Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΟΥΦΑ ΑΝΔΡΕΑΣ (+ 1937)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἕνας τῶν πλέον σοβαρῶν ἀντιπάλων τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἀπό τούς διοργανωτές τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, ἀφοῦ - ὅπως γράφει ὁ ἴδιος σέ ἐπιστολή του - μέχρι τό 1932 εἶχε χειροτονήσει 42 μυστικούς Ἐπισκόπους!
Ὁ κατά κόσμον Ἀλέξανδρος Ἀλεξέγιεβιτς Ukhto-msky γεννήθηκε τό 1872 στό χωριό Voslom τοῦ Γιαροσλάβ, σέ πριγκιπική οἰκογένεια, καταγομένη ἀπό τόν Μεγάλο Βλαδίμηρο! Σπούδασε στή Στρατιωτική Σχολή τοῦ Νίζνι Νόβγκοροντ καί ἀπό τό 1891 στή Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Τήν ἐποχή τῶν σπουδῶν του τήν πνευματική καί διοικητική ἡγεσία τῆς Ἀκαδημίας εἶχαν οἱ Ἀρχιμανδρίτες Σέργιος (Stragorodsky, ἔπειτα Μητροπολίτης Νίζνι Νόβγκοροντ, ὁ δράστης τῆς Διακηρύξεως τοῦ 1927) καί Ἀντώνιος (Khrapovitsky, ἔπειτα Μητροπολίτης Κιέβου καί Πρωθιεράρχης τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς). Μέ τόν τελευταῖο ὁ νεαρός Ἀλέξανδρος συνδέθηκε στενά, τόν ἔκανε πνευματικό του καί ἀπό αὐτόν χειροθετήθηκε μοναχός, τό 1895, καί ὀνομάσθηκε Ἀνδρέας.
Μετά τήν χειροτονία του σέ Ἱερομόναχο, τό 1895, διορίσθηκε Καθηγητής τῆς Ρωσικῆς γλῶσσας στή Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Καζάν, ὅπου ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά μεταξύ τοῦ Ταταρικοῦ πληθυσμοῦ. Τό 1907 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Mamadysh, βοηθός τῆς Μητροπόλεως Καζάν. Τό 1911 μετατέθηκε στό Σουχοῦμι τοῦ Καυκάσου καί τό 1913 ὀνομάσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Οὔφα.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας ἦταν μία πάρα πολύ ἰσχυρή προσωπικότητα. Κατά τήν περίοδο 1915 - 16 δημοσίευσε κείμενα κατά τοῦ καπνίσματος τῶν Κληρικῶν. Τό 1917 διορίσθηκε μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τόν ἴδιο χρόνο ἦταν ὑποψήφιος γιά τήν ἕδρα τῆς Πετρουπόλεως, ἀλλά ἡ πλειοψηφία ἀνέδειξε τόν ἔπειτα Ἱερομάρτυρα Μητροπολίτη Βενιαμίν (+ 1922). Τόν Μάϊο τοῦ 1917 συναντήθηκε μέ τόν Ἡγέτη τῆς πρώτης Ἐπαναστάσεως Α. Τ. Κερένσκυ καί συζήτησαν γιά τό μέλλον τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν ἐπαναστατικό πυρετό.
Πῆρε ἐνεργό μέρος στήν Πανρωσική Σύνοδο τοῦ 1917 - 18, ὅπου ὑποστήριξε τήν ἀνάγκη παλινορθώσεως τοῦ Πατριαρχείου. Πίστευε ἀκόμη στήν ἀνάγκη ἑνώσεως τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ ὑπό τήν ἐξουσία ἑνός Ὀρθοδόξου Μονάρχη, δημοσίευσε μάλιστα καί σχετικό βιβλίο μέ τόν τίτλο " Ὁ Τσάρος καί ὁ λαός".
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας εἶχε "ἰδιαίτερες" ἀπόψεις σχετικά μέ τό θέμα τῶν Ρώσων Παλαιοπίστων. Ἐπηρεασμένος ἀπό τόν Καθηγητή του στή Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Μόσχας N. Kapterev, θεωροῦσε ὅτι ἡ προ - ἐπαναστατική Ρωσική Ἐκκλησία εἶχε ὑποπέσει στή "Νικωνιανή αἵρεση τοῦ Καισαροπαπισμοῦ" ("Νικωνιανή" καί "Νικωνιανοί" ἀπό τόν Πατριάρχη Μόσχας Νίκωνα, ἐπί τῆς πρωθιεραρχίας τοῦ ὁποίου προκλήθηκε τό μεγάλο Σχίσμα τῶν Παλαιοπίστων, τό 1653), ἡ ὁποία αἵρεση ὁδήγησε τελικά στήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, στούς Ἀνακαινιστές τῆς "Ζωντανῆς Ἐκκλησίας" καί στό Σεργιανισμό. Συχνά ἀναφέροταν σέ "Νικωνιανούς" (γιά τό Πατριαρχεῖο Μόσχας) καί "παλαιο - Ὀρθοδόξους" (γιά τούς Παλαιοπίστους). Τό Σχίσμα τῶν Παλαιοπίστων δέν τό θεωροῦσε σχίσμα, ἀλλά δίκαιη ἀντίδραση κατά τῆς ὑποδουλώσεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στήν αὐθαιρεσία τοῦ Τσάρου καί γι' αὐτό πίστευε ὅτι ἔπρεπε νά ἀρθοῦν τά ἐναντίον τους Ἀναθέματα!
Τόν Φεβρουάριο τοῦ 1917 - ἤδη Ἐπίσκοπος ἀπό τό 1907 - προήδρευσε στό Νίζνι Νόβγκοροντ τῆς Πανρωσικῆς Συνάξεως τῶν Yedinovertsy (τῶν Παλαιοπίστων πού εἶχαν ἑνωθεῖ μέ τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, διατηρῶντας τό τυπικό τους).
Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1917, ἐνῶ βρισκόταν στή Μόσχα συμμετέχοντας στήν Πανρωσική Σύνοδο, τόν πλησίασε ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν Παλαιοπίστων Yedinovertsy (πού δέχονταν Κληρικούς πού εἶχαν ἀποσκιρτίσει ἀπό τήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία, ἀλλά δέν εἶχαν Ἱεραρχία), ὁ Λέβ Ἀλεξέγιεβιτς Molekhonov. Οἱ Παλαιόπιστοι τῆς ὁμάδος αὐτῆς ἤθελαν τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα σάν Ποιμενάρχη τους, ἀλλά ἡ "ἕνωση" αὐτή ἔπρεπε νά γίνει μέ συγκεκριμένο τρόπο.
"Θά προσερχόμουν - γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας - χωρίς ἄμφια στό Ναό τους, ἐπί τῆς ὁδοῦ M. Andronievskia τῆς Μόσχας. Θά μέ ὑποδέχονταν μέ τήν ἐρώτηση, "ποιός εἶστε;" Θά ἀπαντοῦσα ἀρχικά ὅτι εἶμαι Ἐπίσκοπος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί στή συνέχεια θά διάβαζα τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί τήν Ὁμολογία Πίστεως πού διαβάζουν ὅσοι χειροτονοῦνται Ἐπίσκοποι. Μετά θά ἔπρεπε νά χρίσω τόν ἑαυτό μου μέ τό Ἅγιο Μῦρο πού οἱ ἴδιοι ὀνόμαζαν "Πατριρχικό" (Σ. Σ. ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰωσήφ [1642 -1652], τόν τελευταῖο Πατριάρχη Μόσχας πού ἀναγνωρίζεται ὡς Ὀρθόδοξος ἀπό τούς Παλαιοπίστους). Μέ αὐτό τόν τρόπο ἡ "πρόσληψή" μου θά εἶχε ὁλοκληρωθεῖ".
"Ὁ πνευματικός μου πατέρας - συνεχίζει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας - Ἀρχιεπίσκοπος Χαρκόβου Ἀντώνιος, γνώριζε τά πάντα σχετικά μέ τίς συνομιλίες αὐτές καί ὁ Πατριάρχης Τυχων ἦταν ἐνήμερος γιά καθετί. Καί οἱ δύο δέχονταν τίς προθέσεις μου".
Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1919 οἱ Παλαιόπιστοι Yedinovertsy ἐξέλεξαν τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα Πρωθιεράρχη τους, μέ τόν τίτλο τοῦ Ἐπισκόπου Satkinsk, ὅμως οἱ διωγμοί τῶν Μπολσεβίκων πού ἀκολούθησαν, διέκοψαν τίς ἐπαφές.
Κατά τόν Ρωσικό Ἐμφύλιο Πόλεμο ὁ ἀρχιεπ. Ἀνδρέας τάχθηκε ὑπέρ τῶν Λευκῶν Στρατευμάτων τοῦ Στρατηγοῦ Kolshak, γι’αὐτό καί μετά τήν νίκη τῶν Μπολσεβίκων, συνελήφθη (τό 1920) καί φυλακίσθηκε στό Ὄμσκ. Γιά δεύτερη φορά συνελήφθη τό 1921 καί κρατήθηκε στίς φυλακές τῆς GPU, ὅπου διαπιστώθηκε ὅτι ἔπασχε ἀπό φυματίωση. Τόν ἴδιο χρόνο ὁ Πατριάρχης Τύχων τόν διόρισε στήν Ἐπισκοπή Ὄμσκ.
Μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Ἀνακαινιστῶν τῆς "Ζωντανῆς Ἐκκλησίας", ἀξιοποιῶντας τό δικαίωμα ἐλευθέρας κινήσεως πού ἔδινε στούς Ἐπισκόπους τό ἀπό 7. 11. 1920 Οὐκάζιο τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος, κήρυξε τήν Ἐπισκοπή του ἐκκλησιαστικῶς αὐτόνομη καί προχώρησε στήν ἐκλογή καί τήν χειροτονία Ἀρχιερέων (ὅπως τῶν Ἐπισκόπων Χαραλάμπους καί Ρουφίνου, συνολικῶς 42, ὅπως ὁ ἴδιος ἔγραψε σέ ἐπιστολή του).
Τόν Φεβρουάριο τοῦ 1923 οἱ Σοβιετικές Ἀρχές κατηγόρησαν τήν "Ἀδελφότητα τῆς Οὔφα" γιά ἀντισοβιετική προπαγάνδα. Τήν 24. 2. 1923 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας συνελήφθη καί καταδικάσθηκε σέ τρία χρόνια ἐξορία, ἀρχικά στήν Τασκένδη καί κατόπιν στό Ashkhabad. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1923 συνελήφθη στήν Τασκένδη καί φυλακίσθηκε, πρίν ἐξοριστεῖ στό Τουρκμενιστάν. Τήν 17. 11. 1924 μεταφέρθηκε στή Μόσχα. Τό 1925, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος, χειροτόνησε σέ Ἐπίσκοπο Νιζέγκοροντ τόν ἀρχιμ. Πιτιρίμ (Ladigin, Μεγαλόσχημο Πέτρο, + 1957).
Τό 1925, ἐνῶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας ἦταν ἐξόριστος στό Askhabad, τόν πλησίασε σάν ἐκπρόσωπος τῶν Παλαιοπίστων ὁ Ἀρχιμανδρίτης Κλήμης καί ἐπανέφερε τό θέμα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας συμφώνησε, ὑπό τόν ὅρο ὁ ἀρχιμ. Κλήμης νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος. "Ὁ Κλήμης - γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας - δέχθηκε ὅλους τούς ὅρους μου καί τήν 28. 8. 1925 καί οἱ δύο συμπροσευχηθήκαμε σέ μία γνήσια Ὀρθόδοξη, μή Καισαρο - Παπική Ἐκκλησία. Ἀπό τήν πλευρά μου ἐκπλήρωσα κάθε τι γιά τό ὁποῖο εἶχα εὐλογία ἀπό τόν Πατριάρχη Τύχωνα. Τήν 3. 9. 1925, μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρουφῖνο, χειροτονήσαμε σέ Ἐπίσκοπο τόν ἀρχιμ. Κλήμη".
Τελικά τόσο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας, ὅσο καί ὁ Ἐπίσκοπος Κλήμης, δέν ἔγιναν δεκτοί ἀπό τήν βάση τῆς ὁμάδος αὐτῆς καί ὁ τελευταῖος προσχώρησε στήν ὁμάδα τῶν Παλαιοπίστων Μπελοκρινίτσκυ, ὅπου ἔγινε δεκτός μέ τόν βαθμό του (ἡ ὁμάδα αὐτή προέκυψε στά μέσα τοῦ 19ου αἰ., ὅταν μία ὁμάδα Παλαιοπίστων μέ κέντρο τήν Μονή Μπελοκρινίτσκυ, τῆς περιοχῆς Τσερνοβίτσι τῆς Οὐκρανίας, ἀναγνώρισαν σάν ἡγέτη τους τόν Ἀρχιεπίσκοπο Βοσνίας Ἀμβρόσιο· τό 1853 ἀπό τήν ὁμάδα αὐτή ἱδρύθηκε Ἀρχιεπισκοπή στή Μόσχα).
Σύμφωνα μέ μία πληροφορία, ὅταν ἔμαθε ὁ Τοποτηρητής τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Πέτρος τίς ἐξελίξεις αὐτές, ἔθεσε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα σέ ἀργία. Ἀργότερα, τό 1927, ὅταν ὁ βοηθός τοῦ τελευταίου Ἐπίσκοπος Ἀντώνιος τοῦ Ust Katavsky πῆγε στή Μόσχα καί ἐρεύνησε τά ἀρχεῖα τῆς Συνόδου, δέν βρέθηκε τέτοιο ἔγγραφο, ὅπως βεβαίωσε καί ὁ Γραμματέας της Ἐπίσκοπος Πιτιρίμ τοῦ Δημητρώφ ("Spravka", φ. 1799, 27. 10. 27). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας πάντως δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη του τήν ἀργία, πραγματική ἤ μή.
Τό 1926 ἐπέτρεψε ἀπό τήν ἐξορία καί ἐγκαταστάθηκε στήν Οὔφα. Τόν Ἰούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους ὁ Μητροπ. Σέργιος, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Τοπορητητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Πέτρου, ἔθεσε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα σέ ἀργία γιά τό ἴδιο θέμα. Καί τήν ἀργία αὐτή ὁ Ἀνδρέας δέν τήν ἔλαβε ὑπ' ὄψη του. Ἀντιθέτως, παρότρυνε τούς βοηθούς του Ἐπισκόπους Ἀντώνιο τοῦ Ust Katavsky (Milovidov) καί Πιτιρίμ τοῦ Νιζέγκοροντ (Ladygin, ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Γκλαζώφ, Μεγαλόσχημο Πέτρο), νά διερευνήσουν τήν ὑπόθεση.
Ἡ ἔρευνα τοῦ ἐπ. Ἀντωνίου στή Μόσχα ἀπέδειξε, ὅτι δέν ὑπῆρχε ἔγγραφο καταδίκης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου ἀπό τόν Μητροπ. Πέτρο. Ὁ ἐπ. Πιτιρίμ πῆγε στό Γιαροσλάβ καί συναντήθηκε μέ τόν Μητροπ. Ἀγαθάγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ συνέστησε νά ἐκδικασθεῖ τό θέμα ἀπό τούς πλησιέστερους πρός τήν Οὔφα Ἐπισκόπους, τό λιγώτερο τρεῖς. Ἡ σύσταση τοῦ Μητροπ. Ἀγαθαγγέλου ὑλοποιήθηκε τήν 3. 2. 1927, ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι Ἀββακούμ τῆς Παλαιᾶς Οὔφα, Ἀντώνιος καί Πιτιρίμ συγκρότησαν ἐκκλησιαστικό δικαστήριο καί παρουσίᾳ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέα ἐκδίκασαν τήν ὑπόθεση. Ἡ ἀπόφαση τῶν τριῶν Ἀρχιερέων ὑπῆρξε ἀθωωτική καί παρουσιάσθηκε σέ Σύναξη Κλήρου καί λαοῦ τῆς Οὔφα, πού συγκλήθηκε ἀπό 3ης μέχρις 6η Φεβρουαρίου 1927.
Τήν 13. 6. 1927 ὁ ἀρχιεπ. Ἀνδρέας συνελήφθη στή Μόσχα καί ἐξορίστηκε στό Kzyl Orda τοῦ Καζαξτάν.
Ἡ Διακήρυξη τοῦ Μητροπ. Σεργίου τόν βρῆκε ἐξόριστο, ἀλλά ἡ ἀντίδρασή του ὑπῆρξε ἄμεση. "Ὁ Μητροπ. Σέργιος - ἔγραψε - εἶναι ἕνα πρόσωπο μεγάλης χωρητικότητας, ἱκανό γιά κάθε συμφωνία. Ἦταν ὀπαδός τοῦ Ρασπουτίν γιά 14 χρόνια. Τό 1922 πρόδωσε τόν Πατριάρχη Τύχωνα καί ἔγινε ἀνακαινιστής μέ τήν Ζωντανή Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζοντας τόν ληστή Βαραββᾶ". Γιά τήν ἀντίδρασή του συνελήφθη καί φυλακίσθηκε τήν 4. 10. 1928. Τήν 18. 1. 1929 φυλακίσθηκε στό Γιαροσλάβ.
Ὅταν ὁ Μητροπ. Σέργιος ἔδωσε συνέντευξη στό Πρακτορεῖο TASS, τήν 15. 2. 1930, στήν ὁποία ἀρνήθηκε τούς θρησκευτικούς διωγμούς στή Σοβιετική Ἕνωση καί παρομοίωσε τούς Ὁμολογητές τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς κοινούς ποινικούς καταδίκους, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας τόν παρομοίασε μέ τόν Νεστόριο, τόν Διόσκουρο καί τούς ἄλλους αἱρεσιάρχες καί εἶπε χαρακτηριστικά: "Αὐτή εἶναι ἡ γνώμη τῆς ψευδοκεφαλῆς τῆς ψευδο-Πατριαρχικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Μητροπ. Σεργίου".
Τήν 2. 10. 1931 ἐπέστρεψε ἀπό τήν ἐξορία καί κατέφυγε στή Μόσχα, - ὅπου ὑπῆρχαν μόλις 4 ἀντι-Σεργιανιστικές ἐνορίες - καί προσπάθησε νά φέρει στή δικαιοδοσία του τούς Παλαιοπίστους. Τότε φαίνεται νά δέχθηκε σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία τόν Μητροπ. Μόσχας Μελέτιο Kartushin, Πρωθιεράρχη τῶν Παλιοπίστων Belokrinitsky, μαζί μέ τόν ὁποῖο χειροτόνησε ἕναν μυστικό Ἐπίσκοπο, τόν Βασίλειο Guslinsky.
Τήν 14. 4. 1932 συνελήφθη καί πάλι καί φυλακίσθηκε στή φυλακή Buturskya τῆς Μόσχας. Τήν 7. 6. 1932 ἐξορίσθηκε στήν Ἄλμα Ἄτα. Τότε συνδέθηκε μέ τόν Μητροπ. Ἰωσήφ τῆς Πετρουπόλεως, μέ τόν ὁποῖο χειροτόνησαν ἕναν Ἐπίσκοπο. Τό 1934 τόν συνέλαβαν καί τόν καταδίκασαν σέ 3 χρόνια ἐγκλεισμό σέ στρατόπεδο.
Ἐκτελέστηκε τήν 27. 3. 1937 στή φυλακή τοῦ Γιαροσλάβ. Κατά τόν Μοναχό Ἐπιφάνιο Τσέρνωφ, πρίν τήν ἐκτέλεσή του ζήτησε νά τοῦ ἐπιτρέψουν νά προσευχηθεῖ. Τοῦ τό ἐπέτρεψαν καί ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος γονάτισε. Τότε, σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν παρισταμένων, ὁ ἐπ. Ἀνδρέας ἐξαφανίστηκε ἀπό τά μάτια τους! Οἱ ἀθεϊστές κοίταζαν τό κενό χωρίς νά μποροῦν νά ἀρθρώσουν λέξη! Μόνο μετά ἀπό μία περίπου ὥρα εἶδαν πάλι τόν Ἐπίσκοπο γονατιστό στή θέση του! Παρά τό θαυμαστό αὐτό γεγονός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἐπίσκοπος ἐκτελέστηκε κανονικά.
Μετά τήν κατάρρευση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος ὁ Κόμης Φόν Σίβερς, ἀρχηγός μιᾶς νεο-Ναζιστικῆς ὀργανώσεως, ἐμφανίσθηκε μέ τό ὄνομα Ἀμβρόσιος καί τόν τίτλο «Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Γότθων», ἰσχυριζόμενος ὅτι ἔλκει τήν διαδοχή ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου