Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΣΒΑΛΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΝΟΡΘΟΥΜΒΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΪΔΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΙΝΤΙΣΦΑΡΝ


Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τό κείμενο αὐτό δημοσιεύθηκε ἀρχικά ἀνωνύμως στό Περιοδικό «Ἁγιορειτική Μαρτυρία» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου Ἁγίου Ὄρους (φ. 7/1989, σελ. 117 – 124).

Ἱστορική Εἰσαγωγή - Ἡ Χριστιανική Βρεττανία
Ἡ Βρεττανία, ἡ μεγάλη αὐτή νησιωτική χώρα ἀνάμεσα στήν Εὐρώπη καί τόν Ἀτλαντικό, δέχθηκε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ κατά τό ὄγδοο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Νέρωνα. Τό γεγονός μαρτυρεῖ ὁ Βρεττανός σοφός Γίλδας (500 – 550), ἀλλά καί ὁ Θεοδώρητος Κύρου (393 – 460) καί ὁ ἅγ. Κλήμης Πάπας Ρώμης καί οἱ Συναξαριστές. Φορέας τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος ἦταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη, πολύ διαδεδομένη καί σεβαστή παράδοση σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ πρῶτος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στή Βρεττανία ἦταν ὁ ἐνταφιαστής τοῦ Κυρίου ἅγ. Ἰωσήφ τῆς Ἀριμαθαίας, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στή Βρεττανία ἔχοντας μαζί του τό Ἅγιο Ποτήριο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί μέρος ἀπό τόν Ἀκάνθινο Στέφανο τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἱστορικά ἐξακριβωμένο, ὅτι ὁ ἅγ. Ἰωσήφ ἐγκαταστάθηκε στό Γκλάστονμπέρυ (Glastonbury). Τό ὁποῖο χρησιμοποίησε σάν κέντρο τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσεως. Ἀναφέρεται, ὅτι κάποτε οἱ βάρβαροι καί ἄξεστοι Βρεττανοί (ἀρχαῖοι Κέλτες κάτοικοι τῆς Βρεττανίας), μή κατανοώντας τό κήρυγμά του περί τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου, τόν πίεσαν φορτικά νά τούς δείξει κάποιο «σημεῖο». Ἀπογοητευμένος ὁ ἅγ. Ἰωσήφ ἀπό τήν σκληροκαρδία τῶν παγανιστῶν, ἔμπηξε θυμωμένος τό ὁδοιπορικό του ραβδί στή γῆ, τό ὁποῖο κατά παραχώρηση Θεοῦ ρίζωσε ἀμέσως, βλάστησε καί ἔδωσε ἄνθη!
Κατά τήν παράδοση αὐτό τό ραβδί προέρχοταν ἀπό τόν θάμνο πού φύτρωσε στήν Παλαιστίνη, ὅταν ὁ ἅγ. Ἰωσήφ φύτεψε ἕνα ἀπό τά ἀγκάθια τοῦ στεφάνου τοῦ Κυρίου, πρίν φύγει γιά τό ἱεραποστολικό του ταξίδι. Τρία καί μεγάλα θαύματα ἔδειξε ὁ Πανάγιος Θεός σ’ αὐτό τό ραβδί – φυτό:
α. Τό πρῶτο εἶναι ὁ θαυματουργικός τρόπος τῆς δημιουργίας τοῦ δένδρου.
β. Τό δεύτερο εἶναι ὅτι τό δένδρο – πού σώζεται ἀκόμη στήν αὐλή τοῦ Ἀββαείου τοῦ ἁγ. Ἰωάννη στόν Γκλάστονμπέρυ - ἀνθίζει δύο φορές τόν χρόνο, μία τήν Ἄνοιξη φυσιολογικά καί ἄλλη μία στήν καρδιά τοῦ χειμῶνα καί γιά μία μόνο ἡμέρα, τό βράδυ τῆς 24ης πρός 25η Δεκεμβρίου, κατά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων!
Μία ὄμορφη παράδοση θέλει τά πρῶτα ἄνθη τῆς δευτέρας αὐτῆς θαυματουργικῆς ἀνθοφορίας, νά προσφέρονται στόν ἑκάστοτε Βασιλέα τῆς Ἀγγλίας!
γ. Τό τρίτο θαῦμα εἶναι τό γεγονός, ὅτι τό δένδρο – τοῦ ὁποίου τό ἐπιστημονικό ὄνομ εἶναι Oxyacanthus Peris - ἐνῶ φύεται μόνο στήν Παλαιστίνη καί σέ κανένα ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου, παραδόξως φύεται καί στό Γκλάστενμπέρυ καί μάλιστα σ’ ἕνα μόνο σημεῖο του! Κάθε προσπάθεια μεταφυτεύσεως, ἔστω καί λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα ἀπό τό ἀρχικό δένδρο τοῦ θαύματος, ἀποβαίνει ἄκαρπη!
Σύμφωνα μέ τήν ἁγιολογική παράδοση, πρῶτος Ἐπίσκοπος Βρεττανίας χρημάτισε ὁ ἅγ. Ἀριστόβουλος (Κύπριος μαθητής τοῦ ἀπ. Παύλου, Ἀπόστολος ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα. Βλ. Συναξαριστή 1ης Μαρτίου). Κατά τόν Ὅσιο Ἱερομόναχο καί μεγάλο Βρεττανό ἱστορικό Βέδδα τόν Αἰδέσιμο (Bede the Venerable, 673 - 735), τό ἔτος 182 μ. Χ. ὁ Βασιλεύς τῶν Βρεττανῶν Λούκιος ζήτησε ἀπό τόν Πάπα Ἐλευθέριο νά σταλεῖ Ἐπίσκοπος γιά νά τόν βαπτίσει. Τότε ὁ Πάπας ἔστειλε τούς Ἁγίους Δαμιανό καί Φουγέντιο.
Τό 314 οἱ Ἐπίσκοποι Ὑόρκης Ἐβόριος, Λονδίνου Ρεστιτοῦτος καί Κόλτσεστερ Ἀδέλφιος μέ δύο Πρεσβυτέρους καί ἕνα Διάκονο, πῆραν μέρος στήν Τοπική Σύνοδο κατά τοῦ Δονατισμοῦ πού συγκλήθηκε στήν Γαλλική πόλι Ἀρελάτη (Arles). Ἐπίσης Βρεττανοί Ἐπίσκοποι πῆραν μέρος στίς Τοπικές Συνόδους τῆς Σαρδικῆς (343) καί τοῦ Ἀριμινίου (359).
Τήν πρώϊμη ἀνάπτυξη τοῦ Χριστιανισμοῦ στή Βρεττανία ἀνέκοψαν οἱ κατακτήσεις τῶν Ἰουτῶν, τῶν Ἄγγλων καί τῶν Σαξώνων. Οἱ ἀρχαῖοι Βρεττανοί, οἱ Κέλτες, ἤδη Χριστιανοί, ἀπωθήθηκαν στά ὀρεινά, στίς ἄγριες ἀκτές τῆς Κορνουάλλης, στήν Οὐαλλία καί στά νησιά, ἐνῶ ἄλλοι πέρασαν στή Γαλλική ἀκτή, στή σημερινή Βρεττάνη. Ἡ Ἐκκλησία τῶν ἀρχαίων Βρεττανῶν, γνωστή ὡς Κελτική, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπομονώθηκε ἀπό τήν οἰκουμενική Ἐκκλησία καί διαφοροποιήθηκε στό θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τῆς κόμης τῶν κληρικῶν, κ.ἄ.
Οἱ κατακτητές Ἀγγλοσάξωνες, οἱ Οὐαλλοί, οἱ βάρβαροι Πίκτες καί Σκῶτοι τοῦ βορρᾶ, ἐκχριστιανίσθηκαν δύσκολα, χάρις στίς προσπάθειες τῆς Κελτικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Παπῶν τῆς Ρώμης. Σέ μία ἐποχή πού τήν διέκριναν ἡ ἀμάθεια καί ἡ βαβαρότητα τῶν ἠθῶν, σέ μία χώρα διηρημένη σέ ἑπτά βασίλεια πού διαρκῶς ἀλληλοσπαράσσονταν ἀπό ἐμφυλίους πολέμους, ἔδρασαν ἅγιοι ἱεραπόστολοι καί ἀνείχθηκαν δεκάδες Ἅγιοι. Δυστυχῶς τούς Ἁγίους αὐτούς οἱ Ἕλληνες τούς γνωρίζουμε ἐλάχιστα. Καί ὅμως κάποια στιγμή τέθηκε καί ἑλληνική σφραγίδα στό οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βρεττανίας, μέ τήν ἀνάδειξη ἀπό τόν Πάπα Βιταλιανό τοῦ Ἕλληνα Μοναχοῦ Θεοδώρου ἀπό τήν Ταρσό (+ 690), σέ Ἀρχιεπίσκοπο Καντέρμπουρυ.
Ἀπό τόν 8ο αἰ., λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Βίκιγκς - Δανῶν, τό οἰκοδόμημα τῆς Βρεττανικῆς Ἐκκλησίας ἄρχισε νά καταστρέφεται. Εἶχαν προηγηθεῖ αἰῶνες ἀντιπαραθέσεως καί διαμάχης τῆς Κελτικῆς μέ τήν Ἀγγλοσαξωνική Ἐκκλησία, μέ κύριο πρόβλημα τήν ἐξάρτηση ἤ μή ἀπό τόν Πάπα Ρώμης.Ἡ βαθμιαία ἀπορρόφησις τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κελτῶν κατά τήν Σύνοδο τοῦ Γουϊτμπυ (633-634) ὑποστηρίζεται, ὅτι ἔβλαψε σημαντικά τόν Χριστιανισμό στή Βρεττανία, μέ τήν ἐπικράτηση τοῦ Λατινικοῦ νομικιστικοῦ πνεύματος.
Ἡ Ὀρθοδοξία στή Βρεττανία ἔφθασε στό ἱστορικό της τέλος μέ τόν θάνατο τοῦ ἁγίου Βασιλέως Ἐδουάρδου τοῦ Ὁμολογητοῦ (+ 1065) καί τήν ἐπικράτηση τῶν ἐκλατινισμένων Νορμανδῶν, σέ ὅλο σχεδόν τό φάσμα τῆς κοινωνικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τό 1066, μέ τόν Γουλιέλμο τόν Κατακτητή. Ἔκτοτε ἡ Βρεττανία συνέχισε τήν ἱστορική της πορεία δεμένη στό ἅρμα τοῦ Παπισμοῦ, μέχρις ὅτου ἡ αἵρεση τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί ἡ δημιουργία τοῦ Ἀγγλικανισμοῦ σάρωσαν τά πάντα.
Κατά τόν Ἐπίσκοπο Τελμησσοῦ Χριστόφορο Κομμοδάτο, σήμερα «οὐδείς Βρεττανός ἐπικαλεῖται τάς πρεσβείας τῶν Ἁγίων καί τάς εὐχάς των.Ἐλάχιστοι γνωρίζουν τούς βίους των καί πολύ λιγώτεροι τούς βλέπουν ὡς πνευματοφόρους καί προσπαθοῦν νά τούς μιμηθοῦν». Καί τοῦτο διότι, «τό ἰδεῶδες δι’ αὐτούς εἶναι νά φθάσουν εἰς τά μέτρα τοῦ τζέντλεμαν καί τῆς λαίδης καί τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Ἡ τυπολατρεία, ὁ μοραλισμός καί ἡ νοησιαρχία εἶναι χαρακτηριστικά των ἰδιώματα, ἐνῶ ἡ καρδία των ἔπαυσε νά ἐθίζεται εἰς τήν ἀποδοχήν τῆς Θείας Χάρι-τος» (Χριστοφόρου Κων. Κομμοδάτου, Ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», 1985, σελ. 28 – 29).
Καί ὅμως οἱ Βρεττανική Ἐκκλησία ἔχει προσφέρει χιλιάδες Ἁγίων στό Θεό. Τό Ἅγιο Πνεῦμα χαρίτωσε πολλές ἐκλεκτές ψυχές τῆς χώρας αὐτῆς, χωρίς νά διακρίνει γηγενεῖς Βρεττανούς καί Ἰρλανδούς ἤ κατακτητές Ἀγγλοσάξωνες. Τό μοναστικά ἰδεώδη τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς βιώθηκαν ἀπό δεκάδες χιλιάδες κατοίκων τῶν Βρεττανικῶν νησιῶν. Ἀκόμη καί σήμερα μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (ὅπως ἡ Νῆσος τοῦ Ἀνθρώπου, ἡ Νῆσος Ἀϊόνα καί ἡ Κορνουάλη), εἶναι γεμᾶτες ἀπό ἀρχαῖα ἐρείπια πού ἀνήκουν σέ μονές, ἐρημητήρια καί ἡσυχαστήρια. Παμπάλαια Ἀββαεῖα (ὅτι ἀπέμεινε ἀπό τίς καταστροφές τῶν Διαμαρτυρομένων), μαρτυροῦν τήν παλαιά ἐκκλησιαστική δόξα τῆς χώρας αὐτῆς. Κυρίως ὅμως ἕνας μεγάλος ἀριθμός Ἁγίων της – δεκάδες Μάρτυρες, Ὅσιοι, ἅγιοι Βασιλεῖς, φωτισμένοι Ἱεράρχες, ἀκούραστοι Ἱεραπόστολοι, λόγιοι Διδάσκαλοι καί ἐργάτες τῶν Γραμμάτων – κοσμοῦν τό Ἁγιολόγιο τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας καί μαρτυροῦν γιά τό βαθειά Ὀρθόδοξο Χριστιανικό παρελθόν της.

Οἱ Ἅγιοι Ὀσβάδος ὁ Βασιλεύς καί Ἀϊδανός ὁ Ἐπίσκοπος
ἅγ. Ὀσβάλδος (Oswald) ἦταν γιός τοῦ εἰδωλολάτρου Ἀγγλοσάξωνος Βασιλέως τῆς Νορθουμβρίας Ἐθελφρίδου (Ethelfrith), ὁ ὁποῖος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά τῶν ἐπίσης Ἀγγλοσαξώνων Ἐδουϊνου (Edwin) καί Ρεδαβάλδου (Redwald). (Ἡ Νορθουμβρία ἦταν μεγάλη γεωγραφική περιοχή τῆς βόρειας Βρεττανίας, ἀποτελούμενη ἀπό τά Ἀγγλοσαξωνικά βασίλεια τῆς Βερνικίας - Bernicia καί τῆς Δέϊρας - Deira. ἡ πλέον γνωστή πόλις της εἶναι ἡ Ὑόρκη).
Ἀπό αὐτούς ὁ Ἐδουϊνος ἔγινε Βασιλεύς τῆς Νορθουμβρίας καί ἐκχριστιανίσθηκε μαζί μέ τόν λαό του. Βαπτίσθηκε στήν Ὑόρκη ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Παυλῖνο, τό Πάσχα τοῦ 627. Μετά τήν βάπτισή του ὁ λαός τοῦ βασιλείου προσήρχετο ἀθρόως στό Χριστιανισμό καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν ἀκόμη ναοί καί βαπτιστήρια, βαπτίζονταν στίς λίμνες καί τά ποτάμια. Ὁ Ἐδουϊνος ἔγινε πραγματικός Χριστιανός καί βοήθησε σημαντικά τήν Ἐκκλησία καί τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς. Σκοτώθηκε σέ μάχη τό 633, σέ ἡλικία 48 ἐτῶν, καί τιμᾶται ὡς Ἅγιος τήν 4η Ὀκτωβρίου.
Κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἐδουϊνου ὁ Πρίγκιπας Ὀσβάλδος καί οἱ ἀδελφοί του Ὄσρικ (Osric) καί Ἔανφριδ (Eanfrid) μεγάλωσαν ἐξόριστοι στή Σκωτία, ὅπου καί βαπτίσθηκαν. Μετά τόν θάνατό του (633), ὁ μέν Ὄσρικ ἔλαβε τό βασίλειο τῆς Δέϊρας, ὁ δέ Ἐανφρίδος τό βασίλειο τῆς Βερνικίας.
Ἀτυχῶς οἱ δύο ἀδελφοί Βασιλεῖς μετά τήν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας ἐπέστρεψαν στήν εἰδωλολατρία, καταστρέφοντας τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ ἁγίου Βασιλέως Ἐδουϊνου. Κατά τόν Βρεττανό Ἱστορικό ὅσ. Βέδα τόν Αἰδέσιμο, ἡ τιμωρία τους ἦρθε μέσῳ τοῦ Βρεττανοῦ Βασιλέως Καδουάλλα (Cadwalla), ὁ ὁποῖος τόν μέν ἕνα σκότωσε σέ μάχη, τόν δέ ἄλλο μέ δόλο, ὅταν πῆγε νά διαπραγματευθεῖ μαζί του.
Ὁ Πρίγκιπας Ὀσβάλδος - προκειμένου νά ἀντιμετωπίσει τόν σφετεριστή Καδουάλλα, ὁ ὁποῖος κυβέρνησε τυραννικά τήν Νορθουμβρία γιά ἕνα χρόνο – δημιούργησε ἕνα μικρό στράτευμα καί συγκρούσθηκε μαζί του. Τήν προηγουμένη τῆς μάχης ὁ Ὀσβάλδος διέταξε τήν κατασκευή ἑνός πολύ μεγάλου ξύλινου Σταυροῦ, τόν ὁποῖο ὕψωσε σέ ἕνα μικρό λόφο πού δέσποζε τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Μπροστά στό Σταυρό αὐτό ὁ Ὀσβάλδος προσευχήθηκε γονατιστός καί ἐναπέθεσε τίς ἐλπίδες του στό Θεό. Πράγματι, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νίκησε στό δίκαιο ἀγῶνα του τό πολύ μεγαλύτερο στράτευμα τοῦ ἀντιπάλου του, ὁ ὁποῖος καί σκοτώθηκε στή μάχη (634). Ἔκτοτε τό σημεῖο ἐκεῖνο ὀνομάσθηκε Ἀγρός τοῦ Οὐρανοῦ, διότι ὅλοι ἀναγνώρισαν ὅτι ἐκεῖ εἶχε συντελεστεῖ ἕνα μεγάλο θαῦμα. Ἐπί σειρά αἰώνων οἱ πιστοί Βρεττανοί συνήθιζαν νά προσκυνοῦν τόν Σταυρό καί νά παίρνουν γιά εὐλογία μικρά κομμάτια ξύλου ἤ ἀπό τά βρύα πού φύτρωναν πάνω του! Ἄν κάπου ὑπῆρχε ἀσθενής, ἐπικρατοῦσε ἡ συνήθεια νά ἁγιάζουν νερό μέ τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ καί νά τό δίνουν στόν πάσχοντα. Μέ τόν τρόπο αὐτό εἶχαν γίνει πολλά θαύματα. Ἀκόμη στό σημεῖο ἐκεῖνο οἱ μοναχοί τῆς γειτονικῆς Μονῆς Ἔξαμ (Hexham), συνήθιζαν νά κάνουν ἀγρυπνία κατά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τοῦ Ὀσβάλδου, ἐνῶ ἀργότερα κτίσθηκε ναός.
Ἕνα ἀπό τά θαύματα πού μαρτυροῦνται γιά τόν Σταυρό ἐκεῖνο, ἔγινε σέ κάποιο μοναχό τῆς ἀνωτέρω μονῆς ὀνόματι Βότχελμο (Botheim), ὁ ὁποῖος εἶχε σπάσει τό χέρι του ἀπό πτῶσι στόν πάγο. Βασανιζόμενος ἀπό ἀφόρητους πόνους, ἔμαθε ὅτι κάποιος ἀπό τήν ἀδελφότητα ἐπρόκειτο νά ἐπισκεφθεῖ τόν Σταυρό στόν Ἀγρό τοῦ Οὐρανοῦ καί τόν παρεκάλεσε νά τοῦ φέρει μία εὐλογία ἀπό αὐτόν. Ὁ μοναχός ἐπέστρεψε στή μονή τήν ὥρα πού οἱ πατέρες ἔτρωγαν τό βραδυνό τους φαγητό καί ἔδωσε στόν πάσχοντα ἕνα ἀπό τά βρύα πού φύτρωναν πάνω στό Σταυρό. Ἐκεῖνος, μή ἔχοντας πού νά τό βάλει, τό τοποθέτησε στό στῆθος του, κάτω ἀπό τό ἔνδυμά του. Τήν νύχτα ἔνοιωσε κάτι κρύο στά πλευρά του καί ἁπλώνοντας τό τραυματισμένο χέρι του ἔπιασε τό βρύο. Τότε διαπίστωσε, ὅτι τό χέρι του εἶχε θεραπευθεῖ!
Τό 635 ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος ζήτησε ἀπό τούς Γέροντες τῆς Μονῆς Ἀϊόνα στή Σκωτία, νά στείλουν στή χώρα του ἕναν Ἐπίσκοπο γιά νά κηρύξει τόν Χριστιανισμό καί νά ἀποκαταστήσει τήν ἐκκλησιαστική τάξη πού εἶχε διαταραχθεῖ ἀπό τήν ἀποστασία τῶν ἀδελφῶν του. (Ἡ Ἀϊόνα εἶναι νησί στά δυτικά τῆς Σκωτίας. Χωρίζεται ἀπ’ αὐτή μέ ἕνα μικρό πορθμό. Ὑπῆρξε μεγάλο μοναστικό κέντρο καί ἀνέδειξε δεκάδες Ὁσίους Πατέρες. Ὁ Μοναχισμός εἶχε μεταφυτευθεῖ ἐκεῖ ἀπό τήν Ἰρλανδία.).
Οἱ Σκῶτοι ἔστειλαν ἀρχικά τόν Μοναχό Κορμάνο (Corman), ὁ ὁποῖος ὅμως - φύσει αὐστηρός - ἀπέτυχε στίς σχέσεις του μέ τούς Ἀγγλοσάξωνες. Μετά τό γεγονός αὐτό συγκλήθηκε Σύνοδος καί ἀποφασίσθηκε νά ἀναλάβει τήν ἱεραποστολή ὁ Μοναχός Ἀϊδανός (Aidan), ὁ ὁποῖος καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος.
ἅγ. Ἀϊδανός ἦταν Ἰρλανδός στήν καταγωγή. Ἡ ἱεραποστολική του μέθοδος ἦταν ἀποτελεσματική καί σύντομα βαπτίσθηκαν χιλιάδες εἰδωλολάτρες. Ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος δώρησε στόν ἅγ. Ἀϊδανό τήν νῆσο Λίντισφαρν, γιά ἐπισκοπική του ἕδρα. (Τό Λίντισφαρν εἶναι νησί τοῦ βασιλείου τῆς Βερνικίας, πολύ κοντά στήν πρωτεύουσα Bamburgh. Ὑπῆρξε μεγάλο μοναστικό κέντρο, ἀνέδειξε πολλούς Ἁγίους καί ἐπηρέασε σημαντικά τήν πνευματική ζωή στή Βρεττανία).
Ἡ κατά Θεόν συνεργασία τῆς εὐλογημένης αὐτῆς δυάδος, τοῦ Βασιλέως Ὀσβάλδου καί τοῦ Ἐπισκόπου Ἀϊδανοῦ, ἔφερε στό βασίλειο τῆς Νορθουμβρίας πλούσιους καρπούς: Κτίσθηκαν ναοί, δωρήθηκαν ἐδάφη γιά τήν δημιουργία μονῶν, καλλιεργήθηκαν οἱ Τέχνες καί τά Γράμματα καί ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν τά βάρβαρα ἤθη.
Καί οἱ δύο ἡγέτες τοῦ βασιλείου, πολιτικός καί πνευματικός, ἦταν ὑποδείγματα ἀρετῆς. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀϊδανός, ἄν καί γεροντικῆς ἡλικίας, ἀρνιόταν πεισματικά νά χρησιμοποιεῖ ἄλογο στίς μετακινήσεις του. Σκοπός τῆς ζωῆς του ἦταν μόνον ἡ ἱεραποστολή. Μάλιστα, ἐπειδή στήν ἀρχή δέν γνώριζε τήν γλῶσσα, ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος πού εἶχε μεγαλώσει στή Σκωτία, τόν συνόδευε στίς ἀποστολές του καί μετέφραζε τά κηρύγματά του!
Ὁ ἅγ. Ἀϊδανός θεωρεῖται ὁ Φωτιστής τῆς βορείου Βρεττανίας, διότι τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου Ἀρχιεπισκόπου Καντέρμπουρυ (+ 605, 26η Μαϊου), δέν εἶχε προχωρήσει τόσο βόρεια. Κέντρο τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ ἦταν - ὅπως προαναφέρθηκε – τό νησί Λίντσφαρν, στό ὁποῖο μορφώθηκαν πολλοί νέοι καί ἀναδείχθηκαν πολλοί Ἅγιοι.
Παράλληλα ὁ Βασιλεύς Ὀσβάλδος ἦταν ταπεινός, εὔσπλαχνος καί ἐλεήμων. Ἀναφέρεται τό ἀκόλουθο χαρακτηριστικό περιστατικό: Κάποιο Πάσχα ὁ Βασιλεύς συνέτρωγε μέ τόν Ἐπίσκοπο. Μπροστά τους βρισκόταν ἕνας περίτεχνος ἀσημένιος δίσκος, γεμᾶτος ἐκλεκτά φαγητά. Κάποια στιμή πληροφόρησαν τόν Ὀσβάλδο, ὅτι πολλοί πτωχοί περίμεναν στήν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ τήν ἐλεημοσύνη του. Ἀμέσως ὁ Ὀσβάλδος ἔδωσε τόν δίσκο σέ ἕναν ὑπασπιστή μέ τήν ἐντολή, ἀφοῦ μοιραστοῦν τά φαγητά, νά κοπεῖ καί ὁ δίσκος σέ κομμάτια καί νά μοιραστεῖ στούς πτωχούς! Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀϊδανός, βλέποντας τήν ἐλεημοσύνη τοῦ Ἡγεμόνα, ἔπιασε συγκινημένος τό δεξί του χέρι καί ἀνεφώνησε: «Εἶθε τοῦτο τό χέρι νά εἶναι πάντα δυνατό καί δοξασμένο». Ἡ εὐχή αὐτή ἐκπληρώθηκε ἀργότερα, μετά τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως.
Ὁ Ὀσβάλδος, μέ τήν σύνεση καί τήν ἁγιότητά του ἕνωσε τά βασίλεια τῆς Δέϊρας καί τῆς Βερνικίας. Τήν 5η Αὐγούστου 642 ἔπεσε μαχόμενος κατά τοῦ εἰδωλολάτρη Βασιλέως τῆς Μερκίας Πέντα (Penda). Ἦταν μόλις 38 ἐτῶν! Τό τέλος του ὑπῆρξε μαρτυρικό. Ἐνῶ προσεύχονταν γιά τίς ψυχές τῶν σωματοφυλάκων του, οἱ εἰδωλολάτρες τόν ἀποκεφάλησαν καί μέ διαταγή τοῦ Πέντα τόν τεμάχισαν τελετουργικά, πρός τιμήν τοῦ θεοῦ τους Γουόντεν (Woden) καί κάρφωσαν τό κεφάλι καί τά δύο χέρια του σέ κοντάρια! Ἕνα χρόνο ἀργότερα, ὅταν ὁ ἀδελφός καί διάδοχός του Ὄσγουϊ (Oswy) κατέλαβε τήν περιοχή, βρῆκε τά Λείψανα τοῦ Βασιλομάρτυρα ἀδελφοῦ του ἀπό τά ὁποῖα ἡ μέν Κάρα καί τό ἀριστερό χέρι εἶχαν ὑποστεῖ τήν φυσική φθορά, τό δεξί ὅμως χέρι, αὐτό πού εἶχε πιάσει εὐχόμενος ὁ ἅγ. Ἀϊδανός, εἶχε μείνει ἀδιάφθορο!
Ὁ νέος Ἡγεμόνας κατέθεσε τήν ἀδιάφθορη δεξιά καί τά Λείψανα τῆς ἀριστερᾶς τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου σέ ἀσημένια λειψανοθήκη καί τά ἀποθησαύρισε στό Ναό τοῦ ἁγ. Πέτρου, στήν πρωτεύουσα Βαμβούργο
(Bamburgh), τήν δέ Κάρα ἀποθησαύρισε στή Μονή τοῦ Λίντισφαρν. Τά λοιπά Λείψανα παραδόθηκαν στό Ἀββαεῖο τοῦ Μπάρντνεϋ (Bardey), κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθῆκες:
Τήν μονή αὐτή τιμοῦσε ἰδιαίτερα ἡ κόρη τοῦ νέου Βασιλέως καί ἀνηψιά τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου Πριγκίπισσα Ὀστρίδη (Osthryd). Ἐπιθυμοῦσε λοιπόν τά Λείψανα τοῦ Μάρτυρος θείους της νά ἀναπαυθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Μερκιανοί μοναχοί τῆς μονῆς ὅμως, ἄν καί ἀναγνώριζαν τήν ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, δέν τά δέχθηκαν γιά καθαρά φυλετικούς λόγους. Ἄφησαν, λοιπόν, τήν ἄμαξα πού τά μετέφερε ἔξω ἀπό τήν μονή ὅλη τήν νύκτα, χωρίς νά ἐπιτρέψουν τήν εἴσοδο! Ὁ Θεός ὅμως - θέλοντας ἀφ’ ἑνός μέν νά δοξάσει τόν δοῦλο Του, ἐφ’ ἑτέρου δέ νά καταδικάσει τήν κακία τοῦ φυλετικοῦ μίσους - ἔδειξε τό ἑξῆς θαυμαστό σημεῖο: Στήλη φωτός ἀπό τόν οὐρανό, ὁρατή σέ ὅλη τήν ἐπαρχία τοῦ Λίντσεϋ (Lintsey), φώτιζε ὅλη τήν νύκτα τά τίμια Λείψανα! Τό πρωϊ μετανοημένοι οἱ μοναχοί ὑποδέχθηκαν μέ ὕμνους τά Λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος καί τόν εὐχαρίστησαν πού προτίμησε τό μοναστήρι τους γιά νά ἀναπαυθεῖ. Κατά τήν συνήθειά τους ἔπλυναν τά Λείψανα καί στή συνέχεια τά τοποθέτησαν σέ λάρνακα μέσα στό ναό, ὑψώνοντας πάνω ἀπό τήν λειψανοθήκη τό λάβαρο τοῦ Μάρτυρος Βασιλέως.
Τό νερό μέ τό ὁποῖο πλύθηκαν τά ἅγια Λείψανα χύθηκε σέ μία γωνία τοῦ κοιμητηρίου τῆς μονῆς. Ἀπό τότε τό χῶμα στό σημεῖο αὐτό εἶχε τήν χάρι νά φυγαδεύει τά πονηρά πνεύματα, ὅπως ἀποδεικνύει καί τό ἀκόλουθο περιστατικό:
Κάποτε ἡ Πριγκίπισσα Ὀστρίδη βρισκόταν στή μονή. Ἐκεῖ τήν ἐπισκέφθηκε γιά νά ὑποβάλει τόν σεβασμό της ἡ Μοναχή Ἐθελχίλδη (Ethelhild), Ἡγουμένη γειτονικῆς μονῆς. Συζητῶντας μέ τήν Πριγκίπισσα ἡ Ἡγουμένη ἀνέφερε, ὅτι εἶχε δεῖ καί ἐκείνη τήν στήλη τοῦ φωτός πάνω ἀπό τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, ἡ δέ Πριγκίπισσα τήν πληροφόρησε ὅτι κατά τούς πατέρες τῆς μονῆς, τό χῶμα στό ὁποῖο εἶχε χυθεῖ τό ἀπόπλυμα τῶν Λειψάνων ἔδιωχνε τούς δαίμονες. Ἡ Ἡγουμένη τότε ζήτησε καί ἔλαβε λίγο ἀπό τό χῶμα αὐτό, τό ὁποῖο φύλαξε σέ ἕνα σακουλάκι. Ἀργότερα, ὅταν ἔφεραν στό μοναστήρι της μία δαιμονισμένη, ἡ πάσχουσα θεραπεύθηκε μόνο μέ τήν θέα τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ!
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔδειξε θαύματα ὄχι μόνο μέσῳ τῶν τιμίων Λειψάνων τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου καί τοῦ Σταυροῦ πού ὕψωσε στό πεδίο τῆς μάχης, ἀλλά καί μέ τό χῶμα τοῦ σημείου ὅπου ἔπεσε μαχόμενος, ἀκόμη καί μέ τούς πασάλους πάνω στούς ὁποίους κάρφωσαν τά μέλη του! Τά ἀκόλουθα θαύματα ἀναφέρονται στήν «Ἱστορία τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας του» τοῦ ἁγ. Βέδα.
Κάποτε ἕνας ταξιδιώτης περνοῦσε μέ τό ἄλογό του ἀπό τό λιβάδι πού ἔγινε ἡ μέχη καί φονεύθηκε ὁ ἅγ. Ὀσβάλδος. Τότε τό ἄλογό του ἔπεσε κάτω καί ἄρχισε νά σπαράζει βγάζοντας σπαρακτικές κραυγές. Ὁ χωρικός, ἄν καί προσπάθησε νά τό βοηθήσει, δέν μπόρεσε νά κάνει τίποτα. Τότε ἄρχισε νά τό σέρνει πρός τό σημεῖο πού εἶχε πέσει τό ματωμένο σῶμα τοῦ ἁγίου Βασιλέως. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ τό ἄλογο ἡρέμησε, σταμάτησε τίς κραυγές καί δυναμωμένο συνέχισε τόν δρόμο του!
Στή συνέχεια τοῦ ταξιδιοῦ του ὁ χωρικός ἔφθασε σ’ ἕνα χάνι. Ἐκεῖ διαπίστωσε, ὅτι ἡ κόρη τοῦ ἰδιοκτήτη ἦταν παράλυτη. Διηγήθηκε τότε τι εἶχε συμβεῖ μέ τό ἄλογό του καί συνέστησε στούς συγγενεῖς τῆς κοπέλας νά τήν μεταφέρουν στό σημεῖο ἐκεῖνο. Πράγματι ἡ ἀσθενής μεταφέρθηκε μέ ἕνα φορεῖο καί ἔμεινε ἐκεῖ ὅλη τήν νύκτα προσευχομένη. Ὅταν ξύπνησε τό πρωϊ ζήτησε νερό, ἔπλυνε τό πρόσωπό της, χτένισε τά μαλλιά της καί γύρισε στό χάνι μέ τά πόδια, ὑγιής ὅσο ποτέ ἄλλοτε!
Μία ἄλλη φορά ἕνας ταξιδιώτης, περνώντας ἀπό τό πεδίο τῆς μάχης διαπίστωσε, ὅτι ἕνα σημεῖο τοῦ λιβαδιοῦ ἦταν πιο πράσινο καί πιο ἀνθισμένο ἀπό τό ὑπόλοιπο. Τοῦτο τό θεώρησε σάν σημεῖο πού φανέρωνε, ὅτι ἐκεῖ εἶχε πέσει ἕνας πολεμιστής μεγάλης ἁγιότητος, γι’ αὐτό καί πῆρε λίγο χῶμα γιά εὐλογία. Συνεχίζοντας τόν δρόμο του ἔφθασε τό βράδυ σ’ ἕνα χωριό καί φιλοξενήθηκε στήν καλύβα μιᾶς οἰκογένειας. Πρίν κοιμηθεῖ, κρέμασε τό σακουλάκι μέ τό χῶμα τοῦ λιβαδιοῦ σέ ἕνα δοκάρι. Ὅταν τήν νύχτα ξέσπασε πυρκαγιά, ὅλα κάηκαν ἐκτός ἀπό τό δοκάρι ἀπό τό ὁποῖο κρέμονταν τό σακουλάκι!
Στό σχολεῖο τοῦ Ἀββαείου τοῦ Μπάρντνεϋ, ὅπου φυλάσσονταν τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, φοιτοῦσε κάποτε ἕνα παιδί πού ἀργότερα ἔγινε μοναχός. Κάποτε τό παιδί ἀρρώστησε ἀπό πυρετό καί ρίγη. Τότε ἕνας ἀπό τούς παλαιούς μοναχούς τοῦ συνέστησε νά σταθεῖ κοντά στή λάρνακα τοῦ Ἁγίου, μέχρι νά τοῦ φύγει ὁ πυρετός. Πράγματι μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία τοῦ παιδιοῦ, τό ὁποίου ἔμεινε γιά πάντα στό Ἀββαεῖο καί ἔγινε μοναχός.
Ἡ φήμη τῶν θαυμάτων τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου δέν ἔμεινε μέσα στά ὅρια τῆς Βρεττανίας, ἀλλά διαδόθηκε γρήγορα, κυρίως στήν Ἰρλανδία καί τήν Γερμανία. Ὁ ἀγγλικῆς καταγωγῆς ἅγ. Willibrord, ὁ Φωτιστής τῶν Φρισίων (ἀρχαίων Ὀλλανδῶν) καί Ἀρχιεπίσκοπος Οὐτρέχτης, διηγεῖται τά ἀκόλουθα ἀπό τόν καιρό τῆς δωδεκάχρονης παραμονῆς του στήν Ἰρλανδία:
«Τόν καιρό πού μία μεγάλη ἐπιδημία πανώλους ἀποδεκάτιζε τήν Βρεττανία καί τήν Ἰρλανδία, ἀρρώστησε καί ἕνας λόγιος Σκῶτος πού ζοῦσε στήν Ἰρλανδία. Βλέποντας τόν θάνατό του νά πλησιάζει ἦρθε σέ συναίσθηση τῆς καταστάσεώς του καί μέ κάλεσε νά τόν ἐξομολογήσω. «Βλέπω ἀπό τώρα – εἶπε - τίς φλόγες τῆς κολάσεως. Ἄν ὅμως μέ σώσει ὁ Θεός, ὑπόσχομαι νά ἀλλάξω ζωή. Ἔχω ἀκούσει γιά τόν ἅγιο Βασιλέα σας Ὀσβάλδο. Σᾶς παρακαλῶ, ἄν ἔχετε Λείψανά του, νά μέ εὐλογήσετε». Τοῦ εἶπα, ὅτι εἶχα ἕνα κομματάκι ἀπό τόν πάσαλο στόν ὁποῖο κάρφωσαν τήν τιμία Κάρα του καί πῶς, ἄν εἶχε πίστι, ὁ Θεός ὄχι μόνον θά τόν ἔσωζε, διά πρεσβειῶν τοῦ δούλου Του, ἀλλά θά τοῦ ἔδινε καί πολλά χρόνια ἀκόμα. Μέ διαβεβαίωσε γιά τήν πίστι του. Τότε ἐγώ ἔβαλα τό ξύλο σέ λίγο νερό καί τοῦ τό ἔδωσα νά τό πιεῖ. Πράγματι θεραπεύθηκε καί ἔζησε χριστιανικά γιά πολλά ἀκόμη χρόνια, μετανοημένος καί τακτοποιημένος».
Πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου ἔχουν ἀνεγερθεῖ τουλάχιστον 67 ναοί. Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 9η Αὐγούστου.
Ὁ ἅγ. Ἀϊδανός κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 651, λίγο μετά τόν θάνατο τοῦ φίλου του καί διαδόχου τοῦ ἁγ. Ὀσβάλδου, ἁγίου Βασιλέως Ἐσγουϊνου (Oswin) καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ Λίντισφαρν. Τήν στιγμή τοῦ θανάτου του ἕνας ἀθῶος νεαρός βοσκός, ὁ ἔπειτα Ἐπίσκοπος Λίντισφαρν ἅγ. Κουθβέρτος (Cuthbert), εὑρισκόμενος μέ τό κοπάδι του στούς λόφους πάνω ἀπό τήν μονή, εἶδε τήν μακαρία ψυχή τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ νά ἀνέρχεται στόν οὐρανό, περιβεβλημένη ὑπερκόσμιο φῶς! Τό ὅραμα αὐτό τόν παρακίνησε νά ἀφιερωθεῖ καί ὁ ἴδιος στό Θεό καί νά γίνει μοναχός (*).
Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ τιμᾶται τήν 31η Αὐγούστου.
…………………………………………………………………………………………...........................................................
(*). Ὁ ἅγ. Κουβέρτος εἶναι ἀπό τούς πλέον γνωστούς Ἁγίους τῆς Σκωτίας. Μετά τό ὅραμα τῆς κοιμήσεως τοῦ ἁγ. Ἀϊδανοῦ, ἐντάχθηκε στή Μονή τοῦ Μέλροζ (Melrose) καί ὑποτάχθηκε στόν ὅσ. Ἤτα (Eata). Ἐκεῖ ἀπέκτησε θεολογική παιδεία καί ἄρχισε ἱεραποστολικές περιοδείες. Μέ τήν πίεση τοῦ Βασιλέως Ἐγφρίδου (Egfried), τῶν Ἐπισκόπων καί τοῦ λαοῦ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Λίντσφαρν, ἐνῶ παράλληλα ἡσύχαζε σέ ἕνα ἐρημητήριο τῆς νήσου Φάρν (Farne). Ἐλεήθηκε μέ τό προφητικό χάρισμα καί λέγεται, ὅτι δίδαξε στούς Ἄγγλους «τήν ὡραιότητα τῆς θρησκείας καί τό κάλλος τῆς λατρείας». Προεῖδε τήν κοίμησή του καί ἀποσύρθηκε στό ἐρημητήριό του, ὅπου καί κοιμήθηκε τό 687, σέ ἡλικία μόλις 57 ἐτῶν. Ἐπ’ ὀνόματί του ἔχουν ἀνεγερθεῖ 83 ναοί. Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 20η Μαρτίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου