Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Μοναχός ΠΑΥΛΟΣ ὁ Κύπριος (+ 1994), Ἁγιορείτου Μοναχοῦ

Ὑπό Ἁγιορείτου Μοναχοῦ
Ὁ μακαριστός Μοναχός Παῦλος ὁ Κύπριος, ἀποτελεῖ μία τῶν μεγάλων προσωπικοτήτων τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ (Ἑλλαδικοῦ  καί Κυπριακοῦ) κατά τόν παριπεύσαντα 20ο  αἰ. Προσωπικότητα πολύπλευρη, ὑπῆρχε Ζηλωτής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (ὅπως  καί κάθε μοναχός ὠφείλει νά εἶναι), κοινοβιάτης μοναχός στήν Κύπρο,  ζωγράφος καί ἁγιογράφος, συνθέτης Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν (ἔχω ὑπ’ ὄψη  μου τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου ἐπ. Μεδιολάνων καί τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Μητροπ. Πενταπόλεως), ἐκδότης τοῦ πνευματικοῦ  καί ἀφυπνιστικοῦ Περιοδικοῦ «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ – ΣΩΤΗΡΙΑ», συγγραφέας, ἀρθρογράφος (στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» κ. ἀ.), ὁμιλητής, κ. ἄ.
Ὅμως ἐκτός τῶν προηγουμένων, ὁ π. Παῦλος ὑπῆρξε καί ἀσκητής, κάτι πού στίς ἀναφορές στό πρόσωπό του, δέν ἀναφέρεται σχεδόν καθόλου.  Χάριν ἀσκήσεως τόν βρίσκουμε στήν φοβερή κοιλάδα τοῦ Χοζεβᾶ στούς Ἁγίους Τόπους, συνασκητή τοῦ Ὁσίου Ἰωάννη τοῦ Ρουμάνου,  ἀργότερα δέ σέ σπήλαιο τῆς περιοχῆς τῆς Ἱερᾶς Σκήτης ἁγ. Ἄννης, Ἁγίου Ὄρους.
Ὁ μακαριστός Πατήρ γεννήθηκε τό 1922  στόν ἅγ. Ἀμβρόσιο Κυρηνείας καί ἦταν γιός τοῦ Ἱερέως παπα-Γεωργίου. Σέ ἡλικία 17 ἐτῶν μόνασε στήν περίφημη Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου. Ἐκεῖ κατά τήν ρασοφορία του ὀνομάσθηκε Πέτρος καί κατά τήν μεγαλοσχημία του Παῦλος, διδάχθηκε δέ καί τήν Ἁγιογραφία. Νά σημειωθεῖ ἐδώ, ὅτι τόν μοναχικό βίο ἐπέλεξε καί μία κατά σάρκα ἀδελφή του, ἡ ὁποία μόνασε στήν Ἱερά Μονή ἁγ. Γεωργίου Ἀλαμάνου, ὡς Χαριτίνη Μοναχή. Ὅταν μετά τόν Πόλεμο δημιουργήθηκαν ταραχές καί διχοστασίες στή Μονή Σατυροβουνίου σχετικά μέ τό Ἡμερολογιακό Ζήτημα, ὁ π. Παῦλος ἐπέλεξε νά ἀποχωρήσει. Γιά μικρό διάστημα ἔζησε ἀγωνιζόμενος στήν πατρική του οἰκία καί ἀργότερα σέ κελλί τοῦ ἐξωκκλησίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, στήν Κοινότητα Μοναγρουλίου. Τελικά τό 1949 μετέβη στά Ἱεροσόλυμα καί ἐγκαταβίωσε στήν φοβερή χαράδρα τοῦ Χοζεβᾶ, ὡς ἐξαρτηματικός/ἐρημήτης τῆς ἱστορικῆς Μονῆς, κοντά στόν Ὅσιο Ἰωάννη τόν Ρουμάνο, μέ τόν ὁποῖο ἀνέπτυξε μεγάλη πνευματική φιλία καί σχέση. Ὁ ταπεινός Ἀββᾶς Ἰωάννης λειτουργοῦσε στο σπήλαιο τοῦ π. Παύλου, ὅπου ὁ μακαριστός εἶχε διαμορφώσει Παρεκκλήσιο. Ὁ π. Παῦλος, μαζί μέ τόν μαθητή τοῦ Ὁσίου Ἰωαννίκιο μοναχό, διακόνησαν στά τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Λειψάνου τοῦ ὁσ. Ἰωάννου (+ 1960), τό ὁποῖο ἀργότερα ἀνακομίσθηκε ἀπό τούς ἰδίους καί τόν Ἡγούμενο τοῦ Χοζεβᾶ ἀρχιμ. Ἀμφιλόχιο ἀδιάφθορο! (1980).
Οἱ συνθῆκες ἀσκήσεως στήν ἔρημο τοῦ Χοζεβᾶ ἦσαν ἐξαιρετικά σκληρές, λόγῳ τῶν ἀκραίων κλιματολογικῶν συνθηκῶν πού  ἐπικρατοῦν στήν περιοχή. «Κάναμε τήν ὑπομονή μας - συνήθιζε νά λέει ὁ Γέροντας - μέχρι πού ἦρθε ὁ Πάπας καί μᾶς ἄνοιξε τά μάτια» (ἀναφερόμενος στήν συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α’  καί τόν Πάπα Παῦλο ΣΤ’ πού ἔγινε στά Ἱεροσόλυμα, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964).  Στή συνέχεια ξέσπασε ὁ Ἀραβο-Ἰσραηλινός Πόλεμος (1967), ὁπότε ὁ Γέροντας ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλήψει τήν Ἁγία Γῆ  καί νά καταφύγει στό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου ἐγκαταβίωσε σέ σπήλαιο τῆς περιοχῆς τῆς Σκήτης ἁγ. Ἄννης. Ἀπό ἐκεῖ βγῆκε μόνον μία φορά τό 1974, κατά τήν εἰσβολή τῶν Τούρκων στήν Κύπρο, γιά νά μεταβεῖ «πρός ἐνίσχυσιν» στήν  ἰδιαιτέρα πατρίδα του. Τότε συνδέθηκε μέ τήν Ἱερά Μονή Παναγίας Γαλακτοτροφούσης Κακορατζιᾶς Λευκωσίας  καί τόν Ἡγούμενό της ἀρχιμ. Χρυσόστομο, σταδιακά ὅμως ἀντιλήφθηκε ὅτι τό κέντρο τοῦ ἀγῶνος ὑπέρ τῆς γνησιότητος τῆς Πίστεως ἦταν ἡ Ἑλλάδα, ὁπότε ἐγκαταβίωσε στήν Ἱερά Μονή Εὐαγγελιστρίας Ἀθηκίων, ὅπως προαναφέρθηκε.
Ὁ γράφων εἶχα τήν ἰδιαίτερη τιμή καί εὐλογία νά τόν γνωρίσω προσωπικά πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ὅταν ἐγκαταβίωσε σέ μία καλύβα ἔξω ἀπό τήν ἀνδρική Μονή Εὐαγγελιστρίας Ἀθηκίων Κορινθίας. Ἡ γνωριμία αὐτή σημάδεψε ζωηρά την παιδική μου ἡλικία. Το καλυβάκι του βρισκόταν ἀνάμεσα στά πεῦκα, ἔξω ἀπό τό μοναστήρι καί ἦταν ἁπλούστατο, σχεδόν ἄδειο. Ἀποτελοῦνταν ἀπό δύο χώρους, ὁ ἕνας ἦταν τό  «γραφεῖο» του και ὁ ἄλλος τό κελλί του. Στό «γραφεῖο» δέσποζε μία μεγάλη εἰκόνα τῆς ἁγ. Ἄννης πού εἶχε ἁγιογραφήσει ὁ ἴδιος (τῆς «γιαγιᾶς» μας, ὅπως ἀποκαλοῦσε  χαριτολογῶντας τήν ἁγία Θεοπρομήτορα). Δίπλα στήν εἰκόνα ὑπῆρχε ἕνα μπουκαλάκι ἀπό σιρόπι, τό ὁποῖο πάντα φιλοξενοῦσε ἕνα κλαράκι βασιλικό ἤ ἕνα ἀγριολόλουδο. Ἕνας τοῖχος τοῦ «γραφείου» του καταλαμβάνονταν ἀπό τήν μεγάλη βιβλιοθήκη του. Τά ράφια ἦταν ἁπλές σανίδες στερεωμένες στόν τοῖχο καί τά βιβλίο ἦταν ὅλα ντυμένα μέ τό γνωστό μπλέ χαρτί,  μέ τό ὁποῖο συνήθιζαν νά ντύνουν  οἱ μαθητές τά βιβλία τους κατά τήν μεταπολεμική περίοδο. Τό δέ γραφεῖο του ἦταν δύο τελάρα, τό ἕνα ἐπάνω στό ἄλλο, καί πάνω τους μία παμπάλαια γραφομηχανή. Ἕνα τρίτο τελάρο ἀποτελοῦσε τό…κάθισμα!
Προχωρῶντας στό κελλάκι  πού ἀναπαύονταν,  δέν  ἀντίκρυζες κάποιο κρεββάτι ἤ ἀναπαυτικό στρῶμα, ἀλλά  μία…σέζ λόγκ (ποιός ξέρει ἀπό πού τήν εἶχε οἰκονομήσει!). Στό προσκέφαλο ὑπῆρχαν δύο εἰκόνες, τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας. Εἶχε ἀκόμη ἕνα ἀναλόγιο γιά νά διαβάζει τίς Ἀκολουθίες του  καί ἕνα καντήλι στήν γωνία, νά φωτίζει τό σκοτάδι του. Ὅλα στό κελλάκι του ἦταν παστρικά καί καθαρά, δέν ὑπῆρχε τίποτα τό περιττό, οὔτε κἄν ἡλεκτρικό ρεῦμα (τό ὁποῖο θεωροῦσε πολυτέλεια).
Ἄν καί ἔχουν περάσει τόσα χρόνια, εἶναι σάν νά τόν βλέπω τώρα μπροστά μου, νά μᾶς ὑποδέχεται μέ τό κρύο νερό  καί τήν «ἀφρόζα» (ἕνα εἶδος Κυπριακοῦ ἀναψυκτικοῦ). Φεύγοντας «φίλευε» ὅλους μέ λαχανικά ἀπό τόν κῆπο του (ὁ μακαριστός διατηροῦσε μποστάνι γύρω ἀπό τό καλύβι του).
Ἐξαιρετικά ἁγιόφιλος ὁ μακαριστός, εἶχε πολύ ἀγάπη στήν κοινή μας Μητέρα, τήν Παναγία μας, ὁ Ὁποία καί τόν πῆρε κοντά Της κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεώς Της τό 1994, ἀνταμοίβοντας ἔτσι τούς κόπους του καί τήν ἀγάπη του πρός τό σεπτό Της πρόσωπο. Προσευχόμενος ὁ Γέροντας ἔλεγε τό «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς»  καί ὄχι τό «πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» («ἡ Παναγία - ἔλεγε - σώζει, δέν πρεσβεύει»). Εἶχε ἐπίσης μεγάλη εὐλάβεια καί πρός τήν ἁγ. Ἄννα (τήν «γιαγιά μας», ὅπως ἔλεγε) καί τόν ἅγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν θεραπεύσει ἀπό ἰσχυρό πόνο τοῦ αὐτιοῦ (ἀπό ἄσκηση ὁ μακαριστός δέν ἤθελε νά βγεῖ ἀπό τό κελλί του  καί νά πάει στόν γιατρό).
Ἐπανερχόμενος στίς ἀναμνήσεις μου σημειώνω, ὅτι  ἄν καί ἦμουν μικρός καί δέν καταλάβαινα πολλά, ἡ θεωρία του ἀρκοῦσε («Πάτερ, ἀρκεῖ μοι το βλέπεπιν σε»). Κάθε Κυριακή ἐρχόνταν  στο μικρό Παρεκκλησάκι τῆς Μονῆς γιά τήν κοινή Ἀκολουθία. Τόν βλέπαμε νά ἔρχεται σάν ἀπό τήν βαθυτάτη ἔρημο! Συγκεντρωμένος στά τῆς Ἀκολουθίας, δέν κινοῦνταν ἀπό τήν θέση του. Μετά τήν Ἀπόλυση, διόρθωνε διακριτικά τά τυχόν λάθη, ἔλεγε δύο – τρεῖς πνευματικές κουβεντοῦλες  καί ἐπέστρεφε στό κελλάκι του, τίποτα περιττό.
Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του ὁ μακαριστός π. Παῦλος δοκιμάσθηκε ἀπό τήν ἐπάρατη νόσο, τήν ὁποία ὑπέμεινε ἀγόγγυστα, προσευχόμενος καί προετοιμαζόμενος γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τοῦ ματαίου τούτου κόσμου. Κοιμήθηκε τήν 15η Αὐγούστου 1994 (ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας, κατά τό παλαιό ἡμερολόγιο)  καί ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήριο τῆς Μονῆς. Ἡ ἀνακομιδή του ἔγινε ἀπό τόν γράφοντα τό 2004. Τά λείψανα του βρέθηκαν καθαρά καί κροκοβαφή καί φυλάσσονται στό ὀστεοφυλάκιο τῆς Μονῆς, ἐν ἐναμονῇ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
Τοῦ ἀοιδήμου Μοναχοῦ ΠΑΥΛΟΥ, εἴη αἰωνία ἡ μνήμη, Ἀμήν.

 

 

 

 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

ΛΟΓΟΣ Ε'  ΠΕΡΙ  ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Ἁγίου  Μαξίμου  τοῦ  Γραικοῦ

Δεν θα ζήσουμε, ψυχή μου, τον χρόνο της παρούσης ζωής μας μέσα στην οκνηρία, την απραγία και την ανοησία, σαν άπειρα νήπια, θεωρώντας ότι είναι αρκετή για την σωτηρία μας η παραμονή μας σε αυτόν τον τόπο, τον απρόσιτο στις γυναίκες και τους κοσμικούς ανθρώπους, γιατί έτσι θα μείνουμε στην πλάνη. Διότι και στα αρχαία χρόνια στους Ισραηλίτες, που με την βοήθεια του Υψίστου και με την καθοδήγηση του Μωυσή έφυγαν από την Αίγυπτο και τον Φαραώ, δεν ήταν αρκετό για την ευσέβεια τους το γεγονός ότι πέρασαν σαράντα χρόνια σε τόπο απρόσιτο, δηλαδή στην έρημο, επειδή ακριβώς δεν διατήρησαν την σοφή πίστη στον Θεό, που τους έσωσε από αναρίθμητες δυσκολίες.
Δεν αρκούν τα άθλια αυτά κουρέλια, ψυχή μου, για να ευχαριστήσουμε τον Κύριο των πάντων. Με ένα από αυτά, την διαμονή στην έρημο, επιτυγχάνεται η απόλυτη σιωπή και με το άλλο η απόλυτη ταπείνωση. Εάν όμως και στο πρώτο και στο δεύτερο κάποιος περιβάλλεται με δόξα και κοσμικές μέριμνες, αυτός δεν διαφέρει σε τίποτε από τον σκύλο που επιστρέφει στα ξεράσματά του, κατά τον λόγο του μεγαλυτέρου των αποστόλων. Αυτά τα μαύρα κουρέλια, ψυχή μου, αποτελούν την εικόνα του θρήνου και της νεκρώσεως, η οποία άφορα εμάς που επιλέξαμε να θεωρούμε τον εαυτό μας πάντοτε νεκρωμένο εκουσίως για την παρούσα ζωή. Η νέκρωση αυτή συνίσταται στο να μισούμε πάντοτε ολόψυχα κάθε σαρκική ηδονή και κάθε επίγεια δόξα και να ζούμε αφιλοκερδώς και όσια, αποκτώντας τα αναγκαία από την δουλειά μας και θεωρώντας την ένδεια ως μεγάλο πλούτο. Αν όμως και πάλι ανόητα περιβάλλουμε τον εαυτό μας με απληστία, δόξα, οινοποσία, γέλια, με τα οποία συνήθως ενώνεται κάθε άνομη επιθυμία, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα παραδοθούμε στα απόλυτα βάσανα, επειδή ακριβώς ψευδόμαστε εκούσια και συνειδητά, αντίθετα προς τους όρκους που δώσαμε. Τί μπορεί να είναι χειρότερο από αυτό; Καλύτερα, λέγει η σοφία του Θεού, να μην υποσχεθούμε και να εκτελέσουμε, παρά να υποσχεθούμε και να ψευσθούμε. Και ο θείος ψαλμωδός διαλαλεί: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος».
Ο Χριστός, ψυχή μου, δεν ευχαριστείται με την αλλαγή του τόπου και της αμφιέσεως, όπως είπαμε προηγουμένως, αλλά με την καθαρότητα της ζωής και την απόκτηση διαφόρων αρετών, που στηρίζονται στην τελεία πίστη. Και, όπως με την βοήθεια της χάριτος του Θεού ξέφυγες από τα δίχτυα της νοερής Αιγύπτου, δηλαδή αυτού του κόσμου, έτσι προσπάθησε με όλη την δύναμή σου, κάτω από την προστασία της πίστης και με τον φόβο του Θεού, να ξεφύγεις από τον διάβολο, που σε κυριεύει και πάντοτε επιτίθεται εναντίον σου με δύναμη και μένος. Και μη σταματάς να τρέχεις για να γλυτώσεις από αυτόν, μέχρις ότου δεις να τον πνίγει η ισχυρή δεξιά του Υψίστου μέσα στην άβυσσο της φωτιάς μαζί με όλα τα άρματα και τους δυνατούς οπλοφόρους του. Τότε θα δεις τον εαυτό σου να τον σκεπάζει η θεία νεφέλη του Παρακλήτου, ο οποίος δροσίζει την φλόγα που προκαλούν μέσα σου οι ασώματοι εχθροί με τις φλογερές σκέψεις των απαίσιων επιθυμιών. Θα σε οδηγήσει προς την γη της Επαγγελίας όχι το πυρ αλλά η καθαρότητα του ζώντος φωτός. Η γη της Επαγγελίας δεν είναι εκείνη που μοίρασε στους Ισραηλίτες ο Ιησούς του Ναυή, αλλά αυτή που υποσχέθηκε ο πρωτότοκος όλων των ζώντων ο «ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων», ο οποίος γεννήθηκε από την πανάχραντη και Παναγία Παρθένο, ο Χριστός Ιησούς, ο οποίος πρώτος εισήλθε εκεί, αφού νίκησε τον θάνατο.
Να είσαι πάντοτε σε εγρήγορση, ψυχή μου, επειδή ο νοερός Φαραώ που σε κυνηγά δεν παύει να εφευρίσκει κακό εναντίον σου. Μην περιμένεις, αγαπημένη μου ψυχή, να πάψουν οι δοκιμασίες που αυτός μηχανεύεται εις βάρος σου. Επειδή από την φύση του είναι φθονερός και θρασύς, η οργή του δεν υποχωρεί ποτέ, αλλά πάντοτε προσπαθεί να σε ρίξει στο πυρ των βασάνων. Επίσης μην τον εμπιστεύεσαι, όταν υποχωρεί, επειδή τότε ακριβώς προσπαθεί με ξεχωριστή πονηριά να σε αρπάξει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτός ο κάκιστος προσπαθεί να σε υποτάξει, οδηγώντας σε μακριά από την συνεχή και σταθερή νήψη σου, για να σε βρει οκνηρή και να σε πετύχει με ένα από τα πολλά ψυχοφθόρα βέλη του, ή με την ολέθρια υπερηφάνεια, να σε βγάλει από τον δρόμο που οδηγεί σε μεγαλύτερες αρετές. Επειδή είναι νους πολύ έμπειρος στην εξεύρεση του κακού, ξέρει τί όφελος έχουμε, όταν είμαστε νηφάλιοι, παρά τις δυστυχίες που μας επιφέρει, αφού είμαστε προστατευμένοι από την Χάρη του Θεού. Επειδή, όταν είμαστε νηφάλιοι, οι δυστυχίες που μας δίνει μπορούν να γίνουν για εμάς αιτία μεγάλων επαίνων, όπως η πάλη με έναν δυνατό αντίπαλο παρέχει στον έμπειρο παλαιστή την δυνατότητα να λάβει μεγάλους επαίνους. Μπορείς με την βοήθεια του Σωτήρος σου να ξεφύγεις από τα χέρια του ολέθριου Φαραώ και να περάσεις τα βάθη των φλογερών παθών της Ερυθράς Θαλάσσης διά ξηράς και όχι διά θαλάσσης, όπως μυστικώς μας διδάσκει ο θεόπνευστος λόγος. Αν λοιπόν περάσεις μέσα στην πτώχεια και την ένδεια, και μάλιστα με τα πόδια και όχι επάνω στο άλογο, δηλαδή συνειδητοποιώντας πάντοτε στις σκέψεις σου την ταπεινότητα και την μεγάλη αναξιότητά σου, τότε θα εγκατασταθείς στο Σινά, μέσα στην έρημο, δηλαδή θα φθάσεις την ιερά οικία της απάθειας, που ευφραίνει το Άγιο Πνεύμα.
Να προσέχεις, ακόλαστη, να μην πέσεις και εσύ σε κάποιο μανιώδες πάθος, όπως οι αχάριστοι άνθρωποι. Να μην παραδοθείς στην λαιμαργία, την οινοποσία και τους χορούς, για να μην θεωρήσεις την κοιλιά σου σαν το πιο ακριβό και το πιο ιερό πράγμα, και να μην την προσκυνήσεις, όπως προσκύνησαν τον μόσχο, και χάσεις τα μέλλοντα αγαθά, όπως εκείνοι πού έχασαν την γη της επαγγελίας. Έτσι δεν θα παραδοθείς σε ατελείωτα βάσανα, από τα οποία θα υποφέρεις χειρότερα από όλους, που ζούσαν πριν από τον νόμο. Αν όμως πράγματι αγαπάς τον Χριστό, τον Βασιλέα σου, που υπέμεινε για χάρη σου σταυρικό θάνατο, τότε προσπάθησε με όλη την δύναμή σου να εμφυσήσεις στην ψυχή σου την θεία αγάπη Του.
Αυτό θα το πετύχεις, μόνο αν ελέγξεις αρκετά όλες τις επιθυμίες σου. Και θα τις ελέγξεις, μόνο αν εμφυσήσεις στην καρδιά σου τον φόβο του Θεού. Και αυτόν τον φόβο θα τον αποκτήσεις, αν διώξεις από τον εαυτό σου κάθε αμφιβολία, αλλά και επιθυμία να φαίνεσαι σοφή, και αν ακολουθήσεις ως άκακο παιδί τον Κύριό σου τηρώντας τις εντολές Του. Όπως η αγάπη είναι η εκτέλεση όλου του νόμου, έτσι και η πίστη είναι το θεμέλιο όλων ανεξαιρέτως των αρετών. Από την πίστη γεννιέται ο φόβος, και από αυτόν η τήρηση των εντολών, διά της οποίας ο νους πληρούται από τον θείο έρωτα. Αφού αξιωθείς αυτά, να σκέπτεσαι ταπεινά θεωρώντας τον εαυτό σου σκόνη, για να απολαμβάνεις πάντοτε τις θειες ευλογίες.

Πηγή:
Αγ. Μαξίμου του Γραικού, «Λόγοι», τ. Α΄. Έκδοσις  Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.