Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ, Ἰω. Καρδάση

        Ο άγιος Αυγουστίνος (πνευματικός πατέρας της Δυτικής θεολογίας) πίστευε, ότι η θεολογία είναι σαν τη φιλοσοφία, ότι είναι μια στοχαστική προσπάθεια του ανθρώπου να συλλάβει την αλήθεια. Οπότε, έχουμε την αλήθεια από την φιλοσοφία. Ακόμη, ο Αυγουστίνος προτάσσει την πίστη και μετά τοποθετεί την γνώση. Έλεγε ότι αποδεχόμαστε τα δόγματα, ώστε να τα κατανοήσουμε και να μάθουμε την αλήθεια με την λογική επεξεργασία.

Αυτή η μέθοδος του Αυγουστίνου, ότι βάσει της πίστεως, με τη βοήθεια της φιλοσοφικής μεθόδου και της εμβαθύνσεως, θα φθάσουμε στην κατανόηση των δογμάτων της Εκκλησίας, έγινε η βασική μέθοδος της Φράγκικης παραδόσεως στη Δύση. Ο Αυγουστίνος προτάσσει την πίστη και μετά έρχεται η γνώση. Η βασική προϋπόθεση του Αυγουστίνου είναι, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί μόνο δια της λογικής του να γνωρίσει την αλήθεια, αλλά πρώτα η λογική δια της πίστεως να γνωρίσει την αλήθεια, οπότε προηγείται η πίστη. Μετά, δια της πίστεως κανείς δέχεται τα δόγματα και μετά καταλαβαίνει τα δόγματα. Οπότε είναι η πίστη που προηγείται της γνώσεως.

            Ο Αυγουστίνος παραγνωρίζει τελείως τον θεούμενο. Ιδέα δεν έχει περί θεούμενου ο Αυγουστίνος, ούτε ιδέα είχε ποτέ περί θεώσεως και πίστευε ότι η λογική του ανθρώπου μπορεί να γνωρίσει τον Θεό κατ’ ευθείαν, δηλαδή χωρίς την εμπειρία της θεώσεως.
            Ο Αυγουστίνος πίστευε, ότι μπορεί να συλλάβει όχι μόνο την ενέργεια του Θεού, αλλά και την ουσία του Θεού. Το λέει καθαρά στο δεύτερο βιβλίο του: «Δεν θα διστάσουμε να ερευνήσουμε την ουσία του Θεού, είτε εκ των έργων του Θεού, είτε εκ των μαθημάτων», και εννοεί την φιλοσοφία.
            Λέγει ο Αυγουστίνος, ότι ο Θεός είναι το συνεχές παρόν, ότι στον Θεό δεν υπάρχει ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον, αλλά ο Θεός είναι συνεχές παρόν. Αυτό δεν είναι σωστό εξ απόψεως Ορθοδόξου. Ο Θεός ούτε παρελθόν είναι, ούτε μέλλον, αλλά ούτε και συνεχές παρόν. Το συνεχές παρόν είναι κατηγόρημα του χρόνου. Εφ’ όσον ο Θεός δεν είναι ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον, ούτε συνεχές παρόν, πως είναι δυνατόν η λογική του ανθρώπου να ξεπεράσει όλα αυτά τα πράγματα, για να καταλάβει;
            Ο Αυγουστίνος, όταν θεολογεί περί Αγίας Τριάδος, θεολογεί φιλοσοφικώς και στοχαστικώς. Έχει μια ιδέα μέσα στο κεφάλι του περί Αγίας Τριάδος, τελείως ξεκάρφωτη από την Παλαιά Διαθήκη. Βέβαια, έχει την Καινή Διαθήκη υπ’ όψη του, ο Χριστός στην Καινή Διαθήκη κ.λπ., ο ενσαρκωθείς Λόγος, αλλά δεν βλέπει τον Λόγο στην Παλαιά Διαθήκη, όπως οι Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν τον Λόγο. Και επιδόθηκε σε στοχασμούς βάσει των «εννεάδων» του Πλωτίνου. Μάλιστα, αυτό είχε υπόψη του. Γι’ αυτό, όλες οι σκέψεις του παραλληλίζονται με τις Εννεάδες του Πλωτίνο
            Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των Πατέρων και του Αυγουστίνου, στο εξής: Ότι επειδή ο Αυγουστίνος ταύτισε τη δόξα του Θεού με τα αρχέτυπα του Πλάτωνος και με τα είδη του Πλάτωνος κ.λπ., ο φωτισμός για τον Αυγουστίνο δεν ήταν η αέναος μνήμη του Θεού μέσα στην καρδιά, αλλά η ενόραση των αρχετύπων στην ουσία του Θεού, όταν κανείς συλλάβει με το μυαλό του τα αρχέτυπα ή τα είδη.
            Την διδασκαλία ότι ο Χριστός αγαπάει και τον διάβολο, ο Αυγουστίνος ούτε στο όνειρό του δεν μπορεί να ανεχθεί. Είναι τόσο μακριά από την σκέψη του.
            Ο Αυγουστίνος θεωρεί ως αίρεση την ιδέα ότι η ψυχή είναι υλική.
            Η πεποίθηση του Αυγουστίνου ότι ο άνθρωπος μπορεί με την λογική του να συλλάβει τον Θεό, είναι η βάση όλων των διαφορών μεταξύ Ορθοδοξίας και Φράγκων.
            Ο Αυγουστίνος διδάσκει ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν προσβολή της δικαιοσύνης του Θεού και γι’ αυτό τιμωρήθηκε ο άνθρωπος. Τον θάνατο δεν τον εκλαμβάνει ως ασθένεια, η οποία ήταν αποτέλεσμα της απώλειας της θείας ζωής, αλλά ως τιμωρία του Θεού στον άνθρωπο.
            Πρέπει να δούμε την άποψη του Αυγουστίνου για την προπατορική αμαρτία, ως προσβολή της δικαιοσύνης του Θεού, όπως και την νομική και ενοχική ερμηνεία της αμαρτίας, το πως αυτή η ενοχή πέρασε στο ανθρώπινο γένος και πως αυτή η άποψη συνδέεται με τον απόλυτο προορισμό. Κατά τον Αυγουστίνο, όταν αμάρτησαν ο Αδάμ και η Εύα, αμάρτησαν κατά της δικαιοσύνης του Θεού και προσέβαλαν τον άπειρο Θεό. Επομένως, εφ’ όσον όλοι κληρονομούν την αμαρτία του Αδάμ και της Εύας, την ενοχή, αυτό σημαίνει ότι κατά την αξία τους πρέπει όλοι να τιμωρηθούν. Επομένως, κατά την αξία είμαστε τιμωρημένοι από τον Θεό, αλλά ο Θεός, όμως, επειδή έτσι θέλει, μεταξύ αυτών των καταδικασμένων στην αιώνια Κόλαση, έχει επιλέξει μια ομάδα για την σωτηρία (!).
            Είναι επόμενο, ότι οι απόψεις του Αυγουστίνου περί προπατορικού αμαρτήματος συνδέθηκαν με την θεωρία περί απολύτου προορισμού του ανθρώπου, που διαστρέφει την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, τον σκοπό της σταυρικής θυσίας του Χριστού και την όλη ποιμαντική της Εκκλησίας.
            Ο Αυγουστίνος έχει μια άλλη περίεργη ιδέα, ότι, όταν λέμε ότι ο Θεός αγαπάει τους αμαρτωλούς, δεν σημαίνει ότι αγαπάει όλους τους αμαρτωλούς. Σημαίνει απλώς ότι ο Θεός αγαπάει αυτούς τους αμαρτωλούς που είναι προορισμένοι (!). Τους άλλους αμαρτωλούς δεν τους αγαπάει ο Θεός. Οπότε, η αγάπη Του είναι περιορισμένη. Μετά, ο Χριστός πέθανε για να σωθούν οι άνθρωποι. Αλλά δεν πέθανε ο Χριστός για όλους τους ανθρώπους. Πέθανε για ορισμένους (!). Αυτά τα χωρία υπάρχουν στα συγγράμματα του Αυγουστίνου και εξ αιτίας αυτών των χωρίων οι Φράγκοι έχουν ισχυρότατη τάση να πιστεύουν στον απόλυτο προορισμό.
            Η Ορθόδοξη Εκκλησία προέβη στην αγιοκατάταξη του ιερού Αυγουστίνου, μόλις το 1964, δηλ. 1534 χρόνια μετά την κοίμησή του! Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Ιουνίου.
Αναλυτική παράθεση των απόψεων του Αυγουστίνου βρίσκονται στο μικρό πόνημα, που ακολουθεί

Ο Ιππώνος Αυγουστίνος (Aurelius Augustinus Hipponensis, (13 Νοεμβρίου 354 - 28 Αυγούστου 430), γνωστός και ως Άγιος Αυγουστίνος, ήταν Χριστιανός θεολόγος, του οποίου τα γραπτά είχαν πολύ μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη του Δυτικού Χριστιανισμού και της Δυτικής φιλοσοφίας. Επίσης, ήταν ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της Λατινικής Πατρολογίας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας της Αφρικής, το σημερινό Σουκ Αράς της Αλγερίας, μικρή ορεινή επαρχιακή πόλη. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος της Αγίας Μόνικας - όνομα Βερβέρικο - και του Πατρικίου, Ρωμαίου πολίτη ειδωλολάτρη, ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο πατέρας του βαφτίστηκε Χριστιανός λίγο πριν πεθάνει.
Την πρώτη μόρφωσή του την έλαβε στην Ταγκάστα και ήταν λατινική αποκλειστικά, τα Μάδαυρα και εν συνεχεία σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα, ακολουθώντας τις πατρικές επιθυμίες για ρητορικές σπουδές. Όταν πέθανε ο πατέρας του διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ένας όμως συντοπίτης του, ο Ρωμανιανός θέλησε να τον ενισχύσει οικονομικά για να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε αυτόν θα αφιερώσει αργότερα το πρώτο του σύγγραμμα, ο Αυγουστίνος.
Ο Ιερός Αυγουστίνος σε μικρή ηλικία ακολούθησε το φιλοσοφικό ρεύμα του Ορτενσίου, του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνος. Εν συνεχεία εντάσσεται στο ρεύμα του Μανιχαϊσμού που ήταν σε ιδιαίτερη έξαρση τον 4ο αιώνα και παραμένει ακόλουθός του για 7 έτη. Σε ηλικία δεκαέξι ετών γνωρίζεται και με μία Χριστιανή με την οποία ζει εκτός γάμου για δεκαπέντε χρόνια και αποκτά μαζί της έναν γιο, τον Αδεοδάτο. Θα την εγκαταλείψει μετά από σχετική προτροπή της μητέρας του, αργότερα στο Μιλάνο, επειδή τον εμπόδιζε στην σταδιοδρομία του. Στο ίδιο διάστημα, δρα ως διδάσκαλος της ρητορικής στην Ταγκάστα και την Καρχηδόνα. Το 383 μεταβαίνει στη Ρώμη, όπου και συνεχίζει το διδακτικό του έργο. Στη Ρώμη και μετά από έντονη εσωτερική αναζήτηση, καθώς πλέον και η διδασκαλία του Μανιχαϊσμού δεν κάλυπτε τις πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις του, θέλγεται από τη διδασκαλία του Αμβροσίου Επισκόπου Μεδιολάνων και σε συνδυασμό με την έντονη ενασχόλησή του με τον Πλάτωνα προσέρχεται στο Χριστιανισμό.
Το 387 βαπτίζεται Χριστιανός από τον Αμβρόσιο, σε ηλικία 33 ετών. Το 391 χειροτονείται Ιερέας, αφού ήδη από το 388 έχει επιστρέψει στην Βόρειο Αφρική. Το 395 εκλέγεται Επίσκοπος Βασιλικού Ιππώνος (Hippo Regio), της Νουμιδίας. Εκεί, θα ξεχωρίσει για την ποιμαντική του δραστηριότητα, αλλά και την έντονη αντι-αιρετική του δράση.
Το τέλος της ζωής του ήλθε στις 28 Αυγούστου 430, κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Ιππώνος από τους Βανδάλους, όταν προσεβλήθη από υψηλό πυρετό.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Πίστη και λόγος

Η πίστη και ο λόγος συνυπάρχουν με την διαφορά, πως η πρώτη προηγείται χρονικά του δεύτερου. Και η μία προϋποθέτει την άλλη. Η πίστη και ειδικότερα η χριστιανική, αποσκοπεί ιδιαιτέρως στο να δείξει, πως υπάρχουν και πράγματα που δεν είναι ορατά, όπως υπάρχουν και τα ορατά. Η πίστη βασίζεται στην Αγία Γραφή, η αυθεντικότητα της οποίας στηρίζεται στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όσα περιέχονται σε αυτήν είναι προσλήψιμα δια της πίστεως κι όχι μόνο μέσω του νου.

Ανθρωπολογία - Κοσμολογία

Στον Θεό δεν διακρίνει ουσία και άκτιστες ενέργειες. Στον νου του αμετάβλητου Θεού υπάρχουν ιδέες, ο κόσμος των νοερών, και βάσει αυτών εν χρόνω δημιουργούνται τα πράγματα και ο άνθρωπος, ο Αδάμ. Ένεκα των ουσιοκρατικών αντιλήψεών του υποστηρίζει, ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ΄εικόνα όλης της Τριάδος κι όχι μόνο του Υιού, διότι τότε τα τρία πρόσωπα θα ήταν ανόμοια ως προς την ουσία τους. Ο άνθρωπος προικίζεται με ελεύθερη βούληση και μπορούσε να μην αμαρτήσει. Ο άνθρωπος είναι σύνθετος, αποτελούμενος από σώμα και ψυχή: η δεύτερη διαφέρει του πρώτου καθώς είναι άυλη, απλή, νοερή ουσία και αθάνατη. Απορρίπτει την προΰπαρξη της ψυχής και ισχυρίζεται, πως γεννήθηκε μαζί με τη γέννηση του σώματος που την φέρει. Διακρίνεται σε δύο μέρη: το κατώτερο που είναι η αισθητική ψυχή, και το ανώτερο που είναι η νοητική ψυχή. Στην αισθητική ψυχή αντιστοιχούν οι γνώσεις δια των αισθήσεων, η ηδονή και η λύπη. Στη νοητική ψυχή ανήκουν η μνήμη, η νόηση και η βούληση. Από τα τρία αυτά πιο σημαντικό για τον Αυγουστίνο είναι η βούληση, κυριότερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ελευθερία. Ο κόσμος παρουσιάζεται στη σκέψη του Αυγουστίνου, ιεραρχημένος κατά τρόπο πλατωνικό. Ό,τι αγαθότερο και αξιολογότερο βρίσκεται πιο ψηλά. Κι ο Θεός βρίσκεται στην κορυφή, όπως και το πλατωνικό αγαθό. Σε πιο χαμηλή θέση βρίσκονται τα φυσικά αντικείμενα, οι ανθρώπινες ψυχές ενδιάμεσα, οι ψυχές των αμαρτωλών χαμηλότερα από εκείνες των εναρέτων ανθρώπων. Η αξιολογική ιεράρχηση είναι μια ιεραρχία πραγματικότητας. Όσο πιο χαμηλά βρίσκεται κάτι, τόσο πιο κοντά στο μηδέν βρίσκεται, χωρίς να είναι ολοκληρωτικά μηδέν. Υπάρχουν κατά τρόπο μεταβλητό. Η αντίληψη αυτή της αλλαγής και μεταβολής είναι δάνεια, αριστοτελική. Μια άλλη παράμετρος αυτής της ιεράρχησης είναι και η συνθετότητα των δημιουργημάτων. Μόνον ο Θεός είναι αμετάβλητος και ασύνθετος.

Το καλό και το κακό

Με την ιεράρχηση του είναι συνδέεται και η ιεράρχηση του αγαθού: δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει κάποιο ποσοστό αγαθότητας. Ερχόμενος σε πλήρη διαφωνία με τους Καππαδόκες δεν δέχεται καμία απόλυτη ύπαρξη στο κακό. Επίσης δεν δέχεται και την μίξη καλού και κακού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για βαθμίδες αγαθότητας. Το κακό συνδέεται με το ιεραρχημένο σύστημα του Αυγουστίνου και κατά έναν άλλο τρόπο: τα ανώτερα πράγματα πρέπει να άρχουν των κατώτερων πραγμάτων. Αυτή είναι η τάξη και η δίκαιη κατανομή. Αν ισχύει το αντίστροφο, δηλαδή τα κατώτερα εξουσιάζουν τα ανώτερα, τότε έχουμε το κακό, δηλαδή μια αντεστραμμένη ταξινόμηση.

Η πτώση του ανθρώπου

Η ελεύθερη βούληση προϋποθέτει την δυνατότητα επιλογής του καλού και του κακού και κατανοείται ως έφεση –επιθυμία έντονη (concupiscentia), που μπορεί να στραφεί προς το καλό και προς το κακό. Η προς το κακό έφεση (επιθυμία) έγινε η αιτία της πτώσης και συνιστά το προπατορικό αμάρτημα. Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην αμαρτήσει, είναι μάζα καταδικασμένη και άρα μάζα απωλείας. Το προπατορικό αμάρτημα διαποτίζει όλο το ανθρώπινο γένος όχι λόγω μίμησης αλλά λόγω κληρονομικότητας επειδή στο είναι του Αδάμ ενυπήρξαμε όλοι, ως ένας άνθρωπος. Αν και αγέννητοι ακόμα είμαστε μέσα στο σπέρμα από το οποίο προήλθαμε. Το σπέρμα ήταν διεφθαρμένο από την αμαρτία.

Η Τριαδολογία του Αυγουστίνου

Ο Τριαδικός Θεός είναι απλός και άτρεπτος, και είναι απλός επειδή ταυτίζεται το έχειν με το είναι του. Αντίθετα ο κτιστός κόσμος είναι τρεπτός και σύνθετος και μπορεί να χάσει ό,τι έχει. Υπάρχει χαώδης διαφορά ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο, κι ο άνθρωπος δεν γνωρίζει επί της ουσίας τον Θεό. Το χάσμα αυτό όμως δεν είναι και αγεφύρωτο επειδή υπάρχει ένας μεσίτης, ο Υιός του Θεού  Ο Τριαδικός Θεός είναι συγχρόνως ενότητα και διάκριση των θείων προσώπων. Η ενότητα ξεκινά από την κοινή θεία ουσία και φύση και επεκτείνεται και στην κοινή θέληση, πράξη ή ενέργεια. Μέχρις εδώ, ο Αυγουστίνος ακολουθεί την σκέψη των Καππαδοκών Πατέρων, την οποία γνωρίζει έμμεσα μόνο, αφού αγνοεί την ελληνική γλώσσα, δια μέσου άλλων θεολόγων που την γνωρίζουν, όπως ο Ιλάριος Πικταβίου και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων. Ο Αυγουστίνος επιχειρεί να περιγράψει τις ενδοτριαδικές σχέσεις, με εικόνες ειλημμένες από τις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής: όπως είμαστε, λέει, μια αδιαίρετη ενότητα, αλλά αποτελούμαστε από «μνήμη», «νου» και «θέληση», έτσι συμβαίνει και με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αποκλίνει από την Καππαδοκική θεολογία, κατά το ό,τι δίνει έμφαση στη ενότητα του τριαδικού Θεού παρά στις υποστατικές διακρίσεις, εκκινώντας από την «φύση» ή «ουσία» του Θεού κι όχι από το «Πρόσωπο». Αντίθετα οι Καππαδόκες εκκινούν από τα «Πρόσωπα» και στη συνέχεια επιχειρούν κατά το δυνατόν να μιλήσουν για τη θεία φύση. Ο Αυγουστίνος αναπτύσσει την περί σχέσεων θεολογία του, για να απαντήσει στον Αρειανισμό, ο οποίος θεωρούσε πως στον Θεό δεν υπάρχει συμβεβηκός, δηλαδή αλλαγή ή ποιότητα, κάτι που συνεπαγόταν, πως ο Υιός ήταν ετερούσιος. Ο Αυγουστίνος απαντούσε πως, η μεταξύ του Υιού και του Πατρός σχέση είναι σχέση ουσίας. Και οι δύο είναι ομοούσιοι. Ένα μειονέκτημα της θεολογίας του ήταν η ανυπαρξία στην λατινική γλώσσα όρων επαρκών να αποδώσουν τις θεολογικές έννοιες. Έτσι, για τον όρο «Υπόστασις» χρησιμοποιεί τον όρο «Πρόσωπο» και αποδίδει στην λατινική τον όρο «Υπόστασις» ως substantia, ο οποίος χρησιμοποιείται, για να αποδοθεί η ουσία και το θείο είναι. Ανεξάρτητα από αυτό, ο λόγος που ο Αυγουστίνος δεν αναπτύσσει εκτενώς μία τριαδική θεολογία έχει να κάνει με το ενδεχόμενο να οδηγηθεί στην παραδοχή τριών θεοτήτων ή μιας τριπλής θεότητας. Η περί των σχέσεων των τριών προσώπων της θεότητας θεολογία του έχει αριστοτελική φιλοσοφική ρίζα.

Μυστικισμός

Λόγω των πλουσιότατων περιγραφών των πνευματικών του καταστάσεων, θεωρήθηκε και θεωρείται μυστικός συγγραφέας. Δεν έγραψε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο πάνω στον μυστικισμό. Απουσιάζει μια συστηματική μυστική διδασκαλία. Σπάνια περιγράφει στάδια καθάρσεως και πνευματικών αναβάσεων, ελάχιστα μιλάει για τρόπους και διαδικασίες ψυχοσωματικής ασκήσεως. Κατά κύριο λόγο εκθέτει ό,τι αισθάνεται ως μεταστραφείς και εν μετανοία ζων χριστιανός, όχι ό,τι βιώνουν οι μυστικοί θεολόγοι. Αντίθετα, άλλοι ερευνητές θεωρούν, πως ο μυστικός χαρακτήρας της Αυγουστίνειας σκέψης και προσωπικότητας, φαίνεται από τον αποφατικό τρόπο αναφοράς του στο θείο, από την περιγραφή μυστηριακών εμπειριών στα Απομνημονεύματά του, που δεν είναι οράματα αλλά «καταληπτές αισθήσεις –λάμψεις πνευματικού φωτός» Ο Χρήστος Νάσιος καταδεικνύει τον μυστικισμό του Αυγουστίνου στηριζόμενος και στο ότι ο Αυγουστίνος αναφέρεται στα επτά στάδια ανάβασης της ψυχής. Αυτή ολοκληρώνεται, όταν στο έκτο στάδιο συντελεσθεί η ηθική κάθαρση της ψυχής και τότε, αφού φωτιστεί από το θείο φως, ανεβαίνει στο έβδομο και τελευταίο στάδιο, για να απολαύσει τη θεία Σοφία. Την άνοδο της ψυχής μέχρι την είσοδο της θείας οικίας περιγράφει και στην ερμηνεία του στον 41ο Ψαλμό. Ωστόσο η ψυχή, επειδή είναι ακόμη δεμένη με το σώμα, δεν μπορεί να εισέλθει πλήρως στον οίκο του Θεού

Η πολιτική φιλοσοφία του

Ο Αυγουστίνος δεν καταπιάστηκε συστηματικά με τη φιλοσοφία των σχέσεων «Εκκλησίας» - «Πολιτείας». Οι απόψεις του όμως αποτέλεσαν βασικό στοιχείο της χριστιανικής σκέψης, για τις σχέσεις των δύο θεσμών. Στο έργο του «Η Πολιτεία του Θεού», ο άνθρωπος είναι πολίτης δύο πόλεων, της πόλης όπου γεννήθηκε και της πόλης του Θεού κι αυτό επειδή ο άνθρωπος είναι διφυής, αποτελούμενος από σώμα και πνεύμα. Οι δύο αυτές κοινωνίες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη φύση, την προέλευση και το σκοπό τους. Έτσι, έχουμε το Ουράνιο κράτος του Θεού και το επίγειο κράτος του Σατανά. Και τα δύο ανάγονται στην εποχή, που ακόμα ο άνθρωπος δεν υπήρχε. Η πρώτη θεμελιώθηκε από τους αγγέλους και η δεύτερη, η επίγεια, από τους αποστάτες και τιμωρημένους αγγέλους. Η επίγεια πόλη και η πόλη του Θεού δεν έπρεπε να ταυτιστούν με υφιστάμενους ανθρώπινους θεσμούς: με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εξουσία και με τις Εκκλησιαστικές δομές εκείνης της περιόδου. Οι δύο πόλεις δεν ήταν αισθητά χωρισμένες, σε όλη την επίγεια ζωή, αλλά ανακατεμένες και θα χωρίζονταν μόνο στη Δευτέρα παρουσία. Σύμφωνα με την τάξη πραγμάτων της εποχής του, το κράτος έπρεπε να είναι ένα χριστιανικό κράτος, να εξυπηρετεί τη χριστιανική κοινότητα και να συμβάλει στην ανθρώπινη σωτηρία, διατηρώντας την αγνότητα της πίστης. Μια τέτοια άποψη ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με εκείνη των ειδωλολατρών διανοουμένων, όπως του Κικέρωνα, οι οποίοι ισχυρίζονταν, πως σκοπός μιας οργανωμένης κοινοπολιτείας ήταν η απονομή δικαιοσύνης. Μα αυτό ακριβώς δεν μπορούσε να το κάνει μια ειδωλολατρική κοινότητα, έλεγε ο Αυγουστίνος. Ένα κράτος είναι δίκαιο μόνο αν είναι χριστιανικό τελικά.

Η φιλοσοφία της ιστορίας του Αυγουστίνου

Ο Αυγουστίνος επιχειρεί με το έργο του να απαντήσει στις μομφές των ειδωλολατρών διανοουμένων κατά των Χριστιανών, ότι ο Χριστιανισμός ήταν η κύρια αιτία, για τις καταστροφές που είχαν επιφέρει οι βάρβαροι με τις επιδρομές τους στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Συγκεκριμένα ο νεοπλατωνιστής Πορφύριος ισχυριζόταν, πως η ίδια η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαίωνε την διακηρυγμένη από τους Χριστιανούς οικουμενική οδό σωτηρίας. Ταυτόχρονα όμως και οι Χριστιανοί είχαν ανάλογες απορίες: πως συμβιβάζεται μια σοφή από το Θεό διακυβέρνηση της ιστορίας με αυτές τις καταστροφές; Ο Αυγουστίνος έρχεται να απαντήσει με το έργο του «Πολιτεία του Θεού». Καταρχήν ισχυρίζεται, πως οι σύγχρονές τους καταστροφές δεν είναι κάτι το εξαιρετικό και ασυνήθιστο, αλλά και στο παρελθόν είχαν συμβεί πιο μεγάλες συμφορές. Επίσης, μέτρο και κριτήριο της ευημερίας δεν είναι η υλική ευμάρεια και οι δόξες, οπότε η έκλειψή τους ή η κάμψη τους να συνιστά κι απόδειξη παρακμής της εποχής τους.
Κλειδί για την σωστή ανάγνωση και ερμηνεία της ιστορίας είναι η παράλληλη ύπαρξη δύο πολιτειών που διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά: πρόκειται για την Ουράνια Πολιτεία του Θεού και την επίγεια του Σατανά. Η πλειοψηφία των ανθρώπων ανήκει στην δεύτερη, ενώ μια μειονότητα στην πρώτη. Αυτή η μειονότητα, προσωρινά μόνο -ως πάροικοι-, ζει στην επίγεια. Αναπόφευκτος προορισμός της δεύτερης αυτής πολιτείας είναι η καταστροφή και ο θάνατος. Κι αυτό γιατί είναι πλήρης αμαρτιών, διαφθοράς και ηθικής παρακμής. Οι βάρβαροι εισβολείς δεν είναι κάτι το ασύνηθες, αλλά απότοκο αυτής του ηθικού κλίματος που επικρατεί σε αυτήν, έρχονται ως τιμωροί. Όσο δε για τους Χριστιανούς αναγνώστες του έργου του, σε αυτούς απαντούσε, πως οι συμφορές δεν τους αφορούν, επειδή δεν ανήκουν σε αυτήν την Civitas Terenna, αλλά στην Civitas Dei. Έτσι ο ιστορικός χρόνος χαρακτηρίζεται από μια αμφισθένεια.

