Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Ἀρχαῖον κάλλος, Ἰω. Καρδάση

           Συχνά ακούγεται στις επικήδειες ακολουθίες το θαυμάσιο εκείνο ψαλμικό: «Ο πάλαι μεν, εκ μη όντων πλάσας με, και εικόνι σου θεία τιμήσας, παραβάσει εντολής δε πάλιν με, επιστρέψας εις γην εξ ης ελήφθην, εις το καθ΄ ομοίωσιν επανάγαγε, το αρχαίον κάλλος αναμορφώσασθαι». Εδώ, ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου παρακαλείται να επαναφέρει τον κοιμηθέντα εις το καθ’ ομοίωσιν  και να τον αναμορφώσει και πάλι στην κατάσταση του «αρχαίου κάλλους».
            Η κατάσταση τόσον του «καθ’ ομοίωσιν», όσον και του «αρχαίου κάλλους» είναι η κατάσταση στην οποίαν δημιουργήθηκε ο Αδάμ και περιλαμβάνει όλη την περίοδο υπάρξεώς του μέχρι την παρακοή, είναι δηλαδή η περίοδος του προπτωτικού Αδάμ. Κατά την περίοδο αυτή ο Αδάμ είχε καθαρμένο τον νου, το κέντρο αυτό της καρδιάς και βρισκόταν στο στάδιο του φωτισμού του νου, είχε συνεχή μνήμη Θεού, δηλ. έβλεπε τον Χριστό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Κορ. Α΄ 13.12), είχε δε την δυνατότητα, ένεκα της απόλυτης ελευθερίας που του εδόθη, είτε να ανέλθει στο στάδιο του δοξασμού και να ιδεί τον Δημιουργό του «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Κορ. Α΄ 13.12), είτε να μολυνθεί από την αμαρτία και να εκπέσει της βασιλείας του Θεού, όπως και τελικά έγινε.
            Η λέξη «κάλλος» σημαίνει την ωραιότητα, την καλλονή, την ομορφιά, μεταφορικά δε την ωραιότητα και την αγνότητα της ψυχής του ανθρώπου, είναι δε η κατάσταση του Αδάμ προ της πτώσεως. Γι’ αυτό και προσευχόμαστε για να επανέλθει ο κοιμηθείς άνθρωπος στην αρχαία προπτωτική κατάσταση, στο αρχαίον κάλλος.
            Εύχεται λοιπόν η Εκκλησία για τον άνθρωπο να επανέλθει στο καθ’ ομοίωσιν, στο αρχαίο κάλλος, να επανέλθει στην κατάσταση τουλάχιστον του φωτισμού του νου, στην κατάσταση του προπτωτικού Αδάμ. Πότε όμως εύχεται να γίνει αυτό; Μα «εν εκείνη τη ημέρα», την ογδόη ημέρα, όπου καταργούνται: χώρος, χρόνος και ύλη. Πράγματι, τότε θα επανέλθει ο άνθρωπος στο καθ’ ομοίωσιν: Πότε; Κατά την διάρκεια της παραμονής του εν τω Άδει μετά την κοίμησή του; Είναι δυνατόν αυτό; Όχι μας λέγει η Εκκλησία: «εν τω Άδει ουκ έστη μετάνοια». Άρα, η μετάνοια και η επιστροφή του ανθρώπου στο καθ’ ομοίωσιν πρέπει να γίνει εν ζωή. Τότε γιατί εύχεται αυτό η Εκκλησία στην εξόδιο ακολουθία, αφού είναι αδύνατη η επάνοδος στο  καθ’ ομοίωσιν; Πρώτον, γιατί και τώρα δεν παύει η Εκκλησία να επικαλείται το έλεος του Θεού, ειδικά για τους αποθανόντες, που εν ζωή είχαν ξεκινήσει την μετάνοια και δεύτερον το ψάλλει για να συνειδητοποιηθεί αυτό από τους συγγενείς του τεθνεώτος και να αλλάξουν και αυτοί ζωή, να μετανοήσουν και αυτοί.
            Στην όγδοη λοιπόν ημέρα, όπου δεν θα υπάρχει χρόνος, χώρος και ύλη και όπου θα γίνει η β΄ εμφάνιση του Υιού του Θεού, τα σώματα των κεκοιμημένων θα επανασυντεθούν και η ψυχή τους θα επανενωθεί σε αυτά σε μια νέα κατάσταση.
            Το σώμα που θα αναστηθεί και θα ενωθεί με την ψυχή του, δεν θα είναι όπως αυτό που είχε εν ζωή, «Το αυτό και ουκ αυτό» (Ιω. Χρυσόστομος). Θα διατηρεί την φύση του, αλλά θα είναι άφθαρτο. Η θνητότητα και η φθορά του εξαφανίζονται, δεν θα πεινάει, δεν θα διψάει, δεν θα αρρωσταίνει, δεν θα έχει βάρος, δεν θα έχει ανάγκες και γενικά θα είναι ανώτερο από το σημερινό: «ούτω και η ανάστασις των νεκρών, σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία. σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη. σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει. σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν» (Α΄ Κορ. 15.42-44). Εξ άλλου στην βασιλεία των ουρανών δεν συμμετέχουν σάρκα και αίμα. Το νέο σώμα θα είναι ένδοξο, θα λάμπει κατά το μέτρον της αρετής εκάστου.
            Ο Απ. Παύλος συμπληρώνει, ότι όσοι θα ζουν εκείνη την στιγμή, αυτοί δεν θα πεθάνουν για να αναστηθούν, αλλά θα αλλαγούν, δηλ. θα αποκτήσουν σώμα όπως αυτό του αναστημένου Χριστού: «ιδού μυστήριον υμίν λέγω. πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτι σάλπιγγι. σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα. δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α΄ Κορ. 15.51- 53).
            Εκείνη λοιπόν την ημέρα, η ποθούμενη από τους πιστούς ημέρα, η όγδοη ημέρα, η ατελεύτητη εκείνη περίοδος που θα διαρκέσει αιωνίως, θα είναι τελείως διαφορετική από εκείνη, που περιγράφεται στην ιστορία. Θα είναι μη περιγραπτή, αφού θα είναι εκτός ιστορίας, εκτός χρόνου, εκτός χώρου και εκτός ύλης. Άραγε θα είναι στην αυτή κατάσταση, όπως στην περίοδο του Αδάμ προ της πτώσεως; Ο Αδάμ δημιουργήθηκε εκτός ιστορίας, εκτός χρόνου, χώρου και ύλης ή εντός; Τότε ποια θα είναι η επαναγωγή στο αρχαίο κάλλος, αφού η όγδοη ημέρα εξομοιώνεται με εκείνη της τρυφής του Παραδείσου;
            Πριν από την Δημιουργία τι υπήρχε; Απάντηση: Τίποτε. Πότε άρχισε να γράφεται η ιστορία; Πριν την στιγμή της Δημιουργίας ούτε χρόνος, ούτε χώρος, ούτε ύλη υπήρχαν. Με την έναρξη της Δημιουργίας εμφανίσθηκαν χρόνος, χώρος και ύλη. Αυτό ακριβώς διδάσκει η χριστιανική πίστη, αυτό εξακριβώνει και η επιστήμη. Πριν από τη μεγάλη έκρηξη, από την οποία προήλθε το σύμπαν δεν υπήρχε τίποτε. Το θεμελιώδες στοιχείο του δόγματος περί της Δημιουργίας είναι «η εκ του μηδενός εις το είναι παραγωγή του δημιουργηθέντα κόσμου». Ούτε από προϋπάρχουσα ύλη, ούτε μέσα σε κάποιον άλλο χώρο, ούτε σε κάποιον ορισμένο χρόνο, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο. «Όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου έπλασεν ο Θεός τον κόσμον (Non in tempore, sed cum tempore, finxit Deus mundum)» (Άγ. Αυγουστίνος). «Συμφυής τω κόσμω και τοις εν αυτώ ζώοις τε και φυτοίς, η του χρόνου διέξοδος» (Μ. Βασίλειος: Εις την εξαήμερον). Ο Ιω. Χρυσόστομος παρατηρεί σ’ αυτό το «εν αρχή»: «ικανόν εστι πάντας των εναντίων τους πύργους καταβαλείν και εξ αυτών των βάθρων ανασπάσαι πάντας τους ανθρωπίνους λογισμούς», δηλ. μπορεί να καταβάλει όλη την αντίσταση των εχθρών και να εκριζώσει από αυτά τα θεμέλια όλους τους ανθρώπινους λογισμούς, οι οποίοι προβάλλονται για να αποδείξουν την αιωνιότητα της ύλης. Διότι αυτό το «εν αρχή» είναι ταυτόσημο προς το «ότε ουδέν υπήρχε»» (Ομιλία Β΄ εις την Γένεσιν, 4, ΕΠΕ 2, 42). Και ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί: «Ουχί γαρ σχημάτων εστίν ευρέτης (=εφευρέτης), αλλ’ αυτής της φύσεως των όντων δημιουργός» είναι ο Θεός (Εις την εξαήμερον, ομιλ. Β΄, 3, PG 29, 33).  
            Είναι πολύ δύσκολο για τον ανθρώπινο νου να συλλάβει την έννοια της ανυπαρξίας και της δημιουργίας εκ του μηδενός. Ο Αριστοτέλης διατύπωσε το αξίωμα: «το ..... εκ μη όντων γίγνεσθαι αδύνατον» (Φυσικά Α΄ 187α, 34). Η ιδέα αυτή διατρέχει όλη την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η οποία θεωρεί τον κόσμο αιώνιο, αγέννητο, αναλλοίωτο και άφθαρτο και βλέπει τα πάντα, ακόμη και τους θεούς να γεννιόνται από τον Ωκεανό ή το Χάος και θεωρεί την ύλη αιώνια. Στην αρχαία ελληνική σκέψη δημιουργία θεωρείται το «διακοσμεί την ..... ακόσμητον ύλην», όπως δέχεται ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο». Ο δημιουργός είναι ο τεχνίτης και ο διακοσμητής προϋπάρχουσας άμορφης ύλης, στην οποίαν απλώς δίνει μορφή. 
            Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην αρχή του Ευαγγελίου του κηρύσσει με παρρησία τη βαρυσήμαντη αλήθεια ότι χωρίς τον Υιό και Λόγο του Θεού «πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» (Ιω. 1.3). Δηλώνεται έτσι η υπό μόνου του Λόγου εκ του μηδενός δημιουργία όλων των όντων. Το ίδιο αναφέρει ο Παύλος: «..... Θεού του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα» (Ρωμ. 4.17). Ο Θεός με την παντοδυναμία Του φέρνει στην ύπαρξη τα μη υπάρχοντα και ομιλεί και για εκείνα που δεν υπάρχουν στο παρόν, αλλά θα υπάρξουν στο μέλλον, σαν να υπήρχαν. Πριν δε να γεννηθεί το φως, απευθύνεται σ’ αυτό σαν να υπήρχε και το καλεί να έλθει στην ύπαρξη: «και είπεν ο θεός. γεννηθήτω φως. και εγένετο φως» (Γέν. 1.3). Ο άνθρωπος προσκαλεί τα ήδη υπάρχοντα, ο Θεός προσκαλεί και τα μη υπάρχοντα. Φανερώνεται έτσι, η απόλυτη κυριαρχία Του και η απεριόριστη δύναμή Του.
            Το «γεννηθήτω» του Θεού διαφέρει από οποιαδήποτε παρόμοια εντολή των ανθρώπων. Διότι ο λόγος του Θεού είναι δραστικός και αμέσως γίνεται έργο. Το παντοδύναμο πρόσταγμά Του φέρνει τον κόσμο από την ανυπαρξία στην ύπαρξη: «αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου, ότι αυτός είπε, και εγεννήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. 148.5). Τα σύμπαντα δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός από τον άπειρο Θεό. 
            Η αλήθεια της δημιουργίας του σύμπαντος εκ του μηδενός, την οποίαν σαφώς διδάσκει η Αγία Γραφή, ανεπτύχθη και στα έργα των πρώτων απολογητών και των Πατέρων της Εκκλησίας: Ο Θεόφιλος Αντιοχείας διακηρύσσει: «τα πάντα ο Θεός εποίησεν εξ ουκ όντων εις το είναι» (Προς Αυτόλυκον, Α΄ 4 και Β΄ 4), ο δε Μ. Αθανάσιος συνοψίζει τη σχετική διδασκαλία της πίστης στα εξής: «Ούτε αυτομάτως, δια το μη απρονόητα είναι, ούτε εκ προκειμένης ύλης, δια το μη ασθενή είναι τον Θεόν. αλλ’ εξ ουκ όντων και μηδαμώς υπάρχοντα τα όλα εις το είναι πεποιηκέναι τον Θεόν δια του Λόγου οίδεν ..... η ένθεος διδασκαλία και η κατά Χριστόν πίστις» (Περί της ενανθρωπήσεως του λόγου, 3, ΒΕΠΕΣ 30, 77).
            Ο λόγος των Αγίων Πατέρων, όπως έχει διατυπωθεί πριν από πολλούς αιώνες, φαίνεται να μεταφράζεται στην εποχή μας επακριβώς από τον λόγο των σύγχρονων κοσμολόγων. Τι να πούμε και για το λόγο της αγίας Γραφής, τον πρώτο στίχο της Γένεσης, που έχει γραφεί εδώ και περισσότερο από 3000 χρόνια; «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γέν. 1.1). Μέσα στις ελάχιστες αυτές λέξεις, με τις οποίες αρχίζει η έκθεση της Δημιουργίας στην αρχή της Γένεσης, βρίσκονται οι τρεις συνιστώσες του κόσμου: Ο χρόνος («Εν αρχή»), ο χώρος («τον ουρανόν») και η ύλη («την γην»), η οποία τότε, στην αρχή: «ην αόρατος και ακατασκεύαστος» (Γέν. 1.2), ήταν στην αδιαμόρφωτη πρωταρχική της κατάσταση, πριν ακόμη σχηματίσει τα άτομα, τις χημικές ενώσεις κλπ. και πριν έλθει στη σημερινή της μορφή.
            Πόση έκπληξη και θαυμασμό πρέπει να δοκιμάζουν οι σύγχρονοι κοσμολόγοι, όταν διαπιστώνουν ότι οι καταπληκτικές τους έρευνες έρχονται μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια να επαληθεύουν τα παμπάλαια αυτά και θεόπνευστα κείμενα που έγραψε ο θεόπτης Μωϋσής, που εκφράζουν αλάνθαστα όχι τις θεωρίες της σχετικότητας των ανθρώπων, αλλά την απόλυτη αλήθεια του Θεού!
            Σχετικά ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί: Ο χρόνος αρχίζει με την δημιουργία του υλικού κόσμου: «Συναπαρτίζεται τω φθαρτώ τούτω κόσμω και η του παρραρέοντος (παροδικού) χρόνου φύσις». Βρίσκεται σε στενή σχέση με όσα φαίνονται, και φεύγει με όσα φθείρονται.
            Αρχίζει να υπάρχει με την δημιουργία των όντων και αποτελεί την προσδοκία και την ελπίδα για τα μέλλοντα (ΒΕΠ 56,98). Και σε άλλη ευκαιρία θα υπογραμμίσει: χρόνος είναι το διάστημα «το συμπαρεκτεινόμενον» με την ύπαρξη της δημιουργίας, μέσα στο οποίο καταμετρείται και καταγράφεται όλη η κίνηση (ΒΕΠ 52,181). Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης ο χρόνος είναι ένας χώρος, τον οποίο διαμορφώνει προκαταβολικά ο Δημιουργός, προκειμένου να τοποθετήσει μέσα σ’ αυτόν τα δημιουργήματα: «..... τους αιώνες και τον εν τούτοις τόπον οίον τι χώρημα δεκτικόν των γινομένων προκαταβαλλόμενος ο των όντων Δημιουργός, εν τούτοις κτίζει τα πάντα». Γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κανένα από τα δημιουργήματα, που δημιουργήθηκαν, ή πρόκειται να δημιουργηθούν, έξω από τόπο και χρόνο (ΒΕΠ 67,92). Ως προς τη φύση του ο χρόνος είναι «ροώδης και παροδικός». Αυτή η ροή κάποτε θα σταματήσει. Και αυτό θα συμβεί, όταν δεν γεννιούνται πλέον άνθρωποι, επειδή θα έχει συμπληρωθεί ο αριθμός των ψυχών που έχει προβλέψει ο Θεός να γεννηθούν: «Δια τούτο και τον σύμμετρον τη κατασκευή των ανθρώπων χρόνον προκατενόησεν (ο Θεός), ώστε τη παρόδω των προορισθεισών ψυχών συναπαρτισθήναι την του χρόνου παράτασιν, και τότε στήναι την ροώδη κίνησιν του χρόνου, όταν μηκέτι φύηται δι’ αυτού το ανθρώπινον». Και όταν ολοκληρωθεί η δημιουργία των ανθρώπων, θα λήξει μαζί με αυτήν και ο χρόνος. Τότε θα γίνει η αναστοιχείωση του παντός και μαζί με την μεταβολή του σύμπαντος θα μεταμορφωθεί και θα μεταβληθεί και ο άνθρωπος «από του φθαρτού και γεώδους επί το απαθές και αϊδιον» (ΒΕΠ 65Α, 62,63). Ωστόσο μέσα στο χρόνο παρατηρείται το φαινόμενο της δημιουργίας και της φθοράς. Και «όταν παρέλθη μεν η του γενέσθαι χρεία, ..... παύσηται και η παροδική φύσις του χρόνου», αφού δεν θα διενεργείται πιά η δημιουργία και η φθορά. Τότε θα διακοπεί οριστικά ο εβδομαδιαίος κύκλος, με τον οποίο προσμετράται ο χρόνος, και στην συνέχεια θα αρχίσει η «Ογδόη εκείνη (ημέρα), ήτις εστιν ο εφεξής αιών, όλος μία ημέρα γενόμενος» (ΒΕΠ 66,47). 
            Επομένως, με την έναρξη της Δημιουργίας δημιουργείται ο χρόνος και ξεκινάει η Ιστορία. Από εκεί πέρα ξετυλίγεται όλο το σχέδιο της Δημιουργίας:
Την 1η ημέρα δημιουργείται το φως και ξεχωρίζει από το σκοτάδι, διακρίνεται δε η ημέρα από την νύκτα.
Την 2η ημέρα δημιουργείται το στερέωμα (που αποκαλείται ουρανός) και διαχωρίζονται τα νερά, εκείνα με την μορφή υδάτινου νερού «ο ην υποκάτω του στερεώματος» από εκείνα με την μορφή ατμού «του επάνω του στερεώματος» (Γέν. 1.6-7).
Την 3η ημέρα διαχωρίζονται τα νερά τα υποκάτω του στερεώματος από την ξηρά και έτσι δημιουργούνται η στερεά γη και η θάλασσα. Η δε γη βλάστησε με κάθε είδος φυτού (Γέν 1.9-13).
Την 4η ημέρα δημιουργήθηκαν οι δυο φωστήρες, ο ήλιος και η σελήνη για να φωτίζουν την γη και να καθορίζουν τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη, καθώς και όλα τα άλλα αστέρια (Γέν. 1. 14-19).
Την 5η ημέρα δημιουργήθηκαν τα ψάρια στις θάλασσες, βγήκαν ζώα από αυτές στην ξηρά και δημιουργήθηκαν τα πτηνά και ο Θεός τα ευλόγησε να αυξηθούν (Γέν. 1.20-22).
Την 6η ημέρα δημιουργήθηκαν τα ζώα της ξηράς και τα ερπετά και τα ξεχώρισε κατά είδος. Κατόπιν έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόναν ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» και τον κατέστησε άρχοντα επί της γης «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» και τους ευλόγησε λέγοντας: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» (Γέν. 1.24-31). Την ημέρα αυτή πραγματοποιήθηκε το πρώτο σκέλος της πλάσης του ανθρώπου, δηλ. το «κατ’ εικόνα», χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. .
Την 7η ημέρα ο Θεός αναπαύθηκε και την ημέρα αυτή την ευλόγησε (Γέν. 2.2-3). Την ημέρα αυτή της καταπαύσεως του Θεού πραγματοποιήθηκε το δεύτερο μέρος της πλάσης του ανθρώπου, δηλ. το «καθ’ ομοίωσιν» και βέβαια με τη θέληση του ανθρώπου και συντελέσθηκε η είσοδός στον Παράδεισο, από τον οποίον τελικά εξέπεσε. Η δημιουργία ξεκίνησε την Κυριακή και τελείωσε την Παρασκευή, η δε ημέρα η ευλογημένη της αναπαύσεως είναι το Σάββατο. Η 7η ημέρα είναι η ημέρα της ιστορίας της γης μετά την δημιουργία της, είναι η ημέρα κατά την οποίαν σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, είναι η ημέρα, που ζούμε σήμερα.
            Η 8η ημέρα είναι η ημέρα που καταργείται η Ιστορία, είναι η ημέρα της κατάργησης χρόνου, χώρου και ύλης, είναι η ημέρα της επικράτησης μιας νέας πνευματικής κατάστασης, είναι η ημέρα που δεν ομοιάζει με καμία από τις προηγούμενες επτά, είναι η ημέρα της Κρίσεως και της αιώνιας ζωής. Είναι η ημέρα, όπου ο άνθρωπος θα ενδυθεί ένα ένδυμα άφθαρτο, αιώνιο και θα βλέπει το Θεό, είτε ως Φως, όταν ως τέτοιο τον έβλεπε την 7η ημέρα, είτε ως φωτιά, όταν ως τέτοια τον έβλεπε την 7η ημέρα.
            Άραγε υπήρχαν όντα πριν την Δημιουργία του σύμπαντος; Οι άγγελοι είναι όντα δημιουργηθέντα προ της δημιουργίας του σύμπαντος; Ναι, οπότε έχουμε δυο δημιουργίες. Μια δημιουργία άϋλων κτιστών όντων και μια δημιουργία υλικών κτιστών όντων και οντοτήτων. Στη Γένεση υπάρχει η καταγραφή: «η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (1.2). Οι περισσότεροι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν, ότι το πνεύμα του Θεού είναι το πνεύμα το Άγιο. Υπάρχουν όμως και Πατέρες που διατείνονται, ότι το πνεύμα Θεού είναι άγγελοι. Αναφέρεται, ότι οι άγγελοι διατάχθηκαν να προσκηνύσουν την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο. Όσοι αρνήθηκαν εξέπεσαν από την χορεία των αγγέλων και απετέλεσαν τη χορεία των δαιμόνων. Η έκπτωση των αγγέλων είναι το αυτό με την κοίμηση του ανθρώπου, όπου μετά την κοίμηση δεν υπάρχει μετάνοια (συγκεκριμένα, έναρξη μετανοίας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου