Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ὀλίγα τινα διά τήν ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ + Ὠρωπού Κυπριανοῦ


1. ῾Η ῾Ιερὰ Παράδοσις τῆς Ἁγιωτάτης᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας ἀνέκαθεν δὲν προέβαινεν εἰς ἐπίσημον τινὰ᾿Εκκλησιαστικὴν Πρᾶξιν διὰ τὴν Ἀναγνώρισιν τῶν ῾Αγίων.

2. ῾Η Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ εἰς τοπικὸν κατ᾿ἀρχὴν ἐπίπεδον (Μονῆς ᾿Ενορίας χωρίου, πόλεως ἐπαρχίας Τοπικῆς᾿Εκκλησίας, ἀμέσως αὐθορμήτως καὶ ὁμοφώνως ἀπέδιδε τιμὰς διὰ Εἰκόνων, Ἀκολουθιῶν καὶ Πανηγύρεων εἰς ἐκεῖνον τὸν κοιμηθέντα Χριστιανόν, τοῦ ὁποίου ἐγνώριζε τὴν ἁγίαν βιοτήν, τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεόν, ὡς καὶ τὰ θαύματα ἢ τὰς θεοσημίας μέσῳ τῶν πρεσβειῶν αὐτοῦ διὰ τῶν ὁποίων ἀνεδεικνύετο προστάτης εὐεργέτης καὶ παραμυθία τῶν πιστῶν.

3. Αὕτη ἡ ἄμεσος Ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἄνευ ἰδαιτέρων διαδικασιῶν τοπικὴ βίωσις τῆς ἁγιότητος Χριστιανοῦ τινος ἐξηπλοῦτο σὺν τῷ χρόνῳ ὀλίγον κατ᾿ὀλίγον καὶ ἐγένετο καθολικὸν βίωμα τῆς᾿Εκκλησίας

4. ῾Η αὐθόρμητος τιμὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον, κυρίως μέχρι τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο ἄνευ ἐπεμβάσεως τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς· ὁσάκις δὲ ἡ Ἀρχὴ ἐπενέβαινε, πάντως σπανιώτατα, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶχε χαρακτῆρα διαπιστωτικὸν καὶ ἐξαγγελτικόν.

5. Δηλαδή ἡ῾Ιερὰ Σύνοδος δὲν ἐπενέβαινε διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίψῃ τὴν τιμὴν τοῦ Ἁγίου, ἀλλ᾿ἐπενέβαινε προκειμένου νὰ διαπιστώσῃ τὸ ἤδη ὑπάρχον καὶ ἰσχῦον, ἤτοι τὴν τοπικὴν βίωσιν τῆςἁγιότητος (Διαπίστωσις), νὰ διακηρύξῃ ἐξαγγείλῃ τοῦτο πανηγυρικῶς (Διακήρυξις) καὶ νὰ ἐγγράψῃ τὸ ὄνομα Αὐτοῦ εἰς τοὺς καταλόγους τῶν Ἁγίων (᾿Εγγραφὴ εἰς τὸ ῾Εορτολόγιον), πρὸς ἐνημέρωσιν τῆς Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας καὶ διεύρυνσιν τοῦ Ἑορτασμοῦ (καθολικὴ βίωσις).

6. ῾Η ἀνέκαθεν ἰσχύουσα αὕτη ῾Ιερὰ Παράδοσις μαρτυρεῖ ἀφ᾿ἑαυτῆς ὅτι ὁ δισταγμὸς ἢ ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀμέσου καὶ αὐθορμήτου ἀποδόσεως τιμῶν εἰς τοὺς ἀναδεικνυομένους ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Ἁγίους μέχρις ὅτου ἐπιτραπεῖ τοῦτο ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς δὲν εἶναι ὀρθὴ πρᾶξις ἀποτελεῖ δὲ ἀναμφισβητήτως νεωτερισμόν, ἐξ ἐπιδράσεως μάλιστα (ἀσυνειδήτως καὶ ἐμμέσως ἀλλοτρίας ἤτοι ἐκ τοῦ Παπισμοῦ ἡ ὁποία δυστυχῶς ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος  αὐτοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ «Τυπικοῦ» ἢ τῆς «᾿Ακολουθίας» τῆς Διακηρύξεως, ἐντονωτάτη ἰδίως εἰς τὴν Ρωσικὴν ᾿Εκκλησίαν.

7. Βάσει τῆς νεωτέρας αὐτῆς πράξεως, ἡ βαρύτης διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς Ἁγίου πίπτει περισσότερον ἢ καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν μιᾶς᾿Επιτροπῆς τὸ δὲ ἀποφασιστικὸν κριτήριον ἀποτελεῖ ὁ ἐξονυχιστικὸς ἔλεγχος τοῦ βίου τοῦ῾Αγίου καὶ ὄχι ἡ Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴν δυνατότητα τῆς ἀμέσου ᾿Αναγνωρίσεως τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ τῆς διατηρήσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων ζώσης τῆς τιμῆς Αὐτοῦ.

8. Ἐν κατακλεῖδι καὶ πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς περιληπτικῆς αὐτῆς θεωρήσεως τοῦ θέματος τῆς᾿Αναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπικινδύνου τακτικῆς τῆς ἀναφερθείσης νεωτέρας πράξεως.

α. Εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας ἔζησαν πρόσωπα πλουτισμένα μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐτίμησεν ὁ εὐσεβὴς Λαὸς ὡς Ἅγια, οὔτε ἡ᾿Εκκλησία προέβαλεν ὡς τοιαῦτα, ἄν καὶ ἡ συνείδησις Αὐτῆς ἀνεγνώριζεν ἀνέκαθεν αὐτὰ ὡς δ ιακεκριμένα μέλη Της.

β. ᾿Εκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει, ποῖος ἀπὸ τὰ διακεκριμένα καὶ ἀναμφισβητήτως σεσωσμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας θὰ τιμηθῇ ὡς Ἅγιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ᾿Εκεῖνος θὰ πλουτίσῃ τὸν Ἅγιον μὲ τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας καὶ τῶν θαυμάτων μετὰ τὴν κοίμησιν αὐτοῦ ἀναδεικνύων τοιουτοτρόπως τὸν δοῦλον Αὐτοῦ κατὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἰδιαίτερον τρόπον προστάτην, εὐεργέτην καὶ παραμυθίαν τοῦ Λαοῦ Του.

γ. ῾Η ἀπολύτως αἰτιώδης σχέσις τοῦ ἐξαιρετικοῦ χαρίσματος τῆς παρρησίας καὶ τῆς θαυματουργίας μετὰ θάνατον ἀποτελοῦν τὰ μοναδικὰ καὶ ἰδιαίτερα γνωρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα διακρίνουν Αὐτὸν ἀπὸ τὰ λοιπὰ διακεκριμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας.

δ. Τυχὸν ἄγνοια ἢ παραθεώρησις τῶν οὐσιωδῶν αὐτῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, ὁδηγεῖ εἰς παρεκτιμήσεις καὶ ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν νοθείαν τοῦ᾿Ορθοδόξου ᾿ΕκκλησιαστικοῦἙορτολογίου.

9. Ὡς ἐκ περισσοῦ διευκρινίζεται ὅτι ὁ ἀνωτέρω λόγος περὶ τῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, δὲν ἀφορᾶ τοὺς Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως ὡς καὶ τοὺς Θεολόγους καὶ Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας διότι σαφῶς αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι μόνον μὲ τὰ ἐξαιρετικὰ χαρίσματα τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Ὁμολογίας καὶ τῆς Θεολογίας εἰς λίαν κρισίμους στιγμὰς ἀφ᾿ἑνὸς ἔδωσαν τὴν καλὴν μαρτυρίαν καὶ ἀφ᾿ἑτέρου ἀπέτρεψαν τὴν νοθείαν τῆς σωτηριώδους Ἀληθείας καὶ ἀνεδείχθησαν Πατέρες καὶ Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Βιβλιογραφία

α. Παντελεήμονος Β. Πάσχου, Ἅγιοι - Οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ - Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, σελ. 121-166, ᾿Εκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 1997.

β. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Διαπίστωση καὶ Διακήρυξη τῆς Ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, ᾿Εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1990.

γ. Δημητρίου Γ. Τσάμη, Ἁγιολογία, σελ. 58-65, ᾿Εκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985.

 


 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου