένετο καί εἰς τό Γένος καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί οὓτινος οἱ ἀγῶνες καί αἱ ἐνασχολήσεις, χαράττουσιν ἐποχήν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν μετά τήν Ἅλωσιν περιπετειῶν καί ἀλλοιώσεων τῆς κοινῆς ἡμῶν γλώσσης».
3. Τά Δαμασκηνάρια στά Βαλκάνια, εἰδικά στήν Βουλγαρία.
Ἕνα ἀπό τά κύρια ἔργα τοῦ Ὁσίου Δαμασκηνοῦ τοῦ Στουδίτου, εἶναι ὁ «Θησαυρός» πού φέρει τό ὄνομά του καί χαρακτηρίζεται ὡς «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ». Πρόκειται γιά ὁμιλίες, τίς ὁποῖες ἔκανε σέ διαφόρους Ναούς τῆς Βασιλεύουσας Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ ἔκδοσή του φέρει τόν τίτλο τοῦ Ὑποδιακόνου. Γιά νά ἐκδοθοῦν τά ἔργα του φαίνεται, ὅτι ὁ ἴδιος ταξίδευσε στήν Βενετία, πρίν τό ἔτος 1557-1558. Γιά τό περιεχόμενο τοῦ ἔργου αὐτοῦ θά μᾶς μιλήση ὁ π. Θωμᾶς Βαμβίνης. Ἐγώ θά τονίσω γιά τήν ἐπίδραση πού εἶχαν τά «Δαμασκηνάρια», δηλαδή τά ἔργα τοῦ Δαμασκηνοῦ, στόν Σλαβικό κόσμο, μέ τίς μεταφράσεις τους.
Ὁ Καθηγητής Βαλκανικῶν Σπουδῶν στό Πανεπιστήμιο Δυτικῆς Μακεδονίας κ. Κωνσταντῖνος Νιχωρίτης, ἀναφέρεται σέ αὐτήν τήν ἐπίδραση. Στήν σλαβονική διάλεκτο ἀπό τόν 16ο αἰώνα μέχρι τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἔγιναν τουλάχιστον 39 ἐπανεκδόσεις. Τά «Δαμασκηνάρια» ἐμφανίσθηκαν στήν Βουλγαρία ἀπό τά τέλη τοῦ 16ου μέχρι τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Στήν ἀρχή μεταφράσθηκαν στήν λόγια γλώσσα πού χρησιμοποιεῖτο, ἡ ὁποία εἶχε ἐπηρεασθῆ καί ἀπό τήν καθομιλουμένη ντοπιολαλιά. Κατά τόν Καθηγητή Νιχωρίτη: «Τό λογοτεχνικό αὐτό εἶδος τῶν Δαμασκηναρίων, διαδίδεται ἐκτενέστατα κατά τήν περίοδο τοῦ 17ου -18ου αἰ., καί πληροῖ τίς λογοτεχνικές ἀνάγκες τοῦ βουλγαρικοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ τήν περίοδο αὐτήν. Αὐτές οἱ συλλογές ἀποτελοῦν βασική γλωσσική πηγή καί ἐνδιαφέρον λογοτεχνικό εἶδος γιά τούς Βούλγαρους καί τούς Σλάβους γενικά. Μπορεῖ τό περιεχόμενο νά περιέχει θέματα πού νά ἅπτονται τῆς Μεσαιωνικῆς Γραμματείας, ἀλλά ἡ εἴσοδος νέων γλωσσικῶν στοιχείων, δείχνει τή μετάβαση σέ ἕνα νέο λογοτεχνικό εἶδος. Παρά τήν προσφιλῆ πολιτική τῶν Ὀθωμανῶν ἔναντι τῶν βιβλιοθηκῶν τῶν ὑπόδουλων λαῶν (μέ τίς καταστροφές τους), ἐν τούτοις σήμερα ἔχουν διασωθεῖ περί τά 200 στόν ἀριθμό Δαμασκηνάρια καί φυλάσσονται στή Σόφια, Φιλιππούπολη, Ρίλα, Μόσχα, Πετρούπολη, Λιουμπλιάνα καί στό Βελιγράδι».
Τόν Μάϊο τοῦ 2006, πρίν 7 χρόνια, ὁ Σύνδεσμος Ἀγάπης τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου κάλεσε τόν Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν π. Γεώργιο Μεταλληνό, ὁ ὁποῖος ὁμίλησε μέ θέμα «Ὁ Ἐπίσκοπος Ναυπάκτου Δαμασκηνός Στουδίτης συγγραφέας τοῦ Θησαυροῦ». Ἡ ὁμιλία ἦταν γλαφυρά, ἐνημερωτική καί ἒδωσε ἀφορμή γιά συζήτηση γιά τήν σχέση Ἐπιστήμης καί Θεολογίας, γιά τήν κατάσταση τής παιδείας σήμερα, γιά τήν ἐκπαίδευση τῶν Ἑλληνόπουλων κατά τήν Ὀθωμανοκρατία, γιά τό Κρυφό Σχολειό κλπ. Ἡ ὁμιλία αὐτή δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως «Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση». Μετά ἀπό λίγον καιρό δημοσίευσα ἓνα ἂρθρο, ἀπόσπασμα τοῦ ὁποίου θά μοῦ ἐπιτραπῆ νά σᾶς ἀναγνώσω. Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός στήν ὁμιλία του λόγῳ τοῦ περιορισμένου χρόνου, ἔκανε μιά μικρή ἀναφορά στήν προσφορά τοῦ «Θησαυροῦ» στήν Βουλγαρία. Δηλαδή, μεταξύ τῶν ἄλλων εἶπε: «Τήν εὐρύτερη ἀποδοχή τοῦ ἔργου δείχνουν οἱ μεταφράσεις του στά ρωσικά (1656 καί 1715), στά σερβικά (πρό τοῦ 1580) καί στά τουρκικά (καραμανλίδικη γραφή, τό 1731), γιά τούς τουρκόφωνους Ρωμηούς (Ὀρθοδόξους). Τό βιβλίο αὐτό, ἐξ ἄλλου, ἐθεμελίωσε τήν ἐκκλησιαστική λαϊκή φιλολογία τῶν χρόνων τῆς δουλείας. Ἰδιαίτερα, μάλιστα, διεδόθη στή Βουλγαρία, ἐπηρεάζοντας σέ μεγάλο βαθμό τήν ἀνάπτυξη τῆς βουλγαρικῆς φιλολογίας, ὡς τά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα (πρβλ. τίς Συλλογές Λόγων “DAMASKINITE”, δηλαδή «Δαμασκηνάρια»). Τήν ἐξάπλωσή του διευκόλυνε καί ἡ γλωσσική μορφή του, πού ἦταν ἡ δημοτική ἑλληνική τῆς ἐποχῆς. Ἡ Ἐθναρχία (Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο) εἶχε λάβει μία ἰδιαίτερα σημαντική ἀπόφαση: ἡ λατρεία παραμένει στήν καθιερωμένη γλωσσική μορφή, (ἑλληνικά), ἐνῶ τό κήρυγμα γίνεται σέ ἁπλούστερη γλωσσική μορφή (ρωμαίϊκα)».
Μετά τήν δημοσίευση τῆς ὁμιλίας αὐτῆς, μοῦ τηλεφώνησε ὁ Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ἀντώνιος Παπαδόπουλος, πολύ ἀγαπητός καί σεβαστός σέ μένα ἀπό τήν φοιτητική μου ζωή στήν Θεσσαλονίκη, καί μοῦ εἶπε ὅτι ὁ Δαμασκηνός Στουδίτης, ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Ναυπάκτου, μέ τό βιβλίο του «Θησαυρός» ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στήν μορφωτική ἀφύπνιση τῶν Βουλγάρων, ὅπως τό ἐπεσήμανε καί ὁ π. Γεώργιος. Στήν συνέχεια μοῦ ἀπέστειλε μιά φωτοτυπημένη ὁμιλία του καί τήν κλασσική μελέτη του «Ὁ ἅγιος Δημήτριος εἰς τήν ἑλληνικήν καί βουλγαρικήν παράδοσιν», στά ὁποῖα ὑπάρχουν στοιχεῖα σχετικά μέ τήν ἐπίδραση τήν ὁποία ἄσκησε τό βιβλίο «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ» στούς Βουλγάρους.
4. Ἡ προσωπικότητα τοῦ Δαμασκηνοῦ ὅπως ἀνιχνεύεται στά συγγράμματά του
Ὅταν διαβάζουμε κείμενα συγγραφέων ἐκτιμοῦμε τήν προσωπικότητά τους καί τά στοιχεῖα πού τήν χαρακτηρίζουν. Ἔτσι, πολλά μποροῦμε νά τονίσουμε γιά τό θέμα αὐτό. Ὁ Ἀρχιμ. Εἰρηναῖος Δεληδῆμος στήν εἰσήγησή του στό Συνέδριο, πού ἔγινε στόν Λαγκαδᾶ, τονίζει τέσσερα σημεῖα, ἤτοι πρῶτον, ἡ πολύ καλή γνώση τῆς γλώσσας ἀπό τόν Ὅμηρο, τήν ἀρχαία ἀττική διάλεκτο καί τήν ἁπλῆ δημώδη γλώσσα, δεύτερον ἡ εἰλικρίνεια καί ἡ εὐθύτητα τοῦ λόγου του, τρίτον ἡ διδασκαλία του γιά τόν μοναχισμό καί τέταρτον ἡ θεολογία του ἡ ὁποία συντονίζεται μέ τήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Θά ἤθελα νά τονίσω στό σημεῖο αὐτό τήν σημαντική ἄποψη τοῦ Ἀρχιμ. Εἰρηναίου Δεληδήμου, ὅτι στά ἔργα τοῦ Δαμασκηνοῦ συναντᾶμε τήν ἁρμονική συνύπαρξη διαφόρων γλωσσικῶν ἐκφράσεων. Ὁ ἴδιος ἀγαποῦσε καί γνώριζε πολύ καλά τήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα, ἔγραφε στήν ἀττική διάλεκτο, ἀλλά συγχρόνως χρησιμοποίησε καί τόν δημώδη λόγο τῆς ἐποχῆς του γιά νά γίνη κατανοητός ἀπό τούς ἀνθρώπους. Γιά παράδειγμα, στό βιβλίο του «Θησαυρός» ἀρχίζει μέ τόν πρόλογο πού εἶναι γραμμένος στήν ἀρχαία ἀττική διάλεκτο, συνεχίζει μέ τίς ὁμιλίες του σέ δημώδη ἑλληνική, στήν ἁπλή γλώσσα πού μιλοῦσε ὁ λαός, καί στό τέλος δημοσιεύει δικό του ποίημα στήν Κοίμηση τῆςΘεοτόκου, πού εἶναι γραμμένο στήν ὁμηρική γλώσσα. Αὐτό δείχνει ἀφ’ ἑνός μέν τήν ἄριστη γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἀγάπη του στήν γλώσσα πού καταλάβαινε ὁ λαός μέ τόν ὁποῖον ἐπικοινωνοῦσε.
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἄρτης Δαμασκηνός ποίμανε καί τήν Μητρόπολή μας, ἀλλά καί δίδαξε ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, μέ ὀρθόδοξη θεολογία, γνήσιο ἀποστολικό ζῆλο καί μαρτυρικό φρόνημα. Καί εἶναι εὐλογία γιά τήν Μητρόπολή μας καί γιά μένα πού εἶμαι διάδοχός του στόν θρόνο τῆς ἱστορικῆς καί παλαιφάτου αὐτῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ἡ ἁγιοκατάταξή του. Τοῦ χρωστᾶμε εὐνωμοσύνη καί ζητοῦμε τίς πρεσβεῖες του.

 

          

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

ΑΔΙΑΦΘΟΡΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΡΟΥΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Πηγή: proskynitis.blogspot.com
 
Στην Μονή Πέτρου Βόντα της Ρουμανίας, κατά το ειδικό τυπικό που τηρεί η Εκκλησία μας, έγινε η Ακολουθία για την εκταφή του π. Γεωργίου Κάλτσιου Ντουμιτρεάσα, με την συμπλήρωση επτά ετών από την κοίμησή του(+21 Νοεμβρίου 2006). Το λείψανό του βρέθηκε άφθαρτο, επιβεβαιώνοντας έτσι την αγιότητα του βίου του.
 
Έζησε τον Κομμουνισμό στο απόγειο της κτηνωδίας του, όταν φυλάκιζε και βασάνιζε με τον πιο απάνθρωπο τρόπο τους χριστιανούς.Πέρασε βασανιστήρια που δεν μπορεί να τα συλλάβει ο κοινός ανθρώπινος νους. Τον βασάνισαν φριχτά, τον κράτησαν στο κρύο και στο σκοτάδι, τον χλεύασαν, τον τρομοκράτησαν, είδε τους συντρόφους του να πεθαίνουν ένας-ένας.
Έδειξε όμως ένα απιστευτο θάρρος,  θάρρος που συνορεύει με την σαλότητα, την δια Χριστόν σαλότητα. Είχε καταλάβει πως πρόκειται για μια μάχη του Θεού με τον σατανά και αυτός πάλευε για αυτά που θεωρούσε ουσιώδη: Την Εκκλησία, την πίστη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία. Θεωρήθηκε ο προσωπικός εχθρός του Κομμουνιστή Δικτάτορα Νικολάε Τσαουσέσκου.

 


 





 


 

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

ΕΤΗΣΙΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑΣ ΑΝΘΗΣ ΠΕΤΤΑ


Τήν Κυριακή 1ῃ Δεκεμβρίου 2013, τελέσθηκε στόν Ἱερό Ναό Γεν. Ἰωάννου Προδρόμου Παραλίας Πατρῶν, Θεία Λειτουργία καί τό ἐτήσιο Μνημόσυνο γιά τήν μακαρία μνήμη τῆς Πρεσβυτέρας Ἀνθῆς Πέττα, σύζυγος τοῦ εὐλαβέστατου καί ἀειμνήστου Ἱερέως Νικολάου Ἀ. Πέττα.
Ἄν καί παρῆλθε ἕνας χρόνος ἀπό τήν κοίμησή της, ἡ ὁποία εἶχε γίνει κατά θαυμαστό τρόπο στήν ἑορτή τοῦ Ἱερέως συζύγου της, δηλαδή τῇ 6ῃ Δεκεμβρίου 2012, ἐντούτοις πολλοί γνωστοί καί συγγενεῖς συγκεντρώθηκαν στόν ὡς ἄνω Ἱερό Ναό γιά νά προσευχηθοῦν γιά τήν αἰώνια ἀνάπαυσή της. Ὁ κατά τά τελευταῖα ἔτη πνευματικός πατέρας καί ἀγωνιστῆς ἐφημέριος τῆς ἐνορίας αὐτῆς, αἰδεσ. Πρωτοπρεσβύτερος Ἀντώνιος Ῥουμελιώτης στό λόγο του ἀναφέρθηκε γιά τήν κοίμηση τῆς Πρεσβυτέρας Ἀνθῆς, ἀλλά καί τήν κατά Θεόν βιωτή της κοντά στόν ὄντως εὐλογημένο Ἱερέα σύζυγό της π. Νικόλαο.
Ἀργότερα τά πολλά της τέκνα καί ἐγγόνια συγκεντρώθηκαν στόν τάφο τοῦ μακαρίου ἱερατικοῦ ἀνδρογύνου, στήν Παναγία Ἀλεξιώτισσα Πατρῶνν καί τελέσθηκε ἱερό Τρισάγιο ἀπό τούς Ἱερεῖς τοῦ ὡς ἄνω Κοιμητηρίου.
Οἱ οἰκεῖοι τους πρόσφεραν στούς σεβαστούς Ἱερεῖς τό νεοκδοθέν βιβλίο τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Φωτίου Ἀ. Δημητρακοπούλου μέ τίτλο: «Διήγησης – Βίος – Ἀκολουθία καί Παρακλητικός Κανών ὁσίου Εὐφροσύνου τοῦ Μαγείρου», τό ὁποῖο τυπώθηκε ἀπό τόν ἐλλογιμότατο Καθηγητή καί μέ τήν συνδρομή τῶν τέκνων τῆς Πρεσβυτέρας Ἀνθῆς, «εἰς μνημόσυνον τῆς μητρός τους», ὅπως ἀναφέρει στό πρόλογο ὁ κ. Δημητρακόπουλος. Ἐνῶ στό πιστό λαό πού παραβρέθηκε δόθηκε ὡς εὐχαριστήριο ἀπό τούς οἰκείους τῆς Γερόντισσας Ἀνθῆς τό «Θεομητορικόν Προσευχητάριον», πού τυπώθηκε γιά αἰώνιο μνημόσυνο αὐτῆς, καθώς καί τό Ἑορτολόγιον τοῦ 2014 τῆς Ἀρχιερατικῆς Περιφέρειας Κοντοβάζαινας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, τό ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἀείμνηστο π. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, ὁ ὁποῖος ἦταν πνευματικός καθοδηγητής τῶν νέων Χριστιανών τότε, Νικολάου Πέττα καί Ἀνθῆς Κατριμπούζα.
Στήν συνέχεια ἀκολουθεῖ ἕνα ἀφιέρωμα γιά τό ἐτήσιο μνημόσυνο τῆς Πρεσβυτέρας Ἀνθῆς, πού τό συνέταξε ἀγωνιστής Ἱερέας:




 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΑΡΧΙΜ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΜΟΝΗΣ ΚΟΥΔΟΥΜΑ

άρχιμ. Νεκταρίου Πέττα

Στις 2 Φεβρουαρίου 2013 και ώρα 08:00 μ.μ., σε ηλικία 87 ετών, ανεπαύθη εν Κυρίω ένας από τους τελευταίους ασκητές των σπηλαίων των Αστερουσίων Ορέων της Νότιας Κρήτης.
Πρόκειται για τον σεβαστό και χαρισματικό Πνευματικό, Πανοσ. Αρχιμ. κυρό Αναστάσιο, ο οποίος για πολλά χρόνια εγκαταβιούσε στην γεραρά Μονή Παναγίας του Κουδουμά και ανέπαυε στο ιερό του πετραχήλι πολλούς κληρικούς και λαϊκούς.
 Διακρινόταν για την αγάπη του στην Παναγία μας και στους τοπικούς Αγίους της Μονής Κουδουμάς. Είχε ως παράδειγμα της ζωής του τους παλαιότερους ασκητές της ευρύτερης περιοχής  των Αστερουσίων Ορέων, αλλά και τους σύγχρονους αγωνιστές Γέροντες.
Ήταν ένας Ιερομόχαχος με πολλά χαρίσματα, λιτός, απλός, φιλόξενος, υπομονετικός, ακατήγορος, φιλόπονος και καλωσυνάτος.
Τιμούσε τον συνομιλητή του και ένα αειθαλές χαμόγελο τον χαρίτωνε πάντοτε. Ασκητικός, σοβαρός, σεμνός, σεβάσμιος, συνετός και χαρισματικός καθοδηγητής στα πνευματικά θέματα.
Ένας ακόμη από τους παλαιούς καλούς αναχωρητές των Αστερουσίων Ασκητηρίων, αναχώρησε για την ποθεινή και πανευφρόσυνη Βασιλεία των Ουρανών. Κοιμήθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ηρακλείου, όπου νοσηλευόταν τους δύο τελευταίους μήνες. Ο πατερικός Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριος, καθώς και ο Καθηγούμενος και οι πατέρες της Μονής Κουδουμάς στάθηκαν δίπλα στον αείμνηστο Γέροντα με περισσή αγάπη. Ο Γέροντας Αναστάσιος παίρνοντας την ευχή του Σεβασμιωτάτου και λέγοντας το «Δόξα Σοι, ό Θεός!», παρέδωσε το πνεύμα του.
Όλοι μας ζητούμε τας μακαρίας ευχάς του από την Άνω Ιερουσαλήμ που ταξιδεύει ο πνευματοκίνητος Γέροντας Αναστάσιος.
Σήμερα την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013 και ώρα 02.00 μ.μ. θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία και ταφή, στην Ιερά Μονή Κουδουμά από τον επιχώριο Ιεράρχη κ. Μακάριο.
Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr

ΣΥΝΑΞΙΣ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑ ΑΓΙΩΝ


ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

Μπέρμιγχαμ Μεγάλης Βρεττανίας, τῇ 19ῃ Ὀκτωβρίου 2013 (ἐ.ἡ.)
Ἀρ. Πρωτοκόλλου: 657.
ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ
ἐπί τῇ θεσπίσει κοινῆς μνήμης καί Συνάξεως Πάντων τῶν ἐν ταῖς Βρεττανικαῖς Νήσοις κηρυξάντων, ἀσκησάντων, μαρτυρησάντων καί ἐν γένει διαλαμψάντων Ἁγίων.
 
Εἰς τό Ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος.
Ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συνελθοῦσα τήν 19ην Ὀκτωβρίου 2013 ἐ.ἡ. μνήμη τοῦ Ὁσίου πατρός ἡμῶν Φριδεσβίδου τῆς Ὀξφόρδης καί τοῦ Προφήτου Ἰωήλ, ἐν Μπέρμιγχαμ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας (Ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας τῆς πρό τοῦ σχίσματος ἐπ’ Ὀρθοδοξίᾳ διαλαμψάσης «Παλαιᾶς Ρώμης») καί συνεδριάσασα ἐν τῷ Καθεδρικῷ Ἱερῷ Ναῷ τῶν Ἁγίων Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου και Ἑλένης, (τελοῦντα ὑπό τήν ποιμαντικήν εὐθύνην τῆς Αὐτοκεφάλου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου) καί λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τάς ἐν Κορωπίῳ Ἀττικῆς (15.7.2013) καί ἐν Καρπαθίοις Οὐκρανίας (25.7.2013) ληφθείσας ἀποφάσεις περί τῆς θεσπίσεως κοινῆς ἑορτῆς, ἤτοι Συνάξεως, πάντων τῶν ἐν ταῖς Βρεττανικαῖς Νήσοις κηρυξάντων, ἀσκησάντων, μαρτυρησάντων καί ἐν γένει, διαλαμψάντων Ἁγίων, ἀπευθύνεται διά τῆς παρούσης πράξεως παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἐκκλησίας, τάδε γηθοσύνως προσφθεγγομένη: «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ».[1]
            Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Κατά τόν μέγαν τῆς Ὀρθοδοξίας Θεολόγον, Ἱερόν Δαμασκηνόν, οἱ «ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ» καί τά «ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα» εἰσίν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, τά ἱερά πρόσωπα εἰς ἄτινα «διά τοῦ νοῦ, τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνῴκησεν ὁ Θεός».[2]
Ἐν τῷ Συναξαρίῳ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναγινώσκομεν ὅτι «πολλοί εὐηρέστησαν τῷ Θεῷ» καί «πολλοί κατά Χριστόν ἐπολιτεύσαντο […] ἄχρι καί αὐτῶν τῶν Βρεττανικῶν Νήσων».[3]
Ἡ παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τάς Βρεττανικάς Νήσους, καλύπτει ὁλόκληρον την πρώτην Χριστιανικήν χιλιετίαν. Τό τοῦ Χριστοῦ Εὐαγγέλιον ἐκηρύχθη ὧδε ἐνωρίτατα, ἤδη ἀπό τῶν Ἀποστολικῶν χρόνων, συμφώνως ἐγκρίτοις ἐκκλησιαστικοῖς συγγραφεύσι (Τερτυλλιανός, Ὠριγένης, Εὐσέβιος, Ἱερός Χρυσόστομος), εἰς τοῦτο δέ ἀναφέρονται τρεῖς ἰσχυραί συναξαριστικαί παραδόσεις. Συμφώνως τῇ πρώτῃ τούτων, αὐτός ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μετέβη εὐαγγελιζόμενος τοῖς ἐν ἀγνωσίᾳ κειμένοις λαοῖς εἰς Βρεττανίαν, ἔνθα καί ἐπληροφορήθη ὑπό ἁγίου Ἀγγέλου τήν ἐπικειμένην ἐκδημίαν αὐτοῦ καί ἐπιστρέψας εἰς Ρώμην ἐτελειώθη μαρτυρικῶς.[4]
 Συμφώνως τῇ δευτέρᾳ παραδόσει, ἥν ἀποδέχονται οἱ ἅγ. Θεοδώρητος καί Κλήμης ὁ Ρώμης, εἰς Βρεττανίαν ἐκήρυξεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅστις ἐχειροτόνησεν Ἐπίσκοπον τόν Κυπριακῆς καταγωγῆς μαθητήν του ἅγ. Ἀριστόβουλον, [5]αὐτάδελφον τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Τέλος, τό ἐν Βρεττανίᾳ Xριστιανικόν κήρυγμα, συνδέεται μετά τοῦ κηδευτοῦ τοῦ Κυρίου ἁγ. Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας, ὅστις, συμφώνως τῇ τρίτῃ παραδόσει, κατέπλευσεν εἰς τάς Νήσους, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ τό Ποτήριον τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί τόν Ἀκάνθινον Στέφανον.[6]
Ἐπικρατεστέρα τῶν τριῶν τούτων παραδόσεων ἐστίν αὔτη ἦτις θέλει τόν Ἀπόστολον Ἀριστόβουλον χειροτονούμενον ὑπό τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἰς Ἐπίσκοπον Βρεττανικῶν Νήσων. Οὕτῳ ὁ Ἀριστόβουλος καθίσταται πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς θεοσώστου τούτης τοπικῆς Ἐκκλησίας, καταβάλλων σκληρούς ἀγώνας κατά τῶν εἰδωλολατρῶν.
Ἡ προμνηστευθεῖσα παράδοσις καταγράφεται ἐν τῷ συναξαρίῳ τῆς ἡμέρας μνήμης αὐτοῦ, ἐν ᾧ ἀναφέρεται, ὅτι «μετά τήν ἔνδοξον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Ἀνάληψιν, ὁ Θεῖος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἠκολούθει Παύλῳ τῷ Ἀποστόλῳ, κηρύττων τό Εὐαγγέλιον εἰς πάσαν γῆν, διακονῶν καί δουλεύων ὡς γνήσιος καί πιστός μαθητής. Ὑπό τοῦ Παύλου χειροτονηθείς Ἐπίσκοπος, εἰς τήν τῶν Βρεττανῶν Νῆσον ἀπῆλθε, τόν Χριστόν κηρύττων, ποτέ μέν τυπτόμενος, ποτέ δέ κατά ῥύμας συρόμενος καί χλευαζόμενος, πολλούς ἔπεισεν τῷ Χριστῷ προσελθεῖν καί βαπτισθῆναι. Ἐκκλησίαν συστησάμενος καί Πρεσβυτέρους καί Διακόνους ἐν αὐτῇ καταστήσας ἐτελειώθη».[7]
Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ταυτότητος τοῦ σπορέως τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου, ἡ τοῦ Θεοῦ εὐλογία ὑπῆρξεν πλουσιωτάτη καί ἡ ἐν Βρεττανίᾳ Ἐκκλησίᾳ προσέφερεν τούς ἐκλεκτούς Αὐτῆς καρπούς εἰς τό θυσιαστήριον τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ. (Ἐν μιᾷ πηγῇ μνημονεύονται 81 Ἅγιοι τοῦ Βρεττανικοῦ Ἁγιολογίου[8], ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ δέ Μαρτυρολογίῳ, καταγράφονται πολύ πλείονες.[9]).
Συμφώνως τῇ παραδόσει καί διαφόροις ἐκκλησιαστικοῖς συγγραφεύσι, ὁ ἅγιος Ἀλβανός, ὅστις ἐμαρτύρησε περί τόν 3ον αἰώνα, μνημονεύεται ὡς ὁ Πρωτομάρτυς τῆς Βρεττανίας. Κατά τόν 5ον αἰ. ὁ ἅγ. Γερμανός, Ἐπίσκοπος τῆς Γαλλικῆς Auxerre, δραστηριοποιεῖται εἰς Βρεττανίαν πρός ἀντιμετώπισιν τῆς Πελαγιανιστικῆς αἱρέσεως· κατά τόν 6ον αἰ. ἀποστέλλεται εἰς Βρεττανίαν ὑπό τοῦ Πάπα ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου, τοῦ ἐπονομαζομένου καί “Διαλόγου”, ὁ ἅγ. Αὐγουστῖνος πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Κανταουρίας καί διοργανωτής τῆς ἐν Βρεττανίᾳ Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε, λαμπρά πληθύς ἱεραποστόλων Ἱεραρχῶν συγκαταριθμεῖται τῷ Βρεττανικῷ Ἁγιολογίῳ, ἐν οἷς, ὁ ἅγ. Πατρίκιος, Ἐπίσκοπος καί διαφωτιστής τῆς Ἰρλανδίας, ὅστις διά τοῦ τριφυλλίου ἐδίδασκε τούς παγανιστάς διά τήν Ἁγίαν Τριάδα, ὁ ἅγ. Δαβίδ διαφωτιστής τῶν Οὐαλλῶν, oἱ ἅγ. Νινιανός καί Κολουμβάς διαφωτισταί τῶν Σκώτων, ὁ ἅγ. Κεντιγέρνος Ἐπίσκοπος Γλασκώβης, ὁ ἅγ. Ἀϊδανός Ἐπίσκοπος Λίντισφαρν, ἅγ. Κέδδος Ἐπίσκοπος Ἔσσεξ, ἅγ. Τσᾶδος Ἐπίσκοπος Λίτσφιλντ, oἱ ἅγιοι Θεόδωρος ὁ Ἕλληνας, Λαυρέντιος, Μελίτων, Ἰοῦστος, Ὀνώριος, Ντάνσταν, Ἀλφέγος, Ἀρχιεπίσκοποι Κανταουρίας κ.ἄ.
Ἐν τῷ Βρεττανικῷ Ἁγιολογίῳ μνημονεύεται ἐξίσου πληθύς Ὁσίων καί Ἀσκητῶν, καθότι ὁ μοναχισμός ἤκμασε εἰς τάς ἐν λόγω νήσους πολλά. Ὡς ἐνδεικτική τῆς τοιαύτης ἀκμῆς δύναται θεωρηθῆναι ἡ ἀναφορά τοῦ μεγάλου Ἄγγλου ἱστορικοῦ, Ὁσίου Βέδα, ὅστις ἐν τῇ διατριβῇ αὐτοῦ «Historia ecclesiastica gentis Anglorum» καταγράφει ὅτι ἐν τῇ Μονῇ Βαγκόρ, “τοσοῦτοι πολλοί μοναχοί κατεβίουν, ὤστε διαχωρισθείσης τῆς Μονῆς εἰς ἑπτά πτέρυγας, ἑκάστης ἐχούσης ἴδιον προϊστάμενον, οὐδέ μία τούτων ἠριθμοῦσεν ἔλαττον τῶν τριακοσίων ἀνδρῶν, οἴτινες συνετηροῦντο διά τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν.”[10]
Μεγάλη ἄνθησις τοῦ μοναχισμοῦ παρετηρήθη, ὅτε ὁ προμνημονευθείς μέγας Μοναστικός Πατήρ, ὅσ. Κολουμβάς ἐξ Ἰρλανδίας, ἵδρυσε τό μοναστικόν κέντρον τῆς νήσου Ἀϊόνα, πλησίον τῶν ἀκτῶν τῆς Σκωτίας. Ἔκτοτε τό Βρεττανικόν Ἁγιολόγιον ἐνεπλουτίσθη καί ἐν αὐτῷ περιελήφθησαν διαλάμποντες Πατέρες καί Μητέρες ἐν οἷς οἱ ὅσ. Κουθβέρτος, ἡ ὁσ. Βριγίτη ἡ Ἡγουμένη, ὁ ὅσ. Γίλδας ὁ Σοφός, ὁ ὅσ. Σαδώκ ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὅσ. Ἄλτος ὁ Ἡγούμενος, ἡ ὁσ. Λιόβα ἡ Ἡγουμένη, ἡ ὁσ. Ἔντιθ ἡ Παρθένος κ.ἄ.
Τό χριστιανικόν ἱεραποστολικόν ἔργον ἤθελεν ἀντιμετωπίσει μεγάλας δυσκολίας, ἐάν εὐσεβεῖς Βρεττανοί Βασιλεῖς καί Ἡγεμόνες οὑκ ἠβούλοντο συνδραμεῖν αὐτῷ. Ὁ ἅγ. Λούκιος, ὁ ἐπονομασθεῖς “Βασιλεύς τῆς Βρεττανίας”, εἶναι ὁ πρῶτος Βασιλεύς τῆς προ-Σαξωνικῆς Βρεττανίας, ὅστις μετεστράφῃ εἰς τόν Χριστιανισμόν, κατόπιν αἰτήσεώς του πρός τοῦτο πρός τόν ἅγιον Ελευθέριον Πάπα Ρὠμης, ἐνώ, ὁ ἅγ. Ἐθελβέρτος, Βασιλεύς τοῦ Κέντ, καταγράφεται ὡς ὁ πρῶτος Ἄγγλος μεταστραφείς εἰς τόν Χριστιανισμόν Ἡγεμών. Ὁ κατάλογος ἁγίων Βασιλέων ἀποδεικνύεται ἐπιμήκης καί ἐν αὐτῷ διαλάμπουν ὁ Μάρτυς Ὄσβαλτ ὁ Βασιλεύς, ὁ ἅγιος Ἔτγκαρ ὁ Εἰρηνικός καί ἡ ὁσία Ἐλγίβα, ἀμφότεροι Βασιλεῖς τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁσία Ἐδβούργα τοῦ Οὐίντσεστερ, ὁ ἅγ. Βασιλεύς Ἐδουάρδος ὁ Μάρτυς (οὗ τά Λείψανα διασώζονται) καί πλείστοι ἔτεροι. Ὁ ἅγ. Κωνσταντίνος ὁ Ἰσαπόστολος και Θεόστεπτος Βασιλεύς, πρό τῆς μεταστροφῆς του εἰς τόν Χριστιανισμόν, ἐστέφθη Αὔγουστος τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τὀ Ἐβόρακον, σημερινήν πόλιν τῆς Ὑόρκης ἐν Μεγάλῃ Βρεττανίᾳ, μετά τήν ἐκδημίαν τοῦ πατρός αὐτοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ τό 306, ἐνώ τό 324 καθίσταται μονοκράτωρ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, γενόμενος πρῶτος Χριστιανός Ρωμαῖος Αὐτοκράτωρ.
Εἰς τάς αὐγάς τῆς δευτέρας χιλιετηρίδος, μέ τήν ὁλοκλήρωσιν πλέον τῆς ἀποσχίσεως τῆς Ῥώμης, παρατηρεῖται ἡ ἐπικράτησις τοῦ Παπισμοῦ εἰς τάς Βρεττανικάς Νήσους. Οὕτως, «τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βρεττανίας ἐξαφανίζονται・ ταυτοχρόνως ὑπεισέρχεται καί ἡ αἵρεσις, μέχρις ὅτου ἡ λαῖλαψ τοῦ Προτεσταντισμοῦ μέ τάς καταστρεπτικάς συνεπείας του, ἐσάρωσε καί ἐξηφάνισε τά πάντα»[11]
Κατά τόν παρελθόντα 20ον αἰ. παρετηρήθη μικρά ἀναζωπύρωσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς Βρεττανίαν, τῇ δικαιοδοσίᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κ.ἄ. τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀτυχῶς κινουμένων ἐντός τῆς Οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως. Χάριτι Θεοῦ, μέντοι, ἀπό τῆς δεκαετίας τοῦ ’70 καί ἐντεῦθεν ἤρχισεν ἀναπτυσομένη εἰς Βρεττανίαν Γνησία Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή, ὑπό τήν πνευματικήν προστασίαν καί ποιμαντικήν εὐθύνην τῆς Ἁγιωτάτης Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καί τοῦ Προκαθημένου Αὐτῆς, μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κιτίου Ἐπιφανίου. Ἡ Ἱεραποστολή αὔτη ἀναπτυχθεῖσα μέ κέντρον τόν Ἱερόν Ναόν ἁγ. Κωνσταντίνου καί Ἑλένης ἐν Μπέρμινχαμ, ἱδρυθέντος ὑπό τοῦ πατρός Σωτηρίου Χατζημιχαήλ, ὅστις ὑπήρξε ὁ ἐνοριακός λειτουργός κατά τάς παρελθούσας τέσσαρας δεκαετίας, ἤδη πλουσίους ἀποδίδει καρπούς καί καθημερινῶς καταθέτει μαρτυρίαν γνησίας Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἐνώπιον μιᾶς κοινωνίας ἐκκοσμικευμένης καί ἀδιαφόρου περί τά πνευματικά.
Ὅθεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μετά μεγάλης χαρᾶς καί ἱκανοποιήσεως, ἐδέχθη τήν πρότασιν τοῦ ὑπευθύνου τῆς Ἱεραποστολῆς ἐν Βρεττανίᾳ, Σεβ. Μητροπολίτου Κιτίου κ. Παρθενίου καί εὐμενῶς ἀπεδέχθη την ἐμπεριστατωμένην εἰσήγησιν τοῦ ἐν τῷ ἀγρῷ τῆς Βρεττανικῆς Ἱεραποστολῆς ἐργαζομένου, Ὁσιωτάτου Ἱερομονάχου π. Σωζομένου Πολυβίου, περί θεσπίσεως ἡμέρας κοινῆς μνήμης Πάντων τῶν ἐν Βρεττανίᾳ Ἁγίων.
ΣΥΣΚΕΦΘΕΝΤΕΣ
οὗν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί λαβόντες σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι:
α) Κατά τήν παρελθοῦσαν Κυριακήν ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία λαμπρῶς ἑώρτασεν τήν μνήμην τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἵτινες, τούς Εἰκονομάχους καί πάντας τούς αἱρετικούς ἀναθεματίσαντες, τό Ὀρθόδοξον Δόγμα διετράνωσαν, ἀσπασθέντες καί ἐπικροτήσαντες τάς ἀποφάσεις τῶν πρό αὐτῶν Συνόδων·
β) Αἱ Βρεττανικαί νῆσοι, ἀπό τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Παπισμοῦ, μαστίζονται ὑπό τῆς αὐτῆς αἱρέσεως, ἀλλά καί τῶν ἐξ αὐτῆς δημιουργηθεισῶν Προτεσταντικῶν παραφυάδων, αἵτινες, σύν ἄλλοις, ἀρνοῦνται καί ἀναθεματίζουν ὡς εἰδωλολατρείαν την προσκύνησιν τῶν ἱερῶν εἰκόνων·
γ) Ἡ θεσμοθέτησις ἑορτῆς καθ᾽ ἧν θά τιμῶνται οἱ ἐν Βρεττανία Ἅγιοι, οἵτινες “ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον”[12] διά τήν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου καί τόν θρίαμβον τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ὡς ἀκριβώς ἔπραξαν καί οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ζ᾽ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θέλει καταστεῖ ἰσχυρά ἀπόδειξις, ὅτι τοιοῦτος θρίαμβος θά ἐπέλθῃ καί εἰς τήν ὑπό ὁμοίων αἱρέσεων σήμερον μαστιζόμενην Ἐκκλησίαν τῶν Βρεττανικῶν Νήσων, "ἧς πῦλαι ᾍδου οὐ κατισχύσουσι", σύμφωνως τοῖς λόγοις τοῦ Ἱδρυτοῦ Αὐτῆς και Σωτήρος ἡμῶν Ἱησοῦ Χριστοῦ·
δ) Ἡ τιμή τῶν ἐν Βρεττανία Ἁγίων καί ἡ προβολή τῆς ζωῆς καί τοῦ παραδείγματος αὐτῶν, θέλει ἀφ’ ἑνός μέν ὠφελήσει μεγάλως τήν ἐν γένει ἱεραποστολικήν προσπάθειαν τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ θέλει ἐφελκύσει, διά τῶν Θεοπειθῶν πρεσβειῶν Αὐτῶν, πλουσίαν τήν χάριν τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τῷ ἐν Βρεττανίᾳ τῆς Ἐκκλησίας ποιμνίῳ·
Οὔτω, τοῖς Ἁγίοις Πατράσιν ἑπόμενοι,
ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ
ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί ἐσαεί, πάντες οἱ ἐν Βρεττανίᾳ κηρύξαντες, ἀσκήσαντες, μαρτυρήσαντες καί ἐν γένει διαλάμψαντες Ἅγιοι, προασπιζόμενοι τήν Ὀρθόδοξον Πίστην, τιμῶνται κατά μῆνα Ὀκτώβριον, τῇ ἐπακολουθούσῃ πρώτῃ Κυριακῇ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ζ´ Οικουμενικῆς Συνόδου.
Τῷ σκοπῷ τοῦτῳ συνετάχθη εἰδική Ἀκολουθία καί ἱστορήθη καινή εἰκών, ἀφιερωμένη εἰς τήν Σύναξιν Πάντων τῶν ἐν Βρεττανικαῖς Νήσοις Ἁγίων, ἧν προτρέπομεν τῷ Χριστεπωνύμῳ πληρώματι ἀποδεχθῆναι καί ἀσπασθῆναι μετά χαρᾶς μεγάλης και πίστεως.
Ταῖς Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, ΑΜΗΝ.
Η ΕΝ ΜΠΕΡΜΙΓΧΑΜ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ ΣΥΝΕΛΘΟΥΣΑ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Διάπυροι πρός Κύριον εὐχέται
+ Ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ,
Πρόεδρος.
+ Ὁ Μητροπολίτης Κιτίου ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ,
   Τοποτηρητής Μητροπόλεως Βρεττανικῶν Νήσων.
+ Ὁ Μητροπολίτης Μολδαβίας ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ.
+ Ὁ Μητροπολίτης Κένυας ΜΑΤΘΑΙΟΣ.

[1] Ψαλμός 67, 49.
[2] Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C.
[3] «Πεντηκοστάριον», ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας.
[4] «Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. Ἰουνίου, σελ. 344.
[5] «Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. Μαρτίου, σελ. 158.
[6] «Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. Ἰουλίου, σελ. 345-346.
[7] «Κύπρια Μηναία». τ. Μαρτίου, σελ. 42.
[8] Χριστοφόρου Κ. Κομμοδάτου, Ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», 1985, σελ. 9 - 11.
[9] «The Book of the Saints – A Dictionary of Servants of God canonized by the Catholic Church, extracted from the Roman and other Martyrologies». Compiled by the Benedictine Monks of St. Augustine’s Abbey, Ramsgate, London 1946.
[10] «Bede's Ecclesiastical History of England», ed. by A.M. Sellar, [1907] Chap. II. §4.
[11] Χριστοφόρου Κ. Κομμοδάτου, αὐτ. σελ. 28.
[12] Πρός Ἑβραίους, κεφ. 11, 37