Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΔΑΚΡΥΡΡΟΟΥΣΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


                                                                                  Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
 
Ένα από τα χιλιάδες προσωνύμια που δόθηκαν στην Θεοτόκο είναι και το προσωνύμιο Δακρυρροούσα. Και αυτό επειδή η Παναγία είναι η συνεχώς και αδιαλείπτως «χέουσα δάκρυα» για τη σωτηρία των ανθρώπων και των «μετά πίστεως και ευλάβειας» καταφευγόντων σ’ Αυτή Χριστιανών. Είναι η αυτή που δακρύζει βλέπουσα τις αστοχίες των πιστών, αλλά και αυτή πού με θέρμη και δάκρυα παρακαλεί τον «Υιόν Της και Θεόν» για τη σωτηρία των ανθρώπων.Τα δάκρυα της Παναγίας μας τα υπενθυμίζει τόσο η δημοτική παράδοση, όσο και η εκκλησιαστική παράδοση, μέσα από τα θαύματα που εμφανίζονται κατά καιρούς σε ορισμένες Θεομητορικές εικόνες. Είναι γνωστό το δημοτικό τραγούδι για την Άλωση της Πόλης. «Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολύ δακρύζεις» – «Η Δέσποινα ταράχθηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες».
 
Παναγία η Υπάρχουσα.(Ιεροσόλυμα)
 
 
Η εικόνα αυτή αγιογραφήθηκε μετά από αποκάλυψη της Υπεραγίας Θεοτόκου το 1995 σε μία κοπέλα στα Ιεροσόλυμα που ήταν πρωτύτερα Μουσουλμάνα, η οποία καθοδηγημένη κατόπιν υπό της Θεοτόκου βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή. Το θέλημα της Θεοτόκου είχε ως εξής: “Θέλω να μου φτιάξετε μιαν εικόνα, όπου το πρόσωπόν μου θα είναι λυπημένον, τα ενδύματα μου μαύρα και τα τρία πρώτα δάκτυλα του δεξιού χεριού μου ενωμένα, το δε όνομα της εικόνος θα είναι «Η ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ»”.
Η εικόνα θαυματούργησε την ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου 2002 βγάζοντας δάκρυα. Έκτοτε έχει τους οφθαλμούς βουρκωμένους. Το λυπημένο της Πρόσωπο, τα μαύρα της ρούχα, μαζί με τα δάκρυά της δείχνουν την αποστασία της ανθρωπότητας και προμηνύουν τα επερχόμενα δεινά και την παρουσία του Αντιχρίστου. Τα τρία πρώτα δάχτυλα του δεξιού χεριού φανερώνουν την Αγία Τριάδα, τον μόνο αιώνιο και αληθινό Θεό. Το δε όνομα «ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ» υποδηλώνει ότι όντως υπάρχει Μητέρα του Θεού και έχει το σώζειν δια της τοσαύτης χάριτος όπου τυγχάνει. Και αν την βλασφημούν οι αιρετικοί και οι αντίχριστοι ότι δεν υπάρχει, εμείς θα ομολογούμεν πάντοτε: «Συ υπάρχεις Θεοτόκε και Εσένα έχουμε μεσίτρια οι αμαρτωλοί προς τον Κύριον». Η θέση της εικόνας είναι στην φυλακή του Αποστόλου Πέτρου.
 
Παναγία της Λάγνης στην Κλήρου (Κύπρος, Ιερά Μητρόπολη Ταμασού)
 
 
Η εικόνα της Παναγίας του Λάγνη, παρουσιάζει την Παναγία σε ένα σπάνιο εικονογραφικό τύπο της δεομένης Παναγίας. Παλαιότερα το παρεκκλήσι, που βρίσκεται περίπου ενάμισι χιλιόμετρο στα νοτιοανατολικά του χωριού και είναι κτισμένο σε χαμηλό λόφο, ήταν γυναικείο μοναστήρι, ένα από τα πρώτα της Κύπρου. Παραμένει άγνωστο πότε εγκαταλείφθηκε. Για την ονομασία του υπάρχουν διάφορες μαρτυρίες. Η επικρατέστερη αναφέρει πως η εικόνα της Παναγίας βρέθηκε εκεί που σήμερα είναι το αγίασμα. Έριξαν λαχνό (λαγνί), αν θα έκτιζαν μοναστήρι δίπλα στο αγίασμα ή πάνω στο ύψωμα, εκεί που είναι σήμερα κτισμένο. ‘Αλλη εκδοχή αναφέρει ότι η Παναγία εμφανίστηκε στον ύπνο ενός ανθρώπου που είχε το χωράφι και του υπέδειξε το σημείο στο οποίο θα βρει την εικόνα της. Το πρωί της επόμενης μέρας πήγε στον τόπο εκείνο, αλλά ξέχασε το ακριβές σημείο. Έφτιαξε τρεις λαχνούς σε τρία διαφορετικά σημεία και ο πρώτος που τράβηξε, έδειχνε το σημείο που έπρεπε να σκάψει. Εκεί σε σημείο τριών ποδιών βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας.
Η εικόνα δάκρυσε τον Μάϊο του 2009. Το φαινόμενο συνεχίστηκε επί μια περίπου εβδομάδα. Ένα ευδιάκριτο υγρό με πρωτογνωρη ευωδία έβγαινε από τα μάτια της εικόνας Παναγίας για μία εβδομάδα.
Παναγία Παραμυθία της Ιεράς Μονής Κύκκου.
 
 
Η εικόνα της Παραμυθίας βρίσκεται τοποθετημένη στο Καθολικό της Μονής Κύκκου. Η παράδοση αναφέρει πως βρισκόταν αλλού, αλλά όταν ο ναός της καταστράφηκε μεταφέρθηκε στή Μ. Κύκκο. Παραμυθία σημαίνει παρηγοριά και φέρει αυτό το όνομα διότι είναι ζωγραφισμένη κατά τον ίδιο τρόπο σαν την Παραμυθία του Αγίου Όρους. Η Παναγία έχει το πρόσωπο της στραμμένο αριστερά, ενώ κρατεί το χέρι του Υιού της μπροστά στο στόμα Tης. Η Παραμυθία του Αγίου Όρους είχε άλλη μορφή, αλλά κατόπιν ενός θαύματος πήρε αυτή την ονομασία. Κάποτε στο Άγιο Όρος θα εισέβαλαν πειρατές. Προτού ακόμα εισβάλουν ένας μοναχός άκουσε μια φωνή από την εικόνα αυτή της Παναγίας να του λέει: «Να μην ανοίξετε σήμερα της πόρτες της μονής. Ανεβήτε στα τείχη και διώξτε τους πειρατές». Ο Χριστός όμως της λέει δηλ. το Θείο Βρέφος: «Μη Μητέρα, μην το λες αυτό. Άφησε τους να τιμωρηθούν όπως τους πρέπει». Η Παναγία όμως πήρε το χέρι του Υιού Της, έστρεψε στ’ αριστερά το πρόσωπό Της και επανέλαβε τα ίδια λόγια. Η ανάμνηση του θαύματος αυτού γιορτάζεται μέσα στον Ιανουάριο.
Από τα μάτια και της Παναγίας και του Χριστού κύλησαν δάκρυα στην εικόνα αυτή, τον Νοέμβριο του 1996.
 
Παναγία η Φανερωμένη Νέας Σκιώνης Χαλκιδικής
 
 
Το ξωκλήσι της Παναγίας Φανερωμένης στη Νέα Σκιώνη, βρίσκεται 2 χιλιόμετρα ανατολικά του χωριού, στη θέση της αρχαίας Σκιώνης. Είναι χτισμένο ακριβώς στην όχθη ενός ποταμού και φιλοξενεί θαυμάσιες τοιχογραφίες του 16ου αιώνα μ.Χ. Το εκκλησάκι, καθώς και η γύρω περιοχή ανήκε στη Μονή Φλαμουρίου, στη Θεσσαλία. Όταν η Θεσσαλία απελευθερώθηκε από τους Τούρκους, το 1881 μ.Χ., παραχωρήθηκε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στην οποία ανήκει μέχρι σήμερα.
Στο ναό φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας ζωγραφισμένη σε όρθια μαρμάρινη βάση αγάλματος. Η παράδοση για το ξωκλήσι λέει, ότι ένας χωρικός της περιοχής είδε ένα φως στη θάλασσα να πλησιάζει στην ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για πειρατικό καράβι, επέστρεψε στο χωριό να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς του. Το πρωί, όταν το φως έφτασε στην ακτή, είδαν ότι ήταν ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο, με την Παναγία ζωγραφισμένη πάνω του, που επέπλεε στη θάλασσα. Οι χωριανοί εντυπωσιάστηκαν από το θαύμα και ζήτησαν από τον Τούρκο Μπέη της περιοχής να τους επιτρέψει να χτίσουν ένα εκκλησάκι για να στεγάσουν την εικόνα. Αυτός όμως αρνήθηκε, έριξε κάτω την εικόνα και άρχισε να την ποδοπατά. Η εικόνα έγινε ξαφνικά μαλακή σαν πηλός και παγίδεψε τα πόδια του Μπέη, μη αφήνοντάς τον να ξεφύγει. Τότε ο Μπέης μετάνιωσε και ζητώντας συγνώμη επέτρεψε να χτιστεί το εκκλησάκι αυτό. Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα κλαίει πριν συμβεί κάτι κακό στη χώρα. Λέγεται ότι η εικόνα δάκρυσε πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγο πριν γίνει η εισβολή της Κύπρου, ακόμη και πρόσφατα, όταν δημιουργήθηκε το θέμα με το όνομα των Σκοπιων.
Η θαυματουργή εικόνα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ "με τα επτά σπαθιά - СЕМИСТРЕЛЬНАЯ"
 
 
Σ’αυτήν την λίγο ασυνήθιστη εικόνα η Παναγία εμφανίζεται με την καρδιά διαπερασμένη από επτά σπαθιά. Στον πιο συνηθισμένο εικονογραφικό τύπο βλέπουμε τεσσερα σπαθιά στα αριστερά και τρία στα δεξιά. Επειδή οι Καθολικοί έχουν υιοθετήσει τη λατρεία της ”καρδιάς της Θεοτόκου”, κάποιοι θεώρησαν ότι είναι Καθολικής προελεύσεως. Στην πραγματικότητα η εικόνα έχει σχέση με την προφητεία του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου, την οποία καταγράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: "καί σού δέ αυτής τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. 2.35). Εδώ αναφέρεται στον πόνο που θα ένοιωθε η Παναγία κατά τη στιγμή του χωρισμού από τον αγαπημένο της Υιό, όταν μπροστά στα μάτια της Τον εσταύρωσαν.
Η εικόνα αυτή βρισκόνταν στο κωδωνοστάσιο μιας εκκλησίας κοντά στον ποταμό Τόσιν. Με το πέρασμα του καιρού, χωρίς να ξέρουμε γιατί, η εικόνα ήταν με το πρόσωπο προς τα κάτω και χρησίμευε σαν μια απλή…σανίδα. Ο Θεός δεν επέτρεψε για πολύ καιρό αυτήν την κατάσταση και ένας κάτοικος της περιοχής, ο Καντίκωφ, ο οποίος υπέφερε από πολλές ασθένειες, είδε στον ύπνο του ότι έπρεπε να ψάξει στο κωδωνοστάσιο για μια εικόνα και να προσευχηθεί σ’αυτήν για να γίνει καλά. Πράγματι πήγε, αλλά οι υπεύθυνοι δεν του έδωσαν μεγάλη σημασία. Αφού πήγε τρεις φορές και επέμενε πολύ, τον άφησαν να ψάξει ,βρήκε την εικόνα, την καθάρισε, την προσκύνησε και θεραπεύτηκε. Ακολούθησαν πολλά θαυματα και σε κάποιες στιγμές δύσκολες για τον λαό δάκρυσε, όπως στις 12 Αυγούστου 2000, όταν είχαμε την τραγωδία με το υποβρύχιο Κούρσκ, και στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όταν κατέρρευσαν οι δίδυμοι πύργοι. Η εικόνα είναι γνωστή και με την ονομασία ”Η προφητεία του Δικαίου Συμεών” ή ”Το γαλήνεμα των κακών ψυχών”.
 
Η Παναγία του Κούρσκ
 
 
Η εικόνα Παναγία του Κούρσκ ανήκει στο τύπο της Βυζαντινής Πλατυτέρας. Η αρχική Εικόνα είχε την επωνυμία “Θεοτόκος του Σημείου”. Το 1170 κατά την πολιορκία του Νόβγκοροντ από την αντίπαλο πόλι Σουζντάλ, ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης λιτάνευσε την Εικόνα στα τείχη. Οταν ένα βέλος χτύπησε την Εικόνα, η Εικόνα δάκρυσε και ένα δάκρυ έπεσε στα άμφια του Αρχιεπισκόπου. Αυτό ήταν σημείο για την απαλλαγή της πολεως από την πολιορκία. Γι αὐτό ωνομάσθη κατ ἀρχήν “Παναγία του Σημείου“. Το γεγονός αυτό τιμάται στην Ρωσία στις 27 Νοεμβρίου.
 
Δύο εικόνες της Παναγίας του Καζάν, μία στην Ρωσία και μια στην Ρουμανία, το έτος 2009
 
Δύο θαυμαστά γεγονότα σημειωθηκαν με διαφορά 24 ημερών στη Ρουμανία και στη Ρωσία. Δύο εικόνες της Παναγίας του Καζάν (Καζάνσκαια) δάκρυσαν!
 
Το πρώτο συνέβη στη Σκήτη Χούτα της Ρουμανιας, στις 29 Αυγούστου 2009. Το δευτερο συνέβη στις γυναικείες φυλακές του Αλατιρ-Ρωσία, στις 22 Σεπτεμβριου 2009, όταν δάκρυσε μια εικόνα της Παναγίας του Καζάν όπου είχε αγιογραφήσει πριν 15 χρόνια μία κρατούμενη
 
Εικόνα της Παναγίας στην Μονή Μανιάβσκι στην Ουκρανία!
 
 
Στην Μονή Μανιάβσκι της Δυτικής Ουκρανίας, τον Άθωτης Ουκρανίας όπως ονομάζεται, σε μία εικόνα της Παναγίας άρχισε να τρέχουν δάκρυα που εωδίαζαν.
 
 
Οι μοναχοί είναι ανήσυχοι επειδή όταν πριν από τέσσερα χρόνια είχε ξανασυμβεί αυτό, εκτεταμένες πλημμύρες είχαν προκαλέσει ζημιές σε όλη την Δυτική Ουκρανία. Δεν ξέρουν τι να μπορεί να σημαίνει, αλλά πιστεύουν ότι είναι μία προειδοποίηση της Παναγίας.
 
 
Η εικόνα είναι σαν να κλαίει και το δάκρυ όσο περνούν οι μέρες όλο και μεγαλώνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για θαύμα. Η θαυματουργή εικόνα "Η Ηγουμένη της Μονής Μανιάβσκι», είναι αντίγραφο της πρωτότυπης εικόνας η οποία χάθηκε όταν οι Μπολσεβίκοι έκλεισαν το μοναστήρι. Η πρωτότυπη εικόνα είχε αγιογραφηθεί τον 17ο αιώνα. όταν κατά την διάρκεια μίας επιδημίας η Παναγία εμφανίστηκε στον Ηγούμενο και του ζήτησε να μετανοήσει. Μετά τις προσευχές των μοναχών η επιδημία υποχώρησε.
 
Εικόνα της Παναγίας στο Τορόντο του Καναδά
 
 
Η εικόνα είναι αντίγραφο μιας εικόνας της Παναγίας που χρονολογείται στα 750 μ.Χ. Τα δάκρυα άρχισαν να ρέουν άφθονα μετά την λειτουργία της Κυριακής τον Σεπτέμβριο του 1996, δημιουργώντας μια λιμνούλα κάτω από την εικόνα.
 
Εικόνα της Παναγίας στο Μιλάνο.(2012)
 
 
Το φαινόμενο εμφανίστηκε στις 18 Απριλίου 2012, σε εικόνα της Παναγίας στο ελληνορθόδοξο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, στο Μιλάνο . Πρόκειται για δάκρυα πηχτά, τα οποία αναδίδουν μοσχοβολιά από τριαντάφυλλο, που φτάνει μέχρι έξω από το εκκλησάκι και προσελκύει περίεργους περαστικούς, που δεν γνωρίζουν για το εικόνισμα που κλαίει. Η εικόνα, την οποία ζωγράφισε το 1967 κάποιος μοναχός στο Αγιο Ορος πάνω σ’ ένα κομμάτι ξύλο, άρχισε να κλαίει στη διάρκεια πρωινής Λειτουργίας των Κοπτών από την Ερυθραία, οι οποίοι επειδή στην Ιταλική μεγαλούπολη δεν έχουν χώρο να προσευχηθούν, πηγαίνουν στον Ορθόδοξο ναό.
«Οι Κόπτες τρομαγμένοι, με φώναξαν να δω τα δάκρυα που έτρεχαν από την εικόνα. Από εκείνη την ημέρα δεν κοιμάμαι, δεν τρώω, συμβαίνει κάτι το απίστευτο», εξηγεί ο Ιερέας της εκκλησίας Αμπόντιο Μπίκα, ο οποίος κάλεσε αμέσως τον Ορθόδοξο Επίσκοπο στο Μιλάνο Λούκα Τρεζόλντι. Ο Ιερέας δήλωσε ότι στις 7 Ιανουαρίου του 2008 για πρώτη φορά το εικόνισμα της Παναγίας δάκρυσε, αλλά κρατήθηκε μυστικό. «Είπαμε στους πιστούς μας να μην το ανακοινώσουν, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αποδείξεις θεραπειών χάρη στη βοήθεια που πήραν ασθενείς προσκυνώντας την Παναγία». Αυτή τη φορά όμως όλα είναι διαφορετικά. Ενα έντονο άρωμα τριαντάφυλλου διαχέεται συνέχεια κι όσο πιο έντονη είναι η προσευχή, τόσο πιο έντονο γίνεται το άρωμα. «Δεν φωνάζω “θαύμα, θαύμα”» δήλωσε ο Επίσκοπος Λούκα. «Εξάλλου θα προτιμούσα αντί για δάκρυα, να βγαίνει ένα φως από τα μάτια της Παναγίας. Τα δάκρυα δείχνουν τη θλίψη της Παναγίας, που συμπάσχει με τον πόνο των ανθρώπων και είναι σαν να λέει “κι εγώ υποφέρω, είμαι μαζί μ’ εσάς που υποφέρετε, που είστε φτωχοί, ταπεινωμένοι”. Είναι όμως ένα σημάδι ανεξήγητο»..
 
 
Σε ανάλυση της εικόνας που έγινε από τον Λίβιο Μπριτζολάρα, ειδικό σε θερμογραφικές αναλύσεις, επιβεβαιώθηκε ότι στη διάρκεια του μυστικιστικού φαινομένου στο πρόσωπο της Παναγίας δημιουργείται μια αλλαγή του χρώματος. Σαν τα μάγουλά της να ζεσταίνονται. «Υπάρχει μια μικρή διαφορά θερμοκρασίας, αλλά και κάτι περίεργο. Οταν γίνεται η απεικόνιση της θερμότητας, εμφανίζονται στη θερμική κάμερα, το φωτοστέφανο, τα μαλλιά και το πρόσωπο. Θα χρειαστεί όμως να κάνουμε κι άλλες εξετάσεις» δήλωσε ο Ιταλός ειδικός.
Από τους πρώτους που είδαν τα δάκρυα της Παναγίας είναι η Μαρία-Αντόνια Ιανέλι, 59 ετών, η οποία, αν και Καθολική, ένιωσε μια μέρα ένα περίεργο κάλεσμα που την τραβούσε να μπει στην εκκλησία. «Προσκύνησα και ο Ιερέας μού έδωσε την ευλογία του. Δύο ημέρες μετά ξαναπήγα και είδα τα δάκρυα της Παναγίας να τρέχουν από τα μάτια της. Ηταν τόσα που τα σκούπιζα. Τρόμαξα, αλλά δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Την επόμενη ημέρα έμεινα σπίτι, αλλά μου τηλεφώνησε ο Ιερέας και μου είπε: “Γιατί δεν ήρθες; Η Παναγία έκλαψε”. Τότε κατάλαβα ότι τα δάκρυα τα είχε δει κι εκείνος, ότι δεν τα ονειρεύτηκα» λέει η γυναίκα, που συνεχίζει να πηγαίνει και να προσκυνά την εικόνα.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΜΥΡΟΒΛΥΖΟΥΣΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
 
Παναγία ή Μυροβλύτισσα στην Ιερά Πατριαρχική Μονή του Αγίου Νικολάου στη Νήσο Άνδρο
 
 
Σύμφωνα με το ολιγόγραπτο ιστορικό, «ή αγία αύτη είκών της Θεοτόκου της Ρίζης Ίεσσαί, προσεφέρθη ως δώρον εκ του περιωνύμου Ιερού Ναού της Ύπεραγίας Θεοτόκου των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως, εις τους Πατέρας του Βλάχ-Σαράι, Μετοχίου της Ιεράς Μονής Αγ. Νικολάου Άνδρου εις Κων/πολιν. Οί Πατέρες του Μετοχίου Βλάχ-Σαράι μετέφεραν το μέγα τούτο κειμήλιο εις την Κυρίαν Μονήν του Αγίου Νικολάου Άνδρου τον 16ον αιώνα, ως πολυτιμότατο θησαύρισμα εκχέον ανά τους αιώνας έως των ημερών μας το άγιον μύρον και άκτιστον ταύτην ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος, ενεργούν δε άπειρα συνεχώς θαύματα και δηλοποιούν την αέναον ζώσαν παρουσία και παραμυθίαν και πρόνοια και άφατο άγάπην της Κυρίας Θεοτόκου εις τα χειμαζόμενα ποικιλοτρόπως και λιποψυχούντα τέκνα της ημάς τους σημερινούς αμαρτωλούς και απειθείς μεν Χριστιανούς, κλίνοντας δε ευλαβώς το γόνυ της ψυχής και του σώματος εις την άμετρο φιλανθρωπία Αυτής».
Σύμφωνα με αυτό, ή Εικόνα αυτή φέρει το χαρακτηριστικό γνώρισμα και την επωνυμία της Ρίζης του Ίεσσαί και τούτο επειδή δεξιά και αριστερά της κυρίως εικόνος ό αγιογράφος έχει αγιογραφήσει Προφήτες, οί όποιοι μίλησαν και έγραψαν για την καταγωγή της Παναγίας από τον Ίεσσαί, τον πατέρα του Δαυίδ. Ως προς την προέλευση της ή Εικόνα προσφέρθηκε ως δώρον στο Μετόχι της Μονής Αγίου Νικολάου Άνδρου πού υπήρχε στην Κων/πολη, από τον περιώνυμο Ναό των Βλαχερνών. Το πότε αυτό συνέβη δεν αναφέρεται παρά μόνο το ότι οί Πατέρες του Μετοχίου προσέφεραν την εικόνα στην κυρία μονή στην Άνδρο τον 16ο αιώνα. Σύμφωνα με τα γραφόμενα, άγνωστο πότε μυρόβλυσε ή Εικόνα. Μπορούμε να πούμε κατ’ εικασία, ότι ή μυρόβλυση είναι δύσκολο να είχε αρχίσει όταν ή Εικόνα ήταν στο Ναό των Βλαχερνών, διότι δεν θα εδωρίζετο. Ίσως να άρχισε στο Μετόχι στην Πόλη. Ας ληφθεί ως δεδομένο ότι μυρόβλυσε στο Μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, στο μόνιμο πλέον θρονί της. Ή φράση «εκχέον ανά τους αιώνας έως των ήμερων μας μύρον», αφήνει να νοηθεί ότι ή Εικόνα στο Μοναστήρι μυροβλύζει αιώνες. Δεν διασώθηκε ή πρώτη εκκίνηση του.
Παναγία του Μυρελαίου.(Ιερά Μονή Αγίου Παύλου-Άγιο Όρος)
 
 
Η θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης που λεγόταν του Μυρελαίου. Από εκεί την έφερε στο Άγιον Όρος ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός και την αφιέρωσε στην δεύτερη μονή την οποία ίδρυσε (μετά την Ξηροποτάμου) και που έλαβε το όνομά του (Ιερά Μονή Αγίου Παύλου). Η αγία αυτή εικόνα χάριτι Θεού άρχισε κάποτε να αναβλύζει μύρο γι΄ αυτό και από τότε ονομάζεται Μυροβλύτισσα. Ενεργεί πολλά θαύματα σ’ όσους προστρέχουν σ΄ αυτήν με ευλάβεια και επικαλούνται θερμά τη βοήθεια της Αειπαρθένου.
 
Η Παναγία του Ακαθίστου
 
 
Η εικόνα του «Ακαθίστου» φυλάσσεται στο ομώνυμο παρεκκλήσιο της Ιεράς Μονής του αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους. Η εικόνα των Χαιρετισμών της Παναγίας «του Ακαθίστου», η οποία έδωσε και το όνομά της στο μονόχωρο τρουλαίο παρεκκλήσιο, είναι η αρχαιότερη θαυματουργή εικόνα του Αγίου Όρους. Τά στοιχεία αντλούμε από την έκδοση της Μονής: Η Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου (ιστορία-τέχνη-κειμήλια-προσκυνηματικός οδηγός), Άγιον Όρος 1997. Είναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχη και τα χαρακτηριστικά της παραμένουν δυσδιάκριτα εξαιτίας του μύρου που ανέβλυσε κατά καιρούς. Θεωρείται ανεκτίμητος θησαυρός της Μονής και αποτελεί ιδιαίτερη ευλογία της Θεοτόκου. Την εικόνα κρατούσε στα χέρια του ο Πατριάρχης Σέργιος, περιερχόμενος στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, για να ενθαρρύνει τούς λίγους στρατιώτες που είχαν απομείνει στην Πόλη και το λαό, κατά την επιδρομή και την πολιορκία της από τούς Αβαροσλάβους (624 μ.Χ), ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος έλειπε σε εκστρατεία εναντίον των Περσών. Τελικά καταστράφηκε ο στόλος του εχθρού από θαλασσοταραχή και η Πόλη σώθηκε.
Στό κάτω μέρος της αργυρεπίχρυσης επένδυσης υπάρχει η επιγραφή: «Δέησις /του δούλου του Θεού Ιερε/μίου αρχιερέως /1786 Μαΐου / 20». Στήν πίσω πλευρά της εικόνας σώζεται η παράσταση με την παράδοσή της από τον Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ Κομνηνό στον κτήτορα της Μονής όσιο Διονύσιο, κατά την συνάντησή τους στην Τραπεζούντα το 1374. Συνοδεύεται και αυτή από την εξής σχετική επιγραφή: «Αύτη η εικών η θαυματουργός εστι, την οποίαν βαστάζων ο Σέργιος ο π(ατ)ριάρχης και περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως  έδιοξεν όλους τούς πολεμίους, την οποίαν αφιέρωσεν ο Βασιλεύς του αγίου Διονυσίου’ διά δαπάνι του  αγίου Πελιγραδίων Ιερεμία και διά χιρός Γεωργίου, 1786».
Η εικόνα φαίνεται να είναι στον τύπο της Γλυκοφιλούσας, πλαισιωμένη από τούς 24 οίκους της Παναγίας. Στό πάνω μέρος της, στο κέντρο εικονίζεται ο Πατήρ που πέμπει το Παράκλητον Πνεύμα. Πολλά είναι και τα θαύματα τα οποία αναφέρονται στην ιερά εικόνα του Ακαθίστου. Ένα από αυτά αναφέρεται στην κλοπή και την επιστροφή της στην Μονή. Συγκεκριμένα, οι πειρατές ενός πλοίου έκλεψαν κάποτε την εικόνα για τα πολύτιμα αφιερώματά της, αλλά μετά από μεγάλη τρικυμία και αφού είχαν απομακρυνθεί στο πέλαγος, εμφανίστηκε στον επικεφαλής τους η Θεοτόκος εκφράζοντας την επιθυμία να μείνει για πάντα στην Μονή. Τότε αυτοί είδαν την εικόνα να βγάζη μύρο, από το οποίο βράχηκε το κιβώτιο όπου την φύλαγαν, και τρομαγμένοι την επέστρεψαν αμέσως στην Μονή’ δύο μάλιστα από αυτούς παρέμειναν στην Μονή ως μοναχοί.
Παναγία η Μαλεβή.
 
 
Η θαυματουργή εικόνα είναι μία από τις εβδομήντα που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Την εικόνα αυτή την έφεραν μαζί τους οι κάτοικοι του Αγίου Όρους που κατοίκησαν στην Κυνουρία. Το πρώτο Μοναστήρι της Μαλεβής ιδρύθηκε το 771 μ.Χ., σε υψηλό μέρος του Μαλεβού, που σήμερα λέγεται Κανάλους. Μετά το τραγικό τέλος των μοναχών, που πέθαναν ένα χειμώνα από το πολύ κρύο, η εικόνα έφυγε μόνη της και πήγε στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Στάθηκε μέσα σε βάτα και δίπλα της έκαιγε ένα καντήλι, που τις νύχτες φώτιζε τη θέση της. Τρεις φορές πήραν την εικόνα και τη μετέφεραν στους Κανάλους. Αλλά πάντοτε έφευγε και επέστρεφε στα βάτα με το Θεϊκό φως που τη φώτιζε. Τότε αποφασίστηκε να κτιστεί το Μοναστήρι στη σημερινή του θέση και τοποθετήθηκε η εικόνα στη θέση που η ίδια είχε διαλέξει. Και αυτό έγινε το 1116. Το ασημένιο επικάλυμμά της, χρονολογείται από το 1362. Από τη θαυματουργό εικόνα αναβλύζει Θείον Μύρο. Συγκεκριμένα, το 1964, πριν ακόμα τρέξει το Άγιον Μύρον στην εικόνα της Θεοτόκου, επί 20 ημέρες ευωδίαζε εξαίσια και υπερβολικά σε όλο το Μοναστήρι. Την Παρασκευή των τελευταίων χαιρετισμών, στις 17 Απριλίου 1964, ενεφανίσθησαν οι πρώτες σταγόνες. Από τότε το τζάμι της εικόνας είναι βρεγμένο και το ΄Αγιον Μύρον προσφέρεται στους ευσεβείς προσκυνητές της Χάρης Της.
 
Ρωσικές Εικόνες.
"Παναγία η πραύνουσα καρδίας κακάς"
Η πρωτότυπη εικόνα συμβολίζει την εκπλήρωση της προφητείας του Δικαίου Γέροντα Συμεών: «Σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. 2:35).
 
 
Η «Πραΰνουσα καρδίας κακάς» είναι ασυνήθιστη εικόνα, διότι απεικονίζει την Μητέρα του Θεού με επτά σπαθιά ή θλίψεις, με το ένα σπαθί να τρυπάει την καρδιά της από κάτω. Στην Αγία Γραφή, ο αριθμός επτά, συνήθως δηλώνει την πληρότητα και την αφθονία. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως έχουμέ την πληρότητα των απέραντων θλίψεων, του πόνου της καρδιάς  που ένιωσε η Θεοτόκος στη διάρκεια της επιγείου ζωής Της. Όπως τον Χριστό θα τον διαπερνούσαν τα καρφιά και η λόγχη, έτσι και την ψυχή της Πάναγνης Μητέρας Του θα την διαπερνούσαν σαν δίστομες ρομφαίες οι θλίψεις και ο πόνος, όταν θα έβλεπε τα μαρτύρια του αναμάρτητου Υιού Της. Η θλίψη της ψυχής της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όλα τα βάσανά μας να φαίνονται ασήμαντα ή μικρά, σε σύγκριση με τα βάσανά  Της. Γι’ αυτό η Παναγία είναι ετοίμη βοηθός και παρηγορία στις θλίψεις μας.
Πριν την Επανάσταση του 1917, η Θαυματουργή εικόνα ήταν στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου Μπογκολυγιούρσκ, μία μικρή επαρχιακή εκκλησία στις όχθες του ποταμού Τοσίν, όχι μακριά από την πόλη Βόλογκντα. Η Μητέρα του Θεού είναι ζωγραφισμένη σε μία ασυνήθιστη στάση, μόνη, χωρίς το Θείο Βρέφος. Την διαπερνούν στην καρδιά επτά μικρά ξίφη. Υπάρχει η ακόλουθη ιστορία για την εικόνα αυτή: Ένας χωρικός της περιφέρειας Καντίκοβσκυ, που υπέφερε πολλά χρόνια από μία γενική αδυναμία και μία αναπηρία, από τις επιπλοκές μίας αρρώστιας, είδε ένα όνειρο στο οποίο πληροφορήθηκε ότι μπορούσε να θεραπευθεί, εάν επισκεπτόταν αυτήν την εκκλησία και εύρισκε την εικόνα αυτή της Παναγίας στο κωδωνοστάσιο. Πήγε δύο φορές εξαιτίας του ονείρου του και ζήτησε να του επιτρέψουν να ανεβεί στο κωδωνοστάσιο. Οι υπεύθυνοι δεν τον πίστεψαν και δεν του έδιναν άδεια να μπει μέσα. Τελικά την τρίτη φορά, τον λυπήθηκαν και του επέτρεψαν να ανεβεί στο κωδωνοστάσιο. Αμέσως βρήκε την Αγία Εικόνα όπως την είδε στο όνειρό του. Ο άρρωστος χωρικός ζήτησε να ψάλλουν μία Παράκληση ενώπιόν Της και αμέσως μετά θεραπεύτηκε. Πέρασε πολύς καιρός χωρίς να ακουστεί τίποτε γι’ αυτήν την εικόνα μέχρι το 1830, όπου εμφανίστηκε στην πόλη Βόλογκντα χολέρα. Οι τρομοκρατημένοι περίοικοι έτρεξαν στην Βασίλισσα των Ουρανών και πήραν αυτήν την εικόνα μαζί με την εικόνα «Επτά Πόλεις». Τις περιέφεραν γύρω από την πόλη στη διάρκεια μιας επίσημης λιτανείας του Τιμίου Σταυρού. Η επιδημία ελαττώθηκε αισθητά και σύντομα η χολέρα εξαφανίστηκε εντελώς. Από εκείνη τη στιγμή η εικόνα δοξάστηκε από πολλές θαυμαστές θεραπείες ασθενών.
 
 
Πως εμφανίστηκε το Άγιο Μύρο στο Αντιγραφο της Θαυματουργου Εικόνας
Στις 3 Μαΐου 1998, ένα κορίτσι ονόματι Αναστασία Μπασαρίνα, ήταν στην αγιοποίηση της Αγίας Ματρώνας της Μόσχας με την μητέρα της . Ένιωσε ότι ήθελε να αγοράσει αυτήν την χάρτινη εικόνα της Μητέρας του Θεού, που ήταν κολλημένη σε ξύλο, όπως είχε φτιαχτεί από το εργοστάσιο Σοφρίνο. Στη διάρκεια της αγιοποίησης, τοποθέτησε την εικόνα πάνω στα άγιά λείψανα της Αγίας Ματρώνας,- μίας πολύ γνωστής και αγαπητής αγίας της Μόσχας, που ήταν αόμματη από την γέννησή της και ανάπηρη. Η εικόνα φυλασσόταν σε ένα διαμέρισμα της Μόσχας, της Μαργαρίτας Βολόμπιεβ, συζύγου του Σεργκέι Λεονόντοβιτς Φορμίν (του συνοδεύοντος την εικόνα). Λίγο καιρό αργότερα η εικόνα άλλαξε λες και ζωντάνεψε. Τώρα εκείνοι που την βλέπουν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την λιθογραφία από μία παλιά εικόνα. Κάτω από τα μάτια της εμφανίστηκαν μαύροι κύκλοι και άρωμα λιβανιού παρουσιάστηκε στο χώρο όπου η εικόνα φυλασσόταν. Η Αγία αυτή εικόνα αντιδρά σε ο,τι συμβαίνει στον κόσμο. Μύρο αναβλύζει από αυτήν τόσο πολύ που το μαζεύουν με τα λίτρα. Πριν από τραγικά γεγονότα, η εικόνα αναβλύζει αίμα. Από εκείνους που έρχονται να την προσκυνήσουν, άλλοι θεραπεύονται, άλλοι βοηθούνται και μερικοί δεν μπορούν καν να την πλησιάσουν.
Η Μητέρα του Θεού μέσω αυτής της εικόνας κάνει πολλά θαύματα και θεραπείες. Ο φύλακας της εικόνας, μας αναφέρει μερικά από τα θαύματα που του έχουν πει. Μέσα από τα θαύματα της Θαυματουργού Εικόνος «Η Πραΰνουσα καρδίας κακάς» πολλοί ένδυναμώνονται στην πίστη, αλλά και πολλοί άνθρωποι επιστρέφουν στον Θεό. Η Εικόνα της Μητέρας του Θεού σαν μία αποστολική φωνή διδάσκει τα θαύματά της Ορθοδόξου Πίστεως. Η άφθονη ανάβλυση του μύρου με δυνατή ευωδία και αίμα, λέει στον κόσμο ότι είναι ζωντανή. Ακουμπώντας την θαυματουργή εικόνα νιώθουμε ότι ακουμπάμε αυτή την ίδια την Βασίλισσα των Ουρανών, την Προστάτιδα και βοηθό και παρηγορήτριά μας.
Πριν από τις εκρήξεις στη Μόσχα στην εικόνα “Η Πραΰνουσα Καρδίας Κακάς” είχε αλλάξει το πρόσωπό Της. Κάτω από τα μάτια εμφανίστηκαν μαύροι κύκλοι. Το διαμέρισμα μύριζε λιβάνι. Η μυρωδιά δεν εξαφανίστηκε μέχρι που οι εκρήξεις σταμάτησαν. Ο χρόνος πέρασε. Έμειναν οι πληγές στον αριστερό της ώμο, στην λαβή και στο λαιμό της Παναγίας και υπάρχει μέχρι σήμερα μία κόκκινη πληγή. Την ημέρα αυτή βυθίστηκε το υποβρύχιο «Κουρσκ» (21 Νοεμβρίου, την ημέρα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ) εμφανίστηκαν κηλίδες αίματος τόσες που θα μπορούσαν να συλλέγονται σε ένα βαμβάκι από τον κόσμο!
Η Μυροβλύτισσα Μητέρα του Θεού είναι ένα σημείο των καιρών. Πολλοί άνθρωποι, χωρισμένοι από την πίστη και την ευλάβεια των προγόνων τους, σκλήρηναν και πικράθηκαν, χάθηκε η αγάπη των πολλών για το πλήθος της ανομίας. Οι καρδιές πολλών συγχρόνων μας πέτρωσαν. Ευαγγελισμός δεν μπορεί να ακουσθεί εξαιτίας του θορύβου του πολιτισμού, του βρυχηθμού της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας. Οι ίδιοι οι άνθρωποι τής Εκκλησίας συχνά αποθαρρύνονται ή πικραίνονται από την κατάσταση της αμαρτίας. Γι’αυτό και η μυροβλυσία είναι τόσο άφθονη και αδιάκοπη. Η ίδια η Μητέρα του Θεού πιστοποιεί την ζεστή μητρική φροντίδα της.  Όλοι εκείνοι που απευθύνονται σε Εκείνη με αίσθημα προσευχής για να πραϋνθούν οι καρδίες των κακών ανθρώπων, τους έρχεται μία ευκολία στα πνευματικά και φυσικά βασάνα. Οι άνθρωποι που προσεύχονται για τους εχθρούς τους ενώπιόν Της, ομολογούν ότι τα εχθρικά τους αισθήματα καταλαγιάζουν.
Η Αγία Εικόνα τιμάται την Κυριακή των Αγίων Πάντων, παρόλο που υπάρχουν αναφορές για τις 2 Φεβρουαρίου / 15 Φεβρουαρίου.
 
Η Εγγυήτρια των αμαρτωλών.
 
 
Η ονομασία αυτής της Εικόνος της Θεομήτορος είναι από τις πλέον συγκινητικές: Εγγυήτρια για τους Αμαρτωλούς!…Τι βαθύ νόημα περικλείεται σέαυτές τις λέξεις! Εμείς, άνθρωποι αμαρτωλοί, συνεχώς αμαρτάνουμε, είμεθα άξιοι τιμωρίας κατά την Δι­καιοσύνη του Θεού, έπρεπε να κατα­δικασθούμε, να τιμωρηθούμε. Όμως υπάρχει υψηλά στον Ουρανό Εκείνη, η Οποία μεσιτεύει αδιαλείπτως για μας: Η Παναγία Μητέρα μας αγωνίζεται για την σωτηρία μας, αναζητεί τρόπους να μάς φέρη σε μετάνοια. Πριν ακόμη νά σκεφτεί ο άνθρωπος για να μετανοήσει, να διορθωθεί, Εκείνη ήδη δίνει εγγύησι γι αὐτὸν στον Θεό, ότι θά διορθωθή… Και τι θα νικήση; Η ανθρώπινη σκληρότητα ή η γεμάτη ευσπλαγχνία Χάρις της Παναγίας μας, Οδηγήτριας των ανθρώπων πρός τήν σωτηρία;
Στην ιερά Εικόνα της Παναγίας της«Εγγυήτριας των Αμαρτωλών», η Θεοτόκος εικονίζεται με το Θείο Βρέφος στο αριστερό Της χέρι. Ο Χριστός σφίγγει με τα δύο χερια Του το δεξί χέρι της Μητέρας Του, όπως συνηθίζεται όταν γίνεται μία συμφωνία. Στις τέσσερις γωνίες τής Εικόνος υπάρχει η ηξής επιγραφή σε στίχους: «Азъ сопоручница грѣшныхъ къ Моему Сыну: Сей далъ Мнѣ за нихъ руцѣ слышати Мя выну;да тiи, иже радость выну Мнѣ приносятъ,радоватися вѣчнѣ черезъ Меня испросятъ». «Εγώ είμαι η Εγγυήτρια των αμαρτωλών προς τον Υιόν Μου. Εκείνος Μου έδωσε τα χέρια Του γι αὐτούς, ότι πάντοτε θα Με ακούη, ώστε όσοι Μου απευθύνουν πάντοτε το “Χαίρε”θα ζητήσουν δια μέσου Εμού να χαίρωνται αιωνίως».
Άγνωστος είναι η προέλευσις της Εικόνος αυτής. Εικάζεται, ότι η απεικόνισις της Παναγίας ως Εγγυήτριας έλαβε αφορμή από τον στι­χο ενός Ύμνου: «Χαίρε η εκτείνουσα την χείρα Σου ως εγγύησιν υπέρ ημών εις τον Θεόν!» Το έτος 1848 ο Δημήτριος Μποντσεσκούλ παρήγγειλε αντίγραφο τής ιεράς Εικόνος, το οποίο έθεσε στον οίκο του στην Μόσχα. Σύντομα η ιερά Εικόνα αυτή άρχισε να μυροβλύζη και με το Άγιο Μύρο έγιναν πολλά θαύματα, θεραπείες κ.α. Την μυροβλύζουσα Εικόνα εν συνεχεία προσέφεραν στον Ναόν του Αγίου Νικολάου στα Χαμόβνικα της Μοσχας, όπου εκτίσθη ειδικό Παρεκκλήσι, αφιερωμένο στην θαυματουργό αυτή Εικόνα της Παναγίας της «Εγγυήτριας των Αμαρτωλών». Η ιερά αυτή Εικόνα εορτάζεται την 7ην Μαρτίου και την 29ην Μαΐου.
 
Μια μυροβλύζουσα εικόνα στο Μιτσιγκαν
 

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

 
                                                                                    Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
 
Η Παναγία αγαπήθηκε και τιμήθηκε σε μεγάλο βαθμό και στην Ήπειρο. Αυτό μαρτυρούν τα πολυάριθμα μοναστήρια τα αφιερωμένα στην χάρη Της, αλλά και οι ναοί που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε κατοικημένη περιοχή και τα καντήλια που καίνε σε κάθε γωνιά της Ηπειρωτικής γης. Περιοχή πολυβασανισμένη, με μακραίωνη ιστορία καταπίεσης και υποδούλωσης στο αλλόθρησκο στοιχείο, η Ήπειρος πρόταξε και χρησιμοποίησε την πίστη και το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα για να διατηρήσει την ταυτότητά της. Στην Παναγία στήριξαν οι άνθρωποι της περιοχής τις ελπίδες τους, όσο σε κανέναν άλλο Άγιο. Ήταν η Παναγιά όλων, η μητέρα των φτωχών, των αγωνιστών στα μέτωπα, των γυναικών που έμεναν πίσω και καρτερούσαν τους συζύγους και τα παιδιά τους από τις μάχες. Για τον Ηπειρώτη η Θεοτόκος είναι η Μάνα, η προστάτιδα, η σύμμαχος και συμπαραστάτης, η Υπέρμαχος στρατηγός, η αρωγός σε κάθε δύσκολη στιγμή. Και σαν αντίδωρο αυτής της ευλάβειας η Παναγία πρόσφερε στην Ηπειρωτική γη ένα μεγάλο αριθμό θαυματουργικών εικόνων που συνεχίζουν να εκχέουν άφθονα στους πιστούς τους καρπούς της Χάριτος, που διαμοιράζει με τις πρεσβείες Της.
 
Η Παναγία της Δουραχάνης.
 


Στην Αμφιθέα Ιωαννίνων, στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας, είναι κτισμένο το μοναστήρι της Παναγίας Ντουραχάνη. Η ανέγερση του μοναστηριού οφείλεται σε θαύμα που έλαβε χώρα το 1434, τέσσερα χρόνια μετά την οριστική υποταγή των Ιωαννίνων στουςΤούρκους το 1430. Εκείνη την εποχή ο Ντουραχάν Πασάς, Μπέης της Ρούμελης, ήρθε στην Ήπειρο για να καταστείλει μια τοπική ανταρσία. Ήταν χειμώνας και μάλιστα πολύ βαρύς και το χιόνι είχε σκεπάσει την περιοχή. O Ντουραχάν Πασάς έφτασε στις ανατολικές όχθες της λίμνης, η οποία είχε παγώσει και χωρίς να το αντιληφθεί πέρασε μαζί με όλο το στρατό του πάνω από τη λίμνη φτάνοντας στην απέναντι όχθη. Όταν πληροφορήθηκε τον κίνδυνο που διέτρεξε ο ίδιος, αλλά και το στράτευμά του, απέδωσε τη σωτηρία του σε κάποιο θαύμα της Παναγίας, καθώς στο σημείο απ’ όπου διαπεραιώθηκε βρισκόταν ένα εικονοστάσι της Παναγίας. Ο Ντουραχάν Πασάς αλλαξοπίστησε και για να δείξει την ευγνωμοσύνη του στην Παναγία, ίδρυσε στη θέση εκείνη την ομώνυμη Μονή, την Παναγία Ντουραχάνη.

Η Παναγία της Τσούκας.
 


Η Μονή Τσούκας, κοντά στο χωριό Ελληνικό Ιωαννίνων, χτίστηκε το 1190 σε υψόμετρο 760 μέτρων στο χείλος γκρεμού, με θέα στη χαράδρα του Αράχθου. Η ίδρυσή της οφείλεται σε θαύμα της ιερής εικόνας της Παναγίας που έως και σήμερα κοσμεί το εσωτερικό του ναού του μοναστηριού. Σύμφωνα, λοιπόν, με την παράδοση στο βράχο Τσούκα βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Οι κάτοικοι, θέλοντας να προστατεύσουν την εικόνα, έχτισαν σε κοντινή απόσταση ένα μικρό ξωκλήσι και την τοποθέτησαν στο εσωτερικό του. Την επόμενη μέρα, όμως, η εικόνα πήγε ξανά και στάθηκε στο ίδιο σημείο πάνω στο βράχο.
 


Αυτό εκλήφθηκε ως θαύμα και έτσι ανεγέρθηκε το μεγάλο μοναστήρι, ακριβώς πάνω από τον τόπο όπου στάθηκε η εικόνα. Πήρε το όνομά της από την κορυφή ενός λόφου που είναι χτισμένη, καθώς «Τσιούκα Ανάλτα» στα Βλάχικα σημαίνει «υψηλή κορυφή».

Η Παναγία της Πλάκας ή Πλακιώτισσα.
 


Στα σύνορα των Νομών Άρτας και Ιωαννίνων, ανάμεσα στα δυο βουνά Τζουμέρκα και Ξεροβούνι, στην άκρη του συνοικισμού Πλάκα, βρίσκεται το ιστορικό Μοναστήρι της Παναγίας της Πλάκας ή Πλακιώτισσας. Εκεί φιλοξενούνταν εικόνα της Παναγίας, τα θαύματα της οποίας είχαν καταστήσει το μοναστήρι σημαντικό πόλο έλξης για τους πιστούς της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων.
Το πρώτο θαύμα, το οποίο μαρτυρείται και στο οποίο οφείλεται η ονομασία Πλακιώτισσα, συνέβη όταν το μοναστήρι, στο οποίο κατοικούσαν αρκετοί μοναχοί, ήταν πολύ πλούσιο και είχε στην κατοχή του μεγάλα κοπάδια γιδοπροβάτων, τα οποία οι βοσκοί του μοναστηριού συνήθιζαν να πηγαίνουν για βοσκή στην απέναντι πλαγιά του Ξεροβουνιού, προκαλώντας έτσι την αντίδραση των εκεί κατοίκων, οι οποίοι, καθώς ήθελαν στο δάσος της περιοχής τους να βόσκουν μόνο τα δικά τους ζώα, αποφάσισαν να διώξουν τα ζώα της Παναγίας από το δάσος. Μια ομάδα, λοιπόν, ανέβηκε στο δάσος και έδιωξε με βίαιο τρόπο τους βοσκούς και τα ζώα. Οι βοσκοί επέστρεψαν στο μοναστήρι, διηγήθηκαν στον Ηγούμενο το πάθημά τους και εκείνος, αφού μπήκε στην εκκλησία της Παναγιάς, σήκωσε τη θαυματουργή εικόνα της από το εικονοστάσι, την έβγαλε έξω, στάθηκε κοντά σε ένα γέρικο δέντρο που είχε ένα μεγάλο κοίλωμα (κουφάλα) και κοιτάζοντας απέναντι στην πλαγιά, όπου έγινε το κακό είπε: «Παναγία μου, δες το κακό που σου έκαναν». Ύστερα έβαλε την ιερή εικόνα μέσα στο κοίλωμα και, αφού το έφραξε με ένα κλαδί, είπε στην Παναγία: «Παναγιά μου, δεν θα σε βγάλω από εδώ, αν δεν κάνεις το θαύμα Σου».
Σε λίγο ένα μικρό σύννεφο εμφανίστηκε ακριβώς πάνω από το δάσος, όπου έβοσκαν τα γιδοπρόβατα της Παναγιάς, μεγάλωσε, μαύρισε και άρχισε να ρίχνει για ώρα τόσο δυνατή βροχή, ώσπου κάποια στιγμή ακούγεται μια μεγάλη βουή. Από το πολύ νερό το δάσος κόπηκε και άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Όταν σταμάτησε η βροχή, βγήκαν οι μοναχοί της Μονής να δουν τι έγινε. Στο μέρος όπου πρώτα υπήρχε το πανέμορφο δάσος, τώρα φάνηκε μια τεράστια πλάκα άσπρη και καθαρή σαν γυαλί. Ο Ἡγούμενος βλέποντας το θαύμα έβγαλε την εικόνα από την κρυψώνα και την τοποθέτησε ξανά στο εικονοστάσι. Από τότε το μέρος ονομάστηκε «Πλάκα», ο συνοικισμός και αυτός «Πλάκα» και η Παναγία πήρε το όνομα «Παναγία Πλακιώτισσα».
 
Παναγία η Χρυσοβιτσινή
 
 
Το αρχαίο, ένδοξο και πλούσιο μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοβίτσας βρίσκεται στο Δήμο Εγνατίας, στο ομώνυμο χωριό Χρυσοβίτσα και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Παναγίας . Το χωριό πήρε το όνομα από την εικόνα της Παναγίας, που με θαυμαστό τρόπο έφυγε από το χωριό Στριγγανία της Επαρχίας Τριχωνίδας και το ναό της «Χρυσοβίτζης», όπου για πρώτη φορά βρέθηκε η εικόνα το 533 μ.Χ. , και αφού περιπλανήθηκε πηγαίνοντας, πάντα με θαυμαστό τρόπο, στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων και στη συνέχεια στη Μονή Βωτζά (Βουτσά ), που βρίσκεται στο χωριό Γρεβενίτι, έφτασε στο δάσος του χωριού Παλαιόμυλος, όπως ονομαζόταν πριν την εμφάνιση της Εικόνας το σημερινό χωριό Χρυσοβίτσα . Εκεί στο δάσος κάποια γυναίκα που την έλεγαν Λαμπρινή, από το χωριό Παλαιόμυλος που βρισκόταν στους πρόποδες του δάσους, πηγαίνοντας να κόψει ξύλα βλέπει μια γυναίκα να στέκεται ντυμένη σαν βασίλισσα, εκεί που σήμερα είναι κτισμένη η εκκλησία. Είπε στη Λαμπρινή : « Να πας, Χριστιανή, στο χωριό σου και να πεις στον παπα-Μιχαήλ και στους δυο γέροντες του χωριού, να έρθουν εδώ και να οικοδομήσουν το σπίτι μου (να κτίσουν ναό ) και εδώ γύρω από το σπίτι μου να κτίσουν το χωριό τους και θα έχουν έτσι την παντοτινή μου προστασία». Αφού συνέβηκαν κι άλλα θαυμαστά γεγονότα πείσθηκε κι ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, που ήθελε να πάρει τη θαυματουργική εικόνα στα Γιάννενα, πως η Παναγία ήθελε να μείνει στον τόπο που εμφανίστηκε και έτσι κτίσθηκε ναός που ονομάστηκε εκκλησία—μονή της Χρυσοβίτσας.
 
Παναγία η Μολυβδοσκέπαστη.
 
 
Βρίσκεται 17 χιλιόμετρα από την Κόνιτσα, στη συμβολή του Αωού και του Σαραντάπορου σε μια κατάφυτη περιοχή και μόλις 300 μέτρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, στην ομώνυμη μονή. Λέγεται Μολυβδοσκέπαστη διότι ολόκληρη η στέγη του Ι. Ναού ήταν σκεπασμένη με φύλλα μολυβιού. Το μολύβι το πήραν οι Τούρκοι κάνοντάς το βόλια και έμεινε έκτοτε η ονομασία, χωρίς σήμερα να είναι σκεπασμένη με μολύβι. Από το 1300 μ.Χ. λειτουργούσε και ως σχολή χειρογράφων. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το κρυφό σχολειό της περιοχής. Η τελευταία φορά που ανακαινίσθηκε η μονή ήταν το έτος 1522, αφού υπήρχαν φθορές από λεηλασίες. Όμως ακόμα και τον 20ο αιώνα υπέστη πολλές λεηλασίες από τους Ιταλούς, καθώς και από φωτιά που έβαλαν οι Γερμανοί στα κελιά των μοναχών. Ο μεγαλύτερος θησαυρός της Ι. Μονής είναι η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας. Είναι η πρώτη εικόνα του Μοναστηριού, η οποία έχει την προέλευσή της από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πωγωνάτο. Τα θαύματα της Παναγίας της Μολυβδοσκέπαστης είναι πολλά. Ανάμεσα στα γνωστά και άγνωστα θαύματα που γίνονται συνέχεια, είναι πολλές οι αναφορές για άτεκνα ζευγάρια που απόκτησαν παιδιά μετά από τάμα και βέβαια το αποδίδουν στη χάρη της Παναγίας.
 
Νομός Άρτας
 
Παναγία η Ελεούσα η Παρηγορήτισσα
 
 
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Παρηγορήτισσας βρίσκεται σε ξύλινο προσκυνητάρι του τέμπλου του ομώνυμου ναού και είναι η κύρια λατρευτική εικόνα του ναού. Η Παναγία αποτελεί εικονογραφική παραλλαγή του τύπου της Ελεούσας και συνδυάζει στοιχεία από τον τύπο της Παναγίας του Πάθους, όπως είναι το ανάστροφο πέλμα του Χριστού και η συγκρατημένη μελαγχολία της Παναγίας για το Πάθος του Χριστού.
 
Παναγία η Ροβέλιστα.
 


Σε θαύμα αποδίδεται η ίδρυση της Μονής της Παναγίας της Ροβέλιστας, η οποία βρίσκεται σε απόσταση 30 περίπου χιλιομέτρων από την πόλη της Άρτας, στην περιοχή των Ραδοβυζίων. Η ανέγερση του μοναστηριού συνδέεται άμεσα με τη θαυματουργή εικόνα, η οποία φυλάσσεται στο εσωτερικό του κεντρικού ναού του μοναστηριού. Το 1096 και σε κοντινή απόσταση από το σημείο που σήμερα δεσπόζει η επιβλητική μονή, ο Γεώργιος Κωστούλας, κάτοικος του χωριού Βελεντζικό, ίδρυσε μικρό ιδιωτικό ναό, βυζαντινού ρυθμού, αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου. Δίπλα έκτισε και δύο μικρά κελιά για να φιλοξενούν τους Ιερείς που πήγαιναν εκεί για να λειτουργήσουν.



Την ίδια περίπου εποχή πέρασε από την περιοχή κάποιος Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος ο οποίος φιλοξενήθηκε στο ναό. Μαζί του είχε και μια εικόνα της Παναγίας, μετρίου μεγέθους (0,27 x 0,32 m). Η εικόνα λέγεται ότι προερχόταν από τη Μόσχα και ανάδιδε μόνιμα μια απίστευτη ευωδία και έτσι την αποκαλούν έως και σήμερα «Παναγία Μοσχοβίτισσα». Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Αμβρόσιου εκεί, η εικόνα τοποθετήθηκε σε θρόνο στο εσωτερικό του μικρού ναού. Κάποιο πρωινό ο Αμβρόσιος, μπαίνοντας στο ναό για την καθιερωμένη προσευχή του, αντιλήφθηκε πως η εικόνα έλειπε. Για τα επόμενα βράδια βοσκοί της περιοχής έβλεπαν φως να έρχεται από το σημείο που σήμερα βρίσκεται το μοναστήρι, αλλά επειδή η περιοχή καλύπτεται από πυκνότατο δάσος, δεν μπορούσαν να το εντοπίσουν. Ένα βράδυ κάποιος από τους βοσκούς παρατήρησε προσεκτικά το φως και τοποθέτησε την γκλίτσα του με τέτοιο τρόπο πάνω σε ένα δέντρο ώστε να δείχνει προς το σημείο απ’ όπου ερχόταν το φως. Το επόμενο πρωί κατευθύνθηκε προς τα εκεί και βρήκε την εικόνα μέσα στα βάτα. Ειδοποίησε τον πατέρα Αμβρόσιο και έτσι η εικόνα επέστρεψε στο θρόνο της. Την επόμενη μέρα, όμως, η εικόνα έλειπε ξανά. Ο Αμβρόσιος, σίγουρος πως η εικόνα με θαυματουργό τρόπο είχε μεταβεί ξανά στο ίδιο σημείο, πήγε να την παραλάβει. Και πράγματι έτσι ήταν. Καθώς γυρνούσε στο ναό κρατώντας την εικόνα, συνάντησε έναν χωρικό που του είπε τα εξής: «Τι θέλει, πάτερ, η εικόνα και ροβολάει εκεί κάτω;» Από τη φράση αυτή η αγία εικόνα ονομάστηκε «Ροβέλιστα». Σύμφωνα, όμως, με μία άλλη εκδοχή ονομάστηκε έτσι από το όνομα «Ρόβελ» του νεαρού βοσκού που πρώτος εντόπισε το σημείο στο οποίο είχε μεταβεί η εικόνα. Στο σημείο, όπου κατέφευγε η εικόνα της Παναγίας, ιδρύθηκε μικρός ναός με κελιά και εκεί εγκαταστάθηκε η θαυματουργή εικόνα, καθώς και ο Αρχιμ.Αμβρόσιος, μέχρι το θάνατό του.
 
Παναγία η Γερόντισσα.
 
 
Είναι η εφέστια εικόνα της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς Άρτας, έργο του 19ου αιώνα. Η Θεοτόκος απεικονίζεται όρθια. Αν και κοιτάει τον παρατηρητή, είναι ελαφρά γυρισμένη πλάγια, με ελαφρά κάμψη του κεφαλιού και κρατά τα χέρια υψωμένα στο ύψος του στήθους σε στάση προσευχής, οπότε ανήκει στον τύπο της Δεομένης την στιγμή που δέχεται τον χαιρετισμό του Aρχαγγέλου . Η εικόνα παρουσιάζει εικονογραφική ομοιότητα με εικόνα της “Γερόντισσας” από την μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους. Το μαφόριο, χρώματος κόκκινου, καλύπτει το κεφάλι, τους ώμους αφήνοντας ακάλυπτα το πρόσωπο και τα χέρια.Τα μαλλιά είναι εντελώς κρυμμένα από ένα είδος μπλε σκούφου και μόλις διακρίνεται το αριστερό αυτί . Ο χιτώνας, χρώματος μπλε, χωρίς κεντήματα, αγγίζει το έδαφος και διακρίνονται κόκκινα υποδήματα. Στα χρώματα του χιτώνα και του μαφόριου, απεικονίζεται το «Αειπάρθενο » και η μητρότητα της Θεοτόκου, όπως υποστήριξε ο π. Π. Φλορένσκι . « Όταν η Παναγία παρουσιάζεται ως Αειπάρθενος, σαν πρώτη μοναχή, σαν προστάτιδα της παρθενίας, δηλ. ουσιαστικά σαν παρθένος, φοράει το θαλασσί η ουρανί. Αντίθετα, όταν εμφανίζεται σαν Θεοτόκος, δηλ. ουσιαστικά σαν Μητέρα, φοράει το πορφυρό (το χρώμα του βασιλικού αξιώματος) ή το κόκκινο (το χρώμα του πόνου και της φλογερής αγάπης)» .,
Η Δεομένη Θεοτόκος, φοράει βασιλικό στέμμα, και στην κορυφή της εικόνας βρίσκονται οι δύο Αρχάγγελοι Μιχαήλ (Μ) και Γαβριήλ (Γ) γονατισμένοι, κρατώντας ειλητάρια με τις επιγραφές:Χ ΑΙΡΕ /ΘΕΟΥ ΑΧΩΡΗΤΟΥ ΧΩΡΑ, ΧΑΙΡΕ /CΕΠΤΟΥ / ΜΥΣΤΗ/ΡΙΟΥ ΘΥ/ΡΑ, υπάρχουν δε δεξιά και αριστερά της εικόνας τα γράμματα ΜΡ- ΘΟΥ. Η επιβλητική μορφή της Παναγίας βρίσκεται πάνω σε ένα λόφο με λίγα δένδρα, κάτω από τον λόφο απλώνεται πεδιάδα, με περιβόλια και κυπαρίσσια, που την διασχίζει ποτάμι, διακρίνεται δε μια εκκλησία και στο βάθος της εικόνας φα ίνονται βουνά.Η αναλογίες που έδωσε ο αγιογράφος στην απεικόνιση της μορφής της Θεοτόκου και των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, δημιουργούν την αίσθηση ότι η μορφή της εξουσιάζει και επιτηρεί ολόκληρο τον φυσικό χώρο, είναι δηλαδή η Ηγουμένη όλης της περιοχής, εξ΄ου πιθανόν και ο χαρακτηρισμός της ως «Γερόντισσα». Δεν αποκλείεται το φυσικό τοπίο να συμβολίζει την τοποθεσία της μονής. Ο λόφος που βρίσκεται η Θεοτόκος, να εικονίζει τον λόφο της Περάνθης, η εικονιζόμενη εκκλησία, να είναι το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς με τους μπαξέδες που απλώνονται δίπλα του και τον Άραχθο που διασχίζει ολόκληρη την περιοχή. Ο μεγάλος αριθμός μικρών αφιερωμάτων στην εικόνα θυμίζει σε κάθε προσκυνητή το πλήθος των θαυμάτων που επιτελεί η Χαριτόβρυτος αυτή εικόνα της Θεομήτορος.(θεραπείες ασθενειών, λύσεις ατεκνίας κ.λ.π)
 
Παναγία η Κασσοπίτρα
 


Το όνομά της η Κασσοπίτρα το πήρε, σύμφωνα με τον Σεραφείμ τον Βυζάντιο, από την Παναγία την Κασσιόπη της Κέρκυρας, που την τιμούσαν οι Κερκυραίοι σαν θαυματουργή, επειδή έδωσε το φως σ΄ένα Στέφανο «αδίκως τυφλωθέντα». Ο Ανδρέας Μουστοξύδης στον «Ελληνομνήμονα» και ο Σπ. Λάμπρος στον «Νέο Ελληνομνήμονα» γράφουν. «Εν Κερκύρα η Παρθενομήτωρ τιμάται υπο την επωνυμία  Κασσωπαία ή κοινώς Κασσοπίτρα, ης η προσκύνησις μετέβη και εις τινά της Ηπείρου, οίον την Άρταν και εις τινάς νήσους. Επωνομάσθη δε ούτως από της Κασσιώπης, λιμένος εν ώ κείται η εκκλησία, ωκοδομημένη επί των ερειπίων του περιδόξου ναού του Διός του Κασσίου».
Η εικόνα της Κασσοπίτρας της Άρτας θεωρείται θαυματουργή. Η παράδοση αναφέρει πως έδωσε το φως σε κάποιον που τύφλωσαν οι Τούρκοι. Σε αυτήν κατέφευγαν και οι πρόσφυγες μετά την Μικρασιατική καταστροφή για να τους υποδείξει που βρίσκονται οι χαμένοι συγγενείς τους.
 
Παναγία η Χρυσοσπηλιώτισσα.



Κοντά το χωριό Γουργιανά των Τζουμέρκων, σε μια δυσπρόσιτη, αλλά ιδιαίτερα επιβλητική τοποθεσία που μάλλον θεωρούνταν ιερή και από την αρχαία εποχή, βρίσκεται η Μονή Παναγίας Χρυσοσπηλιώτισσας . Από το αρχικό μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται σήμερα μόνο ο ναός, που είναι αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου και κτίστηκε τον 11ο αιώνα, τη σημερινή του μορφή, όμως, την πήρε με την ανακαίνιση που έγινε στο μνημείο το 1663, όπως μας πληροφορεί ενεπίγραφη πλάκα εντοιχισμένη στην κόγχη του νότιου τοίχου. Σε μικρή απόσταση από το ιερό υπάρχει η σπηλιά, στην οποία βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας. Η εύρεσή της συνιστά και το θαύμα, το οποίο συντέλεσε στη δημιουργία της μονής. «Σε κάποια περίπτωση διωγμού, οι κάτοικοι της περιοχής Γουριανών Γραικικού κρύψαν μέσα στη δυσκολόφαντη σπηλιά Ζωγράφου την εικόνα της Παναγιάς για να τη σώσουν.. Ο επιδρομέας δεν ήταν εύκολο να ανακαλύψει την είσοδο του σπηλαίου, που ήταν μικρή τρύπα σκεπασμένη με πουρνάρια, γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε από τους τριγύρω κατοίκους σαν ασφαλές καταφύγιο…» . Στη σπηλιά αυτή, λοιπόν, βρήκε την ιστορική εικόνα, άγνωστο πότε, ένας βοσκός (κατ’ άλλούς μια ομάδα βοσκών) από το χωριό Πλατανούσσα που βρίσκεται στο ακριβώς απέναντι βουνό. Σύμφωνα με την παράδοση, για αρκετό διάστημα οι βοσκοί από το χωριό Πλατανούσσα αντίκριζαν ένα περίεργο φως να φέγγει κατά τη διάρκεια της νύχτας στο σημείο που βρισκόταν κρυμμένη η εικόνα και η περιέργεια τους οδήγησε στην ανακάλυψή της. Στο μέρος αυτό κτίστηκε μικρός ναός που στη συνέχεια επεκτάθηκε και έγινε μοναστήρι. Η εικόνα σήμερα δεν σώζεται.

Νομός Θεσπρωτίας.
 
Η Παναγία η Οδηγήτρια της Ιεράς Μονής Γηρομερίου.



Η Ιερά Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου, η οποία είναι κτισμένη σε ένα πραγματικά ειδυλλιακό τοπίο στο ομώνυμο χωριό των Φιλιατών, στο όρος Φαρμακοβούνι της Θεσπρωτίας. Κτήτορας της μονής υπήρξε ο Όσιος Νείλος ο Εριχιώτης. Λόγω της φήμης του οι κάτοικοι της Θεσπρωτίας τον παρακάλεσαν να μεταβεί στην περιοχή τους. Ο Όσιος Νείλος, 80 χρονών τότε, αποδέχτηκε την πρόσκλησή τους και εγκαταστάθηκε αρχικά σε παλαιό ασκητήριο απέναντι από τη σημερινή τοποθεσία του μοναστηριού. Με την προσέλευση και άλλων μοναχών στην περιοχή σχηματίστηκε γρήγορα μια μικρή αδελφότητα. Οι μοναχοί από το ασκητήριο για πολλές μέρες παρατηρούσαν ένα φως να λάμπει στο απέναντι βουνό. Παρακινημένοι από αυτό μετέβησαν στο σημείο και βρέθηκαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας απ’ όπου και πήγαζε το φως. Οι μοναχοί κατάλαβαν πως ήταν θέλημα της Παναγίας να ανεγείρουν εκεί ένα μοναστήρι. Η εικόνα της Παναγίας τοποθετήθηκε στο καθολικό της μονής σε ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

ΗΜΕΡΙΔΑ ΛΑΡΙΣΑΪΚΗΣ ΑΓΙΟΛΟΓΙΑΣ

Πραγματοποιήθηκε χθες, στα πλαίσια του εορτασμού των εν Λαρίση Αγίων, επιστημονική ημερίδα Λαρισαϊκών Αγιολογικών Σπουδών, που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου. Η ημερίδα ξεκίνησε με προσευχή προς τους αγίους της Λάρισας και καλοσώρισμα των συμμετεχόντων από τον πρωτοσύγκελο της Ι. Μ. Λαρίσης και Τυρνάβου αρχιμ. Αχίλλιο Τσούτσουρα.
Η ημερίδα είχε δύο θεματικούς κύκλους. Ο πρώτος κύκλος αναφερόταν στους αγίους της Μητροπόλεως, που έζησαν στη Λάρισα κατά τη Βυζαντινή Περίοδο.
Ο κ. Βασίλειος Κατσαρός, καθηγητής Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας του Α.Π. Θ., ανέπτυξε το θέμα: «Η Αγιολογία ως κλάδος της Βυζαντινής Φιλολογίας». Ο ομιλητής αναφέρθηκε σε εκείνα τα κριτήρια που επιτρέπουν τους επιστήμονες να χαρακτηρίζουν την Αγιολογία ως κλάδο της επιστήμης της Φιλολογίας και όχι μόνο της Λογοτεχνίας. «Η Αγιολογία αποτελεί το σημαντικότερο λογοτεχνικό είδος - σύμφωνα με τον κ. Κατσαρό - κατά την Βυζαντινή περίοδο», αφού εφαρμόζουν τους κανόνες της λογοτεχνίας με εξαιρετική συνέπεια. Ιδιαίτερη δε έμφαση έδωσε στην αξία της Αγιολογίας και ως πηγή ιστορικών γνώσεων της καθημερινότητας των Βυζαντινών.
Η κ. Βασιλική Παπαδημητρίου, Θεολόγος - Δρ. Βυζαντινής Τέχνης της Θεολογικής σχολής του Α. Π. Θ. στην εισήγησή της με θέμα, «Η όψις αυτού περικαλλής … Η εικονογραφία του αγ. Αχιλλίου», παρουσίασε συνοπτικά την εικονογραφική εξέλιξη της παράστασης του Αγ. Αχιλλίου. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο πλήθος των τοιχογραφιών που βρίσκονται διάσπαρτες στον Βαλκανικό χώρο και κοσμούν πλήθος ναών της Βυζαντινής περιόδου.
Τέλος, ο κ. Κώστας Σπανός, Δάσκαλος - εκδότης του Θεσσαλικού Ημερολογίου, έκλεισε το πρώτο αυτό μέρος με το θέμα «Άραβες ή Αβάρους αντιμετώπισε ο άγιος Νικόλαος εν Βουναίνη. Νέα θεώρηση των πολεμικών γεγονότων». Κατά τον ομιλητή ο άγιος Νικόλαος αντιμετώπισε Αβάρους, δηλαδή Ούνους ή Σλάβους. Ο όρος Άβαροι, κατά τον κ. Σπανό, δεν πρέπει να μας ξενίζει, αφού χρησιμοποιείται συχνά στα Βυζαντινά κείμενα, όπως στο Χρονικό της Μονεμβασίας.
Ο δεύτερος θεματικός κύκλος της Ημερίδας αναφερόταν στους Αγίους που έδρασαν στη Λάρισα κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο και την Τουρκοκρατία.
Ο κ. Προκόπης Μαγιάτης, Καθηγητής της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέπτυξε το θέμα: «Οι εν Λαρίση Άγιοι πρότυπα Κατηχήσεως». Οι Άγιοι πρέπει να είναι «πρότυπο για τη ζωή μας και τα παιδιά να νιώθουν χαρά μιμούμενοι τους αγίους», τόνισε ο ομιλητής. Ήταν υποδείγματα αφοσίωσης στον Θεό, που έλκουν και συγκινούνε τους νέους που έχουν κουραστεί από τον υλικό ευδαιμονισμό.
Ο κ. Βασίλειος Στεργιούλης, Θεολόγος - τ. Πρόεδρος του παραρτήματος της Π.Ε.Θ. Λάρισας με την εισήγησή του, «Οι Νεομάρτυρες της Λάρισας ήρωες της Χριστιανικής πίστης και της εθνικής αντίστασης», παρουσίασε συνοπτικά τη ζωή και το μαρτύριο των Νεομαρτύρων της Μητροπόλεως και επεσήμανε τη μεγάλη στήριξη, εθνική και θρησκευτική, που προσέφεραν στο σκλαβωμένο Γένος.
Ο Γέροντας Μοναχός Μωυσής με θέμα, «Θεσσαλοί - Λαρισαίοι Αγιορείτες», χαρακτήρισε την περιοχή της Θεσσαλίας και την πόλη της Λάρισας μαζί με την ευρύτερη περιοχή της ως «αγιότεκνη και αγιόφιλη». Πνευματικές μορφές του Αγίου Όρους συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να προέρχονται από τα εδάφη της Λαρισαϊκής γης, όπως ο Μόδεστος ο Κερασιώτης (με πλούσια ησυχαστική εμπειρία), ο Προκόπιος ο Μικραγιαννανίτης (που δεν βγήκε ποτέ από το Άγιο Όρος), ο Συμεών ο Καυσοκαλυβίτης (νηπτικός και ησυχαστής Γέροντας) και ο ακάματος διακονητής Γέροντας Ζαχαρίας Λαυριώτης.
Ακολούθησε μικρή ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ ομιλητών και ακροατηρίου. Την Ημερίδα έκλεισε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Ιγνάτιος. Ο Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε τους ομιλητές και το πολυπληθές ακροατήριο, πρωτόγνωρο για Ημερίδα, για τη συμμετοχή τους και επεσήμανε την ανάγκη τέτοιου είδους πρωτοβουλίες να έχουν συνέχεια και στο μέλλον. Ευχήθηκε δε σε όλους τους παρισταμένους οι Άγιοι της Λάρισας να τους ενδυναμώνουν, ειδικά στις δύσκολες αυτές μέρες για την πατρίδα μας.
Την εκδήλωση συντόνισαν ο Πρωτοσύγκελος π. Αχίλλιος Τσούτσουρας και ο κ. Χαράλαμπος Στεργιούλης, δρ. Βυζαντινής Φιλολογίας του Α. Π. Θ. Μεταξύ άλλων παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος του Κιλελέρ κ. Ρ. Κομήτσας, ο Πρόεδρος του παραρτήματος της Π.Ε.Θ. Λάρισας κ. Ι. Καραμήτρος, η Προισταμένη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχιαοτήτων κ. Στ. Σδρόλια, ο Καθηγητής της Βυζαντινής Τέχνης και Αρχαιολογίας του Α. Π. Θ. κ. Ευ. Τσιγαρίδας, Ιερείς της Μητροπόλεως και πλήθος κόσμου.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

 
Η παράδοση που αφορά στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας ξεκινά να αναπτύσσεται μετά την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου. Στα πλαίσια της καταπολέμησης του Νεστοριανισμού, αναγνωρίζεται πλέον η Παναγία ως Θεοτόκος, ενώ απορρίπτεται ο όρος Χριστοτόκος που της απέδιδε ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νεστόριος (428‐431). Η εικόνα της Θεοτόκου έχει κατά κύριο λόγο δογματική σημασία, διότι υποδεικνύει και βεβαιώνει την Ενανθρώπηση του Λόγου. Αποτελεί σιωπηλό κήρυγμα που μορφώνει τους πιστούς για την πραγματικότητα της Θείας Ενσάρκωσης.
Μετά την παράδοση που θέλει τον Λουκά ως τον πρώτο αγιογράφο της Χριστιανοσύνης, υπάρχουν και σχετικές παραδόσεις που αναφέρονται στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας.
 

Η Παναγία της Λύδδας
Η παλαιότερη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας, που θεωρείται δηλαδή ότι δεν ημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, προέρχεται από την πόλη Λύδδα της Παλαιστίνης (5ος αι.). Η αρχαιότερη γραπτή πηγή περί αυτής της εικόνας απαντά το 726 σε κείμενο του Επισκόπου Κρήτης Ανδρέα (690‐740), ο οποίος την ονομάζει ʹʹαχειρόγραφονʹʹ. Το 839 γίνεται μία εκτενής αναφορά στην ιστορία που συνοδεύει την εικόνα της Λύδδας και στη Συνοδική επιστολή των τριών Πατριαρχών το 836 (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) προς τον Εικονομάχο Αυτοκράτορα Θεόφιλο (829‐842)428. Σύμφωνα με την επιστολή οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης κατά τη διάρκεια του ευαγγελισμού των κατοίκων στην πόλη Λύδδα, χτίζουν ναό προς τιμή της Παναγίας και την παρακαλούν να τον επισκεφθεί. Εκείνη τους υπόσχεται ότι θα βρίσκεται σε εκείνο τον τόπο μαζί τους: ʹʹΚαί αὐτόθι μεθ΄ὑμῶν εἰμίʹʹ. Τότε αποτυπώνεται με θαυματουργικό τρόπο η εικόνα της Παναγίας σ΄ ένα κίονα του ναού: ʹʹΚαί δή θείᾳ τινί καί ἀοράτῳ ἐνεργείᾳὁ χαρακτήρ αὐτῆς κίονι ἐνίἐνίδρυστο∙ʹʹ. Δύο αιώνες περίπου αργότερα, όταν ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361‐ 363), πληροφορείται για την αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, στέλνει στη Λύδδα Εβραίους ζωγράφους για να την εξετάσουν και να διαπιστώσουν τι συνέβη. Οι ζωγράφοι προσπαθούν να καταστρέψουν την εικόνα, εκείνη όμως γίνεται όλο και πιο λαμπρή και παραμένει ανέπαφη από τις παρεμβάσεις των βέβηλων: ʹʹἔτι μᾶλλον λαμπροτέραν καίἀπαράλλακτον ἐν τῷ βάθει τοῦ κίονος ἐφεύρισκονʹ. Εν συνεχεία σημειώνονται και διάφορα θαύματα που συνέβησαν από την εικόνα, όπως καθαρισμοί λεπρών και θεραπείες ασθενειών: ʹʹδι΄ἧς καί δαίμονες ἐλαύνονται, νόσοι θεραπεύονται, λεπροί καθαρίζονται, δυνάμεις, πᾶσα μαλακία και ασθένεια ῥώννυταιʹʹ.
Στη συγκεκριμένη εικόνα αναφέρεται και ο Γεώργιος Μοναχός ( 9ος αι.) ως εξής: ʹʹτό προσκυνούμενον καί τιμώμενον ἀχειρότευκτον ἀπεικόνισμα… ʹʹ.
Στο ελληνικό χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774) απαντά επίσης η παράδοση για την εικόνα της Λύδδας, αλλά σε διαφορετική συνάφεια σε σχέση με τις παραπάνω πηγές. Σύμφωνα με το κείμενο αυτού του χειρογράφου οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι φιλονικούν στην περιοχή της Λύδδας για την ιδιοκτησία ενός ναού. Ο άρχοντας της πόλης αφήνει την υπόθεση να λυθεί από τη Θεία Πρόνοια. Ο άρχοντας ανακοινώνει ότι, αν μετά από προσευχή σαράντα ημερών δεν εμφανιστεί κάποιο θεϊκό σημάδι στον ναό, τότε ο ναός δεν θα ανήκει σε καμία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Πάνω σ΄ ένα πορφυρό κίονα όμως, στη δυτική πλευρά του ναού, τυπώνεται θαυματουργικώς το ομοίωμα της Παναγίας: (ʹʹ…τῆς δέ Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν τοῦ χαρακτῆρος ἀχειρογράφως ἐν τῷ κεκλῆσθαι ἐκτυπωθέντος ἐν τῷ πρός δυσμάς τῆς ἐκκλησίας τοίχῳ πρός τῇ γράψαντες τῷ βασιλεῖ τάς ἱεράς εἰκόνας ἐξυβρικότι.ʹʹ, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Διήγησις, PG 113, 441A.) Μετά απʹ αυτό το γεγονός οι Εβραίοι εγκαταλείπουν τον ναό αποδεχόμενοι το θαύμα: ʹʹ…Φύγωμεν, λέγοντες, τῆς γάρ μητρός τοῦ Θεοῦ αὐτῶν, ὡς φασίν, τόἐκτύπωμα, ἰδού, πέφανται.ʹʹ (436). Έτσι ο ναός, έπειτα από τη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, περνά στην ιδιοκτησία  των Χριστιανών.
Από τον 7ο αι. η εικόνα της Λύδδας ονομάζεται και Παναγία της Ρώμης διότι, κατά την παράδοση, ο Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, περνώντας από τη Λύδδα αφού ζήτησε να αντιγραφεί η εικόνα, την έστειλε στη Ρώμη. Δυστυχώςόμως δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες για την τύχη της εικόνας. Η εικόνα της Λύδδας δεν σώζεται, φαίνεται όμως να σχετίζεται με την Παλαιστινιακής προέλευσης εικόνα της Παναγίας Santa Maria Nova (6ος αι.), την οποία όπως είδαμε ακολουθεί αποστολική παράδοση.
- Όταν στο Βυζάντιο ήταν Αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ο ΙΙΙ μαζί με την μητέρα του την Αγία Θεοδώρα την Αυγούστα, η οποία αναστήλωσε τις εικόνες και επέτρεψε την λατρεία τους και στην Ρώμη Πάπας ήταν ο Σέργιος ο ΙΙ, η εικόνα της Παναγίας άρχισε να κινείται «κύριως κατά τον Ὀρθρο και το Ἐσπερινό, κάποιες φορές και κατά την Θεία Λειτουργία». Μία φόρα άρχισε να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, σαν να την κρατούσαν χέρια Αγγέλων και σιγά-σιγά βγήκε έξω από την εκκλησία, ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Θεοδώρα την τοποθέτησε στον Ναό της Χαλκοπράτειας. Χάρη σε αυτό το θαύμα οι Βυζαντινοί άρχισαν να τιμούν αυτήν την εικόνα-την οποία τώρα ονόμαζαν Ρωμαία-στις 8 Σεπτεμβρίου.
Η εικόνα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 15ο αιώνα κι αυτό επειδή στις 31 Μαρτίου 1401 ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ο VII ο Παλαιολόγος την έστειλε ως δώρο στον Ηγεμόνα Αλέξανδρο το Αγαθό, σφραγίζοντας έτσι την συμφιλίωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την Μολδαβία, στις σχέσεις των οποίων είχε επέλθει ρήξη. Αρχικά η εικόνα τοποθετήθηκε στο Μιραούτσι της Σουτσεάβα και λίγο αργότερα ο υίος του Αλεξάνδρου του Αγαθού, ο Στέφανος ο ΙΙ την δώρησε στην Μονή Νεαμτς
Παρότι η εικόνα πέρασε πολλές περιπέτειες-κάποια περίοδο την είχαν θάψει μάλιστα για να την προφυλάξουν από τους Τουρκους-η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Της έχει δοθεί και το όνομα ”Προσκυνήτρια”,επειδή πολλές φορές έχει φύγει από τα χέρια των Αρχιερέων ή των Ιερέων που την κρατούσαν και άρχισε να αιώρείται στον αέρα.Πήρε λοιπόν την ονομασία επειδή τότε ο λαός ταπεινά γονάτιζε για να την προσκυνήσει. Τιμάται στις 26 Ιουνίου.
 
Παναγία η Αβραμιώτισσα
Αχειροποίητος θεωρείται και η φορητή εικόνα της Παναγίας, που βρισκόταν στη Μονή Αχειροποιήτου ή Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στη Χρυσή ή Μεγάλη Πύλη, γνωστή με το όνομα Αβραμιώτισσα. Η παράδοση αποδίδει την ίδρυση της μονής στον Μέγα Κωνσταντίνο (324‐337) και στον μοναχό Αβράμιο. Είναι βέβαιο πάντως ότι η μονή υπήρχε τον 5ο αι., άρα και η θαυματουργή εικόνα, διότι στον βίο της αγίας Ματρώνας (5ος αι.) από τον Συμεώνα τον Μεταφραστή, αναφέρεται ότι ο μοναχός Ακάκιος υπήρξε ποιμένας στη μονή Αβραμιτών: ʹʹ…καίἈκάκιος τίς ἀνήρ, ὅς καίἐπʹ εὐλαβείᾳ περιφανής ,ὅς καί τῆς εἰς τό τρίτον μονῆς τοῦ θεοφόρου Ἀβραμίου ποιμήν ἐτύγχανεν… ʹʹ. Η μονή μέχρι και τον 11ο αι. αναφέρεται με δύο ονομασίες εκείνες των Αβραμιτών και της Αχειροποιήτου. Ο βιογράφος του Αγίου Βασιλείου του Νέου (περίπου 866‐944) Γρηγόριος αναφέρει, ότι το όνομα της μονής, ως Αχειροποίητης, οφείλεται στο γεγονός ότι φυλάσσεται σ΄ αυτήν εικόνα της Θεοτόκου, η οποία δεν δημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά από την ίδια την Θεοτόκο: ʹʹοὐδείς ἐτεχνούργησεν ἀλλʹ αὐτήἡ Θεοτόκος ἐπιστᾶσα, ὡς λόγος, τῇ χειρί τόν ἑαυτῆς χαρακτήρα ἐτύπωσε, μέχρι καί σήμερον συνιστάμενονʹʹ.
Η εικόνα της Παναγίας Αχειροποιήτου της Κωνσταντινούπολης δεν σώζεται. Κατά τη λατινική κατοχή (1204‐1261) η μονή των Αβραμιτών καταστρέφεται και μαζί της χάνονται και τα ίχνη της αχειροποιήτου εικόνας.
 
Παναγία της Santa Maria Trastevere
Σε κείμενα προσκυνητών της δεκαετίας του 640 γίνεται λόγος για μία άλλη φορητή αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, η οποία βρίσκεται στο ναό της Santa Maria Trastevere, στη Ρώμη. Η Παναγία παριστάνεται ως ένθρονη βρεφοκρατούσα. Η εικόνα αυτή αναφέρεται ως per se facta est, που σημαίνει αχειροποίητη. Ακολούθως απαντά η εν λόγω εικόνα και στο χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774). Σύμφωνα με την πληροφορία που μας παραδίδει το παραπάνω χειρόγραφο, η Παναγία επιθυμεί να αφιερωθεί στην ίδια ο ναός των Μαρτύρων στη Ρώμη. Εμφανίζεται λοιπόν η εικόνα της στον ναό, αχειρογράφως, ως ένθρονη βρεφοκρατούσα. Μετά από αυτό το γεγονός ο ναός αφιερώνεται στο όνομά της: ʹʹἩἐν τῇ τῆς Τραστιβέρεως ἐκκλησίᾳἐν Ρώμῃ προσκυνουμένη καί σεβομένη ἀχειροποίητος ἀληθῶς (fol.24v)… ʹʹ.
Η εικόνα της Παναγίας Trastevere που είναι γνωστή στους νεώτερους χρόνους ως Madonna della Clemenza, ετιμάτο ιδιαιτέρως κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα ο Πάπας Γρηγόριος ο IV (827‐844) έχτισε ορατόριο (a praesepium) προς τιμή της. Η εικόνα σώζεται και εξακολουθεί να βρίσκεται στον ίδιο ναό.
 
Παναγία της Κυζίκου.
Αχειροποίητος θεωρείται και η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης της Μητρόπολης Κυζίκου στη Μικρά Ασία (12ος αι.). Κατά την παράδοση η εικόνα προέρχεται από τη μονή του Μεγάλου Αγρού, ο οποίος καταστράφηκε την πρώτη δεκαετία του 14ου αι.. Αφού χάθηκε, φανερώθηκε ξανά, μετά από υπόδειξη της ίδιας της Θεοτόκου και τοποθετήθηκε στη μονή της Θεοτόκου Φανερωμένης και Αχειροποιήτου της Μητρόπολης Κυζίκου. Πλήθος πιστών προσέρχονταν στη μονή για να προσκυνήσει την εικόνα, μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ου αι., οπότε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεοτόκος παριστάνεται στον τύπο της Οδηγήτριας. Σήμερα βρίσκεται στον Πατριαρχικό Ναό στο Φανάρι και κοσμεί το προσκυνητάρι του αριστερού κλίτους.
Η Παναγία Φανερωμένη αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης λατρείας στα χρόνια των Παλαιολόγων (1261‐1453). Αρκετά καθολικά μονών αφιερώθηκαν στην ʹʹΑχειροποίητοʹʹ ή ʹʹΦανερωμένηʹʹ. Ο ναός της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη (περίπου 1270‐1274), η μονή του Μεγάλου Αγρού στη Βιθυνία (περίπου 1278), η μονή της Φανερωμένης στα Φραγκουλιάνικα της Μέσα Μάνης (1322‐1323), η μονή της Φανερωμένης στην Κωνσταντινούπολη (πριν το 1341), η μονή της Φανερωμένης στη Λευκωσία (δεύτερο μισό του 14ου αι.), η μονή της Φανερωμένης στην Καστοριά (τέλη 14ου αρχές 15ου αι. χρονολόγηση των τοιχογραφιών). Μάλιστα ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Φανερωμένης απαντά σε μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων της Παλαιολόγειας εποχής.
Χαρακτηριστικά η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης στον ομώνυμο ναό στη Βέροια (τέλη 13ου αι.) λατρεύεται ως αχειροποίητη και αποδίδεται σε εργαστήρι της Πρωτεύουσας.
 
Η Αχειροποίητος Παναγία της Θεσσαλονίκης.
 
 
Περιώνυμος αχειροποίητος είναι και η εικόνα της Παναγίας (13ος αι) που συνδέεται με τον ομώνυμο ναό στη Θεσσαλονίκη (μέσα 5ου αι.). Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα τρίκλιτης, ξυλόστεγης, ελληνιστικής βασιλικής με υπερώα. Το 1430 η Αχειροποίητος ήταν ο πρώτος ναός της Θεσσαλονίκης, μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, που κατέλαβε ο Σουλτάνος Μουράτ και τον μετέτρεψε σε τζαμί (Eski cuma camii). Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, υπήρξε πρόταση να χρησιμοποιηθεί ο ναός ως Βυζαντινό Μουσείο της πόλης. Αυτό όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή χρησιμοποιείται ως καταυλισμός προσφύγων. Τελικά η Αχειροποίητος χρησιμοποιείται ξανά ως χριστιανική εκκλησία το 1930.
Τα σχετικά με την αχειροποίητη εφέστια εικόνα του ναού πληροφορούμαστε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, νομοφύλακα και κριτή στη Θεσσαλονίκη από το 1347, σε λόγο που εκφωνεί κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου, στον ναό της Αχειροποιήτου. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό η λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου, της οποίας ο εικονογραφικός τύπος δεν προσδιορίζεται, μεταβάλλεται κατά τρόπο θαυματουργικό σε όρθια δεομένη χωρίς το βρέφος, εξαιτίας του αμαρτήματος του κτήτορα. Επειδή αυτή η μεταβολή έγινε χωρίς την επέμβαση κάποιου ζωγράφου, η εικόνα ονομάζεται Αχειροποίητος, όπως και ο ναός στον οποίο έλαβε χώρα το θαυματουργό γεγονός.
Η πρώτη ως τότε γνωστή ονομασία του ναού ήταν ʹʹτῆς ἁγίας ἀχράντου Θεοτόκουʹʹ, σύμφωνα με το κείμενο της ομιλίας του Λέοντα του Μαθηματικού και Φιλοσόφου, που εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου του 842 εντός του ναού. Η ονομασία από το 842 ως το 1115 είναι ουσιαστικά όμοια. ʹʹτῆς ἀχράντου Θεοτόκουʹʹ, ʹʹὙπεραγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹΠαναγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹἉγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹτῆς Ἀειπάρθενου Πανάγνου και Θεομήτοροςʹʹ. Η χρονική στιγμή που αποκτά ο ναός το όνομα Αχειροποίητος, τοποθετείται γύρω στο 1270, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη ενός μολυβδόβουλου με την παράσταση της Παναγίας αχειροποιήτου.
Η αχειροποίητος της Παναγίας στη Θεσσαλονίκη προβάλλεται από τον Κ.Αρμενόπουλο ως εικόνα εξίσου σημαντική με τις αχειροποίητες εικόνες του Χριστού, το Ιερό Μανδήλιο και Ιερό Κεράμιο. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής : ʹʹΠρός τῇ θείᾳ τῆς ἐνταῦθα θεομήτορος εἰκόνι, ἥ τῷὄντι θεόθεν, οὐκ ἐξ ἐπινοίας ἤ χειρός ἀνθρωπίνης, οὕτως ὄρθιος, ἱκέσιος ἐσχημάτισται, διά τό τοῦ κτήτορος, ὡς ἀληθής αἱρεῖ λόγος, ἐνταῦθα γεγενημένον ἀμπλάκημα, οὗ χάριν καί τήν Ἀχειροποιήτος, κατά τάς ῥάκει πρῴην καί κεράμῳ δεσποτικάς ἐντυπωθείσας μορφάς…ἡ μέν πάναγνος τοῦ Θεοῦ Μήτηρ ἱκέσιος ἱσταμένη φαίνηται…ὅλας χεῖρας ἀνατείνουσαν ἱκεσίους, πρός τίνα δέ καίὑπέρ τίνος, ἡ πρός ὅν άρρήτως αὐτή Θεόν ἔτεκε ʹʹ.
Όπως αναφέρει ο ομιλητής, η εικόνα του ναού σχηματίστηκε εξαιτίας του αμαρτήματος, στο οποίο περιέπεσε ο κτήτορας του ναού. Ο Αρμενόπουλος δεν αναφέρει ούτε το όνομα, αλλά ούτε και το αμάρτημα του κτήτορα επειδή, όπως σημειώνει, είναι γνωστά από την παράδοση. Ο Ξυγγόπουλος τοποθετεί πάντως χρονικά τη μεταλλαγή της εικόνας μετά το τέλος της Λατινοκρατίας (1222).
Ακολούθως συνδέει τον ναό της Θεσσαλονίκης με τη μονή των Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα λοιπόν με τον ερευνητή, ο ναός της Αχειροποιήτου περιέρχεται τον 13ο αι. στους μοναχούς της μονής Αβραμιτών, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν ως καθολικό της μονής που πιθανόν ίδρυσαν στην Θεσσαλονίκη, σε ανάμνηση της κατεστραμμένης μονής τους στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Ξυγγόπουλο οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον παλιό ναό της Οδηγήτριας σε Αχειροποίητο προς τιμή της παλιάς μονής τους. Kατά τον Ξυγγόπουλο η παλιά εικόνα που βρισκόταν στον ναό της Θεσσαλονίκης και ακολουθούσε τον τύπο της Οδηγήτριας, πρέπει να είχε καταστραφεί από τους Λατίνους. Με αυτή την πράξη βεβήλωσης πιθανόν έχει σχέση το αμπλάκημα που αναφέρει ο Αρμενόπουλος. Ο Ξυγγόπουλος δηλαδή υποστηρίζει ότι πίσω από το αμπλάκημα του κτήτορος βρίσκεται η Λατινική Εκκλησία. Μετά λοιπόν την αποχώρηση των Λατίνων οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον ναό της Θεσσαλονίκης Αχειροποίητο και τότε ίσως, σύμφωνα με τον Ξυγγόπουλο, επαναζωγραφίστηκε η βεβηλωμένη εικόνα ή κατασκευάστηκε νέα, σε άλλο εικονογραφικό τύπο από την παλιά εικόνα της Οδηγήτριας. Είναι όμως λίγο δύσκολο να δεχτεί κανείς, ότι ένας από τους τέσσερις καθολικούς ναούς της μητρόπολης Θεσσαλονίκης θα παραχωρούνταν εύκολα σε κάποιους άλλους έστω και αν επρόκειτο για μοναχούς που προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς για ποιό λόγο οι Λατίνοι θα κατέστρεφαν εικόνα της Παναγίας και μάλιστα σ΄ έναν ναό, ο οποίος μάλλον δεν πρέπει να πέρασε στην κατοχή τους.
Σύμφωνα με νεώτερη άποψη το θαύμα της μεταλλαγής της εικόνας της Παναγίας και άρα και το όνομα του ναού συσχετίζονται με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο (1258‐1282). Το αμάρτημα του κτήτορα είναι ο σφετερισμός του θρόνου και η τύφλωση του νόμιμου διαδόχου, του ανήλικου Ιωάννη Δʹ Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ Ηʹ για τα οποία και αφορίζεται από τον Πατριάρχη Αρσένιο. Επιπλέον ο Αυτοκράτορας αποδοκιμάζεται και για τη φιλενωτική του στάση στο θέμα της ένωσης Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Αποτέλεσμα μάλιστα της πολιτικής του ήταν να μην τύχει Νεκρώσιμης Ακολουθίας από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Όσον αφορά στη σχέση του Μιχαήλ Η΄ με τη Θεσσαλονίκη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα στενή, όπως μας πληροφορεί ο σύγχρονος ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης. Ο Αυτοκράτορας θεωρεί την πόλη της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερη πατρίδα του, υπάγεται στην εξουσία του, αφού ο πατέρας του, ο Μέγας Δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, υπήρξε Ηγεμόνας της και μάλιστα πέθανε και τάφηκε εκεί: Υπάρχουν ενδείξεις, ότι ο ίδιος Αυτοκράτορας καθιέρωσε την τιμή της Θεοτόκου Αχειροποιήτου και σε άλλες μονές της Μικράς Ασίας. Διατηρεί για παράδειγμα ιδιαίτερες σχέσεις με τη Μητρόπολη Κυζίκου, στην οποία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπήρχε αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας. Κατά τη θριαμβευτική του είσοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1261 ο Μητροπολίτης Κυζίκου Γεώργιος Κλειδάς, είναι εκείνος που ʹʹἀπεστόμισε τάς εὐχάςʹʹ στη Χρυσή Πύλη. Μάλιστα αν και η Πρωτεύουσα είχε απελευθερωθεί ήδη από την 25ηΙουλίου, η πανηγυρική επάνοδος του Μιχαήλ Η΄ έγινε την 15η Αυγούστου, με σκοπό να συμπέσει με την εορτή της Θεοτόκου.
Επιπλέον ο Μιχαήλ ονομάζει Αχειροποίητο και τη μονή της Θεοτόκου των Κελλιβάρων, στο όρος Λάτρος της Μικράς Ασίας και την συνενώνει με εκείνη του Αγίου Δημητρίου, προστάτη αγίου των Παλαιολόγων. Επίσης στον ναό της Θεοτόκου στη Θεσσαλονίκη υπήρχε από παλιά παράδοση συλλατρείας Παναγίας και Αγίου Δημητρίου, ως προστατών της πόλης. Ο Μιχαήλ, όπως αναφέρεται παραπάνω, συνενώνει την λατρεία της Θεοτόκου με εκείνη του Αγίου Δημητρίου στο Λάτρο, ακολουθώντας ίσως το παράδειγμα του ναού της Αχειροποιήτου.
Ο Μιχαήλ πρόβαλε, με το ξεκίνημα της βασιλείας του, τη Θεοτόκο, ως προστάτιδα της Πόλης. Ο κτήτορας λοιπόν δεν αποκλείεται να είναι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, ο οποίος προσπαθεί να καθιερώσει μία σημαντική λατρεία, κύριος στόχος της οποίας είναι η αποκατάσταση και η συνέχιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την Κωνσταντινίδη αιτία για την ανανέωση της τιμής της Παναγίας Αχειροποιήτου από τον Μιχαήλ, στάθηκε το γεγονός της επανάκτησης της Πόλης μετά από μισό αιώνα Λατινικής κατοχής, σε συνδυασμό με την καταστροφή της μονής Αχειροποιήτου στην Πρωτεύουσα αλλά και της μεταφοράς του Ιερού Μανδηλίου στη Δύση. (Πηγή.Ευτυχία Κουρκουτίδου Νικολαΐδου, Αχειροποίητος ο μεγάλος ναός της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1989).
 
Παναγία η Πλατανιώτισσα.
 
