Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Ἡ ζωή μετά θάνατον, Ἰω. Καρδάση

        Με την πρώτη ματιά, ο τίτλος της ενότητας «η ζωή μετά τον θάνατο» ίσως φανεί παράξενος και θέλει κάποιες διευκρινίσεις. Ποια ζωή και ποιον θάνατο. Και επειδή το κύριο θέμα του πονήματος είναι: «περί θανάτου», άρα τι σημαίνει ο τίτλος; Η ζωή της ψυχής μετά τον θάνατό της; Ή επειδή η ψυχή συνδέεται με το σώμα, που είναι το εργαλείο της, σημαίνει: η ζωή της ψυχής μετά τον θάνατο του σώματος; Ή μπορεί να σημαίνει η ζωή της ψυχής και του σώματος, δηλ. του όλου ανθρώπου μετά τον θάνατο της ή και των δύο ή μόνο του ενός; Λοιπόν μπορεί να σημαίνει κάθε ένα από αυτά ή και όλα αυτά μαζί. Μα θα ερωτήσει κάποιος: Αφού η ψυχή θεωρείται αθάνατη και το σώμα θνητό, τότε πως μπορεί να πεθάνει η ψυχή ή να ζήσει το σώμα κ.ά. παρόμοια.
            Πράγματι μπορεί, όπως θα δούμε παρακάτω, η ψυχή να πεθάνει και να μείνει πεθαμένη ζώντος του σώματος, το οποίον θα συμπαρασυρθεί αργότερα και αυτό στον θάνατο ή μπορεί η ψυχή να πεθάνει και να αναστηθεί και να είναι αναστημένη με το σώμα νεκρό, που αργότερα και αυτό θα αναστηθεί κ.ο.κ.
            Ο ίδιος ο Θεός αναφέρει περί του θανάτου: «η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. 2.17), ο δε Απ. Παύλος διευκρινίζει τι είναι θάνατος και τι έχει σαν αποτέλεσμα τον θάνατο: «τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6.23), «το γαρ φρόνημα της σαρκός θάνατος ...» (Ρωμ. 8.6), «ο κακολογών πατέρα ή μητέρα θανάτω τελευτάτω» (Ματθ. 15.4). Επίσης ο ίδιος ο Χριστός τονίζει ρητά ποιοι δεν θα γευθούν τον θάνατο: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί μου έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 5.24), «εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιω. 8.51).
            Ποιος μπορεί να καταργήσει τον θάνατο; Μα μόνον ένας, αυτός που με τον θάνατό του κατάργησε το κράτος του θανάτου, του θανάτου που είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου: «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄ Κορ. 15.26). Γιατί όμως αυτό επιτυγχάνεται στο πρόσωπο του Χριστού;
            Ο Χριστός συνιστά για τον άνθρωπο υπαρκτικό τρόπο, γιατί ενσαρκώνει στο πρόσωπό του ένα τρόπο υπέρβασης του θανάτου και απαλλάσσει τον άνθρωπο από την αγωνία της ανυπαρξίας. Ο τρόπος που επιτυγχάνεται αυτό είναι όπως ορίζεται από την Δ΄ Οικ. Σύνοδο της Χαλκηδόνας με δυο επιρρήματα: «αδιαιρέτως» και «ασυγχύτως». Δηλαδή το κτιστό (ανθρώπινη φύση) και το άκτιστο (θεϊκή φύση) ενώθηκαν στον Χριστό με ένα τρόπο που δεν επιδέχεται διαίρεση, αλλά και χωρίς να χάσουν την ετερότητά τους.
            Με αυτόν τον τρόπο εκφράζονται αναλόγως οι προϋποθέσεις και της ανθρώπινης σωτηρίας. Όσον ο άνθρωπος και γενικά η κτίση αυτονομείται και απομακρύνεται από τον Θεό που είναι η πηγή του είναι, τόσο περισσότερο εκτίθεται στην απειλή της ανυπαρξίας, τον θάνατο. Ο τρόπος ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό επιτυγχάνεται ομοίως αδιαιρέτως με την ίδια ακριβώς συνταγή που εκτελείται η προσωπική συνένωση του Θεού, δηλαδή την Αγάπη. Έτσι, η θεολογία μετατρέπεται σε σωτηριολογία, αλλά και ανθρωπολογία. Στο πρόσωπο του Χριστού το κτιστό και το άκτιστο ενώνονται όχι μόνον αδιαιρέτως, αλλά και ασυγχύτως ως δυο πλήρεις φύσεις που συν-είναι. Αν το «αδιαιρέτως» προϋποθέτει την αγάπη, το «ασυγχύτως» εξασφαλίζει την ελευθερία.
            Σ’ αυτή την ένωση ανθρώπου-Θεού καλεί τον άνθρωπο ο Χριστός, καθώς ένωσε καθ’ εαυτόν κτιστό και άκτιστο, νικώντας τον θάνατο με μια νίκη που δεν είναι αναγκαστική, αλλά συνιστά δυνατότητα που κερδίζεται μέσω της ελευθερίας και της αγάπης.
            Ως ιστορικό γεγονός η νίκη που πέτυχε ο Χριστός εκδηλώνεται με την Ανάστασή του, χωρίς την οποία δεν μπορεί να γίνει λόγος για σωτηρία, αφού ο θάνατος είναι το κεντρικό πρόβλημα του κτιστού. Γι’ αυτό επιμένει ο Απ. Παύλος: «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών» (Α΄ Κορ. 15.17). Ο Χριστός είναι προσωπικός Θεός και Σωτήρας, όχι γιατί θυσιάστηκε, αλλά γιατί αναστήθηκε.
            Η διαρκής βιωματική γεύση αυτής της Ανάστασης στον ιστορικό χρόνο πραγματώνεται εκκλησιαστικά μέσω των μυστηρίων, που είναι μυστήρια όχι γιατί είναι απόκρυφα ή δογματικά, αλλά γιατί συμβολίζουν το μέγα μυστικό της Σωτηρίας, που ο άνθρωπος ελεύθερα και αγαπητικά καλείται να αποκωδικοποιήσει.  
            1.- ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
            Ο θάνατος δεν είναι τι υποστατικό. Ουσιαστικά δεν υπάρχει σαν υπόσταση. Είναι η άρνηση της ζωής, η μη ύπαρξη ζωής. Όπως το σκοτάδι είναι η ανυπαρξία φωτός, έτσι και ο θάνατος είναι η ανυπαρξία ζωής. Όταν ομιλούμε στην θεολογία για τον θάνατο, εννοούμε κυρίως τον χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, την απομάκρυνση από τον Χριστό, που είναι η ζωή: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14.6) και αλλού: «ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8.12). Με αυτές τις προϋποθέσεις ο πρώτος νεκρός, πριν τη δημιουργία του ανθρώπου, είναι φυσικά ο διάβολος.
            Ποίος είναι ο δημιουργός του θανάτου; Μήπως είναι ο Θεός; Ασφαλώς όχι. Ο Θεός αναφέρεται στις θ. Γραφές ως δημιουργός της ζωής: «... και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής ...» (Γέν. 2.7) και όχι της μη ζωής (θανάτου). Μάλιστα το αντίθετο αναφέρεται: «ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπεται επ’ απωλεία ζώντων. έκτισεν γαρ εις το είναι τα πάντα, και σωτήριοι αι γενέσεις του κόσμου, και ουκ έστιν εν αυταίς φάρμακον ολέθρου ούτε άδου βασίλειον επί γης δικαιοσύνη γαρ αθάνατος εστιν» (Σοφ. Σολ. 1.13-25). Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να ζει και όχι για να μην ζει. Δεν τον έπλασε αθάνατο ή θνητό, αλλά τον «εποίησε» και τον «έπλασε» με τη δυνατότητα να γίνει αθάνατος ή θνητός, πράγμα που θα εξηρτάτο αποκλειστικά και μόνον από τον ίδιον. Τον έπλασε μάλιστα σε κατάσταση φωτισμού του νου και του έδωσε την δυνατότητα να έχει θείες εκλάμψεις και άμεση επικοινωνία με τον Δημιουργό του. Τον άφησε ελεύθερο στα πάντα πλην ενός, να μην φάγει απ’ τον απαγορευμένο καρπό του δένδρου της γνώσης του καλού και του κακού: «η δ’ αν φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γέν. 2.17). Δηλ. του επεσήμανε, ότι εάν ήθελε από μόνος του (χωρίς την βοήθεια του Θεού) να φθάσει στην γνώση του τι είναι καλό και τι είναι κακό (στην οποία γνώση φθάνει κανείς μόνο με την βοήθεια του Θεού, μετά από άσκηση και αγώνα πνευματικό στο στάδιο του δοξασμού), με θάνατο θα πέθαινε.
            Ο άνθρωπος προτίμησε την παρακοή και τον θάνατο που απορρέει από αυτήν και έτσι: « ... ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν ... αλλ’ εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως ...» (Ρωμ. 5.12-14). Άρα ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας και αυτός κληρονομείται σ’ ολόκληρη την φύση και όχι το ίδιο το αμάρτημα. Όλοι οι μετέπειτα άνθρωποι φέρουν μέσα στην ύπαρξή τους το αποτέλεσμα αυτής της παρακοής, το σπέρμα του θανάτου.
            Το ερώτημα είναι ποιος είναι αυτός ο θάνατος; Ο ψυχικός ή ο σωματικός; Σαφώς ο ψυχικός θάνατος, ο θάνατος της ψυχής, που είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό (η χωρίς Θεό θέωση). Θάνατος της ψυχής σημαίνει κατ’ αρχήν θάνατο του πνευματικού στοιχείου της ψυχής, τον οποίον ακολουθεί ο βιολογικός θάνατος της ψυχής, ο σωματικός θάνατος, που είναι η απομάκρυνση της «πνοής ζωής» (δηλ. της ψυχής) από το σώμα. Επομένως ο άνθρωπος πέθανε πρώτα πνευματικά και κατόπιν σωματικά και αυτό το τελευταίο δεν έγινε αμέσως, αλλά ο Θεός επέτρεψε την ζωή και μετά την εισχώρηση της αμαρτίας, για να δοθεί στον άνθρωπο η δυνατότητα μετάνοιας και απόκτησης της πνευματικής επανένωσης με τον Δημιουργό. Επετράπη ο σωματικός θάνατος, για να μη μείνει ο άνθρωπος αιωνίως ζωντανός νεκρός και επομένως να μη μείνει και η αμαρτία αιώνια και αθάνατη.
            Η Δυτική θεολογία αντιμετωπίζει διαφορετικά τον θάνατο. Θεωρεί τον θάνατο σαν την τιμωρία του Θεού στον αμαρτήσαντα άνθρωπο, την δε ενοχή της παρακοής ως κληρονομούμενη. Έτσι, αίτιος του θανάτου είναι ο Θεός. Συνδεδεμένη με αυτό είναι η αντίληψη, ότι ο διάβολος είναι όργανο του Θεού στην εκτέλεση της απόφασης για την τιμωρία του ανθρώπινου γένους, καθώς και ότι με τον θάνατό του ο Χριστός έκαμψε τα σπλάχνα του Απείρου Θεού και έτσι ικανοποίησε την θ. δικαιοσύνη. Απόρροια αυτών είναι η αδυναμία εξήγησης του σκοπού της ενανθρώπησης του Κυρίου και η κατάργηση του κράτους του διαβόλου και του θανάτου: «ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτ’ έστι τον διάβολον» (Εβρ. 2.14).
            Επίσης πάλι κατά την Δυτική θεολογία η κληρονόμηση του θανάτου είναι κληρονόμηση της ενοχής, ενώ υπάρχει κληρονόμηση των συνεπειών της παρακοής, που είναι η φθορά και η θνητότητα και όχι η κληρονόμηση της ενοχής. Και τούτο, διότι ο άνθρωπος με την γέννησή του έχει καθαρό νου, ο νους του βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού, που συνιστά το κατά φύση. Επομένως με το βάπτισμα των νηπίων, δεν απαλλασσόμαστε από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος, γιατί τέτοια ενοχή δεν έχουμε, αντίθετα βρισκόμαστε στην κατάσταση φωτισμού του νου, αλλά εντασσόμαστε στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία και αποκτούμε την δυνατότητα να νικήσουμε τον θάνατο, όταν με την ενηλικίωση ο νους σκοτιστεί. Με την βάπτιση των ενηλίκων καθαρίζουμε, με την προετοιμασία, την ψυχή από τα πάθη και στην συνέχεια με το χρίσμα δίνουμε τον φωτισμό στο νου. Με το βάπτισμα γινόμαστε μέλη Χριστού, με το χρίσμα παίρνουμε το Πνεύμα το Άγιον και κατόπιν με την μετάνοια αναβαπτιζόμαστε από τις αμαρτίες μας και με την θ. κοινωνία επαναχριόμαστε και έτσι οπλιζόμαστε με την δυνατότητα να νικήσουμε τον θάνατο και να επιτύχουμε την επανένωση με τον Θεό φθάνοντας μέχρι και τον δοξασμό (θέωση).
            2.- Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ
            Ο θάνατος είναι ένα μυστήριο (όχι βέβαια ένα από τα 7 μυστήρια της Εκκλησίας), που δεν μπορεί να τον συλλάβει η λογική του ανθρώπου. Και βέβαια εξετάζεται η συνήθης κατάσταση του ανθρώπου κατά την ώρα του βιολογικού του θανάτου, δηλ. την ώρα που αποχωρίζεται η ψυχή από την σύνδεσή της με το σώμα και δεν υπάρχει πλέον «πνοή ζωής» στο σώμα. Τούτο είναι πλέον νεκρό. Όσον αφορά την ψυχή αυτή δεν πεθαίνει, με την βιολογική έννοια του όρου, αλλά παραμένει αθάνατη, είτε ζώσα, είτε νεκρή (ως προς τον Θεόν).
            Όπως έχει αναφερθεί, η ένωση της ψυχής με το σώμα γίνεται με την δημιουργία του ανθρώπου, αμέσως με την σύλληψή του. Κατά την στιγμή του θανάτου, η ψυχή δεν θέλει να ζήσει χωρίς το σώμα, γιατί ποτέ δεν υπήρχε μόνη της χωρίς το σώμα. Έτσι η απομάκρυνσή της από το σώμα γίνεται με βίαιο τρόπο, χωρίς η ψυχή να το θέλει. Η αρμονική σχέση μεταξύ των δυο αυτών συστατικών της ανθρώπινης υπόστασης και ο φυσικότατος δεσμός τους διασπάται βίαια και αυτό συνιστά το φοβερό μυστήριο του θανάτου, ο δε ψαλμωδός το επισημαίνει χαρακτηριστικά: «θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον».
            Αυτή η διάσπαση γίνεται με το θέλημα του Θεού, που βέβαια δεν είναι ο αίτιος του θανάτου, αλλά  την επιτρέπει για το καλό του ανθρώπου. Την στιγμή αυτή της διάσπασης, τότε και μόνον τότε ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται, του τι είναι και που πάει, τι έχει διαπράξει και αγωνιά για την τύχη της ύπαρξής του. Η ώρα του θανάτου είναι μια νέα γέννηση, στην οποίαν ο μεν δίκαιος (ο ζωντανός «κατά Χριστόν») εξέρχεται από την μαυρίλα της ζωής προς το φως του άϋλου κόσμου και χαίρεται, αυτή δε η χαρά και η λάμψη της ψυχής ορισμένες φορές μεταλαμπαδεύεται στον περιβάλλοντα χώρο, καθώς και στο πρόσωπο του νεκρού. Αντίθετα ο αμαρτωλός (ο νεκρός «κατά Χριστόν») εξέρχεται από τη μαυρίλα της ζωής και εισέρχεται στη μαυρίλα του σκότους του άϋλου κόσμου των πνευμάτων, ακούγοντας τη φοβερή εκείνη φράση: «άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου. α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. 12.20) και αυτή η μαυρίλα μπορεί να μεταδοθεί στον γύρω του χώρο, καθώς και στην μορφή του, που σε κάποιες περιπτώσεις παίρνει μιαν απαίσια όψη («οία η μορφή, τοιάδε και η ψυχή»).
            Για τον χριστιανό εκείνο που βιώνει την Χάρη του Θεού, όλος ο βίος του είναι η προετοιμασία του γι’ αυτό τον χωρισμό. Αυτή η προετοιμασία δεν γίνεται με άγχος, αλλά τουναντίον με αισιοδοξία και χαρά, αφού εμπνέεται από την Χάρη του Θεού και κάνει ανθρωπινότερη την ζωή του, αυτός δε που προετοιμάζεται είναι ο πλέον κοινωνικός άνθρωπος, γιατί γνωρίζει να αντιμετωπίζει με τον καλύτερο τρόπο όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή. Γι’ αυτούς ισχύει αυτό που είπεν ο Χριστός: «έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. 14.30). Αντίθετα, αυτός που δεν βιώνει την Χάρη του Θεού τρέμει στην ιδέα του θανάτου, δεν θέλει να τον σκέπτεται και η όλη βιωτή του είναι ένα άγχος που επιτείνεται όσο πλησιάζει το τέλος. Γι’ αυτούς τους ήδη πνευματικά νεκρούς ανθρώπους, ο Απόστολος αναφέρει: «Και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αίς ποτε περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας» (Εφ. 2.1-2).
            3.- ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟΝ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝΤΑ
            Η ψυχή μετά τον χωρισμό της από το σώμα και μέχρι την δεύτερη εμφάνιση του Χριστού ζει σε μια μεταβατική κατάσταση. Στο διάστημα αυτό το σώμα, αφού εκπλήρωσε τον προορισμό του σαν όργανο της ψυχής, διαλύεται «εις τα εξ ων συνετέθη» σύμφωνα με την εντολή του Θεού: «ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. 3.19). Η κατάσταση αυτή δεν είναι φυσική για την ψυχή, αφού ζει χωρίς το σώμα με το οποίον είχε συνδεθεί αμέσως μετά την δημιουργία της. Χωρίς το σώμα είναι ανενεργής, δεν έχει πάθη, δεν έχει λογισμούς, δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση στην οποίαν ευρίσκεται: «εν τω Άδει ουκ έστι μετάνοια».
            Πάλιν επανερχόμαστε σ’ ένα καίριο ερώτημα. Που τα γνωρίζουμε όλα αυτά; Ποιος μας τα είπε και είναι ακριβώς έτσι ή είναι διαφορετικά; Είναι ερωτήματα, που δίκαια απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα. Βέβαια δεν μπορεί να δοθούν ολοκληρωμένες απαντήσεις, αφού όλα αυτά είναι μυστήρια, τα οποία στην πληρότητά τους θα αποκαλυφθούν στο μέλλον. Αυτά όμως που τώρα γνωρίζουμε μας τα αποκάλυψαν οι άγιοι, οι οποίοι έφθασαν απ’ αυτήν την ζωή στη θ. μακαριότητα και αξιώθηκαν απ’ τον Θεό να πληροφορηθούν μερικές αλήθειες που μας τις μεταφέρουν.
            Έχει αναφερθεί, ότι η ψυχή είναι κτιστό δημιούργημα του Θεού, με αρχή δημιουργίας, αλλά όχι τέλος. Επίσης η ψυχή αποτελεί το πνευματικό στοιχείο της ύπαρξης του ανθρώπου και το σώμα το αισθητό, στο οποίον η ψυχή δίνει ζωή. Η ψυχή είναι αόρατη, αλλά όχι καθ’ ολοκληρίαν άϋλη. Αόρατος, ασώματος και ασχημάτιστος κατά την ουσίαν είναι μόνον ο Θεός, ενώ οι ψυχές και οι άγγελοι, καθώς και οι δαίμονες μόνο κατά χάρη είναι αόρατοι, ασώματοι και ασχημάτιστοι. Άρα οι ψυχές είναι νοερές και κτιστές και όχι πνεύματα, όπως ο Θεός και επομένως ζουν μετά τον αποχωρισμό τους από το σώμα. Ο προφήτης Ηλίας προσεύχεται για τον υιό της χήρας στα Σαρεπτά: «Κύριε ο Θεός μου, επιστραφήτω δη η ψυχή του παιδαρίου τούτου εις αυτόν» (Γ΄ Βασ. 17.21-23). Το ίδιο φαίνεται και σε άλλα χωρία, όπου αναφέρεται πού βρίσκονται οι ψυχές των μεγάλων ανδρών: «και εκλείπων απέθανεν Αβραάμ εν γήρα καλώ πρεσβύτης και πλήρης ημερών και προσετέθη προς τον λαόν αυτού» (Γέν. 25.8), «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκ. 23.43).
            Εφ’ όσον η ψυχή δημιουργείται από τον Θεό μαζί με το σώμα, σημαίνει ότι είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο και όταν η ψυχή αποχωριστεί του σώματος δεν παύει να υπάρχει η υπόσταση του ανθρώπου, δηλ. δεν παύει να υπάρχει ο άνθρωπος σαν πρόσωπο: «... ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. 16.23). Ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ, δεν είδε μόνο την ψυχή του. Παρ’ όλον ότι η ψυχή του Λάζαρου βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ, όμως ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο, του οποίου το σώμα έκειτο στον τάφο. Η ψυχή, καίτοι χωρίζεται από το σώμα, έχει γνώση και ενθύμηση των στοιχείων από τα οποία αποτελείτο το δικό της σώμα, έστω και αν τα μέλη του σώματος διασκορπίστηκαν με άλλα στοιχεία της όποιας ύλης. Η ψυχή πάντοτε γνωρίζει το σώμα της, γιατί είναι ενωμένη με αυτό, παρ’ ότι το σώμα βρίσκεται σε τάφο ή είναι διασκορπισμένο.
            Έτσι ο άνθρωπος παραμένει ως υπόσταση και μετά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, ο δε χωρισμός αυτός είναι προσωρινός, αφού πάλι θα επανενωθούν τα δυο χωρισθέντα μέρη στην δεύτερη έλευση του Χριστού. Επομένως στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν γίνεται δεκτό:
            1/ ο θάνατος της ψυχής και
            2/ η μετενσάρκωση της ψυχής.
            Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μια ψυχή σε πολλά σώματα, δηλ. πολλά πρόσωπα με μια ψυχή. Ο Απ. Παύλος είναι σαφέστατος: «και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις, ...» (Εβρ. 9.27).
            Επιτέλους, που βρίσκονται οι ψυχές των κοιμηθέντων αδελφών; Στον Παράδεισο, στην Κόλαση, στην Βασιλεία των Ουρανών ή στον Άδη; Οι ψυχές των κοιμηθέντων ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση στην οποία ευρίσκοντο, όταν ήταν ενωμένες με τα αντίστοιχα σώματα. Εάν μια ψυχή εν ζωή ευρίσκετο στον Παράδεισο (δηλ. ήτανε σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα. Μετά την δεύτερη έλευση του Χριστού, οπότε θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων, η τελική κρίση και θα καταργηθεί ο χώρος και ο χρόνος, τότε θα ενταχθεί στην Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα βρίσκεται σε αρραβώνα με αυτήν, τότε θα βρίσκεται σε γάμο διηνεκή και αδιάσπαστο. Αντίθετα, εάν μια ψυχή βρίσκεται εν ζωή στον Άδη (δηλ. δεν είναι σε κοινωνία με τον Θεό), τότε εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια κατάσταση και μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα, οπότε όταν θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων και η τελική κρίση, τότε θα ενταχθεί στην αιώνια Κόλαση.
            Είναι αδύνατος ο προσδιορισμός ενός ιδιαίτερου τόπου κατοικίας των ψυχών. Χρησιμοποιείται ο όρος Παράδεισος για να δείξει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ψυχές των αγίων και φωτισμένων, όπου απολαμβάνουν την φωτιστική δόξα του θείου πυρός. Αντίστοιχα, Άδης ονομάζεται η κατάσταση εκείνη των ψυχών, στην οποίαν βρίσκονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, οι οποίοι δέχονται την καυστική δόξα του θείου πυρός.
            Οι ψυχές των κοιμηθέντων θυμούνται τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκαν στη ζωή και ενδιαφέρονται γι’ αυτούς: «ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου. έχω γαρ πέντε αδελφούς. όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. 16.27-28). Οι ψυχές των δικαίων, γνωρίζοντας την κατάστασή μας, δέχονται τις προσευχές μας και παρακαλούν τον Θεό για μας. Αυτές οι προσευχές εισακούονται από τον Θεό, γιατί οι ψυχές αυτές βρίσκονται σε κοινωνία με τον Θεό και όχι στην αντίπερα όχθη.
            4.- Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ
            Με τον πρόωρο θάνατο νηπίων και μικρών παιδιών, τίθεται το πελώριο ερώτημα, του γιατί του ενός ανθρώπου παρατείνεται η ζωή μέχρι το βαθύ γήρας και του άλλου τελειώνει πρόωρα μόλις αρχίζει. Πράγματι ένα νήπιο μπορεί εύκολα να χάσει την ζωή του από πάρα πολλές αιτίες, πολύ πιο εύκολα από ότι ένας ενήλικας, κυρίως από ατυχήματα και διάφορες ασθένειες. Ανακύπτει επίσης το ερώτημα τι συμβαίνει με την ψυχή του. Σε ποια κατάσταση θα βρίσκεται η ψυχή του, όταν θα αποχωριστεί από το σώμα του, εάν θα κριθεί και πώς κατά την ημέρα της Κρίσης και εάν τελικά θα φωτίζεται ή θα κατακαίεται από το θείο πυρ.
            Κατ’ αρχήν αυτά τα μεγάλα θέματα προσεγγίζονται με μεγάλη προσοχή, γιατί άπτονται των ανεξερεύνητων βουλών του Κυρίου, όπως το διαπιστώνει και ο Απόστολος: «Ώ βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού.» (Ρωμ. 11.33), «Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου» (Α΄ Κορ. 2.15). Παρ’ όλα αυτά επιχειρείται από τους Αγίους μας (και κυρίως από τον άγ. Γρηγόριο Νύσσης) μια προσέγγιση στο θέμα αυτό.
            Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση πρέπει να βασιστούμε σε ορισμένες σταθερές βάσεις και θεωρήσεις για την κατανόηση του θέματος:
            Α/ Η αιτία της προέλευσης όλων των όντων, άρα και του ανθρώπου, είναι ο ίδιος ο Θεός. Η ανθρώπινη φύση είναι σύνθετη: έχει πνευματικό στοιχείο και αισθητό στοιχείο. Ο άνθρωπος, έχοντας αυτή την μοναδικότητα, αποτελεί την περίληψη όλης της δημιουργίας.
            Β/ Η δημιουργία του ανθρώπου έγινε ειδικά για να δοξάζεται ο Θεός σ’ ολόκληρη την φύση, ως το μόνο ον με πνευματικό στοιχείο και διάνοια. Το αισθητό στοιχείο (το σώμα), για να υπάρχει, χρειάζεται γήϊνη τροφή, η οποία του δίνει την ενέργεια που χρειάζεται για την ύπαρξή του. Το πνευματικό στοιχείο (η ψυχή), για να υπάρχει, χρειάζεται πνευματική τροφή που είναι η γνώση του Θεού και η μετοχή του στη θ. μακαριότητα. Αυτή η πνευματική τροφή χρειάζεται για την ύπαρξη της ψυχής, η οποία διατηρείται στην ζωή με την ενέργεια που της παρέχει η θ. Χάρη. Χωρίς αυτή την τροφή, η ψυχή νεκρώνεται και πεθαίνει.
            Γ/ Όπως προλέχθηκε, ο άνθρωπος από την γέννησή του βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού του νου και έχει μετοχή στη θ. μακαριότητα και δεν φέρει κανένα αμάρτημα (ούτε το κατά τους Δυτικούς προπατορικόν αμάρτημα, το οποίον δεν κληρονομείται, αλλά το μόνον που κληρονομείται είναι το αποτέλεσμα του αμαρτήματος αυτού, που είναι ο θάνατος). Για το σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα παιδιά, το προσδιορίζει ο ίδιος ο Κύριος: «άφετε τα παιδία έρχεσθε προς με και μη κωλύετε αυτά. των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού» (Λουκ. 18.16). Εφ’ όσον ένα παιδί μπορεί να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών μετά την τελική κρίση, άρα τώρα βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού του νου και όταν η ψυχή του αποχωριστεί του σώματός του, αυτή θα βρίσκεται στον Παράδεισο, δηλ. θα γεύεται τον φωτισμό του θ. πυρός.
            Δ/ Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί ο Θεός για τον θάνατο ενός νηπίου, επειδή όλα βρίσκονται στην Πρόνοια του και επιτρέπονται από τον Θεό για το γενικότερο καλό: «... και είδεν ο Θεός, ότι καλόν ...» (Γέν. 1.8). Οτιδήποτε λοιπόν επιτρέπει ο Θεός, το επιτρέπει για το καλό του ανθρώπου πάντοτε. Έτσι επιτρέπει τον θάνατο, είτε γιατί προνοεί για την μελλοντική κακότητα του ανθρώπου και θέλει να τον προστατέψει, είτε τον επιτρέπει για την θεραπεία των παθών των ανθρώπων του στενού ή του ευρύτερου περιβάλλοντος του νηπίου, οπότε ο θάνατός του γίνεται αιτία μετάνοιας των άλλων, είτε για πολλούς άλλους λόγους, τους οποίους η περιορισμένη διάνοια του ανθρώπου δεν μπορεί να φθάσει.
            Ε/ Αλλά γεννάται το ερώτημα, γιατί ο Θεός δεν εκδηλώνει την πρόνοιά του αυτή σε όλους, παρά μόνον σε ορισμένους. Πράγματι είναι εύλογο το ερώτημα, αλλά από την άλλη «είναι άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου». Το σίγουρο είναι, ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Εξ άλλου και η παραμονή των αμαρτωλών στην ζωή ωφέλεια προκαλεί. Με την άσωτη ζωή τους παραδειγματίζουν τους υπόλοιπους και τους αποτρέπουν από τη διάπραξη της ανομίας. Είναι παραδείγματα προς αποφυγήν.
            5.- ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ
            Όταν η ψυχή απομακρυνθεί από το σώμα, αυτό γίνεται πτώμα. Το πτώμα δεν έχει ούτε την ζεστασιά, ούτε την λαμπρότητα, ούτε την ωραιότητα του έμψυχου ανθρώπου. Είναι ένα άψυχο σώμα, ένα νεκρό σώμα. Ο ψαλμωδός το τονίζει χαρακτηριστικά: «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος ...». Παρ’ όλα αυτά ο θάνατος δεν αίρει την σχέση ανάμεσα στην στρατευομένη και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ο άνθρωπος διαχωρισμένος, με την ψυχή στον χώρο των ψυχών και το σώμα στον τάφο εξακολουθεί να είναι μέλος του σώματος του Χριστού (της θριαμβεύουσας Εκκλησίας) και γι’ αυτό πρέπει να εξακολουθούμε να σεβόμαστε και να προσευχόμαστε γι’ αυτόν.
            1.- Ο σεβασμός προς το νεκρό σώμα δείχνεται με την μέριμνα για τον ευτρεπισμό και την ταφή του σώματος. Η μη κήδευση θεωρείται μεγάλη βεβήλωση, ενώ η κήδευση επιβάλλεται σε ένδειξη σεβασμού, τιμής και αγάπης προς τον κοιμηθέντα αδελφό, γίνεται δε κατά το πρότυπο της ταφής του Κυρίου με κάθε τιμή στον τόπο κατοικίας του νεκρού και με την παρουσία των οικείων του.
            2.- Ο σεβασμός προς την ζώσα ψυχή δείχνεται με τις προσευχές για την ανάπαυσή της, τα μνημόσυνα και τις ελεημοσύνες.
            6.- ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ
            Αναφέρθηκαν παραπάνω οι τρεις βασικές αλήθειες της ορθόδοξης διδασκαλίας σχετικά με τον άνθρωπο:
            α/ ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα,
            β/ η ψυχή είναι αιώνια και
            γ/ το σώμα είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα.
            Η Εκκλησία δεν έχει μόνο την διδασκαλία της για την ψυχή, αλλά και βαθιά εμπειρία, δεν λέγει απλώς αυτό που ξέρει, αλλά μεταγγίζει αυτό που βιώνει και όταν βλέπει τον άνθρωπο, βλέπει την εικόνα του Θεού.
            Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή ως μια οντότητα και επειδή η ψυχή μπορεί να μετέχει της θ. μακαριότητας θεωρείται ιερό στοιχείο και επειδή αυτό είναι ιερό στοιχείο και κάθε τι συνδεδεμένο με αυτό, θεωρείται ιερό.
            Αφού λοιπόν η ψυχή είναι συνδεδεμένη με το σώμα και το σώμα ιεροποιείται και καθίσταται ναός της ψυχής. Καταλαβαίνουμε βέβαια, ότι δεχόμενοι την καύση ενός σώματος, ουσιαστικά δεχόμαστε την καύση ενός ναού και μάλιστα έμψυχου. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά τον μετασχηματισμό του σε άλλη μορφή: «Μετά δε ταύτα δυσίν εξ αυτών περιπατούσιν εφανερώθη εν ετέρα μορφή ...» (Μάρκ. 16.12), γι’ αυτό και προσευχόμαστε για την αναμόρφωσή του «εις το αρχαίον κάλλος».
            Το σώμα είναι υποκείμενο στην φθορά, στην φυσική φθορά και κάθε βεβιασμένη εκ μέρους μας φθορά του, ουσιαστικά προσβάλλει το σώμα και την ψυχή του, δηλ. τον όλον άνθρωπο. Αντίθετα μάλιστα, στο σώμα επεμβαίνουμε μόνον θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς του, όταν και όσο μπορούμε. Ποτέ δεν κάνουμε κάτι εξαναγκαστικά και βεβιασμένα στο σώμα, αλλά αφήνουμε στην φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς, όταν δε η φύση αρνηθεί την διάλυση, τότε δεν εξασκούμε εμείς βία σ’ αυτό.
            Το τελικό αποτέλεσμα της φυσικής αποσύνθεσης, τα λείψανα (οστά) προσπαθούμε να τα διατηρήσουμε, όσο περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο και αυτό ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρήσουμε όσο περισσότερο το πρόσωπό του στον άλλο κόσμο. Ο σεβασμός στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, ότι οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι», αλλά «κεκοιμημένοι», ο δε τόπος ταφής τους αποκαλείται: κοιμητήριο. Νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει), αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί), ο δε ιερέας εύχεται κατά την θ. λειτουργία: «... και υπέρ των εν πίστει τετελειωμένων». Τα οστά αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσας ζωής, ενθύμηση της παρούσας κατάστασης και υπόμνηση της μελλοντικής προοπτικής. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα του, που δεν μας την θυμίζει μόνον όταν λειτουργεί, αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται- αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται.
            Το ότι η ψυχή του ανθρώπου ζει φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν και αυτά ζωή, όχι βέβαια από βιολογικής πλευράς, αλλά κάποιας μορφής πνευματικής, που όμως διαπιστώνεται. Πολλά από αυτά, που έχουν ζήσει την θ. μακαριότητα, εμφανίζουν μιαν ιδιάζουσα χάρη, π.χ. διατηρούν μιαν εντυπωσιακή ευκαμψία μετά την κοίμηση ή αποδεδειγμένη ευωδία ή ακόμη και αφθαρσία. Εξ άλλου στα λείψανα των αγίων της η Εκκλησία εδράζει το άγιο θυσιαστήριο της, θεωρώντας ότι είναι ό, τι πολυτιμότερο έχει.
            Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά την απομάκρυνσή της από αυτό. Η ίδια στην κατάσταση που βρίσκεται δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες, ούτε όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα. Η ασέβεια προς αυτήν φθείρει όμως εμάς και πιστοποιεί ότι αρνούμαστε την αθανασία της.
            Είναι αδύνατον, όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο, να μην τιμάει και το σώμα. Το σώμα χρειάζεται μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον, απ’ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά την διάρκεια της ζωής του. 
            7.- Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
            Βασικό στοιχείο της ορθόδοξης πίστης είναι η αναμενόμενη κοινή ανάσταση των νεκρών και η γενική κρίση: Το ακροτελεύτιο άρθρο το Συμβόλου της Πίστης καταγράφει: «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Αυτό στηρίζεται στα ίδια τα λόγια του Χριστού: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται. ... μη θαυμάζετε τούτο. ότι έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού, και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5.25-29).
            Το σώμα που θα αναστηθεί και θα ενωθεί με την ψυχή του, δεν θα είναι όπως αυτό που είχε εν ζωή, «Το αυτό και ουκ αυτό» (Ιω. Χρυσόστομος). Θα διατηρεί την φύση του, αλλά θα είναι άφθαρτο. Η θνητότητα και η φθορά του εξαφανίζονται, δεν θα πεινάει, δεν θα διψάει, δεν θα αρρωσταίνει, δεν θα έχει βάρος, δεν θα έχει ανάγκες και γενικά θα είναι ανώτερο από το σημερινό: «ούτω και η ανάστασις των νεκρών, σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία. σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη. σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει. σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν» (Α΄ Κορ. 15.42-44). Εξ άλλου στην βασιλεία των ουρανών δεν συμμετέχουν σάρκα και αίμα. Το νέο σώμα θα είναι ένδοξο, θα λάμπει κατά το μέτρον της αρετής εκάστου.
            Ο Απ. Παύλος συμπληρώνει, ότι όσοι θα ζουν εκείνη την στιγμή, αυτοί δεν θα πεθάνουν για να αναστηθούν, αλλά θα αλλαγούν, δηλ. θα αποκτήσουν σώμα όπως αυτό του αναστημένου Χριστού: «ιδού μυστήριον υμίν λέγω. πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτι σάλπιγγι. σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα. δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α΄ Κορ. 15.51- 53).
            Υπάρχει βέβαια το εύλογο ερώτημα. Πως θα αναστηθεί το σώμα αφού θα έχει διαλυθεί; Βέβαια το ότι διαλύεται το σώμα είναι, όπως έχει αναφερθεί, ευλογία. Κατάρα είναι να μην διαλυθεί και υπάρχουν ευχές της Εκκλησίας για την περίπτωση της μη διάλυσης. Αλλά το ότι θα γίνει κατά τον τρόπο αυτό η ανάσταση των σωμάτων (όχι των ψυχών, γιατί αυτές είναι αθάνατες), δεν μπορεί να υπάρξει αντίλογος. Θα γίνει έτσι, γιατί απλούστατα έτσι το θέλει ο Θεός και ό, τι θέλει ο Θεός μπορεί να το κάνει. Άλλωστε η προφητεία του Ιεζεκιήλ με τα νεκρά οστά, στα οποία, με εντολή του Κυρίου, δίδαξε και τα οστά άρχισαν να κινούνται, να συναρμολογούνται και να σαρκώνονται είναι απόδειξη αυτής της δυνατότητας. Βέβαια, ίδιον της θεότητας είναι το: "Όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις".
            8.- Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΥΣ
            Είναι ενδιαφέρον να ιδούμε τι συμβαίνει με κάποιες θρησκείες και πως αντιμετωπίζουν αυτές τον θάνατο:
            1.- Ινδουϊσμός
            Ο πιστός προσεύχεται να πεθάνει στις όχθες του Γάγγη ή κοντά σ’ έναν ιερό τόπο. Το νεκρό σώμα καίγεται και η τέφρα διασκορπίζεται στα νερά του ποταμού. Ο ινδουϊστής πιστεύει στην μετενσάρκωση, γιατί η παρούσα ζωή είναι απάτη και ο θάνατος λύτρωση από την εξορία. Ο πιστός ζητάει τον θάνατο, γιατί η ζωή είναι εμπόδιο στην ευτυχία. Η ψυχή μετά τον θάνατο επιστρέφει στην γη και φυλακίζεται εκ νέου σε ένα άλλο σώμα, κ.ο.κ. Αυτή η ανακύκλωση των επάλληλων ζωών λέγεται σαμσάρα.
            Ο Ινδουϊστής πιστεύει, ότι μια μέρα θα ξεφύγει από τον κύκλο αυτό. Αλλά όλα εξαρτώνται από το κάρμα του, δηλ. από την διαγωγή του, η οποία και τον προσδιορίζει τώρα που ζει, αλλά και στις επόμενες ζωές του. Αν έχει καλή διαγωγή, θα ξαναγεννηθεί, αλλά σε μια καλύτερη ύπαρξη πολύ πιο κοντά στο απόλυτο αγαθό ή και μέσα σ’ αυτό, ενώ μια κακή ζωή θα τον κάνει να ξαναγεννηθεί σε μια ζωή κατώτερη ακόμη και ενός ζώου. Αλλά θα έλθει ημέρα που χάρη στις καλές του πράξεις θα τελειώσει, με το να σχίσει το παραπέτασμα και να πετάξει στον φανταστικό κόσμο που μας περιβάλλει φθάνοντας έτσι στο νιρβάνα, δηλ. στο απόλυτο αγαθό, στο οποίον υπήρχε πριν τη γέννησή του.
            Ο Χριστιανισμός απορρίπτει την μετενσάρκωση, διότι η ψυχή είναι ενέργεια του αγ. Πνεύματος και διότι μια φορά πεθαίνει ο άνθρωπος με την συγκεκριμένη του ψυχή και μετά τον θάνατο επακολουθεί κρίση: «και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9.27).
            2.- Βουδισμός
            Οι βουδιστές πιστεύουν και αυτοί στην μετενσάρκωση, η μορφή της οποίας εξαρτάται από το κάρμα. Απώτερος σκοπός αυτών είναι η λύτρωση.
            Ο βουδιστής πρέπει να ζει χωρίς ασωτίες, αλλά και χωρίς υπερβολικές στερήσεις. Η ζωή στον βουδισμό είναι μια ανιαρή ρουτίνα και όλη η ύπαρξη μαστίζεται από τον πόνο, ο οποίος υπάρχει επειδή υπάρχει η επιθυμία. Αν φύγει η επιθυμία, φεύγει και ο πόνος. Η εκρίζωση της επιθυμίας πρέπει να φθάσει μέχρι την πλήρη αδιαφορία για την ζωή.
            Η κλίμακα για την επίτευξη αυτής της απάθειας έχει 8 σκαλοπάτια: σωστή γνώση, σωστή σκέψη, σωστή ομιλία, σωστή συμπεριφορά, σωστό τρόπο ζωής, σωστή προσπάθεια, σωστή φροντίδα, σωστή συγκέντρωση. Στο τέλος της κλίμακας, υπάρχει το πλατύσκαλο της λύτρωσης, του φωτισμού, στο ποθητό Νιρβάνα, της τέλειας δηλ. εκρίζωσης της επιθυμίας και άρα της τέλειας απελευθέρωσης από τον πόνο.
            Το Νιρβάνα είναι το τέλος του δρόμου του Κάρμα και των μετενσαρκώσεων, είναι η κατάσταση της μακαριότητας, πέραν του καλού και του κακού, κάτι που γεύεται ο πιστός από την επίγεια ζωή, είναι η ένωση της ψυχής του πιστού με την ψυχή του απόλυτου αγαθού.
            3.- Εβραϊσμός
            Κάθε πιστός εβραίος που πεθαίνει οφείλει να ειπεί αυτός ή οι δικοί του το χωρίο της Π. Διαθήκης: «Άκουε Ισραήλ. Κύριος ο Θεός ημών, αυτός εστι Θεός μόνος». Οι πεθαμένοι αναμένουν την έλευση του Μεσσία, οι δε ψυχές τους, ελευθερωμένες από το σώμα, στρέφονται προς τον Θεό.
            4.- Μουσουλμανισμός
            Ο Μουσουλμανισμός πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών και στην κρίση του Θεού. Τότε ο Αλλάχ θα ανοίξει το βιβλίο και θα φανερώσει τις πράξεις των ανθρώπων. Οι κακοί θα πάνε στην κόλαση, όπου θα καίγονται και θα τρώνε ακαθαρσίες. Οι καλοί θα πάνε στον παράδεισο, όπου θα τρώνε πιλάφι, θα πίνουν κρασί και θα έχουν πανέμορφες παρθένες.
            Ο πιστός που αισθάνεται το τέλος του, απαγγέλλει την ομολογία πίστης του και οι δικοί του συνεχίζουν να την επαναλαμβάνουν επάνω από το νεκρό σώμα. Ο θάνατος είναι το κατώφλι που τον φέρνει κοντά στο Θεό για να ζήσει αιώνια. Τώρα θα κριθεί από τον Θεό για τις πράξεις του, θα τιμωρηθεί ή θα δικαιωθεί.
            9.- Η ΚΡΙΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΥΣ
            Εύλογα είναι τα ερωτήματα σχετικά με την κρίση του Θεού για τους αλλόθρησκους. Άραγε θα κριθούν με τα ίδια μέτρα και σταθμά, με τα οποία θα κριθούν οι Χριστιανοί; Αν και το θέμα αυτό δεν αφορά τους Ορθόδοξους, ούτε πρέπει να κατατρύχονται με αυτό, παρ’ όλα αυτά δίνονται εδώ μερικά στοιχεία, πρώτιστος δε παράγοντας σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η συνείδηση, η οποία ελέγχει τους πάντες πιστούς ή απίστους.
            Ο Απόστολος Παύλος δίνει σαφώς το στίγμα και απαντά απεριφράστως στα ερωτήματα αυτά: «όσοι γαρ ανόμως ήμαρτον ανόμως και απολούνται. και όσοι εν νόμω ήμαρτον, δια νόμου κριθήσονται, ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ’ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται. όταν γαρ έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς εισι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών, συμμαρτηρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων, εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιόν μου δια Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 2.12-16).
            Κύρια χαρακτηριστικά δε της συνείδησης (του αποκαλούμενου 1ου νόμου), που έθεσε ο Θεός είναι:
            Α/ η υπαγόρευση στον καθένα του ποιο είναι καλό και ποιο είναι κακό,
            Β/ η ενθάρρυνση στον καθένα στην πράξη του καλού και η αποθάρρυνση στην πράξη του κακού
            Γ/ η γαλήνη που αισθάνεται κανείς, όταν διαπράττει το καλό και η ενοχή που αισθάνεται, όταν πράττει το κακό.
            Σ’ αυτή την κατηγορία έχουμε 5 περιπτώσεις, που εξετάζονται σε αδρές γραμμές:
            1.- Οι ζήσαντες προ Χριστού
            Αν έζησαν σύμφωνα με τον νόμο της συνείδησης, τότε θεωρούνται σωσμένοι. Αν όχι, τους δόθηκε η ευκαιρία να σωθούν με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη και το κήρυγμά του εκεί. Αυτοί είχαν ένα προνόμιο μοναδικό και ανεπανάληπτο.
            2.- Οι ζήσαντες μετά Χριστόν, που δεν γνωρίζουν το κήρυγμά του
            Αυτοί θα κριθούν, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, με τον νόμο της συνείδησης ή με όποιον νόμο γνωρίζουν (όπως π.χ. τον Μωσαϊκό νόμο).
            3.- Οι ακούσαντες και μη πιστεύσαντες στο κήρυγμα του Χριστού
            Ο Χριστός, σ’ αυτή την περίπτωση είναι κατηγορηματικός: «και ος εάν μη δέξηται υμάς μηδέ ακούση τους λόγους υμών, εξερχόμενοι έξω της οικίας ή της πόλεως εκείνης εκτινάξατε τον κονιορτόν των ποδών υμών. αμήν λέγω υμίν, ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων και Γομόρρας εν ημέρα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» (Ματθ. 10.14-15), «ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ... βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. 6.9).
            Γι’ αυτούς, οι οποίοι άκουσαν τον λόγο του Κυρίου και τον απέρριψαν, γι’ αυτούς η θέση είναι στην αιώνια κόλαση, όπου θα αισθάνονται την δόξα του Θεού ως πυρ φλέγον.
            4.- Οι εξομοιώνοντες τον Χριστό με τον Βούδα και τον Μωάμεθ
            Αυτοί άκουσαν τον λόγο του Θεού, αλλά από οκνηρία ή εγωισμό δεν τον κατενόησαν και τον εξομοίωσαν με τον λόγο άλλων ανθρώπων ή συστημάτων, οπότε είναι φυσικό να εξομοιώνουν τον Χριστό με άνθρωπο. Οι «Χριστιανοί» αυτοί έχουν πέσει σε πλάνη, σε αίρεση (που είναι ακριβώς βλασφημία κατά του Αγ. Πνεύματος). Αν παραμείνουν αμετανόητοι, τότε ο πέλεκυς της δικαιοσύνης είναι βαρύς: «και πας ος ερεί λόγον εις τον Υιόν του ανθρώπου, αφεθήσεται αυτώ. τω δε εις το Άγιον Πνεύμα βλασφημήσαντι ουκ αφεθήσεται» (Λουκ. 12.10).
            5.- Οι πιστοί, που αλλαξοπίστησαν
            Αποτελούν την χειρότερη από όλες τις περιπτώσεις. Η αλλαγή πίστης σημαίνει πως βρήκαν κάτι καλύτερο από ότι στον Χριστό, δηλ. τον θεωρούν κατώτερο από Βούδα, Μωάμεθ κ.ά. Η αλλαγή αυτή σημαίνει αποβαπτισμό, που είναι η χειρότερη πράξη που μπορεί να κάνει ένας πιστός. Για να επανέλθει, πρέπει να αναβαπτιστεί, να επαναχριστεί και να μην κοινωνήσει παρά λίγο πριν τον θάνατό του.
            Ο άθεος είναι σε καλύτερη θέση από τον αλλαξοπιστίσαντα, γιατί ούτε τον Χριστό αρνήθηκε, ούτε και άλλον θεό προσκύνησε, ενώ ο τελευταίος έχει χειρότερη θέση και από ότι ο Ιούδας, ο οποίος δεν πρόλαβε να ιδεί τον θρίαμβο του Χριστού, ενώ ο αποβαπτισμένος τον είδε!
            10.-  ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
            Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, είτε αποδιώχνουμε από την μνήμη μας κάποια πρόσωπα, καταστάσεις ή γεγονότα ή τουναντίον τα φέρνουμε στην μνήμη μας. Στη πρώτη περίπτωση μιλάμε για την «λήθη», στη δε δεύτερη για την «μνημοσύνη», την ενθύμηση δηλαδή.
            Όταν λοιπόν φέρνουμε στην μνήμη μας κοιμηθέντα πρόσωπα και προσευχόμαστε γι’ αυτά, τότε λέμε ότι επιτελούμε μνημόσυνο για την ανάπαυση των ψυχών τους. Η προσευχή λοιπόν υπέρ των κοιμηθέντων αδελφών μας είναι ένα μνημόσυνο γι’ αυτούς.
            Ήδη από την Π. Διαθήκη έχουμε προσευχές υπέρ των κοιμηθέντων: «εύρον δε εκάστου των τεθνηκότων υπό τους χιτώνας ιερώματα των από Ιαμνείας ειδώλων, αφ’ ων ο νόμος απείργει τους Ιουδαίους. τοις δε πάσι σαφές εγένετο δια τήνδε την αιτίαν τούσδε πεπτωκέναι ... όθεν περί των τεθνηκότων τον εξιλασμόν εποιήσατο της αμαρτίας απολυθήναι» (Β΄ Μακ. 40-45). Αλλά και στην Κ. Διαθήκη ο Απ. Παύλος προσεύχεται για τον κοιμηθέντα Ονησιφόρο: «δώη αυτώ Κύριος ευρείν έλεος παρά Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα» (Α΄ Τιμ. 1.18).
            Είναι γνωστόν, ότι στην Εκκλησία ζώντες και κοιμηθέντες είναι όλοι ενωμένοι και μέλη του σώματος του Χριστού, οι μεν της στρατευόμενης, οι δε της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, στην δε Ορθόδοξη διδασκαλία γίνεται λόγος για την άφεση των αμαρτιών και την αξία των μνημοσύνων. Η άφεση των αμαρτιών είναι απαλλαγή από την Κόλαση και την τιμωρία, που την διαλέγει βέβαια ο ίδιος ο άνθρωπος.
            Η άφεση αμαρτιών γίνεται κυρίως με τρεις τρόπους και σε διαφορετικούς χρόνους. Οι κύριοι τρόποι είναι:
            α/ με το βάπτισμα,
            β/ με την μετάνοια και
            γ/ με το μνημόσυνο.
Άλλοι τρόποι είναι με την μαρτυρία της πίστης και το μαρτύριο, με την μεταστροφή αιρετικού, το ευχέλαιο κ.ά.
            Στην άφεση αμαρτιών με το βάπτισμα, η συμμετοχή του πιστού είναι μικρή, η δε Χάρη του Θεού μεγάλη. Στην άφεση με την μετάνοια η συμμετοχή του πιστού είναι μεγάλη και επισφραγίζεται με την Χάρη του Θεού. Στην τρίτη άφεση, συμμετοχή του πιστού δεν υπάρχει, αλλά των οικείων του και της Εκκλησίας με τις προσευχές τους, η δε Χάρη του Θεού έχει πολύ μεγάλη συμμετοχή. Βέβαια στα μνημόσυνα προσευχόμαστε για την άφεση των αμαρτιών των πιστών, όσο βαριά αμαρτήματα και εάν έχουν κάνει, αλλά η άφεση δεν μπορεί να δοθεί για όλα, παρά μόνον για τα συγνωστά και όχι βέβαια για τα θανάσιμα αμαρτήματα. Ο Ιωάννης είναι σαφής: «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. έστιν αμαρτία προς θάνατον. ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση. πάσα αδικία αμαρτία εστίν. και έστιν αμαρτία ου προς θάνατον» (Α΄ Ιω. 5.16-17). Το μόνον δε κώλυμα για την μνημόνευση των νεκρών είναι η αίρεση.
            Τα μνημόσυνα στην Εκκλησία μας, γίνονται για όλους τους ανθρώπους, που κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως και την πίστη τους στον Χριστό: «... υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων...» εύχεται ο λειτουργός του Υψίστου. Προσεύχεται η Εκκλησία ακόμη και για τους αμαρτωλούς που βρίσκονται στον Άδη, «... ίνα μικράς τινός ανέσεως τύχωσιν, ει και μη τελείας απαλλαγής». Αυτοί ωφελούνται από τις ευχές αυτές, αφ’ ενός μεν γιατί δεν έχουν τελικά καταδικαστεί και ούτε έχουν την τελεσίδικη απόφαση του δικαστή, αφ’ ετέρου δε γιατί ακόμη δεν έχουν πέσει στην κόλαση, πράγμα που θα γίνει μετά την δεύτερη έλευση του Χριστού. Αν αυτό ισχύει για τους αμαρτωλούς, πολύ περισσότερο ωφελούν τα μνημόσυνα και οι προσευχές αυτούς που μετανόησαν, αλλά δεν πρόφθασαν να καθαρθούν τελείως και να φθάσουν στον φωτισμό του νου. Αν αυτοί έχουν συγνωστά μόνον αμαρτήματα (και όχι θανάσιμα), αποκαθίστανται στον κλήρο των δικαίων ή ελαφρύνεται η θέση τους στον Άδη. Επομένως, όταν ο άνθρωπος με την μετάνοια εισέρχεται στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς, αλλά λόγω του θανάτου του δεν μπορεί να ολοκληρώσει την κάθαρση και να πορευθεί στον φωτισμό του νου, αυτό θα γίνει με τις ευχές και τα μνημόσυνα της Εκκλησίας. Θα υπάρχει δηλ. διαρκής εξέλιξη στην μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενέργειας του Θεού.
            Δεν αρκούν όμως μόνον οι ευχές και τα μνημόσυνα για την άφεση των αμαρτιών των κοιμηθέντων δούλων του Θεού. Αυτά πρέπει να συνοδεύονται με ευεργεσίες και ελεημοσύνες σε αναξιοπαθούντες. Ο Ιω. Χρυσόστομος το περιγράφει χαρακτηριστικά: «Θέλεις να τιμήσεις τον απελθόντα; τίμησέ τον όχι με θρήνους και κοπετούς, αλλά με ελεημοσύνες, ευεργεσίες, λειτουργίες».
            Εκτός από τα δυο επίσημα μνημόσυνα της Εκκλησίας, τα Σάββατα, το προ της Κυριακής της Απόκρεω και το προ της Κυριακής της Πεντηκοστής, τα οποία αφορούν όλους τους κοιμηθέντες αδελφούς μας και όλα τα Σάββατα τα οποία αφιερώνει Αυτή πάλιν σ’ αυτούς, η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα για κάθε κοιμηθέντα την 3η ημέρα, την 9η, την 40η και 1 χρόνο μετά την κοίμησή του και χρησιμοποιεί κόλλυβα (βρασμένο στάρι), ως τροφή με συμβολικό χαρακτήρα, που συμβολίζει τον θάνατο και την ανάσταση (ο νεκρός σπόρος του σταριού, που βλαστάνει μετά την σπορά).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου