Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΩΣ ΑΓΑΠΗ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Κείμενο ὁμιλίας πού κφωνήθηκε κατά τήν διάρκεια πρωϊνῆς ἐκδηλώσεως τήν Γ' Κυριακή τῶν Νηστειῶν 2003, πρός τιμήν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στόν Ἱ. Ναό Τιμίου Προδρόμου Λαρίσης, κατόπιν προσκλήσεως καί παρουσίᾳ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης κ. ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ.
Ἐπανελήφθη τήν 13.9.2004, στόν Ἱ. Μητροπολιτικό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου, κατά τόν πανηγυρικό Ἑσπερινό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατόπιν προσκλήσεως καί παρουσίᾳ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΥ.

Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ συγκεντρωθήκαμε καί πάλι "ὑπό τήν σκέπην τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης", γιά νά πραγματοποιήσουμε τήν καθιερωμένη, πλέον, ἀπό ἐτῶν Πνευματική Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, μέ τήν εὐκαιρία τῆς Ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος λοιπόν νά εὐχαριστήσω:
· Πρῶτον τόν Πανάγιο Θεό, διότι ἐπέτρεψε καί φέτος νά βρίσκομαι ἐνώπιόν σας.
· Στή συνέχεια τόν Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. ΚΗΡΥΚΟ, ὁ ὁποῖος εὐλόγησε τήν ἐδῶ παρουσία μου καί μέ τιμᾶ μέ τήν δική του παρουσία.
· Καί τέλος ἐσᾶς, Σεβαστοί Πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι θά ἔχετε τήν ὑπομονή νά μέ παρακολουθήσετε.

Εἶναι εὔκολο, εἶναι δυνατό σέ ἕνα ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, νά μιλήση περί τοῦ Σταυροῦ; Διότι εἶναι τό ἴδιο σάν νά μιλάει περί τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, δηλαδή νά θεολογεῖ. Ἡ θεολογία ὅμως, ὅπως ἔχουμε κατ' ἐπανάληψη τονίσει, ἀνῆκει στούς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Ἀνῆκει στούς Πατέρες πού εἶναι οἱ μόνοι ἀπλανεῖς ἑρμηνευτές τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, διότι χαριτώθηκαν μέ τόν ἀγῶνα καί τήν ἄσκησή τους καί ἔγιναν δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιά τόν λόγο αὐτό θά περιορισθῶ ἁπλῶς στήν μεταφορά τοῦ λόγου κάποιων Ἁγίων περί τοῦ Σταυροῦ, ὥστε κι ἐμεῖς φεύγοντας ἀπό αὐτή τήν Σύναξη νά ἔχουμε πάρει μία πενιχρή, ἔστω, ἀπάντηση στό ἐρώτημα,

"Τί εἶναι ὁ Σταυρός στή ζωή τοῦ Χριστιανοῦ";

Ὅταν ὁ Μωϋσῆς ἔφυγε ἀπό τήν Αἴγυπτο καί ἦρθε στήν ἔρημο, ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ νά τοῦ λέγει, "λῦσε τό ὑπόδημα τῶν ποδῶν του, διότι ὁ τόπος ἐν ὧ ἔστηκας γῆ ἁγία ἐστίν". Τό "λῦσε τό ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου" κατά τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, σημαίνει "καταργηθήτω καί νεκρωθήτω ἡ ἀντικειμένη τῷ Θεῷ ζωή". Γιά νά μιλήσουμε, λοιπόν, γιά τόν Σταυρό καί κυρίως γιά νά βιώσουμε τό Μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, θά πρέπει προηγουμένως νά φτάσουμε μέ τήν ζωή μας στό "ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, καγώ τῷ κόσμῳ" τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ὁ Σταυρός ὑπάρχει στή ζωή μας, κατ' ἀρχήν σάν σύμβολο:
· Μέ τό σημεῖο Σταυροῦ μᾶς ὑποδέχεται στήν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ ὁ Ἱερεύς, κατά τόν σαραντισμό μας.
· Μέ τό σημεῖο Σταυροῦ ἁγιάζεται τό νερό τῆς κολυμβήθρας κατά τό Βάπτισμά μας.
· Σταυροειδῶς χριόμεθα κατά τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος.
· Σταυροειδῶς εὐλογοῦνται τά στέφανα κατά τόν Γάμο.
· Σταυροειδῶς ἁγιάζεται τό Ἱερό Εὐχέλαιο.
· Κατά τήν Χειροτονία σταυροειδῶς εὐλογεῖ ὁ χειροτονῶν τόν χειροτονούμενο.
· Μέ τόν Σταυρό μᾶς προπέμπτει ἡ Μητέρα Ἐκκλησία ἀπό τόν Ναό κατά τήν κηδεία· καί τέλος
· Σταυρό τοποθετεῖ πάνω στόν τάφο μας.

Μήν πλανηθοῦμε ἀπό τά προηγούμενα καί νομίσουμε, ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι ἁπλᾶ σύμβολο. Δέν εἶναι μόνο σύμβολο, εἶναι κυρίως ὄργανο. Εἶναι τό ὄργανο τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ὁποία ἦρθε ἡ δική Του Ἀνάσταση καί ἡ δική μας σωτηρία. Καί ἐπειδή εἶναι τό ὄργανο καί τῆς δικῆς μας σωτηρίας, γι' αὐτό μᾶς τό προβάλλει ἡ Ἐκκλησία τόσο συχνά καί μέ τούς τρόπους πού ἀναφέραμε προηγουμένως.

"Χριστῷ συνεσταύρωμαι...ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ"(Γαλ. 2, 20).
Ἡ προηγουμένη ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀποδεικνύει τήν στενή σύνδεση τοῦ Σταυροῦ μέ τήν Ἀγάπη. Ὁ μεγάλος Ἱεράρχης καί Θεολόγος τοῦ 19ου αἰ. Μητροπολίτης Μόσχας ἅγ. Φιλάρετος διδάσκει, ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός πού θυσιάζει τόν Υἱό, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού δέχεται νά θυσιασθεῖ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού θριαμβεύει μέ τήν ἀήττητη δύναμη τῆς θυσίας.
Κατά τόν ἅγ. Φιλάρετο, ὁ Σταυρός πού ἔστησε στόν Γολγοθᾶ τό μίσος τῶν Ἑβραίων, ἡ ἀπανθρωπιά τῶν ἐθνικῶν, ἡ τύφλωση καί ἡ ἄλογη βία τῆς ἁμαρτίας, δέν εἶναι παρά μία γήϊνη εἰκόνα, μία σκιά τοῦ ἐπουράνιου Σταυροῦ, πού ἔχει ὑψώσει μέσα στούς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος ἡ Ἀγάπη!
Ἀναλύοντας τά προηγούμενα μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι ὁ Πατέρας συμμετέχει προαιωνίως στόν Σταυρό, διότι ἀπό ἀγάπη προαιωνίως γεννᾶ τόν Υἱό καί τόν θυσιάζει ἀπό ἀγάπη γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. ("Οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον - λέγει ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος - ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ'ἔχη ζωήν αἰώνιον"· Ἰωάν. 3, 15). Καί ὁ Υἱός, ὑπακούοντας ἀπό ἀγάπη στό θέλημα τοῦ Πατρός Του, ἐνανθρωπίζει ἀπό ἀγάπη γιά νά σώση τόν κόσμο. ("Ἑαυτόν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών", Φιλιπ. 2, 7, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος).
Αὐτός ὁ Σταυρός, ἐπίσης κατά τόν ἅγ. Φιλάρετο Μόσχας, εἶναι ταυτόχρονα καί ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ὑπόδειξη τῆς τέλειας ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου σάν ἐκκλησιαστικοῦ ὄντος καί εἰκόνας τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δηλαδή, ὁ ἐν ἀγάπῃ θυσιαστικός τρόπος ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρέπει νά εἶναι καί τρόπος ζωῆς ὅσων ἀνθρώπων ἐλεήθηκαν νά βαπτισθοῦν στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας, ἑρμηνεύοντας τό "τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν", τούς λόγους, δηλαδή, τοῦ Κυρίου κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο καί τήν παράδοσι τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διερωτᾶται ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀνάμνηση, πῶς μέσα στήν Λειτουργία θά θυμηθοῦμε τόν Κύριο. Τί θά θυμηθοῦμε περί Αὐτοῦ ἤ τί θά διηγηθοῦμε ἀπό τήν ζωή Του; Μήπως ὅτι ἀνέστησε νεκρούς ἤ ὅτι ἄνοιξε τά μάτια τῶν τυφλῶν ἤ ὅτι διέταξε τούς ἀνέμους νά σωπάσουν ἤ διότι μέ λίγα ψωμιά ἐχόρτασε χιλιάδες ἀνθρώπους ἤ τά θαύματα πού τόν ἀποδεικνύουν Παντοδύναμο Θεό; Καθόλου. Ἀλλά μᾶλλον ἐκεῖνα πού φανε-ρώνουν τήν ἀδυναμία: Τόν Σταυρό, τά Πάθη, τόν θάνατο.
Πράγματι, στή Θεία Λειτουργία μνημονεύουμε "τοῦ σταυροῦ, τῆς ταφῆς, τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως".
Ὁ Σταυρός, λοιπόν, ὡς τρόπος ζωῆς τῶν Χριστιανῶν, θά μᾶς ἀπασχολήσει στήν συνέχεια.
Στό Γολγοθᾶ βλέπουμε ὑψωμένους τρεῖς Σταυρούς. Ὁ ἕνας εἶναι τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἄλλοι δύο τῶν δύο ληστῶν. Ἡ γῆ στήν ὁποία ζοῦμε καί ἡ ζωή τήν ὁποία διανύουμε εἶναι ἕνας Γολγοθᾶς. Στή μέση βρίσκεται ὁ Ἐσταυρωμένος καί Ἀναστάς Χριστός. Γύρω του στό πρόσωπο τῶν δύο ληστῶν, βρίσκεται σταυρωμένη ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα. Ὅλοι βρισκόμαστε γύρω ἀπό τόν Χριστό, ὁ καθένας στό δικό του σταυρό, διότι ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Ὅμως ἐκεῖνο πού διακρίνει τούς ἀνθρώπους δέν εἶναι ἡ ἁμαρτωλότητα, ἀλλά ἡ σχέσι μέ τόν Χριστό. Ἀπό τούς δύο ληστές ὁ ἕνας σώθηκε, ὄχι γιά τά καλά του ἔργα, ἀλλά γιατί ὁμολόγησε τόν Χριστό. Ὁ ἄλλος καταδικάσθηκε, ὄχι γιά τά κακά του ἔργα, ἀλλά διότι βλασφήμησε τόν Χριστό. Ἄλλος ἄνθρωπος πιστεύει στόν Χριστό, Τόν ὁμολογεῖ, μετανοεῖ καί σώζεται. Ἄλλος ἐξακολουθεῖ νά Τόν βλασφημεῖ, νά μή θέλει καμμία σχέση μαζί Του καί καταδικάζεται.
Αὐτό τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι σώζονται, ὅσοι μιμοῦνται τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι σηκώνουν τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό, κατά τούς Ἁγίους Πατέρες, εἶναι τό μαρτύριο γιά τόν Χριστό. Αὐτό τό μαρτύριο σέ καιρό διωγμοῦ εἶναι αἱματηρό, προϋποθέτει θυσία τῆς ζωῆς γιά τόν Χριστό. Σέ καιρό εἰρήνης ὅμως, εἶναι ἀναίμακτο, εἶναι τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη πού χωρίζουν τόν πιστό ἀπό τόν Χριστό.
Ἔχει γίνει πολύς θόρυβος γιά τό ἔργο "Ὁ τελευταῖος πειρασμός", ὅμως, μή φανεῖ παράξενο, ὁ Κύριος πράγματι ἀντιμετώπισε ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἕναν "τελευταῖο πειρασμό". Ἦταν ἡ πρόκλησι τοῦ κόσμου, "κατάβηθι ἀπό τοῦ σταυροῦ"! "Καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ καί πιστεύσωμεν αὐτῷ", φώναζε ὁ Ἑβραϊκός ὄχλος. Διότι κατά τήν ἀρρωστημένη ἀνθρώπινη λογική, ὁ Χριστός ἔπρεπε νά κατέβει ἀπό τόν Σταυρό, νά συντρίψει τούς ἐχθρούς Του, νά δείξει τήν δύναμή Του. Ὅμως ὁ Κύριος δέν δέχθηκε τήν πρόκλησι, ἔμεινε ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί νίκησε.
Στή ζωή μας δεχόμεθα καθημερινά αὐτό τόν πειρασμό. Ἔρχεται τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί μᾶς λέει, "κατάβηθι ἀπό τοῦ Σταυροῦ", δηλαδή πάψε νά ζῆς κατά τό θέλημα τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ. Πολλές φορές ὑποπίπτουμε σ' αὐτό τόν πειρασμό. Κατεβαίνουμε ἀπό τόν σταυρό μας, ἀφήνουμε τήν ὁδό τοῦ μαρτυρίου, τήν ὁμολογία τῆς Πίστεώς μας καί τήν θέση μας στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐγκαταλείπουμε τήν ἀσκητική παλαίστρα, παύουμε νά ζοῦμε θυσιαστικά καί παραδινόμαστε στόν κόσμο πού δέν θέλει νά ἀκούει περί Σταυροῦ.
Προτιμοῦμε τήν πλατειά ὁδό τῆς ἀνέσεως καί ἔτσι τά ἀγωνιστικά σαλπίσματα "νεκρώσατε τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς", "ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διά τῆς στενῆς πύλης", "ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί ἀρπάζουσιν αὐτήν", κ.λ.π. δέν μᾶς ἀγγίζουν. Τό ἀσκητικό ἰδεώδες τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ἐκφράζεται στήν προσωπική ἄσκησι καί τό κοινοβιακό πνεῦμα, στόν Πατερικό λόγο καί τίς λειτουργικές τέχνες, καί ὅπως βιώθηκε καί διδάχθηκε ἀπό τούς Πατέρες, δέν μᾶς ἐμπνέει. Προτιμοῦμε τόν λεγόμενο δυτικό τρόπο ζωῆς, πού μᾶς τρέφει μέ τά ξυλοκέρατα τῆς ἁμαρτίας του.
Ἐφ' ὅσον ὁ Σταυρός, σάν μέσο μαρτυρίου τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ δρόμος πρός τήν Ἀνάστασή Του, τότε κι ἐμεῖς θά πρέπει μέ τρόπο παρόμοιο νά ἀντιμετωπίζουμε τούς δικούς μας σταυρούς, τά προσωπικά μας προβλήματα. Σάν μέσα, δηλαδή, μαρτυρίας τῆς Χριστιανικῆς μας Πίστεως καί τῆς Ὀρθόδοξης ταυτότητάς μας, σάν δρόμους ὑποχρεωτικούς πού ὁδηγοῦν στήν προσωπική μας ἀνάσταση.
Θά μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε τρεῖς προσωπικούς σταυρούς, τρεῖς συγκεκριμένες μορφές βιώσεως τοῦ ὀδυνηροῦ, ἀλλά λυτρωτικοῦ Σταυροῦ. Ἄς παρακολουθήσουμε τήν σκέψη συγχρόνου θεολόγου:
"Πρῶτον, σταυρός εἶναι ἡ θέα τῆς ἁμαρτίας πού ὑπάρχει μέσα μας". Βλέπουμε, μέ τήν δύναμη τῆς Χάριτος, τήν ἀρρώστια νά μαστίζει τήν ὕπαρξή μας. "Ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου καί ἡ ζωή μου τῷ Ἅδῃ ἤγγισεν". Τά πάθη λυμαίνονται τήν φύση μας καί μέσα ἀπό τόν πόνο φωνάζουμε: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό".
Δεύτερον, σταυρός εἶναι ὁ πόνος στήν προσπάθεια νά τηρήσουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ αὐτοαποκάλυψη τ·ῆς Τριαδικῆς ζωῆς, βλέπουμε καθαρά ὅτι δέν μποροῦμε νά φθάσουμε αὐτήν τήν τελειότητα. Ἐπίσης βλέπουμε καί τήν ἀδυναμία μας καί τότε κλαῖμε, φωνάζουμε, ζητᾶμε ἔλεος καί Χάρη.
Τρίτον, σταυρός εἶναι καί ὁ πόνος γιά τήν λήθη τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς ἀνθρώπους πού μᾶς περιβάλλουν. Βλέπουμε γύρω μας τήν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, τήν αὐτοθέωση τοῦ ἀνθρώπου, πού συνιστᾶ τήν κόλασή του, νά μή πιστεύουν οἱ ἄνθρωποι στόν Θεάνθρωπο, ἀλλά στόν ἀνθρωποθεό καί αὐτό μᾶς συγκλονίζει. Ἔτσι χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε καλά, χύνουμε αἷμα, προσευχόμενοι γιά τούς ἄλλους, ζωντανούς καί κεκοιμημένους, γινόμαστε θεολόγοι". (Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, "Παρακλητικά", 1986, σελ. 57).
Ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων λέγει: "Μέ βάζουν σέ σκέψεις καί φόβο οἱ πόλεμοι τῶν ἐθνῶν· μέ φοβίζουν τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν· μέ τρομάζει ἡ μισαδελφία τῶν ἀδελφῶν".
Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται καί ἀπό τά τρία αὐτά. Βιώνουμε τήν μισαδελφία καί τά σχίσματα καί τελευταῖα γευόμεθα καί τόν πόλεμο. Δέν ξέρω ἄν θά πρέπει νά στρέψουμε τήν προσοχή μας περισσότερο στούς κινδύνους τῶν σχισμάτων ἤ στόν πόλεμο πού βρίσκεται σέ ἐξέλιξη.
Ὁ πόλεμος πού διεξάγεται αὐτή τή στιγμή στό Ἰράκ, εἶναι κάτι πολύ πιό σοβαρό ἀπό ὅτι φαίνεται. Καί μέ δεδομένο ὅτι πίσω ἀπό τούς ἐπιτιθεμένους Ἀγγλο - Ἀμερικανούς βρίσκονται γνωστοί ἀκραῖοι Σιωνιστές σύμβουλοι τῆς Ἀμερικανικῆς Προεδρίας, θά πρέπει νά τόν ἐντάξουμε στά Σιωνιστικά σχέδια γιά παγκόσμια κυριαρχεία. Βρισκόμαστε, δηλαδή, σέ στάδιο προδρομικό τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νά ἐπιβάλλη ἕναν παγκόσμιο χωροφύλακα, πού θά ἐπεμβαίνη, ὅπου καί ὅποτε νομίζει (τήν τελευταία 15ετία εἴδαμε τόν πρῶτο πόλεμο στόν Κόλπο, τήν καταστροφή τῆς Σερβίας, τήν εἰσβολή στό Ἀφγανιστάν καί τώρα βλέπουμε τήν εἰσβολή στό Ἰράκ καί κανείς δέν γνωρίζει τί ἕπεται στήν συνέχεια).
Ἀκόμη, κάτι πολύ ἀνησυχητικό εἶναι ἡ στάση τῆς Εὐρώπης ἀπέναντι στό θέμα. Μόλις πρόσφατα, γνωστός Ἕλληνας πολιτικός ἀναλυτής, Καθηγητής Πανεπιστημίου, εἶπε ὅτι ἡ ἐποχή μας μοιάζει μέ τό 1938, μέ τήν ἐπέκταση δηλαδή τοῦ Χίτλερ σέ βάρος τῆς Αὐστρίας, τῆς Τσεχοσλαβακίας καί τῆς Πολωνίας, κάτω ἀπό τό ἀπαθές βλέμμα τῶν Εὐρωπαίων.
Εἴμαστε, δηλαδή, στίς παραμονές ἑνός παγκοσμίου πολέμου ἤ μιᾶς παγκόσμιας δικτατορίας;
Μήπως, "τό μυστήριον τῆς ἀνομίας ἤδη ἐνεργεῖται", ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος;
Μήπως, "ὅλα αὐτά τά ὁποῖα συμβαίνουν, εἶναι σημεῖα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου", ὅπως λέγει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος;
Ὅτι κι ἄν συμβαίνει, ὅτι κι ἄν ἔρχεται, ἄς ἀσφαλίσουμε τούς ἑαυτούς μας, κατά τό "ἀσφάλιζε σευατόν ἄνθρωπε" τοῦ ἁγ. Κυρίλλου. "Μή γινώμεθα χαῦνοι", ὅπως διδάσκει ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος. Ὑπάρχει "ἀνάγκη ἀγῶνος νομίμου", ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος. Μέ τήν θεολογική σκέψη καί τήν εὐχή τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ἁγίου, κλείνω τήν πενιχρή μου παρουσία ἐνώπιόν σας.












































Η ΘΑΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΦΙΛΟΘΕΟ ΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ



Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου


Κείμενο ὁμιλίας πού ἐκφωνήθηκε κατά τήν ἑσπερινή ἐκδήλωση τῆς Β' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν 2002, πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στόν Ἱ. Μητροπ. Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου, κατόπιν προσκλήσεως καί παρουσίᾳ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου.

Προλεγόμενα
Τήν Β' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 2000 (13η/26η Μαρτίου), ἀπό αὐτό ἐδῶ τό βῆμα, κατά τήν διάρκεια ἐκδηλώσεως πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἴχαμε τονίσει, ὅτι "ἕναν Ἅγιο, μόνον ἕνας ἄλλος Ἅγιος μπορεῖ νά τόν παρουσιάσει, διότι "οἱ Ἅγιοι ἀντιλαμβάνονται τούς Ἁγίους, ὅπως οἱ μαθηματικοί ἀντιλαμβάνονται τούς μαθηματικούς, οἱ ἰατροί τούς ἰατρούς, οἱ νομικοί τούς νομικούς, κ.λ.π." (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου, "Τό τί καί τό πῶς τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας", σελ. 10)· ὁ ἅγ. Ἀναθάσιος λ.χ. βιογραφεῖ τόν Μεγάλο Ἀντώνιο καί - στήν περίπτωσή μας - ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης ΚΠόλεως, βιογραφεῖ τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ" ("Διακονία", Ἐπετηρίδα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τ. 2000, σελ. 15). Αὐτό εἶναι φυσικό, διότι οἱ Ἁγιοπνευματικές ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων εἶναι κοινές καί οἱ ἁγιαστικές μέθοδοι ἴδιες, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐποχή.
Σήμερα - μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τίς πρεσβείες τοῦ ἁγ. Παλαμᾶ καί τίς εὐχές σας, Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί Πατέρες καί ἀγαπητοί τιμηταί τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου - θά ἐπιχειρήσουμε μία προσέγγιση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ τέταρτου Ἱεράρχη καί Θεολόγου Της, τοῦ Θεολόγου τῆς β' μ.Χ. χιλιετίας, μέ τήν βοήθεια τοῦ ἁγιολογικοῦ ἔργου τοῦ μαθητή του ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κόκκινου, Πατριάρχη ΚΠόλεως.

Μέρος Πρῶτο
Σύντομος Βίος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὁ Ἱερός Παλαμᾶς γεννήθηκε στήν ΚΠολη τό 1296, ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς· ὁ πατέρας του Κωνσταντῖνος ἦταν Συγκλητικός τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Β' Παλαιολόγου (1282 - 1328), ἀλλά "πρωτίστως καί προηγουμένως" ἕνας ἐργάτης τῆς καρδιακῆς προσευχῆς μέσα στόν κόσμο. Ὁ Γρηγόριος ἦταν μόλις ἑπτά ἐτῶν ὅταν κοιμήθηκε ὁ πατέρας του καί τήν ἀνατροφή καί παιδεία του ἀνέλαβε ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτορας. Παρακολούθησε ἀνώτερες σπουδές Γραμματικῆς, Ρητορικῆς, Φυσικῆς καί Λογικῆς (μέ εἰδίκευση στόν Ἀριστοτέλη), ἀλλά ἀντί νά ἀκολουθήσει τό πολιτικό στάδιο καί νά διαπρέψει στόν στίβο τῶν κρατικῶν ὑποθέσεων, μόνασε σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, μέ ὅλη του τήν οἰκογένεια.
Τήν Ἄνοιξη τοῦ 1317 ἔφθασε στό Ἅγιο Ὄρος καί ὑποτάχθηκε στόν ἀσκητή Νικόδημο, ἀπό τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν νοερή προσευχή. Ἀσκούμενος δέχθηκε τό δῶρο τῆς θεολογίας καί ἀξιώθηκε Ἁγιοπνευματικῶν καταστάσεων. Γιά ἕνα διάστημα ἡγουμένευσε στή Μονή Ἐσφιγμένου.
Ἀναδείχθηκε Πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν ὁ αἱρετικός Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός, μέ τήν πολεμική του κατά τοῦ Ἡσυχασμοῦ, προσπάθησε νά νοθεύσει τήν Πίστη μέ Παπικές δοξασίες. Γιά τίς Ὀρθόδοξες θέσεις του διώχθηκε ἀπό ἀθεολόγιτους Πατριάρχες καί Ἐπισκόπους, "καταδικάσθηκε" ἀπό "Σύνοδο" καί φυλακίσθηκε (γιά τόν διώκτη του Πατριάρχη Ἰωλάννη ΙΔ' Καλέκα, 1334 - 1347, γράφει: "Πᾶς ὁ περί τοῦ δόγματος λόγος, σκήψίς ἐστιν, ἐξευρημένη πρός ἐπίκρυψιν τοῦ μισεῖν τούς τήν εἰρήνην ποθοῦντας"· Ἐπιστολή πρός Φιλόθεο, φ. 172 β). Ὅταν ἀναγνωρίσθηκε ἡ ὀρθοδοξία τῶν θέσεών του, ἀποκαταστάθηκε καί χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Κατέλειπε σημαντικό θεολογικό συγγραφικό ἔργο, τό ὁποῖο τόν κατατάσει στήν χορεία τῶν Μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας Ἱεραρχῶν καί Θεολόγων.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1359, ἀφοῦ ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε "πρός αὐτόν, ὡς ὁμότροπον καί ἀγαπητόν καί συγκάτοικον". Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά ἐπί πατριαρχείας τοῦ μαθητή του ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κόκκινου (1354 - 55, 1364 - 1376), ἑννέα μόλις χρόνια μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση. Τά Λείψανά του φυλάσσονται στόν πρός τιμή του Μητροπολιτικό Ναό τῆς Θεσσαλονίκης.

Τά ὑμνογραφικά τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ἡ πρώτη ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποίημα τοῦ ἁγ. Φιλοθέου Πατριάρχου ΚΠόλεως, ἔγινε στή Βιέννη τῆς Αὐστρίας, τό 1784, ἀπό τόν ὅσ. Ἀθανάσιο τόν Πάριο ("σχολαρχοῦντος ἐν Θεσσαλονίκῃ"), μέ δαπάνη τοῦ Θεσσαλονικέως Ἰωάννη Γούτα Καυτατζόγλου. Ἡ "τύποις" ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας βασίσθηκε σέ χειρόγραφο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου (ὅπου - ὅπως εἶναι γνωστό - ἡγουμένευσε ὁ Ἱερός Γρηγόριος).
Ἡ δεύτερη ἔκδοση ἔγινε τό 1867 στήν Θεσσαλονίκη, "ἐκ τοῦ Τυπογραφείου τοῦ Βαγλαμαλῆ, προνοίᾳ τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης τότε κυροῦ Νεοφύτου τοῦ Βυζαντίου", ἀπό τόν Φίλιππο Μεγαβούλη. Στήν ἔκδοση αὐτή εἶχε συμπεριληφθεῖ καί ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Φιλίππου, ὁ ὁποῖος συνεορτάζεται μέ τόν ἅγ. Παλαμᾶ, τήν 14η Νοεμβρίου.
Τρίτη ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας ἔγινε τό 1932, ἀπό τόν Σύγκελλο Παρθένιο Κάρδαρη (ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης), Ζακύνθιο στήν καταγωγή. "Ὁ σκοπός τῆς ἐκδόσεως - ἔγραψε στό Ἀντί Προλόγου Σημειώμά του - εἶναι διπλοῦς· εἷς μέν νά συμπληρωθῆ ἕν κενόν, καθ' ὅτι εἰς τήν ἡμέραν τῆς κοιμήσεώς του δέν ἑορτάζεται καί ἡ Ἀκολουθία τῆς Β' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν εἶναι ἐλλιπής· ἕτερος δέ, ὅπως φανῶ ἀρωγός εἰς τό ταμεῖον τῶν πτωχῶν τῆς ἐνορίας μου, εἰς τήν πραγματικήν μου οἰκογένειαν, ἡ ὁποία μέ ἔχει ἀπό τήν 9ην Ἀπριλίου 1905 τακτικόν ἐφημέριόν της".
Στήν ἔκδοση τοῦ 1932 περιλαμβάνονται:
· "Βίος καί Πολιτεία τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ θαυματουργοῦ" (τοῦ Οἰκονόμου Κ. Βλάμου, ὅπως δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης "Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς")·
· "Ἀκολουθία Παρακλητική ψαλλομένη εἰς τόν ἐν Ἱεράρχαις θεῖον Γρηγόριον, τόν τῆς Θεσσαλονίκης Ἀρχιποίμενα, τόν Θαυματουργόν, ἐν τῇ μνήμῃ αὐτοῦ, γινομένης λιτανείας περί τόν θεῖον Ναόν μετά τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ Λειψάνου" (τοῦ ἔργου αὐτοῦ δέν σώζεται ὁ ποιητής)·
· "Ἀκολουθία τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ καί Παλαμᾶ, τοῦ Θαυματουργοῦ" (οἱ δύο Κανόνες τοῦ Ἁγίου εἶναι ποιήματα τοῦ ἁγ. Φιλοθέου ΚΠόλεως)·
· "Ἑτέρα Παρακλητική Ἀκολουθία κατά πάσαν χρείαν, ψαλλομένη εἰς τόν αὐτόν ἅγ. Γρηγόριον Θεσσαλονίκης, τόν Θαυματουργόν" ("μετ' εὐλαβείας ποίημα Μανασσῆ Μοναχοῦ")·
· "Δεκάλογος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τῆς κατά Χριστόν νομοθεσίας, ἤτοι τῆς Νέας Διαθήκης"·
· "Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τοῦ αὐτοῦ θείου ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ"·
· "Εὐχή εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἧν ὡς λέγουσι τινές ηὔχετο ὁ Μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς"·
· "Διάφορα Θαύματα μετά τήν μακαρίαν κοίμησιν τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ"· καί
· "Κανόνα Παρακλητικόν εἰς τόν ἅγ. Δημήτριον, ἐνώπιον τῆς ἁγίας εἰκόνος, ὅταν εἰς τό μέσον τοῦ Ναοῦ μεταφερομένη ἱδρύεται" (ποίημα ἀνωνύμου).

Μέρος Δεύτερο
Θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος μνημονεύει 16 θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου· ἐπειδή ὅλα ἀναφέρονται στό διάστημα ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του, μᾶλλον πρόκειται γιά τά θαύματα τά ὁποῖα περιλαμβάνονταν στήν "ἀκριβῆ περί τοῦ Ἁγίου Ἔκθεσιν", τήν ὁποία εἶχε ζητήσει ὁ ἅγ. Κάλλιστος Πατριάρχης ΚΠόλεως (1355 - 1363). Ἡ ἔκθεση συντάχθηκε στή Θεσσαλονίκη, μετά ἀπό κοινή σύσκεψη ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτειακῶν παραγόντων, στήν ὁποία προήδρευσε ἡ Βασιλομήτωρ Ἄννα τῆς Σαβοϊας.

Πάρεδρος μιᾶς οὐρανίας Συνόδου!
"Ἕνα θαῦμα τοῦ Μεγάλου τούτου θέλω διηγηθῶ - γράφει ὁ ἅγ. Φιλόθεος - διά νά τό βάλω ὡσάν μίαν χρυσῆν κορωνίδα". Ἕνας ἀπό τούς μοναχούς τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔγκλειστος σέ ὅλη του τήν ζωή, "ἔξω ἀπό ἕνα ἤ δύο, εἰς ὅλους τούς ἄλλους πάντοτε σχεδόν ὤντας ἀθεώρητος", ζητοῦσε στήν προσευχή του νά τοῦ ἀποκαλύψει ὁ Θεός "περί τοῦ θείου Γρηγορίου, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἐν οὐρανοῖς καί μέ ποίους ἀπό τούς θεράποντάς Του τόν ἐσυναρίθμησεν". Φάνηκε τότε στόν μοναχό, ὅτι βρέθηκε στή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας ΚΠόλεως (ἐνῶ δέν εἶχε πάει ποτέ στή Βασιλεύουσσα, οὔτε εἶχε ἐπισκεφθεῖ τόν Ναό), κατά τήν διάρκεια συγκλήσεως "Συνόδου Ἁγίων Πατέρων· καί οἱ Πατέρες ἦσαν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Οὐρανοφάντωρ Βασίλειος, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ὁ Ἀλεξανδρείας Κύριλλος καί ἀντάμα μέ αὐτούς καί ὅλη ἡ λοιπή τῶν Θεολόγων ἁγία πληθύς".
Στόν ἔγκλειστο μοναχό φάνηκε, ὅτι παρακολουθοῦσε τίς συζητήσεις. Ἄκουσε τότε τούς παριστάμενες Πατέρες νά λέγουν, ὅτι δέν μποροῦν νά βγάλουν ἀπόφασι, "ἄν δέν εἶναι παρών εἰς τήν Σύνοδον καί τήν ἀπόφασιν αὐτῆς καί Γρηγόριος ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Πρόεδρος". Ἔστειλαν τότε ἕνα Διάκονο γιά νά τόν καλέσει, ἐκεῖνος ὅμως ἐπιστρέφοντας τούς εἶπε, ὅτι "εἶναι ἀδύνατον νά πλησιάσει τινάς εἰς αὐτόν, διότι στέκει κοντά εἰς τόν Βασιλικόν Θρόνον καί λαλεῖ μόνος μέ μόνον τόν Βασιλέα"! Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἔστειλαν τότε τόν Διάκονο γιά δεύτερη φορά καί τοῦ εἶπαν νά περιμένει τό τέλος τῆς συνομιλίας καί μετά νά τοῦ μεταφέρει "τό ἀπό τῆς Συνόδου κάλεσμα".
Ὅταν ὁ μοναχός εἶδε τόν θεῖο Γρηγόριο νά ἔρχεται στή Σύνοδο, οἱ Πατέρες "ἐπροσηκώθηκαν ὅλοι καί τόν ὑπεδέχθησαν φιλοφρόνως καί μέ χαράν... καί τόν ἐκάθισαν ἀνάμεσα εἰς τούς κορυφαίους καί ἱσοτίμους Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχας καί Θεολόγους, μεταξύ δηλαδή Βασιλείου καί Γρηγορίου καί Χρυσοστόμου, ὡς ἰσότιμον μέ αὐτούς"!
Τό θαῦμα αὐτό ἐπιφραγίζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Ἱερός Γρηγόριος εἶναι ὁ Τέταρτος Ἱεράρχης καί Θεολόγος Της, συνείδηση ἡ ὁποία ἐκφράζεται τόσο στήν ὑμνογραφία ("τῶν Θεολόγων τῶν Τριῶν σύμπουν τε καί συνωδόν", τόν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγ. Φιλόθεος στήν Ἀκολουθία του), ὅσο καί στήν ἁγιογραφία (στήν κόγχη τῆς τράπεζας τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καί στά Βημόθυρα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Βλατάδων Θεσσαλονίκης, εἰκονίζεται μαζί μέ τούς ἄλλους Τρεῖς Ἱεράρχες· καί στό θόλο τοῦ Παρεκκλησίου τῆς ἴδιας Μονῆς Βλατάδων, μαζί μέ τούς ἄλλους Τρεῖς Θεολόγους - Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή, Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί Συμεών τόν Νέο Θεολόγο).

Ἡ θεραπεία τοῦ Θεσσαλονικέως Ἱερομονάχου
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος θέτει πρῶτο στά "μετά θάνατον" θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Παλαμᾶ, τήν θεραπεία ἑνός Ἱερομονάχου Μονῆς τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό δεινή κεφαλαλγία. Τό πρόβλημα στή σύγχρονη ἰατρική γλῶσσα ἦταν νευρολογικό ἤ ὀγκολογικό· διότι, ὁ πόνος ἦταν ὀξύς καί ἐνῶ στήν ἀρχή τῆς νόσου (ἡ ὁποία κράτησε ἑπτά χρόνια!), ἐμφανιζόταν 2 ἤ 3 φορές τόν μῆνα, στήν πορεία ἔγινε καθημερινός καί ἔκανε τόν πάσχοντα "νά φαίνεται εἰς τούς ἄλλους ἔξω φρενῶν καί ἀναίσθητος, ἀπό τάς ἀλλοκότους βοάς καί φωνάς".
Ἀπελπισμένος ὁ ἀσθενής ἀπό τήν πορεία τῆς ἀσθενείας του, ἄρχισε νά σκέπτεται τόν θάνατο καί νά προετοιμάζεται "διά τήν ἔξοδον, ὡσάν ὅπου ἦταν ἐπάνω εἰς τήν κεφαλήν του". Ἐπειδή ὅμως εἶχε γνωρίσει τόν ἅγ. Γρηγόριο, "ἐταλάνιζε τόν ἑαυτόν του, διότι δέν ἔλαχε παρών, ὅταν πρός τόν Θεόν ἐξεδήμει ὁ μακάριος". "Διατί βέβαια - ἔλεγε στόν ἑαυτό του - ἄν ἤθελα εὑρεθῶ τότε παρών, νά ἀκούσω τά τελευταῖα του θεῖα λόγια καί νά λάβω τάς ἱεράς του εὐχάς, ἤθελα τάς ἔχω τώρα ἕνα ἱσχυρότατον φυλακτήριον καί ὅπλον σωτηρίας".
Αὐτή ἡ πίστις τοῦ ἀσθενούς Ἱερομονάχου, προκάλεσε τήν ἐπέμβαση τοῦ θαυματουργοῦ χάριτος τοῦ Ἱεροῦ Παλαμᾶ. Βρέθηκε "ἐν ὁράματι" στό Ναό τοῦ ἁγ. Δημητρίου, σέ ὥρα Θείας Λειτουργίας, μέ ἱερουργό τόν θεῖο Γρηγόριο· γονάτισε λοιπόν καί ζήτησε τήν εὐλογία του· καί ὅταν ὁ Ἅγιος ἄγγιξε μέ τό χέρι του τό μέτωπό του καί τόν σταύρωσε, αἰσθάνθηκε "πῶς ἔρρευσε παραδόξως κάποιον ἔλαιον" καί τοῦ ἔχρισε τό πρόσωπο! Ὅταν ὁ ἀσθενής συνῆλθε ἀπό τό ὅραμα, βρέθηκε θεραπευμένος!

Θεραπείες ὀξέων καταστάσεων καί χρονίων νοσημάτων
Δύο θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀναφέρονται σέ θεραπεία ἀσθενειῶν τοῦ γαστρεντερικοῦ συστήματος.
Στήν πρώτη περίπτωση, "ἄλλος Θεσσαλονικεύς, ἄνθρωπος ὀνομαστός καί εὐγενής τῆς Πόλεως, ἐκυριεύετο ἀπό χρονικόν πάθος τό ὁποῖον ὀνομάζουσιν οἱ ἰατροί κωλικόν, ἐπειδή οἱ φυσικοί πόροι τοῦ ἀνθρώπου ἐφράχθησαν μονομιᾶς καί κατ' οὐδένα τρόπον δέν ἄφηναν τά περιτώματα τῆς κοιλίας νά ἐξέλθουν". Ὅταν κατά τήν ἕκτη ἡμέρα ὁ ἀσθενής ἔφθασε στόν θάνατο, ἄκουσε τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους πού ἦσαν κοντά του νά συζητοῦν μεταξύ τους τά θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου καί γεννήθηκε μέσα του ἡ ἐλπίδα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν νόσο. Ἄρχισε τότε, "μέ λόγια ἐλεεινά καί δάκρυα νά παρακαλῆ τόν Ἅγιον νά τόν ἐλεήση λέγοντας, "δύνασαι, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ὡς Χριστοῦ μιμητής ἀκριβέστατος, ἄν καί εἰς τόν τάφον σου δέν ἠμπορῶ νά ἔλθω καί ἐγώ καθώς οἱ ἄλλοι - μέ τό νά ἐμποδίζωμαι ἀπό τό πάθος μου καί ἀπό τήν ὥραν, ὅπου εἶναι παράκαιρος - ὅμως δύνασαι, λέγω, νά μέ θεραπεύσης καί νά μέ λυτρώσης ἀπό τήν πικράν τούτην ἀνάγκην καί τόν ἐλπιζόμενον θάνατον".
Προσευχόμενος ἀποκοιμήθηκε ὁ ἀσθενής νά βλέπει "κατ' ὄναρ τόν μέγαν Γρηγόριον, ἐν σχήματι Ἱερομονάχου" νά τόν εὐλογεῖ καί νά θέτει στό λεγόμενο ἱερόν ὀστοῦν ἕνα σταυρό ἀπό κερί. Ἀμέσως αἰσθάνθηκε τόν πόνο τοῦ κωλικοῦ νά ὑποχωρεῖ καί τήν λειτουργία τοῦ συστήματος νά ἀποκαθίσταται.
Στή δεύτερη περίπτωση, "κάποιος ἄνθρωπος ἀπό ἐκείνους ὅπου ὑφαίνουσι τά βασιλικά ἐνδύματα (τά ὁποῖα ἀλουργίδας καί πορφυρᾶς χλαμίδας ὀνομάζουσι), ἔπασχεν ἀπό καιρόν ἀπό ἔμφραξιν τῆς κοιλίας του". Χρησιμοποιῶντας λοιπόν ἕνα φάρμακο τῆς ἐποχῆς, τό ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ἕνας τῶν βασιλικῶν ἰατρῶν, ἔφθασε στήν ἀκριβῶς ἀντίθετη κατάσταση τῆς δυσεντερείας. "Χάνωντας, λοιπόν, κάθε ἐλπίδα ἀπό τάς μηχανάς τοῦ ἰατροῦ, καταφεύγει πρός τόν Θεόν καί τόν Ἐκείνου μέγαν θεράποντα, "ἠξεύρω σε - λέγοντας - ἠξεύρω σε, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καί ζῶντα ἐπάνω εἰς τήν γῆν καί τώρα εἰς τούς οὐρανούς μεταστάντα, ὅτι πολλά καί μεγάλα δύνασαι· λοιπόν γενοῦ καί τήν ὥραν ταύτην εἰς ἐμέ βοηθός καί ἐξάρπασόν με ἀπό τόν ἐπικείμενον τοῦτον θάνατον, μέ τήν κραταιάν μεσιτείαν σου".
Φάνηκε τότε στόν ὕπνο του ὁ διακονητής μοναχός τοῦ ἁγ. Γρηγορίου νά τοῦ λέγει, πῶς πρέπει νά ἐπισκεφθεῖ τήν κατοικία τοῦ Ἀρχιερέως καί νά βάλει πάνω στά νεφρά του τό ὠμοφόριό του, γιά νά θεραπευθεῖ. "Ἐφαίνετο, λοιπόν, τοῦ ἀρρώστου, ἐκεῖ ὅπου ἐκοιμᾶτο, πῶς ἐπῆγεν εἰς τόν οἶκον τοῦ Ἀρχιερέως καί ἐζήτει ἐκεῖνο τό ἱερόν ἄμφιον, καθώς τόν ἐπρόσταξεν ὁ φανείς, ἀλλά δέν ἠμπόρεσε νά εὕρη τό ζητούμενον· ὁ δέ μοναχός ἐφάνη πῶς τόν ἐπῆρεν ἀπό τό χέρι καί τόν ἐπῆγεν, ὄχι εἰς τόν οἶκον τοῦ Ἀρχιερέως, ἀλλά εἰς τόν τάφον τοῦ Ἁγίου".
Ὅταν ξύπνησε ὁ ἀσθενής κατάλαβε τήν σημασία τοῦ "κατ' ὄναρ" μηνύματος, ἐπισκέφθηκε τόν χαριτόβρυτο τάφο τοῦ Ἁγίου (στό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας) καί ἀφοῦ ἀκούμπησε τά νεφρά του στήν ἐπιτάφια πλάκα, θεραπεύθηκε!
Ἄλλα θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀναφέρονται σέ θεραπείες παραλυτικῶν.
Μία περίπτωσις ἀφορᾶ τόν Πρωτοψάλτη τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, "Δομέστιχον ὀνομάζει τοῦτον ἡ συνήθεια, ἄνθρωπον ὀνομαστόν εἰς τά μουσικά καί κατά τήν συχνήν πρᾶξιν καί κατά τήν φυσικήν ἐπιτηδειότητα καί κατά τήν τεχνικήν μέθοδον". Αὐτός λοιπόν ἔμεινε παράλυτος ἀπό ἄγνωστη αἰτία, "ἀλλά μέ τήν ψυχράν δίαιταν καί μέ τάς ἄλλας ἐπιμελείας τῶν ἰατρῶν", περιορίσθηκε ἡ νόσος μόνον στόν ἀντίχειρα, τόν δείκτη καί τόν μέσο δάκτυλο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ. Ὅμως, "ἐλυπεῖτο κατά πολλά ἐκεῖνος, ἐπειδή δέν ἠδύνατο νά μεταχειρίζεται τήν τέχνην του καθώς καί πρότερον, τόσον εἰς τό γράψιμον δηλαδή, ὅσον καί εἰς τόν σχηματισμόν τῆς μουσικῆς χειρονομίας· διά τοῦτο καί ἀπηλπισμένος ἀπό κάθε τέχνην καί χειρουργικήν βοήθειαν καί ἰατρείαν, καταφεύγει ἀμέσως εἰς τήν θείαν βοήθειαν καί ζητεῖ ἐκεῖθεν τήν θεραπείαν του, πρέσβεις ἰσχυρούς πρός Χριστόν καί μεσίτας τούς Ἐκείνου θεράποντας προβαλλόμενος".
Ὁ Ἱερός Γρηγόριος ἔσπευσε τήν ἴδια νύκτα τῆς προσευχῆς, νά βοηθήσει τόν πάσχοντα· διότι τοῦ φάνηκε πῶς βρέθηκε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας καί "ὁ μέν Ἅγιος τάχα ἐφαίνετο, ὅτι ἔβαλεν τήν χεῖρα του ἐπάνω εἰς τήν κεφαλήν του καί τόν ἐχάϊδευε πατρικῶς καί φιλικῶς καί τοῦ ὡμιλοῦσε γλυκύτατα καί ἀρεστότατα λέγωντας, "γύρισαι εἰς τήν οἰκίαν σου, φίλε Πρωτοψάλτα, καί εἰς τό ἐξῆς ἔχεις νά γένης καλά".
Μετά τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ Πρωτοψάλτης ἔσπευσε στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί θεραπεύθηκε, ἀφοῦ προηγουμένως μετανοήσε "ἐξομολογούμενος τήν ἁμαρτίαν του καί τήν προπέτιαν τῆς γλώττης του, ὅπου ἔδειξε κατά τοῦ Ἁγίου· ὅτι, καθώς εἶπεν, εἶχε κινήση προτήτερα τήν γλῶσσαν του εἰς κάποιας φλυαρίας κατ' αὐτοῦ"!
Ἄλλη περίπτωσις ἀφορᾶ τήν θεραπεία ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος "ἦτον κατάκοιτος πάμπολυν καιρόν, ἐπειδή ἐβασανίζετο ἀπό πολλά καί διάφορα πάθη· τόσον δέ ἐμακροχρόνησε κατάκοιτος, ὥστε ἔκαμε πληγάς καί εἰς τάς πληγάς του ἐγεννήθησαν πλῆθος σκωλήκων"! Ἡ νόσος αὐτή πρέπει νά ἦταν λοιμική, διότι εἶχε μεταδωθεῖ καί στήν οἰκογένειά του, "ὁ δέ οἶκος τοῦ ἰατροῦ δέν ἦτον ἰατρεῖον, ἀλλά μάλιστα νοσοκομεῖον"!
Ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε "κάτ' ὄναρ" στήν πάσχουσα κόρη τοῦ ἰατροῦ καί φάνηκε νά πλένει τά ἄκρα τοῦ πατέρα της μέ νερό τῆς λεκάνης τοῦ Ἁγιασμοῦ, τήν ὁποία ὁ ἴδιος χρησιμοποιοῦσε! Μετά ἀπό τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ ἰατρός ἀρχικά καί ἡ οἰκογένειά του στήν συνέχεια, θεραπεύθηκαν!
Σέ ἄλλη περίπτωση θεραπείας παραλύτου χειρός μιᾶς γυναικός, "εὐγενοῦς καί κοσμίας", ὁ Ἅγιος θεράπευσε προηγουμένως τήν ἀπιστία τῆς ἀσθενοῦς· διότι, "ὄχι μόνον δέν ἤθελε νά δώση καμμίαν πίστιν εἰς τά λεγόμενα, ὄχι μόνον τήν πρέπουσαν ὑπόληψιν δέν εἶχεν ἐξ' ἀρχῆς πρός αὐτόν, ἀλλά καί πολλά κακά καί βλάσφημα λόγια ἔλεγε κατ' αὐτοῦ"!
Στά θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου πού ἀναφέρονται σέ θεραπείες περιλαμβάνονται: Ἡ ἀποκατάσταση τῆς "ξηρᾶς καί ἀγόνου ἀριστερᾶς χειρός κάποιας γυναικός, χήρας, γραίας καί πτωχῆς"· ἡ θεραπεία δύο μοναζουσῶν, τῶν ὁποίων, "ὡς ὀξύς ἰατρός θεραπεύει καί τά δύο πάθη· καί εἰς μέν τήν νέαν χαρίζει τήν εὐηκοϊαν, εἰς δέ τήν γηραιάν τήν ὁρατικήν ἕξιν καί ἐνέργειαν"· ἡ θεραπεία τῆς αἱμοροούσσης Ζωῆς καί τοῦ μοναχοῦ Ἐφραίμ ἀπό τήν Καστοριά (ὁ ὁποῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπό τραυματισμό καί εἶχε πάθει γάγγραινα!)· καί ἡ θεραπεία τοῦ Τσιμισκῆ τοῦ Βεροιαῖος καί τῆς οἰκογενείας του (ὁ ὁποῖος ἦταν πρώην μαθητής τοῦ Ἀκινδύνου καί πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐπανῆλθε στήν εὐσέβεια καί ἔγινε μαθητής τοῦ Ἁγίου).

Ἡ ἀνεύρεση νεροῦ στήν Μονή Ἐσφιγμένου
Ἡ Μονή Ἐσφιγμένου, τῆς ὁποίας χρημάτισε Ἡγούμενος ὁ Ἅγιος, ἐστερεῖτο νεροῦ καί οἱ δυσκολίες τῶν μοναχῶν ἦταν μεγάλες. Αὐτό τό ζωτικό πρόβλημα ἔλυσε "μετά θάνατον" ὁ Ἅγιος μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο:
Ἕνας πλούσιος Θεσσαλονικεύς ἑτοιμαζόταν νά ἀποδημήσει στά Ἱεροσόλυμα, ὅπως ἦταν διαδεδομένη συνήθεια στήν ἐποχή του. Σ' αὐτόν λοιπόν ἐμφανίσθηκε "κατ' ὄναρ" ὁ Ἅγιος καί τοῦ εἶπε, ὅτι "καλύτερον θά ἔκαμνες ἄν μετέβαινες εἰς Ἅγιον Ὄρος, εἰς τήν Μονήν Ἐσφιγμένου, καί ἐχρησιμοποιοῦσες τά ἔξοδα ὅπου θά ἔκαμνες διά τό ταξείδιον, διά τήν ἀνεύρεσιν ὕδατος, καθότι ἡ Μονή στερεῖται ποσίμου ὕδατος". Μάλιστα, ἔδωσε ἀκριβεῖς ὁδηγίες στόν ὑποψήφιο δωρητή. "Ὅταν φθάσης εἰς τήν Μονήν, ἀπό τήν κυρίαν εἴσοδον θά βαδίσης ἕως διακόσια βήματα κατ' εὐθείαν, κατόπιν θά στραφῆς ἀνατολικῶς καί θά παρατηρήσης τό μέρος καί ἕως ὅπλου βολήν καί θά εὕρης τό μέρος· νά προσέξης ὅμως νά μήν σκάψης πολύ βαθέως, διότι πιθανόν νά παρουσιασθῆ πολύ ὕδωρ ὡς λίμνης καί ἀντί νά ὠφελήσης θά βλάψης".
Πράγματι ἔγινε ἡ ἐκσκαφή καί βρέθηκε τόσο νερό, ὥστε νά ἔχει αὐτάρκεια πλέον ἡ Μονή· μάλιστα ἡ βρύση μέσα στόν περίβολο, ἀπ' ὅπου ὑδρεύονται οἱ μοναχοί καί οἱ προσκυνητές, ὀνομάζεται μέχρι σήμερα, "τοῦ ἁγ. Γρηγορίου"!

Μέρος Τρίτο
Διατί οἰκονομεῖ ὁ Θεός τά θαύματα τῶν Ἁγίων
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁμολογεῖ, ὅτι τά θαύματα πού ἀναφέρει, εἶναι "ὀλίγα ἀπό τό πλῆθος ὅπου ἔγιναν καί γίνονται καί ἔτι ἔχουσι νά γίνωνται" καί τά ἀναφέρει γιά νά δείξει "τό ὅλον ἀπό τό μέρος".
Τά θαύματα αὐτά, τά "τόσον μεγάλα καί πυκνά (τά ὁποῖα) ἡ Θεία Χάρις ὑπέρ φύσιν ἐνεργεῖ", δέν γίνονται "ὡς νομίζει", "διά κέρδος καί αὔξησιν ἐκείνου (τοῦ ἁγ. Παλαμᾶ δηλαδή), ἀλλά τό περισσότερον
· διά νά δείξη καί νά βεβαιώση (ὁ Θεός) τόν ὀρθόν λόγον τῆς εὐσεβείας, ὅπου ἐπολεμήθη μέν καί ἀκόμα σήμερον παρά ποτέ πολεμεῖται, ἀπό τάς κακάς καί πολυκεφάλους ταύτας αἱρέσεις,
· ἐστηρίχθη δέ ἀπό ἐκεῖνον (τόν Ἅγιον) καί ἀνεκηρύχθη πολλάκις καί εἰς τούς πλησίον καί εἰς τούς μακράν, καί εἰς τήν ξηράν καί εἰς τήν θάλασσαν, μέ τήν δύναμιν τοῦ ἐν αὐτῷ κατοικοῦντος θείου Πνεύματος, ὅθεν ἀποστολικῶς καί τούτου ὁ φθόγγος ἐξῆλθεν εἰς πᾶσαν τήν γῆν καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτοῦ
".
Τά θαύματα δηλαδή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου (ὅπως καί ὅλων τῶν Ἁγίων), οἰκονομοῦνται ἀπό τόν Ἅγιο Θεό, σάν δείγματα καί πιστοποιήσεις τῆς ὀρθῆς Πίστεως καί τῆς καλῆς Ὁμολογίας τῶν συγκεκριμένων ἱερῶν προσώπων.
Τά θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου, ἀναγκάζουν τόν "ὑπ' αὐτοῦ θεραπευθέντα" μοναχό Ἐφραίμ νά ἀναφωνίσει: "Πιστεύω εἰς ἐκεῖνα ὅπου ἤκουσα τρανώτατα· τόν ἀνακηρύττω στύλον τῆς Ἐκκλησίας καί Διδάσκαλον τῆς εὐσεβείας καί πάσης ἁγιωσύνης καί ἀρετῆς κατοικητήριον· καί πρός τούτοις τόν ὁμολογῶ σημείων καί θαυμάτων θείων ἐργάτην καί ἀποστολικῆς δυνάμεως καί χάριτος πεπλουτισμένον".
"Ἐκ τούτου - τοῦ θαύματος τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου - οἱ θεοφιλέστεροι καί πρώτοι τῆς Καστορίας, καί μάλιστα τό ἱερατικόν τάγμα, εἰς ἕν συνελθόντες καί σκεψάμενοι, ζωγραφίζουσιν ἱεράν εἰκόνα τοῦ Γρηγορίου καί πανύγηριν λαμπράν καί πάνδημον συγκροτοῦσιν, ἑορτάζοντες τήν ἡμέραν τῆς αὐτοῦ τελειώσεως· καί μετά ταῦτα καί Ναόν ἱερόν ἐπ' ὀνόματι αὐτοῦ, ὡς λαμπρῷ μαθητῇ τοῦ Χριστοῦ ἀνεγείρουσι, χωρίς νά καρτερέσουν Συνόδους μεγάλας καί κοινάς ψήφους, διά νά τόν ἀνακηρύξουν καί τόν κανονίσουν ὡς Ἄγιον - εἰς τά ὁποῖα ἀκολουθεῖ πολλάκις καί χρονοτριβή καί ἀμέλεια καί ἀργοπορία καί πολλά ἄλλα ἀνθρώπινα ἐμπόδια - ἀλλά καλῶς καί εὐσεβῶς εὐχαριστήθησαν καί ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τήν ψῆφον καί ἀνακήρυξιν τοῦ Οὐρανοῦ καί εἰς τήν λαμπράν καί ἀναμφίβολον τῶν πραγμάτων ὄψιν καί πίστιν, ὅπου εἶναι τά θεῖα θαύματα".
Ἀκόμη, "ἐπειδή ἡξεύρει (ὁ Ἅγιος) πῶς ἡ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἐξαπλωμένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία - τήν Ὁποίαν αὐτός ὅλην ἐξίσου ἐδιαφένδευσε καί τήν ψυχήν του, ἔτι ζῶν, κατά μίμησιν τοῦ Χριστοῦ, ὑπέρ Ἐκείνης ἔδωκε - διά τοῦτο καί ἐκεῖ εἰς τούς μακρυνούς τόπους γίνεται ὁμοίως εἰς τούς καλούντας αὐτόν καί σωτήρ καί ρύστης καί ἰατρός ἀνιάτων παθῶν. Καί μάρτυρες ἀληθέστατοι τοῦ λόγου Θετταλοί καί Σέρβοι καί ὅλοι ἐκεῖνοι ὅπου ἐρχόμενοι ἐκεῖθεν ἀπό τά μακρυνά γένη, διηγοῦνται τά τοῦ Μεγάλου θαύματα.
Καί τί χρεία νά λέγω πολλά; Τόσον καλά τόν ἠξεύρουσιν καί τόσον εἶναι πεπιεσμένοι ἀπό τά πράγματα - εἰς τήν μεγάλην παρρησίαν ὅπου ἔχει εἰς τόν Θεόν - ὥστε καί εἰκόνας του ζωγραφίζουσι καί πυκνά πανηγυρίζουσι τήν μνήμην αὐτοῦ (μέ πίστιν μεγάλην καί μέ θερμότατον πόθον τῆς ψυχῆς των) καί ναούς μετά προθυμίας κτίζουσιν εἰς τό ὄνομά του, ὡσάν εἰςἔνα ἀπό τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας· καί ὅλοι μετά πολλοῦ τοῦ θαύματος ἀνακηρύττουσι τόν Μέγαν τοῦτον, ὀνομάζοντές τον καί κήρυκα τῆς εὐσεβείας καί προστάτην τῆς Ἐκκλησίας καί διδάσκαλον καί φύλακα τῶν ὀρθῶν Ταύτης δογμάτων
".
ST. THEODORE THE GREEK
ARCHBISHOP OF CANTERBURY (+ 690)

By Antonios Markou

Published in the magazine “Orthodox Tradition” (No 3/1993, pp 30 - 32).
Δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξη Παράδοση» (φ. 3/1993, σελ. 30 – 32).

St. Theodore was born in Tarsus (Cilicia, the native place of the Holy Apostle Paul) in 602 or 603. He received an excellent education in Athens and very soon therafter become a monk (in Rome, according to the Benedictine monks of St. Augustine’s Abbey, Ramsgate, Engalan {cf. their Book of the Saints}).
At the age of 66, Divine Provedence found Monk Theodore in Rome. During this time, it happened that the Archbishop-elected of Canterbury, Wighard, reposed, and Pope St. Vitalian (1), who was responsible for the mission territories of the British Isles, was looking for a new candidate for the principal English See. Finalle, the Pope elected the learned African Abbot St. Adrian (2). Adrian declined the appointment, however, and suggested Theodore. The Pope accepted thiw suggestion, but on the condition that Adrian accompany Theodore to England.
St. Theodore was consecrated Archbishop of Canterbury on May 27, 669. The next year, in 670, accompanied by St. Adrian, “the stranger from the East”, arrived in England, established his Diocese in semi-barbarian circumstances, and began with great vigor his 21 year long missionary work.
One of the first problems that confronted him was the refusal of the Celtic Christians of the North and of Western Britain to accept the syandard (Byzantine and the then Roman) method for computing the date of Pascha. Many of the Celts refused to accept the decisions of the Synod of Whitby (664) and remained in schism from the English Church and the rest of Orthodox Christianity. St. Theodore was very strict on this matter and applied the Canons appropriate to schismatics in dealing with it. When Celtic Bishops sought refuge in the Catholic (that is, universal or Orthodox) Church, he corrected their consecrationw before accepting them into the Episcopal ranks. Moreover, he declared that any English Christian who received from the schismatics was subject to excommunication of one year.
St. Theodory is rightly called the second founder of the See of Canterbury and the first Primate of the English Church. In 672 or 673, after two of three years of missionary work, he convened under his presidency the first Synod of the united English Church at Hertford. This Synod degreed in its first Canon: “We all in common keep the Holy Day of Pascha on the Sunday after the fourteenth moon (day) of the first month, and always after the Jewish Passover”.
A second work of great significance was his establishment, together with St. Adrian, of the famous Canterbury School, where Greek, Latin, Literature, Theology, Science and Mathematics were taught. This School became the primary fount of learning for the English Churchmen up to the time of Venerable Bede. (3).
St. Theodore was, indeed, the first Archbishop in England to enjoy the loyality of the native faithful, winning their love and gratitude by convening Synods, consecrating Bishops, and traveling throughout the country, often on horseback.
He reposed in 690, on September 19. He foretold the day of his death, which was revealed to him in a vision or a dream!
…………………………………………………………………………………………..........................................................
(1). St. Vitalian was Pope of Rome from 657 to 672. According to the Roman Martyrology, hiw memory is celebrated on January 27.
(2). St. Adrian was Abbot at Nerida (Niridan, near Naples), before his election by Pope St. Vitalian to the Archbishopric of Canterbury. After the consecration of St. Theodore, he became the Archbishop’s assistant and advisor and Abbot of the Abbey of Sts. Peter and Paul (later St. Augustine’s) in Canterbury, where he supervised a flourishing school. His cultus was revided in 1091, when his relics were discovered. His memory is celebrated on January 9. (Cf. R. Whyford, “English Martyrology” and R. Starton, “Menology of England and Wales”).
(3). St. Bede (673 - 735) can rightly be called one of greatest figures of English history. Born at Wearmouth, he was offered as a child to the Abbey of Sts. Peter and Paul at Jarrow, under its founder, Bishop St. Benedict (628 - 690), who, Nothumbrian by birth, began his monastic life at Lerins, France. There Bede spent his entire life. He was ordained to the Priesthood by St. John, Bishop of Beverly (a student at Canterbury under Sts. Theodore and Adrian and later Archbishop of York, founder of the Beverly Abbey. His memory is celebrated, according to the Roman Martyrology, on May 7).
Bede was above all a student of the Bible, and then of History. His “History of the English Church and People” earned him the tilte of the “Father of the English History”. He was been the ideal of the Benedictine scholar trough the ages, and is consider a “Doctor of the Church” by Roman Catholics.
His memory, according to the Roman Martyrology
, is celebrated on May 27.
Bibliography:
U. Chevalier, “Repertoire des sources historiques du Moyen Age”, 1907.
F. G. Holweck, “A biographical Dictionary of the Saints”, 1924.
D. Attwater, “A Dictionary of the Saints”, 1933.
P. Alfons M. Zimmermann, “Monch der Abtei Matten - Kalendarium Benedictinum”, 1933 – 1935.
Χριστοφόρου Κομμοδάτου, Ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων» (“The Saints of the British Isles”), 1985.
THE STIGMATICS

Some information gathred by Antonios Markou

At first we must mention that the phenomenon of stigmata there is only to the Roman-Catholic “Church” and not to the Orthodox Church or any other Christian “Church”.
To decide merely the facts without deciding whether or not they may be explained by supernatural causes, history tells us that many ecstatics bear on hands, feet, side, or brow the marks of the Passion of Christ with corresponding and intense sufferings. These are called visible stigmata. Others only have the sufferings, without any outward marks, and these phenomena are called invisible stigmata.
Catherine of Siena at first had visible stigmata, but “through humility she asked that they might be made invisible, and her prayer was heard”. This was also the case with Catherine de' Ricci, a Florentine Dominican of the 16th c., and with several other stigmatics. The sufferings may be considered the essential part of visible stigmata; the substance of this grace consists of pity for Christ, participation in His sufferings, sorrows, and for the same end - the expiation of the sins unceasingly committed in the world. If the sufferings were absent, the wounds would be but an empty symbol, theatrical representation, conducing to pride. If the stigmata really come from God, it would be unworthy of His wisdom to participate in such futility, and to do so by a miracle.
With many stigmatics these apparitions were periodical, e.g., Catherine de' Ricci, whose ecstasies of the Passion began when she was 20 (1542), and the Bull of her canonization states that for 12 years they recurred with minute regularity. The ecstasy lasted exactly 28 hours, from Thursday noon till Friday afternoon at four o'clock, the only interruption being for her to receive communion. Catherine conversed aloud, as if enacting a drama. This drama was divided into about seventeen scenes. On coming out of the ecstasy her limbs were covered with wounds produced by whips, cords etc.
None stigmatic is known prior to the 13th c. The first mentioned is Francis of Assisi, in whom the stigmata were of a character never seen subsequently; in the wounds of feet and hands were excrescences of flesh representing nails, those on one side having round back heads, those on the other having rather long points, which bent back and grasped the skin. His humility could not prevent a great many of his brethren beholding with their own eyes the existence of these wonderful wounds during his lifetime as well as after his death. The fact is attested by a number of contemporary historians, and the feast of the “Stigmata of Francis” is kept on 17 September.
There are 62 Romancatholic “Saints” or “Blessed” of both sexes of whom the best known were:
Francis of Assisi (1186-1226)
Lutgarde (1182-1246)
Margaret of Cortona (1247-97)
Gertrude (1256-1302)
Clare of Montefalco (1268-1308)
Angela of Foligno (d. 1309)
Catherine of Siena (1347-80)
Lidwine (1380-1433)
Frances of Rome (1384-1440)
Colette (1380-1447)
Rita of Cassia (1386-1456)
Osanna of Mantua (1499-1505)
Catherine of Genoa (1447-1510)
Baptista Varani (1458-1524)
Lucy of Narni (1476-1547)
Catherine of Racconigi (1486-1547)
John of God (1495-1550)
Catherine de' Ricci (1522-89)
Mary Magdalene de' Pazzi (1566-1607)
Marie de l'Incarnation (1566-1618)
Mary Anne of Jesus (1557-1620)
Carlo of Sezze (d. 1670)
Margaret Mary Alacoque (1647-90)
Veronica Giuliani (1600-1727)
Mary Frances of the Five Wounds (1715-91)
Pio of Pietrelcina (Padre Pio) (1887-1968)
There were 20 stigmatics in the 19th c.. The most famous were:
Catherine Emmerich (1774-1824)
Elizabeth Canori Mora (1774-1825)
Anna Maria Taïgi (1769-1837)
Maria Dominica Lazzari (1815-48)
Marie de Moerl (1812-68) and Louise Lateau (1850-83)
Of these:
a. Marie de Moerl spent her life at Kaltern, Tyrol (1812-68). At the age of 20 she became an ecstatic, and ecstasy was her habitual condition for the remaining 35 years of her life. She emerged from it only at the command, sometimes only mental, of the Franciscan who was her director, and to attend to the affairs of her house, which sheltered a large family. Her ordinary attitude was kneeling on her bed with hands crossed on her breast, and an expression of countenance which deeply impressed spectators. At 22 she received the stigmata. On Thursday evening and Friday these stigmata shed very clear blood, drop by drop, becoming dry on the other days. Thousands of persons saw Marie de Moerl, among them Görres (who describes his visit in his "Mystik" II, xx), Wiseman, and Lord Shrewsbury, who wrote a defence of the ecstatic in his letters published by "The Morning Herald" and "The Tablet" (cf. Boré, op. cit. infra).
b. Louise Lateau spent her life in the village of Bois d'Haine, Belgium (1850-83). The “graces” she received were disputed even by some Romancatholics, who as a general thing relied on incomplete or erroneous information, as has been established by Canon Thiery ("Examen de ce qui concerne Bois d'Haine", Louvain, 1907). At 16 she devoted herself to nursing the cholera victims of her parish, who were abandoned by most of the inhabitants. Within a month she nursed ten, buried them, and in more than one instance bore them to the cemetery. At 18 she became an ecstatic and stigmatic, which did not prevent her supporting her family by working as a seamstress. Numerous physicians witnessed her painful Friday ecstasies and established the fact that for 12 years she took no nourishment save weekly communion. For drink she was satisfied with three or four glasses of water a week. She never slept, but passed her nights in contemplation and prayer, kneeling at the foot of her bed.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

THE PRE - SCHISM SAINTS OF BELGIUM

By Anthonios Markou

Published in the magazine “Orthodox Tradition” (No 4/1993, pp 30 - 33 and No 1/1994, pp 12 - 21).

Δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξη Παράδοση» (φ. 4/1993, σελ. 30 – 33 καί φ. 1/1994, σελ. 12 – 21.

It was at the prompting of Schemamonk Euthymios of Athikia Monastery in Corinth, Greece, a pious man well educated at Liege, that I first began my investigation of this interesting topic, resulting in the following index of the Saints of Belgium. The index is comprised of:
The name (or names) of the Saint (or Saints), in alphabetical order.
The Saint’s distinctive appellation, if any (e. g. St. Gertrude of Nivelles).
The present status of Saint’s cultus, that is, whether the name of the Saint is included in the Roman Martyrology (R.M.) and whether the cultus is an approved one (Approved Cult, A.C.) or an unofficial, popular cultus (Popular Cult or P.C.).
The notation “Aproved Cult” signifies that there is historical evidence of a Saint having been venerated as such, even if this evidence is nothing more, in the face of thw lack of any other official recognition, than the dedication of an ancient church to the Saint.
A “Popular Cult”, on the other hand, is that of a Saint given the title “Blessed” by the Roman Catholic Church (a distinction foreign to Orthodox hagiolatry).
4. The date of Saint’s feast accordinf to the Roman Martyrology or other hagiological sources; and
5. The year of Saint’s repose or martyrdom, whether definite (e.g. “d. 691”) or approximate (“d. ca. 691”).
In the index of Belgian Saints, I have used, for the greater part, the Roman Martyrology published in Rome in 1930. When I have also employd other hagiographical sources, I have identified them by the following abbreviations, respectively:
ATT., D. Attwater, “A Dictionary of the Saints”, 1933.
BAUD., D. I. Boudot, “Dictionnaire de Hagiographie”, 1925.
BOLLAND., the Bollandits “Acta Sanctorum”.
DICT. BAUDRILL., C. Baudrillart., “Dictiomaire d’ Historie et de Geographie Ecclesiastiques”, 1922.
DUCH. FAST. EPISC., L. Duchese, “Fastes Episcopaux de Ancienne Gaule”, 1907 - 1915.
CHEV., U. Chevalier, “Repertoire des sources Historiques du Moyen Age”, 1907.
HOLW., F. G. Holweck, “A Biographical Dictionary of the Saints”, 1924.
GAMS., P.P. Bonifacius Gams, “Series Episcoparum Eglesiae Catholicae”, 1931.
MAD., J. Madillon – Th. Ruinart, “Acta Sanctorum Ordinis S. Benedicti”.
P.B., P. Guerin, “Les Petits Bollandistes”.
RAMS., “The Book of the Saints” of the Benedictine Abbey of St. Augustine, Ramsgate, England, 1948.
STANTON., R. Stanton, "Menology of England and Wales", 1887.
ZIMM. P. Alfons Zimmerman, “Monch der Abtei Betten – Calendarie Benedictinum”, 1933 - 1935.

St. Abel the Bishop (d. ca. 751). P.C., August 5.
A Benedictine monk of English or Irish origin, St. Abel accompanied St. Boniface on his Europian missions. He was elected Archbishop of Reims, his election having been retified by the Synod of Soissons (744) and Pope St. Zachary. He was unable to take possession of his See, however, which was occupied by the intruder Milos. He retired to the Abbey of Lobbes, where he became abbot. (GAMS., CHEV., RAMS., HOLW., BAUD.).

Martyr Adalbald d’ Ostrevant (d. 625). A.C., February 2.
Born in Flanders, St. Adalbald was the son (or grandson) of St. Gertude of Hamage. He served at the Curt of King Dagobert I and married St. Rictrude. Their four children (Mauroutius, Clotsindis, Eusebia and Adalsindis) are also venerated as Saints. St. Adalbald was slain by relatives of his wife. (BOLLAND., ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Adalsindis of Marchinnes (d. ca. 715). P.C., December 25.
The dauqhter of Saints Adalbald and Rictrude, this Saint became a Banedictine nun in Arras, at Hamay-les-Marchiennes Convent, under his sister St. Eusebia. (MAD., BAUD., RAMS.)

St. Adegrin (also Adalgrin and Aldegrin, d. 434). P.C., June 4.
A former kniqht who joined St. Odo at Cluny, St. Adegrin embraced the life of a hermit near this monastery. (P.B., DICT. BAUDRILL., BAUD., CHEV., RAMS.).

St. Agia (also Aia, Austegildis and Aye, d. ca. 714). A.C., April 18.
Former wife of St. Hydulphus of Hainault, St. Agia became a Benadictine nun at the Convent of Mous, Castrilocus. (MAD., BAUD., CHEV., RAMS.)

St. Aldo the Abbot (d. late 8th c.). A.A. March 31.
The former Count of Ostrevant, St. Aldo became a monk at the Benedictine Abbey of Hasnon, a foundation of his brother John, where he became its second abbot. (BAUD., HOLW., RAMS.)

St. Amelberga of Manbenge (d. 640). A.C., July 10.
St. Amelberga was a niece (or sister) of St. Perin of Landen, wife of Count Witger and mother of Saints Gudula, Emebert, etc. When her husband joined the Abbey of Lobbes, she became a Benedictine nun at the Convent of Manbenge. (ATT., BOUD., DICT. BAUBRILL.).

St. Amelberga (d. ca. 772). R.M., July 10.
A Benedictine nun at the Convent of Munsterbilsen in Liege, St. Amelberga was the spiritual dauqhter of St. Willibrord. In 1073 her Relics were transferred to St. Peter’s Abbey at Ghent.

St. Amor (also Amour) the Founder (9th c.). A.C., October 8.
A hermit, born in Aquitaine, St. Amor lived as a recluse at Maestrict and founded the Convent of Munsterbilsen in Liege. (P.B., BOUD., DICT. BAUDRILL., HOLW., RAMS.).

St. Amulwinus (also Amolvinus, d. ca. 750). A.C., February 7.
Abbot-Bishop of the Abbey of Lobbes after St. Erminus (+ 737). (ZIM., DICT. BAUDRILL., BAUD., RAMS.).

St. Anglinus the Abbot (d. ca. 768). A.C.,October 28.
Tenth abbot of the Benedictine Abbey of Stonelt - Malmedy in Liege. (ZIMM., BUND., CHEV.).

St. Autbert, Bishop of Arras – Cambrai (d. ca. 664). R.M., December 13.
A great advocate of monastic life and the founder of many monasteries (among them the famous Abbey of St. Vedastus, at Arras).

St. Autbodus of Laon (d. 640). A.C., November 20.
An Irish missionary in Artois, Picardy and Hainault, St. Autbodus died as hermit. (BOUD., ZIMM., RAMS.).

St. Ava the Abbess (also Avia, d. ca. 245). A.C., April 29.
St. Ava was the niece of King Pepin and blied in her childhood. She was miraculously curred by St. Rainfrede and became a Benedictine nun and, finale, abbess at Pinart. (ZIMM. BAUB., HOLW.).

St. Badilo the Abbot (d. ca. 870). A. C., October 8.
St. Badilo died as abbot of Vezelay (Yonne), Hainault. (ZIMM., CHEV., HOLW., BOUD., RAMS.).

St. Bavo the Hermit (d. ca. 654). R. M., October 1.
St. Bavo was born in the district of Liege and was converted by St. Amandus. A hermit at first, he founded the Abbey of St. Peter at Ghent and finally died as a recluse in the Mahnedy forest.

St. Berlinda (also Berlindis and Bellaude, d. 702). A. C., February 3.
St. Berlinda, the niece of St. Amandus, became a Benedictine nun at the Convent of St. Mary at Mooriel, near Alost. She reposed a recluse at Meerbeke. (MAD., RAMS., ATT., BAUD.).

St. Berthoald, Bishop of Arras-Cambrai (7th c.). A.C., October 13.
Fifth Bishop of Arras-Cambrai, a man of holy life, reposed in piece. (DUCH. FAST. EPISC., BAUD.).

St. Bertilia the Recluse (d. ca. 705). A.C., Janyary 3.
After her husband’s death, she lived as a recluse in a church she founded near Moroeuil, in Flanders (ATT., BAUD., HOLW., RANS.).

St. Bertrand (also Bertram, Bertran and Ebertram, 7th c.). A. C., January 24.
A disciple of St. Bertium and one of St. Omer’s helpers in the Northen French missions and Flandres. She repose as Abbot of St. Quentin’s Abbey. (RAMS., CHEV., HOLW., P.B.).

St. Bertulfus of Renty (also Berthulph, d. 705). A. C., February 5.
Born in Panonia, St. Bertulfus was converted in Flanders, where he became a Priest. He founded an abbey, in which he retired, on the land of Count Waybert, his benefactor, at Renty. (ATT., RAMS., BAUD., HOLW.).

St. Burchard of Lobbes (d. 1026). A. C., August 20.
Born in Hesse, St. Burchard became a monk at Lobbes. A famous compoler of canos and decretals, he was compelled by the Emperor Otto to accept the See of Worms in 1006. (GAMS., RAMS., BAUD., HOLW., ZIMM.).

St. Christianna (7th c.). A.C., July 24.
She lived in Flanders as a nun. Said to have been the dauqhter of an Anglo-Saxon King, she is the Patron-Saint of Termonde, Belgium. (RAMS., BAUD., HOLW.).

St. Chrysolius the Bishop, Hieromartyr (4th c.). A. C., February 7.
A Armenian by birth, St. Chrysolius left Armenia during the persecution of Diocletian. He became Bishop in N. E. France and ultimately suffered martyrdom in Flanders. (RAMS., BAUD., HOLW.)

St. Clotsindis of Marchiennes (also Clotsend, d. ca. 700). A.C., June 30.
Daughter of Saints Adalbald and Rigtrude. She succeeded her mother, abbess and founder of the Marchiennes Convent, as its second Abbeess, in 688. (BAUB., RAMS., CHEV.).

St. Cunbert of Maroilles (d. ca. 680). A.C. September 16.
Successor to St. Humbert as abbot of the Abbey of Maroilles, Cambrai. (BAUD., HOLW., RAMS.)

St. Dodo of Lobbes (d. ca. 750). A.C., October 1.
Born in Laon and placed from his childhood under St. Ursmarus, St. Dodo became a monk at Lobbes and reposed as abbot of Wallers-en-Faigne. (BAUD., HOLW., RAMS., CHEV.).

Sts. Domitian and Hadelinus (7th c.). A.C., June 15.
Desciples of St. Landelinus and monks of the Abbey of Lobbes. (BAUD., HLOW., RAMS., ZIMM.).

St. Dympha the Virgin Martyr (also Dymphna). R.M., May 15.
She was the daughter of an Irish chieftain, who escaped to Belgium accompanied by her shaplain, St. Gerebernus. Her relics were discovered at Cheel, near Antwerp, in the 13th c., where an asylum was built in her memory.

St. Edburga of Caistor (late 7th c.). A.C., June 20.
Dauqhter of Penda, a pagan King of Mercia, Britain, St. Edburga became a nun at Caistor, Northamptonshire. Her relics were later tranfered to Flanders. (BAUD., HOLW., RAMS., STANTON.).

St. Emebert, Bishop of Cambrai (also Hemebert, d. ca. 710). A.C., Jan. 15.
The brother of Sts. Gudula and Rainaldes. (BAUD., ATT., HOLW., RAMS.).

St. Ermelinda of Meldaert (also Ermelindis, d. ca. 595). A.C., October 29.
Belgian by birth, St. Ermelinda lived as recluse at Meldaert, Tirlemont. (BAUD., HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Erminus the Bishop (d. 737). R.M., April 25.
Professed the Benedictine Rule at Lobbes, under St. Ursmarus, and died as abbot of Lobbes and regional Bishop.

St. Etto the Bishop (also Hetto, d. ca. 670). A. C., July 10.
Perhaps Irish by birth, St. Otto worked as a missionary Bishop-Abbot, with St. Peter’s Abbey at Fescan as his center. (LAMS., ZIMM.).

St. Eucherius, Bishop of Orleans (d. 743). R.M., February 20.
A man of good education, he became a monk at the Benedictine Abbey of Jemieges on the Seine, about the year 714. In 721, he became Bishop of his motherland, Orleans. King Carol Martel exiled him to Cologne, in 737, because he opposed the King on the matter of state ownership of Church property. St. Eucherius reposed st St. Trond’s Abbey in Maestricht, shortly after he was sent to Liege, on account of the threat of his porularity in Cologne.

St. Floribert, Bishop of Liege (d. 746). A.C., April 27. (ATT., BAUD., RAMS.).

St. Foillan the Hieromartyr (d. ca. 655). A.C., October 31.
Abbot of Burgcastle (Yarmouth, England) and brother of Saints Fursey and Ultane. Irish by birth, he worked as missionary in Eastern England. At the destruction of his monastery by the Mercians, he went to Belgium, where he founded the Abbey of Fosses, with the help of St. Ita of Nivelles. He was killed by robbers and is venerated as a Martyr. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Gaugericus, Bishop of Treves (also Gau and Gery, d. ca. 625). R.M., August 11.
He governed the united See of Arras-Cambrai for 39 years.

St. Gerard of Brogne (d. 959). R.M., October 3.
St. Gerard was a military page of the Court of his native Nante. In 98, he was sent to the French Court, subsequently becoming a monk at the Benedictine Abbey of St. Denis. He left for Belgium eleven years later, in order to found an abbey in Brogne and to introduce the Rule of St. Benedict into the monastic communities in Flanders, Lorraine and Champagne.

St. Gerebern (also Gerebrand, 7th c.). A/C., May 15.
An Irish Priest who accompanied St. Dympha to Belgium. (BAUD., HOUN., RAMS.).

St. Gerinus the Martyr (also Garinus and Werinus, d. 676). R.M., October 2.
A brother of St. Leodegarious, he was stoned to death, near Arras.

St. Gertrude of Nivelles (7th c.). R.M., March 17.
The younger daughter of Pepin of Landen and St. Ida, who founded the Nivelles Convent, at which St. Gertrude became the first abbess.

St. Gislenus the Abbot (also Ghislain and Guislain, d. ca. 680). R.M., October 9.
A Benedictine monk, the founder and, for 30 years, abbot of the Abbey os Sts. Peter and Paul (now St. Ghislain Abbey, near Mans, Hainault).

St. Godwin, Abbot of Stavelot-Malmendy (d. ca. 690). A.C., October 28.
Benedictine monk and Abbot of Stavelot-Malmendy’s Abbey. (CHEV., HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Gudula (also Goulde, d. 712). A.C., January 8.
Daughter of St. Amalberga. Trained by St. Gertrude at the Nivelles Convent, St. Gudula lived a life of great holiness in her own home. She is the patron Saint of Brussels. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Guthagon the Recluse (8th c.). A.C., July 3.
Irish by birth, St. Guthagon lived in Belgium as a hermit. (BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Guy, “the poor man of Anderlecht” (d. ca. 1012). R.M., September 12.
Born in Brabant region, this Saint spent seven years as a pilgrim in the Holy Land. He ultimately died a pauper at the public hospital in Anderlecht.

St. Hadelin of Celles (d. ca. 690). A.C., February 3.
A native of Gascony, St. Hadelin followed St. Remaclus to Maestricht and Stavelot. He founded the Abbey of Celles near Liege and died a hermit near Dinant on the Meuse. (BOUD., HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Hadelin of Crespin ( d. ca. 700). A.C., June 27.
A Benedictine monk under St. Landelinus, he was appointed by him Abbot of the Abbey of Crespin in Hainault. (BAUD., CHEV., RAMS., ZIMM.).

St. Hadulph, Bishop of Arras-Cambrai (d. ca. 728). A.C., June 23.
Former Count of Hainault, courtier at the Royal Palace of Austrasia and husband of St. Aye. He reposed as a monk at Lobbes. (BAUD., CHEV., HOLW., RAMS.).

St. Hilduard the Bishop (also Hilward and Garibald, d. ca. 750). A.C., September 7.
A missionary Bishop in Flanders and founder of St. Peter’s Abbey at Dickelvenne. (BOUD,. HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Himelin of Vissenaeken (d. ca. 750). A.C., March 10.
An Irish of Scottish Priest, St. Himelin reposed at Vissenaeken, on his return from a pilgrimage to Rome. (ATT., HOLW., RAMS.).

St. Hubert, Bishop of Maestricht (d. 727). R.M., November 3.
A courtier of Pepin of Heristal. According to traditional accounts, his conversion was similar to that of St. Eustathios Placidas. He succeeded St. Lambert as Bishop of Maestricht and transferred his See to Liege. In the West, he is reckoned as the patron Saints of hunters.

St. Humbert, Abbot of Maroilles (d. ca. 680). A.C., March 25.
A disciple of St. Amandus, he became the co-founder and first Abbot of the Abbey of Maroilles in Flanders. (BAUD., CHEV., HOLW., RAMS.).

St. Ida of Nivelles (also Itta and Ita, d. 652). A.C., May 8.
Wife of Pepin of Landen. After his death, in 640, she became a Benedictine nun at Nivelles, under the guidance of her own dauqhter, St. Gertrude. (BAUD., CHEV., RAMS., ZIMM.).

St. Lambert, Bishop of Maestricht (d. 709). R.M., September 17.
Born in Maestricht, he became Bishop of this city in 668. He lost his See under the tyrant Ebroin and lived for seven years as a simple monk at the Abbey of Stavelot. Pepin of Heristal recalled him to his See. He was murdered in a village close to Liege.

St. Landelinus the Founder (7th c.). R.M., June 15.
A Hieromonk following the Benedictine Rule, he founded the Abbeys of Lobbes (654), Aulne (656), Walers (657) and Crespin (670).

Sts. Landoald and Amantus (7th c.). R.M., March 19.
According to tradition, these Saints, a Roman Priest and his Deacon, were sent by the Pope to evangelize what is now Belgium. They founded the church of Wintershoven.

St. Landrada of Munsterbilsen (d. ca. 690). A.C., July 8.
A Bendictine nun, foundress and first abbess of the Munsterbilsen Convent. (BAUD., HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Lewina the Virgin-Martyr (5th c.). A.C., July 24.
St. Lewina is said to have been a British maiden, martyred by Saxon invaders. In 1058, her relics were transferred from Seaford, in Sussex, to Berg, in Flanders. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Liephard (d. 640). A.C., February 4.
A Priest (and perhaps a Bishop), English by birth, he followed King Cadwalla to Rome and reposed on their way back to England, near Cambrai. (BAUD., HLOW., RAMS.).

St. Livinus the Hieromartyr (also Labwin, d. ca. 650). R.M., November 12.
An Irish missionary to Flanders, St. Livinus was ordained a Priest by St. Augustine of Canterbury. He was later consecrated Bishop for Ireland, but was martyred near Alost, in Brabant.

St. Maxellendis the Virgin-Martyr (d. ca. 670). A.C., November 13.
This Saint was killed at Caudry, near Cambrai, by Hardoun of Solesmes, who – in the fit of a rage - stabbed her because she wanted to be a nun and refused to marry him. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Meingold (d. ca. 892). A.C., February 8.
According to the Benedictine monks of Ramsgate, “Maingold of Huy on the Meuse was a holy man and was venerated in Belgium in the 10th c.”. According to ATT. And HOLW. The Saint “seems to have cofused with a certain Count Maingold, who was assassinated in 842”.

St. Monon the Martyr (d. ca. 645). A.C., October 18.
A hermit in Ardennes and Scottish by birth, he was martyred at Nassogne. (BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Oda, Princess of Aquitaine (d. ca. 723). A.C., October 23.
In her widowhood, St. Oda devoted herself to the care of the poor and suffering. Her relics are found in Amay, Liege. (BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Odilo, Abbot of Stavelot-Malmaundy (d. ca. 954). A.C., October 15.
A Benedictine monk of Gorze, Loraine, who raised the standard of studies and discipline at the Abbey of Stavelot-Malmaindy, where he was abbot. (RAMS., ZIMM.).

St. Omer, Bishop of Therouanne (also Audomarus, 7th c.). R.M., Sept. 4.
A Benedictine monk at Luxeuil, St. Omer was born at Constance. He became Bishop of Therouanne, Flanders. He was a great missionary and was co-founder of the Abbey of Sithin, over which he placed St. Bertimus.

St. Pepin of Landen, Duke of Brabant (d. ca. 648). A.C., February 21.
St. Pepin was the Mayor of the Palace under the Kings Clotaire II, Dagobert and Sigebert (who belonged to the Carolingian Dynasty of the French Kings). He was the husband of St. Ida and father of St. Gertrude. He is described as “a lover of peace and a constant defender of truth and justice”. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Piaton the Martyr (also Piato and Piat, d. ca. 286). R.M., October 1.
Born at Benevento, Italy, he was sent by the Pope to evangelize Tournai, where he was martyred under Maximian.

St. Ranulphus the Martyr (also Ragnulf, d. ca. 700). R.M., May 27.
He was the father of St. Hadulph, Bishop of Arras-Cambrai, and was martyred at Theles, near Arras.

St. Remaclus, Bishop of Maestricht (d. 7th c.). A.C., September 3.
A courtier and native of Aquitaine, he was appointed, after his ortdination to the Priesthood, the first abbot of the Abbey of Solignac, near Limoge, and then to the Abey of Cougnon in Luxemburg. In 648, he founded the twin Abbeys of Stavelot and Malmendy, and in 652 he became Bishop of Maestricht. (ATT., BAUD., CHEV., HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Rembert, Bishop of Hamburg-Bremen (d. 888). R.M., February 4.
Born in Flanders, he became a monk at Turholt. He shared in St. Anschar’s mission to Scandinavia and in 865 succeeded him to the See.

St. Rictrude of Marchiennes (d. 688). A.C., May 12.
Born in Gascony, she was the wife of St. Adalbald and the mother of Saints Maurontious, etc. She became the abbess and foundress of the Marchiennes Convent, in which she served for forty years. (ATT., BAUD., CHEV., HOLW., RAMS.).

St. Servatus, Bishop of Tangres (also Servais, d. 384).
He was the host of St. Athanasios the Great, when the latter was exiled to the West.

St. Sidronius the Martyr (d. ca. 270). R.M., July 11.
A Roman Martyr under Aurelian. In the Middle Ages his relicw were translated to Flanders.

St. Sigibert the King (d. 635). A.C., September 27.
Sigibert III, son of Dagobert I, was King of Austrasia (Eastern France). Under the influence of St. Pepin of Laden, St. Cunibert of Cologne, and other saintly persons, he became the founder of numerous hospitals, churches and monasteries, such as the Abbey of Stavelot-Melmendy. He died at the age of 25. (ATT., HOLW., CHEV., RAMS.).

St. Sigolinus of Stavelot-Malmendy (also Sighelm, d. ca. 670). A.C., October 29.
He was Abbot of the Abbey of Stavelot-Malmendy. (HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Theodard, Bishop of Maestricht (d. ca. 670). R.M., September 10.
Disciple of St. Remaclus and his successor as Abbot at Stavelot-Malmendy (653) and as Bishop (662). He was murdered by robbers in the forest of Bienwald.

St. Theodoric, Bishop of Arras-Cambrai (d. 863). A.C., August 5.
He was Bishop of Arras-Cambrai at the period 830 - 863. (BAUD., DUCH. FAST. EPISC.).

St. Theodulphus of Lobbes (also Thiou, d. 776). R.M., June 24.
He was the third Abbot of the Abbey of Lobbes.

St. Tillio of Solignac (also Thielman, Theau, Tilman and Hillonius, d. ca. 702). A.C. January 7.
He was born in Saxony and became a monk at Solignac. As a Priest, he evangelized Turnai and Courtai. (ATT., CHEV., RAMS., ZIMM.).

St. Ultan of Fosses and Peronne (late 7th c.). A.C., May 2.
Irish by birth, St. Ultan was the brother of Saints Fursey and Foillan. He was chaplain to St. Gertude’s convent at Nivelles and tauqht chanting to the nuns. He succeeded his brother St. Foillan in the abbacy of Fosses and Peronne. (HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Ursmar of Lobbes (d. 713). R.M., April 19.
Bishop-Abbot of the Abbey of Lobbes and founder of Aulne and Wallers.

St. Vedast, Bishop of Arras-Cambrai (also Vaast, Vaat, Gaston and Foster, d. 539). R.M., February 6.
Co-worker of St. Remigius in the conversion of the Franks. For about 40 years he was Bishop of Arras-Cambrai.

St. Vindician, Bishop of Arras-Cambrai (d. 712). A.C., March 12.
A disciple of St. Eligius, he died as hermit. With great courage, he protested against the excesses of the Merovingian Kings. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS.).

St. Vulganius the Hermit (d. ca. 704). A.C., November 3.
Irish or Welsh by birth, he evangelized Atrebati. He reposed as hermit at Arras. (BOUD., HOLW., RAMS., ZIMM.).

St. Vuglis the Bishop (d. ca. 760). A.C., February 4.
Bishop-Abbot of the Abbey of Lobbes. (BOUD., CHEV., HOLW., RAMS.).

St. Walbert (also Vaubert, d. ca. 678). A.C., May 11.
Duke of Loraaine and Count of Hainault, as well as the husband of St. Bertilia and the father of Saints Waldetrudis and Aldegundis. (BOUD., HOLW., RAMS.).

St. Waldetrudis (also Vaudru, d. ca. 688). R.M., April 9.
Daughter of Saints Walbert and Bertilia, wife of St. Vincent Madelgarus, and mother of Saints Landericus, Dentelinus, Madelbert and Aldetrudis. Aroud her convent the town of Mans, Belgium, grew up.

St. Wilfetrudis of Nivelles (d. ca. 670). A.C., November 23.
Second abbess of Nivelles Convent. (BOUD., HOLW., RAMS.).

St. Wulmar of Samer (also Ulmar, Vilmarus and Vilmer, d. ca. 684). A.C., July 20.
Founder and first Abbot of the Abbey of Samer, near Boulogne. He was previously a lay-brother (Benedictine Rule) at Hainault. (ATT., BAUD., HOLW., RAMS., ZIMM.).




















ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΣΒΑΛΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΝΟΡΘΟΥΜΒΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΪΔΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΙΝΤΙΣΦΑΡΝ


Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τό κείμενο αὐτό δημοσιεύθηκε ἀρχικά ἀνωνύμως στό Περιοδικό «Ἁγιορειτική Μαρτυρία» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου Ἁγίου Ὄρους (φ. 7/1989, σελ. 117 – 124).

Ἱστορική Εἰσαγωγή - Ἡ Χριστιανική Βρεττανία
Ἡ Βρεττανία, ἡ μεγάλη αὐτή νησιωτική χώρα ἀνάμεσα στήν Εὐρώπη καί τόν Ἀτλαντικό, δέχθηκε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ κατά τό ὄγδοο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Νέρωνα. Τό γεγονός μαρτυρεῖ ὁ Βρεττανός σοφός Γίλδας (500 – 550), ἀλλά καί ὁ Θεοδώρητος Κύρου (393 – 460) καί ὁ ἅγ. Κλήμης Πάπας Ρώμης καί οἱ Συναξαριστές. Φορέας τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος ἦταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη, πολύ διαδεδομένη καί σεβαστή παράδοση σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ πρῶτος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στή Βρεττανία ἦταν ὁ ἐνταφιαστής τοῦ Κυρίου ἅγ. Ἰωσήφ τῆς Ἀριμαθαίας, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στή Βρεττανία ἔχοντας μαζί του τό Ἅγιο Ποτήριο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί μέρος ἀπό τόν Ἀκάνθινο Στέφανο τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἱστορικά ἐξακριβωμένο, ὅτι ὁ ἅγ. Ἰωσήφ ἐγκαταστάθηκε στό Γκλάστονμπέρυ (Glastonbury). Τό ὁποῖο χρησιμοποίησε σάν κέντρο τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσεως. Ἀναφέρεται, ὅτι κάποτε οἱ βάρβαροι καί ἄξεστοι Βρεττανοί (ἀρχαῖοι Κέλτες κάτοικοι τῆς Βρεττανίας), μή κατανοώντας τό κήρυγμά του περί τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου, τόν πίεσαν φορτικά νά τούς δείξει κάποιο «σημεῖο». Ἀπογοητευμένος ὁ ἅγ. Ἰωσήφ ἀπό τήν σκληροκαρδία τῶν παγανιστῶν, ἔμπηξε θυμωμένος τό ὁδοιπορικό του ραβδί στή γῆ, τό ὁποῖο κατά παραχώρηση Θεοῦ ρίζωσε ἀμέσως, βλάστησε καί ἔδωσε ἄνθη!
Κατά τήν παράδοση αὐτό τό ραβδί προέρχοταν ἀπό τόν θάμνο πού φύτρωσε στήν Παλαιστίνη, ὅταν ὁ ἅγ. Ἰωσήφ φύτεψε ἕνα ἀπό τά ἀγκάθια τοῦ στεφάνου τοῦ Κυρίου, πρίν φύγει γιά τό ἱεραποστολικό του ταξίδι. Τρία καί μεγάλα θαύματα ἔδειξε ὁ Πανάγιος Θεός σ’ αὐτό τό ραβδί – φυτό:
α. Τό πρῶτο εἶναι ὁ θαυματουργικός τρόπος τῆς δημιουργίας τοῦ δένδρου.
β. Τό δεύτερο εἶναι ὅτι τό δένδρο – πού σώζεται ἀκόμη στήν αὐλή τοῦ Ἀββαείου τοῦ ἁγ. Ἰωάννη στόν Γκλάστονμπέρυ - ἀνθίζει δύο φορές τόν χρόνο, μία τήν Ἄνοιξη φυσιολογικά καί ἄλλη μία στήν καρδιά τοῦ χειμῶνα καί γιά μία μόνο ἡμέρα, τό βράδυ τῆς 24ης πρός 25η Δεκεμβρίου, κατά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων!
Μία ὄμορφη παράδοση θέλει τά πρῶτα ἄνθη τῆς δευτέρας αὐτῆς θαυματουργικῆς ἀνθοφορίας, νά προσφέρονται στόν ἑκάστοτε Βασιλέα τῆς Ἀγγλίας!
γ. Τό τρίτο θαῦμα εἶναι τό γεγονός, ὅτι τό δένδρο – τοῦ ὁποίου τό ἐπιστημονικό ὄνομ εἶναι Oxyacanthus Peris - ἐνῶ φύεται μόνο στήν Παλαιστίνη καί σέ κανένα ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου, παραδόξως φύεται καί στό Γκλάστενμπέρυ καί μάλιστα σ’ ἕνα μόνο σημεῖο του! Κάθε προσπάθεια μεταφυτεύσεως, ἔστω καί λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα ἀπό τό ἀρχικό δένδρο τοῦ θαύματος, ἀποβαίνει ἄκαρπη!
Σύμφωνα μέ τήν ἁγιολογική παράδοση, πρῶτος Ἐπίσκοπος Βρεττανίας χρημάτισε ὁ ἅγ. Ἀριστόβουλος (Κύπριος μαθητής τοῦ ἀπ. Παύλου, Ἀπόστολος ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα. Βλ. Συναξαριστή 1ης Μαρτίου). Κατά τόν Ὅσιο Ἱερομόναχο καί μεγάλο Βρεττανό ἱστορικό Βέδδα τόν Αἰδέσιμο (Bede the Venerable, 673 - 735), τό ἔτος 182 μ. Χ. ὁ Βασιλεύς τῶν Βρεττανῶν Λούκιος ζήτησε ἀπό τόν Πάπα Ἐλευθέριο νά σταλεῖ Ἐπίσκοπος γιά νά τόν βαπτίσει. Τότε ὁ Πάπας ἔστειλε τούς Ἁγίους Δαμιανό καί Φουγέντιο.
Τό 314 οἱ Ἐπίσκοποι Ὑόρκης Ἐβόριος, Λονδίνου Ρεστιτοῦτος καί Κόλτσεστερ Ἀδέλφιος μέ δύο Πρεσβυτέρους καί ἕνα Διάκονο, πῆραν μέρος στήν Τοπική Σύνοδο κατά τοῦ Δονατισμοῦ πού συγκλήθηκε στήν Γαλλική πόλι Ἀρελάτη (Arles). Ἐπίσης Βρεττανοί Ἐπίσκοποι πῆραν μέρος στίς Τοπικές Συνόδους τῆς Σαρδικῆς (343) καί τοῦ Ἀριμινίου (359).
Τήν πρώϊμη ἀνάπτυξη τοῦ Χριστιανισμοῦ στή Βρεττανία ἀνέκοψαν οἱ κατακτήσεις τῶν Ἰουτῶν, τῶν Ἄγγλων καί τῶν Σαξώνων. Οἱ ἀρχαῖοι Βρεττανοί, οἱ Κέλτες, ἤδη Χριστιανοί, ἀπωθήθηκαν στά ὀρεινά, στίς ἄγριες ἀκτές τῆς Κορνουάλλης, στήν Οὐαλλία καί στά νησιά, ἐνῶ ἄλλοι πέρασαν στή Γαλλική ἀκτή, στή σημερινή Βρεττάνη. Ἡ Ἐκκλησία τῶν ἀρχαίων Βρεττανῶν, γνωστή ὡς Κελτική, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπομονώθηκε ἀπό τήν οἰκουμενική Ἐκκλησία καί διαφοροποιήθηκε στό θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τῆς κόμης τῶν κληρικῶν, κ.ἄ.
Οἱ κατακτητές Ἀγγλοσάξωνες, οἱ Οὐαλλοί, οἱ βάρβαροι Πίκτες καί Σκῶτοι τοῦ βορρᾶ, ἐκχριστιανίσθηκαν δύσκολα, χάρις στίς προσπάθειες τῆς Κελτικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Παπῶν τῆς Ρώμης. Σέ μία ἐποχή πού τήν διέκριναν ἡ ἀμάθεια καί ἡ βαβαρότητα τῶν ἠθῶν, σέ μία χώρα διηρημένη σέ ἑπτά βασίλεια πού διαρκῶς ἀλληλοσπαράσσονταν ἀπό ἐμφυλίους πολέμους, ἔδρασαν ἅγιοι ἱεραπόστολοι καί ἀνείχθηκαν δεκάδες Ἅγιοι. Δυστυχῶς τούς Ἁγίους αὐτούς οἱ Ἕλληνες τούς γνωρίζουμε ἐλάχιστα. Καί ὅμως κάποια στιγμή τέθηκε καί ἑλληνική σφραγίδα στό οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βρεττανίας, μέ τήν ἀνάδειξη ἀπό τόν Πάπα Βιταλιανό τοῦ Ἕλληνα Μοναχοῦ Θεοδώρου ἀπό τήν Ταρσό (+ 690), σέ Ἀρχιεπίσκοπο Καντέρμπουρυ.
Ἀπό τόν 8ο αἰ., λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Βίκιγκς - Δανῶν, τό οἰκοδόμημα τῆς Βρεττανικῆς Ἐκκλησίας ἄρχισε νά καταστρέφεται. Εἶχαν προηγηθεῖ αἰῶνες ἀντιπαραθέσεως καί διαμάχης τῆς Κελτικῆς μέ τήν Ἀγγλοσαξωνική Ἐκκλησία, μέ κύριο πρόβλημα τήν ἐξάρτηση ἤ μή ἀπό τόν Πάπα Ρώμης.Ἡ βαθμιαία ἀπορρόφησις τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κελτῶν κατά τήν Σύνοδο τοῦ Γουϊτμπυ (633-634) ὑποστηρίζεται, ὅτι ἔβλαψε σημαντικά τόν Χριστιανισμό στή Βρεττανία, μέ τήν ἐπικράτηση τοῦ Λατινικοῦ νομικιστικοῦ πνεύματος.
Ἡ Ὀρθοδοξία στή Βρεττανία ἔφθασε στό ἱστορικό της τέλος μέ τόν θάνατο τοῦ ἁγίου Βασιλέως Ἐδουάρδου τοῦ Ὁμολογητοῦ (+ 1065) καί τήν ἐπικράτηση τῶν ἐκλατινισμένων Νορμανδῶν, σέ ὅλο σχεδόν τό φάσμα τῆς κοινωνικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τό 1066, μέ τόν Γουλιέλμο τόν Κατακτητή. Ἔκτοτε ἡ Βρεττανία συνέχισε τήν ἱστορική της πορεία δεμένη στό ἅρμα τοῦ Παπισμοῦ, μέχρις ὅτου ἡ αἵρεση τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί ἡ δημιουργία τοῦ Ἀγγλικανισμοῦ σάρωσαν τά πάντα.
Κατά τόν Ἐπίσκοπο Τελμησσοῦ Χριστόφορο Κομμοδάτο, σήμερα «οὐδείς Βρεττανός ἐπικαλεῖται τάς πρεσβείας τῶν Ἁγίων καί τάς εὐχάς των.Ἐλάχιστοι γνωρίζουν τούς βίους των καί πολύ λιγώτεροι τούς βλέπουν ὡς πνευματοφόρους καί προσπαθοῦν νά τούς μιμηθοῦν». Καί τοῦτο διότι, «τό ἰδεῶδες δι’ αὐτούς εἶναι νά φθάσουν εἰς τά μέτρα τοῦ τζέντλεμαν καί τῆς λαίδης καί τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Ἡ τυπολατρεία, ὁ μοραλισμός καί ἡ νοησιαρχία εἶναι χαρακτηριστικά των ἰδιώματα, ἐνῶ ἡ καρδία των ἔπαυσε νά ἐθίζεται εἰς τήν ἀποδοχήν τῆς Θείας Χάρι-τος» (Χριστοφόρου Κων. Κομμοδάτου, Ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», 1985, σελ. 28 – 29).
Καί ὅμως οἱ Βρεττανική Ἐκκλησία ἔχει προσφέρει χιλιάδες Ἁγίων στό Θεό. Τό Ἅγιο Πνεῦμα χαρίτωσε πολλές ἐκλεκτές ψυχές τῆς χώρας αὐτῆς, χωρίς νά διακρίνει γηγενεῖς Βρεττανούς καί Ἰρλανδούς ἤ κατακτητές Ἀγγλοσάξωνες. Τό μοναστικά ἰδεώδη τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς βιώθηκαν ἀπό δεκάδες χιλιάδες κατοίκων τῶν Βρεττανικῶν νησιῶν. Ἀκόμη καί σήμερα μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (ὅπως ἡ Νῆσος τοῦ Ἀνθρώπου, ἡ Νῆσος Ἀϊόνα καί ἡ Κορνουάλη), εἶναι γεμᾶτες ἀπό ἀρχαῖα ἐρείπια πού ἀνήκουν σέ μονές, ἐρημητήρια καί ἡσυχαστήρια. Παμπάλαια Ἀββαεῖα (ὅτι ἀπέμεινε ἀπό τίς καταστροφές τῶν Διαμαρτυρομένων), μαρτυροῦν τήν παλαιά ἐκκλησιαστική δόξα τῆς χώρας αὐτῆς. Κυρίως ὅμως ἕνας μεγάλος ἀριθμός Ἁγίων της – δεκάδες Μάρτυρες, Ὅσιοι, ἅγιοι Βασιλεῖς, φωτισμένοι Ἱεράρχες, ἀκούραστοι Ἱεραπόστολοι, λόγιοι Διδάσκαλοι καί ἐργάτες τῶν Γραμμάτων – κοσμοῦν τό Ἁγιολόγιο τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας καί μαρτυροῦν γιά τό βαθειά Ὀρθόδοξο Χριστιανικό παρελθόν της.

Οἱ Ἅγιοι Ὀσβάδος ὁ Βασιλεύς καί Ἀϊδανός ὁ Ἐπίσκοπος
Ὁ ἅγ. Ὀσβάλδος (Oswald) ἦταν γιός τοῦ εἰδωλολάτρου Ἀγγλοσάξωνος Βασιλέως τῆς Νορθουμβρίας Ἐθελφρίδου (Ethelfrith), ὁ ὁποῖος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά τῶν ἐπίσης Ἀγγλοσαξώνων Ἐδουϊνου (Edwin) καί Ρεδαβάλδου (Redwald). (Ἡ Νορθουμβρία ἦταν μεγάλη γεωγραφική περιοχή τῆς βόρειας Βρεττανίας, ἀποτελούμενη ἀπό τά Ἀγγλοσαξωνικά βασίλεια τῆς Βερνικίας - Bernicia καί τῆς Δέϊρας - Deira. ἡ πλέον γνωστή πόλις της εἶναι ἡ Ὑόρκη).
Ἀπό αὐτούς ὁ Ἐδουϊνος ἔγινε Βασιλεύς τῆς Νορθουμβρίας καί ἐκχριστιανίσθηκε μαζί μέ τόν λαό του. Βαπτίσθηκε στήν Ὑόρκη ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Παυλῖνο, τό Πάσχα τοῦ 627. Μετά τήν βάπτισή του ὁ λαός τοῦ βασιλείου προσήρχετο ἀθρόως στό Χριστιανισμό καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν ἀκόμη ναοί καί βαπτιστήρια, βαπτίζονταν στίς λίμνες καί τά ποτάμια. Ὁ Ἐδουϊνος ἔγινε πραγματικός Χριστιανός καί βοήθησε σημαντικά τήν Ἐκκλησία καί τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς. Σκοτώθηκε σέ μάχη τό 633, σέ ἡλικία 48 ἐτῶν, καί τιμᾶται ὡς Ἅγιος τήν 4η Ὀκτωβρίου.
Κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἐδουϊνου ὁ Πρίγκιπας Ὀσβάλδος καί οἱ ἀδελφοί του Ὄσρικ (Osric) καί Ἔανφριδ (Eanfrid) μεγάλωσαν ἐξόριστοι στή Σκωτία, ὅπου καί βαπτίσθηκαν. Μετά τόν θάνατό του (633), ὁ μέν Ὄσρικ ἔλαβε τό βασίλειο τῆς Δέϊρας, ὁ δέ Ἐανφρίδος τό βασίλειο τῆς Βερνικίας.
Ἀτυχῶς οἱ δύο ἀδελφοί Βασιλεῖς μετά τήν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας ἐπέστρεψαν στήν εἰδωλολατρία, καταστρέφοντας τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ ἁγίου Βασιλέως Ἐδουϊνου. Κατά τόν Βρεττανό Ἱστορικό ὅσ. Βέδα τόν Αἰδέσιμο, ἡ τιμωρία τους ἦρθε μέσῳ τοῦ Βρεττανοῦ Βασιλέως Καδουάλλα (Cadwalla), ὁ ὁποῖος τόν μέν ἕνα σκότωσε σέ μάχη, τόν δέ ἄλλο μέ δόλο, ὅταν πῆγε νά διαπραγματευθεῖ μαζί του.
Ὁ Πρίγκιπας Ὀσβάλδος - προκειμένου νά ἀντιμετωπίσει τόν σφετεριστή Καδουάλλα, ὁ ὁποῖος κυβέρνησε τυραννικά τήν Νορθουμβρία γιά ἕνα χρόνο – δημιούργησε ἕνα μικρό στράτευμα καί συγκρούσθηκε μαζί του. Τήν προηγουμένη τῆς μάχης ὁ Ὀσβάλδος διέταξε τήν κατασκευή ἑνός πολύ μεγάλου ξύλινου Σταυροῦ, τόν ὁποῖο ὕψωσε σέ ἕνα μικρό λόφο πού δέσποζε τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Μπροστά στό Σταυρό αὐτό ὁ Ὀσβάλδος προσευχήθηκε γονατιστός καί ἐναπέθεσε τίς ἐλπίδες του στό Θεό. Πράγματι, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νίκησε στό δίκαιο ἀγῶνα του τό πολύ μεγαλύτερο στράτευμα τοῦ ἀντιπάλου του, ὁ ὁποῖος καί σκοτώθηκε στή μάχη (634). Ἔκτοτε τό σημεῖο ἐκεῖνο ὀνομάσθηκε Ἀγρός τοῦ Οὐρανοῦ, διότι ὅλοι ἀναγνώρισαν ὅτι ἐκεῖ εἶχε συντελεστεῖ ἕνα μεγάλο θαῦμα. Ἐπί σειρά αἰώνων οἱ πιστοί Βρεττανοί συνήθιζαν νά προσκυνοῦν τόν Σταυρό καί νά παίρνουν γιά εὐλογία μικρά κομμάτια ξύλου ἤ ἀπό τά βρύα πού φύτρωναν πάνω του! Ἄν κάπου ὑπῆρχε ἀσθενής, ἐπικρατοῦσε ἡ συνήθεια νά ἁγιάζουν νερό μέ τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ καί νά τό δίνουν στόν πάσχοντα. Μέ τόν τρόπο αὐτό εἶχαν γίνει πολλά θαύματα. Ἀκόμη στό σημεῖο ἐκεῖνο οἱ μοναχοί τῆς γειτονικῆς Μονῆς Ἔξαμ (Hexham), συνήθιζαν νά κάνουν ἀγρυπνία κατά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τοῦ Ὀσβάλδου, ἐνῶ ἀργότερα κτίσθηκε ναός.
Ἕνα ἀπό τά θαύματα πού μαρτυροῦνται γιά τόν Σταυρό ἐκεῖνο, ἔγινε σέ κάποιο μοναχό τῆς ἀνωτέρω μονῆς ὀνόματι Βότχελμο (Botheim), ὁ ὁποῖος εἶχε σπάσει τό χέρι του ἀπό πτῶσι στόν πάγο. Βασανιζόμενος ἀπό ἀφόρητους πόνους, ἔμαθε ὅτι κάποιος ἀπό τήν ἀδελφότητα ἐπρόκειτο νά ἐπισκεφθεῖ τόν Σταυρό στόν Ἀγρό τοῦ Οὐρανοῦ καί τόν παρεκάλεσε νά τοῦ φέρει μία εὐλογία ἀπό αὐτόν. Ὁ μοναχός ἐπέστρεψε στή μονή τήν ὥρα πού οἱ πατέρες ἔτρωγαν τό βραδυνό τους φαγητό καί ἔδωσε στόν πάσχοντα ἕνα ἀπό τά βρύα πού φύτρωναν πάνω στό Σταυρό. Ἐκεῖνος, μή ἔχοντας πού νά τό βάλει, τό τοποθέτησε στό στῆθος του, κάτω ἀπό τό ἔνδυμά του. Τήν νύχτα ἔνοιωσε κάτι κρύο στά πλευρά του καί ἁπλώνοντας τό τραυματισμένο χέρι του ἔπιασε τό βρύο. Τότε διαπίστωσε, ὅτι τό χέρι του εἶχε θεραπευθεῖ!
Τό 635 ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος ζήτησε ἀπό τούς Γέροντες τῆς Μονῆς Ἀϊόνα στή Σκωτία, νά στείλουν στή χώρα του ἕναν Ἐπίσκοπο γιά νά κηρύξει τόν Χριστιανισμό καί νά ἀποκαταστήσει τήν ἐκκλησιαστική τάξη πού εἶχε διαταραχθεῖ ἀπό τήν ἀποστασία τῶν ἀδελφῶν του. (Ἡ Ἀϊόνα εἶναι νησί στά δυτικά τῆς Σκωτίας. Χωρίζεται ἀπ’ αὐτή μέ ἕνα μικρό πορθμό. Ὑπῆρξε μεγάλο μοναστικό κέντρο καί ἀνέδειξε δεκάδες Ὁσίους Πατέρες. Ὁ Μοναχισμός εἶχε μεταφυτευθεῖ ἐκεῖ ἀπό τήν Ἰρλανδία.).
Οἱ Σκῶτοι ἔστειλαν ἀρχικά τόν Μοναχό Κορμάνο (Corman), ὁ ὁποῖος ὅμως - φύσει αὐστηρός - ἀπέτυχε στίς σχέσεις του μέ τούς Ἀγγλοσάξωνες. Μετά τό γεγονός αὐτό συγκλήθηκε Σύνοδος καί ἀποφασίσθηκε νά ἀναλάβει τήν ἱεραποστολή ὁ Μοναχός Ἀϊδανός (Aidan), ὁ ὁποῖος καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος.
Ὁ ἅγ. Ἀϊδανός ἦταν Ἰρλανδός στήν καταγωγή. Ἡ ἱεραποστολική του μέθοδος ἦταν ἀποτελεσματική καί σύντομα βαπτίσθηκαν χιλιάδες εἰδωλολάτρες. Ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος δώρησε στόν ἅγ. Ἀϊδανό τήν νῆσο Λίντισφαρν, γιά ἐπισκοπική του ἕδρα. (Τό Λίντισφαρν εἶναι νησί τοῦ βασιλείου τῆς Βερνικίας, πολύ κοντά στήν πρωτεύουσα Bamburgh. Ὑπῆρξε μεγάλο μοναστικό κέντρο, ἀνέδειξε πολλούς Ἁγίους καί ἐπηρέασε σημαντικά τήν πνευματική ζωή στή Βρεττανία).
Ἡ κατά Θεόν συνεργασία τῆς εὐλογημένης αὐτῆς δυάδος, τοῦ Βασιλέως Ὀσβάλδου καί τοῦ Ἐπισκόπου Ἀϊδανοῦ, ἔφερε στό βασίλειο τῆς Νορθουμβρίας πλούσιους καρπούς: Κτίσθηκαν ναοί, δωρήθηκαν ἐδάφη γιά τήν δημιουργία μονῶν, καλλιεργήθηκαν οἱ Τέχνες καί τά Γράμματα καί ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν τά βάρβαρα ἤθη.
Καί οἱ δύο ἡγέτες τοῦ βασιλείου, πολιτικός καί πνευματικός, ἦταν ὑποδείγματα ἀρετῆς. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀϊδανός, ἄν καί γεροντικῆς ἡλικίας, ἀρνιόταν πεισματικά νά χρησιμοποιεῖ ἄλογο στίς μετακινήσεις του. Σκοπός τῆς ζωῆς του ἦταν μόνον ἡ ἱεραποστολή. Μάλιστα, ἐπειδή στήν ἀρχή δέν γνώριζε τήν γλῶσσα, ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος πού εἶχε μεγαλώσει στή Σκωτία, τόν συνόδευε στίς ἀποστολές του καί μετέφραζε τά κηρύγματά του!
Ὁ ἅγ. Ἀϊδανός θεωρεῖται ὁ Φωτιστής τῆς βορείου Βρεττανίας, διότι τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου Ἀρχιεπισκόπου Καντέρμπουρυ (+ 605, 26η Μαϊου), δέν εἶχε προχωρήσει τόσο βόρεια. Κέντρο τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ ἦταν - ὅπως προαναφέρθηκε – τό νησί Λίντσφαρν, στό ὁποῖο μορφώθηκαν πολλοί νέοι καί ἀναδείχθηκαν πολλοί Ἅγιοι.
Παράλληλα ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος ἦταν ταπεινός, εὔσπλαχνος καί ἐλεήμων. Ἀναφέρεται τό ἀκόλουθο χαρακτηριστικό περιστατικό: Κάποιο Πάσχα ὁ Βασιλεύς συνέτρωγε μέ τόν Ἐπίσκοπο. Μπροστά τους βρισκόταν ἕνας περίτεχνος ἀσημένιος δίσκος, γεμᾶτος ἐκλεκτά φαγητά. Κάποια στιμή πληροφόρησαν τόν Ὀσβάλδο, ὅτι πολλοί πτωχοί περίμεναν στήν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ τήν ἐλεημοσύνη του. Ἀμέσως ὁ Ὀσβάλδος ἔδωσε τόν δίσκο σέ ἕναν ὑπασπιστή μέ τήν ἐντολή, ἀφοῦ μοιραστοῦν τά φαγητά, νά κοπεῖ καί ὁ δίσκος σέ κομμάτια καί νά μοιραστεῖ στούς πτωχούς! Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀϊδανός, βλέποντας τήν ἐλεημοσύνη τοῦ Ἡγεμόνα, ἔπιασε συγκινημένος τό δεξί του χέρι καί ἀνεφώνησε: «Εἶθε τοῦτο τό χέρι νά εἶναι πάντα δυνατό καί δοξασμένο». Ἡ εὐχή αὐτή ἐκπληρώθηκε ἀργότερα, μετά τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως.
Ὁ Ὀσβάλδος, μέ τήν σύνεση καί τήν ἁγιότητά του ἕνωσε τά βασίλεια τῆς Δέϊρας καί τῆς Βερνικίας. Τήν 5η Αὐγούστου 642 ἔπεσε μαχόμενος κατά τοῦ εἰδωλολάτρη Βασιλέως τῆς Μερκίας Πέντα (Penda). Ἦταν μόλις 38 ἐτῶν! Τό τέλος του ὑπῆρξε μαρτυρικό. Ἐνῶ προσεύχονταν γιά τίς ψυχές τῶν σωματοφυλάκων του, οἱ εἰδωλολάτρες τόν ἀποκεφάλησαν καί μέ διαταγή τοῦ Πέντα τόν τεμάχισαν τελετουργικά, πρός τιμήν τοῦ θεοῦ τους Γουόντεν (Woden) καί κάρφωσαν τό κεφάλι καί τά δύο χέρια του σέ κοντάρια! Ἕνα χρόνο ἀργότερα, ὅταν ὁ ἀδελφός καί διάδοχός του Ὄσγουϊ (Oswy) κατέλαβε τήν περιοχή, βρῆκε τά Λείψανα τοῦ Βασιλομάρτυρα ἀδελφοῦ του ἀπό τά ὁποῖα ἡ μέν Κάρα καί τό ἀριστερό χέρι εἶχαν ὑποστεῖ τήν φυσική φθορά, τό δεξί ὅμως χέρι, αὐτό πού εἶχε πιάσει εὐχόμενος ὁ ἅγ. Ἀϊδανός, εἶχε μείνει ἀδιάφθορο!
Ὁ νέος Ἡγεμόνας κατέθεσε τήν ἀδιάφθορη δεξιά καί τά Λείψανα τῆς ἀριστερᾶς τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου σέ ἀσημένια λειψανοθήκη καί τά ἀποθησαύρισε στό Ναό τοῦ ἁγ. Πέτρου, στήν πρωτεύουσα Βαμβούργο
(Bamburgh), τήν δέ Κάρα ἀποθησαύρισε στή Μονή τοῦ Λίντισφαρν. Τά λοιπά Λείψανα παραδόθηκαν στό Ἀββαεῖο τοῦ Μπάρντνεϋ (Bardey), κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθῆκες:
Τήν μονή αὐτή τιμοῦσε ἰδιαίτερα ἡ κόρη τοῦ νέου Βασιλέως καί ἀνηψιά τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου Πριγκίπισσα Ὀστρίδη (Osthryd). Ἐπιθυμοῦσε λοιπόν τά Λείψανα τοῦ Μάρτυρος θείους της νά ἀναπαυθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Μερκιανοί μοναχοί τῆς μονῆς ὅμως, ἄν καί ἀναγνώριζαν τήν ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, δέν τά δέχθηκαν γιά καθαρά φυλετικούς λόγους. Ἄφησαν, λοιπόν, τήν ἄμαξα πού τά μετέφερε ἔξω ἀπό τήν μονή ὅλη τήν νύκτα, χωρίς νά ἐπιτρέψουν τήν εἴσοδο! Ὁ Θεός ὅμως - θέλοντας ἀφ’ ἑνός μέν νά δοξάσει τόν δοῦλο Του, ἐφ’ ἑτέρου δέ νά καταδικάσει τήν κακία τοῦ φυλετικοῦ μίσους - ἔδειξε τό ἑξῆς θαυμαστό σημεῖο: Στήλη φωτός ἀπό τόν οὐρανό, ὁρατή σέ ὅλη τήν ἐπαρχία τοῦ Λίντσεϋ (Lintsey), φώτιζε ὅλη τήν νύκτα τά τίμια Λείψανα! Τό πρωϊ μετανοημένοι οἱ μοναχοί ὑποδέχθηκαν μέ ὕμνους τά Λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος καί τόν εὐχαρίστησαν πού προτίμησε τό μοναστήρι τους γιά νά ἀναπαυθεῖ. Κατά τήν συνήθειά τους ἔπλυναν τά Λείψανα καί στή συνέχεια τά τοποθέτησαν σέ λάρνακα μέσα στό ναό, ὑψώνοντας πάνω ἀπό τήν λειψανοθήκη τό λάβαρο τοῦ Μάρτυρος Βασιλέως.
Τό νερό μέ τό ὁποῖο πλύθηκαν τά ἅγια Λείψανα χύθηκε σέ μία γωνία τοῦ κοιμητηρίου τῆς μονῆς. Ἀπό τότε τό χῶμα στό σημεῖο αὐτό εἶχε τήν χάρι νά φυγαδεύει τά πονηρά πνεύματα, ὅπως ἀποδεικνύει καί τό ἀκόλουθο περιστατικό:
Κάποτε ἡ Πριγκίπισσα Ὀστρίδη βρισκόταν στή μονή. Ἐκεῖ τήν ἐπισκέφθηκε γιά νά ὑποβάλει τόν σεβασμό της ἡ Μοναχή Ἐθελχίλδη (Ethelhild), Ἡγουμένη γειτονικῆς μονῆς. Συζητῶντας μέ τήν Πριγκίπισσα ἡ Ἡγουμένη ἀνέφερε, ὅτι εἶχε δεῖ καί ἐκείνη τήν στήλη τοῦ φωτός πάνω ἀπό τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, ἡ δέ Πριγκίπισσα τήν πληροφόρησε ὅτι κατά τούς πατέρες τῆς μονῆς, τό χῶμα στό ὁποῖο εἶχε χυθεῖ τό ἀπόπλυμα τῶν Λειψάνων ἔδιωχνε τούς δαίμονες. Ἡ Ἡγουμένη τότε ζήτησε καί ἔλαβε λίγο ἀπό τό χῶμα αὐτό, τό ὁποῖο φύλαξε σέ ἕνα σακουλάκι. Ἀργότερα, ὅταν ἔφεραν στό μοναστήρι της μία δαιμονισμένη, ἡ πάσχουσα θεραπεύθηκε μόνο μέ τήν θέα τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ!
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔδειξε θαύματα ὄχι μόνο μέσῳ τῶν τιμίων Λειψάνων τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου καί τοῦ Σταυροῦ πού ὕψωσε στό πεδίο τῆς μάχης, ἀλλά καί μέ τό χῶμα τοῦ σημείου ὅπου ἔπεσε μαχόμενος, ἀκόμη καί μέ τούς πασάλους πάνω στούς ὁποίους κάρφωσαν τά μέλη του! Τά ἀκόλουθα θαύματα ἀναφέρονται στήν «Ἱστορία τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας του» τοῦ ἁγ. Βέδα.
Κάποτε ἕνας ταξιδιώτης περνοῦσε μέ τό ἄλογό του ἀπό τό λιβάδι πού ἔγινε ἡ μέχη καί φονεύθηκε ὁ ἅγ. Ὀσβάλδος. Τότε τό ἄλογό του ἔπεσε κάτω καί ἄρχισε νά σπαράζει βγάζοντας σπαρακτικές κραυγές. Ὁ χωρικός, ἄν καί προσπάθησε νά τό βοηθήσει, δέν μπόρεσε νά κάνει τίποτα. Τότε ἄρχισε νά τό σέρνει πρός τό σημεῖο πού εἶχε πέσει τό ματωμένο σῶμα τοῦ ἁγίου Βασιλέως. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ τό ἄλογο ἡρέμησε, σταμάτησε τίς κραυγές καί δυναμωμένο συνέχισε τόν δρόμο του!
Στή συνέχεια τοῦ ταξιδιοῦ του ὁ χωρικός ἔφθασε σ’ ἕνα χάνι. Ἐκεῖ διαπίστωσε, ὅτι ἡ κόρη τοῦ ἰδιοκτήτη ἦταν παράλυτη. Διηγήθηκε τότε τι εἶχε συμβεῖ μέ τό ἄλογό του καί συνέστησε στούς συγγενεῖς τῆς κοπέλας νά τήν μεταφέρουν στό σημεῖο ἐκεῖνο. Πράγματι ἡ ἀσθενής μεταφέρθηκε μέ ἕνα φορεῖο καί ἔμεινε ἐκεῖ ὅλη τήν νύκτα προσευχομένη. Ὅταν ξύπνησε τό πρωϊ ζήτησε νερό, ἔπλυνε τό πρόσωπό της, χτένισε τά μαλλιά της καί γύρισε στό χάνι μέ τά πόδια, ὑγιής ὅσο ποτέ ἄλλοτε!
Μία ἄλλη φορά ἕνας ταξιδιώτης, περνώντας ἀπό τό πεδίο τῆς μάχης διαπίστωσε, ὅτι ἕνα σημεῖο τοῦ λιβαδιοῦ ἦταν πιο πράσινο καί πιο ἀνθισμένο ἀπό τό ὑπόλοιπο. Τοῦτο τό θεώρησε σάν σημεῖο πού φανέρωνε, ὅτι ἐκεῖ εἶχε πέσει ἕνας πολεμιστής μεγάλης ἁγιότητος, γι’ αὐτό καί πῆρε λίγο χῶμα γιά εὐλογία. Συνεχίζοντας τόν δρόμο του ἔφθασε τό βράδυ σ’ ἕνα χωριό καί φιλοξενήθηκε στήν καλύβα μιᾶς οἰκογένειας. Πρίν κοιμηθεῖ, κρέμασε τό σακουλάκι μέ τό χῶμα τοῦ λιβαδιοῦ σέ ἕνα δοκάρι. Ὅταν τήν νύχτα ξέσπασε πυρκαγιά, ὅλα κάηκαν ἐκτός ἀπό τό δοκάρι ἀπό τό ὁποῖο κρέμονταν τό σακουλάκι!
Στό σχολεῖο τοῦ Ἀββαείου τοῦ Μπάρντνεϋ, ὅπου φυλάσσονταν τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, φοιτοῦσε κάποτε ἕνα παιδί πού ἀργότερα ἔγινε μοναχός. Κάποτε τό παιδί ἀρρώστησε ἀπό πυρετό καί ρίγη. Τότε ἕνας ἀπό τούς παλαιούς μοναχούς τοῦ συνέστησε νά σταθεῖ κοντά στή λάρνακα τοῦ Ἁγίου, μέχρι νά τοῦ φύγει ὁ πυρετός. Πράγματι μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία τοῦ παιδιοῦ, τό ὁποίου ἔμεινε γιά πάντα στό Ἀββαεῖο καί ἔγινε μοναχός.
Ἡ φήμη τῶν θαυμάτων τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου δέν ἔμεινε μέσα στά ὅρια τῆς Βρεττανίας, ἀλλά διαδόθηκε γρήγορα, κυρίως στήν Ἰρλανδία καί τήν Γερμανία. Ὁ ἀγγλικῆς καταγωγῆς ἅγ. Willibrord, ὁ Φωτιστής τῶν Φρισίων (ἀρχαίων Ὀλλανδῶν) καί Ἀρχιεπίσκοπος Οὐτρέχτης, διηγεῖται τά ἀκόλουθα ἀπό τόν καιρό τῆς δωδεκάχρονης παραμονῆς του στήν Ἰρλανδία:
«Τόν καιρό πού μία μεγάλη ἐπιδημία πανώλους ἀποδεκάτιζε τήν Βρεττανία καί τήν Ἰρλανδία, ἀρρώστησε καί ἕνας λόγιος Σκῶτος πού ζοῦσε στήν Ἰρλανδία. Βλέποντας τόν θάνατό του νά πλησιάζει ἦρθε σέ συναίσθηση τῆς καταστάσεώς του καί μέ κάλεσε νά τόν ἐξομολογήσω. «Βλέπω ἀπό τώρα – εἶπε - τίς φλόγες τῆς κολάσεως. Ἄν ὅμως μέ σώσει ὁ Θεός, ὑπόσχομαι νά ἀλλάξω ζωή. Ἔχω ἀκούσει γιά τόν ἅγιο Βασιλέα σας Ὀσβάλδο. Σᾶς παρακαλῶ, ἄν ἔχετε Λείψανά του, νά μέ εὐλογήσετε». Τοῦ εἶπα, ὅτι εἶχα ἕνα κομματάκι ἀπό τόν πάσαλο στόν ὁποῖο κάρφωσαν τήν τιμία Κάρα του καί πῶς, ἄν εἶχε πίστι, ὁ Θεός ὄχι μόνον θά τόν ἔσωζε, διά πρεσβειῶν τοῦ δούλου Του, ἀλλά θά τοῦ ἔδινε καί πολλά χρόνια ἀκόμα. Μέ διαβεβαίωσε γιά τήν πίστι του. Τότε ἐγώ ἔβαλα τό ξύλο σέ λίγο νερό καί τοῦ τό ἔδωσα νά τό πιεῖ. Πράγματι θεραπεύθηκε καί ἔζησε χριστιανικά γιά πολλά ἀκόμη χρόνια, μετανοημένος καί τακτοποιημένος».
Πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου ἔχουν ἀνεγερθεῖ τουλάχιστον 67 ναοί. Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 9η Αὐγούστου.
Ὁ ἅγ. Ἀϊδανός κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 651, λίγο μετά τόν θάνατο τοῦ φίλου του καί διαδόχου τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, ἁγίου Βασιλέως Ἐσγουϊνου (Oswin) καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ Λίντισφαρν. Τήν στιγμή τοῦ θανάτου του ἕνας ἀθῶος νεαρός βοσκός, ὁ ἔπειτα Ἐπίσκοπος Λίντισφαρν ἅγ. Κουθβέρτος (Cuthbert), εὑρισκόμενος μέ τό κοπάδι του στούς λόφους πάνω ἀπό τήν μονή, εἶδε τήν μακαρία ψυχή τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ νά ἀνέρχεται στόν οὐρανό, περιβεβλημένη ὑπερκόσμιο φῶς! Τό ὅραμα αὐτό τόν παρακίνησε νά ἀφιερωθεῖ καί ὁ ἴδιος στό Θεό καί νά γίνει μοναχός (*).
Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ τιμᾶται τήν 31η Αὐγούστου.
…………………………………………………………………………………………...........................................................
(*). Ὁ ἅγ. Κουβέρτος εἶναι ἀπό τούς πλέον γνωστούς Ἁγίους τῆς Σκωτίας. Μετά τό ὅραμα τῆς κοιμήσεως τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ, ἐντάχθηκε στή Μονή τοῦ Μέλροζ (Melrose) καί ὑποτάχθηκε στόν ὅσ. Ἤτα (Eata). Ἐκεῖ ἀπέκτησε θεολογική παιδεία καί ἄρχισε ἱεραποστολικές περιοδείες. Μέ τήν πίεση τοῦ Βασιλέως Ἐγφρίδου (Egfried), τῶν Ἐπισκόπων καί τοῦ λαοῦ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Λίντσφαρν, ἐνῶ παράλληλα ἡσύχαζε σέ ἕνα ἐρημητήριο τῆς νήσου Φάρν (Farne). Ἐλεήθηκε μέ τό προφητικό χάρισμα καί λέγεται, ὅτι δίδαξε στούς Ἄγγλους «τήν ὡραιότητα τῆς θρησκείας καί τό κάλλος τῆς λατρείας». Προεῖδε τήν κοίμησή του καί ἀποσύρθηκε στό ἐρημητήριό του, ὅπου καί κοιμήθηκε τό 687, σέ ἡλικία μόλις 57 ἐτῶν. Ἐπ’ ὀνόματί του ἔχουν ἀνεγερθεῖ 83 ναοί. Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 20η Μαρτίου.