Οι αισθητικές αντιλήψεις του Αυγουστίνου

Είναι πολύ δύσκολο να συνθέσουμε μια συστηματική θεωρία του Αυγουστίνου, για την τέχνη και το ωραίο, επειδή οι αναφορές είναι διάσπαρτες στα έργα του και τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονταν στην επεξεργασία ενός θεολογικού συστήματος και στην υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας από τους ειδωλολάτρες λογίους. Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του μας πληροφορεί, πως πριν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, είχε συντάξει μια πραγματεία με τίτλο «De Pulchro et Apto» (Περί του Ωραίου και του ταιριαστού), η οποία όμως χάθηκε. Οι αναφορές του σε αυτήν είναι αρκετά περιορισμένες, πάντως σε αυτήν έκανε διάκριση ανάμεσα σε ό,τι είναι ωραίο καθεαυτό και σε ό,τι είναι ωραίο επειδή εφαρμόζει σε κάτι άλλο. Ο Αυγουστίνος θεωρεί την ομορφιά ως ιδιότητα ετερογενών συνόλων: γι αυτήν την «συμφωνία των μερών» μιλά στα έργα του «De ordine» (Περί τάξεως), «De musica» (Περί μουσικής), «De vera religione» (Περί της αληθούς θρησκείας). Οι έννοιες της ενότητας, της ισότητας, της αναλογίας της τάξης και του αριθμού είναι κεντρικές για την αισθητική θεωρία του Αυγουστίνου. Το ωραίο πηγάζει από την ενότητα, την αναλογία, την τάξη. Η ενότητα ποικίλει ως προς το βαθμό της, αφού όλα τα όντα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ενότητας. Ενοποίηση έχουμε, όταν δεν υπάρχει ανομοιομορφία εσωτερική. Τα σύνθετα πράγματα συνιστούν ολότητες, όταν είναι αρμονικά και σύμμετρα και είναι αρμονικά και σύμμετρα, όταν τα μέρη τους ομοιάζουν μεταξύ τους. Επίσης, η ανισότητα ή η ισότητα των πραγμάτων οδηγεί στην αναλογία, το μέτρο, και τον αριθμό. Ο αριθμός έχει μια θεμελιώδη σημασία για την τάξη, αντίληψη, που την πήρε από τον Πλατωνικό Τίμαιο, όπου αναπτύσσεται η άποψη, πως τα αντικείμενα έχουν αριθμητικές ιδιότητες και βάσει αυτών μετέχουν των ενυπαρχουσών στον Θείο νου Μορφών. Αφού η τάξη οδηγεί στον αριθμό και στη συνοχή, έχει έλλογο χαρακτήρα. Για να γνωσθεί η τάξη προϋποτίθεται η λογικότητα, όπως και για την ηδονή που γεννά αυτή η γνώση της τάξης, προϋποτίθεται η λογικότητα. Με βάση αυτή την αρχή, της λογικότητας, διακρίνει τις ηδονές, σε ανώτερες και κατώτερες: οι πρώτες συνδέονται με τις αισθήσεις που αντιλαμβάνονται την τάξη και είναι η οπτική και η ακουστική και οι δεύτερες που δεν εντοπίζουν τάξη αλλά ποιότητες, όπως η γεύση και η όσφρηση. Η αισθητική εμπειρία στην ανώτατη μορφή της απολήγει στη θρησκευτική σοφία. Η ωραιότητα δεν είναι κάτι έξωθεν, αφού η ενότητα ως βάση του ωραίου, είναι και βάση του «Είναι», άρα τα πράγματα είναι ωραία στο βαθμό που υπάρχουν πραγματικά . Η σύλληψη της κρίσης περί του ωραίου προϋποθέτει και κάτι άλλο εκτός από τον βαθμό μετοχής στο ωραίο, το αν ο κριτής-θεατής κατέχει την έννοια της ιδανικής τάξης και ενότητας, η οποία όμως ποτέ δεν φανερώνεται στον υλικό κόσμο. Η κατοχή αυτής της έννοιας από τον θεατή οφείλεται σε «θεία φώτιση». Στο ωραίο δεν υπάρχει σχετικότητα. Μια θεωρία για το ωραίο όμως δεν μπορεί να μην θίγει και ζητήματα της φύσεως της τέχνης: απορρίπτει το θέατρο, ως κάτι που υποθάλπει την ηθική χαλαρότητα. Ταυτόχρονα επεξεργάζεται μια πιο συγκροτημένη έννοια του «πλασματικού». Η τέχνη δεν είναι μίμηση, αλλά επινόηση, αφού στηρίζεται σε συνδυασμούς στοιχείων από πολλές πηγές και στην προσθήκη άλλων, δια της φαντασίας. Έτσι, το προκύπτον σύνολο δεν είναι προϊόν καμίας αισθητηριακής αντίληψης.
 
Αγιότητα
Για την ΡΚαθολική «εκκλησία» θεωρείται άγιος και Δάσκαλος της εκκλησίας, καθώς και ο προστάτης άγιος του Τάγματος των Αυγουστίνων. Παρά την επίσημη αναγνώρισή του, ως αγίου από την Ορθόδοξη Εκκλησία, πολλοί Ορθόδοξοι αποφεύγουν να τον αποκαλέσουν «Άγιο», καθώς υπήρξε υπέρμαχος του Παπικού πρωτείου και του filioque. Σύμφωνα όμως με άλλη άποψη, η διδασκαλία του δε θεωρείται εναρμόνιση με το filioque, όπως αυτό εμφανίζεται κατά τον 8ο αιώνα, καθότι σύμφωνα με αυτή, το «filioque», το οποίο εισάγει ο Αυγουστίνος, δεν εισάγεται για την προ αιώνος σχέση και προέλευση του Υιού με τον Παράκλητο, αλλά για την σχέση διαδοχής, σε ότι αφορά τη Θεία Οικονομία. Επίσης, ονοματίζεται συχνά ως «Ιερός Αυγουστίνος». Ο Αυγουστίνος θεωρείται επίσης άγιος από την Λουθηρανική και την Αγγλικανική «εκκλησία».

          Διάφορες θέσεις του Αυγουστίνου
          1/ Εκτέλεση αιρετικών
          Διδάσκει, ότι η εκτέλεση των αιρετικών είναι απαραίτητη, επειδή «αποτελούν κίνδυνο για την χριστιανική κοινωνία». Διακηρύσσει την ανάγκη προσφυγής στη βία για να επανέλθουν τα «απολωλότα πρόβατα» στους κόλπους της Θρησκευτικής αλήθειας (Κ.Σ. σελ. 342).

          2/ Δημιουργία ζωής από τη νεκρή ύλη
          «Όπως ο Θεός δημιουργεί το κρασί, κατά κανόνα από το νερό και το χώμα, μέσω του κλήματος και του χυμού του σταφυλιού και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Κανά της Γαλιλαίας, μπορεί να δημιουργήσει κι’ απ’ ευθείας απ’ το νερό, έτσι και σχετικά με τα ζωντανά όντα μπορεί να τα υποχρεώσει να γεννηθούν από σπόρους ή να προέλθουν από την νεκρή ύλη, όπου εναποθέτονται αόρατα «πνευματικά σπέρματα» (occulta semina)».

          3/ Πολλές δογματικές εκτροπές
Θεολόγοι της Ανατολής αντέδρασαν καθυστερημένα και μάλλον ανεκτικά στην θεολογία του Αυγουστίνου. Πρώτος ο ιερός Φώτιος († 893), ανασκευάζοντας θεολογικά την θεωρία Δυτικών περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, αντιμετώπισε την ένσταση συγχρόνων του Δυτικών, ότι την θεωρία αυτή πρόβαλλαν επιφανείς θεολόγοι, όπως οι Αυγουστίνος, Αμβρόσιος και Ιερώνυμος. Ο Φώτιος έδειξε να γνωρίζει το γεγονός, αλλά δεν ανασκεύασε συγκεκριμένα χωρία τους. Χαρακτήρισε την θεωρία «καινοτομίαν» και παραχάραξη της αλήθειας, αλλά δεν «καταδικάζομεν», λέει, ούτε πρέπει «ατιμάζειν» τους «πατέρας» αυτούς, που δυνατόν να παρεξέκλιναν από «άγνοιαν» ή επειδή δεν τους ζητήθηκε τότε η αλήθεια για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Κριτήριο στην περίπτωση για την προσωπική καταδίκη του Αυγουστίνου θα ήτανε, κατά τον Φώτιο, η άρνησή του να δεχθεί την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας, εάν του υποδεικνυόταν. Όταν όμως αναπτύχθηκε η ορθή διδασκαλία, ο Αυγουστίνος δεν ζούσε. Όσο δε ζούσε δεν αντιτάχθηκε στην Εκκλησία. Επομένως πρέπει να καταδικασθεί η δογματική του παρέκκλιση, αλλά ο ίδιος να τιμάται ως «πατέρας της Εκκλησίας».
«… Αμβρόσιος ο μέγας και Αυγουστίνος και Ιερώνυμος και τινες άλλοι τούτοις ομοταγείς και ισοστάσιοι, μέγα όνομα λαχόντες επ’ αρετή και βίου λαμπρότητι, το Πνεύμα εκ του Υιού εν πολλοίς αυτών λόγοις συνέταξαν εκπορεύεσθαι… Και μη ατιμάζειν πατέρας… » (Επιστολή ΚΔ', Προς Ιωάννην Ακυληίας. PG102, 809Β. Βλέπε και 812Β, 816ΑΒ).
«Συ, πατέρας ονομάζεις Αυγουστίνον και Ιερώνυμον και τοιούτους άλλους· καλώς ποιείς» (Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας. PG 102,365Β. Βλέπε και 344-365 κ.ά.).
«… την μεν καινοτομίαν, ως την δεσποτικήν φωνήν κιβδηλεύουσαν και παραχαράσσουσαν αποστρεφόμεθα (= την περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού)· τον πατέρα (= τον Αυγουστίνο) δε αυτής, σιγώντα μάλιστα και μη παρόντα, μη δ’ αντιλέγοντα, ου μεν ουν, ου καταδικάζομεν» (PG102,816Β, 348 ΑΒ)
Στην Επιτομή του έργου του «Μυσταγωγία», που κατά πάσαν πιθανότητα είναι γνήσιο έργο του, απολογείται («απολογητέον») των τριών Πατέρων της Δύσεως, λέγοντας ότι δυνατόν «οι πνευματομάχοι νενοθεύκασι» τα έργα τους ή τα έγραψαν «κατ' οικονομίαν», ή, τέλος, ως άνθρωποι «της ακριβείας παρεσύρθησαν», κάτι που και άλλοι «μεγάλοι» πατέρες έπαθαν (αναφέρει π. χ. τον Ειρηναίο Λουγδούνου και τον Ιππόλυτo). Αυτών κάποιες απόψεις δεν «απεκδεχόμεθα», μολονότι γι’ άλλες τους «θαυμάζομεν» (PG 102, 393ΑΒ). Εάν, μάλιστα, προσέξει κάποιος τα κεφάλαια 38-40 του έργου του «Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας» (PG102, 280-390), θα διαπιστώσει εκεί, ότι αντικρούει την σχετική θεωρία του Αυγουστίνου, χωρίς ν' αναφέρει το όνομα του.
Μεταξύ άλλων Βυζαντινών, που χρησιμοποίησαν τον Αυγουστίνο, ή αναφερθήκανε σ' αυτόν, είναι και ο κορυφαίος θεολόγος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς († 1359), που έμμεσα τήρησε θετικότερη στάση έναντι του Λατίνου θεολόγου. Ο Γρηγόριος διάβασε το έργο De Trinitate, όπως το μετέφερε στην Ελληνική ο Μάξιμος Πλανούδης, και χρησιμοποίησε χωρία του χωρίς μνεία του ονόματος του συγγραφέα τους, τον οποίο πάντως χαρακτηρίζει «σοφόν» και «αποστολικόν άνδρα».
«Ημείς ουν ενεργούντα τον Θεόν ημών γινώσκοντες και των άλλων πάντων, επεί και τις των σοφών και Αποστολικών ανδρών φησιν ότι θέσεις και έξεις και τόποι και χρόνοι…» (Γρηγορίου Παλαμά, Κατά Γρηγορά Β΄: Γρ. Παλαμά Συγγράμματα, Δ' 43, εκδ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 2969-11). Το χωρίο του Αυγουστίνου «ότι θέσεις και έξεις… » είναι από το έργο του Περί Τριάδος Ε' 8, 9. Το ίδιο χωρίο παραθέτει και υιοθετεί ο Γρηγόριος και στο έργο του Εκατόν πεντήκοντα κεφάλαια 133 (Στην ίδια έκδοση, Ε' 133, σ. 11010-12. Βλέπε Σχετικά Γ. Δημητρακόπουλος, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς…. , Αθήνα, Παρουσία 1997, όπου επισημαίνονται πολλά δάνεια και όπου η σχετική για το θέμα συζήτηση). Δειγματικά εδώ παραθέτουμε παράλληλα χωρία-φράσεις Αυγουστίνου (σε μετάφραση Πλανούδη) και Γρηγορίου Παλαμά, όπου φαίνεται η σποραδική εξάρτηση του δεύτερου από τον πρώτο και μάλιστα σε θέμα κρίσιμο στις συζητήσεις μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών θεολόγων. Πρόκειται για το θέμα της σχέσεως των προσώπων της αγ. Τριάδας και δη της θεωρήσεως του Αγίου Πνεύματος ως του μεταξύ Πατέρα και Υιού έρωτα-αγάπης, κάτι που προϋποθέτει την αποδοχή, για την Τριάδα, του Αυγουστινείου σχήματος νους ή μνήμη (=Πατέρας), λόγος-γνώσις (=Υιός), αγάπη-θέλησις (=Άγιο Πνεύμα).

