Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγια Λείψανα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγια Λείψανα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Οἱ ἱστορικές περιπέτειες τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. ΑΝΔΡΕΑ, Παν. Τρεμπέλα.

         Κατά τας εκ των Πράξεων93 ειδήσεις, η Μαξιμίλλα μετά της πιστοτάτης και αφοσιωμένης εις αυτήν Φαιδαμίας ή Ιφιδάμας πλησίον του τάφου του Πρωτοκλήτου εγκατασταθείσαι, δεν απεμακρύνθησαν εκείθεν «μέχρι τέλους ζωής αυτών». Πλουτούσαι εις έργα ευποιΐας και κοινής ωφελείας, διέθεσαν μετά του Στρατοκλέους ολόκληρον την περιουσίαν των υπέρ των πτωχών και υπέρ ανεγέρσεως εκκλησιαστικών κτισμάτων και «ευαγών κτιρίων ανδρών τε και γυναικών». Εις βαθύ δε γήρας και αυταί και ο Στρατοκλής καταφθάσαντες «και ανεπιλήπτως τον βίον αυτών πολιτευσάμενοι μακαρίως ετελεύτησαν».
           Μετά τον θάνατον των ευλαβών τούτων φυλάκων και επιμελητών του τάφου του ενδόξου Πρωτοκλήτου, μολονότι δεν είχον εισέτι καταπαύσει οι χρόνοι των διωγμών, παρέμεινε το ιερόν μνημείον του αποστόλου ανέπαφον και κατησφαλισμένον, «πολλών ιάσεων χάριτος επομβρίζον πάσι τοις νοσημάτων και παθημάτων φλογμώ κεκακωμένοις»94. Αλλ” ότε έλαβε τέλος «ο κατά των χριστιανών βαρύτατος και φρικωδέστατος διωγμός», απέθανε δε και ο μέγας της Εκκλησίας προστάτης «ο ευλαβέστατος και ισαπόστολος βασιλεύς Κωνσταντίνος». «Κωνστάντιος ο υιός αυτού, ος και της βασιλείας εγεγόνει διάδοχος, επιθυμίαν έσχε θεοφιλή» να συντελέση την «ανακομιδήν και συλλογήν αποστολικών λειψάνων» και να μεταφέρη ταύτα εις «την βασιλίδα των πόλεων, την πανευδαίμονα μεγαλόπολιν Νέαν Ρώμην, εις φυλακτήριον ταύτης ασφαλές και αρραγέστατον εδραίωμα»95. Ότε λοιπόν ο Κωνστάντιος περιοδεύων ευρίσκετο εν Οδυσσοίς, επληροφορήθη εκεί παρά τινος των επισκόπων, ότι το μεν σώμα του αποστόλου Ανδρέου ευρίσκετο τεθαμμένον εν Πάτραις, το δε του Ευαγγελιστού Λουκά εν Θήβαις της Βοιωτίας. Τούτο ακούσας ο Κωνστάντιος ηυχαριστήθη βαθύτατα και ευθύς, απευθυνθείς προς τους περί αυτόν μετά φωνής ζωηράς και περιχαρούς, είπε: «Καλέσατέ μοι τον Αρτέμιον»96. Ήτο δε ο Αρτέμιος στρατιωτικός «περιβόητος, μετέπειτα το του μαρτυρίου στέφος αναδησάμενος επί της βασιλείας Ιουλιανού του αποστάτου, ανήρ περίδοξος πάνυ, ευγενής τε και σοφός, πάσης συνέσεως και λογιότητος έμπλεος»97.
           Προσελθών κατεσπευσμένως ο Αρτέμιος ενώπιον του βασιλέως, έλαβε παρ” αυτού την εντολήν ταύτην: Άπιδε ανδρών άριστε και το τάχος εν Κων/πόλει την των ιερών λειψάνων άνοδον ποίησον»96. Πράγματι δε ο Αρτέμιος «επορεύετο την επί τους αποστόλους οδόν ανακομίσων τα τούτων πανάγια λείψανα επί την Κωνσταντινούπολιν».
           Και ότι μεν οι ευσεβείς κάτοικοι των Πατρών αρνηθέντες το κατ” αρχάς να παραδώσουν τον πολύτιμον θησαυρόν, συγκατετέθησαν έπειτα, ο δε Κωνστάντιος εκδηλών την επι τη συγκαταθέσει ταύτη ευαρέσκειαν, προέβη αυθορμήτως και γενναιοδώρως εις την κατασκευήν υδραγωγείου προς ύδρευσιν της πόλεως των Πατρών, μόνον υπό παραδόσεως πολύ μεταγενεστέρας διαθρυλείται. Ότι δε τα ιερά λείψανα του τε Πρωτοκλήτου Ανδρέου και του Ευαγγελιστού Λουκά διεκομίσθησαν εις Κων/πολιν υπό του Αρτεμίου και κατετέθησαν «ένδον της αγίας Τραπέζης του ναού των αγίων αποστόλων», τον οποίον είχε ήδη ανεγείρει Κωνστάντιος ο μέγας, μαρτυρείται υπό τε του Φιλοστοργίου και υπό του παλαιού Βυζαντινού Συναξαρίου πολλαχού98 αλλά και υπ” άλλων παλαιών τε και νεωτέρων συγγραφέων. Η κατάθεσις αύτη, γενομένη μετά μεγίστης πομπής, έλαβε χώραν την 3ην Μαρτίου του έτους 357, καθά συνάγεται εκ ρητής μαρτυρίας του Πασχαλίου Χρονικού99.
          Ότε δε βραδύτερον ανωκοδομήθη υπό του αυτοκράτορος Ιουστινιανού λαμπρότερος ο ναός των Αγίων Αποστόλων, τα ιερά λείψανα του αποστόλου Ανδρέου και του Ευαγγελιστού Λουκά, καθώς και του συνεκδήμου του Παύλου Τιμοθέου, ανακομισθέντα κατά τον χρόνον της ανοικοδομήσεως του ναού, ανακατετέθησαν κατά το έτος 550 εν τη «εξ αργυρού καθαρωτάτου» κατασκευασθείση αγία τραπέζη100 μετά εξαιρετικής μεγαλοπρεπείας, του πανηγυρισμού της καταθέσεως διαρκέσαντος, ως φαίνεται επί ολόκληρον εβδομάδα. Ούτω κατά μεν το παλαιόν βυζαντινόν Συναξάριον101 εορτάζεται τη «Κ΄Ιουνίου η εύρεσις και κατάθεσις χιτώνων και περιβολαίων των αγίων αποστόλων και Ευαγγελιστών Ιωάννου και Λουκά, Ανδρέου… άτινα κατετέθησαν εν τω ναώ των αγίων αποστόλων των μεγάλων». Κατά δε τον χρονογράφον Μαλαλάν102 «μηνί Ιουνίω κη” εγένετο τα εγκαίνια των αγίων αποστόλων και η κατάθεσις των τιμίων λειψάνων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου και διήλθεν ο επίσκοπος Μηνάς μετά των αυτών αγίων λειψάνων». Και κατά τον Νικηφόρον Κάλλιστον103 «οπηνίκα και τα εγκαίνια του νεώ των αγίων αποστόλων εγένετο τη εικοστή ενάτη Ιουνίου μηνός, εν οχήματι χρυσώ, Μηνά (του Πατριάρχου) τα θεία των αποστόλων λείψανα περιαγαγόντος». Γνωστού όντος ότι κατά την παλαιοτέραν διάταξιν η τελετή των εγκαινίων κατατέμνετο συνεχιζομένη επί δύο ημέρας, ο εορτασμός δε των εγκαινίων της αγίας Σοφίας παρετάθη επί του αυτού Ιουστινιανού επί ολόκληρον δεκαπενθήμερον104, δεν θα κατηντώμεν εις υπερβολήν, εάν ελέγομεν, ότι ολόκληρον το τελευταίον δεκαήμερον του Ιουνίου διετέθη διά την μεγαλοπρεπή ταύτην κατάθεσιν.
Ολόκληρον το ιερόν λείψανον διεκομίσθη εις Κων/πολιν;
           Δύναται εν τούτοις να τεθή ζήτημα περί του αν ολόκληρον το ιερόν λείψανον του Αγίου Ανδρέου μετεκομίσθη εις Κων/πολιν ή μέρος μόνον αυτού. Υπάρχουν λόγοι αρκούντως ισχυροί συνηγορούντες υπέρ του ότι τμήματα μόνον του ιερού λειψάνου διεκομίσθησαν και κατετέθησαν εις το εν Κων/πόλει ναόν των Αγίων Αποστόλων. Και πρωτίστως η εκδοχή αύτη εξηγεί πληρέστατα τα όσα ο θείος Χρυσόστομος εν τη κστ” ομιλία αυτού εις την προς Εβραίους επιστολήν παρατηρεί λέγων: «Τι δε, ειπέ μοι, του Μωϋσέως αυτού τα οστά ουκ εν ξένη κείται; Τα δε Ααρών, τα δε του Δανιήλ, τα δε του Ιερεμίου, τα δε των αποστόλων ουδέ ίσμεν των πολλών όπου κείται. Πέτρου μεν γαρ και Παύλου και Ιωάννου και Θωμά δήλοι οι τάφοι. Των δε άλλων τοσούτων όντων, ουδαμού γνώριμοι γεγόνασιν»105. Εάν ολόκληρον το σώμα του Πρωτοκλήτου ήτο κατατεθειμένον εν τω εν Κων/πόλει ναώ των Αγίων Αποστόλων, ο Χρυσόστομος ως Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως, μόλις εξήκοντα έτη μετά την κατάθεσιν ταύτην, θα εκήρυττεν αγνοούμενον τον τόπον, όπου παν το σώμα του αγίου Ανδρέου είχε αποθησαυρισθή;
          Ετέρα ένδειξις παρέχεται εξ αυτής ταύτης της δευτέρας καταθέσεως των τριών τιμίων λειψάνων των αγίων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου κατά τα δεύτερα εγκαίνια του ανοικοδομηθέντος εις μέγαν ναού των Αγίων Αποστόλων. Κατά την μεγαλοπρεπή πομπήν και λιτανείαν, την επί τη μεταφορά των τριών ιερών λειψάνων εις τον εκ δευτέρου εγκαινιαζόμενον ναόν, όπως κατατεθώσι και πάλιν εις αυτόν, μόνος ο Πατριάρχης Μηνάς, επί χρυσού φορείου καθήμενος, κρατεί τα λείψανα ταύτα. Εάν ταύτα ήσαν ολόκληρα, ασφαλώς δεν θα επήρκει μόνος ο Μηνάς προς μεταφοράν αυτών.
          Τρίτην ένδειξιν έχομεν εξ αυτού του παλαιού της Κων/πόλεως συναξαρίου, το οποίον, ενώ εξ ενός μαρτυρεί επανειλημμένως περί της κατά τον Δ” αιώνα μεταφοράς του τιμίου λειψάνου του αγίου Ανδρέου εις Κων/πολιν και της καταθέσεως αυτού εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, εξ άλλου αναφέρει, ότι ο κατά τον Θ” αιώνα ακμάσας Ιωάννης ο Υμνογράφος «εν τοις ορίοις της Θεσσαλονίκης γενόμενος, λείψανον ευρών του αγίου αποστόλου Ανδρέου έλαβε και ναόν επ” ονόματι αυτού εδομήσατο»106.
          Εξ άλλου κατά τους χρόνους τους προ της αλώσεως της Κων/πόλεως υπό των Τούρκων, ίσως δε και προ της υπό των Σταυροφόρων καταλήψεως αυτής, η τιμία κάρα του Πρωτοκλήτου φέρεται υπάρχουσα εν Πάτραις. Κατά δε το μνημονευθέν συναξάριον, ο όσιος Φαντίνος, ελθών εις Κόρινθον «τας Αθήνας καταλαμβάνει το ιερόν και άγιον τέμενος της Θεοτόκου προσκυνήσων και του τιμίου Ανδρέου το λείψανον ασπασόμενος»107, τουθ” όπερ υποδηλοί, ότι εγγύς της Κορίνθου και των Αθηνών υπήρχε λείψανον του αγίου Ανδρέου.
          Εις ταύτα δέον να προστεθή και το ότι και εν τω αγίω Όρει και αλλαχού της Ελλάδος μοναί εκ Κων/πόλεως προικοδοτηθείσαι παρουσιάζουσι μεταξύ των ιερών κειμηλίων αυτών και λείψανα του αγίου Ανδρέου108.
          Τέλος υπάρχουν, καθώς θα ίδωμεν, και εκ της Δύσεως παραδόσεις αρκούντως ενωρίς κυκλοφορήσασαι, κατά τας οποίας ιερά λείψανα του Πρωτοκλήτου διεκομίσθησαν και μέχρι των βορειοτέρων εσχατιών αυτής. Ταύτα πάντα πείθουσιν, ότι ουχί ολόκληρον το λείψανον του Πρωτοκλήτου μετεφέρθη εις την Κων/πολιν, αλλά μόνον τμήματα αυτού.
Παράδοσις της μεταφοράς ιερών λειψάνων του Πρωτοκλήτου εις Σκωτίαν
          Παλαιά παράδοσις, εκ Δύσεως προερχομένη, ποιείται λόγον περί μεταφοράς ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέου εις Σκωτίαν. Εκδόσεις της παραδόσεως ταύτης υπάρχουν διάφοροι. Διότι άλλοι μεν τοποθετούν την μεταφοράν ταύτην εις Σκωτίαν επί των χρόνων Θεοδοσίου του Μικρού μεταξύ των ετών 408 και 450. Άλλοι καταβιβάζουν αυτήν μέχρι του ενάτου αιώνος, επί των ημερών του Ούγγου, βασιλέως των Πικτών. Και άλλοι αναβιβάζουν ταύτην εις αυτήν την εποχήν, κατά την οποίαν εγένετο και εκ Πατρών η μετακομιδή του αγίου λειψάνου εις την Κων/πολιν109. Κατά την εν τω Σκωτικώ Χρονικώ αφήγησιν του Σκώτου χρονογράφου Ιωάννου Fordum, όταν επρόκειτο να παραληφθή κατά διαταγήν του Κωνσταντίου το λείψανον του Πρωτοκλήτου εκ Πατρών, άγγελος Κυρίου επιφανείς καθ” ύπνους εις τον μοναχόν ή κατ” άλλην παράδοσιν επίσκοπον Ρέγουλον, παρήγγειλεν εις αυτόν να αφαιρέση εκ των ιερών λειψάνων τρεις δακτύλους εκ της δεξιάς χειρός, μίαν ωμοπλάτην, ένα οδόντα και την μίαν επιγονατίδα. Κατά νέαν δε εντολήν του αγγέλου, επιβιβασθείς ο Ρέγουλος επί πλοίου προς άγνωστον κατεύθυνσιν εναυάγησε, διασωθείς μετά των ιερών λειψάνων εις λιμένα της Σκωτίας εν πόλει καλουμένη τότε Mucros, μετέπειτα δε, περί το έτος 518, αναχθείση εις πρωτεύουσαν των Σκώτων και μητέρα πασών των εν Σκωτία εκκλησιών, ήτις μετωνομάσθη εις Ανδρεόπολιν110.
          Ότι όμως μετακομιδή λειψάνων του Αγίου Ανδρέου εις Σκωτίαν παρουσιάζεται σφόδρα απίθανος, δύναταί τις να συναγάγη τόσον εκ της συγχύσεως των χρονολογιών (τω 395 κατά τους μεν, 518 κατά τους δε, κατά τον Θ” αιώνα κατ” άλλους) και του τόπου (Πάτραι ή Κων/πολις) εκ του οποίου φημολογείται η μετακομιδή, όσον και εκ του ξενικού ονόματος του Ρεγούλου. Γεννάται όμως το ερώτημα: Εκ ποίας λοιπόν αιτίας ο προστάτης της πόλεως των Πατρών εγένετο και προστάτης της Σκωτίας; Τινές ανεζήτησαν την αιτίαν της τοιαύτης ευλαβείας των Σκώτων εις την καταγωγήν των Πικτών, θεωρήσαντες τούτους ως φύλον συγγενές προς τους Σκύθας, εις τους οποίους, ως είδομεν, εκήρυξεν ο άγιος Ανδρέας κατά παλαιοτάτην παράδοσιν και υπό του Ωριγένους υιοθετηθείσαν. Αλλ” η εκδοχή αύτη εθεωρήθη απίθανος και απαράδεκτος. Ετέρα υπόθεσις, την οποίαν εισηγείται ο αείμνηστος Στεφ. Θωμόπουλος111, παρουσιάζεται περισσότερη πιθανή. Κατ” αυτήν, αποικία εκ Πατρών περί τον Δ” αιώνα αναχωρούσα μετέδωκε τοις εν Σκωτία εγχωρίους παραδόσεις και έθιμα ελληνικά και ενδυμασίαν μεταποιηθείσαν λόγω του κλίματος. Η γνώμη αύτη παρουσιάζεται μετ” ουχί ασθενών ερεισμάτων, εάν είναι ακριβές, ότι μετά του Ούγγου συνεβασίλευσεν επί των Πικτών και έτερός τις καλούμενος Αχαιός.
         Πρέπει εν τούτοις να έχωμεν υπ” όψιν ότι η προς τον απόστολον Ανδρέα τιμή εις τας Αγγλικάς νήσους προήλθε και εξ επιδράσεως της Ρώμης. Ήδη ο πάπας Σιμπλίκιος (περί το 470) αναφέρεται, ότι ετέλεσεν εγκαίνια βασιλικής εν Ρώμη εις τιμήν του αγίου Ανδρέου, ολίγον δε βραδύτερον (περί το 500) ο πάπας Σύμμαχος μετέτρεψε το Vestiarium του Νέρωνος εις ναόν, φέροντα την ονομασίαν «Αγίου Ανδρέου επι του Σταυρού»112. Ο Αυγουστίνος δε, ο αποσταλείς κατά τον Ζ” αιώνα εις Αγγλίαν υπό του Πάπα ως αρχιεπίσκοπος Καντερβουργίας, προήρχετο εκ του εν τω λόφω Καιλίω της Ρώμης μοναστηρίου του Αγίου Ανδρέου και ενέπνευσε εις τον βασιλέα Edilbert να ανεγείρη ναόν εις Rochester προς τιμήν του Πρωτοκλήτου. Εις τον Αυγουστίνον δε τούτον πολλοί εκ των νεωτέρων αποδίδουν την μεγάλην παρά τοις Άγγλοις δημοτικότητα του αποστόλου Ανδρέου, της οποίας την έκτασιν δύναταί τις να υπολογίση, εάν λάβη υπ” όψιν ότι, κατά τον ΙΑ” αιώνα είχον κτισθή εις Αγγλίαν εις τιμήν του Πρωτοκλήτου περί τους 800 ναούς113.
Η εις Αμάλφην μετακομιδή
         Εξ ολοκλήρου λατινικής προελεύσεως, μη έχουσα ουδέν έρεισμα επί συγχρόνων βυζαντινών πηγών και μαρτυριών, τυγχάνει και άλλη τις παράδοσις αναφερομένη εις μετακομιδήν των ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέου εις Ιταλίαν. Κατά την παράδοσιν δηλαδή ταύτην, μεταξύ των λειψάνων, άτινα μετά την υπό των Λατίνων άλωσιν της Κων/πόλεως ήρπασαν ούτοι εν έτει 1204, ήτο και το ιερόν λείψανον του αποστόλου Ανδρέου, το οποίον ο καρδινάλιος του αγίου Μαρκέλλου Πέτρος ο από Καπύης, αφαιρέσας από το εν Κων/πόλει ναόν των Αγίων Ασποστόλων απέστειλεν εις την Ιταλικήν Αμάλφην, όπου και κατετέθη το 1208 εις τον εκεί ναόν του αγίου Ανδρέου, ως ιστορεί ο εξ Αμάλφης αρχιδιάκονος Ματθαίος114.
          Καταχωρηθέν δε το λείψανον υπό των υποδεχθέντων αυτό εις βαθύ μέρος της Εκκλησίας ταύτης, εν τέλει ηγνοήθη, διότι τον ασφαλή τόπον, εν τω οποίω απεκρύβη, ετήρησαν διά τον φόβον της κλοπής μυστικόν οι παραλαβόντες αυτό και απέθανον πριν ή γνωστοποιήσωσι τούτο εις τους επιζώντας. Το ότι όμως ηγνοήθη ο τόπος της καταθέσεως του ιερού λειψάνου, επί πλέον δε και το ότι νεώτεροι εν Ρώμη λόγιοι οι Ιωσήφ Θωμαζέτος και Ιωάννης Σιμέρια επληροφόρησαν τον αοίδιμον Στεφ. Θωμόπουλον115, ότι ουχί το σώμα ολόκληρον του Πρωτοκλήτου, αλλ” απλά λείψανα ευρίσκονται εν Αμάλφη, παρουσιάζουν ύποπτον και ουχί επί αδιασείστων τεκμηρίων βασιζομένην την περί της μεταφοράς ταύτης παράδοσιν.
Η εις Ρώμην μεταφορά της τιμίας κάρας του Πρωτοκλήτου
          Περισσότερον ενδιαφέρουσα, επιβεβαιουμένη δε και υπό ελληνικών πηγών, παρουσιάζεται η είδησις της μεταφοράς της τιμίας κάρας του Πρωτοκλήτου εκ Πατρών εις Αγκώνα και εκείθεν εις Ρώμην. Πώς ευρέθη πάλιν εις Πάτρας η τιμία αύτη κάρα, παραμένει άγνωστον. Πιθανολογείται μόνον, ότι απεστάλη εκ Κων/πόλεως υπό Βασιλείου του Μακεδόνος (867-884) τη μεσιτεία και παρακλήσει της πλουσιωτάτης ευνοουμένης αυτού και αριστοκράτιδος των Πατρών δεσποίνης Δανιηλίδος, ως δώρον εις τον ναόν του Πρωτοκλήτου, εις τον οποίον ο Βασίλειος, ότε συνώδευσεν εις Πάτρας τον αυτοκράτορα Θεόφιλον, ως απλούς στρατιώτης και ιπποκόμος, είχε προσέλθει, ίνα προσκυνήση τον τάφον του αποστόλου και όπου ήκουσε παρά μοναχού τινος πρόρρησιν αναφερομένην εις την μέλλουσαν άνοδον αυτού επί του αυτοκρατορικού θρόνου116. Όπως όμως είδομεν, εν τη δευτέρα καταθέσει των τιμίων λειψάνων των αγίων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, τη γενομένη κατά την υπό του Ιουστινιανού ανοικοδόμησιν του ναού των αγίων Αποστόλων, τα ιερά λείψανα και των τριών τούτων αγίων εφέροντο υπό μόνου του Πατριάρχου Μηνά και πιθανώς δεν ήσαν ολόκληρα. Πιθανώτερον λοιπόν είναι, ότι ήδη επί του Ιουστινιανού η τιμία κάρα του Πρωτοκλήτου δεν υπήρχε εις Κων/πόλιν.
          Οπωσδήποτε αύτη κατά τους χρόνους της αλώσεως της Κων/πόλεως υπό των Τούρκων, εφυλάσσετο εις τον εν Πάτραις ναόν αυτού. Ότε δε επρόκειτο να περιέλθουν και αι Πάτραι εις χείρας των Τούρκων, ότε δε επρόκειτο να περιέλθουν και αι Πάτραι εις χείρας των Τούρκων, συναπεκόμισε ταύτην μεθ” εαυτού ο Θωμάς Παλαιολόγος τη 16 Νοεμβρίου 1460 φεύγων εκ Πατρών εις τον Αγκώνα και εκείθεν εις την Ρώμην, όπου κατά το δεύτερον έτος της αρχιερωσύνης του πάπα Πίου του δευτέρου έδωκεν εις αυτόν «την κεφαλήν του λειψάνου του αγίου και Πρωτοκλήτου Ανδρέου, κακείνος αυτώ προς το μόλις ζην μετά των αυτού εδωρήσατο την μόνην και αναγκαίαν τροφήν»117. Ταύτα κατά τον Φραντζήν. Κατ” άλλας δε λατινικάς πληροφορίας, ο Πίος παρεχώρησεν εις τον Θωμάν κατοικίαν εν τη μονή του αγίου Πνεύματος (In Sassia), παρέσχε δε εις αυτόν χορηγίαν κατ” έτος τριακοσίων σκούδων, εις τα οποία οι καρδινάλιοι προσέθεσαν και έτερα διακόσια, έτι δε και η Βενετία ώρισεν υπέρ αυτού επίδομα πεντακόσια δουκάτα. Επί πλέον ο Πάπας θέλων να τιμήση τον Θωμάν ως ηγεμόνα, απένειμεν εις αυτόν πανηγυρικώς τη 15 Μαρτίου 1461 το παράσημον του χρυσού ρόδου, όπερ εφέρετο υπ” αυτού του Πάπα άπαξ του έτους εν πανηγυρική πομπή την Δ” Κυριακήν των Νηστειών κατά την θείαν λειτουργίαν, απενέμετο δε κυρίως εις ηγεμόνας118. Και ταύτα μεν ως προς τον Θωμάν.
          Ως προς δε την κάραν του αγίου Ανδρέου, παρελήφθη αύτη άμα τη αποβιβάσει του Θωμά εις Αγκώνα υπό του καρδιναλίου της αγίας Σωσάννης Αλεξάνδρου Ολίβα, επίτηδες σταλέντος εκεί υπό του Πάπα και ήχθη εις την φύσει οχυράν πόλιν Ναρνίαν, κατασφαλισθείσα εν ευκτηρίω οίκω εκτισμένω εντός του φρουρίου της πόλεως. Εν τω ευκτηρίω τούτω οίκω εφυλάχθη η κάρα του αποστόλου από των αρχών του 1461 επί ολόκληρον έτος και μήνάς τινας, έως ότου αποκατασταθείσης της τάξεως και της ασφαλείας των περιχώρων της Ρώμης, τρομοκρατουμένων υπό δεινών επιδρομών, εγένετο η ανακομιδή εις Ρώμην κατ” Απρίλιον του 1462. Από της πόλεως Ναρνίας παρέλαβον την κάραν τρεις καρδινάλιοι, εις των οποίων ήτο και ο Βησσαρίων, και την Κυριακήν των Βαΐων, 12 Απριλίου, έφθασαν ούτοι εις απόστασιν δύο χιλιομέτρων από της Ρώμης, παρά την Μουλβίαν γέφυραν,όπου ήτο εκτισμένος πύργος, εντός του οποίου κατετέθη η ιερά κάρα, προκειμένου εν ιερά πομπή και λιτανεία να μεταφερθή αύτη την επομένην εις την Ρώμην. Και εφάνη μεν κατά την νύκτα λόγω ενσκηψάσης καταιγίδος ότι θα ανεβάλλετο η λιτανευτική και πομπώδης μεταφορά. Αλλά την πρωΐαν, ως εκ θαύματος, αποδοθέντος εις τον άγιον Ανδρέαν, παρουσιάσθη αίθριος ο ουρανός και επέλαμψε λαμπρός ο ήλιος. Ούτω δεν ημποδίσθη η πανυγηρική μεταφορά. Έφιππος πομπή, της οποίας προηγούντο οι τρείς καρδινάλιοι, ηκολούθουν δε ο Πάπας μετ” άλλων δεκατεσσάρων καρδιναλίων και σύμπαντος του κλήρου, και συμμετείχον οι αντιπρόσωποι των ηγεμόνων και οι προύχοντες της Ρώμης, εξεκίνησεν εκ της πόλεως και διελθούσα διά της Φλαμινίας οδού, έφθασε προ του παρά την Μουλβίαν γέφυραν πύργου. Αφιππεύσαντες δε πάντες κατά παραγγελίαν του Πάπα και περιβληθέντες οι καρδινάλιοι και οι ιερείς λευκάς στολάς, επροχώρησαν προς την επί τούτω εστημένην εξέδραν, όπου ο Πάπας παρέλαβε κλαίων από τας χείρας του Βησσαρίωνος, κλαίοντος και τούτου, το ιερόν λείψανον119. Η πομπή ήδη ετράπη πεζή προς την Ρώμην. Η κάρα του αποστόλου εβαστάζετο υπό του Πάπα, υπό του Πάπα, περιστοιχιζομένου υπό πλήθους λαμπάδων και ακολουθουμένου υπό των καρδιναλίων, των επισκόπων και του ιερατείου, φερόντων πάντων μετά του συρρέοντος πλήθους βαΐα εις τας χείρας. Όταν δε έφθασαν προ της πύλης της πόλεως, απετέθη το ιερόν λείψανον εν τη εκκλησία της Παναγίας του Λαού, προκειμένου να συνεχισθή η εκτέλεσις του προγράμματος της λιτανευτικής μεταφοράς την επομένην ημέραν. Και ηπειλήθη μεν πάλιν κατά την νύκτα λόγω νέας καταιγίδος η αναβολή της λιτανείας, αλλά και πάλιν την πρωΐαν εγένετο αίθριος ο ουρανός. Ούτω περί την πρώτην μεταμεσημβρινήν ώραν εκκινήσασα η πομπή, έχουσα επί κεφαλής τον Πάπαν επί χρυσού επιβαίνοντα φορείου, κατέληξεν εις την πλατείαν του αγίου Πέτρου, ήτις ήτο κατάμεστος λαού. Προχωρήσας δε ο Πάπας εις τον ναόν, εντός του οποίου συνωθείτο πυκνόν πλήθος, κατέθηκε την ιεράν κάραν επί του βωμού, υπό τον οποίον έκειντο, κατά την παράδοσιν, τα ιερά λείψανα των αποστόλων Πέτρου και Παύλου120. Μετά την τελετήν ταύτην η ιερά κάρα παρελήφθη υπό του Πάπα εις την ιδίαν του κατοικίαν, όπως φυλαχθή εν τω φρουρίω του Αρχαγγέλου, μέχρι της παρασκευής χώρου καταλλήλου εν τω αγίω Πέτρω. Του χώρου τούτου κατασκευασθέντος τη 17 Ιουνίου 164, ετελέσθη επισήμως εν τω ευκτηρίω του πάπα Πίου η τοποθέτησις της τιμίας κάρας εντός επίτηδες κατασκευασθείσης αργυράς λειψανοθήκης και η κατάθεσις αυτής εν τω εις τον ναόν του Αγ.Πέτρου ετοιμασθέντι τόπω. Έκτοτε δε η κατάθεσις αύτη επανηγυρίζετο επισήμως εν τω αγίω Πέτρω εκάστην Κυριακήν του Ιουνίου121.
Αι Πάτραι δεν εχωρίσθησαν του προστάτου των
         Ούτω η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου άμα τη εφαπλώσει του σκοτεινού πέπλου της δουλείας και επ” αυτήν, εστερήθη και του τελευταίου πολυτίμου τμήματος του ιερού λειψάνου του Πρωτοκλήτου και προστάτου της. Δεν έπαυσαν όμως οι κάτοικοι αυτής να τιμώσι τον διά του αίματος αυτού καθαγιάσαντα το χώμα της πατρίδας των απόστολον. Της ευλαβούς ταύτης τιμής εκδήλωσις υπήρξε το ότι ευθύς άμα τη απελευθερώσει του πρώτου τμήματος της Ελληνικής Πατρίδος και αρχομένου του έτους 1835, συνεκρότησαν επιτροπήν προς συλλογήν εράνων, ίνα ανεγερθή «οικοδομή λαμπροτάτη και ανάλογος του σεβασμού και της οφειλομένης ευλαβείας προς τον Πρωτόκλητον απόστολον», «τον οποίον η πόλις αύτη (των Πατρών) τιμά ως προστάτην και έφορόν της». Πράγματι δε η οικοδομή του σημερινού ναού, αρξαμένη από του έτους 1836, απεπερατώθη κατά το έτος 1845122.
          Αλλά και ο Πρωτόκλητος απόστολος οιονεί αναγνωρίζων ως δευτέραν πατρίδα αυτού τας Πάτρας και αναζητών να επανέλθη και αισθητότερόν πως εις αυτήν, επιβραβεύων δε και τον εις αυτόν εκδηλούμενον σεβασμόν των Πατρέων, ενέπνευσε την ευλαβή διάθεσιν εις τον κατά Νοέμβριον του 1847 επισκεφθέντα εις προσκύνησιν του τάφου του Πρωτοκλήτου τας Πάτρας Ρώσσου αυλικού Ανδρέου Μουράβιεφ, ίνα δωρήσηται εις τον ναόν του αποστόλου τεμάχιόν τι εκ του δακτύλου του Πρωτοκλήτου, όπερ είχε παραλάβει εκ του εν αγίω Όρει εφησυχάζοντος επισκόπου πρώην Μοσχονησίων Καλλινίκου123.
         Διά της προσκτήσεως του ιερού τούτου λειψάνου, η ήδη διά του από της 26 Νοεμβρίου του έτους 1836 ψηφίσματος του δημοτικού συμβουλίου αποφασισθείσα «λιτανεία επακολουθουμένη από την δημοτικήν αρχήν και από τον λαόν»124, προσέλαβεν ιδιαιτέραν λαμπρότητα. Και κατηργήθη μεν από του έτους 1868 υπό του τότε Αρχιεπισκόπου Πατρών και Ηλείας Κυρίλλου Χαιρωνίδου, ένεκα εκτρόπων λαμβανόντων χώραν μεταξύ σωματείων φιλονικούντων τίνος εξ αυτών τα μέλη θα υπεβάσταζαν την εικόνα κατά την περιαγωγήν αυτής εν τη λιτανεία, επανασυνέστη όμως από του 1930, διεξαγομένη μετά πάσης λαμπρότητος. Ευκταίον μόνον θα ήτο λόγω των ανωμαλιών, τας οποίας τη 30η Νοεμβρίου εμφανίζει συνήθως ο καιρός, επαπειλών ουχί σπανίως την ματαίωσιν της λιτανείας, να μετετίθετο αύτη εις μίαν των ημερών, είτε του πρώτου δεκαημέρου του Μαρτίου, είτε του τελευταίου δεκαημέρου του Ιουνίου, εις ανάμνησιν και των εν Κων/πολει μεγαλοπρεπών κατά τας ημερομηνίας ταύτας καταθέσεων των ιερών λειψάνων εις τον εκεί ιερόν ναόν των αγίων Αποστόλων.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΥ


Ὁ Καρλομάγνος ἤ Κάρολος ὁ  Μέγας (742 ἤ 747 – 814), ἦταν Βασιλιᾶς τῶν Φράγκων (771 – 814), τῶν Λομβαρδῶν (774 κ.ἑ.)  καί  ἱδρυτῆς  τῆς  Ἁγίας  Ρωμαϊκῆς  Αὐτοκρατορίας.
Τό λεγόμενο «Φυλαχτό τοῦ Καρλομάγνου» βρέθηκε τό  1165, στόν Καθεδρικό Ναό  τοῦ Ἄαχεν, κατά  τήν  ἐκταφή  τοῦ Λειψάνου  του  ἀπό  τόν Γερμανό  Αὐτοκράτορα Φρειδερίκο Α’Μπαρμπαρόσα. Ἔχει σχῆμα ἐγκολπίου  καί  ἀποτελεῖται  ἀπό  δύο  μεγάλα ζαφείρια, τό  ἕνα  σχήματος ὀβάλ  καί  τό  ἄλλο  τετράγωνο. Τά  ζεφείρια  εἶναι  δεμένα  μέ  χρυσό  καί  περιβάλλονται  ἀπό  23  μαργαριτάρια, 8 σμαράγδια, 8 γρανάτες, 3  ἀμέθυστους  καί  5  μικρότερα  ζαφείρια.
Στό  ἐσωτερικό  ὑπάρχουν δύο μικρά τμήματα Τιμίου Ξύλου, τοποθετημένα  σέ  σχῆμα Σταυροῦ.  Κατά  τήν  παράδοση,  σέ  ἕνα  μικρό  μενταγιόν, σέ  ἐσωτερική  θήκη, ὑπῆρχαν μαλλία  τῆς  Ὑπεραγίας  Θεοτόκου. Τό  μενταγιόν  αὐτό  στήν  ἱστορική  πορεία  χάθηκε.
Ἀπό  τήν  εὕρεσή  του, τό «Φυλαχτό  τοῦ  Καρλομάγνου», διαφυλά-χθηκε  στό  Θησαυροφυλάκιο  τοῦ  Ἄαχεν. Το  1804, ὁ  Γαλλικῆς  καταγωγῆς Ἐπίσκοπος  τῆς  πόλεως, τό  πρόσφερε  στήν  Αὐτοκράτειρα  Ἰωσηφῖνα. Παρέμεινε  στην  κατοχή  ταῶν  κληρονόνων  της  μέχρι  το 1919, ὁπότε  κληροδοτήθηκε στόν  Καρδινάλιο Lucon  τῆς  Γαλλικῆς Ρένς. Ἐκεῖ ἐκτέθηκε  στόν  Καθεδρικό  Ναό  μέχρι  τό  1927, ὁπότε  μεταφέρθηκε  στό Palais du Tau, ὅπου  καί  σήμερα  φυλάσσεται.

Μεταξύ τῶν πηγῶν καί τό Ἰστολόγιο ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ

 

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΙΒ'


          Σύμφωνα μέ τήν συναξαριστική παράδοση, ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Φρυγία της Μ. Ασίας καί βρήκε μαρτυρικό θάνατο στήν Ιεράπολη, ὅπου σταυρώθηκε μέ τό κεφάλι πρός τά κάτω. Ἀπό τά Λείψανα τοῦ Ἀποστόλου, ἡ  τιμία  του  Κάρα  σώζεται  στήν Κύπρο, φυλασσόμενη  στήν  Ἱερά  Μονή Τιμίου  Σταυροῦ Ὀμόδους.
Σύμφωνα  μέ  τόν  Κύπριο  Ἱστορικό Ἰωάννη  Τσικνόπουλου, μετά τήν  Ἅλωση  τῆς  ΚΠόλεως  ἀπό τούς Σταυροφόρους (1204), τό Λείψανο  τοῦ  Ἀποστόλου  μεταφέρθηκε  ἀπό  τήν  Ἱεράπολη  στήν  Κύπρο  καί κατατέθηκε  στό  χωριό  Ἄρσος, ὅπου κτίσθηκε ναός  πρός  τιμήν  του.
Το  1735, ἐπισκέφθηκε  τό  Ἄρσος  ὁ  Ρῶσος  περιηγητής Μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ  καί  βρῆκε  τά  ἀποστολικά λείψανα  παραμελημένα. Σύμφωνα  μέ  τόν  προσκυνητή μοναχό, ὑπῆρχαν μέρος τῆς Κάρας  (μεταξύ  αὐτῶν  καί  τό  μέτωπο)  καί  τά  ὀστά τῶν  ἀγκώνων.
Τό  1738, ὁ Μητροπολίτης Πάφου Ἰωακείμ, κατέθεσε  στήν πρόχειρη Λειψανοθήκη ἀρχιερατικό  σημείωμα βεβαιωτικό  τῆς  ταυτότητος  τῆς ἀποστολικῆς  Κάρας. Τό 1770, ὁ Μητροπολίτης Πάφου ἅγ. Πανάρετος, κατασκεύασε καλλιτεχνική Λειψανοθήκη γιά τήν Κάρα.
Σύμφωνα  μέ  τόν  Κύπριο  ἐκκλησιαστικό  Ἱστορικό  ἀρχιμ. Κυπριανό (1788), ἡ  Κάρα  μεταφέρθηκε  ἀπό  τό Ἄρσος  στήν  Μονή  Ὀμόδους, γιά  λόγους  ἀσφαλείας.
Σήμερα  στήν  Κύπρο, ἐκτός  ἀπό  τήν  Κάρα  πού  φυλάσσεται  στό Ὄμοδος, στήν  Μονή Κύκκου φυλάσσονται  μία  παλάμη  καί  ἀπότμημα  γονάτου  τοῦ  ἀπ. Φιλίππου, ἐνῶ  στό  Μουσεῖο  τῆς  Μονῆς ἐκτίθενται  δύο  Λειψανοθήκης  μέ  ἐπιγραφές  πού  ἀναφέρονται  στόν ἀπ. Φίλιππο, ἀλλά  κενές  περιεχομένου, χωρίς  Λείψανα. Ἀκόμη, ἕνας  δάκτυλος τοῦ Ἀποστόλου φυλάσσεται  στήν Μονή Νεάμτς Ρουμανίας, ἀλλά Λείψανα  στήν  Ρωμαιοκαθολική Βασιλική  τῶν  Ἁγίων  Ἀποστόλων  στή Ρώμη  καί  ἀποτμήματα  στίς  Μονές  Διονυσίου  καί Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους.

Μεταξύ τῶν πηγῶν καί τό Ἰστολόγιο ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ.

 

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ

 
 
           Σύμφωνα  μέ  συναξαριστικές πηγές, ὁ  ἅγ. Μάμμας  μαρτύρησε  στήν Καισάρεια  τῆς  Καππαδοκίας, ὅπου  καί  ἐνταφιάσθηκε. Ἀπό  ἐκεῖ  τό  Λείψανό  του  μεταφέρθηκε στήν Κύπρο  τό  1067, μετά  τήν  κατάληψη  τῆς  Καισάρειας  ἀπό  τους  Σελτζούκους Τούρκους.
          Ὁ Βυζαντινολόγος Δρ. Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου, στό βιβλίο  του «Ὁ Καθεδρικός  Ναός  τοῦ  ἁγίου Μάμαντος στή Μόρφου» ἀναφέρει,  ὅτι  στήν Κύπρο  μεταφέρθηκαν τμήματα  τοῦ Λειψάνου  καί  ὄχι  ὁλόκληρο  τό  Λείψανο. Τήν  ἴδια  περίοδο  μεταφέρθηκε  ἀπό  μοναχό  στήν  ΚΠολη ἡ  Κάρα  τοῦ  νεαροῦ Μάρτυρος  καί κατατέθηκε  στήν  Μονή  τοῦ  ἁγ. Μάμαντος. Mετά τήν Ἅλωση  τῆς Πόλεως  ἀπό  τούς  Σταυροφόρους (1204), ἡ  Κάρα  τοῦ Ἁγίου ἐκλάπη  ἀπό  τόν Παπικό  Κληρικό Gualon de Dampierre  καί  μεταφέρθηκε  στόν  πόλη Langres τῆς Γαλλίας, τό  1209, ὅπου  κατατέθηκε  στόν  ὁμώνυμο Καθεδρικό  Ναό, ὅπου  καί  σήμερα φυλάσσεται.
         Ἡ  Κάρα  περικλείονταν  σέ ἀσημένιο  στεφάνι, με  ἑλληνική  ἐπιφραφή. Ἀρχικά  περιέχονταν  σέ  πολύτιμη  Λειψανοθήκη, σχήματος  ἀγάλματος (μπούστου), ἡ  ὁποία  ὅμως  ἐκλάπη  κατά  την  Γαλλική  Ἐπανάσταση. Σήμερα φυλάσσετα  σέ  παρόμοιαα  Λειψανοθήκη  τοῦ  1855, δῶρο  τοῦ Καρδιναλίου Césaire Mathieu, πρώην Ἐπισκόπου τῆς Langres. Ἡ  Λειψανοθήκη  αὐτή  ἔχει  σχῆμα  ἀγάλματος, εἶναι  κατασκευασμένη  ἀπό  ἐπίχρυσο  ἀσήμι. Ἡ  Κάρα  τοῦ  Ἁγίου  εἶναι  τοποθετημένη  στήν  κεφαλή  τοῦ  ἀγάλματος  καί  ἀνοίγει  γιά  προσκύνηση.
       Ἀποτμήματα Λειψάνων τοῦ ἁγ. Μάμαντος φυλάσσονται  στίς Μονές Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους, Προυσοῦ Εὐρυτανίας, Βαρνάκοβας Ναυπακτίας  καί  Κύκκου  Κύπρου.
 
Μεταξύ τῶν πηγῶν καί τό Ἰστολόγιο ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ
 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Η ΤΙΜΗ  ΤΩΝ  ΙΕΡΩΝ  ΛΕΙΨΑΝΩΝ 
ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΝ ΜΑΣ

 Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού

Πηγή: " Ορθόδοξος Τύπος", φ. 1 και φ.8, Ιουλίου 2011.
http://anavaseis.blogspot.com/2011/07/blog-post_12.htm

Μια από τις σφοδρότερες επιθέσεις και τις φρικωδέστερες συκοφαντίες κατά της Εκκλησίας μας από τους διάφορους Χριστιανομάχους είναι η δήθεν «λειψανολατρία» ημών των πιστών. Λογίς αθεϊστές, νεοπαγανιστές, αλλά και οπαδοί αιρετικών παραφυάδων, όπως Προτεστάντες και Μάρτυρες του Ιεχωβά, προσάπτουν την κατηγορία στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ότι δήθεν εφαρμόζει μορφές ακραίας δεισιδαιμονίας, με αποκορύφωμα τη λατρεία πτωμάτων, λειψάνων, υλικών αντικειμένων κλπ! Μάλιστα η επιχειρηματολογία τους φροντίζουν να είναι λογικοφανής, ώστε να κλονίζονται οι ρηχοί στην πίστη, να πείθονται οι αδαείς και να εκτιθέμεθα ως Ορθόδοξοι! Αυτός είναι άλλωστε και ο στόχος κάθε μορφής συκοφαντίας κατά της Εκκλησίας μας, να προκληθεί σύγχυση και αναστάτωση στο εκκλησιαστικό πλήρωμα και να αποτοιχιστούν από Αυτή όσο το δυνατόν περισσότεροι!

Βεβαίως έχουν γραφεί κατά καιρούς πολλά για το ζήτημα της τιμής των Ιερών Λειψάνων. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχουν γράψει περισπούδαστα θεολογικά σχόλια, τα οποία όχι μόνο δικαιολογούν την τιμή των Ιερών Λειψάνων, αλλά την επιβάλλουν. (Στη φωτογραφία  το  αδιάφθορο  Λείψανο  του  αγ. Ιωάννου  του  Ρώσου, φυλασσόμενο  στό  Ν. Προκόπιο  Ευβοίας).
Σπουδαίοι επίσης, σύγχρονοι θεολόγοι έχουν δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες πραγματείες για το θέμα, δίνοντας αρκούντα λόγο στους πολεμίους της Εκκλησίας.
Στο πόνημα αυτό θα προσπαθήσουμε με τρόπο συνοπτικό να παρουσιάσουμε την εκπεφρασμένη γνώμη της Εκκλησίας μας, προκειμένου να απογυμνώσουμε για μια ακόμη φορά τη συκοφαντική αθλιότητα και να στηρίξουμε τους αδελφούς μας πιστούς από τις άηθες αυτές επιθέσεις.
Το ζήτημα της τιμής των Ιερών Λειψάνων από την Εκκλησία μας, πέρα από ύψιστη θεολογική σημασία, ενέχει τεράστιες φιλοσοφικές και οντολογικές προεκτάσεις, αποδεικνύοντας περίτρανα την απίστευτη συλλογιστική πενία των Εκκλησιομάχων επικριτών και την γελοία ρηχότητα που μεταχειρίζονται, για να στηρίξουν τις συκοφαντίες τους.
Πριν προχωρήσουμε στο θέμα μας θα θέλαμε να πληροφορήσουμε κάθε καλόπιστο ή κακόπιστο κριτή, πως η οποιαδήποτε πρακτική της Εκκλησίας μας έχει φιλτραριστεί απανωτά και αξιόπιστα από τα φίλτρα της αλήθειας και της αυθεντίας, τα οποία είναι ο αδιάψευστος λόγος του Θεού και η εν Αγίω Πνεύματι λειτουργούσα αυτοσυνειδησία του εκκλησιαστικού πληρώματος. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, πολλώ δε μάλλον άτοπο, στη ζωή της Εκκλησίας μας, έστω και αν φαντάζει «παράδοξο» στα όμματα ορισμένων «ορθολογιστών».
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και συνίσταται από σώμα και ψυχή. Η ψυχή και το σώμα συναποτελούν αντίστοιχα την πνευματική και την υλική σύσταση της διφυούς φύσεώς του. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά του από τα άλλα δημιουργήματα του Θεού.
Επίσης θεμελιώδης διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι η εκ του μηδενός δημιουργία όλων των όντων. Δεν υπάρχει αΐδια φύση κανενός όντος εκτός του Θεού. Οι διάφορες, εκτός του Χριστιανισμού, θεωρίες, φιλοσοφίες και θρησκευτικές αντιλήψεις περί αϊδιότητας του υλικού κόσμου, όχι μόνο αντιτίθενται στη Χριστιανική διδασκαλία, αλλά και έχουν καταδικαστεί από την Εκκλησία ως άκρως κακόδοξες πίστεις, διότι συνειδητά ή ασυναίσθητα όσοι δέχονται την αιωνιότητα της ύλης, παραδέχονται τη «θεότητά» της, αφού η αϊδιότητα είναι αποκλειστική ιδιότητα του Θεού!
Η εκ του Θεού δημιουργία του κόσμου φανερώνει περίτρανα την ιερότητα σύμπασας της κτίσεως, διότι είναι προϊόν αγαθότητας και αγιότητας του απόλυτα αγαθού και αγίου Θεού. Τίποτε το κακό δεν υπάρχει στη φύση του υλικού κόσμου, το υπάρχον κακό είναι παρείσακτο από τον εφευρέτη του το διάβολο. Δυστυχώς όμως η παρουσία του κακού στον κόσμο ταυτίστηκε από κάποιες φιλοσοφικές και θρησκευτικές αντιλήψεις με την φύση του υλικού κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες (Ορφικοί, Νεοπλατωνικοί, Νεοπυθαγόρειοι, κ.λ.π.), οι Ινδουϊστές, οι Βουδιστές, οι Παρσιστές, οι Γνωστικοί των πρωτοχριστιανικών χρόνων και διάφοροι αιρετικοί, όπως οι Εγκρατίτες, οι Μοντανιστές, οι Καθαροί και πολλές σύγχρονες Προτεσταντικές παραφυάδες, θεωρούσαν και θεωρούν την υλική κτίση ως φυσικό κακό και απαξία. Κύριο χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι η απόρριψη του υλικού κόσμου ως κακού και η καλλιέργεια αποστροφής προς αυτόν. Ο ακραίος ασκητισμός όλων αυτών των ομάδων είχε και έχει ως στόχο την απελευθέρωση της ψυχής από τα δεσμά της «κακής» ύλης. Υπενθυμίζω την Πλατωνική ρήση περί του σώματος ως φυλακή της ψυχής, καθώς και τις «απελευθερωτικές» αυτοκτονίες επιφανών αρχαίων φιλοσόφων (Εμπεδοκλή, Ζήνωνος, Κλεάνθους, Πλωτίνου, κλπ)!
Οι Ορφικοί δίδασκαν πως οι θεοί έκλεισαν τις ψυχές στα σώματά μας, για να μας τιμωρήσουν και οι Στωϊκοί προέτρεπαν «ευλόγως εξάγειν εαυτόν του βίου» (Διογ. Λαέρτ. 7,130), δηλαδή ωθούσαν στην αυτοκτονία. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του διαβόητου Κυρηναϊκού φιλοσόφου Ηγεσία, ο οποίος παρότρυνε τους ανθρώπους να αυτοκτονούν και γιʼ αυτό ονομάστηκε «πεισιθάνατος»!
Αν η ύλη αποτελούσε απαξία γιʼ αυτούς και ιδιαίτερα για τους αρχαίους προγόνους μας, περισσότερο απʼ όλα, φρικιαστική αποστροφή αποτελούσε ό,τι υλικό κατάλοιπο (λείψανο) άφηνε ο θάνατος. Το πτώμα του νεκρού και τα υπάρχοντά του προκαλούσαν τρόμο και φόβο εξαιτίας των εφιαλτικών αντιλήψεων που είχαν για τη μεταθανάτιο κατάσταση των νεκρών. Μέσα στα Ομηρικά Έπη καταγράφονται με τα πλέον μελανά χρώματα η ανείπωτη φρίκη και ο παντοτινός βασανισμός των ψυχών στον σκοτεινό και αραχνιασμένο τόπο, τον Άδη. Όλες οι ψυχές των θνητών κατέβαιναν χωρίς εξαίρεση στο υποχθόνιο βασίλειο του Πλούτωνα, για να μένουν εσαεί εκεί ως σκιές, για να βασανίζονται αιώνια! Σύμφωνα με τη βασική δοξασία της αρχαιοελληνικής θρησκείας, ο «θεός» Πλούτωνας έλαβε ως μερίδιο κατά τη μοιρασιά του κόσμου, τον υποχθόνιο τόπο, το σκοτεινό και αιώνιο δεσμωτήριο των θνητών ψυχών! Ο απαίσιος και μισάνθρωπος εκείνος «θεός» είχε απόλυτη κυριότητα στις ψυχές των νεκρών, του ανήκαν δικαιωματικά και δεν τις έδινε πίσω! Ακόμη και ψυχές «θεών» είχε αρπάξει ανεπιστρεπτί (Περσεφόνη) στο τρομερό βασίλειό του! Τα «Ηλύσια Πεδία» ή οι «Νήσοι των Μακάρων» είχαν δημιουργηθεί από τους «θεούς» ως προορισμό αποκλειστικά των θνητών ερωμένων τους και των αλλόκοτων ημιθέων, δηλαδή των κλεψίγαμων παιδιών τους (Πινδ. Ολυμπ. 77–78, Ησιόδ. Έργα και Ημέραι,156–173)!
Ως τον 5ο π. Χ. αιώνα κανένας συγγραφέας δεν αναφέρει ότι στα «Ηλύσια Πεδία» πήγαιναν οι θνητοί, αλλά φυσικός προορισμός τους ήταν ο σκοτεινός και φοβερός Άδης. Μόνο οι «αιρετικοί» Ορφικοί ανέπτυξαν τη θεωρία ότι ο ανύπαρκτος αυτός «παράδεισος», ήταν διαθέσιμος για όσους θνητούς με τον ακραίο ασκητισμό τους, «μπορούσαν να απελευθερωθούν από την ύλη» και για όσους μυούνταν στα μακάβρια «μυστήρια»!
Βιώνοντας οι αρχαίοι αυτήν ακριβώς τη φρικώδη μεταθανάτια κατάσταση αισθάνονταν τέλεια αποστροφή προς το θάνατο, ως στέρηση της ζωής και είσοδο στην ατελεύτητη καταδίκη. Οι επιτάφιοι νεκρικοί θρήνοι τους (τα μοιρολόγια), οι σπαρακτικοί κοπετοί και τα έθιμά τους φανερώνουν ξεκάθαρα τη φρικτή οδύνη, που βίωναν μπροστά στο γεγονός του θανάτου. Ο Επίκουρος χαρακτήριζε το θάνατο ως «φρικωδέστατον των κακών» (Διογ. Λαέρτ. Επικ.10,125) και μάταια προσπαθούσε με σοφιστείες να μετριάσει τον εσώψυχό του φόβο γιʼ αυτόν. Περισσότερο απʼ όλα απεχθάνονταν οι αρχαίοι το σώμα του νεκρού, η θέα του οποίου τους προκαλούσε φρίκη και φόβο. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία πως κατά το μεγάλο λοιμό του 250–251 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια, οι ειδωλολάτρες εγκατέλειπαν αφρόντιστους τους ψυχορραγούντες και άφηναν άταφους τους νεκρούς τους: «Απέφευγον τους φιλτάτους καν ταις οδοίς έρριπτον ημιθανείς και νεκρούς άταφους απεσκυβαλίζοντο» (Ευσεβείου Εκκλησιαστική Ιστορία 7,22,9–10). Την εγκληματική τους ανεπάρκεια αναπλήρωναν οι Χριστιανοί, οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους φρόντιζαν αδιακρίτως τους ασθενείς και έθαβαν τους νεκρούς, γεγονός που ομολόγησε αργότερα ο εμπαθής και ονειροπαρμένος Ιουλιανός ο Αποστάτης!
Γενικά όσοι ήταν επιφορτισμένοι να φροντίζουν τους νεκρούς θεωρούνταν μιασμένοι και αποκρουστικοί. Κανένας δεν τους πλησίαζε, για να μη μολυνθεί. Σε περίπτωση που κάποιος ερχόταν σε επαφή με το σώμα του νεκρού ήταν υποχρεωμένος να υποστεί επίμονους και βασανιστικούς καθαρμούς από τους Ιερείς, προκειμένου να γίνει αποδεκτός από την κοινωνία! Τα ιερατεία ήταν υποχρεωμένα να βρίσκονται μακριά από κάθε νεκρική διαδικασία, διότι δε θα μπορούσαν να «ιερατεύσουν»! Δεν είναι τυχαίο ότι οι Αθηναίοι περιγέλασαν το Απόστολο Παύλο, όταν στην περίφημη ομιλία του στην Πνύκα, όταν αναφέρθηκε στην ανάσταση των νεκρών, «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών… εχλεύαζον» (Πράξ.17,32). Η πικρόχολη εκείνη χλεύη, φανερώνει ξεκάθαρα την τρομερή υπαρξιακή κενότητα της αρχαιοελληνικής σκέψεως και το απάνθρωπο πρόσωπο της «ελληνικής» θρησκείας, η οποία τροφοδοτούσε μανιωδώς με δαιμονική απαισιοδοξία την αρχαιοελληνική κοινωνία!
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο, για να απελευθερώσει καθολικά το ανθρώπινο γένος από τα έργα του διαβόλου και τα δεσμά της αμαρτίας, τα οποία κατά το λόγο του Θεού, οδηγούν αναπόφευκτα στο θάνατο και τα ίδια χαρακτηρίζονται ως «θάνατος» (Ρωμ. 6, 23). Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει πως «η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν» (Ρωμ. 5,12). Αντίθετα, κατά τον Ιερό Φώτιο, είναι «αναίτιος ο Θεός του θανάτου» (P.G. 101,1036B).
Αλλά η υπέρτατη δωρεά του Χριστού για τον άνθρωπο υπήρξε η νίκη Του κατά του θανάτου. Ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία, τον εκούσιο θάνατό Του και την ένδοξη Ανάστασή Του, νίκησε ολοκληρωτικά τον όλεθρο του θανάτου, κατάργησε τον καταχθόνιο Άδη και έκλεισε ερμητικά τις πύλες του για τους πιστούς Του. Ο αναστημένος Κύριός μας έγινε η «απαρχή (της αναστάσεως) των κεκοιμημένων» (Α΄Κορ. 15, 21), δηλαδή έκαμε την αρχή, άνοιξε το δρόμο με την λαμπροφόρο ανάστασή Του για την αιώνια ζωή για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ο φρικτός Άδης, το προαιώνιο δεσμωτήριο των ψυχών δεν υπάρχει πια. Ο απεχθέστατος και μισάνθρωπος «θεός» Πλούτων (δηλαδή ο Εωσφόρος) νικήθηκε κατά κράτος, χάνοντας οριστικά την πολύτιμη λεία του, τις από αιώνος ψυχές των ανθρώπων. Το τρομερό υπαρξιακό άχθος δε δικαιολογείται πλέον. Ο φόβος του θανάτου ανήκει στο εφιαλτικό προχριστιανικό παρελθόν και το εξωχριστιανικό παρόν, διότι «το χάρισμα του Θεού (εστι) ζωή αιώνιος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. 6,23). Είναι αυτό που ονομάζει ο Ισαάκ ο Σύρος ως «αίσθησιν αθανάτου ζωής» (Λόγ.38).
Ο θάνατος, από αναπόφευκτη φρικιαστική κατάσταση, έγινε αναπαυτικός ύπνος του σώματος μέχρι που θα σαλπίσει ο Άγγελος του Κυρίου την ανάσταση των κεκοιμημένων (A΄ Κορ. 15, 52. Ιωάν. 5, 29). Όπως ο Χριστός ανέστησε το δικό Του σώμα, έτσι θα αναστήσει και τα σώματα των πιστών Του, ως οργανικά κύτταρα του σώματός Του, διότι «σύμφυτοι τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα… ει απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6, 5–10).
Βιώνοντας αυτή την υπέρτατη δωρεά η Εκκλησία μας, όρισε την ημέρα του θανάτου των Αγίων ως την επισημότερη επέτειό τους, ως τη «γενέθλιο ημέρα» τους, κατά την οποία όχι μόνο δεν πέθαναν, αλλά (ανα)γεννήθηκαν εν Χριστώ στη νέα αληθινή και αιώνια ζωή! Ο μεγάλος Χριστιανός φιλόσοφος Μπερδιάγεφ, εκφράζοντας τη γνήσια Χριστιανική αντίληψη για το θάνατο, αναφέρει ότι αυτός (ο θάνατος) «μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος για μια άλλη ύψιστη ζωή. Χωρίς το θάνατο η ύπαρξη θα ήταν ευτελής και ανόητη» ("Περί προορισμού του ανθρώπου", σελ. 344)! Κατά συνέπεια τίποτε το αποκρουστικό δεν έχει ο θάνατος. Δεν δικαιολογείται πια τα σώματα των κεκοιμημένων να προκαλούν φρίκη και φόβο, αλλά πρέπει να τυγχάνουν τιμών και περιποιήσεων, ως αναπόσπαστο κομμάτι της υπόστασης του κεκοιμημένου, διότι κατά τη γενική ανάσταση τα σώματα όλων των κεκοιμημένων θα ενωθούν ξανά με τις ψυχές, αφθαρτοποιημένα πλέον, για να αποτελούν αιώνια και ατελεύτητα την ψυχοσωματική οντότητα του κάθε ανθρωπίνου προσώπου στη Βασιλεία του Θεού. Άλλωστε, σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «εις τούτο ημάς πεποίηκεν ο Θεός, ίνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως, και της αυτού αϊδιότητος μέτοχοι, και φανώμεν αυτώ όμοιοι κατά την εκ χάριτος θέωσιν» (P.G.90, 1193D).
Γιʼ αυτό και οι Χριστιανοί δείχνουν πλήρη περιφρόνηση κατά του θανάτου, η οποία βιώθηκε και βιώνεται από τους διαχρονικούς Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, γεγονός που χαρακτηρίζεται ως «παραλογισμός» από τις δυνάμεις του κόσμου. Κατά τον άγιο Ιππόλυτο «το πνεύμα του Πατρός διδάσκει τους Μάρτυρας… καταφρονείν μεν του θανάτου, σπεύδειν δε προς επουράνια» (Ιππολ. Εις Δάν. ΙΙ,21). Ο εθνικός σατιρικός συγγραφέας Λουκιανός με διάθεση ειρωνικού θαυμασμού έγραψε πως οι Χριστιανοί Μάρτυρες και Ομολογητές «καταφρονούσι του θανάτου» (Λουκιανού, "Περί της Περεγρίνου τελευτής", 13).
Οι δήμιοι ειδωλολάτρες στα πρωτοχριστιανικά χρόνια έμεναν έκθαμβοι από την προθυμία των Μαρτύρων να πεθάνουν για την πίστη τους και τον ηρωισμό τους μπροστά στα φρικτά μαρτύρια. Το ίδιο γινόταν και επί Τουρκοκρατίας με τους σφαγείς Μουσουλμάνους, αλλά και τους σύγχρονους (κόκκινους) διώκτες της Εκκλησίας του Μαρξιστικού ολέθρου!
Ο κόσμος, όπως αναφέραμε είναι δημιούργημα του Θεού, και γιʼ αυτό ονομάζεται κόσμος, δηλαδή κόσμημα. Δεν ταυτίζουμε τον κόσμο με το Θεό, όπως κάνουν οι κακόδοξοι πανθεϊστές, αλλά κάνουμε τη σαφή διάκριση μεταξύ του άναρχου Θεού Δημιουργού και της εν χρόνω δημιουργίας. Ο κόσμος είναι προϊόν της αγάπης του Θεού και άρα τυγχάνει της ιδιαίτερης φροντίδας Του. Ολόκληρη την υλική κτίση, ζώσα και άψυχη, τη διαπερνά η άκτιστη ενέργειά Του, η οποία εκδηλώνεται με τη λειτουργία των αιώνιων φυσικών νόμων, οι οποίοι συγκροτούν και συγκρατούν το σύμπαν. Η "αεί υπάρχουσα" στον κόσμο άκτιστη ενέργεια του Θεού αποτελεί για την Χριστιανική διδασκαλία το λόγο της ιερότητάς του. Η είσοδος του κακού στον κόσμο αποτελεί μια επίπονη και θλιβερή παρένθεση, η οποία έκλεισε με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και το επί γης απολυτρωτικό Του έργο. Η ενανθρώπησή Του αποτελεί ύψιστο τεκμήριο ότι ο καλός λίαν υλικός κόσμος (Γέν. 1,31), έχει καθαγιαστεί από την οργανική μετοχή Του σε αυτόν. Το άχραντο σώμα του Κυρίου υπήρξε ο σύνδεσμος του Θεού και του υλικού κόσμου. Η θεοποίηση του πραγματικού υλικού σώματος του Κυρίου σημαίνει όχι απλά την ιεροποίηση της κτίσεως, αλλά και αυτήν ακόμα τη θεοποίησή της, η οποία θα ολοκληρωθεί με τη συντέλεια του κόσμου, αφού «όταν υποταγή αυτώ τα πάντα, τότε και αυτός ο υιος υποταγήσεται τω υποτάξαντι αυτώ τα πάντα, ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν» (Α΄ Κορ. 15,28).
Πιο αισιόδοξη έκβαση για τη θεία δημιουργία δεν υπάρχει! Μέσα σε αυτή την προοπτική όχι μόνο δικαιολογείται η τιμή των Ιερών Λειψάνων των Αγίων της Εκκλησίας μας, αλλά επιβάλλεται. Δεν υπάρχει, όπως αναφέραμε, τίποτε το μιαρό στον όμορφο κόσμο του Θεού, πολλώ δε μάλλον στο ανθρώπινο πρόσωπο, που είναι η κορωνίδα, το επιστέγασμα και η ευγενέστερη και τελειότερη μορφή της θείας δημιουργίας. Ιδιαιτέρως ο πιστός Χριστιανός με την συσσωμάτωσή του στο μυστικό σώμα του Χριστού, γίνεται μέσω των Ιερών Μυστηρίων οργανικό και αναπόσπαστο κύτταρό του, καθότι τα «σώματα ημών μέλη Χριστού εστιν» (Α΄Κορ. 5,15). Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας υπήρξαν συνειδητά μέλη Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι ήταν και θα είναι εσαεί, χριστοφόροι, θεοφόροι, φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού και των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Το λέει ξεκάθαρα ο Απόστολος Παύλος: «Ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Χριστού τηρηθείη» (Α΄Θεσ. 5,23).
Έτσι ο θάνατός τους (για την ακρίβεια η κοίμησή τους), δε διακόπτει αυτή τη μακάρια σχέση με το Θεό. Τα Λείψανά τους, προσωρινά χωρισμένα από το πνεύμα τους, συνεχίζουν να είναι μέλη Χριστού και φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού, διότι αδιαλείπτως «ο κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμα εστι» (Α΄ Κορ. 5,17). Φανερή απόδειξη αυτών τα άπειρα άφθαρτα Λείψανα Αγίων σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, τα οποία ευωδιάζουν και θαυματουργούν, διότι, όπως τονίζει ο Μ. Βασίλειος, «ότε υπέρ Χριστού ο θάνατος, τίμια τα Λείψανα των Οσίων Αυτού» (P.G. 30,112). Τα πιστοποιούν τα απειράριθμα τεμάχια Αγίων Λειψάνων, τα οποία από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια ως τα σήμερα αποτελούν πολύτιμους θησαυρούς σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, τα οποία ευωδιάζουν και θαυματουργούν. Ο Μ. Βασίλειος αναφέρει επίσης χαρακτηριστικά πως το Λείψανο της αγίας Μάρτυρας Ιουλίττης, τοποθετημένο σε περίοπτη θέση της πόλεως «αγιάζει μεν τον τόπον, αγιάζει δε τους εις αυτόν συνόντας» (Θ.Η.Ε., τόμ.8, 113).
Τα Τίμια Λείψανα των Αγίων μας είναι οι αείρρευστες πηγές αγιασμού των πιστών, αντλώντας τον από την αστείρευτη πηγή του αγιασμού, το Θεό! Ως Ορθόδοξοι πιστοί όχι μόνο δεν μας προκαλεί αποστροφή, αηδία και φόβο η θέα των Ιερών Λειψάνων, αλλά το αντίθετο χαρά, ιλαρότητα, ηρεμία και προπαντός ελπίδα. Οι «Αποστολικές Διαταγές» (4ος αι.) συστήνουν στους πιστούς: «Μη βδελύσεσθε τα τούτων (των Μαρτύρων) Λείψανα» (ΣΤ, 5-7).
Τιμώντας τα Ιερά Λείψανα, τιμάμε το Θεό, τον δημιουργό των σωμάτων. Τιμάμε το Χριστό και τα κύτταρα του αγίου σώματός Του. Τιμάμε το Άγιο Πνεύμα του Οποίου η χάρη είναι εναποθηκευμένη σε αυτά, διότι τα σώματα των Αγίων «ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν» (Α΄ Κορ. 5,19). Γιʼ αυτό και μας παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος: «Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού» (Α΄ Κορ. 5,20).
Τιμάμε επίσης στα Ιερά Λείψανα τη θεοδημιούργητη κοινή μας ανθρώπινη φύση. Κι ακόμη στα Ιερά Λείψανα τιμάμε την υλική κτίση, της οποίας αυτά είναι ομοούσια και τεθεωμένα μέρη. Ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ομιλούν για «άγιο υλισμό», εντελώς διάφορο του δύστηνου αθεϊστικού υλισμού!
Αλλά είναι απαραίτητο να κάνουμε και μια άλλη διευκρίνιση. Μας κατηγορούν οι Εκκλησιομάχοι ότι λατρεύουμε πτώματα, ότι είμαστε «πτωματολάτρες». Απαντούμε για πολλοστή φορά ότι η εν Αγίω Πνεύματι πορευόμενη Εκκλησία μας έχει ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Κάνει την απαραίτητη διάκριση μεταξύ λατρείας - η οποία απευθύνεται μόνο στον Τριαδικό Θεό - και μεταξύ τιμής, που απευθύνονται στα δημιουργήματά Του. Δεν λατρεύουμε λοιπόν τα Λείψανα των Αγίων μας, αλλά τα σεβόμαστε και τα τιμάμε ως μέλη Χριστού. Τα φυλάσσουμε, τα φροντίζουμε και τα αγγίζουμε ως και τα δικά μας μέλη, αφού όλοι οι πιστοί συναποτελούμε ένα σώμα. Τα ασπαζόμαστε με ευλάβεια, για να αγιαστούμε από αυτά, αφού είναι κεχαριτωμένα και αγιασμένα. Οι πρώτοι Χριστιανοί κατά την περίοδο των διωγμών, στις κατακόμβες, τελούσαν τη Θεία Λειτουργία επάνω στους τάφους των Μαρτύρων. Αυτή η συνήθεια συνεχίζεται ως τις μέρες μας, όταν κατά την τελετή των εγκαινίων των ναών τοποθετούνται Ιερά Λείψανα στην Αγία Τράπεζα, όπως «υποκάτω του θυσιαστηρίου (είναι) αι ψυχαί των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού» (Αποκ.6,9), όπως θεσμοθέτησε με τον ζ΄ Κανόνα της η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος.
Ο πρώτος διδάξας το μίσος και την αποστροφή κατά των Ιερών Λειψάνων είναι ο διάβολος. Ο αγιασμός και η σωτηρία του ανθρώπου τον βασανίζει απελπιστικά. Οι Άγιοι είναι τα πλέον μισητά όντα για εκείνον, γιʼ αυτό εκδηλώνει το άσβεστο μίσος στα τίμια και αγιασμένα Λείψανά τους. Είναι γνωστό το υβρεολόγιο των πονηρών πνευμάτων, μέσω άτυχων ασθενών δαιμονισμένων, κατά των Ιερών Λειψάνων, σε μεγάλες πανηγύρεις, όπως λ.χ. του αγίου Γερασίμου στην Κεφαλονιά!
Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει πως «των γαρ Λειψάνων φερομένων» κατανικάται «των δαιμόνων η δύναμις» (P.G. 63,470).
Οι ειδωλολάτρες διώκτες των πρώτων Χριστιανών μισούσαν με πάθος το σέβας τους προς τα σώματα των καλλινίκων Μαρτύρων και γιʼ αυτό φρόντιζαν να τα εξαφανίζουν. Ο θρησκομανής Αυτοκράτορας Διοκλητιανός είχε δώσει διαταγή να καίγονται μαζί με τα βιβλία των Χριστιανών και τα Λείψανα των Μαρτύρων! Ορδές φανατικών ειδωλολατρών, με επικεφαλής τους αδίστακτους Ιερείς των ειδώλων, εξαφάνισαν το μεγαλύτερο μέρος των Λειψάνων των Μαρτύρων, που κατείχε η Εκκλησία ως τότε! Ό,τι διασώθηκε το αποτέλειωσε η μανία του Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363), ο οποίος ξέσπασε με ανείπωτη μανία κατά των Ιερών Λειψάνων της Αντιόχειας, διότι του διαμήνυσε ο μάντης του «Δαφναίου Απόλλωνα», ότι δε μπορούσε να χρησμοδοτήσει λόγω της ύπαρξης παρακείμενα του Ιερού Λειψάνου του αγίου Μάρτυρα Βαβύλα. Ο άθλιος Χριστιανομάχος Αυτοκράτορας κατέστρεψε το ιερό Λείψανο και μαζί χιλιάδες άλλα Λείψανα, με αποκορύφωμα τη βεβήλωση και καταστροφή των Λειψάνων του Τιμίου Προδρόμου στην Παλαιστίνη! Σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία έλαβαν χώρα απίστευτες βεβηλώσεις Χριστιανικών τάφων από στίφη φανατικών ειδωλολατρών. Τότε καταστράφηκε το εναπομείναν μέρος των Ιερών Λειψάνων Μαρτύρων της περιόδου των διωγμών, εκτός ελαχίστων. Σε πολλές περιπτώσεις αναμείγνυαν τα Ιερά Λείψανα με οστά ζώων και τα έριχναν σε χωνευτήρια, για να μη είναι δυνατή η αναγνώρισή τους! Είναι πια ολοφάνερο: Η μανία των Χριστιανομάχων κατά των Ιερών Λειψάνων υποβάλλεται αναμφίβολα από τον υποβολέα τους το διάβολο και γιʼ αυτό εκδηλώνεται με τόση διαβολική μανία!
Στους ειδωλολάτρες και στους σύγχρονους «ορθολογιστές» η θέα των νεκρών και των τάφων γεννούσε και γεννά αισθήματα τρόμου, αποστροφής και απαισιοδοξίας, διότι τους θυμίζει την εκμηδένισή τους. Γιʼ αυτό ζητούν επίμονα την αποτέφρωση των πτωμάτων, να απαλλαχτούν από αυτά το συντομότερο δυνατό και οριστικά!
Αντίθετα σε εμάς τους πιστούς η επαφή μας με τους κεκοιμημένους αδελφούς μας, τα κοιμητήρια και τα Ιερά Λείψανα των Αγίων μας, γεννά αισθήματα αισιοδοξίας, ηρεμίας και μακάριας ελπίδος, διότι όπως επισημαίνει ο Ιερός Χρυσόστομος «μνήματα Αγίων ου σοροί και λάρνακες και στήλαι και γράμματα, αλλʼ έργων κατορθώματα και πίστεως ζήλος» (P.G. 50,600). Για να βεβαιωθεί κάποιος ας ανατρέξει στις παλαιοχριστιανικές κατακόμβες, για να διαπιστώσει από το διάκοσμο και τις επιτάφιες επιγραφές τη ριζικά διαφορετική μας αντιμετώπιση του θανάτου. Αναφέρουμε για παράδειγμα την εξής επιτάφια επιγραφή, η οποία βρέθηκε σε κατακόμβη της Ρώμης: «Η σαρξ ενθάδε κείται, ψυχή δε ανακαινισθείσα τω πνεύματι Χριστού, εις ουρανόν Χριστού βασιλείαν μετά των Αγίων ανελήφθη». Εδώ ο τάφος δεν είναι μακάβριο θέαμα, αλλά πηγή μακάριας ελπίδος!
Τα οστεοφυλάκια στα μοναστήρια μας είναι χώροι περισυλλογής των μοναχών. Η κοίμηση του πιστού όχι μόνον δεν είναι εκμηδένιση, αλλά η αναγέννησή του εν Χριστώ στην αιώνια ζωή και η είσοδός του στην ατέρμονη βασιλεία του Θεού. Στον οδυρμό της απελπισίας των Χριστιανομάχων μπροστά στο θάνατο και στον εφιαλτικό τους διαρκή τρόμο για την εκμηδένισή τους, αντιπαραθέτουμε, όχι απλά την πίστη μας, αλλά τη βεβαιότητά μας, για την αιώνια ζωή μας, η οποία απορρέει από την ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Στη φρικιαστική προσμονή των νεοπαγανιστών να βρεθούν δικαιωματικά μετά θάνατον στο σκοτεινό και αραχνιασμένο «βασίλειο» του κορυφαίου «θεού» τους Πλούτωνα, αντιπαραθέτουμε τη μακάρια και βεβαία ελπίδα μας να βρεθούμε κάτω από το θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού, να ακτινοβολούμε το εκτυφλωτικό φως της Θεότητας, να συμβασιλεύουμε με το Χριστό μας ατελεύτητα στους αιώνες, διότι δεν είμαστε πια απλοί λάτρεις Του, όπως οι παγανιστές των «θεών» τους, αλλά «υιοί και κληρονόμοι Θεού δια Χριστού» (Γαλ. 4,7)!
Ο θάνατος, η φθορά και η εκμηδένιση είναι «προνόμια» μόνο των απίστων! Αντίθετα «ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Α΄ Ιωάν. 3,14).
Σκωληκόβρωτα, αηδιαστικά και αποκρουστικά είναι τα πτώματα των απίστων, τα οποία προορίζονται για να σαπίσουν στον τάφο η να καρβουνιάσουν στους μακάβριους αποτεφρωτήρες. Αφόρητη μπόχα θανάτου αποπνέουν τα λείψανα εκείνων των ανθρώπων που εθελούσια αποκόπηκαν από την πηγή της αφθαρσίας, το Χριστό. Τουναντίον, τα Τίμια Λείψανα των Αγίων μας είναι «τιμιώτερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» (Μαρτ. αγ. Πολυκ. P.G. 5,1044Α), «θησαυρός ατίμητος… τη αγία Εκκλησία καταληφθέντα» (Μαρτ. αγ. Ιγνατίου, ΘΗΕ, τόμ.8, στ.113), ως μέλη Χριστού και «ενώσει αφάτω» με το δικό Του σώμα, κατά τον άγιο Συμεών το νέο Θεολόγο. Είναι θεοποιημένα και αφθαρτοποιμένα σώματα και μέλη, εις τύπον του ενδόξως αναστημένου σώματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Α´ Κορ.15,44), ο Οποίος φέρει «εν εαυτώ κινουμένην ζωήν… αΐδιον και μηδενί θανάτω περατουμένην» κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (P.G. 91,1144C).
Τέτοια τιμή και ύμνος για το ανθρώπινο σώμα δεν έχει αποδοθεί ποτέ άλλοτε από κανέναν! Μόνο εμείς τιμάμε το θεοδημιούργητο ανθρώπινο σώμα μέχρι το έσχατο μικρομόριό του στα τιμημένα Λείψανα των Αγίων μας, σε αντίθεση με τους άθλιους συκοφάντες μας, οι οποίοι το καταφρονούν κατάφορα. Η δική μας φιλανθρωπία φτάνει και ως τους νεκρούς, ενώ η δική τους δεν ξεπερνά τον εαυτό τους. Αυτή είναι μια από τις πάμπολλες ειδοποιείς διαφορές μας…