 
Η παράδοση που αφορά στην Παναγία Πλατανιώτισσα έχει τις ρίζες της στον 4ο αι. και θεωρείται ότι αναπαράγει πιστά την παράδοση περί της Παναγίας Μεγαλοσπηλαιώτισσας. Απαντούν δύο εκδοχές που αφορούν στην εμφάνιση της εικόνας. Κατά την πρώτη, που είναι και η πιθανότερη, το 840, κατά τη διάρκεια της βʹ φάσης της Εικονομαχίας (815‐843), το σπήλαιο της Μεγάλης Μονής πυρπολείται, η εικόνα όμως σώζεται και οι πιστοί την περιφέρουν σε πόλεις και χωριά για να οικοδομηθεί η πίστη των Χριστιανών. Σε μία τέτοια περιφορά οι Ιερομόναχοι της μονής διανυκτερεύουν στον ίδιο τόπο που είχαν διανυκτερεύσει τα δύο αδέρφια, ο Συμεών και ο Θεόδωρος όταν αναζητούσαν την εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά, ανάμεσα δηλαδή στα τρία πλατάνια. Στο κοίλο εσωτερικό του ενός πλατάνου, όπου κρέμασαν την εικόνα, χαράκτηκε με θαυμαστό τρόπο, αχειροποιήτως το ομοίωμά της.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, την ώρα που οι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος βλέπουν στο όνειρό τους τον Ανδρέα και τον Λουκά, ο δεύτερος δείχνει προς τα δυτικά, δηλαδή προς το ένα από τα τρία πλατάνια και τους παρακινεί να δουν την εικόνα της Παναγίας που αποτυπωνόταν εκείνη τη στιγμή στην κουφάλα του δέντρου. Οι Άγιοι Πατέρες ξυπνούν τρομαγμένοι και κοιτώντας ανατολικά βλέπουν λαμπρό φως να χτυπά τον κορμό του πλατάνου. Κοιτούν και βλέπουν το ιερό εκτύπωμα της εικόνας της Παναγίας. Σύμφωναλοιπόν μʹ αυτή την εκδοχή, το θαύμα της αποτύπωσης συνέβη τον 4ο αι. Η Παναγία Πλατανιώτισσα γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Γεννήσεως της Θεοτόκου και πλήθος πιστών προσέρχεται κάθε χρόνο για να την προσκυνήσει.
Στην κοίλη και λεία επιφάνεια λοιπόν της κουφάλας του πλατάνου είναι αποτυπωμένη, ανάγλυφη, αμετάβλητη στους αιώνες η εικόνα της Παναγίας Πλατανιώτισσας. Ανήκει στον τύπο της δεξιοκρατούσας. Το κεφάλι της γέρνει προς τα δεξιά. Η εικόνα είναι πανομοιότυπη με την ανάγλυφη εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου. Στο σημείο του Ιερού αποτυπώματος της Θεοτόκου ο φλοιός του πλατάνου είναι νεκρός και αμετάβλητος. Το πάχος του είναι ιδιαίτερα μικρό. Γύρω όμως από το σημείο του πλατάνου που είναι αποτυπωμένη η εικόνα, ο πλάτανος βλασταίνει και αναπτύσσεται κανονικά ακόμα και μέσα στην κουφάλα του δέντρου.
 
Παναγία Εικοσιφοίνισσα
 
 
Αχειροποίητος θεωρείται και η εικόνα της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, η οποία βρίσκεται στην ομώνυμη μονή στο όρος Παγγαίο, σε υψόμετρο 780 μέτρων. Η ίδρυση της μονής συνδέεται, χωρίς όμως να μπορεί να αποδειχθεί, με τον Επίσκοπο Φιλίππων Σώζοντα, ο οποίος φαίνεται να υπογράφει τα Πρακτικά της ληστρικής λεγομένης Συνόδου στην Έφεσο (449) και της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451). Ο Σώζων ιδρύει, περίπου το 450, ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, κοντά στη σημερινή μονή. Ο οικισμός όμως με την πάροδο των χρόνων εγκαταλείπεται σταδιακά. Κτήτορας ουσιαστικά της μονής είναι ο Όσιος Γερμανός (βʹ μισό 9ου ή αρχές 10ου αι.), του οποίου ο βίος αποτελεί τη μοναδική πηγή για την ίδρυση της μονής. H αρχαιότερη γραπτή μνεία περί της μονής απαντά σε επιστολή του Βασιλείου Μοδηνού, το Φεβρουάριο του 1320, με την οποία ο Μοδηνός και η οικογένειά του παραχωρούν τη μισή πατρική περιουσία στη μονή Χιλανδαρίου. Η επιστολή συντάχθηκε ανάμεσα σε άλλους και στον σεβάσμιο Ιερομόναχο Συμεών ʹʹτῆς σεβασμίας μονῆς Κοσνίτζιςʹʹ (Εικοσιφοίνισσας). Ο Γερμανός μονάζει στη μονή του Αγίου Ιωάνννη του Βαπτιστή στην Παλαιστίνη, μέχρι τη στιγμή που βλέπει την Παναγία σε όραμα η οποία του ζητά να κτίσει μία μονή στο όνομά της. Ο Γερμανός ξεκινά από την Παλαιστίνη έχοντας για οδηγό την Παναγία. Τελικά φτάνει στο όρος Παγγαίο σύμφωνα με τις υποδείξεις της Παρθένου. Εκεί παίρνει ένα κομμάτι ξύλο για να αγιογραφήσει την Παναγία. Προτού ολοκληρώσει όμως την αγιογραφία, το ξύλο σπάει στη μέση. Τότε, προς μεγάλη έκπληξη του μοναχού, βλέπει την εικόνα της Παναγίας να σχηματίζεται πάνω στο ξύλο, αχειροποιήτως, μέσα σε λαμπρό φως φοινικούν. Αυτή είναι μία από τις τρεις εκδοχές, μάλλον η επικρατέστερη, σχετικά με την εμφάνιση της αχειροποιήτου εικόνας της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Η ονομασία της μονής Εικοσιφοίνισσα είναι η πλέον πρόσφατη που έχει επικρατήσει και προφανώς συνδέεται με την Αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας. Ο τύπος της Παναγίας είναι αυτός της αριστεροκρατούσας. Σήμερα η εικόνα εξακολουθεί να βρίσκεται στο καθολικό (1837‐1847) της μονής, το οποίο είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και πλήθος πιστών την επισκέπτεται για να προσκυνήσει την εικόνα, η οποία συνεχίζει να θαυματουργεί.
 
Αχειροποίητη Παναγία του Καραβά.
Η προφορική παράδοση που αναφέρεται στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας, διασώζει μία μοναδική περίπτωση που αφορά στη μονή της Αχειροποιήτου στον Καραβά, στην περιοχή Λάμπουσα της Κύπρου. Πρόκειται για ένα από τα πιο αξιόλογα Βυζαντινά μνημεία της Μεγαλονήσου. Κατά την ευσεβή παράδοση ο ναός ονομάζεται Αχειροποίητος, διότι δεν τον ίδρυσε ανθρώπινο χέρι στο σημείο που βρίσκεται. Πριν από αιώνες, όταν οι Τούρκοι επρόκειτο να κάψουν την Μικρά Ασία η Παναγία, που είχε τον ναό της στ΄ αντικρινά παράλια, τον σήκωσε από εκεί που ήταν και τον μετέφερε μαζί με το μοναστήρι στην Κύπρο, στις ακτές της Λάμπουσας, για να τον σώσει από τους Τούρκους.
Από τις εικόνες ξεχωρίζει η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, μέσα στην οποία μάλιστα θεωρείται ότι βρίσκεται μέρος του Ιερού Μανδηλίου. Στο κάτω μέρος της εικόνας σώζεται επιγραφή η οποία αναφέρει ότι ο Ιερομόναχος Φιλόθεος το 1765 κατασκεύασε νέα εικόνα της Παναγίας, μέσα στην οποία τοποθέτησε ʹʹμέρος λινού πανιούʹʹ, το οποίο βρήκε στην παλιά εικόνα που έσπασαν οι Τούρκοι κατά την λεηλασία έναντι της μονής, το 1765. Διότι, σύμφωνα με μια άλλη τοπική παράδοση, ο Άγιος Ευλάλιος (περίπου 3ος αι.), ο πρώτος Επίσκοπος της Λάμπουσας, συνδέεται με τη μεταφορά του Ιερού Μανδηλίου, από την Έδεσσα στην περιοχή της Λάμπουσας. Μετά τον θάνατο του Άβγαρου το Μανδήλιο, που παρέμεινε στην πόλη της Έδεσσας, θέλησε να το καταστρέψει ο γιος του Άβγαρου που ήταν ειδωλολάτρης. Τότε ο Ευλάλιος πήρε το Μανδήλιο κρυφά για να το προστατέψει. Έφτασε στην ακρογιαλιά και επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο που ταξίδευε για την Κύπρο. Βρέθηκε στην Λάμπουσα, όπου έκτισε μονή την οποία αφιέρωσε στην αχειροποίητη εικόνα του Χριστού. Σύμφωνα λοιπόν μ΄ αυτήν την παράδοση, η μονή που κτίστηκε στην περιοχή ονομάστηκε Αχειροποίητος, διότι σʹ αυτή βρισκόταν η Αχειροποίητος εικόνα του Χριστού. Το καθολικό της μονής γιορτάζει στις 15 Αυγούστου επέτειο της κοίμησης της Θεοτόκου και στις 16 Αυγούστου ημέρα του Ιερού Μανδηλίου.
 
Παναγία η Προδρομίτισσα.
 
 
Άλλη αχειροποίητη εικόνα θεωρείται η εικόνα της Παναγίας Προδρομίτισσας (19ος αι.), που βρίσκεται στη Ρουμάνικη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στο Άγιο Όρος. Η σκήτη έχει μορφή κοινοβιακού συγκροτήματος και ανήκει στην κυρίαρχη μονή της Μεγίστης Λαύρας (963). Μέχρι το 1854 στη θέση της ήταν το κελί του Τιμίου Προδρόμου, με μοναχούς καταγόμενους από τη Χίο. Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας επέτρεψε τη μετατροπή του κελιού σε Σκήτη. Με Πατριαρχικό Σιγίλιο το 1856, επί Πατριάρχη Κυρίλλου Ζʹ (1855‐1860), επικυρώθηκε η ίδρυση και η κοινοβιακή οργάνωση της Σκήτης. .
Τις πληροφορίες που αφορούν στην αχειροποίητο εικόνα παραδίδει ο Ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης (1862‐1935). Κατά τον Ιερομόναχο ο αγιογράφος Γιωργάκης Νικολάου ξεκίνησε να ζωγραφίσει, έπειτα από επιθυμία του Ιερομόναχου Νήφωνα (1857‐1870), την Παναγία βρεφοκρατούσα. Καθώς κόντευε όμως να ολοκληρώσει την αγιογράφηση της εικόνας, είδε ότι τα πρόσωπα του Χριστού και της Παναγίας ήταν αλλοιωμένα. Ο αγιογράφος πίστεψε ότι δεν ήταν άξιος να τελειώσει την εικόνα. Άφησε λοιπόν την εργασία με σκοπό να την συνεχίσει την επόμενη μέρα. Το πρωί έκανε τρεις μετάνοιες και προσευχήθηκε ώστε να μπορέσει τελειώσει το έργο του. Όταν πήγε να συνεχίσει την εργασία του είδε έκπληκτος τα πρόσωπα στην εικόνα να είναι τέλεια ζωγραφισμένα και να λάμπουν.
Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ. Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται ανηρτημένη επί του κατ’ ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29η Ιουνίου 1863 εν Ιασίω πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος! Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς συντετελεσμένα.
Από τότε η εικόνα της Παναγίας που παριστάνεται στον τύπο της Οδηγήτριας ονομάζεται Παναγία Προδρομίτισσα η αχειροποίητος και βρίσκεται αναρτημένη στον αριστερό ανατολικό κίονα του Κυριακού μπροστά από το Τέμπλο.
 
Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα.
 
 
Περίφημη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας των νεώτερων χρόνων είναι και η Ιεροσολυμίτισσα (1870). Η παράδοση που συνοδεύει την εικόνα έγινε ευρέως γνωστή από διηγήσεις Γερόντων, όπως εκείνη του Γέροντα Παΐσιου του Αγιορείτη. Η δημιουργία της εικόνας συνδέεται με τη μοναχή αγιογράφο Τατιανή, η οποία μόνασε στη Ρώσικη Ιερά μονή της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής στην Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με την παράδοση, η Τατιανή βλέπει σε όραμα ότι την επισκέπτεται στο κελί της μία άγνωστη μοναχή, η οποία της ζητά να την ζωγραφίσει. Η Τατιανή απαντά ότι δεν είναι ζωγράφος, αλλά αγιογράφος. Τότε η άγνωστη μοναχή της λέει να την αγιογραφήσει. Η Τατιανή απορεί με το θάρρος της ξένης και της αποκρίνεται ότι δεν έχει ξύλο (σανίδι) για να την αγιογραφήσει. Έπειτα η άγνωστη μοναχή της δίνει ένα σανίδι και της λέει να την ζωγραφίσει. Ενώ τελικά αρχίζει η Τατιανή να την αγιογραφεί βλέπειτα άμφια της μοναχής να γίνονται χρυσά, το πρόσωπό της να λάμπει και ναλέει: ʹʹΩ μακαρία Τατιανή, μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, θα με αγιογραφήσεις πάλι εσύʹʹ. Τότε η Τατιανή καταλαβαίνει ότι αγιογραφεί την Παναγία. Ταράζεται και σπεύδει στην Ηγουμένη για να της διηγηθεί το όραμα. Η Ηγουμένη δυσπιστεί και της λέει να πάει να κοιμηθεί και την επόμενη μέρα να αγιογραφήσει μία εικόνα της Παναγίας. Καθώς όμως επιστρέφει στο κελί της βλέπει να βγαίνει φως και αισθάνεται ευωδία. Τότε ειδοποιεί την Ηγουμένη και μαζί αντικρίζουν το θαύμα. Η εικόνα του οράματος της Τατιανής βρίσκεται εκεί στο κελί αχειροποιήτως.Έπειτα παρουσιάζεται πάλι η Παναγία στην Τατιανή και της λέει να την μεταφέρουν στο σπίτι της, στη Γεσθημανή. Έτσι και έγινε. Η εικόνα παριστάνει την Θεοτόκο να κρατάει το Βρέφος στο αριστερό της χέρι. Η αχειροποίητος εικόνα της Ιεροσολυμίτισσας εξακολουθεί να βρίσκεται στο Ιερό προσκύνημα του Θεομητορικού Μνήματος στη Γεσθημανή (περίπου379‐386). Όσον αφορά στην παράδοση που συνοδεύει την Παναγία Ιεροσολυμίτισσα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι πολύ νεότερη και δεν καταγράφεται ούτε στα Οδοιπορικά προσκυνητών στους Αγίους Τόπους, ούτε όμως και στη σχετική βιβλιογραφία. Εδώ θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι εσκεμμένα συνδέθηκε η εν λόγω εικόνα με αχειροποίητη παράδοση. Δεν μπορούμε όμως να αποκλείσουμε την περίπτωση να υπάρχουν ψήγματα ιστορικής πραγματικότητας, τα οποία με το πέρασμα των χρόνων χάθηκαν ή ακόμα και παραμερίστηκαν προκειμένου να τονιστεί η αχειροποίητος προέλευση της εικόνας.