Γρηγόριος Παλαμάς
«Εκείνο δε το Πνεύμα του ανωτάτου Λόγου, οίόν τις έρως εστίν απόρρητος του γεννήτορος προς αυτόν τον απορρήτως γεννηθέντα Λόγον ως και αυτός ο του Πατρός επέραστος Λόγος και Υιός χρήται προς τον γεννήτορα» (Κεφάλαια 150, 36: Π. Χρήστου, Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, Ε', Θεσσαλονίκη 1992, σ. 5425-28).
«Επειδή παν το περί Θεού λεγόμενον ουσίαν οίονται είναι… Δείκνυται μη παν περί Θεού λεγόμενον κατ' ουσίαν λέγεσθαι, αλλά λέγεσθαι και αναφορικώς, τουτέστι προς τι, όπερ αυτός ουκ εστίν, ώσπερ ο Πατήρ λέγεται προς τον Υιόν» (αυτόθι, κεφ. 125, σσ. 105 29-30, 106 1-4).
«Αλλ’ ουδέν τοιούτον εν τω Θεώ, ότι δη παντάπασιν αμετάβλητος μένει· δι’ ην αιτίαν ουδέν αυτώ κατά συμβεβηκός λέγοιτ' αν. Ου μην παν όπερ επί Θεού λέγεται ουσίαν σημαίνει. Λέγεται γαρ και προς τι, όπερ αναφορικόν εστί και αναφοράς προς έτερον, αλλ’ ουκ ουσίας δηλωτικόν» (αυτόθι, Κεφ. 127, σσ. 1073-8).
Αυγουστίνος
«Ει δε και η αγάπη καθ' ην ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, άρρητος την κοινωνίαν δείκνυσιν αμφοίν, τίποτ' αν αρμοδιώτερον ή ως αυτό κυρίως λέγεσθαι αγάπην, όπερ Πνεύμα άγιον εστι κοινόν αμφοτέρων;» (Περί Τριάδος IΕ' 19, 37: Μ. Θωμόπουλος Ι. Τσάβαρη G. Rigotti, Αυγουστίνου Περί Τριάδος βιβλία πεντεκαίδεκα… Μετήνεγκε Μάξ. Πλανούδης, Αθήνα 1995, σ. 951 145-148).
«Εν τω Θεώ δε ουδέν μεν κατά συμβεβηκός λέγεται, ότι μηδέν εν αυτώ τρεπτόν· ου μεντοι παν το λεγόμενον κατ' ουσίαν λέγεται. Λέγεται γαρ προς τι, ως ο Πατήρ προς τον Υιόν και ο Υιός προς τον Πατέρα, όπερ συμβεβηκός ουκ εστίν» (αυτόθι, Ε' 5,5: σ. 3514-7).
«… Αλλ’ ουδέν τοιούτον εν τω Θεώ γίνεται, ότι δη παντάπασιν αμετάβλητος μένει. Δι’ ην αιτίαν ουδέν εν αυτώ κατά συμβεβηκός λέγεται… Ου μέντοι παν ο λέγεται λοιπόν εστίν κατ' ουσίαν λέγεσθαι… Ότι μη κατ' ουσίαν λέγεται ταύτα, αλλά κατ' αναφοράν, ό, καίπερ αναφορικόν αν, ουκ εστί συμβεβηκός… » (αυτόθι, Ε' 4, 6 και Ε' 5, 6: σ. 351 26-29 και 15322-23).

Είναι προφανές ότι ο Γρηγόριος Παλαμάς, που ασφαλώς είχε τις δικές του απόψεις για τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδας, για την αναφορικότητα των σχέσεών τους και για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, θεώρησε χρήσιμα κι επαγωγικά τα εξηγητικά σχήματα του Αυγουστίνου. Εφόσον ο ίδιος διέκρινε φύση και υποστάσεις, εφόσον το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα κι εφόσον με τα «προς τι» δήλωνε απλά την σχέση του Υιού προς τον Πατέρα, δεν φοβήθηκε να ονομάσει το Πνεύμα αγάπη-έρωτα και να χρησιμοποιήσει διατυπώσεις του Αυγουστίνου, μολονότι αυτές είχανε άλλες προϋποθέσεις θεολογικές και άλλη προοπτική, κάτι που εύκολα θα είχε διαπιστώσει ως οξύνους θεολόγος. Θεώρησε δηλαδή ακίνδυνες τις διατυπώσεις του Αυγουστίνου, εφόσον τις είχε θεμελιώσει με άλλες, Ορθόδοξες, προϋποθέσεις.
Σχεδόν την ίδια εποχή ο Νείλος Καβάσιλας († 1363), Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, γράφοντας κυρίως κατά Θωμά Ακινάτη, αναφέρεται θετικά στον Αυγουστίνο, μολονότι γνωρίζει, ότι αυτός εις τα της πίστεως δεν εκφράζεται ορθά («το αναγκαίον εν τοις περί πίστεως λόγοις ουκ έχουσιν»: Μ. Candal, Nilus Cabasilas et theologia s. Thomae…, Vaticano 1945, σ. 200). Σε ανέκδοτο έργο του: «Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος κατά Λατίνων», το οποίο μελέτησε ο Κ. Λιάκουρας, αιτιολογεί την δογματική παρέκκλιση του Αυγουστίνου, ως σύμπτωμα στο πλαίσιο των θεολογικών αγώνων, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε δογματική ακρίβεια.
«Εστι και περί των ειρημένων Αυγουστίνω περί του Αγίου Πνεύματος λέγειν, μη δογματικώς ταύτα εκθείναι, αλλ’ ή αγωνιζομένου ή και τι χρήσιμον τω τότε χρόνω οικονομούντα τα τοιαύτα απαγγείλαι» (II, 33,6).
Είναι σαφές, ότι ο Νείλος, γνωρίζοντας προφανώς την έναντι του Αυγουστίνου ανεκτική στάση του Φωτίου, ακολουθεί εκείνον. Αναγνωρίζει τον Αυγουστίνο «της Εκκλησίας διδάσκαλον» και για τα περί filioque εκφράζει την υποψία ότι αυτά είναι νοθεύσεις, ότι δεν γράφηκαν από τον ίδιο, κάτι που συχνά, λέει, ότι συνέβη και με άλλους θεολόγους.
«Γνήσια δε ταύτα της εκείνου διανοίας και γλώττης είναι ου πάντα πείθομαι» (II, 33,1. Βλέπε και II 9).
Η τοποθέτηση αυτή του Νείλου Καβάσιλα, αυστηρού γενικά έναντι των αιρετικών, κατανοείται, φρονούμε, από την προσπάθεια του ν' αφαιρέσει από τους Λατίνους της εποχής του το επιχείρημα, ότι το filioque υποστηρίζει ο μεγάλου κύρους Αυγουστίνος. Έτσι, απαντούσε και στο επιχείρημα τους, ότι τον Αυγουστίνο η Ε' Οικουμ. Σύνοδος τον αναφέρει μεταξύ των μεγάλων Πατέρων (ACO IV1, σ. 37).
Λίγο αργότερα η κριτική βάθυνε. Στο αντιθωμιστικό του έργο ο Κάλλιστος Αγγελικούδης, ο Μελενικιώτης (τέλος ΙΔ' αι. ), πρώτος επισήμανε τις συνέπειες της Αυγουστίνειας ταυτίσεως ουσίας και υποστάσεως στην Summa contra Gentiles του Θωμά Ακινάτη. Ο Κάλλιστος μελέτησε και ανέτρεψε τις ερμηνείες του Αυγουστίνου, δείχνοντας το θεολογικό τους αδιέξοδο και την κακοδοξότητά τους, αναφορικά με την διάκριση των θείων προσώπων και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ως αγάπης Πατέρα και Υιού, αφού την αγάπη ως ενέργεια ταυτίζει ο Αυγουστίνος με την Θεία Ουσία (βλέπε Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος, Συνάντησις Ορθοδόξου και σχολαστικής θεολογίας…. , Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 104-108,162-171).
Την ίδια περίπου άποψη με τον Νείλο Καβάσιλα διατυπώνει στον επόμενο αιώνα ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός († 1445). Αρνείται στους Λατίνους συζητητές του, ότι ο Αυγουστίνος υποστήριζε το filioque, χαρακτηρίζοντας τα σχετικά κείμενα νόθα, «διεφθαρμένα», «παρέγγραπτα» (Ομολογία της ορθής πίστεως 2: L. Petit εις ΡΟ 17, σ. 300).
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί θεολόγοι συγγραφείς παραπέμπουν σε χωρία του Αυγουστίνου (Μανουήλ Κορίνθιος († π. 155), Μελέτιος Πηγάς († 1601), Βικέντιος Δαμωδός († 1752) κ.ά. ), μολονότι απορρίπτουν την θεωρία του περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Ιδιαίτερα τιμούν και παραπέμπουν στον Αυγουστίνο οι φιλοδυτικοί θεολόγοι, όπως π.χ. Ο Μάξιμος Μαργούνιος († 1602). Προσπαθεί να συμφιλιώσει το filioque με την εκ μόνου του Πατρός υπαρκτική-αΐδια εκπόρευση του Πνεύματος. Επαναλαμβάνει το principaliter a patre (= αρχικώς από τον Πατέρα) του Αυγουστίνου, αλλά τελικά την υπόστασή του το Πνεύμα έχει και από τον Υιό (G. Fedalto).
Εγκωμιαστικά μιλάει για τον Αυγουστίνο ο μεγαλύτερος νηπτικός θεολόγος μετά τον Γρηγόριο Παλαμά, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, που γνώριζε ότι ο Μάξιμος Πλανούδης μετέφρασε το Περί Τριάδος (μάλλον χωρίς να το έχει διαβάσει) και που εξέδωκε μόνο το συμπιληματικό έργο του Αυγουστίνου Soliloquia: «Μέγας διδάσκαλος (= ο Αυγουστίνος) και θεολόγος περιφανέστατος της του Χριστού Εκκλησίας ανεδείχθη» (Επιτομή εκ των προφητανακτοδαδιτικών Ψαλμών, Κωνσταντινούπολη 1799, σ. 136). Του αποδίδει επίσης εδώ τα επίθετα «θείος και ιερός».
Σημαντικότερο είναι, ότι ο Αυγουστίνος καταχωρίζεται για πρώτη φορά σε Συναξάριο της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας (15 Ιουνίου) και αυτό γίνεται από τον Νικόδημο Αγιορείτη, στο τέλος ακριβώς του ΙΗ' αι., μολονότι ο Συναξαριστής του των δώδεκα μηνών του ενιαυτού εκδόθηκε μόλις το 1819. Εκεί, ο Αυγουστίνος αναφέρεται ως «άγιος», «θείος», «ιερός» και «μακάριος», εμπιστευόμενος ο Νικόδημος την γνώμη του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, ενώ στην υποσημείωση προσπαθεί να εξηγήσει, ότι οι δογματικές παρεκκλίσεις στα έργα του Αυγουστίνου οφείλονται σε νόθευση από αιρετικούς: «ενοθεύθησαν από τους αιρετικούς». Γι’ αυτό, λέγει, «οι Ορθόδοξοι Ανατολικοί δεν δέχονται ταύτα απλώς και ως έτυχεν, αλλ’ όσα συμφωνούσι με την κοινήν δόξαν της Καθολικής Εκκλησίας» (σ. 207). Δεν γνωρίζουμε ποία θα ήτανε η γνώμη του Νικόδημου, εάν δεν αποδίδονταν σε νόθευση οι παρεκκλίσεις και εάν είχε μελετήσει τα μεγάλα έργα του Αυγουστίνου. Είναι όμως έκδηλη η διάθεσή του, όπως και άλλων, να μη στερηθεί τιμών ιερού άνδρα ο «μέγας διδάσκαλος και θεολόγος» (όπως τον θεωρεί) Αυγουστίνος.
Άγιο χαρακτηρίζει σαφώς τον Αυγουστίνο και ο Ευγένιος Βούλγαρης († 1808), συντάσσοντας τον Βίο του: «Βίος ένθεος του εν Αγίοις πατρός ημών Αυγουστίνου… » (Κώδικας Αγίου Όρους 6029, αριθμ. 21. Παντελεήμονος 522). Στο Άγιον Όρος συντάχθηκαν και οι δύο από τις τρεις Ακολουθίες για τον ιερό Αυγουστίνο: του Ιακώβου Νεασκητιώτη (ΙΘ' αι.) και του Γερασίμου Μικραγιαννανίτη (Κ' αι.).
Όλ' αυτά, και μάλιστα η απουσία του Αυγουστίνου από τα παλαιά Συναξάρια, εκφράζουν την αμφιταλάντευση της Εκκλησίας στο ζήτημα της τιμής ως Αγίου του μεγάλου αυτού θεολόγου συγγραφέα. Η τοποθέτηση του ιερού Φωτίου είναι ρεαλιστική, αλλά, ή δεν προσέχθηκε ή (μάλλον) δεν ικανοποίησε. Ο λόγος που δεν ικανοποίησε έγκειται, πλην άλλων, στο γεγονός ότι η ιδιαίτερα κακόδοξη άποψη του περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος ανακηρύχθηκε σε δόγμα της δυτικής «Εκκλησίας». Η κακοδοξία δεν περιορίσθηκε σε μικρό κύκλο, αλλά διασπάρηκε στην οικουμένη. Στην Ανατολή, των αναλογιών τηρουμένων, έχουμε παράλληλο φαινόμενο στο πρόσωπο του Θεοδώρου Μοψουεστίας († 428). Αυτός έθεσε τις βάσεις του Νεστοριανισμού, αλλά όσο ζούσε δεν αντιτέθηκε στην Εκκλησία και πέθανε στους κόλπους της (όπως άλλωστε ο Αυγουστίνος). Επειδή όμως οι εσφαλμένες του χριστολογικές απόψεις προβλήθηκαν ως δόγμα πίστεως από Αντιοχειανούς και δη από τον Νεστόριο, η Εκκλησία χρειάσθηκε να καταδικάσει τον Θεόδωρο Μοψουεστίας επίσημα, για να προστατεύσει, βέβαια, τους πιστούς από την κακοδοξία. Διαφορετικότερη στάση, επιεικέστερη και ανεκτικότερη, τήρησε η Εκκλησία και τηρεί έναντι του ιερού Αυγουστίνου. Προφανώς, διότι, όντας άγνωστος γενικά στην Ανατολή ο Αυγουστίνος, πρώτον, δεν νόμισε ότι θα κινδυνεύσει το πλήρωμα της από τις παρεκκλίσεις του, και δεύτερον, διότι εκτίμησε πολύ θετικά το γεγονός, ότι με το πολύπλευρο οικοδομητικό κατά τα άλλα και θεολογικό του έργο τράφηκε και τρέφεται ο δυτικός Χριστιανισμός. Επίσης, δεν πολυπραγμόνησε και για άλλες θεολογικές παρεκκλίσεις στα έργα του.

Το συγγραφικό του έργο

Το συγγραφικό έργο του είναι πληθωρικό: έγραψε για να απολογηθεί για την μεταστροφή του στην Εκκλησία, και να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους για την ορθότητα της επιλογής του αυτής. Για να καταπολεμήσει τους εθνικούς και τους Μανιχαίους, που αρχικά τον είχαν προσελκύσει, να ανατρέψει τους Δονατιστές και τους Πελαγιανούς, να οικοδομήσει τους πιστούς επιλύοντας πρακτικά προβλήματα ηθικής και πνευματικής ζωής, να αναλύσει και να υποστηρίξει τη δογματική διδασκαλία. Να αναλύσει τη σχέση της σώζουσας εκκλησίας και του κοσμικού κράτους στην ιστορία και να ερμηνεύσει την Αγία Γραφή. Τα χαρακτηριστικά του είναι: η δημιουργικότητα, η ορμητικότητα, ο έντονα συναισθηματικός και πολεμικός χαρακτήρας του. Ο λόγος του είναι προσωπικός, εξομολογητικός, προσευχητικός. Επίσης, η απουσία στέρεης δομής, ενώ όχι σπάνια είναι φλύαρος, για να καλύπτει την θεολογική του αδυναμία.
Ο Αυγουστίνος υπήρξε πληθωρικότατος συγγραφέας, ο μεγαλύτερος της Δύσεως, σχεδόν μεγαλοφυής, μολονότι μόνο 4-5 έργα του είναι πολυσέλιδα. Τα κείμενα του αποδεικνύουν το δημιουργικό και ορμητικό του πνεύμα κι εκφράζουν έντονο συναισθηματισμό, ενώ παράλληλα γίνονται υπερβολικά πολεμικά. Ο λόγος του Αυγουστίνου είναι συνήθως εναργής, εξαιρετικά προσωπικός και συχνά εξομολογητικός-προσευχητικός. Από ιδιοσυγκρασία και λογοτεχνική διάθεση εύκολα εκφράζει με πάθος τις εσωτερικές του αγωνίες, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τις αποτυχίες του. Αυτά ενίοτε είναι επίπλαστα, ενώ οι επαναλήψεις συχνές και η γλώσσα του όχι ενιαία. Στην οργάνωση των έργων του δεν έχει στερεή δομή και όχι σπάνια η πολυλογία καλύπτει θεολογική αδυναμία. Παρ' όλ' αυτά ο Αυγουστίνος διαβάσθηκε και διαβάζεται άπληστα, ιδιαίτερα τα αυτοβιογραφικά του έργα με πρώτο και κύριο τις Confessiones (Εξομολογήσεις).

          Αιτίες για την δυσκολία κατανοήσεως του Αυγουστίνου
Ο μεγάλος όγκος της συγγραφικής του παραγωγής και το εύρος των θεμάτων για τα οποία έγραψε.
Η προοδευτική, αλλά πάντα ελλιπής γνώση και αφομοίωση της Παραδόσεως της Εκκλησίας.
Παρά την πιστότητα που ομολογεί στην Εκκλησία, επιχειρεί συχνά αναλύσεις θεολογικά ασύμβατες προς την Παράδοση και δογματικά επικίνδυνες ή κακόδοξες.
Η αδυναμία του να παρακολουθήσει την πολύ προηγμένη θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας και δη των Καππαδοκών Πατέρων.
Η κατά εποχές ανελικτική πορεία της θεολογικής του σκέψεως και του φρονήματός του έχει ως αποτέλεσμα την απουσία ενιαίας δομής της θεολογίας του. Τα εκφραστικά του μέσα είναι εξαιρετικώς ποικίλα και η γλώσσα του άλλοτε λογοτεχνική, εξομολογητική και αυθόρμητη, άλλοτε αυστηρά θεολογική κι ενίοτε σχολαστικίζουσα φιλοσοφική.
          Πολύ συχνά στα έργα του, ακόμα και τα αυτοβιογραφικά-εξομολογητικά, δεν διακρίνονται σαφώς ο θεολογικός από τον φιλοσοφικό λόγο, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις από την διδασκαλία της Εκκλησίας (ΠΗΓΗ: Παπαδόπουλου Στυλ. Πατρολογία, τ. Γ΄, σελ. 331-338).

          Πατέρας του Παπικού Οικουμενισμού
Όπως ακριβώς και ο προτεσταντικός Οικουμενισμός, έτσι και ο σύγχρονος, Παπικός Οικουμενισμός έχει εύλογα χαρακτηρισθεί, ως μία εκκλησιολογική και συγκρητιστική αίρεση, καθώς διακρίνεται για τη ριζική του διαφωνία προς την Ορθόδοξη εκκλησιολογία και τις έντονες συγκρητιστικές τάσεις του. Παρά την αιρετική ταυτότητα και των δύο Οικουμενισμών, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι τόσον η εκκλησιολογία, όσο και οι συγκρητιστικές θεωρίες του παπικού Οικουμενισμού, διαφέρουν σημαντικά από τις ανάλογες του προτεσταντικού Οικουμενισμού.
Κατ αρχήν, όσον αφορά την εκκλησιολογία, ο Παπικός Οικουμενισμός βασίζεται στην αιρετική θεωρία των διισταμένων ή αδελφών Εκκλησιών. Όπως η θεωρία των κλάδων αποτελεί θεολογική ανάπτυξη της θεωρίας περί αοράτου Εκκλησίας, στον προτεσταντικό Οικουμενισμό, έτσι και η θεωρία των αδελφών Εκκλησιών αποτελεί θεολογική ανάπτυξη των εκκλησιολογικών θεωριών του αγίου Αυγουστίνου.
Ο άγιος Αυγουστίνος υποστήριξε -σε αντίθεση προς τους Ορθοδόξους Πατέρες και Θεολόγους- ότι τα μυστήρια, τα οποία τελούνται με ορθό τρόπο από τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς και σχισματικούς, είναι έγκυρα· είναι πραγματικά μυστήρια. Παραμένουν όμως ανενεργά, ανωφελή και μάταια εξ αιτίας της αποσχίσεως των αιρετικών από την Εκκλησία (Γ. Φλωρόφσκυ, Το σώμα του Ζώντος Χριστού, σελ. 142), η οποία οφείλεται στην έλλειψη αγάπης. Η θεία Χάρη ενεργεί μεν, αλλά δεν σώζει εκτός της καθολικότητας. Ο ιερός Πατέρας διέκρινε δηλαδή μεταξύ της εγκυρότητας (πραγματικότητας) των μυστηρίων και της αποτελεσματικότητάς τους. «Άλλο είναι το μη έχειν, διετείνετο ο Αυγουστίνος, και άλλο το έχειν μη επωφελώς» (Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος γ΄, σελ. 47).
Τις απόψεις του αγίου Αυγουστίνου έχει υιοθετήσει η παπική θεολογία, η οποία δέχεται, ότι πολλοί αιρετικοί είναι δυνατόν να έχουν έγκυρη ιεραρχία, αποστολική διαδοχή και έγκυρα μυστήρια.
Οι Παπικοί δέχονται επιπλέον, ότι οι «καλή τη πίστει» ή «εξ αγνοίας ακατανικήτου»  εκτός Εκκλησίας ευρισκόμενοι αιρετικοί και σχισματικοί έχουν ελπίδες ακόμη και για την ψυχική τους σωτηρία (Χ. Ανδρούτσου, Δογματική, σελ. 304).
.         Αιρετικοί δηλαδή, κατά τους Παπικούς, θεωρούνται μόνο όσοι είναι απεσχισμένοι από την μοναδική Εκκλησία του Χριστού (δηλ. την παπική), εμμένοντας με πείσμα σε διδασκαλίες αντίθετες προς την Χριστιανική πίστη. Αντιθέτως, όσοι είναι απεσχισμένοι από την Εκκλησία και αποδέχονται ψευδείς διδασκαλίες, όχι όμως με επιμονή της θελήσεώς τους, αλλά εξ αγνοίας ή επειδή τις παρέλαβαν από τους προγόνους τους, δεν πρέπει να θεωρούνται ένοχοι ενώπιον του Θεού και εκτός Εκκλησίας αιρετικοί. «Εντεύθεν και ο Πίος ΙΒ΄ ομιλεί εν τη Εγκυκλίω αυτού Mystici Corporis Christi, περί ανθρώπων «μη ανηκόντων εις τον ορατόν οργανισμόν της Εκκλησίας», οίτινες όμως «δια τινος επιθυμίας και ευχής ασυνειδήτου ευρίσκονται εντεταγμένοι εις το μυστικόν σώμα του Λυτρωτού»........... Τοιουτοτρόπως εκείνοι, οίτινες ευρίσκονται de facto εκτός της Εκκλησίας δύνανται να επιτύχουν την σωτηρίαν των» (Π. Τρεμπέλα, ένθ’ ανωτ. Τόμος β΄ σελ. 344-346).
Ειδικότερα για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες η σύγχρονη, οικουμενιστική, παπική θεολογία υποστηρίζει, ότι αυτές έχουν αποδεχθεί αιρετικές διδασκαλίες και είναι σχισματικές, ως προς την αληθινή Εκκλησία (την παπική). Επειδή όμως έχουν παραλάβει από τους προγόνους τους τις διδασκαλίες αυτές και οι πιστοί τους γεννήθηκαν ανεξάρτητα από την θέλησή τους μέσα στο σχίσμα, δεν χαρακτηρίζονται ως αιρετικές η σχισματικές, αλλά «διιστάμενες» ή «αδελφές». Η παπική «εκκλησία» πιστεύει, ότι έχει πάρα πολλά άγνωστα τέκνα εντός των διισταμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Πράγματι, ως αληθή δικά της μέλη θεωρεί όχι μόνο τους ανηλίκους των Ανατολικών Εκκλησιών που έχουν έγκυρο βάπτισμα, αλλά ακόμη και τους καλή τη πίστει ενηλίκους. Για τον λόγο αυτό η παπική «εκκλησία» διάκειται προς τους ασθενείς στην πίστη αυτούς αδελφούς με αγάπη, σεβασμό και συμπάθεια.
Όλες οι ανωτέρω παπικές εκκλησιολογικές κακοδοξίες υποστηρίζονται στο «ρωμαιοκεντρικό» διάταγμα περί Οικουμενισμού της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-1965) (Σ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, τόμος α΄, σελ. 343, 356), δια της οποίας πραγματοποιήθηκε «η μεγάλη στροφή του Παπισμού έναντι της οικουμενικής κινήσεως» (Α. Δελήμπαση, Η αίρεσις του Οικουμενισμού, σελ. 148). Οι πιστοί των απεσχισμένων Εκκλησιών που «πιστεύουν εις Χριστόν και έλαβον εγκύρως το βάπτισμα τελούν εν ποια τινι κοινωνία, έστω και ατελή, μετά της Καθολικής Εκκλησίας.......... Δεδικαιωμένοι εκ της κατά το βάπτισμα ληφθείσης πίστεως, είναι ενσωματωμένοι εις τον Χριστόν και, ως εκ τούτου, φέρουν δικαίως το χριστιανικό όνομα και αναγνωρίζονται αξίως υπό των τέκνων της Καθολικής Εκκλησίας ως αδελφοί εν Κυρίω..........Ουχί ολίγαι, επίσης, ιεραί πράξεις της χριστιανικής θρησκείας επιτελούνται υπό των διϊσταμένων προς ημάς αδελφών, δυνάμεναι κατά τρόπους διαφόρους, αναλόγως προς την διάφορον κατάστασιν εκάστης Εκκλησίας ή Κοινότητος, να μεταδίδουν αναμφιβόλως την ζωήν τής χάριτος και να αναγνωρίζωνται ως διανοίγουσαι την είσοδον της κοινωνίας τής σωτηρίας» (Διάταγμα περί Οικουμενισμού, σελ. 7).
«Επειδή αι Εκκλησίαι αύται έχουν, αν και διϊστάμεναι αληθή μυστήρια -λόγω κυρίως της Αποστολικής Διαδοχής, της Ιερωσύνης και της Θείας Ευχαριστίας- δια των οποίων παραμένουν εισέτι ηνωμέναι μεθ’ ημών δια βαθυτάτου δεσμού, ποια τις εν τοις ιεροίς μετ’ αυτών κοινωνία, υπό ευνοϊκάς περιστάσεις και τη εγκρίσει της εκκλησιαστικής αρχής, είναι ουχί μόνον επιτρεπτή, αλλά και αξιοσύστατος» (Ένθ’ ανωτ. σελ. 18).
.         (ΠΗΓΗ: ΟΟΔΕ με ελάχιστες παρεμβάσεις ορθογραφικές κ.λπ.).

          Δογματικές κακοδοξίες του Αυγουστίνου
          Α/ Σύμφωνα με την Δογματική του π. Ι. Ρωμανίδη:
Το προπατορικόν αμάρτημα κληρονομείται, σύμφωνα με τις πλατωνικές απόψεις, για τη δημιουργία και την πτώση του ανθρώπου και προσβάλει τη δικαιοσύνη του Θεού.
Η τρωθείσα δικαιοσύνη του Θεού χρειάζεται αποκατάσταση και αυτό έγινε με την σταύρωση, όπου ο Χριστός με το θάνατό του ικανοποίησε τη θεία δικαιοσύνη.   
Εισάγονται στο δόγμα της αγίας Τριάδος πλατωνικές αντιλήψεις με τη θεώρηση, ότι οι πρωτόπλαστοι είχαν όλη τη δυνατή ανθρώπινη γνώση, οπότε είχαν ενόραση των αρχετύπων και επομένως είχαν γνώση και της ουσίας του Θεού.
Ο φωτισμός (δηλ. η γνώση των αρχετύπων) έγκειται στο να ξαναθυμηθεί ο άνθρωπος τα περί Θεού, μετά την πτώση.
Ο άνθρωπος προ της πτώσεως είχε μόνο το λογιστικό μέρος της ψυχής, ενώ μετά την πτώση απέκτησε το επιθυμητικό και το θυμοειδές.
Ο θάνατος αποτελεί για τον άνθρωπο τιμωρία από τον Θεό.
Εισάγεται η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού, δηλ. ότι ο Θεός έχει προορίσει ορισμένους ανθρώπους για τη σωτηρία και άλλους για την αιώνια τιμωρία, ανεξάρτητα από την αξία ή την απαξία του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Ο Θεός αγαπάει τους αμαρτωλούς, τους προορισμένους για τη σωτηρία, ενώ τους μη προορισμένους δεν τους αγαπάει.
Ο Χριστός δεν πέθανε για όλους τους ανθρώπους, αλλά για τους προορισμένους για τη σωτηρία.
Δεν πρέπει να διστάζουμε να ερευνούμε τα περί της ουσίας του Θεού, είτε εκ των έργων του, είτε δια των μαθημάτων (φιλοσοφίας).
Ο Θεός είναι συνεχές παρόν, καθότι στο Θεό δεν υπάρχει ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον.
Δεν υπάρχει ο Λόγος στην Π.Δ. αλλά ο στοχασμός βάσει των «Εννεάδων» του Πλωτίνου.
Ο Θεός δεν αγαπάει τον Διάβολο, πλην όμως τον χρησιμοποιεί ως όργανό του.
Αποκτά κανείς γνώση του Θεού, μόνο με τη λογική.
Ο άνθρωπος, για να σωθεί, πρέπει να εγκαταλείψει το επιθυμητικό και το θυμοειδές.
Μετά την Ανάσταση των νεκρών, έχουμε ευδαιμονία της ψυχής, αλλά όχι του σώματος.
Ο νους πρέπει να ασχολείται με τη γνώση των αρχετύπων και όχι με την προσευχή.
Η Κόλαση είναι τα καταχθόνια, κάτω από τη γη, όπου πάνε οι άνθρωποι, για να τιμωρηθούν, ενώ ο Παράδεισος είναι στο διάστημα.
Προηγείται η πίστη και έπεται η γνώση, οπότε τότε μαθαίνουμε την αλήθεια με τη λογική επεξεργασία.
Η εξιχνίαση του δόγματος της Αγίας Τριάδος γίνεται με την ανθρώπινη ψυχολογία.
Υπάρχει άγνοια της νοεράς προσευχής, της καρδιάς, του νου κ.λπ. και υπάρχει μόνο μια ηθική αντίληψη περί του ανθρώπου.

          Β/ Σύμφωνα με την Δογματική του Περγάμου Ιωάννη
Η πίστη προηγείται της γνώσης, ενώ κατά τους Πατέρες συμβαίνει το αντίθετο.
Αναζητείται να εξηγηθεί το μοντέλο της αγίας Τριάδος με ένα μόνο άνθρωπο και όχι τρεις όπως το εξηγούν οι Καππαδόκες.
Η ουσία προηγείται της υπόστασης, οπότε ο Θεός είναι δέσμιος της ύπαρξής του, κάτι βέβαια αντίθετο με τους Καππαδόκες.
Ο Λόγος του Θεού είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός γνωρίζει και επομένως ο Λόγος σημαίνει γνώση.
Το άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη μεταξύ Πατέρα και Υιού.
Η αγία Τριάδα δεν είναι το πρωταρχικό κατηγόρημα της ύπαρξης του Θεού, αντίθετα με τους Καππαδόκες.
Ο Θεός ταυτίζεται με την ουσία του Πατέρα.
Προηγείται ο ένας Θεός, δηλ. η Ουσία και έπεται η αγία Τριάδα, αντίθετα με τους Καππαδόκες, που πρεσβεύουν το αντίθετο.
Αφού ο Υιός και Λόγος είναι η Γνώση του Θεού και το Πνεύμα είναι η Αγάπη του Θεού, άρα το Πνεύμα πρέπει να εξαρτάται αιώνια επίσης στην προέλευσή του και από τον Υιό, κάτι που είναι βέβαια η γενεσιουργός αιτία του Φιλιόκβε.
Κάνει τον Θεό κατ’ εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, μεταφέροντας ψυχολογικές εμπειρίες στο Θεό.
Η έννοια του προσώπου μεταστρέφεται στην έννοια του ατόμου.
Μπορεί να γίνει λόγος για τον ένα Θεό ανεξάρτητα από την αγία Τριάδα.
Ο θάνατος μπήκε σαν τιμωρία από τον Θεό στον άνθρωπο, για την πτώση του.
Στα έσχατα, θα καταργηθεί ο θάνατος για τους ανθρώπους, αλλά όχι και για την υπόλοιπη κτίση.
Η σχέση ανθρώπου και Θεού περνάει μέσα από το πρίσμα της προσωπικής αυτοσυνειδησίας, με το συναίσθημα, τον ευσεβισμό και τον ηθικισμό

Αιρετικές θέσεις του Αυγουστίνου
1/ Η ουσία του Θεού είναι η γενεσιουργός αιτία ύπαρξης του (αντίθετα με τους Καππαδόκες, που θεωρούν το πρόσωπό του και όχι την ουσία του).
2/ Ουσία και ενέργεια του Θεού δεν διαχωρίζονται (αντίθετα με τους Καππαδόκες).
3/ Οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές κι όχι άκτιστες.
4/ Ικανοποίηση της θ. δικαιοσύνης από τον σταυρωθέντα Χριστό (αντίθετα με τους Καππαδόκες).
5/ Το προπατορικό αμάρτημα κληρονομείται (αντίθετα με τους Καππαδόκες).
6/ Απόλυτος προορισμός του ανθρώπου (αντίθετα με τους Καππαδόκες).
7/ Η εκπόρευση του αγίου Πνεύματος είναι ΚΑΙ εκ του Υιού (filioque). 
8/ Στήριξη του Παπικού πρωτείου εξουσίας (Roma locuta est, causa finite est = Η Ρώμη μίλησε, η συζήτηση έληξε).
 
Πηγές.
ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ Χ. Δογματική.
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ. Λήμμα: Αυγουστίνος, Βίος και ιστορικά στοιχεία.
ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΧΡ. Ενάντια στη θρησκεία.
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑ. Σύγκρουσις Ορθοδόξου Πατερικής Θεολογίας και Αυγουστινείου Φργκολατινικής παραδόσεως.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ. Συγγράμματα.
ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Ι. Ο ιερός Αυγουστίνος.
ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ. Ομολογία της ορθής πίστεως.
ΝΑΣΙΟΥ ΧΡ. Ο μυστικισμός του Δυτικού Χριστιανισμού.
ΝΕΙΛΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ. Περί της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος.
ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ. Επιτομή εκ των προφητανακτοδαδιτικών ψαλμών.
ΟΟΔΕ. Διαδικτυακός ιστότοπος. Η Θεολογία του Αυγουστίνου.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤ. Πατρολογία, τ. Γ΄.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤ. Αυγουστίνος Ιππώνος, ο μεγάλος εκκλησιαστικός πατέρας της Δύσεως.
ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗ. Δογματική.
ΡΩΜΑΝΙΔΗ Ι. Δογματική.
ΡΩΜΑΝΙΔΗ Ι. Πατερική Θεολογία.
ΡΩΜΑΝΙΔΗ Ι. Εμπειρική Δογματική, τ. Α΄ και Β΄.
ΤΡΕΜΠΕΛΑ Π. Δογματική, τ. Β΄ και Γ΄.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου