Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ὁ Κανόνας τῆς Ἁγίας Γραφῆς,Ἰω. Καρδάση

          Η αρχαία ελληνική λέξη κανών δηλώνει κάθε ευθεία ράβδο που χρησιμεύει για ευθυγράμμιση, το όργανο που χρησιμοποιείται για την χάραξη ευθειών γραμμών (χάρακας) και μεταφορικά καθετί που χρησιμεύει ως μέτρο, πρότυπο, κριτήριο ή μια γενική αρχή.
            Έτσι, τα βιβλία του Κανόνα, εφόσον πιστεύεται ότι περιέχουν τον αποκεκαλυμμένο θείο λόγο, αποτελούν το μέτρο της πίστεως και της ζωής του θρησκεύοντος ανθρώπου και τον γνώμονα για την ευθυγράμμιση του θρησκευτικού του φρονήματος.
            Στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην εκκλησιαστική γραμματεία του 3ου αι. ο όρος κανών δηλώνει την επίσημη παράδοση, διδασκαλία κ.λπ. η οποία ρυθμίζει την πίστη και την ζωή των Χριστιανών.
            Από τον 4ο αι. ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται και για τη δήλωση της Αγίας Γραφής, ως το μέτρο και κριτήριο της χριστιανικής πίστης και ζωής. Αργότερα, η λέξη κανών πήρε τη σημασία της συλλογής, του καταλόγου, του καταλόγου των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
          Μόνος ο Θεός είναι αφ’  εαυτού και όντως τέλειος. Η ζωή ενός Αγίου δεν είναι εξ αρχής ζωή πλήρους τελειότητας, αλλά μια διαρκής ανοδική πορεία δια πολλών αγώνων προς την τελειότητα, προς το καθ’ ομοίωσιν του τέλειου Θεού. Παραστατικώς, ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης την παρουσιάζει ως ανάβαση προς τον ουρανό, δια της κλίμακας των αρετών και τελειώνει στο περίφημο σύγγραμμά του «Κλίμακα» με την προτροπή: «Αναβαίνετε, αναβαίνετε, αδελφοί, αναβάσεις προθύμως εν καρδία διατιθέμενοι, ακούοντες του φάσκοντος. Δεύτε αναβώμεν εις το όρος Κυρίου, και εις τον οίκον του Θεού ημών».
          Ανερχόμενος δε ο άνθρωπος προς την τελειότητα και ενώ το πνεύμα του καταυγάζεται υπό του Αγίου Πνεύματος, δεν παύει να είναι άνθρωπος, ούτε γίνεται παντογνώστης και αναμάρτητος. Δια τούτο και οι Ἀγιοι δύνανται να διαπράξουν σφάλματα. «Άπτεται γαρ ου των πολλών μόνον, αλλά και των αρίστων ο μώμος, ως μόνον αν είναι του Θεού το παντελώς άπταιστον και ανάλωτον πάθεσι» (Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου: Επιτάφιος εις τον Μέγα Βασίλειο, ΚΗ΄ PG 36, 533).
          Η Ιστορία έχει να παρουσιάσει πολλά παραδείγματα αγίων ανθρώπων, «υπό Πνεύματος Αγίου φερομένων», οι οποίοι υπέπεσαν εις μικρά ή μεγάλα παραπτώματα. Με άλλα λόγια, στο απέραντο νοσοκομείο ψυχών, αλλά και σωμάτων που είναι η Εκκλησία, οι Άγιοί Της δεν είναι, ούτε αλάνθαστοι, ούτε αναμάρτητοι, αλλά είναι οι πλέον θεραπευμένοι.
          Όσον αφορά την πηγή της Πίστης στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτή διαφέρει από εκείνη της Ρκαθολικής θρησκείας και της Προτεσταντικής θρησκείας:
          Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται, ότι η μοναδική πηγή της πίστης είναι η Αποκάλυψη - φανέρωση του Θεού, που δίδεται στους Αγίους. Οι Άγιοι ως μέλη της Εκκλησίας-σώματος του Χριστού, καταγράφουν την εμπειρία τους, τόσο στην Αγία Γραφή, όσο και στα δόγματα. Έτσι, η Εκκλησία δια των Αγίων Της γράφει την Αγία Γραφή και την ερμηνεύει. Επομένως πάνω από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση βρίσκεται η Εκκλησία, όπως εκφράζεται δια των Αγίων, των πραγματικών μελών Της.
          Πάνω σ’ αυτό είναι χαρακτηριστική η φράση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά: «Ο τούτον (δηλ. τον Χριστόν) δια της τηρήσεως των Θείων Εντολών εν εαυτώ κτησάμενος, ουδέ μαθήσεως των Γραφών δεήσεται, αλλά και χωρίς αυτής πάσας οίδεν ακριβώς, και των δια μαθήσεως ιόντων διδάσκαλος αν είη ασφαλής, ως ο Ιωάννης και ο Αντώνιος» (Υπέρ Ησυχαζόντων 2.1.43).
          Η θρησκεία του Ρκαθολικισμού δέχεται ως πηγή της Πίστης την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, η δε Προτεσταντική θρησκεία δέχεται ως πηγή της Πίστης την Αγία Γραφή. Δηλ. όλη η αλήθεια περιέχεται μεταξύ δυο εξωφύλλων!!
          Όσον αφορά τις Οικουμενικές Συνόδους, μόνον οι δογματικοί κανόνες (όροι) θεωρούνται απλανείς (δηλ. δεν περιέχουν πλάνες), αλλ΄ όμως δεν θεωρούνται και αλάθητοι. Όλοι οι άλλοι κανόνες και αποφάσεις είναι σχετικοί και περιστασιακοί, (π.χ. ο κανόνας των βιβλίων της Αγ. Γραφής).
          Η έννοια της θεοπνευστίας και πηγές κανονικότητας των βιβλίων της Αγίας Γραφής:
          Οι έξη κανόνες των βιβλίων της Αγίας Γραφής:
          ‘Όπως είναι γνωστόν, η Εκκλησία εκφράζεται Συνοδικώς από την Αποστολική Σύνοδο μέχρι σήμερα (Πράξεις 15. 6-29). Έτσι, είναι αναγκαίο περί του κανόνος της Αγίας Γραφής να αναζητήσουμε τις αποφάσεις της Εκκλησίας στις Οικουμενικές Συνόδους, ώστε να επικυρωθεί κάποιος κανόνας για την Αγία Γραφή.
          Έτσι, προσφεύγουμε στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία επικύρωσε έξη από τους πολλούς κανόνες που είχαν διατυπωθεί. Οι κανόνες αυτοί είναι: Οι κανόνες των Αγίων Αποστόλων (33-58), της Συνόδου της Λαοδίκειας (364), του αγίου Αθανασίου (367), του Αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου (374), του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου (391) και της Συνόδου της Καρθαγένης (419). Έχουμε λοιπόν βάσει συνοδικής αποφάσεως έξη κανόνες επικυρωμένους, ως οδηγούς στην αποδοχή των βιβλίων της Αγίας Γραφής.
          Πριν διεξέλθουμε τα της κανονικότητας των βιβλίων, θα πρέπει γίνουν οι απαραίτητες διευκρινίσεις ως προς τους χαρακτηρισμούς της κανονικότητας των βιβλίων αυτών. Έτσι:
Σεβάσμιο είναι ένα βιβλίο που οφείλουν να σέβονται οι Χριστιανοί.
Αναγνωστέο είναι αυτό που μπορεί να διαβάζεται.
Αναγινωσκόμενο στην Εκκλησία είναι αυτό που μπορεί να διαβάζεται στην Εκκλησία.
Αναγινωσκόμενο από τους προσερχόμενους είναι το χρήσιμο για τους κατηχούμενους.
Κανονιζόμενο είναι αυτό που αν και ανήκει στον κανόνα, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η επιλογή του οριστικά.
Κανονικό είναι αυτό που ανήκει στον κανόνα.
Άγιο είναι ένα βιβλίο ωφέλιμο, όχι κατ’ ανάγκην αλάθητο ή θείο ή θεόπνευστο.
Θείο είναι το βιβλίο που γράφτηκε από την ανθρώπινη σοφία με τη βοήθεια του Αγ. Πνεύματος.
Θεόπνευστο είναι ένα βιβλίο που περιέχει ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ του Αγ. Πνεύματος. Είναι θείο και αλάθητο ως προς την αποκάλυψη σε θέματα σωτηρίας. 
1.     Οι Αποστολικοί κανόνες
          Ο ΠΕ΄ Αποστολικός κανόνας καταγράφει τον κανόνα της Αγίας Γραφής. Ο κανόνας αυτός επικυρώθηκε από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και είναι ένας από τους έξη κανόνες που δέχεται η Εκκλησία. Ο ΠΕ΄ Αποστολικός κανόνας έδωσε ένα κανόνα των Σεβάσμιων και Αγίων βιβλίων. Δεν έδωσε κανόνα Θείων ή Θεόπνευστων. Ο κανόνας αυτός ξεκινάει ως εξής: «Έστω υμίν πάσι κληρικοίς και λαϊκοίς βιβλία σεβάσμια και άγια.....».
          Ο κανόνας δεν μιλάει για Θεία ή Θεόπνευστα βιβλία, αλλά για «σεβάσμια και άγια». Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκεται σε αντίφαση με τους άλλος πέντε κανόνες, οι οποίοι μιλούν για διαφορετικές «ποιότητες» βιβλίων. Δεν είναι κλειστός κανόνας, γιατί δεν αναφέρει πουθενά ότι μόνον αυτά συμπεριλαμβάνονται στα σεβάσμια και άγια βιβλία. Απλώς αυτά προτείνει ο κανόνας. Στο μέλλον αφήνει ανοικτή τη προσθήκη άλλων βιβλίων, όπως και έγινε. Κάποια από αυτά είναι μόνο «σεβάσμια και άγια», δηλ. δεν αποτελούν από μόνα τους ασφαλή και αλάθητο οδηγό των Χριστιανικών δογμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που άλλοι κανόνες δεν τα συμπεριλαμβάνουν όλα στα Θεία ή στα Θεόπνευστα βιβλία.
- Στον ΠΕ΄ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων εκτός των βιβλίων του τελικού κανόνα της Συνόδου της Καρθαγένης υπάρχουν τα:
- Ρούθ.
- Μακαβαίων Α΄, Β΄, Γ΄.
- Σοφία Σειράχ.
- Κλήμεντος επιστολές 2.
- Διαταγαί Αποστόλων 8.
Στον ίδιο κανόνα δεν υπάρχουν τα εξής βιβλία:
- Σολομώντος Σοφία
- Τωβίας.
- Ιουδήθ.
- Αποκάλυψη Ιωάννη.
          2. Ο κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας
          Ο κανόνας αυτός επικυρώθηκε από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και είναι ένας από τους έξη κανόνες που δέχεται η Εκκλησία. Η Σύνοδος της Λαοδίκειας έδωσε έναν ανοικτό κανόνα των Αναγνωστέων και Κανονικών βιβλίων, επειδή η Αγία Γραφή ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση. Η επόμενη σχετική Σύνοδος, η Σύνοδος της Καρθαγένης που έγινε μετά από 60 χρόνια, έδωσε ένα κανόνα πιο συμπληρωμένο και τον έκλεισε. Ο Ξ΄ κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας παραθέτει τα αναγνωστέα βιβλία: «Όσα δει βιβλία αναγινώσκεσθαι.....».
- Στον Ξ΄ Κανόνα της Τοπικής Συνόδου της Λαοδίκειας (364) υπάρχουν:
- Ρουθ.
Στον ίδιο κανόνα δεν υπάρχουν:
- Σολομώντος Σοφία.
- Τωβίας.
- Ιουδήθ.
- Αποκάλυψη Ιωάννη.
          3.- Ο κανόνας του Αγίου Αθανασίου
          Ο κανόνας αυτός επικυρώθηκε από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και είναι ένας από τους έξη κανόνες που δέχεται η Εκκλησία. Ο Άγιος Αθανάσιος έδωσε ένα κανόνα των Κανονιζόμενων και Θείων βιβλίων και ένα δεύτερο κανόνα των Αναγινωσκόμενων από τους κατηχούμενους. Τα βιβλία που παρέδωσε ήταν Κανονιζόμενα και όχι Κανονικά, που σημαίνει ότι ακόμα δεν είχε οριστικοποιηθεί η διαλογή των βιβλίων της Αγίας Γραφής.
          Ο κανόνας του Αγίου Αθανασίου ευρίσκεται σε επιστολή του 367 η οποία καταγράφει: «..... έδοξε καμοί προτραπέντι παρά γνησίων αδελφών, και μαθόντι άνωθεν, εξής εκθέσαι τα κανονιζόμενα και παραδοθέντα, πιστευθέντα τα θεία είναι βιβλία,.....», παρακάτω δε αναφέρει: «..... Αλλ’ ένεκα γε πλείονος ακριβείας προστίθημι και τούτο γράφων αναγκαίως, ως έστι και έτερα βιβλία τούτων έξωθεν, ου κανονιζόμενα μεν, τετυπωμένα δε παρά των Πατέρων αναγινώσκεσθαι τοις άρτι προσερχομένοις και βουλομένοις κατηχείσθαι τον της ευσεβίας λόγον.....».
          Ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον κανόνα αυτό, το 367, δηλαδή λίγο μετά από τη Σύνοδο της Λαοδίκειας, που είχε αφήσει τον κανόνα ανοικτό και επιπλέον ήταν τοπική Σύνοδος, σε άλλη περιοχή από τον άγιο Αθανάσιο και μισόν αιώνα πριν από την Σύνοδο της Καρθαγένης που έκλεισε τον κανόνα των Θείων και Αναγινωσκομένων βιβλίων. Αυτό σημαίνει, ότι είχε υπόψη του, πως στην εποχή του ο κανόνας ακόμα δεν είχε κλείσει, αλλά βρισκόταν σε πορεία κανονικοποίησης. Γι’ αυτό δεν μιλάει για κανονικά βιβλία, αλλά για «Κανονιζόμενα». Ο ενεστώτας συνέχειας που χρησιμοποιεί δείχνει ότι δεν κλείνει ο ίδιος τον κανόνα, αλλ’ απλώς συμβάλλει στη δημιουργία του. Αντιθέτως, η Σύνοδος της Καρθαγένης μιλάει για Κανονικά βιβλία και όχι για Κανονιζόμενα, μια και η διαδικασία της κανονικοποίησης είχε τελειώσει.
          Το ότι μιλάει για «Θεία» βιβλία, και έχει λιγότερα από τα βιβλία της Συνόδου της Καρθαγένης δεν αποτελεί αντίφαση, καθώς συμφωνούν. Και εφ’ όσον ο άγιος Αθανάσιος έγραψε τον κανόνα του πριν από τη Σύνοδο αυτή, είναι φυσικό να έχει λιγότερα βιβλία ως «Θεία», μιας και τα υπόλοιπα Θεία βιβλία δεν είχαν ακόμη κανονικοποιηθεί. Αν η Σύνοδος της Καρθαγένης είχε λιγότερα Θεία βιβλία στον κανόνα της, τότε θα υπήρχε πρόβλημα. Αφού όμως έχει περισσότερα, δεν υφίσταται πρόβλημα.
          Ομοίως δεν υφίσταται πρόβλημα και για τη διαφορά των βιβλίων από την άλλη τοπική Σύνοδο της Αντιόχειας, εφ’ όσον ούτε εκείνη είχε κλείσει τον κανόνα της.
          Σχετικά τώρα με τα «Αναγινωσκόμενα από κατηχούμενους» βιβλία, που δίνει ο Άγιος Αθανάσιος στον δεύτερο κανόνα του, έχουμε να παρατηρήσουμε, ότι μέσα σ’ αυτόν υπάρχουν τα υπόλοιπα βιβλία που βρίσκονται και στον κανόνα της Καρθαγένης, και στον κανόνα της Λαοδίκειας. Απλώς επειδή στην εποχή του και στην περιοχή του, υπήρχε ακόμα κάποια αμφιβολία για το αν ανήκουν στα «Θεία» βιβλία, ο Άγιος θέλησε να τα κατατάξει σε μια διαφορετική κατηγορία, των «αναγινωσκομένων από κατηχούμενους». Το ότι κάποια από αυτά τελικά επιβεβαιώθηκαν από τη Σύνοδο της Καρθαγένης ως «Κανονικά» και «Θεία», δεν έρχεται σε αντίθεση με το ότι τότε ήταν ακόμα «Κανονιζόμενα» τα βιβλία του κανόνος. Και κάποια από αυτά, παρέμειναν απλώς «Αναγινωσκόμενα από κατηχούμενους», και ποτέ δεν συμπεριελήφθησαν στα Θεία και Κανονικά βιβλία.
          Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, ότι ο Άγιος Αθανάσιος χρησιμοποιεί στους δυο καταλόγους του, πάλι τα ίδια βιβλία με τις δυο τοπικές Συνόδους, αλλά τα μοιράζει σε δυο καταλόγους, γιατί τα χωρίζει σε δυο κατηγορίες. Στα «Κανονιζόμενα» (και όχι Κανονικά, γιατί ο κανόνας δεν είχε κλείσει) και στα «Αναγνωστέα από κατηχούμενους» (και όχι «δευτεροκανονικά», όπου κατέταξε όσα δεν ήταν σίγουρος ότι ανήκουν στα «Θεία», κάτι που τελικά ξεκαθάρισε μετά από 50 χρόνια η Σύνοδος της Καρθαγένης.
          Τα παραπάνω σημαίνουν ότι για τον καταρτισμό του κανόνα της Αγίας Γραφής υπήρχε ως τον 4ο αιώνα μια ζύμωση, ένα ξεδιάλεγμα των βιβλίων, που ολοκληρώθηκε τότε με την Σύνοδο της Καρθαγένης και επικυρώθηκε αργότερα στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο.
          4.- Ο κανόνας του Αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου.
          Ο κανόνας αυτός επικυρώθηκε από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και είναι ένας από τους έξη κανόνες που δέχεται η Εκκλησία. Ο Άγιος Αμφιλόχιος έδωσε ένα κανόνα των Θεοπνεύστων βιβλίων, όμως ανοικτό: «….. Τούτου χάριν σοι των Θεοπνεύστων ερώ,,,,,».
          Αν και ο Άγιος μιλάει και αυτός για Θεόπνευστα βιβλία, δεν είναι κλειστός ο κανόνας του. Και αυτό φαίνεται από τη φράση στο τέλος: «Κανών αν είη των Θεοπνεύστων Γραφών». Αυτό σημαίνει: «θα ήταν», άρα δεν είναι. Άρα δίνει μεν ένα κανόνα, αλλά ανοικτό με τα λόγια αυτά. Αφήνει έτσι περιθώριο για πληρέστερο κανόνα.
          Αν και ο κανόνας αυτός είναι μεταγενέστερος του κανόνος του Αγίου Αθανασίου, δεν είναι τόσο κατηγορηματικός στα βιβλία που περιλαμβάνει, όπως του Αγίου Αθανασίου. Αυτό σημαίνει, ότι ακόμα ως τότε δεν είχε γίνει καθολικά αποδεκτός ο κανόνας αυτός, και η συζήτηση συνεχιζόταν ως τότε. Αυτό φαίνεται και από αυτά που γράφει περί της Αποκαλύψεως. Έτσι έπρεπε να περιμένουν οι Χριστιανοί ως τον 7ο αιώνα, για να κανονισθεί το θέμα οριστικά από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, που καθόρισε τους έξη αυτούς κανόνες ως εγκεκριμένους οδηγούς των Χριστιανών. 
          5.- Ο κανόνας του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου
          Ο κανόνας αυτός επικυρώθηκε από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και είναι ένας από τους έξη κανόνες που δέχεται η Εκκλησία. Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος έδωσε έναν ελαστικό κανόνα των γνησίων βιβλίων.
          Ο κανόνας αυτός δεν περιέχεται σε όλους τους χειρόγραφους κώδικες και συλλογές. Όμως, ο Β΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου επικύρωσε τον κανόνα του Αγίου Γρηγορίου και επομένως συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των κανόνων, που η Εκκλησία αποδέχεται. Ο πιθανός λόγος που δεν συμπεριλήφθηκε σε όλους τους κώδικες, είναι ίσως το ότι αντιγραφείς που δεν είχαν επαρκή γνώση των ζητημάτων της Θεοπνευστίας και της κανονικότητας, πίστεψαν ότι αντιφάσκει σε άλλους κανόνες. Τέτοια αντίφαση όμως δεν υπάρχει, για όποιον γνωρίζει τις λεπτές διαφορές κανονικότητας. Ο Άγιος Γρηγόριος καταγράφει στον κανόνα του: «έχνυσο τούτον εμοίο έγκριτον, ω φιλ’ αριθμόν», δηλ. «δέχου ω φίλε αυτόν τον ιδικόν μου έγκριτον αριθμόν» κλείνει δε τον κανόνα με την φράση: «Ει τι δε τούτων εκτός, ουκ εν γνησίαις», δηλ. «Εάν δε κάτι είναι εκτός τούτων, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των γνησίων».
          Ο κανόνας αυτός χαρακτηρίζεται «έγκριτος», που σημαίνει «άξιος αποδοχής». Άρα, δεν είναι απόλυτα συγκεκριμένος και αφήνει ελαστικότητα στα βιβλία του κανόνα, μιας και στην εποχή του Αγίου δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί ο κανόνας.
          6.- Ο κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης
          Ο κανόνας αυτός επικυρώθηκε από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και είναι ένας από τους έξη κανόνες που δέχεται η Εκκλησία.
          Η Σύνοδος της Καρθαγένης που έγινε το 419 έδωσε ένα κλειστό κανόνα των Κανονικών, Θείων και Αναγνωστέων βιβλίων. Η Σύνοδος αυτή έγινε 60 χρόνια μετά την προγενέστερη της Λαοδίκειας. Έτσι, ενώ η προγενέστερη Σύνοδος είχε αφήσει τον κανόνα ανοικτό, γιατί η Αγία Γραφή ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση, όμως η Σύνοδος της Καρθαγένης τον έκλεισε. Το κείμενο της Συνόδου ξεκινάει με την πρόταση: «Ομοίως ήρεσεν, ίνα, εκτός των Κανονικών Γραφών, μηδέν εν τη εκκλησία αναγινώσκηται επ’ ονόματι Θείων Γραφών. Εισί δε αι κανονικαί Γραφαί αύται», δηλ. «Απεφασίσθη να μην αναγινώσκεται τίποτε εις την εκκλησίαν επ’ ονόματι των Θείων Γραφών, εκτός από τας Κανονικάς Γραφάς. Είναι δε αι κανονικαί Γραφαί αι εξής». Ακολούθως δε καταγράφει τα βιβλία.
          Έτσι λοιπόν ο ΛΒ΄ Κανόνας της Τοπικής Συνόδου της Καρθαγένης (419) καθορίζει τον κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής, ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα:
          - Γένεσις
          - Έξοδος
          - Λευϊτικόν
          - Αριθμοί
          - Δευτερονόμιον
          - Ιησούς Ναυή
          - Κριταί
          - Βασιλειών Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄.
          - Παραλειπομένων Α΄, Β΄.
          - Ιώβ
          - Ψαλμοί
          - Σολομώντος (Παροιμίαι, Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων, Σοφία)
          - Προφητών 12 (Ωσηέ, Αμώς, Μιχαίας, Ιωήλ, Οβδιού, Ιωνάς, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος, Ζαχαρίας, Μαλαχίας)
          - Ησαΐας
- Ιερεμίας
- Ιεζεκιήλ
- Δανιήλ
- Τωβίας
- Ιουδήθ
- Εσθήρ
- Έσδρα Α΄, Β΄.
- Ευαγγέλιο Ματθαίου
- Ευαγγέλιο Μάρκου
- Ευαγγέλιο Λουκά
- Ευαγγέλιο Ιωάννη
- Πράξεις Αποστόλων
- Παύλου επιστολές 14
- Πέτρου Αποστόλου επιστολές 2
- Ιωάννη Αποστόλου επιστολές 3
- Ιακώβου Αποστόλου επιστολή
- Ιούδα Αποστόλου επιστολή
- Αποκάλυψη Ιωάννη.
Ο κανόνας τελειώνει με την πρόταση: «Τούτο δε τω αδελφώ και συλλειτουργώ ημών Βονιφατίω..... επειδή παρά των πατέρων εν τη εκκλησία ταύτα αναγνωστέα παρελάβομεν».
          Όσον αφορά τα τρία βιβλία των Μακκαβαίων και τη Σοφία Σειράχ, που αναφέρει ο κανόνας των Αγίων Αποστόλων, δεν τα αφαιρεί από το σύνολο της Αγίας Γραφής, αλλ’ απλώς δεν τα συμπεριλαμβάνει στα Θεία βιβλία. Μάλιστα δεν απαγορεύει την ανάγνωση των βιβλίων στην Εκκλησία, αλλά απαγορεύει να διαβάζονται τα εν λόγω βιβλία «ως Θείες Γραφές» («επ’ ονόματι Θείων Γραφών»).
Το κείμενο της Συνόδου μιλάει για «Σολομώντος βίβλοι πέντε».
          Αν βέβαια προσθέσουμε τα βιβλία του Σολομώντος, δηλ. τις Παροιμίες, Άσμα ασμάτων, Σοφία και Εκκλησιαστή έχουμε 4 και όχι 5. Πιθανολογείται λοιπόν, ότι ούτε το βιβλίο της Σοφίας Σειράχ εξαιρείται, αλλ’ έχει αποδοθεί κατά συνήθεια στο Σολομώντα. Βέβαια ήμαστε υποχρεωμένοι να εξαιρέσουμε και αυτό το βιβλίο από τα «Θεία και αναγινωσκόμενα» βιβλία, όχι όμως από την Αγία Γραφή.
          Η διαφορά των δυο συνοδικών κανόνων (της Καρθαγένης και της Λαοδίκειας) οφείλεται στο λόγο, ότι δεν είχε τελειώσει η επιλογή των βιβλίων της Αγίας Γραφής. Ο αρχαιότερος κανόνας της Λαοδίκειας λέει: «Όσα δει βιβλία αναγινώσκεσθαι της Παλαιάς Διαθήκης» χωρίς να εξαιρεί άλλα βιβλία που τυχόν θα προσέθετε η Εκκλησία σε μετέπειτα Σύνοδο. Ενώ η Σύνοδος της Καρθαγένης μετά από 60 χρόνια είναι κατηγορηματική, ότι η επιλογή είχε ήδη τελειώσει: «Ομοίως ήρεσεν ίνα εκτός των κανονικών Γραφών μηδέν εν τη Εκκλησία αναγιγνώσκηται επ’ ονόματι Θείων Γραφών. Εισί δε αι Κανονικαί Γραφαί αύται:.....».
          Τελικά ο ΞΗ΄ Κανόνας της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου (691) παρουσιάζει την τελική και επικυρωμένη απόφαση με οικουμενικό κύρος. Δέχεται όλους τους παραπάνω κανόνες ως ορθούς.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου