Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εἰσηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εἰσηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ


Μορφές τῆς Κυριλλο-Μεθοδιανῆς Παράδοσης -
Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ.

Τῶν κ.κ. Ὄλγας Μιχαήλοβας  καί Ἀλίσα Νταβτιάν

Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Εἰσήγηση, «Τό ἔργο τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καί  Μεθοδίου,  στή  διαμόρφωση  τῆς  Γλώσσας  καί  τοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Ρωσίας», πού παρουσιάσθηκε  στήν  Διημερίδα, «Δρώμενα καί Γράμματα  τοῦ Σλαβικοῦ Πολιτισμοῦ» (Θεσσαλονίκη, 2008).
Πηγή:
Ἀρχεῖο π. Δημητρίου Ἀθανασίου - www.fdathanasiou.wordpress.com

          Την άνοιξη του 1553 ο Tσάρος Ιβάν ο Δ΄(αργότερα γνωστός ως Τρομερός), άφησε την πρωτεύουσα του Μόσχα, για ένα προσκυνηματικό ταξίδι. Το ταξίδι, σε ένα μοναστήρι του μακρινού Βορρά, είχε το σκοπό της ευχαριστίας για την ανάρρωσή του από μ;iα πρόσφατη και παραλίγο μοιραία αρρώστια. Η βασιλική συνοδεία, περιλαμβανομένης της Tσαρίνας και του νεογέννητου παιδιού τους, σταμάτησε κατά τη διαδρομή στο  μοναστήρι της Αγίας Τριάδας - αγ. Σεργίου, του πιο ονομαστού της Ρωσίας. Εντός των τειχών του ζούσε ένας άνθρωπος σχεδόν θρυλικής φήμης.
          Ένας Έλληνας μοναχός από τον Άθωνα, πάνω από 80 χρονών, είχε περάσει τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια στη Ρωσία, τα περισσότερα από τα μισά σε μοναστικούς σκοπούς. Για τους μορφωμένους Ρώσους ήταν γνωστός ως ένας λόγιος ευρείας μόρφωσης, ένας γόνιμος συγγραφέας στη γλώσσα τους και ένας άνθρωπος μεγάλης σταθερότητας και θάρρους. Το όνομα του ήταν Μάξιμος-Μαξίμ για τους Ρώσους. O ηλικιωμένος μοναχός και ο νεαρός Ηγεμόνας συναντήθηκαν και συζήτησαν. Ο Μάξιμος παρότρυνε τον Τσάρο να εγκαταλείψει το προσκύνημα του και να επιστρέψει στη Μόσχα. Ακόμα του εξήγησε, ότι έπρεπε να ανακουφίσει τις οικογένειες των Ρώσων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στους πρόσφατους πολέμους ενάντια στους Τάταρους, παρά να επιμείνει σε αυτό το ξεκάθαρα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι. Και προειδοποίησε τον Ιβάν ότι αν τελικά επέμενε, ο νεογέννητος γιος του θα πέθαινε. Ο Τσάρος αρνήθηκε να αλλάξει τα σχέδια του και το παιδί πέθανε στη διαδρομή.
          Η ιστορία αυτής της σύντομης συνάντησης ανάμεσα στους - κατά πολλούς - δύο πιο σημαντικούς άντρες της Ρωσίας του 16ου αιώνα, έχει ειπωθεί, περίπου είκοσι χρόνια μετά, από έναν ένθερμο θαυμαστή του Μάξιμου, τον αντιφρονούντα Πρίγκιπα Αντρέι Κούρμπσκυ, που είχε διαφύγει στη Λιθουανία το 1564.
          Τό καλοκαίρι του 1993, ο τότε Πρόεδρος της Ρωσίας Μπόρις Γιέλτσιν, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Ελλάδα, αναφέρθηκε στον άγ. Μάξιμο τόν Γραικό, χαρακτηρίζοντάς τον, "φωτιστή των Ρώσων". Αυτός ο Μάξιμος δεν είναι άλλος  από  τον  κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβόλη, έναν Έλληνα της Διασποράς, που σύχναζε στις Ουμανιστικές Σχολές της Ιταλίας στα τέλη του 15ου αι. Η ζωή του έχει το σχήμα διπτύχου, στο οποίο το Άγιο Όρος συνδέει τα δύο φύλλα, της Ιταλίας και της Μοσχοβίτικης Ρωσίας.
          Ο Μιχαήλ λοιπόν γεννήθηκε στη Άρτα, την πρωτεύουσα της Ελληνικής επαρχίας της Ηπείρου, γύρω στο 1470, από παλιά Βυζαντινή οικογένεια. Είκοσι περίπου χρόνια πριν, η ΚΠολη έπεσε στους Τούρκους και από καιρό η οικογένειά του είχε αποφασίσει να ξενιτευτεί. Το πλησιέστερο καταφύγιο ήταν το νησί της Κέρκυρας, που βρισκόταν τότε υπό την κυριαρχία της Βενετίας. Οι Ελληνικές οικογένειες από την κυρίως χώρα, συγκεντρώνονταν εκεί για κάποιο διάστημα, οδηγημένες εκεί όχι μόνο με την προοπτική της ασφάλειας, αλλά ακόμη και από την παρουσία στο νησί μιας ομάδας διακεκριμένων Ελλήνων λογίων.
          Ο Μιχαήλ ήταν πιθανώς γύρω στα δέκα, όταν η οικογένειά του μετακινήθηκε από την Άρτα στην Κέρκυρα. Στα είκοσί του, προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκλεγεί στο Κυβερνόν Συμβούλιο του νησιού. Το 1492 πήγε στη Φλωρεντία, μετέπειτα πρωταγωνίστρια στις Ελληνικές σπουδές στην Ευρώπη. Στη Φλωρεντία, όπου έμεινε για τρία χρόνια, διαμορφώθηκε ως λόγιος από τη διδασκαλία του Έλληνα φιλόλογου Ιωάννη Λάσκαρη και από την επιρροή του σπουδαίου Πλατωνιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο. Πολλά χρόνια μετά γράφοντας στη Μόσχα, ο Μάξιμος θυμόταν τη Φλωρεντία ως την πιο όμορφη από όλες τις Ιταλικές πόλεις που γνώρισε. Η επίδραση του Πλάτωνα και της «Πλατωνικής Ακαδημίας» της Φλωρεντίας θα έμενε, καλώς ή κακώς για αυτόν, σε όλη τη ζωή του.
          Μια άλλη πολλή διαφορετική επίδραση που δέχτηκε στη Φλωρεντία, ήταν αυτή του Δομηνικανού μοναχού Σαβοναρόλα. Αργότερα στη Μόσχα έγραψε για τους Ρώσους μια λεπτομερή αναφορά για τη ζωή του Σαβοναρόλα, περιγράφοντας τα ξακουστά κηρύγματα του, τη διαμάχη του με τον Πάπα και τη φρικιαστική του εκτέλεση στη Φλωρεντία. Αλλού περιγράφει το Πανεπιστήμιο των Παρισίων και αναγγέλει στους Ρώσους -πιθανότατα πρώτος - την ανακάλυψη της Αμερικής και ακριβέστερα ενός μεγάλου νησιού που ονομάζεται Κούβα. Το επόμενο στάδιο στη ζωή του Μιχαήλ στην Ιταλία, μετά από σύντομες επισκέψεις στη Μπολώνια, στην Πάδοβα και στο Μιλάνο, τον βρίσκει το 1496 στη Βενετία, όπου παρέμεινε τα επόμενα δύο χρόνια. Εκεί γνωρίζει και συνεργάζεται με τον Άλδο Μανούτσι, τον εκδότη αρχαιοελληνικών έργων και του Αριστοτέλη. Η μετέπειτα εργασία του ως Μάξιμου και μεταφραστή κειμένων από τα Ελληνικά στα Σλαβονικά, υπονοεί ότι εκπαιδεύτηκε στην έκδοση κειμένων. Μια ειδικότητα που όπως θα δούμε, δεν ήταν χωρίς κινδύνους στη Μοσχοβίτικη Ρωσία.
          Ήδη ο Μιχαήλ έχει αποκτήσει κάποια φήμη και σε ένα γράμμα του το 1498, αναφέρει διαφορετικές προσφορές επικερδούς απασχόλησης που έχει λάβει πρόσφατα. Την ίδια χρονιά τον βρίσκουμε να εργάζεται για έναν άλλο Ιταλό, τον διακεκριμένο Ελληνιστή Τζιανφραντσέσκο Πίκο της Μιραντόλα, ανηψιό του διάσημου Πλατωνιστή Τζιοβάννι Πίκο. Ο Τζιανφραντσέσκο Πίκο δεν ήταν μόνο ένας κλασσικιστής, ένας αληθινός «ελληνομανής», όπως έγραψε ο Μιχαήλ σε έναν φίλο του, το Μάρτιο του 1500. Ήταν επίσης ένας πεπεισμένος Χριστιανός, ένας σπουδαστής των Πατερικών κειμένων και μεγάλος θαυμαστής του Σαβοναρόλα. Η επίδραση του Σαβοναρόλα αποδεικνύεται πιο ισχυρή και στον Μιχαήλ που προσεγγίζει το μοναστικό τάγμα των Δομηνικανών. Τελικά απογοητεύεται και εγκαταλείπει τη Δύση.
          Το 1505 ή 1506, μετά από μια ακόμη αλλαγή που τα αίτια της παραμένουν μυστηριώδη, βρίσκουμε τον Μιχαήλ, τώρα ως μοναχό Μάξιμο, στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, πίσω στην Εκκλησία των πατέρων του. Τα δέκα και πλέον χρόνια που πέρασε ο Μάξιμος στο Άγιο Όρος, ήταν η πιο καθοριστική περίοδος της ζωής του. Αναμφίβολα εκεί καταδύθηκε στα άδυτα της Βυζαντινής λογοτεχνίας, θρησκευτικής και κοσμικής. Όπως γράφει ο ίδιος, η φιλοσοφία μοιάζει με το κυπαρίσσι που ανατείνεται όμορφο, αλλά άγονο προς τα ύψη, ενώ η χριστιανική αλήθεια μοιάζει με την ταπεινή συκιά που εκτείνει τα κλαδιά της χαμηλά, αλλά δίνει γλυκούς καρπούς.
     Ήταν το 1516 όταν η τελευταία περίοδος στη ζωή του Μάξιμου άρχιζε. Αυτό το έτος, μια πρεσβεία από τον Ηγεμόνα της Μόσχας Βασίλειο Γ’, που ήταν γιος της Ελληνίδας Πριγκίπισσας Σοφίας, αφίχθη στο Άγιο Όρος. Σκοπός της αντιπροσωπείας ήταν να προσκαλέσει στη Μόσχα έναν ικανό Έλληνα μεταφραστή. Η Ρωσική Εκκλησία, από τη γέννησή της τον 10ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 15ου, υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και ιδιαίτερα μεταξύ του 1350 και του 1450, η Βασιλική Βιβλιοθήκη είχε εμπλουτιστεί με έναν μεγάλο αριθμό από Ελληνικά χειρόγραφα, φερμένα από το Βυζάντιο. Στις αρχές του 16ου αιώνα λίγοι Ρώσοι ήταν ικανοί να τα διαβάσουν. Υπήρχε ανάγκη ενός ειδικού να τα ξεδιαλύνει και να τα μεταφράσει στα Σλαβονικά. Ο Ηγούμενος πρότεινε τον Μάξιμο, εκθειάζοντας τα χαρίσματά του.
          Ταξιδεύοντας βόρεια ο Μάξιμος και οι συνοδοί του, σταμάτησαν για λίγο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί πιθανότατα το Πατριαρχείο βρήκε την ευκαιρία να τον ενημερώσει για τα δύο ζωτικά θέματα που κυριαρχούσαν στις σχέσεις του με τη Ρωσία: Την επιθυμία να αποκαταστήσει τη δικαιοδοσία του στη Ρωσική Εκκλησία που είχε εκλείψει στα μέσα του 15ου αιώνα και την ελπίδα να λάβει από τη Μόσχα βοήθεια, υλική και πολιτική, για τους Ελληνορθόδοξους υπόδουλους του Σουλτάνου.
            Ο Μάξιμος – και τώρα πια Μαξίμ για τους Ρώσους – έφτασε στη Μόσχα το Μάρτιο του 1518. Εκεί θα γινόταν ένας πολύπλευρος συγγραφέας. Η πρώτη του αποστολή αφορούσε τη μετάφραση και το σχολιασμό στο βιβλίο των Ψαλμών, το Ψαλτήριο, που αποτελούσε και το πρώτο αναγνωστικό κάθε Ρώσου που ήθελε να μάθει να διαβάζει και να γράφει. Η ανάγκη διόρθωσής του ήταν άμεση, γιατί τα λάθη του είχαν καταστεί αιτία παρερμηνειών και στήριξης αιρετικών απόψεων. Ο Ηγούμενος του Βατοπεδίου είχε γράψει στον Τσάρο, ότι ο Μάξιμος δε γνώριζε Ρωσικά. Έτσι με την άφιξή του, αρχικά στην Κριμαία, ξεκίνησε να μαθαίνει, φθάνοντας μετά από καιρό να γνωρίζει Ρωσικά, αλλά και Σερβικά, Βουλγαρικά και την Εκκλησιαστική Σλαβονική. Σύμφωνα με το Ρώσο κορυφαίο Διπλωμάτη και κύριο συνεργάτη του Μάξιμου Dimitri Gerasimov, ο Μάξιμος μετέφραζε το συγκεκριμένο έργο από τα Ελληνικά στα Λατινικά και οι Ρώσοι συνεργάτες του απέδιδαν έπειτα στα Σλαβονικά. Ο Μάξιμος ολοκλήρωσε το έργο αυτό σε δεκαεπτά μήνες. Αυτό ήταν το πρώτο από τα πολλά λογοτεχνικά του έργα στη Ρωσία. Ο Σοβιετικός μελετητής Aleksey Ivanov το 1969, κατέγραψε και έδωσε τις περιλήψεις 365 έργων του Μάξιμου, τα μισά από τα οποία ήταν ανέκδοτα. Καλύπτουν μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων και έχουν χωριστεί από τον Jack Haney, το συγγραφέα του μοναδικού βιβλίου για το Μάξιμο στα Αγγλικά, σε τέσσερις γενικές κατηγορίες: Θεολογία, φιλοσοφία, κρατική διοίκηση και κοινωνικά προβλήματα.
          Η κατηγοριοποίηση είναι χρήσιμη παρόλο που αφήνει εκτός δύο σημαντικά είδη έργων: Μεταφράσεις από τα Ελληνικά (περισσότερες από 100) και έργα Γραμματικής και Λεξικογραφίας, πεδία στα οποία ο Μάξιμος ήταν πρωτοπόρος στη Ρωσία. Είναι επιτακτική η ανάγκη μιας κριτικής έκδοσης των γραπτών του Μάξιμου. Η μόνη υπάρχουσα έκδοση, δημοσιευμένη στο Καζάν από το 1859 ως το 1862, δεν ικανοποιεί αυτήν την απαίτηση.
          Ο Μάξιμος είχε κάθε λόγο να πιστεύει, ότι με τη συμπλήρωση της μετάφρασης των σχολίων στο Ψαλτήριο, θα του επιτρεπόταν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Άλλωστε και ο Ηγούμενος του Βατοπεδίου είχε ζητήσει ο Μάξιμος και οι δύο άλλοι μοναχοί που τον συνόδευαν, να επιστρέψουν με καλή υγεία στον Άθωνα. Πάντως οι Μοσχοβίτικες Αρχές σαφώς και δεν βιάζονταν να του επιτρέψουν να γυρίσει στην πατρίδα του. Είχαν άλλα σχέδια για τον Μάξιμο. Σύντομα του ανέθεσαν και άλλες μεταφράσεις και την αναθεώρηση των υπαρχόντων Σλαβονικών κειμένων των Γραφών και των Λειτουργικών βιβλίων, τα οποία βρήκε ανεπαρκή, αφού οι προηγούμενοι Ρώσοι μεταφραστές είχαν ελλιπή γνώση της Ελληνικής. Αυτό, παρατήρησε ο Μάξιμος με συγκαταβατικότητα, δεν τον εξέπληξε. Επειδή η Ελληνική γλώσσα, σημειώνει, είναι δύσκολη και περίπλοκη και απαιτεί πολλά χρόνια μελέτης για την πλήρη εκμάθησή της, ειδικά όταν ο σπουδαστής δεν είναι Έλληνας, οξυδερκής και δεν έχει υψηλό κίνητρο. Έγινε προφανές σε αυτόν, ότι τα χονδροειδή λάθη που έγιναν από προηγούμενους μεταφραστές, συνδυασμένα με αβλεψίες, οδήγησαν σε παρανοήσεις που στην καλύτερη περίπτωση ήταν παράλογες και στη χειρότερη αιρετικές. Κάποιες από τις πιο φανερές, τις διόρθωσε αυτόβουλα, μην υπολογίζοντας τις μελλοντικές δυσάρεστες συνέπειες. Ο Ηγέτης των «Ακτημόνων» – δηλαδή αυτών που όπως και ο Μάξιμος πίστευαν ότι τα μοναστήρια δεν έπρεπε να κατέχουν χωριά και δουλοπάροικους – Βασιανός, σημείωνε: «Τώρα, μέσω του Μάξιμου, γνωρίσαμε το Θεό».
          Δυστυχώς οι διορθώσεις του, οι απόψεις του για το Μοναχισμό και την ορθή αντιμετώπιση των αιρετικών, η αντίθεση του σε δεισιδαιμονίες και στην αστρολογία, η προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό και το θάρρος της γνώμης του, οδήγησαν στην παραπομπή του σε δίκη, με αβάσιμες και ψευδείς κατηγορίες. Εκείνη την εποχή η Ρωσία από τη μια δεχόταν την επιρροή της Δύσης και τις προσπάθειες του Πάπα να προσεταιριστεί τον Μεγάλο Ηγεμόνα της Μόσχας. Είναι χαρακτηριστικό ότι είχαν εμφανιστεί θαυμαστές της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης. Από την άλλη, πλήθος αιρετικών και σκοταδιστικών βιβλίων, προερχόμενα κυρίως από τη Βουλγαρία, γινόταν άκριτα αποδεκτά ως ιερά από τον αμαθή λαό. Σε πολιτικό επίπεδο, η Ρωσία δεν επιθυμούσε να ανοίξει μέτωπο με τους Οθωμανούς, έχοντας ήδη προβλήματα στα δυτικά και ανατολικά της σύνορα. Μοιραία ο Μάξιμος, με μια μικρή ομάδα μορφωμένων ανθρώπων, συγκρούστηκαν με την καθεστηκυία τάξη.
          Το χειμώνα του 1524/1525 ο Μάξιμος συνελήφθη. Την σύλληψη του ακολούθησε το Φεβρουάριο η δίκη δύο από τους τακτικούς συνομιλητές του. Και οι δύο αυτοί Ρώσοι συνεργάτες του Μάξιμου βρέθηκαν ένοχοι για εσχάτη προδοσία. Ο ένας αποκεφαλίστηκε και ο άλλος καταδικάστηκε σε αποκοπή της γλώσσας του. Τον Μάιο του 1525 ο ίδιος ο Μάξιμος πέρασε από δίκη, όπου προέδρευε ο ίδιος ο Μεγάλος Ηγεμόνας Βασίλειος ο Γ΄  και ο Μητροπολίτης Δανιήλ της Μόσχας, που ενεργούσε και ως κύριος κατήγορος. Μετά από μια καταφανώς προκατειλημμένη δίκη, ο Μάξιμος καταδικάστηκε σε απομόνωση στο μοναστήρι του Βολοκολάμσκ (προπύργιο αυτών που υποστήριζαν ότι τα μοναστήρια μπορούν να κατέχουν ολόκληρα χωριά), αλυσοδέθηκε, του επιβλήθηκε ακοινωνησία και του απαγορεύτηκε να διαβάζει και να γράφει. Η φυλάκιση του θα διαρκούσε είκοσι τρία χρόνια. Το 1531 ξαναδικάστηκε, εν μέρει λόγω της άρνησής του να δηλώσει ένοχος στις παλιότερες κατηγορίες, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση σε μοναστήρι στο Τβερ. Η σκληρή μεταχείριση του Μάξιμου σιγά-σιγά μειώθηκε την δεκαετία του 1530, χάρη στην ανθρωπιά του τοπικού Επισκόπου Ακακίου και ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Μητροπολίτη Δανιήλ – κύριου διώκτη του Μάξιμου – από τη θέση του, το 1539. Αν και ακόμα του απαγορευόταν να κοινωνήσει, του δόθηκαν πίσω τα βιβλία του και του επιτράπηκε να γράφει. Στα μέσα της δεκαετίας του 1540 οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας έγραψαν στον Ιβάν τον Δ΄ τον Τρομερό, ζητώντας την απελευθέρωσή του. Ο Μάξιμος επανειλημμένα εκλιπαρούσε τους δεσμοφύλακές του, να τον αφήσουν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Οι άκαρδες Ρωσικές Αρχές αρνήθηκαν όλες τις αιτήσεις του, να του επιτραπεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, επικαλούμενες το γεγονός ότι γνώριζε πολλά για τη χώρα τους.
          Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα μαρτύρια του έλαβαν τέλος. Απελευθερώθηκε, πιθανότατα το 1548, όταν ήρθη το επιτίμιο της ακοινωνησίας, και του επιτράπηκε να διαμείνει στο μοναστήρι του Αγίου Σεργίου - Αγίας Τριάδας κοντά στη Μόσχα (το σημερινό Ζαγκόρσκ). Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του διαβάζοντας, γράφοντας και διδάσκοντας. Παρά την εξασθένιση της όρασής του, δίδαξε Ελληνικά σε ένα Ρώσο μοναχό, ενώ λίγο νωρίτερα, είχε γράψει στον κύριο κατήγορό του Μητροπολίτη Δανιήλ, παρηγορώντας τον για την απώλεια της θέσης του και απλώνοντάς του χέρι συμφιλίωσης. Απεβίωσε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, σε ηλικία ενενήντα ετών.
          Η μεταθανάτια μοίρα του Μάξιμου του Γραικού στη Ρωσία, ήταν πολύ παράξενη. Οι απόψεις του για πολλά ζητήματα μεγάλου ενδιαφέροντος για τη Ρωσική κοινωνία, διέφεραν κατά πολύ από την επίσημη πολιτική, ώστε να τον καταστήσουν πλήρως αποδεκτό, τουλάχιστον στις αμέσως επόμενες γενιές. Είναι αλήθεια, ότι η θαυμαστή υπομονή με την οποία άντεξε είκοσι τρία χρόνια σκληρών μαρτυρίων, προκάλεσε τον σεβασμό του ως Αγίου και Μάρτυρα, ιδιαίτερα από αυτούς τους Ρώσους που διαφοροποιούνταν από την επίσημη Εκκλησία. Αυτή την μακραίωνη ευλάβεια και τιμή επικύρωσε η Εκκλησία με την επίσημη ανακήρυξη του ως Αγίου, τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και από το Πατριαρχείο Μόσχας, μόλις το 1988!
          Ακόμα είχε κατά τη διάρκεια της ζωής του έναν μικρό κύκλο Ρώσων θαυμαστών, κάποιοι από τους οποίους ήταν διαπρεπείς προσωπικότητες. Είναι ίσως εκπληκτικό ότι βρίσκουμε ανάμεσα τους τον Τσάρο Ιβάν τον Τρομερό. Με δική του διαταγή αποφυλακίστηκε. Αλλά παραμένει το γεγονός, ότι η επιρροή του Μάξιμου ήταν πάντα περιορισμένη. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο Βυζαντινός λόγιος, ήταν αξιοσέβαστος περισσότερο για τις προτάσεις του, για το σωστό τρόπο που γίνεται το σημείο του Σταυρού, ενώ οι αναφορές του στην Ελληνική Κλασσική λογοτεχνία στην πλειοψηφία τους αγνοούνταν. Στον πρόλογο των έργων του από την Ακαδημία του Καζάν το 1859 αναφέρεται: « Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μάξιμου. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότητα και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του». Πρέπει αλήθεια να υπάρχει κάτι συμβολικό στο Ρωσικό πεπρωμένο του Μάξιμου. Η απόρριψη ενός ανθρώπου που το βάθος της πνευματικότητάς του και της λογιοσύνης του, αντιπροσώπευε ότι καλύτερο υπήρχε στον πολιτισμό της μεταβυζαντινής Ελλάδας, σηματοδοτούσε κατά κάποιον τρόπο την απομάκρυνση της Ρωσίας από την αρχαία κληρονομιά του Βυζαντίου. Είναι αλήθεια, ότι τον καιρό που ήταν στη Μόσχα, οι Ρωσικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι ανέπτυσσαν την αυθαίρετη θεωρία της Μόσχας ως Τρίτης Ρώμης, που απέδιδε στην πρωτεύουσα τους το ρόλο της εστίας της διεθνούς ισχύος και του κεντρικού εγγυητή για την αληθινή Ορθόδοξη πίστη. Αλλά η στάση του Μάξιμου απέναντι σε αυτή τη θεωρία υπήρξε αμφίσημη. Ως Έλληνας πατριώτης, δέχτηκε ευχαρίστως την εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας του δέκατου έκτου αιώνα, της προοπτικής για μια νικηφόρα είσοδο της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, οδηγώντας στην απελευθέρωση του λαού του και την αναζωογόνηση του, κάτω από το σκήπτρο ενός Ορθόδοξου Τσάρου. Στην εισαγωγή του στην μετάφραση των σχολίων του Ψαλτηρίου, του πρώτου του έργου που ανέλαβε στη Ρωσία, ο Μάξιμος απευθυνόταν στο Μεγάλο Ηγεμόνα της Μόσχας, Βασίλειο τον Γ΄ ως εξής:
          «Αφήστε τους δυστυχείς Χριστιανούς που ζουν εκεί (στην Ελλάδα) να μάθουν από εμάς, ότι ακόμη έχουν Βασιλέα, που όχι μόνο κυβερνά σε αναρίθμητους ανθρώπους και κατέχει πλήθος από όλα τα υπόλοιπα που είναι βασιλικά και άξια θαυμασμού, αλλά και που έχει δοξαστεί πάνω από όλους λόγωτης δικαιοσύνης του και της Ορθοδοξίας του, τόσο που μπορεί να παρομοιαστεί με τους Κωνσταντίνο και Θεοδόσιο τους Μεγάλους, που η μεγαλειότητα σας διαδέχεται. Ω, αν μόνο μια μέρα μπορούσαμε να απελευθερωθούμε χάρη σε σας από την υποταγή στους απίστους και λαμβάνοντας το δικό μας βασίλειο…Ακόμη και τώρα, μπορεί ο Θεός να ευαρεστηθεί να ελευθερώσει τη Νέα Ρώμη (την Κωνσταντινούπολη), που βάναυσα βασανίζεται από τους άθεους Μουσουλμάνους, μέσω της ευσεβούς μεγαλειότητάς σας και να φέρει μπροστά από τον πατρικό σας θρόνο μια κληρονομιά και μπορεί εμείς οι δύστυχοι να λάβουμε διαμέσου σας το φως της ελευθερίας…».
          Ίσως ο Μάξιμος πραγματικά πίστευε, ότι αυτή η ρητορική θα προωθούσε την υπόθεση της απελευθέρωσης του λαού του. Έγραψε αυτά τα λόγια στις πρώτες του μέρες στη Ρωσία. Η πίστη του ότι η Μόσχα, ως διάδοχος της Κωνσταντινούπολης, ήταν η Τρίτη και τελευταία Ρώμη, αν ήταν ποτέ ειλικρινής, σύντομα βούλιαξε στην πραγματικότητα που έβλεπε γύρω του. Ήταν πολύ Βυζαντινός στην καρδιά, ώστε να δέχεται για πολύ αυτό το ευκαιριακό υποκατάστατο της Ανατολικής Ρωμαϊκής οικουμενικής ιδέας, που αναπτυσσόταν στη Ρωσία από τους ορκισμένους αντιπάλους του. Και ήταν πιθανώς πολύ ρεαλιστής, ώστε να μην παρατηρήσει πως, στη Ρωσία του δέκατου έκτου αιώνα, μέσα από τον περιορισμό των πολιτιστικών οριζόντων και την αφύπνιση της Realpolitik από τους κυβερνήτες της, η Χριστιανική παγκοσμιότητα του Βυζαντίου μεταμορφώνονταν και παραμορφώνονταν στα πιο στενά πλαίσια του Μοσχοβίτικου εθνικισμού. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που το όραμα του Μάξιμου για την Χριστιανική Κοινοπολιτεία κατέληξε τελικά απαισιόδοξο. Σε ένα απόσπασμα εμφανώς αλληγορικό, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1540, μας λέει ότι περπατώντας με κόπο σε έναν σκληρό και δύσβατο δρόμο, συνάντησε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, που καθόταν στην άκρη του δρόμου και έκλαιγε απαρηγόρητη. Γύρω της υπήρχαν άγρια ζώα, λιοντάρια και αρκούδες, λύκοι και αλεπούδες. «Ο δρόμος» είπε στο Μάξιμο «είναι ερημωμένος και προεικονίζει αυτούς τους έσχατους και καταραμένους καιρούς». Το όνομά της, του είπε, ήταν Βασιλεία.
         Δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε ακριβώς τη θέση που πρέπει να καταλάβει ο Μιχαήλ – Μάξιμος – Μαξίμ στην Ιστορία του Πολιτισμού, καθενός από τους τρεις κόσμους στους οποίους ανήκε. Έζησε σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον, όπου η Βυζαντινή κληρονομιά, οι υστερομεσαιωνικές Ιταλό Ελληνικές σχέσεις και οι παραδοσιακοί δεσμοί μεταξύ της Ρωσίας, του Αγίου Όρους και της Κωνσταντινούπολης, ήταν ακόμα σε κάποιο βαθμό ζωντανοί. Ήταν μια από τις τελευταίες προσωπικότητες αυτού του είδους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
D. Obolensky, Six Byzantine portraits, Oxford 1988.
E. M. Vereshagin - V.G. Kostomarov, Язык и культура (Language and culture), Moscow 2005.
Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους,  Άγιος Μάξιμος ο Γραικός ο Φωτιστής των Ρώσων,  1991.

 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ

Στή λειτουργική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ὑπάρχουν καί δύο πολύ γνωστές τελετές, ὁ Μικρός καί Μεγάλος Ἁγιασμός. Ἀνήκουν στήν κατηγορία τῶν λεγομένων μυστηριωδῶν τελετῶν, τῶν τελετῶν/ἀκολουθιῶν δηλαδή πού παρέχουν μέν τήν ἀόρατη χάρη τοῦ Θεοῦ μέσῳ ἑνός ὀρατοῦ ὑλικοῦ στοιχείου (ἐν προκειμένῳ τοῦ εὐλογημένου ὕδατος), δέν ἔχουν ὅμως συσταθεῖ ἀπό τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί δέν εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν σωτηρία μας, ὅπως τά Μυστήρια.
Πολλοί πιστοί ἔχουν μία ἀόριστη εἰκόνα καί μία ἐσφαλμένη γνώση περί τοῦ Μικροῦ καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, σχετικά τόν τρόπο καί χρόνο πού χρησιμοποιοῦνται, γιά τό ἄν προηγεῖται νηστεία πρίν τήν μετάληψη τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, ἄν φυλάσσεται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός στό σπίτι, κ.λ.π.
Στήν συνέχεια δημοσιεύται (σέ γλωσσική προσαρμογή), μία εἰδική γνωμάτευση (σέ  μορφή  ἐρωταποκρίσεων) γιά τόν Μεγάλο Ἁγιασμό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπ. Πατρῶν Νικοδήμου Βαληνδρᾶ (ΔΙΠΤΥΧΑ, τ. 1999), ειδικού  περί  την  Λειτουργική:

1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ μικρός Ἁγιασμός καί τήν ἑπόμενη ὁ Μέγας. Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός.
Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ Χριστιανοί σέ διάφορες περιστάσεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου) στό Ναό.

2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά μεταλαμβάνεται ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καί προϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βρίσκονται ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει.
Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν, ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ, οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή Θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.

3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ’ αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ’ αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ…) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία• «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν… καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»).
Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους (ξόρκια, μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα ἁγιάσματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ μικρός λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν Της μέσων.
Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).
Σημείωσις δική  μας: Σχετικός  είναι  καί λόγος του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει: «Κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν». 

 

4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων - ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς - γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων Χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος• τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια - ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος - οἱ Χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο• «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό Ἅγιον Βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος• ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.
Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: Πρῶτον, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)• ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος τήν 6η Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων• γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο• ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν Χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν Ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ’ αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.
Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).


















































Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

H ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ

 Α. Ι. ΟΣΙΠΩΦ,
Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας.

Πηγή: ftdathanasiou.wordpress.com

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ εἶμαι μέρος μιᾶς διαλέξεως τοῦ Καθηγητοῦ 'Α. 'Ι. Ὀσίπωφ, ἡ ὁποία δόθηκε τήν 13η Σεπτεμβρίου 2000 στήν Σύναξη τῆς Σχολῆς τοῦ Κυρίου τῆς Σρετένσκαγια (Μόσχα). Ὅπως δήλωσε χαρακτηριστικά ὁ ἴδιος, «μερικές φορές κάνω δημόσιες ὁμιλίες, στίς ὁποίες προσέρχεται μία μεγάλη γκάμα ἀνθρώπων. Συχνότατα ἀκούω τό ἐξῆς ἐρώτημα: «Λοιπόν, τί εἶναι αὐτό πού ξεχωρίζει τόν Καθολικισμό ἀπό τήν Ὀρθοδοξία; Πού κάνουν λάθος; Δέν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἕνα ἄλλο μονοπάτι πρός τόν Χριστό;» Πολλές φορές διαπίστωσα πώς τό μόνο πού χρειαζόταν νά κάνω, ἦταν νά τούς προβάλλω παραδείγματα ὀλίγων Καθολικῶν μυστῶν καί ὁ ἐρωτήσας νά μοῦ πεῖ: «Σᾶς εὐχαριστῶ, τώρα ὅλα εἶναι ξεκάθαρα. Δέν χρειάζομαι τίποτε ἄλλο».
Γιά τόν Καθηγητή Ὀσίπωφ τό θέμα τῶν Ἁγίων δέν εἶναι ἁπλῶς σημαντικοῦ ἱστορικοῦ ἤ λατρευτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Εἶναι θέμα ὁμολογιακῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας στήν ὁποία ἀνῆκει ὁ κάθε Ἅγιος. (Σημ. ἡμ. Ἐδῶ οἱ  ὅροι "Ἐκκλησία" καί "Ἅγιος" στήν εὑρύτερη ἔνοιά τους καί ὄχι ὀρθοδόξως νοούμενοι). «Εἶναι ἀλήθεια - γράφει – πώς μία ὁποιαδήποτε Ἐκκλησία - Ὀρθόδοξη ἤ ἑτερόδοξη - ἀναγνωρίζεται ἀπό τούς Ἁγίους της. «Δεῖξε μου τούς Ἁγίους σου καί θά σοῦ πῶ τό σόϊ Ἐκκλησία εἶσαι». Ἡ κάθε Ἐκκλησία ἁγιοποιεῖ (σημ. ἡμ. Ὁ ὅρος ὑπό τήν ἔννοια τῆς διακηρύξεως ἁγιότητος), μόνον ἐκείνους πού ἐκπροσωποῦν τό Χριστιανικό ἰδεῶδες, ὅπως αὐτό κατανοεῖται ἀπό τήν κάθε Ἐκκλησία. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ δοξολογία (σημ. ἡμ. ἐννοεῖ τήν τιμή), δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἐπιβεβαίωση τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι κρίθηκε κάποιος Χριστιανός ἄξιος τιμῆς καί κατάλληλο παράδειγμα πρός μίμηση, ἀλλά ἐπίσης καί μία κατ’ ἐξοχήν μαρτυρία τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ἑαυτοῦ της. Μέσω τῶν Ἁγίων, μποροῦμε νά ἀποφανθοῦμε πιό καλά ὡς πρός τήν πραγματικότητα ἤ τήν φαινομενικότητα τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης».
Στήν ὁμιλία του ὁ Καθηγητής Ὀσίπωφ ξεκίνησε ἀπό τόν Ἀθεϊσμό γιά νά καταλήξει στήν μοναδικότητα τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας. Ἄς τόν παρακολουθήσουμε στήν συνέχεια:

…Καταλήξαμε, λοιπόν, στόν Χριστιανισμό. «Δόξα σέ Σένα, Κύριέ μου, βρῆκα ἐπί τέλους τήν ἀληθηνή Πίστη». (Ὅμως, ὅλοι οἱ Χριστιανοί φωνάζουν), «ἡ δική μου Χριστιανική Πίστη εἶναι ἡ πιο καλή ἀπ’ ὅλες». Οἱ Παπικοί διατυμπανίζουν: «Κυττάξτε πόσους ὀπαδούς ἔχουμε - ἕνα δισεκατομμύριο»! Οἱ Προταστάντες, πού ἀπαρτίζονται ἀπό μία εὑρεῖα γκάμα ὁμολογιῶν – λένε πώς ἀριθμοῦν 350 ἑκατομμύρια. Οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι οἱ λιγώτεροι, μόλις 170 ἑκατομμάρια.
Ὅπως ἤδη ἔχει σωστά ἐπισημανθεῖ, ἡ ἀλήθεια δέν καθορίζεται ἀπό τήν ποσότητα, ἀλλά ἀπό τήν ποιότητα. Καί ὅμως παραμένει τό ἐρώτημα: «Πού βρίσκεται ἡ ἀληθινή Χριστιανοσύνη;»
Ὑπάρχουν πολλοί τρόποι προσέγγισης στό ἐρώτημα αὐτό. Στήν Ἱερατική Σχολή πάντα μᾶς δίδασκαν νά συγκρίνουμε τά Παπικά καί τά Προτεσταντικά δογματικά συστήματα, μέ ἐκεῖνα τῆς Ὀρθοδοξίας. (Σημ. ἡμ. Τό κείμενο συνεχίζεται σε μονοτονικό σύστημα, γιά λόγους τεχνικούς). Αυτό είναι μια μέθοδος που αξίζει την προσοχή και τον σεβασμό μας, αλλά μου φαίνεται πως δεν είναι αρκετά κατανοητή ή επαρκής, διότι κάποιος που δεν έτυχε καλών σπουδών, κάποιος που δεν είναι αρκετά διαβασμένος, μάλλον δεν θα του φανεί εύκολο να βγάλει άκρη μέσα στην ζούγκλα των δογματικών επιχειρημάτων και να αποφασίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος σφάλλει. Πέραν αυτού, ορισμένες φορές εφαρμόζονται τόσο ισχυρές ψυχολογικές μέθοδοι, που εύκολα αποπροσανατολίζεται κανείς από την ουσία του ζητήματος…
Υπάρχει όμως και ένα άλλο μονοπάτι που δείχνει καθαρά τι ακριβώς είναι ο Ρωμαιο-Καθολικισμός και πού οδηγεί τον άνθρωπο. Το μονοπάτι είναι εκείνο της συγκριτικής έρευνας και μελέτης, αλλά που ήδη υπάρχει μέσα στην σφαίρα της πνευματικής ζωής, όπως φανερώνεται στις ζωές των Αγίων. Εκεί, για να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα των ασκητών, φωτίζεται άπλετα και δυναμικά η «αλαζονεία» της Ρωμαιοκαθολικής πνευματικότητας. Είναι μια αλαζονεία που βρίθει από σοβαρότατες συνέπειες για τον ασκητή που θα πατήσει πόδι στον δικό της τρόπο ζωής. Θα σας δώσω μερικά παραδείγματα του πώς η Καθολική Εκκλησία βλέπει την αγιότητα.
Ο Φραγκίσκος της Ασσίζης (13ος αι.), είναι ένα πρόσωπο που ο Καθολικισμός θεωρεί «μεγάλο Άγιο». Όσα ακολουθούν μας δίνουν μια εικόνα της πνευματικής του συνείδησης, του προφίλ του. Κάποτε, έτυχε ο Φραγκίσκος να έχει επιδοθεί σε μια πολύωρη προσευχή «για δύο δώρα». Το θέμα της προσευχής είναι αποκαλυπτικότατο: «Πρώτα, ζητώ να… βιώσω όλο τον πόνο που Εσύ, γλυκύτατε Ιησού, εβίωσες κατά τα βασανιστικά Σου Πάθη. Δεύτερο, ζητώ να… νοιώσω εκείνη την απέραντη αγάπη με την οποία φλεγόσουν, ω Υιέ του Θεού…». Όπως μπορούμε να δούμε εδώ, τον Φραγκίσκο τον απασχολούσε όχι η δική του αμαρτωλότητα, αλλά η γεμάτη υπερηφάνεια τάση εξίσωσης του με τον Χριστό!
Κατά την διάρκεια της προσευχής αυτής, ο Φραγκίσκος «ένοιωσε τον εαυτό του εντελώς μεταμορφωμένο σε Ιησού», τον οποίο αναγνώρισε αμέσως, καθώς ένα εξαπτέρυγο Σεραφείμ τον τόξευε με φλεγόμενα βέλη στα χέρια, στα πόδια και στην δεξιά πλευρά, δηλαδή στα μέρη που είχε λαβωθεί ο Χριστός και όπου –μετά το πέρας του οράματος αυτού– άνοιξαν πληγές που αιμορραγούσαν (τα λεγόμενα «stigmata», ενδείξεις των βασανισμών του Ιησού). (M.V. Lodyzhensky, σελ. 109, «The Unseen Light - Το Αθέατο Φως» Πετρούπολις 1915.)
Εξ ίσου αποκαλυπτικός είναι και ο στόχος ζωής που είχε βάλει για τον εαυτό του ο Φραγκίσκος: «Έχω κοπιάσει, και θέλω να κοπιάζω, διότι αυτό επιφέρει την τιμή» («St. Francis of Assisi; Works - Αγ. Φραγκίσκος της Ασίζης – Άπαντα», Μόσχα 1995, σελ. 145). Ο Φραγκίσκος ποθεί να υποφέρει για τους άλλους και να γίνει ο ίδιος εξιλασμός για τις αμαρτίες των άλλων (σελ. 20). Μήπως αυτός δεν ήταν και ο λόγος που δήλωσε ευθαρσώς στο τέλος της ζωής του: «Δεν γνωρίζω να υπάρχουν παραβάσεις που να μην έχω εξιλεώσει, μέσω εξομολόγησης και μετάνοιας» (Lodyzhensky, σελ. 129). Όλα αυτά μαρτυρούν την αδυναμία του να δει τις δικές του αμαρτίες, την πτώση του, την τελεία πνευματική του τύφλωση.
Το φαινόμενο τέτοιων στιγμάτων είναι ένας τομέας πολύ γνώριμος στον χώρο της Ψυχιατρικής. Ένας αδιάκοπος διαλογισμός πάνω στα Πάθη του Χριστού επί του Σταυρού, διεγείρει σημαντικά την διανοητική κατάσταση του ανθρώπου και με παρατεταμένη εξάσκηση μιας τέτοιας αυτοσυγκέντρωσης, τέτοια φαινόμενα μπορούν να προκύψουν. Δεν είναι όμως φαινόμενο «πλήρης χάριτος» αυτό, εφ’ όσον με το να συμπάσχει κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο με τον Χριστό, δεν υπάρχει εκείνη η πραγματική αγάπη, την ουσία της οποίας μας είχε δηλώσει με πολλή σαφήνεια ο Κύριος: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με…» (Ιω. 14:21). Έτσι, λοιπόν, η υποκατάσταση του αγώνα μας να υπερνικήσουμε τον «παλαιό άνθρωπο», την προγενέστερη φύση μας, με τον «διαλογισμό επί το συμπάσχειν», είναι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της πνευματικής ζωής. Σφάλμα που έχει οδηγήσει – και συνεχίζει να οδηγεί – πολλούς πνευματικούς αγωνιστές στον εγωισμό, στην έπαρση, στην σίγουρη πνευματική αυταπάτη που συχνά συνδέεται με την διανοητική ασθένεια. (Για παράδειγμα, δείτε τις «ομιλίες» του Φραγκίσκου, που απευθύνονται σε πτηνά, σε λύκο, σε περιστέρια, σε φίδια και στα λουλούδια, και την ευλάβειά του ενώπιον της φωτιάς, των βράχων και των σκουληκιών.)
Χάριν συγκρίσεως (ανάμεσα στην Ορθόδοξη και Καθολική αντίληψη περί αγιότητος), ας παρατηρήσουμε ένα περιστατικό από τις τελευταίες στιγμές ενός σεβάσμιου Αγίου, του Μεγάλου Σισώη (5ος αι.). «Στα λίγα τελευταία λεπτά πριν από τον θάνατό του και ενώ ο Σισώης έμοιαζε να συνομιλεί με πρόσωπα αόρατα στους παριστάμενους αδελφούς, ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους, «Πάτερ, πες μας με ποιόν συνομιλείς», λέγοντάς τους: «Είναι οι Άγγελοι, που έχουν έρθει να με πάρουν, και τους ικετεύω να με αφήσουν (εδώ) λιγάκι ακόμα, για να μετανοήσω». Όταν οι αδελφοί, που γνώριζαν πως ο Σισώης ήταν κοσμημένος με πολλές αρετές, διαμαρτυρήθηκαν, παρατηρώντας, «μα, Πάτερ, εσύ δεν έχεις ανάγκη την μετάνοια», εκείνος τους είπε: «Στ’ αλήθεια, δεν γνωρίζω αν έχω αρχίσει καν να μετανοώ». (Lodyzhensky, σελ. 133.) Εκείνη η βαθύτατη κατανόηση, εκείνη η αναγνώριση της ατέλειάς μας, είναι το κύριο διακριτικό σημείο όλων των πραγματικών Αγίων.
Τώρα ένα απόσπασμα από την «Ευλογημένη Αγγελική»(?1309), στο έργο «The Revelations to Blessed Angela - Αποκαλύψεις στην Ευλογημένη Αγγελική», που εκδόθηκε στη Μόσχα, το 1918. Γράφει η ίδια πως το Άγιο Πνεύμα της μίλησε, λέγοντας: «Κόρη μου, η τόσο γλυκειά και γοητευτική…. Σε αγαπώ πάρα πολύ.» (σελ. 95) «Ήμουν με τους Αποστόλους και με έβλεπαν με ανθρώπινα μάτια, όμως δεν με ένοιωθαν, όπως με νοιώθεις εσύ» (σελ. 96). Η Αγγελική αποκάλυψε τα ακόλουθα για τον εαυτό της: «Μέσα στο σκοτάδι, βλέπω την Αγία Τριάδα και μου φαίνεται πως είμαι εκεί, στο κέντρο της Τριάδας, την οποία βλέπω μέσα στο σκοτάδι.» (σελ. 117) Μας παρέχει παραδείγματα του πώς η ίδια βλέπει την σχέση της με τον Ιησού Χριστό: «Μπόρεσα να βάλω τον εαυτό μου εντελώς μέσα στον Ιησού Χριστό» (σελ. 176). Και: «Εξ αιτίας της γλυκύτητάς Του και από την πολλή θλίψη μου για την αναχώρησή Του, ούρλιαζα και ήθελα να πεθάνω.» (σελ. 101). Στις φρενήρεις στιγμές της, άρχιζε να δέρνει τον εαυτόν της τόσο σκληρά, που οι καλόγριες ήσαν αναγκασμένες να την βγάλουν σηκωτή από τον ναό (σελ. 83)!
Ο A. F. Lossev, ένας από τους πιο επιφανείς Ρώσους θρησκευτικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, έδωσε την ακόλουθη σκληρή, αλλά ακριβή κριτική του, σχετικά με τις «αποκαλύψεις» της Αγγελικής. Έγραψε εν μέρει: «(Η Αγγελική) είναι σε μια τέτοια κατάσταση πειρασμού και ξελογιάσματος, που μέχρι και το Άγιο Πνεύμα το παρουσιάζει πως εμφανίζεται (σ’ αυτήν) και της ψιθυρίζει λατρευτικά λόγια, όπως «κόρη μου, γλυκειά και γοητευτική μου, ναέ μου, χαρά μου, αγάπα με, διότι εγώ σ’ αγαπώ τόσο πολύ, πολύ περισσότερο απ’ ότι μ’ αγαπάς εσύ.» Η «αγία» λιώνει από την γλύκα και αποπροσανατολίζεται από την γλυκειά εξουθένωση της αγάπης. Και ο εραστής της εμφανίζεται όλο και πιο συχνά, για να την φλέγει ακόμα περισσότερο – το σώμα της, την καρδιά της, το αίμα της. Ο Σταυρός του Χριστού της φαίνεται σαν νυφικό κρεβάτι… Υπάρχει κάτι πιο αντίθετο στον σοβαρό και νηφάλιο Βυζαντινό-Μοσχοβίτικο ασκητισμό, από την ακόλουθη, βλάσφημη αναγγελία: «Η ψυχή μου αρπάχτηκε από το άκτιστο φως, και ανέβηκε». Τόσες παθιασμένες αναπολήσεις πάνω στον Σταυρό του Χριστού, στα τραύματα του Χριστού και στα μεμονωμένα μέρη του Σώματός Του, τόσο βεβιασμένη επίκληση αιμορραγούντων στιγμάτων στο ίδιο το σώμα… Στο ζενίθ, ο Χριστός τυλίγει το χέρι - που ήταν καρφωμένο πάνω στον Σταυρό - γύρω από την Αγγελική και εκείνη, εντελώς εξουθενωμένη από την αποχαύνωσή της, την αγωνία της και την ευτυχία, λέει: «Μερικές φορές, μέσα στην κοντινότητα εκείνης της αγκαλιάς, στην ψυχή μου – που εισήλθε μέσα στην πλευρά του Χριστού – η χαρά και ο φωτισμός που έλαβε εκεί ήταν ανέκφραστη. Διότι ήσαν τόσο μεγάλες, που μερικές φορές ήταν αδύνατον να σταθώ στα πόδια μου και ξάπλωνα, αδυνατώντας να μιλήσω… και έμεινα ξαπλωμένη, έχοντας αφαιρεθεί από μένα η γλώσσα και τα μέλη μου…» (A. F. Lossev, «Essays on Ancient Symbolism and Mythology - Εκθέσεις επί Αρχαίων Συμβολισμών και Μυθολογίας», Μόσχα 1930, τ. 1, σελ. 867 - 868).
Η Αικατερίνα της Sienna (+1380), που είχε υψωθεί από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στον υψηλότερο βαθμό αγιωσύνης (στόν Παπισμό), εκείνο του Διδασκάλου της Εκκλησίας, είναι ένα έντονο παράδειγμα Καθολικής αντίληψης περί αγιότητος. Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από το Καθολικό βιβλίο «Πορτραίτα των Αγίων» του Antonio Siccari, αποσπάσματα που δεν νομίζω να χρειάζονται οποιαδήποτε εξήγηση.
«Κάποτε η Αικατερίνα είδε το εξής όραμα: Ο θείος Νυμφίος της, αφού την αγκάλιασε, την τράβηξε κοντά του, αλλά αμέσως της αφαίρεσε την καρδιά από το στήθος της, για να της δώσει μια καινούργια καρδιά, που να μοιάζει περισσότερο στην δική Του». (σελ. 12).Η Αικατερίνα ήταν περίπου 20 ετών. «Διαισθάνθηκε πως η ζωή της θα έφτανε σε μια κρίσιμη καμπή και προσευχόταν συνεχώς για αυτό, στον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, επαναλαμβάνοντάς Του την θαυμάσια και πολύ τρυφερή έκφραση που θα γινόταν και το λάϊτμοτιφ της: «Ενώσου μαζί μου, σε ένα γάμο πίστεως!» (AntonioSiccari, «Portraits of the Saints - Πορτραίτα των Αγίων», τ Β’, Μιλάνο 1991, σελ. 11.)
Κάποια φόρα, είχε λεχθεί πως είχε πεθάνει. «Η ίδια είχε πει αργότερα πως η καρδιά της είχε διαρραγεί από την δύναμη της αγάπης του Θεού και πως βίωσε τον θάνατο, «αγναντεύοντας τις ουράνιες πύλες». Όμως ο Κύριος της είπε «Γύρνα πίσω παιδί μου. Πρέπει να γυρίσεις πίσω…. Θα φέρω ενώπιόν σου τους Πρίγκηπες και τους Ηγέτες της Εκκλησίας». Και το ταπεινό αυτό κορίτσι άρχισε να αποστέλλει επιστολές της σε όλο τον κόσμο. Επιστολές μακροσκελείς που συχνά τις υπαγόρευε 3 - 4 ταυτόχρονα, επί διαφόρων θεμάτων και χωρίς να χάνει τον ειρμό της, με καταπληκτική ταχύτητα, κάνοντας τους γραμματείς της να μην προφταίνουν τον ρυθμό της. Όλες οι επιστολές αυτές έκλειναν με την παθιάρικη συνταγή: «Γλυκύτατε Ιησού, Ιησού αγάπη μου». Πολλές φορές άρχιζαν οι επιστολές με τα λόγια: «Εγώ, η Αικατερίνα, υπηρέτρια και δούλη των δούλων του Ιησού, σας γράφω εν τω πολυτιμότατω Του αίματι» (σελ. 12).
Στις επιστολές της Αικατερίνης, αμέσως γίνεται αντιληπτή η συχνή και επίμονη εμφάνιση των επαναλαμβανόμενων λέξεων «εγώ θέλω» (σελ. 12). Μερικοί λένε πως, πάνω στην έκστασή της, απηύθυνε τα απαιτητικά λόγια «εγώ θέλω» και στον Χριστό (σελ. 13).
Από την αλληλογραφία της με τον Γρηγόριο ΙΑ’, τον οποίον προσπαθούσε να πείσει να επιστρέψει από την Αβινιόν στη Ρώμη: «Σας ομιλώ εκ μέρους του Χριστού…. Σας ομιλώ, Πάτερ, εν Ιησού Χριστώ… Απαντήστε στο κάλεσμα του Αγίου Πνεύματος, που απευθύνεται σε σας» (σελ. 13). Και στον Βασιλέα της Γαλλίας είχε πει: «Κάνε το θέλημα του Θεού και το δικό μου» (σελ. 14).
Όχι λιγότερο αποκαλυπτικές είναι και οι «αποκαλύψεις» της Τερέζας της Αβίλας (16ος αι.), η οποία είχε παρομοίως υψωθεί από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στον βαθμό του Διδασκάλου της Εκκλησίας. Πριν τον θάνατό της, φώναξε: «Ω, Θεέ μου, σύζυγέ μου, επί τέλους θα Σε δω!» Αυτή η παραδοξώτατη κραυγή δεν ήταν τυχαία. Ήταν η φυσική κατάληξη όλων των «πνευματικών παλαισμάτων» της Τερέζας, η ουσία των οποίων φανερώθηκε στα ακόλουθα:
Μετά από τις πολλές τις αποκαλύψεις, ο «Χριστός» είπε στην Τερέζα: «Από σήμερα και στο εξής, εσύ θα είσαι η σύζυγός μου. Στο εξής, δεν είμαι μόνο ο Δημιουργός σου, αλλά ο σύζυγός σου» (D. S. Merezhkovsky, Spanish Mystics - Ισπανοί Μύστες», Βρυξέλλες 1988, σελ. 88). Ο D. Merezhkovsky έγραψε πως η Τερέζα καθώς έλεγε, «Κύριε, ή να υποφέρω μαζί Σου, ή να πεθάνω για Σένα!» έπεσε εξαντλημένη από τις χάρες αυτές. Έτσι, δεν προξενεί καμμία έκπληξη που η Τερέζα ομολογεί πως «ο Αγαπημένος μου καλεί την ψυχή μου με ένα τόσο διαπεραστικό σφύριγμα, που δεν μπορώ παρά να το ακούσω. Αυτό το κάλεσμα δρα τόσο πολύ πάνω στην ψυχή μου, που εξαντλείται από την επιθυμία».
Δεν είναι τυχαίο, που κατά την εκτίμηση των μυστικών της εμπειριών, ο διάσημος Αμερικανός Ψυχολόγος William James είχε γράψει πως «η δική της κατανόηση περί θρησκείας κατέληξε – αν μπορεί κανείς να το πει έτσι – σε μια ατελείωτη σειρά ερωτικών φλερτ ανάμεσα στον λάτρη και τον Θεό του» (William James, «The Variety of Religious Experience - Η Ποικιλία της Θρησκευτικής Εμπειρίας», μετάφραση από την Αγγλική, Μόσχα 1910, σελ. 337).
Ακόμα ένα παράδειγμα Καθολικής αντίληψης περί αγιότητος είναι η Τερέζα της Λισιέ (Saint Therese of Lisieux - Μικρή Τερέζα ή Τερέζα, το Παιδί του Ιησού), η οποία έζησε έως τα 23 της χρόνια και την οποία το 1997 – στα 100 χρόνια από την κοίμησή της – ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ «αλάθητα» ανακήρυξε ως άλλη μία «Διδάσκαλο της Παγκοσμίου Εκκλησίας». Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την πνευματική αυτοβιογραφία της Τερέζας «Η Ιστορία μιας Ψυχής» (Εκδόσεις Symbol, 1996, No. 36, Παρίσι, σελ. 151), είναι μια εύγλωττη μαρτυρία της πνευματικής της κατάστασης.
“Κατά την διάρκεια της συζήτησης που προηγήθηκε της κουράς μου, είδα τα γεγονότα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο Καρμήλιο. Ήρθα για να σώσω ψυχές και πρώτα απ’ όλα, να προσεύχομαι για τους Ιερείς…» (να μην σώσει τον εαυτό της, αλλά τους άλλους!). Αναφερόμενη στην ευτέλειά της, έγραψε:, «Διατηρώ την σταθερή, τολμηρή ελπίδα πως θα γίνω μεγάλη Αγία…. Είχα την πεποίθηση πως γεννήθηκα για την δόξα και αναζήτησα τους τρόπους που θα μπορούσα να το επιτύχω. Και να που Κύριος ο Θεός….μου αποκάλυψε πως η δόξα μου δεν θα αντικρύσει τον θάνατο και η ουσία είναι πως θα γίνω μεγάλη Αγία!» (Συγκρίνετε αυτό με τον Μέγα Μακάριο, ο οποίος ήταν γνωστός στους συναγωνιστές του για τον εξαιρετικά υψηλό χαρακτήρα της βιοτής του και που τον αποκαλούσαν «Θεό επί της γης». Όταν προσευχόταν, έλεγε μονάχα: «Ω, Κύριε, καθάρισέ με τον αμαρτωλό, διότι δεν έπραξα τίποτε αγαθό ενώπιόν Σου»). Αργότερα, η Τερέζα έγραφε ακόμα πιο ορθά-κοφτά: «Μέσα στην καρδιά της Μητέρας Εκκλησίας μου, εγώ θα είμαι η αγάπη… τότε θα είμαι για όλους….. και μέσω αυτού, θα έχει γίνει αληθινό το όνειρό μου!»
Οι διδαχές της Τερέζας περί πνευματικής αγάπης ήταν ομολογουμένως «αξιοσημείωτες». Δήλωνε: «Αυτό ήταν το φιλί της αγάπης. ‘Ενοιωθα πως είχα αγαπηθεί και είπα: «Σε αγαπώ και εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σε Σένα για πάντα.» Ίχνος από παρακλήσεις, αγώνες ή θυσίες. Ο Ιησούς και η καημενούλα η Τερέζα από καιρό αλληλοκοιτάζονταν και καταλάβαιναν τα πάντα. Η ημέρα εκείνη δεν έφερε κάποια ανταλλαγή βλεμμάτων, αλλά μια συγχώνευση. Δεν υπήρχαν πλέον δύο και η Τερέζα εξαφανίστηκε σαν μια σταγόνα νερού που χάνεται στα βάθη της θάλασσας. Τα σχόλια στην φανταστική αυτή νουβέλα της καημένης κόρης, της Διδασκάλου της Καθολικής Εκκλησίας, μάλλον περιττεύουν …
Η μυστική εμπειρία του Ιγνατίου Loyola (16ος αι.), ιδρυτού του Τάγματος των Ιησουιτών και ενός από τους στύλους του Καθολικού Μυστικισμού, βασίζεται πάνω στην συστηματική καλλιέργεια της φαντασίας. Το βιβλίο του «Spiritual Exercise - Πνευματική Άσκηση», αναγνωρισμένο μέσα στον Καθολικισμό σαν αρκετά έγκυρο, αδιαλείπτως καλεί τον Χριστιανό να φαντάζεται και να μελετά την Αγία Τριάδα, την Μητέρα του Θεού, τους Αγγέλους, κ.λ.π. Από πλευράς αρχής, έρχεται σε δριμύτατη αντίθεση με την βάση των πνευματικών παλαισμάτων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι οδηγεί τον πιστό σε τελεία πνευματική και συναισθηματική αταξία.
Η Φιλοκαλία, μια έγκυρη ανθολογία των ασκητικών κειμένων της πρώιμης Εκκλησίας, απαγορεύει αυστηρώς την συμμετοχή σε τέτοιου είδους «πνευματικές ασκήσεις». Ορίστε μερικά αποσπάσματα από αυτή την ανθολογία:
Ο Άγιος Νείλος ο Σιναΐτης (5ος αι.) προειδοποιεί: «Να μην επιθυμείτε οπτασίες των Αγγέλων ή των Δυνάμεων ή του Χριστού, μην τυχόν χάσετε τα λογικά σας, μπερδέψετε τον λύκο για πνευματικό και προσκυνήσετε τους δαιμονικούς εχθρούς σας» (Αγ. Νείλος ο Σιναΐτης, 153ο κεφάλαιο Περί Προσευχής. Φιλοκαλία, Κεφάλαιο 115, Τόμος 2 της 5τομης Β’ έκδοσης, Μόσχα 1884, σελ. 237).
Συζητώντας για εκείνους που κατά την προσευχή «φαντάζονται τις απολαύσεις του ουρανού, τις τάξεις των Αγγέλων και τις κατοικίες των Αγίων», ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (11ος αι.) λέει καθαρά πως «αυτό είναι σημείο πνευματικής αυταπάτης» «Έχοντας αρχίσει να βαδίζουν σε τέτοιο μονοπάτι, εκείνοι που βλέπουν ένα φως με τους φυσικούς τους οφθαλμούς, που αντιλαμβάνονται γλυκειές ευωδίες με το αισθητήριο της όσφρησης και που ακούνε φωνές με τα αυτιά τους κλπ., έχουν πλέον παρασυρθεί» (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος. «Περί των τριών τρόπων Προσευχής», Φιλοκαλία, Τόμος 5, σελ. 463-464, Μόσχα 1900).
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναϊτης (14ος αι.) μας υπενθυμίζει: «Ποτέ να μην καλοδέχεσθε ό,τι αντιλαμβάνεστε με τις αισθήσεις ή το πνεύμα, εντός ή εκτός, είτε είναι η εικόνα του Χριστού ή ενός Αγγέλου ή κάποιου Αγίου…… Εκείνοι που αποδέχονται τέτοια πράγματα… εύκολα ξεγελιώνται…Ο Θεός δεν αγανακτεί με κάποιον που, προσέχοντας και φοβούμενος μήπως ξεγελαστεί, δεν αποδέχεται κάποιον που είναι όντως από Αυτόν,… τουναντίον, τον επαινεί ως σώφρονα» (Αγ. Γρηγόριος Σιναϊτης, «Οδηγίες εις τους τηρούντας την σιωπήν», σελ. 224).
Υπό το φως των ανωτέρω παραδειγμάτων, δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την ορθότητα των λόγων αυτών. Είναι πολύ ατυχές που η Καθολική Εκκλησία, έχει μάλλον πάψει πλέον να διακρίνει ανάμεσα στο πνευματικό και το συναισθηματικό, ανάμεσα στην αγιότητα και την φαντασιοπληξία και - κατά συνέπεια - ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον Παγανισμό…















Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Η ΜΝΗΜΕΙΑΚΗ  ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 

Καθηγητού Ευθυμίου Τσιγαρίδα

Πηγή: Περιοδικό "Ιστορικά'', τεύχος 22, Απριλίου 2003.
Μεταφορά στο Διαδίκτυο: www.proskynitis.blogspot


Το Άγιο Ορος, το σημαντικότερο κέντρο μοναστικής αθλήσεως της Ανατολικής Εκκλησίας, είναι παράλληλα κιβωτός πολιτιστικών θησαυρών του Βυζαντινού και του Μεταβυζαντινού πολιτισμού. Στις μονές, τις σκήτες και τα κελιά του Αγίου Ορους διαφυλάσσεται επί αιώνες ένα πλούσιο και ποικίλο κειμηλιακό και πολιτιστικό απόθεμα, δημιούργημα της λειτουργικής ζωής και της φιλοκαλίας του Αγιορείτικου Μοναχισμού, δωρεά ευλάβειας Αυτοκρατόρων, Βασιλέων, Ηγεμόνων και φιλομονάχων προσκυνητών ή αφιέρωμα Πατριαρχών, Επισκόπων, Ηγουμένων και ταπεινών μοναχών.
Από την πνευματική και καλλιτεχνική αυτή παρακαταθήκη, που δημιουργήθηκε ή συγκεντρώθηκε στο Αγιον Ορος στο πέρασμα χιλίων χρόνων, θα παραθέσουμε σύντομο διάγραμμα της μνημειακής ζωγραφικής (ψηφιδωτά, τοιχογραφίες). Δεν θα αναφερθούμε στις φορητές εικόνες, στα εικονογραφημένα χειρόγραφα, στη μικροτεχνία, στην κεντητική, στη γλυπτική και στην ξυλογλυπτική. Τα σωζόμενα έργα μνημειακής ζωγραφικής στο Αγιον Ορος καλύπτουν την περίοδο από το 10ο έως το 19ο αιώνα. Μάλιστα, από τους 14ο, 16ο και 18ο αιώνες οι τοιχογραφίες που διακοσμούν τα καθολικά, τις τράπεζες και τα παρεκκλήσια των μονών, συνιστούν ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό σύνολο σε καλλιτεχνική ποιότητα και έκταση, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και μερικά αριστουργήματα της Βυζαντινής ζωγραφικής, όπως είναι οι τοιχογραφίες του ναού του Πρωτάτου (γύρω στα 1290).
Από την περίοδο της Δυναστείας των Μακεδόνων και των Κομνηνών (867-τέλος 12ου αι.), ως το χρόνο της καταλήψεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους (1204), τα σωζόμενα έργα μνημειακής ζωγραφικής στο Αγιο Ορος είναι ελάχιστα και περιορίζονται στη Μονή Ιβήρων, στη Μονή Βατοπεδίου και στο κελί του Ραβδούχου στις Καρυές. Από την περίοδο του μοναχικού βίου κατά τούς 9ο και 10ο αιώνες δεν ήταν γνωστά στο Αγιον Ορος έργα μνημειακής ζωγραφικής. Πρόσφατα, στη Μονή Ιβήρων εντοπίστηκαν τοιχογραφίες πιθανότατα του 10ου αιώνα, σωζόμενες αποσπασματικά σε ναΐσκο που αποκαλύφθηκε κάτω από το ναό του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Οι τοιχογραφίες αυτές εντάσσονται σε επαρχιακό καλλιτεχνικό ρεύμα, στο οποίο διακρίνονται απηχήσεις της τέχνης της Καππαδοκίας. Επίσης, στη Μονή Βατοπεδίου σώζονται δύο ψηφιδωτές παραστάσεις στο καθολικό, που χρονολογούνται στον 11ο αι., καθώς και δύο σπαράγματα τοιχογραφιών του τέλους του 12ου αι. Τα ψηφιδωτά στη Μονή Βατοπεδίου συνθέτουν την σκηνή του Ευαγγελισμού στον κυρίως ναό, το θέμα της Δεήσεως στο νάρθηκα και την παράσταση του Αγίου Νικολάου στον εξωνάρθηκα.
Η ψηφιδωτή παράσταοη του Ευαγγελισμού χρονολογείται στα μέσα του 11ου αι. και αποδίδεται σε Κωνσταντινουπολίτικο εργαστήριο, που έχει αφομοιώσει τις κατακτήσεις του εργαστηρίου των ψηφιδωτών της Νέας Μονής Χίου. Από την άλλη, η Δέηση συνεχίζει οτο δεύτερο μισό του 11ου αι. την αντικλασική τάση της μνημειακής ζωγραφικής του πρώτου μισού του 11ου αι., έτσι όπως τη γνωρίζουμε από τα ψηφιδωτά του Οσίου Λουκά Φωκίδας και τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας Κιέβου. Από την υστεροκομνήνεια περίοδο τα δείγματα της μνημειακής ζωγραφικής είναι επίσης ελάχιστα. Στη Μονή Βατοπεδίου σώζονται δύο σπαράγματα τοιχογραφιών, εξαιρετικής τέχνης, που αποδίδονται στο διάκοσμο του καθολικού, καθώς και ορισμένες μορφές Προφητών και Αγίων που εντοπίστηκαν πρόσφατα στο καθολικό. Στην ίδια περίοδο ανήκουν και οι σωζόμενες τοιχογραφίες των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο κελί του Ραβδούχου. Οι τοιχογραφίες αυτές αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της υστεροκομνήνειας ζωγραφικής στο τέλος του 12ου αιώνα.
Τελείως διαφορετική είναι η εικόνα της μνημειακής ζωγραφικής στο Αγιο Ορος κατά την περίοδο των Παλαιολόγων (1261-1453). Ειδικότερα, η περίοδος της αναγέννησης των Παλαιολόγων, που χρονικά συμπίπτει με την περίοδο της βασιλείας του Ανδρονίκου Β' Παλαιολόγου (1282-1328), αντιπροσωπεύεται στο Αγιον Ορος από τα εντυπωσιακά σε έκταση και ποιότητα σύνολα που σώθηκαν στο ναό του Πρωτάτου στις Καρυές, στο καθολικό της Μονής Βατοπεδίου, στο καθολικό, την τράπεζα και τον κοιμητηριακό ναό της Μονής Χιλανδαρίου.
Κορυφαίο έργο της περιόδου αυτής στο Αγιον Ορος είναι αναμφισβήτητα οι τοιχογραφίες του ναού του Πρωτάτου στις Καρυές, που αποδίδονται στο ζωγράφο από τη Θεσσαλονίκη Μανουήλ Πανσέληνο. Από απόψεως τέχνης, τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του Πανσέληνου είναι ο αφηγηματικός χαρακτήρας του εικονογραφικού προγράμματος, η μνημειακότητα των συνθέσεων, η έμφαση στην απόδοση του αρχιτεκτονικού βάθους, η χάρη και ο λυρισμός των στάσεων και των κινήσεων, η έμφαση στην απόδοση του σωματικού όγκου, γλυπτικού χαρακτήρα, που παρατηρείται ακόμη και σε γυναικείες μορφές, η υιοθέτηση προτύπων από την αρχαία ελληνική τέχνη, καθώς και το δραματικό στοιχείο και ο εξιδανικευμένος ρεαλισμός, ταιριασμένα με την έκφραση βαθιάς πνευματικότητας, στοιχεία που καθιστούν τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου κορυφαίο έργο της αναγεννήσεως των Παλαιολόγων.Ο Πανσεληνος με τις τοιχογραφίες του ναού του Πρωτάτου, αναδεικνύεται ως ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης «Μακεδόνικης Σχολής» στην περίοδο της ακμής, στο τέλος δηλαδή του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα και ως ένας από τούς μεγαλύτερους ζωγράφους όλων των εποχών.
Από τις τοιχογραφίες στο Αγιον Ορος, που αποδίδονται στο εργαστήριο του Πανσέληνου, θα αναφέρουμε ένα σπάραγμα τοιχο¬γραφίας μικρών διαστάσεων που σώζειαι στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, και στο οποίο απεικονίζεται, ούμφωνα με τον Α. Ξυγγόπουλο, το κεφάλι του Αγίου Νικολάου. Από τις τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής Βατοπεδίου, που χρονολογούνται στα 1312, ιδιαίτερο εικονογραφικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες του εξωνάρθηκα. Οι τοιχογραφίες αυτές αναφέρονται στα Πάθη και στην Ανάσταση του Χριστού και διατάσσονται στην ανωτάτη ζώνη διακοσμήσεως του εξωνάρθηκα. Ο κύκλος αυτός από τη ζωή του Χριστού αποτελείται από δεκατέσσερεις σκηνές, που ξεδιπλώνονται στους τοίχους του εξωνάρθηκα με συνεχή αφήγηση και συμπληρώνεται με μορφές ολόσωμων ή σε προτομή Προφητών και Αγίων, που εικονίζονται στο δυτικό τοίχο.
Από τεχνοτροπτκή άποψη οι τοιχογραφίες του εξωνάρθηκα είναι έργο δύο καλλιτεχνών με τελείως διαφορετική καλλιτεχνική προσωπικότητα, που συνεργάστηκαν ωστόσο στην εκτέλεση ενός ενιαίου στη σύλληψη εικονογραφικού προγράμματος μοναδικού γιά τον αφηγηματικό χαρακτήρα και την καλλιτεχνική ποιότητα συνόλου της εποχής των Παλατολόγων. Ο πρώτος καλλιτέχνης, που θα τον αποκαλούμε συμβατικά ζωγράφο της Αποκαθηλώσεως, εκφράζει οε έντονο βαθμό, μοναδικό στη Βυζαντινή τέχνη, την αίσθηση του ρεαλισμού και του δόγματος. Ο δεύτερος καλλιτέχνης, που συμβατικά τον αποκαλούμε ζωγράφο της Προσευχής στο Ορος των Ελαίων, παρουσιάζει στενή εικονογραφική και υφολογική συγγένεια με τη ζωγραφική του ναού του Πρωτάτου στο Αγιον Ορος. Την πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση των Παλαιλόγων εκφράζει και η ψηφιδωτή παράσταση του Ευαγγελισμού, που σώζεται στον εξωνάρθηκα του καθολικού της Μονής Βατοπεδίου, και η οποία συνδέεται με ακαδημαϊκές καλλιτεχνικές τάσεις της πρωτεύουσας κατά την πρώτη εικοσαετία του 14ου αι.
Εκτός από τις τοιχογραφίες του ναού του Πρωτατου και του καθολικού της Μονής Βατοπεδίου, την αναγέννηση της ζωγραφικής στα χρόνια των Παλαιολόγων αντιπροσωπεύουν στο Αγιο Ορος και οι τοιχογραφίες που σώζονται στη Μονή Χιλανδαρίου και ειδικότερα στο καθολικό, την τράπεζα και τον κοιμητηριακό ναό της μονής. Ιδιαίτερα οι τοιχογραφίες του καθολικού, που χρονολογούνται στα 1318-1320, συνθέτουν ένα από τα πιο σημαντικά ούνολα της εποχής της αναγεννήσεως των Παλαιολόγων και εκφράζουν μια άλλη τάση της τέχνης των Παλαιολόγων, που αναπτύσσεται στη δεύτερη δεκαετία του 14ου αι. και αναγνωρίζεται στη ζωγραφική μνημείων της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας, όπως είναι οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου Ορφανού, της Αγίας Αικατερίνης οτη Θεσσαλονίκη και του ναού του Χριστού Σωτήρος στη Βέροια (1315).
Από το δεύτερο μισό του 14ου αι. σώζονται τοιχογραφίες στο καθολικό της Μονής Παντοκράτορας, στο παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων, της Μονής Βατοπεδίου, στο παρεκκλήσιο των Αρχαγγέλων της Μονής Χιλανδαρίου και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου της Μονής Ξενοφώντος. Από τις τοιχογραφίες της περιόδου αυτής ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υψηλή καλλιτεχνική τους ποιότητα παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής Παντοκράτορας (1360-1370), οι οποίες χαρακτηρίζονται από επιστροφή σε εικονιστικούς τύπους και καλλιτεχνικούς τρόπους της μνημειακής ζωγραφικής της πρώτης περιόδου της τέχνης των Παλαιολόγων.
Στον Αγιον Ορος, αμέσως μετά την πτώση της Θεσσαλονίκης στους Τούρκους (1430), μαρτυρείται η διακόσμηση των καθολικών της Μονής Κωνσταμονίτου (1433), του Αγίου Παύλου (1447) και της Παλαιάς Μονής Παντελεήμονος (1451). Από τις διακοσμήσεις αυτές, που δεν σώζονται σήμερα, διατηρείται μόνο ένα απόσπασμα τοιχογραφίας στη Μονή Αγίου Παύλου με το κεφάλι του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη.
Ενα πολύ σημαντικό σύνολο για τη ζωγραφική του πρώτου μισού του 15ου αι. διατηρείται στο Κελί του Αγίου Προκοπίου, που βρίσκεται στην περιοχή της Μονής Βατοπεδίου. Η υψηλή ποιότητα της ζωγραφικής των τοιχογραφιών αυτών, που συνιστούν προδρομική έκφραση της Κρητικής Σχολής κατά το πρώτο μισό του 15ου αι., βεβαιώνει την Κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή ή μαθητεία του ζωγράφου.Από το 15ο αιώνα σώζονται επίσης τοιχογραφίες σιο Αγιον Ορος στο παρεκκλήσιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Μονής Παντοκράτορας, στον Αγιο Βλάσιο της Μονής της Μεγίστης Λαύρας και στην τράπεζα της Μονής Ξενοφώντος. Ειδικότερα οι τοιχογραφίες της τράπεζας της Μονής Ξενοφώντος συνθέτουν ένα ενδιαφέρον από εικονογραφικής και καλλιτεχνικής απόψεως σύνολο, ακριβώς χρονολογημένο στα 1496/7, οι οποίες κατατάσσονται οε ένα αντικλασικό ρεύμα ζωγραφικής.
Στο δεύτερο και τρίτο τέταρτο του 16ου αιώνα σημειώνεται έκρηξη καλλιτεχνικής παραγωγής στον Αγιον Ορος. Την περίοδο αυτή διακοσμούνται το καθολικό της Μεγίστης Λαύρας (1535), η τράπεζα της Μεγίστης Λαύρας (γύρω στα 1535), το κελί της Μολυβοκλησιάς (1536), το κελί του Προκοπίου της Μονής Βατοπεδίου (1537), το καθολικό της Μονής Κουτλουμουσίου (1540), η τράπεζα της Μονής Φιλόθεου (1540), το παλαιό καθολικό της Μονής Ξενοφώντος (1544), το καθολικό και η τράπεζα της Μονής Σταυρονικήτα (1545/1546), το καθολικό της Μονής Διονυσίου (1547), το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου της Μονής Αγίου Παύλου (1552), το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της Μονής Μεγίστης Λαύρας (1560), το καθολικό της Μονής Δοχειαρίου(1568) και το καθολικό της Μονής Ιβήρων κ.ά.
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωγραφικής της περιόδου αυτής είναι έργο καλλιτεχνών της Κρητικής σχολής (Θεοφάνης, Ζώρζης κ.ά.) και λιγότερο καλλιτεχνών της σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδος (Φράγκος Κατελάνος, Αντώνιος). Ξεχωρίζει για το έργο του στο Αγιον Ορος ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης με τα δυο του παιδιά, Συμεών και Νεόφυτο, που είναι επίσης ζωγράφοι. Η ποιότητα της ζωγραφικής του Θεοφάνη και η έκταση του έργου που άφησε στο Αγιο Ορος (τοιχογραφίες και εικόνες) σφράγισαν καθοριστικά την καλλιτεχνική παραγωγή στο Αγιο Ορος κατά το 16ο αιώνα και καθόρισαν την πορεία της μεταβυζαντινής ζωγραφικής ως το 18ο αιώνα. Ο θεματικός πλούτος του εικονογραφικού προγράμματος των διακοσμήσεων του, η καθαρότητα της δογματικής έκφρασης, το πνευματικό κάλλος και η καλλιτεχνική ποιότητα της ζωγραφικής του στάθηκαν το πρότυπο και η επίσημη έκφραση της τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αποτέλεσμα ήταν η φήμη του Θεοφάνη να διατηρηθεί ως το 18ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία καταγράφεται από την παράδοση ως μαθητής του Πανσέληνου.
Η καλλιτεχνική παραγωγή του 17ου αιώνα παρουσιάζει ύφεση στο Αγιον Ορος την περίοδο αυτή. Οικονομικοί λόγοι, όπως η δήμευση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας το 1568 και η οικονομική κρίση που ακολούθησε οτην Οθωμανική Αυτοκρατορία με την υποτίμηση του Τουρκικού νομίσματος το 1586, συνέβαλαν ασφαλώς στην οικονομική εξαθλίωση των μονών και στον περιορισμό της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, που παρουσιάστηκε στο Αγιον Ορος το 16ο αιώνα.
Αντίθετα, κατά τους 18ο-19ο αιώνες εμφανίζεται έντονα το φαινόμενο της «ανανέωσης» της ζωγραφικής των παλαιών καθολικών (Βατοπεδίου, Χιλανδαρίου κ.ά.), αλλά και η διακόσμηση νέων καθολικών και παρεκκλησίων που οικοδομούνται την περίοδο αυτή. Ειδικότερα το πρώτο μισό του 18ου αιώνα εκδηλώνεται στο Αγιο Ορος ένα λόγιο καλλιτεχνικό κίνημα επιστροφής σε εικονογραφικούς τύπους και καλλιτεχνικούς τρόπους της ζωγραφικής του Πανσέληνου οτο ναό του Πρωτάτου. Κύριοι εκφραστές του καλλιτεχνικού αυτού κινήματος στο Αγιον Ορος υπήρξαν ο Ιερομόναχος Διονύσιος από τον Φουρνά των Αγράφων, ο Κοσμάς από την Λήμνο και ο Δαβίδ από την Σελενίτζα της Αλβανίας, οι οποίοι με το έργο τους θα σφραγίσουν το ύφος και την καλλιτεχνική παραγωγή στο Αγιο Ορος τους 18ο και 19ο αιώνες.
Στο δεύτερο μιοό του 18ου και το 19ο αιώνα δραστηριοποιούνται στο Αγιο Ορος επώνυμοι ζωγράφοι, όπως οι αδελφοί Κωνσταντίνος και Αθανάσιος από την Κορυτσά, ο Δαμασκηνός από τα Γιάννενα, ο Γαβριήλ ιερομόναχος και ο Γρηγόριος από την Καστοριά κ.ά., αλλά και ανώνυμοι που κατάγονται από την Ηπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη κ.ά. (καθολικό Μονής Καρακάλλου 1716, καθολικό Μονής Φιλόθεου 1752 και 1765, καθολικό ΜονήςΓρηγορίυ 1779, καθολικό Ξηροποτάμου 1783 κ.ά.), ενώ στο τέλος του 18ου αιώνα και στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ξεχωρίζει στο Αγιο Ορος η παραγωγή, βιοτεχνικού χαρακτήρα, ενός αθωνικού εργαστηρίου του ιερομόναχου Μακαρίου από τη Γαλάτιστα Χαλκιδικής (τράπεζα Μονής Βατοπεδίου 1786 κ.ά.).
Επίσης, στα μέσα του 19ου αιώνα εντυπωσιάζει το λαϊκότροπο ύφος των τοιχογραφιών του εξωνάρθηκα του καθολικού της Μονής Μεγίστης Λαύρας(1852), έργο του ζωγράφου Ζαχαρία Χρήστου, από το Σαμόκοβο της Βουλγαρίας.