Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

AΓΙΟΣ  ΙΩΝΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΡΩΣΙΑΣ 
(+ 1461)

Πηγή: www. proskynitis.blogspot.com,  μέ  βελτιώσεις  ἀπό  τό  ἔργο  τοῦ  Καθηγητοῦ  Ἀντ. Μάρκου, "Ρωσική  Πολιτική  καί  Ἐκκλησιαστική  Ἡγεσία".

Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σολιγκαλὶτς τῆς ἐπαρχίας Κοστρόμας τῆς Ρωσίας. Ὁ πατέρας του Θεόδωρος Ὀπουάσεβ φρόντισε γιὰ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ διαπαιδαγώγηση τοῦ υἱοῦ του καὶ τὸν ἔστειλε στὴ μονὴ τοῦ Γκαλίτς. Ἐκεῖ ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν Στάρετς Βαρθολομαίου, Ἰωάννου καὶ Ἰγνατίου τοῦ Εἰκονογράφου.
Τὸ ἔτος 1433 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Μούρωμ καὶ Ριαζὰν καὶ ἄρχισε νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδόμηση τοῦ ποιμνίου του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας Γερασίμου (1433 – 1435), ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς προεβλήθηκε ὑπὸ τοῦ Μεγάλου  Ἡγεμόνος τῆς Ρωσίας Βασιλείου Γ' Ἰβάνοβιτς  (1505 - 1533) ὡς διάδοχός του. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Ρωσίας ὑπὸ τοπικῆς Συνόδου, ποὺ συγκλήθηκε ἐσπευσμένα, δὲν μετέβη ὅμως στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ λάβει τὴν Πατριαρχικὴ εὐλογία κατὰ τὸ κανονικὸ ἔθος. Μετὰ τὸ πέρας τῆς διαμάχης τῶν Ἡγεμόνων Βασιλείου καὶ Γεωργίου Δημητρίεβιτς, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1436, ὁ Ἅγιος μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ ἡ προγενέστερη καθυστέρηση ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀποστολὴ  τοῦ  Μητροπ. Ἰσιδώρου.
Ὁ  Μητροπ. Ἰσίδωρος ἦταν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, καταγόμενος ἀπό τήν Πελοπόννησο. Μέ ἐξαιρετική θεολογική καί φιλοσοφική κατάρτηση, ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν Οὐμανιστῶν Βησσαρίωνος Μητροπ. Νικαίας καί Γεωργίου Γεμιστοῦ Πλήθωνος, ἔτσι τά κριτήριά του δέν ἦσαν αὐστηρῶς ἐκκλησιαστικά. Τό 1433 τοῦ ἀνατέθηκε ἀπό τόν Βυζαντινό Αὐτοκράτορα ἡ προπαρασκευή Ἑνωτικῆς Συνόδου καί τό 1434 τόν ἐκπροσώπησε στή Σύνοδο τῆς Βασιλείας. Μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Βασιλεία, χειροτονήθηκε ἀπό  τό  Πατριαρχεῖο Μητροπολίτης Κιέβου καί στάλθηκε στή Ρωσία, ἐνῶ εἶχε ἤδη ἐκλεγεῖ Μητροπολίτης  ὁ Ἐπίσκοπος Ριαζάν Ἰωνᾶς.
Ὁ Ἰσίδωρος μετέβη στὴ Ρωσία μετὰ τοῦ Ἁγίου Ἰωνᾶ, ὁ ὁποῖος ἀποδέχθηκε τήν ἐκλογή τοῦ Ἰσιδώρου, χάριν τῆς ἑνότητος μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία τῆς ΚΠόλεως. Ὁ Ρῶσος Ἡγεμόνας εἶχε κάθε λόγο νὰ εἶναι δυσαρεστημένος μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐκτίμησε τὸν Μητροπολίτη Ἰσίδωρο γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴν πολυμάθειά του. Οἱ λόγοι τῆς ἐνέργειας αὐτῆς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ ἦταν σχετικοὶ, εἴτε πρὸς τὴν γενικότερη προσπάθεια γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πειθαρχίας τῶν ὑπαγομένων σὲ αὐτὸ Μητροπόλεων, εἴτε γιατί ἀποσκοποῦσαν στὴν τοποθέτηση Ἕλληνα Ἱεράρχη σὲ τέτοια ἐπίκαιρη θέση, ὅπως ἦταν ἡ Μητρόπολη Ρωσίας.Ὁ Μητροπ. Ἰσίδωρος συμμετεῖχε στή Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1339) καί ὑπέγραψε τόν Τόμο τῆς Ἑνώσεως, τόν ὁποῖο ὑποστήριξε μέ μεγάλο ζῆλο, σέ ἀντίθεση μέ τούς Ρώσους συνοδούς του, τόν  Ἐπίσκοπο Ἀβράμιο τοῦ Σούζνταλ, τόν Πρεσβύτερο Συμεών καί τούς Βογιάρους Θωμᾶ καί Συμεών, οἱ ὁποῖοι συντάχθηκαν μέ τήν ἀνθενωτική πλευρά καί τόν ἅγ. Μάρκο τόν Εὐγενικό. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἰσίδωρος ὑπέγραψε τόν Τόμο τῆς Ἑνώσεως ὡς «στέργων καί συναινῶν», κατά δέ τόν Πρεσβύτερο Συμεών «ὁ Πάπας οὐδένα Μητροπολίτην ἀγαποῦσε τόσο ὅσο τόν Ἰσίδωρο». Μετά τήν Σύνοδο ὁ Ἰσίδωρος ὀνομάσθηκε Παπικός Λεγάτος (Ἀποστολικός Ἐπίτροπος) Λιθουανίας, Λετονίας, Πολωνίας καί Ρωσίας.

Λίγο μετὰ τὴν ἄφιξή του στὴν Μόσχα, ὁ Μητροπολίτης Ἰσίδωρος ἔπεισε τὸν Ρῶσο Ἠγεμόνα γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑνωτική Σύνοδο τῆς Φερράρας. Ὁ Ἡγεμόνας πείσθηκε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἰσιδώρου, ὅτι καὶ ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐπιτυγχανόταν καὶ ἡ Αὐτοκρατορία θὰ διασωζόταν, διατηρούμενης τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ρῶσος Ἡγεμόνας δέχθηκε, χορήγησε δὲ ἀξιόλογο χρηματικὸ ποσὸ καὶ πολυπρόσωπη ἀκολουθία.
Ὁ Ἰσίδωρος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Μόσχα στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1437 καὶ ἔφθασε στὴ Φερράρα στὶς 18 Αὐγούστου 1438. Ἡ Σύνοδος, ἂν καὶ οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν φθάσει ἀπὸ τὸν μῆνα Μάρτιο, δὲν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη τὶς ἐργασίες της. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ἰσιδώρου στὶς συζητήσεις δὲν ἦταν μεγάλη, ἂν καὶ ὁ ρόλος αὐτοῦ στὴν καθόλου ἐξέλιξη τῆς ὑποθέσεως ὑπῆρξε σημαντικός. Γενικῶς ἀκολουθοῦσε τὶς ἀπόψεις τοῦ Βησσαρίωνος Μητροπ. Νικαίας.
Ὁ Ἰσίδωρος ἔφυγε ἀπό τήν Φλωρεντία τήν 6η Σεπτεμβρίου 1439 καί ἔφθασε στή Μόσχα τήν 13η Μαρτίου 1441, μέσῳ Κπόλεως, Οὐγγαρίας, Πολωνίας καί Λιθουανίας (μέ σκοπό τήν προώθηση τῆς Ἑνώσεως). Μετά τήν ἑνωτική Λειτουργία τῆς 5ης Ἰουλίου 1439, κατά τήν ὁποία μνημονεύθηκε ὁ Πάπας Εὐγένιος Δ’, ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Βασίλειος Β’ συγκάλεσε Σύνοδο μέ τήν ὁποία καταδικάσθηκε ὁ Ἰσίδωρος καί φυλακίστηκε στή Μονή τοῦ Τσουντώφ, ὁ δέ Ἰωνᾶς ὀνομάσθηκε καί  πάλι  Μητροπολίτης. Τήν 15η Σεπτεμβρίου 1441 ὁ Ἰσίδωρος κατάφερε νά δραπετεύσει, ἀλλά συνελήφθη στό Τβέρ καί φυλακίσθηκε. Δραπέτευσε καί πάλι τήν 4η Μαρτίου 1442 καί πέτυχε νά καταφύγει στή Δύση. Ἐπιστρέφοντας στήν Κπολη συμμετεῖχε στήν ἄμυνά τους, πληγώθηκε, ἀλλά κατάφερε νά διαφύγει στή Ρώμη, ὅπου περιέγραψε τήν καταστροφή τῆς Πόλεως ἀπό τούς Τούρκους στή Θλιβερή Ἐπιστολή του (Epistula Lugubris) καί τιμήθηκε ἀπό τόν Πάπα Πίο Β’ μέ τόν ψηλό τίτλο τοῦ Πατριάρχη Κπόλεως. Ἀπεβίωσε στή Ρώμη τό 1464 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου.
Στό πρόσωπο τοῦ Μητροπ. Ἰσιδώρου ἡ αὐθεντία τοῦ Πατριαρχείου Κπόλεως στά μάτια τῶν Ρώσων κατέρρευσε καί τό αὐτοκέφαλο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἔγινε γεγονός. Παρά  τό  γεγονός  αὐτό  ὅμως, ὁ  Βασίλειος  Γ' ἔστειλε  καί  πάλι  στήν  ΚΠολη  τόν  ἅγ. Ἰωνᾶ, γιά  νά  λάβει  τήν  Πατριαρχική  εὐλογία  καί  ἀναγνώριση,  ἀλλὰ ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι καὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε δεχθεῖ τὴν Ἕνωση, διέταξε τὴν ἀποστολὴ νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς καταστάθηκε Μητροπολίτης ὑπὸ Συνόδου τὸ ἔτος 1448/49, ἡ  ὁποία  ἀποφάσισε  στό  ἐξῆς  ὁ  Μητροπολίτης  Ρωσίας  νά  ἐκλέγεται  ἀπό  τούς  Ρώσους  Ἐπισκόπους  καί  μετέτρεψε  τόν  τίτλο  του  ἀπό  "Μητροπολίτης  Κιέβου" σέ  "Μητροπολίτης  Μόσχας  καί  πάσης  Ρωσίας". Παρά  τήν  ἀπόφαση  αὐτή, ὁ  ἅγ. Ἰωνᾶς  ἀπέστειλε στὸν Πατριάρχη ἐπιστολή, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του.
Ὡς  Προκαθήμενος  τῆς  Ρωσικῆς  Ἐκκλησίας  προσπάθησε - χωρίς  ὅμως  ἐπιτυχία  - νά  ἀποκαταστήσει  τήν  δικαιοδοσία  τῆς  Ἐκκλησίας  του  ἐπί  τῶν  ἐκτός  Ρωσίας  Ἐπισκοπῶν, τῶν  ἐντός  τοῦ  Πολωνο-Λιθουανικοῦ  Βασιλείου, ὅπου  ὑπῆρχαν  Ρωσικοί  πληθυσμοί. 
Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς ἀναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα. Ἦταν πνευματικὸς πατέρας, θαυματουργὸς καὶ προορατικός. Ὅταν οἱ Τάταροι περικύκλωσαν τὴν Μόσχα, ὁ Ἅγιος τοὺς ἀπώθησε μὲ τὴν προσευχή του. Στὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ βίου του εὐχόταν νὰ βασανισθεῖ ἀπὸ κάποια ἀσθένεια, γιὰ νὰ λιώσει σὰν τὸ χρυσὸ στὸ χωνευτήρι. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή του καὶ ἐπέτρεψε τὴ δοκιμασία. Τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου γέμισαν πληγές. Ἔτσι, δοξολογώντας τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1461, ἀφοῦ  ὑπέδειξε  ὡς  διάδοχό  του  τόν  Ἀρχιεπίσκοπο  Ροστώφ  Θεοδόσιο. Ἡ  ἁγιότητά  του  διακηρύχθηκε  Συνοδικά  τό  1547, ἀπό  τόν  Μητροπ. Ρωσίας  ἅγ. Μακάριο  (ὁ  ὁποῖος  καί  ἀνέθεσε  τήν  συγγραφή  τοῦ  Βίου  του), κατά  τήν  βασιλεία  τοῦ  Ἰβάν  Δ' τοῦ  Τρομεροῦ.
Κατά  τήν  ἀνακομιδή  του, τό  1472,  τό  Λείψανό  του  ἀνακομίσθηκε  ἀδιάφθορο  καί  σήμερα φυλάσσεται στήν Μόσχα, κατατεθημένο  στόν  Καθεδρικό  Ναό  Κοιμ. Θεοτόκου  Κρεμλίνου. Ἀπότμημα  τοῦ  Λειψάνου  του  φυλάσσεται  ἐπίσης  καί  στήν  Λαύρα  τοῦ  ἁγ. Ἀλεξάνδρου  Νέβσκι  Ἁγίας  Πετρουπόλεως.
Ἡ  μνήμη  του  τιμᾶται  τετρἀκις  τοῦ  ἔτους (31η Μαΐου, 27η Μαΐου, 27η Αὐγούστου  καί  16η  Σεπτεμβρίου).

 



  


Σάββατο 2 Απριλίου 2011

ΟΙ  23  ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ  ΤΩΝ  ΘΥΑΤΕΙΡΩΝ 

...Τα Θυάτειρα, πόλη περίφημη και η οποία μνημονεύεται από τον Απόστολο Ιωάννη στην Αποκάλυψη του, είναι ακόμη απ' τις πιο πολυάνθρωπες τη Μ. Ασίας, δεδομένου ότι είχε περισσότερους από 200.000 κατοίκους, παρόλο που η πανώλη, το έτος 1656, θανάτωσε πάνω από 50.000. Ο Θεός, στην εποχή μας, διάλεξε αυτήν την πόλη να γίνει το στάδιο 23 αθλητών του Ιησού Χριστού, που θέλησε να τους στεφανώσει με αθάνατη δόξα, έπειτα από πολύ περισσότερους αγώνες, που ήταν φυσιολογικό να το περιμένουμε από τέτοιους ανθρώπους...
Υπήρχε σ' αυτήν την πόλη ένας Σεΐχης ή δάσκαλος του Μωαμεθανικού νόμου, ο οποίος, επειδή ήταν άριστος γνώστης του νόμου, είχε μεγάλη αυθεντία, του έδειχναν εμπιστοσύνη και πολλοί θεωρούσαν τιμή τους να συγκαταλέγονται στους μαθητές του, με αποτέλεσμα να έχει σχολή με πάνω από 150 νέους άνδρες (μαθητές) ηλικίας 25-30 ετών, οι οποίοι φοιτούσαν για ν' αποκτήσουν τις ικανότητες των δικαστών και να γίνουν μια μέρα Καδήδες. Αυτός ο Σεΐχης, που είχε γεράσει διαβάζοντας το Κοράνιο, παρατήρησε ότι ο Προφήτης του δεν απέρριψε την Καινή Διαθήκη, αλλ' αντιθέτως ότι ο Θεός μίλησε δια του Ιησού Χριστού και του Μωϋσέως. Είχε (έτσι) την περιέργεια να δει τι περιέχουν τα Ιερά Ευαγγέλια και από την Θεία Πρόνοια, όλως ιδιαιτέρως, βρήκε μία Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στα Αραβικά.
Δεν κατείχε για πολύ αυτήν την Ιερά Βίβλο, χωρίς να δεχτεί τον ουράνιο φωτισμό και χωρίς να αποκαλύψει τις Χριστιανικές αλήθειες, οι οποίες επενέργησαν τόσο δυνατά πάνω στο πνεύμα του, που τον ανάγκασαν να καταδικάσει ό,τι τους ήταν αντίθετο και να ενστερνιστεί ό,τι του πρόσταζαν να πράξει. Είναι αξιοθαύμαστος αυτός ο άνθρωπος, αγγιγμένος απ' τη Θεία Πρόνοια, που δεν έψαξε καθόλου να πληροφορηθεί πιο ιδιαίτερα την ωραιότητα της Πίστεώς μας και δεν είχε καμμιά επικοινωνία με κανένα Χριστιανό για να μάθει τα Μυστήριά μας, απ' ότι τουλάχιστον είναι γνωστό. Μετέδωσε το φως, που έλαβε απ' τον ουρανό, σε πολλούς μαθητές του, ονομαστικά σ' αυτούς που ήξερε ότι είναι πιο ικανοί ν' αποδεχτούν τις αλήθειες και μπορούσαν να είναι έμπιστοι στο να κρατήσουν το μυστικό. Και με τους λόγους του και με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έπεισε τους νέους, ότι δε μπορούσαν ν' αποκτήσουν την σωτηρία έξω από το νόμο του Ιησού Χριστού, ο Οποίος, από Υιός του Θεού, έγινε άνθρωπος, πέθανε για την σωτηρία των ανθρώπων, με την Ανάστασή Του θριάμβευσε του θανάτου και του Άδη και ήταν προορισμένος να βασιλέψει για πάντα στον ουρανό. Αυτοί οι νέοι κράτησαν το μυστικό για πολύ καιρό και συχνά μαζεύονταν για να συζητήσουν με το δάσκαλο τους το θέμα της σωτηρίας τους. Αλλά, όπως είναι δύσκολο να κρύψεις για πολύ τη φωτιά χωρίς να αποκαλυφθεί από μόνη της, έτσι κι αυτοί οι νέοι σπουδαστές δε μπόρεσαν ν' αποκρύψουν την Πίστη, που την είχαν στην καρδιά, που φαινόταν συχνά στα χείλη τους, στους λόγους τους, στις παρέες τους. Οι γονείς επίσης βλέποντας μια τόσο αξιοθαύμαστην αλλαγή στα παιδιά τους, επιθυμούσαν να γνωρίσουν την αιτία.
Το πράγμα πήρε τέτοια έκταση, ώστε οι άνθρωποι της Δικαιοσύνης, που ήταν πολύ προσεκτικοί σ' αυτό το θέμα, άκουσαν κάτι και για να καταστείλουν αυτό το πάθος στη γένεσή του, πλησίασαν το Σεΐχη. Αρχικά προσπάθησαν να τον κερδίσουν με ήπιο τρόπο, μη θέλοντας να χάσουν έναν άνδρα τέτοιας αξίας. Του υπέδειξαν την εκτίμηση που έτρεφαν γι' αυτόν, με το να του εμπιστευθούν την ακμαία νεολαία της χώρας, του υποσχέθηκαν ν' αυξήσουν τα έσοδά του και ν' ανέλθει στις πρώτες βαθμίδες, αν ήθελε να βγάλει απ' την απάτη αυτούς που εξαπάτησε. Ήταν άνθρωπος, που γνώριζε καλά την σπουδαιότητα του πράγματος και την αυστηρότητα του νόμου τους για την τιμωρία τέτοιων καταστάσεων.
Πίστευαν πως έφθαναν αυτά που του είπαν, ώστε να τον επαναφέρουν στο καθήκον και να τον αναγκάσουν να αποκηρύξει την Πίστη του. Αλλά ξαφνιάστηκαν πολύ, όταν τους αποκρίθηκε, με σοβαρό τρόπο και χωρίς να αλλάξει χρώμα, πως δεν ήταν σε μια ηλικία που μπορούσε να προδώσει τη συνείδησή του σε μιαν υπόθεση τόσο σοβαρή, που αφορούσε τη σωτηρία του και ότι όλα αυτά που είχε διδάξει σχετικά με τις αλήθειες του νόμου του Ιησού Χριστού ήταν πολύ βεβαιωμένα για να μπορεί να τα' αποκηρύξει. O Καδής, έκπληκτος απ' αυτήν την απάντηση και κρίνοντας πως έπρεπε να τον εκφοβίσει με σωματικά βασανιστήρια, του είπε λυπημένος πως έπρεπε να διαλέξει ένα απ' τα δύο: Ή ν' αλλαξοπιστήσει ή να πεθάνει με απηνή θάνατο. Αυτός ο σεβάσμιος γέροντας, κεντρισμένος από θείο ζήλο να ομολογήσει ενώπιον όλων την Πίστη, που δέχτηκε από τον ουρανό, απάντησε στον Καδή: «Τι σκέφτεστε; Ότι οι τροχοί, οι αγχόνες, οι φωτιές και οι γέενες με εκφοβίζουν κι ότι θα διστάσω να πεθάνω για την αιώνια δόξα του Θεού μου και για την αλήθεια της πίστεως του Ιησού Χριστού; Μάθετε ότι είμαι έτοιμος να πεθάνω χίλιες φορές, αν μπορέσω να το κάνω, για την αγάπη Αυτού που πέθανε μια φορά για μένα. Το θεωρώ τιμή να σημαδέψω με το αίμα μου την αλήθεια που δίδαξα κι αν θέλετε να μ' ακούσετε, θα σας κάνω να δείτε, ότι δεν απατώμαι μέσα στα αισθήματά μου κι ότι είναι ευτυχισμένοι αυτοί που εγκαταλείπουν το Μωάμεθ για να ζήσουν με τον Ιησού Χριστό».
Σ' αυτά τα λόγια τού απαγόρευσαν να μιλήσει άλλο και τον ξυλοκόπησαν τόσο πολύ, ώστε του στέρησαν το μέσο για να συνεχίσει τα λόγια του, αλλά, αν αυτός σώπαινε, η όψη και η καρτερικότητα, που υπέδειξε να υπομείνει τόσους ξυλοδαρμούς σ' όλο του το σώμα, κλόνισε και τους δικαστές οι οποίοι, φοβούμενοι πως - αν συνέχιζαν να τον βασανίζουν δημόσια - ο λαός που σεβόταν πολύ αυτόν τον γέροντα, δε θα το δεχόταν κι ότι το παράδειγμά του θα ενέπνεε κι άλλους να τον μιμηθούν, αποφάσισαν μετά από πολλαπλά συμβούλια να τον στραγγαλίσουν στη φυλακή και να κάψουν το σώμα του δημόσια, πράγμα το οποίο εκτελέστηκε. Η ωραία δε αυτή ψυχή πήγε στον ουρανό για να δεχτεί το στέφανο απ' το χέρι Αυτού, που τόσο γενναία είχε ομολογήσει.
Στο μεταξύ, προσπάθησαν να πληροφορηθούν απ' τους μαθητές του, αν επέμεναν στην πίστη του δασκάλου τους. Μερικοί των μαθητών ήταν μακριά απ' την πόλη και κρυμμένοι απ' το φόβο των βασανιστηρίων. Άλλοι, όπως λέγεται, είχαν σκορπιστεί σε διαφόρους τόπους για να κηρύξουν δημόσια τις αλήθειες, που διδάχτηκαν από το δάσκαλό τους. Συνέλαβαν απ' αυτούς 22 και αποφάσισαν ή να τους αναγκάσουν να αλλαξοπιστήσουν ή να τιμωρηθούν με τέτοια τιμωρία, ώστε κανείς να μην έχει την τόλμη να μιλήσει ή να διδάξει ένα τέτοιο δόγμα. Εκείνο που έφερε τους δικαστές να λάβουν αυτήν την απόφαση ήταν η μεγάλη συγκίνηση που επικράτησε σ' όλη τη χώρα μετά το θάνατο του Σεΐχη. Όλοι μιλούσαν για το Σεΐχη κι οι περισσότεροι υπέρ του.
Ο Καδής προστάσσοντας να παρουσιάσουν μπροστά του τους 22 αυτούς νέους τούς είπε ότι πρέπει τελεσίδικα να αποκηρύξουν τη λαθεμένη πίστη του δασκάλου τους ή διαφορετικά να χάσουν τη ζωή τους και να μην ελπίζουν πως θα τους μεταχειριστούν όπως το δάσκαλό τους, αλλά θα υποστούν τα πιο σκληρά βασανιστήρια. Αυτοί οι νεανίσκοι εκδήλωσαν αγαλλίαση στο άκουσμα των βασανιστηρίων και έδειξαν πως ήταν πολύ περισσότερο έτοιμοι να τα υποστούν, απ' ό,τι ο Καδής τους εκφόβιζε. Ο Καδής, έπειτα από μερικούς λόγους, βλέποντας ότι ήταν τελείως αποφασισμένοι να εμμείνουν στην πίστη του Ιησού Χριστού, όπως και ο Σεΐχης τους, τους άφησε στα χέρια των εκτελεστών της Δικαιοσύνης, για να πεθάνουν απηνέστατα.
Άλλους διαπέρασαν με βέλη, άλλους ανασκολόπησαν, άλλους έκαψαν ζωντανούς κι άλλοι τελειώθηκαν με φρικτό και οδυνηρό θάνατο, κρεμασμένοι επί πολλές ώρες σε σιδερένια άγκιστρα. Έτσι, όλοι αυτοί οι γενναίοι αθλητές του Ιησού Χριστού τέλειωσαν την ένδοξη ζωή τους θριαμβεύοντας του θανάτου και των τυράννων.
Λέγεται ότι τα άγια Λείψανα - από τον θάνατό τους - έκαναν πολλά θαύματα και ορισμένοι βεβαιούν πως ένας τυφλός βρήκε το φως του αγγίζοντας έναν από τους Μάρτυρες, καθώς τον οδηγούσαν στο μαρτύριο. Ό,τι κι αν είναι, ο θάνατός τους εξέπληξε όλους τους Μουσουλμάνους και παρηγόρησε πολύ τους Χριστιανούς, που πίστευαν πως είναι ένας οιωνός της ευτυχίας τους. Πίστευσαν δε ότι ήταν η εκπλήρωση της προφητείας του Μάρκου Κυριακοπούλου - ότι πολλοί θα τον ακολουθήσουν κι ότι ήλθε ο χρόνος κατά τον οποίον ο Θεός αποφάσισε να πλύνει μέσα στο αίμα τα ονείδη της χώρας.
Σίγουρα είναι εύλογο, ότι ο ουρανός δε θα επέτρεπε να πέσει ένας τόσο καλός σπόρος πάνω σ' αυτή τη γη, χωρίς να κάνει καλούς καρπούς και βλαστήματα τέτοια, που όλες οι άγιες ψυχές επιθυμούν να δουν εδώ και χρόνια. Ο Θεός να δώσει, ώστε ο αγρός που ποτίζεται με ένα τόσο γλυκό νερό να ξαναπάρει σύντομα την αρχαία του γονιμότητα και να δούμε το άγιο Όνομά Του παντού λατρευόμενο...



Πηγή: Απόσπασμα από το έργο Auguste Carayon, "Relations inedites des missions de la Compagnie de Jesus a Constantionople et dans le Levant au XII siecle", Poitiers - Paris 1864. Απόδοση από τα Γαλλικά Γεώργιος Χ. Χρυσοστόμου. Περιοδικό  «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Έτος 69, Τεύχος 711 - 712 Μάιος - Ιούνιος - Ιούλιος - Αύγουστος 1986. Από  την  Ιστοσελίδα  της  Ιεράς  Μονής  Παντοκράτορος  Μελισσοχωρίου.


ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΑΚΥΛΙΝΑ  Η  ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΝΗ 
(+ 1764)
Η Αγία Ακυλίνα γεννήθηκε το έτος 1745 μ.Χ. στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Το σπίτι της σώζεται μέχρι και σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση.
Εδώ ζούσε μαζί με του ςΧριστιανούς γονείς τη,ς τον πατέρα της το Γιώργη και τη Μητέρα της, που δυστυχώς δε διασώθηκε το όνομά της. Μια μέρα ο πατέρας της Ακυλίνας μάλωσε με ένα Τούρκο και πάνω στο θυμό του μαχαίρωσε τον Τούρκο και τον άφησε νεκρό. Όλο το χωριό αναστατώθηκε και όλοι οι Χριστιανοί τρομαγμένοι έτρεχαν να κρυφτούν, για να γλυτώσουν απ' την μανία των Τούρκων για εκδίκηση. Ο Γιώργης καταδικάζεται σε θάνατο, οι Τούρκοι θα τον κρεμάσουν. Αν όμως θέλει να γλυτώσει τη ζωή του, υπάρχει λύση, αρκεί να τουρκέψει. Ο Γιώργης δειλιάζει μπρος στην κρεμάλα, προδίδει την πίστη του και υπόσχεται να τουρκέψει σιγά-σιγά και την οικογένειά του.
Οι Χριστιανοί σαν το άκουσαν φαρμακώθηκαν: «Ακούς εκεί, να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει τη Πίστη του!». Όλοι με ένα στόμα έλεγαν. Εκείνες όμως που φαρμακώθηκαν πιο πολύ, ήταν η γυναίκα του και η Ακυλίνα. Ντυμένες και οι δυο στα μαύρα, κλείστηκαν μέσα και κλαίνε για τον πατέρα τους που έγινε προδότης της Πίστεως και της Πατρίδος. Άδικα η καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον κάνει να συνέλθει, να μετανοήσει, να εξομολογηθεί. Αυτός τυφλωμένος από τα δώρα, ούτε θέλει ν' ακούσει για το Όνομα του Χριστού.
Έτσι η μόνη παρηγοριά τμς Μάνας μένει τώρα η Ακυλίνα, και προσπαθεί να την αναθρέψει όσο πιο καλά γίνεται Χριστιανικά, σαν να διαισθάνονταν ότι θ' ακολουθήσει το δρόμο του Μαρτυρίου.
Και δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Το έτος 1764 μ.Χ. ο Γιώργης παίρνει διαταγή του Πασά που ήταν διοικητής της Θεσσαλονίκης, να πείσει την κόρη του να γίνει Τουρκάλα, γιατί την είδε στη βρύση και θαμπώθηκε από την ομορφιά της ο γιος του και τη θέλει για γυναίκα του. Χάρηκε ο Γιώργης γι' αυτή την μεγάλη τιμή και τρέχει στο σπίτι του να της πει το μεγάλο νέο και τα μάτια του γυάλιζαν γι' αυτά που του έταξε ο Πασάς. Η Ακυλίνα πάγωσε. Μάνα και κόρη τον βγάζουν έξω από το σπίτι και ούτε θέλουν να τον ακούσουν. Αλλά ο «Τούρκος» δεν υποχωρεί εύκολα. Λυσσάει, στην αρχή με γλυκόλογα και υποσχέσεις, όταν όμως βλέπει την Ακυλίνα να μένει ασυγκίνητη σε όλα αυτά, αλλάζει τακτική και διατάζει βασανιστήρια. Η ατίμητη μάνα την εμψυχώνει γενναία λέγοντάς της: "Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην Αιωνιότητα Της Μακαρίας Ζωής".
Τα μαρτύρια αρχίζουν.Την γυμνώνουν, την χτυπούν, την μαστιγώνουν με βέργες και συρματένια σχοινιά. Το σώμα της γίνεται όλο μια πληγή. Το αίμα της χύνεται ποτάμι και βάφει τη Μακεδονική Γη του Ζαγκλιβερίου. Η Ακυλίνα έχει τα μάτια στον Ουρανό και προσπαθεί να επαναλάβει: «Χριστιανή είμαι και Χριστιανή θα πεθάνω».
Τρεις μέρες την βασάνισαν. Την τρίτη μέρα το απόγευμα μέσα στους πόνους και στην αιμορραγία την φέρνουν στο σπίτι της. Η μάνα της την σφίγγει στην αγκαλιά της μόλις την βλέπει και το μόνο που νοιάζεται να ρωτήσει είναι: «Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες τον Χριστό;» Η Ακυλίνα προσπαθεί με δυσκολία να απαντήσει: «Μητέρα έκανα όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου». Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764 όταν έφυγε η Αγία της ψυχή. Από το Άγιο Λείψανό της ξεχύθηκε μια ανέκφραστη ουράνια ευωδία και όλοι οι δρόμοι απ' όπου το πέρασαν ευωδίαζαν για πολλές ήμερες.
Οι Τούρκοι για να τη θεωρήσουν δική τους έστω και μετά θάνατο, διέταξαν να τη θάψουν στο Τουρκικό νεκροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού. Το ίδιο βράδυ ένα φως κατέβηκε πάνω στον τάφο της σαν άστρο και έμεινε για ώρες πολλές. Τότε τρεις Ορθόδοξοι Ζωντανοί Χριστιανοί, παλληκάρια του Χριστού έκαναν όρκο μυστικό και έκλεψαν το σώμα της Αγίας. Πού το έθαψαν όμως; Παραμένει ακόμη άγνωστος ο τόπος. Πιστεύουμε ότι θα το αποκάλυψη ο Κύριος στους εσχάτους χρόνους.
Η μνήμη της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου.

Πηγή: Εκδόσεις  Ορθόδοξος  Κυψέλη. Από  την  Ιστοσελίδα  της  Ιεράς  Μονής  Παντοκράτορος  Μελισσοχωρίου.
















ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ  Ο  ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ 
(+ 1722)

Ο νέος αυτός Μάρτυρας του Χριστού Νικόδημος είχε πατρίδα την κωμόπολι Βυθικούκι, που βρίσκεται κοντά στα όρια της Κορυτσάς. Γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς και εγνώριζε την τέχνη του ράπτη. Ήλθε και έμεινε στην πόλι Βεράτιο της σημερινής Αλβανίας και εργαζόταν την ραπτική του τέχνη. Εκεί παντρεύτηκε, αλλά επειδή πέθανε η γυναίκα του, επήρε δεύτερη, αλλά πέθανε και αυτή και έλαβε τρίτη γυναίκα η οποία και αυτή πέθανε. Σκεπτόταν δε και τέταρτη να πάρη γυναίκα, διότι τέτοια δύναμι έχουν τα πάθη στον άνθρωπο και η κακή συνήθεια, ώστε αχόρταγος γίνεται στα κακά η όρεξίς του. Μόλις λοιπόν σκέφτηκε να κάνη αυτό, έμαθε ότι κάποιος Αγαρηνός Άρχοντας έχει κάποια Χριστιανή υπηρέτρια ωραία. Ετόλμησε δε και απέστειλε στον Άρχοντα εκείνον μεσίτες, για να δώση σε αυτόν αυτήν σε γάμου κοινωνία. Εκείνος δε ο ακάθαρτος, έχοντας προθυμία να μεταδώση την μιαρά του θρησκεία σε Χριστιανό περισσότερο και να αυξήση αυτήν παρά να έχει μόνον την υπηρέτρια, τον πληροφόρησε ότι αυτό είναι εύκολο, εάν αρνηθή τον Χριστό και δεχθή την θρησκεία των Αγαρηνών. Ευρισκόμενος σε μέθη από τον σαρκικό έρωτα, κανένα δεν βρέθηκε εμπόδιο σε αυτόν, αλλά αφού δέχθηκε τον λόγο του Αγαρηνού, αμέσως κατεφρόνησε Θεό και ψυχή και με θάρρος εφώναξε εκείνη την ελεεινή φωνή στο κριτήριο, το: "Αγαρηνός, είμαι από τώρα και όχι Χριστιανός". Κατ' αυτόν τον τρόπο έπεσε πτώσι ελεεινή ένεκα της φιληδονίας. Σε αυτήν την κατάσταση βρισκόταν πολλές ημέρες, ζώντας σαν τον άσωτο υιό μέσα στις ηδονές, χωρίς να συλλογίζεται καθόλου από πιο ύψος θεογνωσίας έχει πέσει σε καταχθόνιο κρημνό αθεΐας.

Και αυτά μεν αυτός έκανε με την συνεργεία του διαβόλου, ο Πανάγαθος όμως Θεός που είναι Μακρόθυμος και Πολυέλεος και δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά περιμένει την επιστροφή του για να έχη ζωή και ο Οποίος πάντοτε επιδιώκει και εργάζεται την σωτηρία μας∙ Αυτός, λέγω, δεν άφησε των χεριών Του το πλάσμα να απωλεσθή τελείως, αλλά τον εφώτισε με θαυμαστό τρόπο. Διότι κάποια ημέρα, σαν να σηκώθηκε από μέθη και αφού ήλθε στον εαυτό του και σκεπτόμενος όλα όσα κακώς έπραξε και έπαθεν, αναστέναζε από το βάθος της ψυχής του, εταλάνιζε τον εαυτό του και θρηνούσε οδυνηρά την απώλεια της ψυχής του και έλεγε "αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο και ταλαίπωρο, για ποιά αιτία άραγε τυφλώθηκα τόσο κατά τον νου ο άμυαλος; Πως σκοτίσθηκα στην διάνοια; Πως προτίμησα το σκοτάδι περισσότερο παρά το φως; Πως χωρίστηκα από την δόξα του Χριστού; Πως θεληματικά απέρριψα τον εαυτό μου από την συναυλία της χριστωνύμου κλήσεως των ευσεβών, και έγινα δούλος και αιχμάλωτος του παμπόνηρου διαβόλου; Αλλοίμονο στο ταλαίπωρο, ποια απολογία πρόκειται να αποδώσω κατά την ημέρα της κρίσεως; Ποιος θα με σώση από την κόλασι που με περιμένει; Σε τι θα μου ωφελήση τότε η μάταιη ηδονή, όταν αποδιωχθώ από προσώπου του φοβερού Βασιλέως και Κριτού; Όταν ακούσω την φρικτή και φοβερή εκείνη απόφαση του δικαίου και απροποσωλήπτου Κριτού Χριστού του Θεού; Όταν θα μου πη «αποστραφήτω ο ασεβής εις τον Άδην»; Ποιος τότε θα με λυτρώση από εκείνη την ανάγκη; Ώ της δείνης συμφοράς! Ώ των εμών κακών"!
Αυτά με θερμά δάκρυα έλεγε ελεεινά οδυρόμενος και μετανοώντας για όσα κακώς έπραξε. Γι' αυτό και πάλι έκραζε με αναστεναγμό. "Συ Κύριε, που έκλινες ουρανούς και κατέβηκες στην γη, για να σώσης το ανθρώπινο γένος από την τυραννίδα το Άδου. Συ, ο οποίος ήλθες στην γη, για να καλέσης αμαρτωλούς σε μετάνοια, δέξου και εμένα τον ταλαίπωρο μετανοούντα κατά το μέγα Σου έλεος".
Έτσι λοιπόν μέρα και νύκτα και ώρα δεόμενος, εμελέτησε να φύγη και να έλθη στο Αγιώνυμον Όρος, το κοινό λιμάνι της σωτηρίας, για να διορθώση το μεγάλο αμάρτημα της αρνήσεως. Πρωτύτερα έστειλε και τον υιό του εκεί, ο οποίος και ντύθηκε το Άγιο Σχήμα των μοναχών, το οποίο, όταν το έμαθε ο πατέρας του, τόσο πολύ χάρηκε, ώστε με όλη του την ψυχή και καρδιά επεχείρησε την φυγή του. Αφού λογάριασε τα κινητά και ακίνητα της περιουσίας του, αλλά εχάρισε σε πτωχούς υπέρ της ψυχικής του σωτηρίας και με μερικά, που πήρε μαζί του, ανεχώρησε με προθυμία για το Άγιον Όρος.
Εκεί βρήκε τον ενάρετο Πνευματικό π. Σάββα στο οποίο και εξομολογήθηκε όλες του τις αμαρτίες. Έπειτα ανεχώρησε από τον Πνευματικό και επήγε στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου παρέδωσε τον εαυτό του στον Πνευματικό Φιλόθεο, ενάρετο πατέρα της τότε εποχής, ο οποίος είχε την Καλύβη του κοντά στο Κυριακό, η οποία και μέχρι σήμερα τιμάται στο όνομα της Αναλήψεως του Χριστού. Σε αυτή την Καλύβη έμεινε και αφού διδάχθηκε κάθε τάξη της μοναχικής ζωής και τους κανόνες, έλαβε και από τον Γέροντα του Φιλόθεο το Αγγελικό Σχήμα και από Δέδες που λεγόνταν, μετωνομάσθηκε Νικόδημος μοναχός.
Από τότε, λοιπόν, επιτελούσε ο θείος αυτός Νικόδημος κάθε αρετή. Προσευχόταν συνέχεια, νήστευε και αγρυπνούσε, έχοντας και την μακαρία ταπέινωσι σαν τον Τελώνη, με την οποία αξιώθηκε και του ποθουμένου. Κοντά με τα άλλα είχε και την κατάνυξι, επειδή συνέχεια την πτώσι του ενθυμούμενος, θρηνούσε με πικρία. Τροφή και πιοτό ήταν ψωμί και νερό, από τα οποία πολύ λίγο εδοκίμαζε και με ένα λόγο όλες τις αρετές μετερχόμενος, ξερίζωσε όλες τις κακίες των παθών, διότι δεν ελυπήθη την σάρκα, ούτε κάποια άνεσι δίδοντας σ' αυτήν και την φιλαυτία δεν ασπάσθηκε, ούτε την κενοδοξία, πώς να μην αποκτήση τις αρετές ο τοιούτος; Διότι γι' αυτό ακριβώς εβασάνιζε τον εαυτό του με νηστείες και αγρυπνίες, με σκληραγωγίες και προσευχές, ώντας με σώμα σαν ασώματος, και αφού είχε υποτάξει όλα τα μέλη και όργανα της σάρκας και έκανε αυτά δούλα στο πνεύμα. Αυτά βλέποντες και οι εκεί αγωνισταί στο θείο αυτό Νικόδημο, εθαύμαζαν την θεϊκή σε αυτόν μεταβολή και αλλοίωσι, για την οποία έτυχε από το Θεό και της συγχωρήσεως, όπως θα φανερώση ο λόγος στη συνέχεια.
Σε αυτά τα θεάρεστα αγωνίσματα έκανε ο γενναίος πράγματι Νικόδημος τρία ολόκληρα χρόνια και αφού φάνηκε σταθερός, αναγνωρίστηκε ανώτερος από τις διαμονικές προσβολές και από όλους δεχόταν τον έπαινο. Κατόπιν αφού πρόσθεσε αρετές στις αρετές, τις διπλασίασε αυτές και πολλαπλασίασε τόσο, ώστε βλέποντας τον εαυτό του να είναι έτσι, δεν δίστασε αλλά εζήτησε από τον Θεό και από την αγιωτάτη Μητέρα του Θεού, όπου ορεγόταν η ψυχή του. Δηλαδή να καταξιωθή να διανύση την ζωή του με τέλος μαρτυρικό, για να ντροπιάση το διάβολο, που ένεκα της φιληδονίας του τον είχε υποσκελίση και το μεγάλο του αμάρτημα της αρνήσεως, με τα ίδια του αίματα, να ξεπλύνη και έτσι καθαρός στον Μόνο Θεό με παρρησία να μπορή να παρουσιασθή. Και αυτά μεν ο Όσιος προσευχόταν παρακαλώντας νύκτα και ημέρα, ο Θεός όμως, που εκπληρώνει το θέλημα των πιστών που τον φοβούνται και σέβονται και που απαντά στις δεήσεις τους και τους σώζει, σύμφωνα με τον Προφήτη Δαβίδ, δεν παρέβλεψε την δέησι του, αλλά άκουσε την δέησι του σαν Πολυεύσπλαχνος.
Δι' αυτό κάποια νύκτα που ο Νικόδημος ήταν προσευχόμενος και αγρυπνώντας από την μεγάλη κούρασι αποκοιμήθηκε. Ενώ λοιπόν κοιμόταν τον φαίνεται σε όνειρο η Παντάνασσα Θεοτόκος, η Οποία άστραπτε περισσότερο από τον ήλιο, να στέκεται στο μέσο δύο φωτεινών Αγγέλων και έχοντας στο δεξί της χέρι κάποιο ποτήρι ωραιότατο από κρύσταλλο, λέγει στον Νικόδημο, "γνωρίζεις άραγε ποια είμαι εγώ"; Ο δε Νικόδημος αφού έπεσε κάτω με πολύ φόβο και τρόμο προσκύνησε την Παρθενομήτορα λέγοντας: "Ναι, Δέσποινα, γνωρίζω ότι συ είσαι η Μητέρα του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, η προστασία και μεσίτρια του γένους μας". Εκείνη δε είπε προς αυτόν: "Να, έχει εισακουσθή η δέησις σου, διότι εγώ αφού παρακάλεσα τον Μονογενή Υιόν μου και Θεόν και αφού ανάγκασα Αυτόν, έχει συγχωρήσει όλες τις αμαρτίες σου. Γι΄ αυτό αγωνίζου στο εξής με θεάρεστη ζωή, για να επιτύχης και της αιωνίου μακαριότητος". Ο δε Νικόδημος αφού γέμισε από άπειρη χαρά, πάλι προσκύνησε την Θεοτόκο δεόμενος προς Αυτήν, για να δεχθή στον μονογενή Υιό Της, ώστε να καταξιωθή μαρτυρικού τέλους μέχρι αίματος, για να γίνη και μιμητής του αχράντου Του πάθους, προς διόρθωσι της αρνήσεως που προηγουμένως έγινε από αυτόν. Η δε Παντάνασσα Θεοτόκος απεκρίθη εις αυτόν: "Ας γίνη σε σένα όπως θέλεις". Έπειτα πάλι είπε εις αυτόν:"Πήγαινε, λοιπόν όπου αρνήθηκες κακώς προηγουμένως, να ομολογήσης εκεί καλώς και η χάρις του εξ εμού τεχθέντος να είναι μαζί σου. Μη λοιπόν δειλιάσης τα βάσανα των ασεβών, ούτε να διστάσης καθόλου, διότι η χάρις μου θα σε δυναμώση". Και αφού είπε αυτά προσέφερε εις αυτόν το ποτήρι λέγοντας: "Άνοιξε μου το στόμα και δέξου ποτήριο σωτηρίου και του μαρτυρίου εις όνομα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος". Ο δε γευσάμενος αυτό, αισθάνθηκε το πιοτό αυτό πιο δριμύ και από το ξύδι. Και πάλι η Θεοτόκος λέγεις σε αυτόν: "Το μεν ποτήρι του μαρτυρίου είναι δριμύ προς ώραν, αλλά γλυκειά είναι η αιώνιος απόλαυσις του Παραδείσου". Έπειτα ο θείος Νικόδημος αφού προσκύνησε την Θεομήτορα και ευχαριστών την μεγάλη Της ευεργεσία και το έλεος, έχαιρε πνευματικά, η δε Θεοτόκος ανέβηκε στους ουρανούς.
Μετά από αυτά, δεν εσταμάτησε η πηγή της ευσπλαχνίας Δέσποινα Θεοτόκος μέχρις εδώ μόνον, αλλά ακόμη και σε μεγαλύτερες θεωρίες τον Όσιο καταξίωσε. Ενώ κοιμόταν ακόμη ο μακάριος Νικόδημος, αρπάχτηκε σε οπτασία από Άγγελο Θεού, ο οποίος έδειξε σε αυτόν όλους τους βασανιζομένους στον Άδη, ξεχωριστά δε τον αρχηγό της πλάνης των Αγαρηνών, τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ, διότι βρισκόταν αυτός δεμένος με πύρινες αλυσίδες εις την φλόγα της κολάσεως, βασανιζόμενος φοβερά επίσης και όλο το πλήθος των ασεβών, οι οπαδοί δηλαδή αυτού και των λοιπών πρωταρχηγών κάθε ασεβείας και αιρέσεως, όλοι εκεί βασανιζόμενοι. Κατόπιν ωδηγήθηκε και στον Παράδεισο από τον ίδιο θείο Άγγελο, ο οποίος έδειξε σε αυτόν όλη την τερπνότητα και την δόξα αυτού και την εκεί χαρά και αγγαλίασι των δικαίων.
Αυτά αφού εθεώρησε αρκετά ο θείος Νικόδημος, εξύπνησε δοξάζοντας τον Θεό και την Πανάχραντον Αυτού Μητέρα και πότε θρηνούσε θερμά, συλλογιζόμενος την απώλειαν των ασεβών και αμαρτωλών, πότε χαιρόταν υπερβολικά για την δόξαν των δικαίων. Δι' αυτό έτρεξε προς τον πνευματικόν του πατέρα Φιλόθεον και εφανέρωσε σε εκείνον όλα όσα πιο πάνω διηγηθήκαμε. Ο δε ιερός εκείνος Πνευματικός Πατέρας, όταν άκουσε αυτά, είπε σε αυτόν: "Πρόσεξε καλά, παιδί μου και γνώρισε, ότι το μεν πνεύμα του ανθρώπου είναι πρόθυμον, αλλά η σάρκα ασθενής. Επειδή ο άνθρωπος βασανιζόμενος δεν πάσχει κατά το πνεύμα, αλλά μόνον κατά το σώμα. Δι' αυτό το μεν πνεύμα χαίρετε σε όλα τα πνευματικά και θεϊκά έργα, το δε σώμα προβλέποντας τις διάφορες κακουχίες, φοβάται και τρέμει και στρέφεται προς τα πίσω∙ Πλην πήγαινε με ειρήνη, παιδί μου, βάδιζε τον δρόμο της σωτηρίας σου, όπως σε έχει αποκαλύψει ο Κύριος και σε προσκαλεί στον δρόμο της σωτηρίας έτσι και συ ακολούθησε με προθυμία πίσω από Αυτόν∙ Διότι η πληροφορία σου δεν έγινε από τους ανθρώπους, για να διστάζης, αλλά από το Θεό, διά της Μητρός Αυτού Παρθένου, για να απομακρύνη από σένα κάθε δισταγμό και φόβο. Πήγαινε λοιπόν κατά το θεϊκό πρόσταγμα, διότι αυτός ο Θεός θα σε διατηρήση ανώτερον από όλους τους εχθρούς, ορατούς και αοράτους". Αφού είπε αυτά ο Γέροντας στο δικό του τέκνο Νικόδημο και αφού έκανε κοινή προσευχή με όλους τους πατέρας και αδελφούς στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, τον έστειλε με ειρήνη.
Εκκίνησε λοιπόν ο θείος Νικόδημος προς τον δρόμο του μαρτυρίου, εφοδιασμένος πρώτον από τις θεϊκές αποκαλύψεις, δεύτερον από τις ευχές το Γέροντος του και των λοιπών Πατέρων στης Σκήτεως, θέλησε δε να λάβη και τις ευλογίες του μεγάλου ασκητικού Πατρός αγίου Ακακίου, που ζούσε τότε στην Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Διότι η συμβουλή των μεγάλων τέτοιων Αγίων, λεγομένη και μαρτυρουμένη με ζωντανή φωνή, είναι πιο ασφαλέστερη από τις οπτασίες και όλων εκείνων των αδελφών που δεν έχουν μαρτυρημένη αγιότητα. Οι οπτασίες μερικές φορές γίνονται και σφαλερές, αν και ο λόγος δεν αφορά στις θείες οπτασίες του οσίου Νικοδήμου. Αφού επήγε ο θείος Νικόδημος στον Όσιο Ακάκιο, έπεσε στα πόδια του και θρηνούσε ώρα αρκετή. Ο άγιος όμως Ακάκιος τον πήρε από το χέρι και αφού τον κάλεσε με το όνομα του, που ποτέ δεν είδε, τον εσήκωσε και ενεθάρρυνε και τον ωμίλησε τα αρμόζοντα για την σωτηρία του. Έπειτα τον άφησε εκεί ο Όσιος και απομακρύνθηκε λίγο και προσευχήθηκε νοερά γι' αυτόν. Μερικοί δε τότε που βρέθηκαν εκεί, είδαν φως σε είδος λαμπρού αστεριού, το οποίο αφού κατέβηκε ήλθε προς τον Όσιον αυτόν Ακάκιον που προσευχόταν. Και αφού έγινε αυτό, το μεν άστρο εκείνο έγινε άφαντο, το δε πρόσωπο του Οσίου έλαμψε σαν ήλιος.
Μετά γύρισε πίσω, πλησίασε στον Νικόδημο και τον είπε κάποιο λόγο μυστικό και ενώ τον ωμιλούσε αμέσως η μεν λάμψις του προσώπου του έφυγε από τον Όσιο, κατάνυξις δε μεγάλη εισήλθε στην καρδιά του Νικοδήμου, από την οποία κατάνυξι εποτίστηκε και αφού από θεϊκό ζήλο εμέθυσε, εφώναξε μεγαλόφωνα, σημείο αυτό του υπερβολικού θείου έρωτα, διότι, αφού έπήγε κάτω από το σπήλαιο, έκλαυσε εκφώνως μεγάλο κοπετό και γοερό. Έπειτα επήγε πάλι στον Όσιο, ζητώντας την ευλογία και άδεια δια να απέλθη στον δρόμο του μαρτυρίου. Ο δε Όσιος αφού του ευχήθηκε, του έδωσε έπειτα κάποιο ραβδί στα χέρια του, λέγοντας του:"Πήγαινε, παιδί μου, μαζί με αυτό μπρός στους απίστους κριτές και με την δύναμι και χάρι του Χριστού θέλεις τελειώσει τον μαρτυρικόν σου αγώνα".
Λαβών λοιπόν ο θείος Νικόδημος το ραβδί εκείνο σαν από το χέρι του Κυρίου και με τις ευχές του Οσίου Ακακίου ασφαλισθείς, όλος έγινε αιχμάλωτος του μαρτυρίου και ετοιμαζόταν για τη οδοιπορία. Επειδή όμως ήταν αδύνατος από τις μεγάλες του νηστείες για να περπατήση τόσο διάστημα δρόμου, ζήτησε άδεια από τον Όσιο να φάγη κάτι για να μπορέσει να περπατή. Ο Όσιος όμως Ακάκιος είπε σε αυτόν:"Τώρα περισσότερο αδελφέ, έχεις ανάγκη να νηστεύης, διότι μέλλεις να αγωνισθής τον τελευταίον αγώνα υπέρ Χριστού του Θεού. Δι' αυτό όσο υπάρχει σου η δύναμις αυτή της νηστείας, τόσο περπάτα, και ο Δεσπότης μας που είπε: «ούκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' εν παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού» (Ματθ. δ' 4). Αυτός θα σε ενδυναμώση να πας χωρίς κόπο όλο τον δρόμο σου". Απαντώντας δε ο Νικόδημος λέγει στον Γέροντα: "Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με τις θείες σου ευχές, άγιε Πάτερ, να κάνη το έλεός Του σε εμένα και να με καταξιώση της καλής Του ομολογίας, πλην δειλών τις πανουργίες του διαβόλου". Λέγει σε αυτόν ο Όσιος: "Να έχης θάρρος αδελφέ και μη φοβηθής τον ανίσχυρο δαίμονα, να φοβείσαι μόνον τον Θεό, να τηρής τις εντολές Του και προς Αυτόν να επιρρίψης τις ελπίδες σου". Και όταν άκουσε αυτά τα τελευταία ο θείος Νικόδημος από το στόμα του Αγίου Ακακίου, έκλαυσε αρκετά, μετά, αφού πήρε από το χέρι του το ραβδί μαζί με την ευχή και αφού ασπάστηκε αυτού το χέρι και το ραβδί, ανεχώρησε χαρούμενος.
Κατά αυτόν τον τρόπο νηστεύοντας και εγκρατευόμενος ο θείος Νικόδημος όσον μπορούσε, καθόλου δεν ατόνισε, αλλά περισσότερο ενδυναμώθηκε με την θεία χάρι του Χριστού, επήγε χωρίς κόπο μέχρι την πατρίδα του. Αλλά κι ο Σωτήρ μας φάνηκε στο δρόμο ενισχύοντας και στηρίζοντας αυτόν. Διότι έδειξε σε αυτόν τα μέλλοντα, δηλαδή εφανέρωσε σε αυτόν τα όσα έμελλε να πάθη και που, ακόμη δε και αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου του και ότι πρέπει να τελειωθή δια ξίφους. Και ο μεν Κύριος ανέβηκε στους ουρανούς, ο δε θείος Νικόδημος αφού ενδυναμώθηκε πάρα πολύ, δια το τόσο μεγαλείο, που αξιώθηκε από τον Θεό, με χαρά εβάδιζε τον δρόμο προς το μαρτύριο.
Φθάνοντας λοιπόν στην πόλι του Βερατίου, στην οποία προεξώμοσε, έγινε γνωστός σε πολλούς. Πηγαίνοντας όμως στο εργαστήριο του ανάμεσα από τους εκεί ευρισκομένους και τους συντεχνίτας του, μετά των οποίων κάποτε εργαζόταν, πιο πολύ έγινε γνωστός σε όλους και όλοι για αυτόν μιλούσαν. Για τον λόγον αυτόν βλέποντας του και οι εκεί Αγαρηνοί, άρχισαν να λένε μεταξύ τους: "Δεν είναι αυτός εκείνος που αρνήθηκε το Χριστό προ καιρού σε αυτήν την πόλι; Πως πάλι φρονώντας τα των Χριστιανών, ήλθε προς εμάς, και είναι μαζί μας και φανερός σε όλους παρουσιάζεται"; Και ενώ αυτά έλεγαν οι Αγαρηνοί και το Όσιον δακτυλοδεικτούσαν, λέγει σε αυτούς ο Όσιος:"Για εμένα τα λόγια αυτά λέτε ή για κάποιον άλλον"; Εκείνοι δε είπαν "για σένα αυτά λέμε και όχι για κάποιον άλλον, εάν πράγματι συ είσαι, εκείνος που δέχτηκες την θρησκεία μας". Προς αυτά ο Όσιος αποκρίθηκε:"Εγώ είμαι βέβαια και όχι άλλος, εκείνος που πλανήθηκα από εσάς ανοήτως, αλλά από τώρα, μη γένοιτο να με θεωρείτε του Χριστού αρνητή, ούτε λατρευτή της μιαράς των Αγαρηνών θρησκείας διότι μέσα στον Χριστό ζω και θα ζήσω και με Αυτόν και υπέρ Αυτού θα πεθάνω από ευγνωμοσύνη και γι' αυτό ήδη ευρίσκομαι εμπρός σας".
Όταν άκουσαν εκείνοι αυτά και μη υποφέροντας το θάρρος του, σηκώθηκαν αμέσως και αφήνοντας τα εργαστήριά τους, έκαμαν συνωμοσία αναμεταξύ τους εναντίον του Οσίου, όπως αυτόν τον παιδεύσουν καθώς τον πρέπει. Γι' αυτό έτρεξαν όλοι μαζί, κατά την συνήθεια τους και έσυραν αυτόν βίαια στο βήμα του Ηγεμόνα. Ο δε Άγιος επήγαινε αγαλλόμενος, διότι έμελλε να πάθη υπέρ του Χριστού, γι' αυτό και είχε φαιδρό το πρόσωπο του. Αφού παραστάθηκε λοιπόν ο θείος Νικόδημος στο παράνομο δικαστήριο του Ηγεμόνα, αυτούς είχε και ενάγοντας, αυτούς και μάρτυρας, αυτούς και κριτάς, σύμφωνα με την ασεβέστατη συνήθεια των Αγαρηνών.
Ο παράνομος όμως Ηγεμόνας, βλέποντας τον Μάρτυρα και αφού άκουσε τα εναντίον του, του λέγει: "Γιατί το έκανες αυτό; Απέβαλες, όπως ακούω το δικό μας σέβας, το οποίο παρέλαβες ερχόμενος προς εμάς με τη θέλησί σου και ήδη προσήλθες πάλιν στον Χριστόν, τον οποίο αρνήθηκες εδώ πριν από λίγο καιρό"; Προς αυτά ο Άγιος ανταπάντησε: "Απατήθηκα σαν ανόητος κατά πρώτον από συνεργεία του διαβόλου, απατήθηκα σαν ανόητος από τα απατηλά και βλεσυρά σας λόγια και έτσι σαν από κάποια μέθη προσήλθα στην πλάνη των ψευδοπροφητών σας. Αλλ' όμως σε αίσθησι ελθών κατόπιν, τα μεν ιδικά σας σαν ψεύτικα, παραβλέπων και περιφρονήσας, απορρίπτω και αποστρέφομαι σαν από ακαθαρσιών, εις τον δε αληθινόν και μόνον ζώντα Θεόν Ιησού Χριστόν, ολόψυχα πιστεύω και ομολογώ, και γι' Αυτον με προθυμία αποθνήσκω".
Ο δε Ηγεμόνας, αφού άκουσε από τον Μάρτυρα Θεόν τον Χριστόν κηρυττόμενον, αποκρίθηκε: "Πως συ τον Χριστόν ενώ είναι άνθρωπος, ομολογείς και κηρύττεις Θεόν;" Είπε εις αυτόν ο Άγιος:"Υιόν Θεού και Θεόν, τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον πλην της αμαρτίας, ομολογώ τον Χριστό, κτίστην και δημιουργόν του παντός και κριτήν ζώντων και νεκρών με παρρησία κηρύττω Αυτόν". Ο Ηγεμόνας πάλι είπε: "Ο τιμώμενος από εμάς Προφήτης τι άρα είναι"; Ο Άγιος με θάρρος απάντησε:"Πλάνος ήταν, απατεώνας και δεύτερος από τον διάβολον, αυτόν πρόδρομον του Αντιχρίστου ομολογώ και ψευδοπροφήτην κηρύττω. Αυτός μεν ευρισκόμενος δεμένος με πύρινες αλυσίδες και στην φλόγα της κολάσεως δεινώς βασανιζόμενος, μαζί με τους ακολούθους του στεκόμενος, θρηνεί και οδύρεται την απώλειά του. Εσείς δε σαν ανόητοι και πλανεμένοι τον σέβεσθε και τιμάτε, εκείνον που έζησε με το τόξο, το μαχαίρι και κάθε κακία και ήδη στη φλόγα του Άδου αθάνατα πυρπολούμενον, καθώς Κύριος ο Θεός μου Ιησούς Χριστός με εφανέρωσε γι' αυτόν και όλον το πλανεμένο γένος σας των αθέων Αγαρηνών".
Αφού είπε αυτά ο Άγιος, αμέσως όλοι όσοι ευρέθηκαν εκεί εγέμισαν από θυμό και τρίζοντας εναντίον του τα δόντια τους, τον εχαστούκιζαν και εμαστίγωναν, παρακινούμενοι ο ένας από τον άλλον το να κακοποιήσουν τον Μάρτυρα περισσότερον. Έπειτα αφού έβγαλαν αυτόν από το Παλάτι με οργή και θυμό, κατεκρήμνισαν αυτόν από το ύψος στα κάτω, ο οποίος όχι μόνον δεν έπαθε κανένα κακόν, αλλά έπεσε έτσι, ώστε βρέθηκε να στέκεται όρθιος στα πόδια του.
Αυτό το θαυμάσιο όλοι θεωρήσαντες δεν συνήλθαν οι ασύνετοι, αλλά αμέσως τον συνέλαβαν πάλι και αφού τον ετέντωσαν αρκετά τον εμάστιζαν με σκληρά ραβδιά, όπως επρόσταζε ο ασεβής, οι δε υπηρέτες του διαβόλου άρχισαν να ραβδίζουν με σκληρότητα και επίμονα όσο μπορούσαν. Και αυτά μεν εκείνοι έκαμναν, ο δε Άγιος σαν Μάρτυρας του Χριστού δεχόταν τις πληγές με γενναιότητα και με σιωπή, ώστε φαινόνταν σε όσους τον έβλεπαν ότι δεν ήταν αυτός που έπασχε άλλα άλλος. Γι' αυτό με γενναίο και απτόητο φρόνημα νουθετούσε τον εαυτό του και στον αγώνα για τον Χριστό έδιδε θάρρος, ευχόμενος μυστικά και υποψιθυρίζοντας τα εξής έλεγε:
"Επίβλεψε, Κύριε, εξ' αγίου κατοικητηρίου Σου και δος μου μετά παρρησίας να λαλώ τον λόγον Σου και ενίσχυσε με εις το να υπομείνω τα βασάνους και θλίψεις του μαρτυρίου και κατευόδωσέ με εις τέλος της καλής ομολογίας Σου". Έπειτα γύρισε προς αυτούς που τον τιμωρούσαν και τα εξής τους έλεγε: "Κτυπάτε κατά του σώματος με όση δύναμι έχετε, διότι με αυτόν τον τρόπο γρήγορα θέλετε με στερήσει της ζωής αυτής και έτσι θέλει με αξιώσει Χριστός ο μόνος Θεός της αιωνίου και μακαρίας ζωής∙ Διότι αυτού του Χριστού δούλος είναι εγώ∙ Αυτού οπαδός και ομολογητής και δι' Αυτόν θα πεθάνω και με Αυτόν θα ζήσω". Ενώ λοιπόν λέγονταν αυτά οργίσθηκαν οι άθεοι και επεχείρησαν γρήγορα να τον μετακινήσουν από κοντά τους. Δι΄ αυτό τον έπιασαν από τις τρίχες της κεφαλής και τα γένεια, ραβδίζοντες αυτόν και κτυπώντας αυτού το πρόσωπο και όλο το σώμα έκλεισαν στην φυλακή.
Την επόμενη ημέρα, έβγαλαν τον Μάρτυρα από την φυλακή και τον παρουσίασαν στο κριτήριο. Και σαν τον βρήκαν στερεόν όπως και προτύτερα και λέγοντα πάλιν τα ίδια, κατεδίκασε αυτόν ο τύραννος σε ραβδισμούς και κατόπιν οι μεν δήμιοι, αφού έρριψαν κάτω τον Μάρτυρα, ράβδιζαν αυτόν με όση δύναμι είχαν∙ Ο δε Μάρτυρας εσήκωσε τον νου και τα μάτια στον ουρανό, έτσι πεσμένος και υπέψαλλε: "Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες" κ.τ.λ. Και από με τον σώμα του Μάρτυρος καταξεσχιθέν όλο από τις μαστιγώσεις, έτρεχε το αίμα άφθονο, το δε έδαφος της γης έγινε κόκκινο από το αίμα. Βλέποντες λοιπόν οι εχθροί, ότι με γενναιότητα ο Άγιος υπέμενε τα βασανιστήρια και ότι ενικήθησαν από αυτόν και μη υποφέροντες την καταισχύνη αυτήν, τον έκλεισαν πάλιν στην φυλακή κακουχούμενο σκληρά.
Τήν τελευταία δε ημέρα έβγαλαν πάλι τον Άγιον από την φυλακή, τον οποίον σαν τον εξέτασαν και τον βρήκαν σταθερόν όπως ήταν στην αρχή, τον κατεδίκασαν στον δια ξίφους θάνατον. Τότε ο μεν Άγιος έχαιρε ευφραινόμενος, οι δε δήμιοι έσυραν τον Μάρτυρα με βία και θυμό βαδίζοντες προς τον τόπο της καταδίκης, που είχαν διαταχθή. Σύροντες δε τον άγιον Μάρτυρα εις θάνατον, τι δεν έλεγαν και τι δεν έκαμναν εναντίον του. Τον κτυπούσαν, τον εξύβριζαν, τον ερράπιζαν και κάθε ένας από αυτούς ότι και αν ήθελε κακό έκαμνε στο Μάρτυρα μέχρις, ότου έφθασαν στον τόπο της καταδίκης. Όταν έφθασαν εκεί, έκαμαν νεύμα οι πρώτοι τους σε έναν από τους δήμιους να αποκεφαλίση τον Μάρτυρα∙ Εκείνος δε αφού πλησίασε στον Μάρτυρα και απέσπασε την μαχαίρα του, απέκοψε την αγία κεφαλή του Μάρτυρος την 11η του μηνός Ιουλίου του έτους 1722.
Και το μεν σώμα του Οσιομάρτυρος Νικοδήμου έπεσε ύπτιο στην γη, Άγγελοι δε από τον ουρανό κατελθόντες και παραλαβόντες την αγία του ψυχή, με αγαλλίαση και πολλή ευφροσύνη, ωδήγησαν αυτήν στους ουρανούς, όπως και τις ψυχές των πριν από αυτόν Μαρτύρων. Και πως δεν ήθελαν να χαρούν οι άγιοι Άγγελοι σε τέτοια υπηρεσία; Διότι εκείνοι που χαίρονται για την μετάνοια ενός αμαρτωλού, όπως ο ίδιος ο Κύριος λέγει εις τα Ευαγγέλια, πως δεν ήθελαν να χαρούν δια αυτόν που υπέρ Χριστού μαρτυρικά έπαθε και απέθανε; Βέβαια αληθινά ευφράνθησαν και τον ενισχύσαντα τον Μάρτυρα Χριστόν τον Θεόν ύμνησαν και εδόξασαν υπερβολικά. Επίσης και το πλήθος των Χριστιανών που παρευρέθηκε εκεί, οι οποίοι αφού έδωσαν αργύρια ικανά στον Ηγεμόνα, παρέλαβαν το πολυμακάριστον του Μάρτυρος Νικοδήμου Λείψανον και ψάλλοντες, έφεραν αυτό και κατέθεσαν σε λάρνακα και ενταφίασαν στον άγιον εκεί Ναόν της Θεομήτορος.
Το άγιον του Οσιομάρτυρος Νικοδήμου Λείψανον, τηρείται από τον Θεόν σώον και ακέραιον, εκτελεί πάντοτε διάφορα θαύματα στους προσερχομένους, σ' αυτό με πίστι, δι' αυτό και την μνήμη του Αγίου κάθε χρόνο εορτάζουν πανηγυρίζοντες.
Αυτός, αγαπητοί, είναι ο ασκητικός βίος και ο αθλητικός αγώνας του νέου αυτού αγίου Οσιομάρτυρος Νικοδήμου. Έτσι αγωνίστηκε και έτσι ετελείωσε τον δρόμο του μαρτυρίου. Άρχισε με προθυμία τους αγώνας και ο Θεός βλέποντας την καλή του προαίρεσι, ανεπλήρωσε τα ελλείποντα, όσα δηλαδή δεν μπορεί να κάνη κάποιος με μόνη την ανθρώπινη δύναμι. Μήπως λοιπόν και εμείς, δεν έχομε χρέος να τιμάμε αυτόν με ξεχωριστόν τρόπον όπως και οι εκεί πατριώτες του Αγίου και οικείοι;
Βέβαια το ίδιο χρέος και ακόμη περισσότερον, διότι εκεί μεν γεννήθηκε σωματικά, εδώ όμως αναγεννήθηκε πνευματικά. Εκεί ανατράφηκε κατά το σώμα, και εδώ (εννοεί την Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης του Αγίου Όρους) αυξήθηκε κατά το πνεύμα∙ Εκεί υπέμεινε τους μαρτυρικούς αγώνες και εδώ τους ασκητικούς. Η πόλις του Βερατίου εντρυφά και χαίρεται στους μαρτυρικούς του αγώνες και το τέλος και η ιδική μας Σκήτη κατατρυφά επίσης για τους ασκητικούς του αγώνας. Χωρίς βέβαια των ασκητικών προτύτερα αγώνων, ίσως δεν θα ήταν δυνατόν να τελειώση το μαρτύριον. Πράγματι εδώ προετοίμασε, εθεμελίωσε και εστερέωσε όλο το σπίτι και εκεί αυτό εχρωμάτισε. Ευφρανθείτε όλοι οι αδελφοί αυτής, διότι έχομεν αυτόν πρέσβυ προς τον Θεόν και στην τωρινή και την μέλλουσα ζωή. Μάλιστα αληθινά έχομεν Αυτόν πρέσβυν, εάν τον σεβόμεθα και την εορτή του θεάρεστα επιτελούμε. Αληθινά εμείς σήμερα απομακρυνθήκαμε πολύ από της αρετής το προαύλιο. Δια να μη, λοιπόν, απομακρυνθούμε περισσότερο και χειροτερεύσουμε οφείλουμε να εκκλησιαζώμεθα, να έχωμε χρηστοήθεια ομόνοια, ταπεινό φρόνημα, και τις Ευαγγελικές αρετές, για να έχωμε καλή ελπίδα σωτηρία μας... Να αποφύγωμε, αδελφοί, τα κακά και να επιτελούμε τα καλά, διά να έχωμε παρρησία προς τον Θεόν και προς τον Άγιον νέον Οσιομάρτυρα Νικόδημον, ο οποίος πρεσβεύει για εμάς στον Χριστόν και Θεό μας, στον Οποίον ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Η  μνήμη  του  τιμάται  την  11η  Ιουλίου.

Πηγή: Ἐκδόσεις  Ορθοδόξου  Κυψέλης.

Σημείωσις εκδότου (Στυλ.  Κεμετζετζίδη): Κατά την πρόσφατη επίσκεψι μας, 4 Απριλίου 1998, στο χωριό του Οσιομάρτυρος Νικοδήμου Βυτσκούτς της περιοχής Κορυτσάς, ο σεβαστός Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος πατήρ Ιωάννης μας ανέφερε το εξής ιστορικό γεγονός που αξίζει να μνημονεύσουμε.
Λόγω των σκληρών δοκιμασιών των Ορθοδόξων από τους Μουσουλμάνους, είχαν έλθη στην πόλι του Βερατίου Προύχοντες από χωριά για να δηλώσουν ότι γίνονται μουσουλμάνοι, για να έχουν υλικά προνόμια. Και συνέπεσε να βρεθούν τότε και να πληροφορηθούν την θαυμαστή διάσωσι του βασανιζομένου Οσιομάρτυρος Νικοδήμου, τον οποίον εκρήμνισαν από ύψος 60 μέτρων και στάθηκε όρθιος και αβλαβής. Και αντί να αρνηθούν το Χριστόν, όπως είχαν σκεφθεί, είπαν, "μία πίστις που έχει τέτοια θαύματα είναι αληθινή, γι' αυτό και εμείς δεν αλλαξοπιστούμε και μένουμε πιστοί στην αγία πίστι των πατέρων μας", και γύρισαν πίσω στα χωριά τους, στερεωμένοι στην Ορθόδοξο πίστι.
Στην Καλύβη της Αναλήψεως στην Αγία Άννα, που ασκήθηκε ο Άγιος, ευρίσκεται και μέρος του αγίου Λειψάνου του Οσιομάρτυρα Νικοδήμου, ως και το χειρόγραφον της βιογραφίας Του. Η βιογραφία του Οσιομάρτυρος Νικοδήμου εκδίδεται με την συνδρομή του δούλου του Θεού Αλεξάνδρου από το εξωτερικόν και των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη».





ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΑΧΜΕΤ  Ο  ΚΑΛΦΑΣ  (+ 1682)

Πάντων μεγίστη πίστις Ιησού πέλει,
Αχμέδ βοήσας πάμμεγα στέφος δέχη.

Ήταν  γραφέας  του  Δευτερδάρη, Τούρκος  στην  καταγωγή  και  Μουσουλμάνος  στο  θρήσκευμα. Έζησε  και  μαρτύρησε  στην  ΚΠολη  και  το  μαρτυριό  του  κατέγραψε  άγνωστος  συγγραφέας.  Το  συμπεριέλαβε  στο  Νέο  Μαρτυρολόγιο  ο  άγ. Νικόδημος  ο  Αγιορείτης, απ'  όπου καταχωρείται  διασκευασμένο. 
Η  μνήμη  του  τιμάται  τήν 3η Μαΐου.

Πηγή: "Συναξαριστής Νεομαρτύρων" Εκδόσεων  Ορθοδόξου  Κυψέλης, απόδοσις  από  τον  Φιλόλογο Γεώργιο Τέζα. Από  την  Ιστοσελίδα  της  Ιεράς  Μονής  Παντοκράτορος  Μελισσοχωρίου.



Αυτός έχοντας μια Ρωσσίδα σκλάβα είχε σχέσεις μαζί της, την άφηνε όμως να πηγαίνει στην Εκκλησία των Χριστιανών στις επίσημες μέρες. Επειδή όμως, όταν εκείνη επέστρεφε από την Εκκλησία, αυτός αισθανόταν μια άρρητη ευωδιά να βγαίνει από το στόμα της, την ρώτησε τι τρώει και μυρίζει έτσι. Εκείνη του είπε, ότι τρώει αντίδωρο και πίνει αγιασμό. Αφού τα άκουσε αυτά, προσκαλεί έναν εφημέριο της Μεγάλης Εκκλησίας και του λέει να ετοιμάσει μέρος να πάει αυτός, όταν λειτουργούσε ο Πατριάρχης. Και αφού έγινε αυτό, έβλεπε - ώ του θαύματος! - όταν ευλογούσε ο Πατριάρχης τον λαό και έβγαιναν από τα δάκτυλά του ακτίνες και έπεφταν πάνω στα κεφάλια όλων των Χριστιανών, όχι όμως στο δικό του. Μόλις είδε αυτό το θαυμαστό, φωνάζει τον Ιερέα και βαπτίζεται Χριστιανός, και ήταν κρυφά Χριστιανός για αρκετό καιρό. Όταν όμως σε μία συγκέντρωση συζητούσαν οι ευγενείς ποιός άραγε να έχει τη μεγαλύτερη δύναμη και ρώτησαν και αυτόν, αυτός φώναξε όσο μπορούσε, "την πιο μεγάλη δύναμη από όλα έχει η πίστη των Χριστιανών"∙ Και ομολόγησε τον εαυτό του Χριστιανό και αφού κήρυξε με θάρρος όλο το Μυστήριο της Ενσάρκου Οικονομίας του Χριστού, δέχτηκε το μακάριο τέλος του μαρτυρίου.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΚΥΡΑΝΝΑ  ΤΗΣ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  (+ 1751)

Η Αγία Κυράννα γεννήθηκε στην Αβυσσώκα της Θεσσαλονίκης, σημερινή Όσσα της επαρχίας Λαγκαδά. Η ομορφιά της ψυχής της συμβάδιζε με την εξωτερική της ωραιότητα, αφού ήταν προικισμένη με τις αρετές της σεμνότητας και της σωφροσύνης. Έτσι περνούσε τη ζωή της κοντά στους γονείς της. Ο μισόκαλος όμως διάβολος τη φθόνησε για την αγνότητα της και αφού δεν μπόρεσε με πονηρούς λογισμούς και αμαρτωλές σκέψεις να την παρασύρει στο κακό και να την μεταβάλει σε όργανό του, βρήκε άλλο τρόπο να ταράξει την ευτυχία των δικών της και τη γαλήνη της νεανικής και πεντακάθαρης ψυχής της.
Ένας Τούρκος, λοιπόν, Γενίτσαρος, που ήταν Σούμπασης, δηλαδή διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος και εισπράκτορας των φόρων από τα εισοδήματα, ερωτεύθηκε την Κυράννα και προσπαθούσε να την κατακτήσει με διάφορες κολακείες. Η Κυράννα με κανένα τρόπο δε δεχόταν τις κολακείες του Τούρκου και τις μεγάλες του υποσχέσεις για λίρες και φορέματα. Ούτε όμως και τις φοβέρες του, ότι θα την βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα την θανάτωνε αν δε δεχόταν το σκοπό του.
Η επιμονή του Γενίτσαρου δεν μπόρεσε να μεταβάλει το Χριστιανικό της φρόνημα. Έτσι απογοητευμένος ο Γενίτσαρος μαζί με άλλους Γενίτσαρους, αρπάζουν την Αγία και την οδηγούν στη Θεσσαλονίκη. Την φέρνουν μπροστά στον Κριτή με την ψευδή κατηγορία, ότι δήθεν στην αρχή δέχθηκε να τον παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει, αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη. Οι γονείς της την ακολούθησαν μέχρι τη Θεσσαλονίκη.
Οι Τούρκοι άρχισαν την ίδια τακτική, στην αρχή κολακείες, και μετά την αγριότητα. Η Κυράννα άφοβη, ατάραχη μπροστά στους βιαστές της θέλησής της δε μιλούσε. Είπε μόνο τα λόγια: «Εγώ είμαι Χριστιανή και έχω Νυμφίο τον Κύριό μου Ιησού Χριστό,  στον Οποίο προσφέρω ως προίκα την παρθενία μου και Αυτόν επόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου και για την αγάπη του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, για να αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε λοιπόν την απάντησή μου και πλέον άλλον λόγο μη περιμένετε να σας πω».
Ύστερα από την απάντηση έσκυψε η Κυράννα με πολλή σεμνότητα το κεφάλι της, σιώπησε και προσευχόταν νοερά στον Κύριο να την ενδυναμώσει μέχρι το τέλος του μαρτυρίου.
Οι Τούρκοι όταν είδαν την πίστη της στο Χριστό ντροπιάστηκαν και την έρριξαν στη φυλακή. Ο Σούμπασης, έλαβε άδεια από τον Μπέη του κάστρου της Θεσσαλονίκης, τον Αλή Εφέντη να μπαίνει στη φυλακή όποτε θέλει. Έμπαινε τακτικά με άλλους γενίτσαρους και την βασάνιζαν. Άλλος την κλωτσούσε, άλλος τη χτυπούσε με ξύλο ή με μαχαίρι και άλλος με γροθιές μέχρι να λιποθυμήσει. Το βράδυ ο δεσμοφύλακας την κρεμούσε από τις μασχάλες με αλυσίδες και την έδερνε με ό,τι έβρισκε και την άφηνε κρεμασμένη μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο.
Ένας Χριστιανός φύλακας τον πλησίαζε μόλις περνούσε ο θυμός του και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια να ξεκρεμάσει την Αγία. Εδώ σημειώνει ο συγγραφέας του μαρτυρίου της τα εξής: «Η Αγία είχε τόσην υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, όπου σου εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη και όλος ο νους της και η προσοχή της, ευρίσκετο εις τους Ουρανούς και εις τον Χριστόν».
Στην ίδια φυλακή ήταν φυλακισμένοι και άλλοι Χριστιανοί, Εβραίοι και μερικές Τουρκάλες που έλεγχαν το δεσμοφύλακα ως άσπλαχνο και μη φοβούμενο τον Θεό, γιατί τυραννούσε σκληρά μια γυναίκα που δεν έσφαλε σε τίποτε. Αυτός όμως αντιθέτως γινόταν όλο και πιο σκληρός. Τα φρικτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν επί μία εβδομάδα. Την έβδομη ημέρα κορυφώθηκαν τα βασανιστήρια. Ο δεσμοφύλακας οργισμένος άρπαξε την Αγία, την κρέμασε και άρχισε να την χτυπάει αλύπητα με μια μεγάλη ξύλινη σχίζα, οι Τουρκάλες φώναζαν, οι φυλακισμένοι όλοι τον μάλωναν δυνατά και ο δεσμοφύλακας έπεσε κάτω μπρούμυτα και άρχισε να κλαίει. Εκείνη τη στιγμή η Αγία άφηνε την τελευταία της πνοή και η ψυχή της πετούσε για να ενωθεί με το Χριστό που τόσο ποθούσε και για Χάρη Του μαρτύρησε. Στις 4 με 5 η ώρα το πρωί ένα μεγάλο φως έλαμψε ξαφνικά στη φυλακή, που κατέβηκε σαν αστραπή από τη σκεπή της. Το φως αυτό περιέλουσε το σώμα της Μάρτυρος και φωτίστηκε όλη η φυλακή. Οι φυλακισμένοι Χριστιανοί φώναζαν το «Κύριε ελέησον» οι Εβραίοι πέσανε μπρούμυτα και οι Τουρκάλες φώναζαν, «αχ, αχ, το κρίμα της φτωχής Ρωμαίας μας έφθασε και έπεσε σαν αστραπή να μας κάψη». Ο δεσμοφύλακας από το φόβο του άρχισε να τρέμει και είπε στον φύλακα Χριστιανό να κατεβάσει την κρεμασμένη Κυράννα. Ο φύλακας βρήκε την Αγία Κυράννα τελειωμένη.
Το φως σιγά-σιγά υποχώρησε, μια άρρητη όμως ευωδία έμεινε για πολλή ώρα σε όλη τη φυλακή. Ο φύλακας άνοιξε με τα κλειδιά τα σίδερα, έλυσε τα χέρια της Αγίας, σκέπασε με σεβασμό το Άγιο Λείψανο, άναψε τα φώτα, θύμιασε και κάθησε κοντά της, ώσπου να ξημερώσει. Δόξασε το Θεό που τον αξίωσε να δει τέτοια θαυμαστά πράγματα, αλλά και να πιάσει και να περιποιηθεί μαρτυρικό Λείψανο.
Το πρωί διαδόθηκε σε όλη τη Θεσσαλονίκη η φήμη της τελείωσης της Αγίας και η έλλαμψη του Αγίου Φωτός. Οι Τούρκοι ντροπιασμένοι σιωπούσαν, έδωσαν την άδεια στους Χριστιανούς να πάρουν το Λείψανο της Αγίας και οι Χριστιανοί ένιωθαν χαρά και ευφροσύνη για τα θαυμάσια του Αληθινού και Ζωντανού Θεού μας. Την έθαψαν έξω από τη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου ενταφίαζαν και τους άλλους Ορθοδόξους Χριστιανούς και τα φορέματά της τα μοίρασαν για ευλογία στους πιστούς.
Η  μνήμη  της  τμάται  την 28η Φεβρουαρίου.

Πηγή: Ιστοσελίδα  Ιεράς  Μονής  Παντοκράτορος  Μελισσοχωρίου. 






















ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΑΡΓΥΡΗ  ΤΗΣ  ΚΠΟΛΕΩΣ (+ 1721)
 
Η αγία Αργυρή γεννήθηκε στην Προύσσα της Μ. Ασίας το έτος 1688, από ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και την Σωσάνη. Ήταν σεμνή και προικισμένη με εξαιρετικές χάρες, όπως την Πίστη, τη Φρόνηση, την Υπομονή και την Ταπεινοφροσύνη.
Κάποιος πλούσιος Τούρκος που ζούσε κοντά στο σπίτι της, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και της ζητούσε να αρνηθεί την πίστη της και να γίνει γυναίκα του. Η Αργυρή όμως απέρριψε την πρότασή του με ψυχρότητα και περιφρόνηση, αλλά  αυτός επέμενε και ενοχλούσε τους γονείς της και τους απειλούσε, ότι θα χάσουν τη ζωή της κόρης τους αν δεν του τη δώσουν.
Τότε οι ευλογημένοι γονείς αναγκάζονται να την παντρέψουν 17 χρονών, με ένα παλληκάρι, Ορθόδοξο Χριστιανό και την ώρα που τελούνταν το Μυστήριο του Γάμου, μέσα στην Εκκλησία, ώρμησαν σα λυσσασμένοι 20 αλλόθρησκοι νέοι και άρπαξαν την Αργυρή μπροστά στα μάτια όλων και του γαμπρού! Την οδήγησαν με τα νυφικά της όπως ήταν στολισμένη κατ' ευθείαν στο Δικαστή. Έξι άτομα την κατηγορούσαν, ότι παρέβηκε την υπόσχεση που έδωσε δήθεν στον πλούσιο Τούρκο για να τον παντρευτεί. Ο Δικαστής, που ήταν ο πατέρας του νέου, της έθεσε το δίλημμα: «Ή γίνεσαι Τουρκάλα και παντρεύεσαι το γιο μου, ή πεθαίνεις στη φυλακή».
Η Αργυρή σταθερή και ατρόμητη απορρίπτει την πρόταση και κλείνεται στη φυλακή. Οι γονείς της τρελλοί από την στεναχώρια, ζητούν την παρέμβαση του Πατριάρχη και της Επίσημης Τουρκικής Κυβέρνησης. Τα διαβήματά τους παρέμειναν άκαρπα. Η Αργυρή οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και κλείστηκε στις φυλακές περιμένοντας νέα δίκη.
Περίμενε με αγωνία 2 ολόκληρα χρόνια και η απόφαση που βγήκε επικύρωνε την παλιά: Ή τουρκεύεις, ή μαραίνεσαι στις υγρές φυλακές μαζί με τις ανήθικες γυναίκες που την προτρέπουν συνεχώς να αρνηθεί την πίστη της για να γλυτώσει τη ζωή της. Έτσι αλυσοδεμένη την φέρνουν στο άθλιο και αποπνικτικό κελί της. Άγριοι ξυλοδαρμοί επακολουθούν, βρισιές και εξευτελισμοί για να γονατίσουν την αγνή ψυχή της, αλλά αντίθετα δυναμώνει πιο πολύ η πίστη της στον Εσταυρωμένο. Αντιλαμβάνεται ότι το τέλος της πλησιάζει και θέλει οπωσδήποτε να Κοινωνήσει. Πώς όμως;
Εκεί μέσα στη φυλακή ήταν και ένας σεβαστός Γέροντας που όμως μπορούσε να μπαινοβγαίνει γιατί του είχαν εμπιστοσύνη. Εκμυστηρεύθηκε το μυστικό της η Αγία Αργυρή και κείνος σαν πραγματικός πατέρας έτρεξε στην Εκκλησία. Ο Ιερέας συγκλονίσθηκε και έχυσε πικρά δάκρυα, πώς θα μπορούσε να βοηθήσει τη νέα. Να που φώτισε ο Καλός Θεός. Έκλεισε σε μία σταφίδα όσο μπορούσε από τα Άχραντα Μυστήρια και τόδωσε στο Γέροντα. Εκείνος με πολύ φόβο και ευλάβεια πέρασε το Λυτρωτικό Δώρο μπροστά απ' τους φύλακες και έφθασε στον προορισμό του.
Η αγία Αργυρή συγκινημένη και καταβεβλημένη δέχθηκε με ιερή χαρά το τελευταίο εφόδιο της ζωής της και παρακάλεσε ταπεινά τον Κύριο να τη δεχθεί στην Ουράνια Βασιλεία του. Την άλλη μέρα παρέδωσε το πνεύμα της στα χέρια του Κυρίου και προστέθηκε στο χορό των Μαρτύρων. Ήταν 5 Απριλίου του έτους 1721. Κηδεύτηκε στον περίβολο της Εκκλησίας της Οσιομάρτυρος Παρασκευής στο Χάσκιοϊ.
Ο σεβαστός Γέροντας της απονέμει τις τελευταίες τιμές, θέτοντας πάνω στον τάφο της έναν πέτρινο Σταυρό, το έπαθλο της νίκης της, ο Οποίος σωζότανε μέχρι την εποχή του Πατριάρχου Κωνσταντίνου. Οι Χριστιανοί της περιοχής θέλησαν να κάνουν ανακομιδή των Λειψάνων της Αγίας στις 30 Απριλίου του έτους 1725. Κάλεσαν τον Πατριάρχη Παΐσιο μαζί με την Ιερά Σύνοδο να παρευρεθεί στην ιερή τελετή. Όταν άνοιξαν τον τάφο, έμειναν όλοι έκθαμβοι, γιατί το σώμα της παρέμεινε ακέραιο και σκόρπιζε γύρω μια ευχάριστη ευωδία. Ο Πατριάρχης ώρισε να τεθεί το Λείψανο σε πολυτελή λάρνακα μέσα στον Ιερό Ναό του Αγ. Γεωργίου στην Κωνσταντινούπολη και να γιορτάζεται επίσημα από όλο τον Ορθόδοξο Χριστιανικό κόσμο σαν Αγία, στις 30 Απριλίου.

Πηγή: Ιστοσελίδα  Ιεράς  Μονής  Παντοκράτορος  Μελισσοχωρίου.