Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Διακήρυξις Ὁσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου καί Διονυσίου Κολλυβᾶ ὑπό τῆς Μητροπ. ΓΟΧ Μεσογαίας

          Ἀπό τήν 'Ιστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς πληροφορούμεθα, ὅτι  "κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Μητροπολιτικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπό τήν Κυριακήν 29 Ἰουνίου 2015, εἰς τόν Ἐπισκοπικόν Ἱ. Ν. ἁγ. Αποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος, θά συνεορτάζεται σύν Θεῷ  και ἡ Σύναξις τῶν νέων Ὁσίων καί Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ τοῦ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ (+ 1862) καί ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ τοῦ ΚΟΛΛΥΒΑ  ( + 1887)".
          Ἀπό τό δημοσιευόμενο στήν συνέχεια ἔγγραφο προκύπτει, ὅτι ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, προχώρησε στήν Διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν προαναφερομένων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι θα τιμώνται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ποιμαντικῆς του ευθύνης. 
 
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ἐπί τῇ Διακηρύξει ὑπό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς ἁγιότητος τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου (+ 1861) καί Διονυσίου τοῦ Κολλυβᾶ (+ 1887), Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἐπί τῆ θεσπίσει κοινῆς μετά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐτησίου ἑορτῆς αὐτῶν εἰς τον Ἱερόν Ναόν Ἁγίων Ἀποστόλων εἰς το χωρίον Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος.
 
          Α.Π. 659                                                                                    Ἐν Κορωπίω τῇ 28 Ἰουνίου 2015
 
          Παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Εκκλησίας. 
         Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
          Κατά τόν Ἱερόν Δαμασκηνόν οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα εἰς τά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός». [1] Ἄλλως, «τά πρόσωπα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἔχουν φθάσει εἰς τήν θέωσιν καί συνιστοῦν τούς μάρτυράς της μέσα εἰς τήν Ἱστορίαν». [2] Ὅμως ἡ θέωσις δέν ἐπιτυγχάνεται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνον καί ἀποκλειστικῶς ἐντός καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο καί τά κριτήρια διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος εἶναι πάντοτε ἐκκλησιαστικά καί οὐδέποτε ἀνθρωποκεντρικά/κοσμικά.
          Ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διδάσκει σχετικῶς: «Μία εἶναι, Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή…Ποία εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται». [3].
          Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος (1660 – 1669), εἰς τήν ἀπάντησί του πρός τούς Παπικούς τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀνάξειξιν Ἁγίων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, θέτει ὡς πρώτην, βασικήν καί ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν γνήσιας καί ἀληθινῆς ἁγιότητος, τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, δηλαδή τήν μετοχήν εἰς τό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σχετικῶς:
          «Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατά-στασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν». [4]
          «Τό κείμενο αὐτό - γράφει σύγχρονος Πανεπιστημιακός Καθηγητής - γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπόμενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά». [5]
          Εἰς τό Ὑπόμνημα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναγινώσκομεν:
       «Ἅπαντα ἑορτάζομεν, ὅσα ἀγαθοδότως ἡγίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· λέγω δή τούς ὑψηλοτάτους καί ἁγιαστικούς Νόας, τά ἐννέα δηλαδή Τάγματα· τούς Προπάτορας καί Πατριάρχας· τούς Προφήτας καί τούς Ἱερούς Ἀποστόλους· τούς Μάρτυρας καί τούς Ἱεράρχας· τούς Ἱερομάρτυρας καί Ὁσιομάρτυρας· τούς Ὁσίους καί Δικαίους καί ἁπάσας τάς τῶν ἁγίων Γυναίων χορείας· καί τούς ἄλλους Ἅπαντας ἀνωνύμους Ἁγίους, μεθ' ὧν ἔστωσαν οἱ ἐπιγενησόμενοι». [6]
          Εἰς τούς «ἐπιγενησομένους», εἰς τούς Ἁγίους, δηλαδή, οἱ ἀνεδείχθησαν μετά τήν συγγραφήν τοῦ Ὑπομνήματος (14ος αἰ.), περιλαμβάνονται μεταξύ πολλῶν ἄλλων καί οἱ Ὅσιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν Χριστοφόρος ὁ Παπουλάκος καί Διονύσιος ὁ Κολλυβᾶς, οἱ ὁποῖοι πέραν τοῦ ἐπιδειχθέντος ἁγίου βίου των, ἀνεδείχθησαν καί Ὁμολογηταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατά τήν ἐποχήν των, τήν ἐξαιρετικῶς δύσκολον διά τό Ἑλληνικόν Ἔθνος καί τήν Ἐκκλησίαν του ἐποχήν τῆς Βαυαροκρατίας.
          Περί τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου ἀρκεῖ ὁ λόγος περί αὐτοῦ συγχρόνου ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως: «Μία ἐκ τῶν μυρίων ἀποδείξεων τῆς θαυματουργούσης Πίστεως εἶναι ὁ Παπουλάκος. Τί ἦτο ὁ Παπουλάκος; Ἀρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; Διευθυντής Άποστολικῆς Διακονίας; Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς; Ἱεροκήρυξ; Ἐφημέριος πλουσίας ἐνορίας πόλεως; Εἶχε πτυχία καί διπλώματα καί σπουδάς τοῦ ἐξωτερικοῦ; Τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά. Ὁ Παπουλάκος ἦτο ἕνας ἁπλούς μοναχός, ἐλαχίστων γραμματικῶν γνώσεων, ἀλλ’ ὅ,τι ἔπραξεν ὑπέρ τοῦ λαοῦ, ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, δέν ἠδυνήθησαν νά πράξουν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι τῆς ἐποχῆς του. Φαινόμενο, φαινόμενο μετέωρον, ἀστήρ πού ἐσελάγισεν εἰς τόν οὐρανόν τῆς Ἑλλάδος! Νεώτερος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὁ Παπουλάκος. «Πίστει» (Ἑβρ. 11,3 κ. ἑ.) καί μόνον πίστει ἀνεδείχθη». [7]
          Ὁ Ὅσιος Μοναχός διεκρίθη «εἰς τά τῆς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡρωϊκά ἀγωνίσματα καί παθήματα αὐτοῦ καί διά τόν ὁσιοπρεπή καθόλου βίον αὐτοῦ».[8] Ὅμως, διά τούς ἀγώνας του ὑπέρ τῆς Πίστεως, τούς ὁποίους ἐνεπνεύσθη ὑπό τοῦ ἐθνεγερτικοῦ κηρύγματος ἄλλου Προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου, ὁ μακάριος μοναχός ἐδιώχθη ὑπό τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου («Σύνοδον Γραμματέων καί Φαρισαίων, εὐτελέστατον ὄργανον τοῦ κράτους» [9]). Ἀρχικῶς τοῦ ἀπαγορεύθηκε τό κήρυγμα καί «ὡς μή πειθαρχήσας» συνελήφθη κατόπιν προδοσίας, ἐφυλακίσθη εἰς τάς φοβεράς φυλακάς τοῦ Ρίου καί τελικῶς ἐξορίσθη εἰς τήν Θήραν ἀρχικῶς καί εἰς τήν Ἄνδρον τελικῶς, ὅπου φρουρούμενος εἰς κελλίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου μετέστη πρός Κύριον, τήν 18ην Ἰανουαρίου 1861.
          Ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐπιφανιάδης, ὁ νεοφανὴς ἀσκητὴς τῆς Σκιάθου, ὑπῆρξεν λόγιος κληρικός, χρηματίσας διδάσκαλος ἐν Πάρῳ καί ἐν ΚΠόλει, σύμβουλος τῶν Πατριαρχῶν Γρηγορίου Στ’ καί Ἀνθίμου Ζ’. Καθοδηγητής τῶν διαπρεπῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων λογοτεχνῶν Ἀλ. Παπαδιαμάντη καί Ἀλ. Μωραϊτίδη, διέπρεψεν ὡς Ἡγούμενος, ἱδρυτής καί ἀναστηλωτής μονῶν (ἐν Σκιάθῳ, Ὕδρᾳ καί Σύρῳ). Προηγουμένως ἐμαθήτευσεν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, εἰς τήν Ἱεράν Μονήν ἁγ. Παντελεήμονος, ὅπου ἐδέχθη τό Μέγα καί Ἀγγελικόν Σχῆμα καί τήν Ἱερωσύνην καί ἀνεδείχθη συνεχιστής τοῦ ἔργου τῶν Κολλυβάδων Πατέρων. Διέλαμψεν ὡς φωστὴρ εὐσεβείας, χρηστοηθείας καὶ ἐλεγκτικοῦ κηρύγματος. Εἰρηνικός, εὐχόμενος, νήφων, ἱλαρὸς δότης, ἐλεήμων, φιλόξενος καὶ πλήρης Ὀρθοδόξου φρονήματος, ἀνεδείχθη ἐφάμιλλος τῶν πάλαι Ὁσίων Πατέρων, διὸ καὶ ἠξιώθη προορατικοῦ καὶ διορατικοῦ χαρίσματος. Δι’ αὐτόν ἐλέχθη, ὅτι «ἐάν ἐγεννᾶτο πρό τοῦ δ’ αἰῶνος θα ἦτο Μάρτυς, ἐάν μετά τόν δ’ Ὅσιος». [10]
          Ἤσκησε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ το διδασκαλικόν ἔργον, τροφοδοτῶν τήν πίστιν, τήν ἑλληνομάθειαν καί τήν φιλοπατρίαν τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων. Συμμετεῖχε εἰς τούς ἀπελευθερωτικούς ἀγώνας τῆς Πατρίδος καί διεκρίθη ὡς συγγραφεύς ἱστορικῶν, φιλοσοφικῶν, ποιητικῶν καί ὑμνογραφικῶν ἔργων.
          Διὰ τοὺς ἐλεγκτικοὺς αὐτοῦ λόγους πρὸς τὸν τότε Βασιλέα Ὄθωνα καί τούς Βαυαρούς Ἀντιβασιλεῖς, ἐξωρίσθη εἰς Ὕδραν καὶ Θήραν.
          Ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 30ην Δεκεμβρίου 1887, τιμᾶται ὡς Ἅγιος ὑπό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκει διά τοῦ βίου καί τῶν διδαχῶν του καί θαυματουργεῖ.
          Οἱ δύο ἱεροί ἄνδρες Χριστοφόρος καί Διονύσιος συνηντήθησαν ἐξόριστοι εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Προφήτου Ἠλιοῦ Θῆρας, ὅπου καί οἱ δύο ἤσκησαν κηρυκτικήν δραστηριότητα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ, ὥστε ἡ μνήμη των νά ἔχει ἐπιβιώσῃ μέχρι σήμερον ἀγαθή ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ πληρώματι. Τά Λείψανά των τιμῶνται ὡς ἅγια· ἱεραί εἰκόνες των ἔχουν ἀπό πολλοῦ φιλοτεχνηθεῖ· Ἀκολουθίαι πρός τιμήν των εὑρίσκονται ἤδη εἰς τήν διάθεσιν τῶν φιλαγίων καί φιλακολούθων πιστῶν. Μένει ἡ ἐπίσημος ἀποδοχή τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς γνώμης ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ Πανορθοδόξω Συνοδικῇ διαγνώμῃ διακήρυξις τῆς ἁγιότητος αὐτῶν καί ἡ ἐγγραφή τῆς μνήμης των εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας.
         Ἤδη πρό 63 ἐτῶν, ἐγράφετο προφητικῶς διά τόν Ὅσιον Χριστοφόρον: «Παπουλάκος! Τύπος ἀποστολικοῦ Ἱεροκήρυκος. Παπουλάκος! Θρύλος. Παπουλάκος! Σύνθημα ἀγώνων. Παπουλάκος! Ἅγιος. Ἄς τιμηθεῖ, λοιπόν, τό ὄνομά του πρεπόντως. Καί ἐἀν ἡ ἐπίσημος Ἐκκλησίας θελήσει νά ἐπιμείνῃ εἰς τήν ἄδικον κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνική κοινωνία ἄς κινηθῇ διά νά ἀποδώσῃ τήν τιμήν… (Διότι) δυστυχῶς καί μετά τόσα ἔτη ἐλευθέρου βίου, κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὁ Καίσαρ, τό Μασονικόν Κράτος, τό ὁποῖον ἐκδίδει νόμους καταργοῦντας τούς νόμους τῆς Καινῆς Διαθήκης καί οἱ Ἐπίσκοποι παρίστανται ὡς ἁπλοῖ ὑπηρέται καί εὐτελεῖς διεκπεραιωταί τῶν θελήσεων τοῦ Κράτους». [11]
          Ὅθεν
ΕΠΟΜΕΝΟΙ
τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τούς θεοφιλῶς ζήσαντας καί ὁσιακῶς τελειωθέντας Πατέρας Χριστοφόρον Παπουλάκον καί Διονύσιον Κολλυβάν ὡς Ἁγίους, καί
ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ
καί τήν ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικήν ἀπόφανσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων»,
 
ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ
ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, οἱ Ὅσιοι Χριστοφόρος καί Διονύσιος, συναριθμοῦνται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμώμενοι παρά τῶν πιστῶν κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτῶν καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῶν εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν των Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτῶν, πρός οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὁ μέν Ὅσιος Χριστοφόρος τῇ 18η μηνός Ἰανουαρίου, ὁ δέ Ὅσιος Διονύσιος τῇ 30η μηνός Δεκεμβρίου.
          Τά δέ Λείψανα αὐτῶν, τιμηθέντα δι’ εὐωδίας, κατά τήν Πατερικήν διδασκαλίαν καί γνώμην[12] τιμῶνται ἀπό τοῦ νῦν ὡς Λείψανα ἱερά καί ἅγια.
         Ἐπί τούτοις θεσπίζομεν, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίων Ἀποστόλων Λαζαράτων Λευκάδος, τιμᾶται καί  ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ὁσίου Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου και Ὁσίου Διονυσίου τοῦ Κολλυβά καί   ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη των μετά τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου.
 
          Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
 
Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης
 
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ
[1] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις  ἀκριβής  τῆς  Ὀρθοδόξου  Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C.
[2]  Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία  1989, σελ. 4. 
[3] Ὁσ. Ἀθανασίου  τοῦ  Παρίου, «  ἅγ. Γρηγόριος    Παλαμᾶς  καί  ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη  1981, σελ. 258. 
[4] «Πρός  τάς  προσκομισθείσας  θέσεις  παρά  τῶν  ἐν Ἱεροσολύμοις  φρατόρων, διά  Πέτρου  τοῦ  αὐτῶν  μαϊστορος, Περί  τῆς  ἀρχῆς  τοῦ  Πάπα  ἀντίρρησις», Ἰάσιο  1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου  Βουλγάρεως, «Πρός  Πέτρον Κλαίρκιον - Περί  τῶν  μετά  τό  σχίσμα  Ἁγίων  τῆς  Ὀρθοδόξου  Ἀνατολικῆς  Ἐκκλησίας  καί  τῶν  γονομένων  ἐν  αὐτῆ  θαυμάτων», 1844, σελ. 6.
[5] π. Γ. Μεταλληνοῦ  αὐτ. σελ. 6 - 7.
[6] Νικηφόρου Καλλίστου  τοῦ  Ξανθοπούλου, Ὑπόμνημα  Κυριακῆς  Ἁγίων  Πάντων.
[7]Αὐγουστίνου Καντιώτου, 1968 κ. ἑ. Μητροπ. Φλωρίνης (Ν.Ε.), Περιοδικόν «Χριστιανική Σπίθα», φ. 137, Δεκ. 1952.
[8]  Κ. Μ. Ραλλη, «Περί τῆς τῶν Ἁγίων ἀνακηρύξεως»· Ἑκατονταετηρίς Ἐνθικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 18371937· Ἐπιστημονικαί συμβολαί. Ἀθῆναι, σελ. 2021.
[9] Αὐγουστίνου Καντιώτου, αὐτ.
[10] Ἀλ. Παπαδιαμάντης.
[11] Αὐγ. Καντιώτου αὐτ.
[12] Πρβλ. ἁγ. Νικοδήμου  τοῦ    Ἁγιορείτου: «Εἶναι  γνώμη  τῶν  διδασκάλων  τῆς  Ἐκκλησίας  μας, ὅτι  τῶν  μέν  Ὁσίων  τά  Λείψανα  δέν προσκυνοῦνται  ὡς  ἅγια, ἄν    Θεός  δέν  ἀποδείξη  δι’ αὐτῶν  θαύματα    τό  ὀλιγώτερον  τά  τιμήση  διά  τῆς  εὐωδίας, μέ  τό  νά  μήν  εἶναι  ἀποδεδειγμένα  εἰς  τούς  ἀνθρώπους    ἐν  κρυπτῶ  πίστις  καί  ἀγάπη  αὐτῶν  πρός  τόν  Θεόν» («Νέον  Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου