Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Περί τοῦ ὀνόματος τῆς Ὁσίας ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ τῆς Κλεισοῦρας, π. Δημ. Ἀθανασίου

Οσία Σοφία της Κλεισούρας, Oσία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα,
Οσία Σοφία Μοναχή ή Οσία Σοφία ;
Ένα σύγχρονο αγιολογικό θέμα. 

Έρευνα: Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
 

Εισαγωγικά
Ένα θέμα, που αφορά τη νεοφανή Οσία, η οποία ασκήτεψε στη Μονή Κλεισούρας της Καστοριάς, είναι το τελικό όνομα με το οποίο  θα πρέπει να τη  μνημονεύουμε.
Η Οσία είναι Αγία, που την ευλαβούνται  και οι Γ.Ο.Χ και οι Νεοημερολογίτες .
Όμως το θέμα περιπλέκεται και μόνο από μια μικρή έρευνα στα επίσημα γραπτά κείμενα (επίσημη Συνοδική Πράξη Αγιοκατάταξης, Ακολουθίες, κ.α.), στα βιβλία που έχουν εκδοθεί και σε άλλα  στοιχεία που υπάρχουν.
Τα ονόματα: Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας, Oσία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Οσία Σοφία Μοναχή και  Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου είναι αυτά που καταγράφονται.
Επίσης στο μεγαλύτερο μέρος του σχετικού υλικού που κυκλοφορεί (κείμενα, εικόνες κλπ.), υπάρχει η επίμονος παρουσίαση της Αγίας ως απλής λαϊκής, ως Σοφίας, χωρίς να αναγνωρίζεται η Μοναχική ιδιότητα της Οσίας Γερόντισσας και χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο μοναχικό όνομα αυτής, τ.ε. Μυρτιδιώτισσα.
Πρώτη φορά έμαθα  για τη σύγχρονη Αγία Γερόντισσα όταν κυκλοφόρησε η βιογραφία της από την Ιερά Μονή Αγ. Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής. Τότε υπηρετούσα τη στρατιωτική μου  θητεία  στην περιοχή της Κοζάνης. Εκεί είχα την ευκαιρία να γνωρίσω Ποντίους, που οι πρόγονοί τους ήλθαν στην Ελλάδα μετά τα γεγονότα της Ποντιακής γενοκτονίας και οι περισσότεροι ακολουθούσαν το Παλαιό Εορτολόγιο. Μάλιστα δε στην Πτολεμαΐδα υπάρχει και ενορία του Παλαιού Ημερολογίου της Συνόδου των Ενισταμένων. Η πνευματική σχέση της Οσίας με τον Επίσκοπο  Κυπριανό (τότε Αρχιμανδρίτη) φαίνεται και από τις φωτογραφίες που δημοσιεύονται.
Στο παρακάτω άρθρο γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των στοιχείων που υπάρχουν, ώστε τελικά να αποκατασταθεί η αλήθεια.

Καταγραφή των υπαρχόντων στοιχείων.
Α. Μαρτυρία από τον τάφο της.
Φωτογραφίες που υπάρχουν από τον τάφο της Οσίας, μαρτυρούν τη μοναχική της ιδιότητα, χωρίς να αναφέρεται το μοναχικό της όνομα. Όπως φαίνεται στην πλάκα που υπήρχε κάτω από τον Σταυρό του τάφου  γράφεται:
ΣΟΦΙΑ ΧΟΤΟΚΟΥΡΙΔΟΥ ΜΟΝΑΧΗ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. ΑΠΕΒΙΩΣΕ 6.5.74.
ΕΤΩΝ 78
Άξιο απορίας παραμένει το γεγονός ότι η Οσία τάφηκε πίσω από το Παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, που βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από τη Μονή. Γραπτές πληροφορίες  λένε ότι αυτός ο χώρος ήταν το κοιμητήριο της Μονής, χωρίς όμως αυτό  να επιβεβαιώνεται.

β. Κείμενο επίσημης  Αγιοκατάταξης από το Οικουμενικό Πατρια-ρχείο.
Στο επίσημο κείμενο της Αγιοκατάταξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου πουθενά δεν γίνεται αναφορά για τη μοναχική ιδιότητα της Οσίας.
Στην τελευταία παράγραφο διαβάζουμε: «Διο και θεσπίζομεν Συνοδικώς και εν Αγίω διακελευόμεθα Πνεύματι, όπως η ειρημένη Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου συναριθμείται ταις Αγίαις της Εκκλησίας…».

Γ. Ακολουθία της Οσίας Σοφίας της Κλεισούρας – ποίημα Χαραλάμπους Μπούσια.
Πρόκειται για την Ακολουθία που χρησιμοποιείται κατά την εορτή της Οσίας. Δεν αναφέρεται πουθενά η μοναχική της ιδιότητα. Το Συναξάριο που γράφεται στην Ακολουθία είναι το παρακάτω:
Τῇ ΣΤ΄ τοῦ αὐτοῦ Μηνός Μαϊου, μνήμη τῆς Ὁσίας καὶ Θεοφόρου Μητρὸς ἡμῶν Σοφίας, τῆς ἐν τῇ Μονῇ τῆς Παναγίας τῆς Κλεισούρας θεοφιλῶς ἄρτι ἀσκησάσης.
Χάριτι σοφισθεῖσα, Σοφία θείᾳ, Σοφῶς ἤσκησας ἄρτι, ἐν τῇ Κλεισούρᾳ.
Ἡ Ὁσία καὶ θεοφόρος Μήτηρ ἡμῶν Σοφία, ἡ ῥακένδυτος, αλλὰ πνευματοφόρος Ἀσκήτρια τῆς Κλεισούρας, ἐγεννήθη ἐν Ἀρδάσσῃ τοῦ Πόντου τῷ 1883. Ἀκολουθήσασα τῶν προσφύγων τῷ δρόμῳ μετὰ τὴν ἐπὶ τῆς γενετείρας αὐτῆς κώμης ἐπιδρομῆς τῶν υἱῶν τῆς Ἄγαρ καὶ τὴν στέρησιν τοῦ αὐτῆς συζύγου καὶ τέκνου ἦλθεν εἰς Ἀναῤῥάχην Ἑορδαίας. Ποθοῦσα τὴν ἀσκητικὴν πολιτείαν, τὴν πρώτην αὐτῆς καλιὰν τῶν ἀγώνων ἔπηξεν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Μάρκου Φλωρίνης, ἔνθα παρέμεινεν ἐπὶ διετίαν. Τῇ προτροπῇ ὅμως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, κατεστάθη ἐν τῇ Μονῇ Αὐτῆς, τῇ ἐν Κλεισούρᾳ τῆς Καστορίας κειμένῃ, ἔνθα ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ ἑπτὰ συναπτὰ ἔτη θεοφιλῶς ἠγωνίσατο. Οὐκ ἔχουσα κλίνη πρὸς ἀνάπαυσιν τοῦ χοϊκοῦ αὐτῆς σαρκίου, ὑπέμεινε τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος καθημένη παρὰ τὴν ἑστίαν τοῦ αὐλείου χώρου τῆς Μονῆς, τὴν ἀπέναντι τῆς μεσημβρινῆς θύρας τοῦ Καθολικοῦ, ἀτενίζουσα τὴν ἱλαρὰν μορφὴν τῆς Θεοτόκου ἐν τῷ αὐτῆς ὑπερθύρῳ. Λιτοδίαιτος καὶ ῥακένδυτος καὶ ἐνίοτε χρησιμοποιοῦσα μωρὰς προσποιήσεις τῆς ἀρετῆς ἤνυσε τρίβον καὶ σχολάζουσα τῇ ἀδιαλείπτῳ καρδιακῇ προσευχῇ κατὰ μέθεξιν ἐθεώθη. Πλουσίαν εἵλκυσε τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ηξιώθη οὐ μόνον διορατικοῦ χαρίσματος ἀλλὰ καὶ ἰαματικοῦ. Προσηνὴς πάντοτε ὑπεδέχετο τοὺς τῆς Μονῆς ἐπισκέπτας διδάσκουσα αὐτοὺς τὴν μετάνοιαν και τὴν χρηστοήθειαν. Προϊδοῦσα τὴν τελευτην αὐτης ἐκοιμήθη τὸν ἐμπρέποντα Ὁσίοις ὕπνον τῇ ΣΤ΄ Μαϊου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1974. τὰ ἱερὰ αὐτῆς λείψανα, ἀνακομισθέντα και εὐωδιάζοντα ἀποθησαυρίζονται εἰς τὴν Ἱερὰν τῆς Κλεισούρας Μονήν, παρέχοντα τοῖς πιστοῖς ἰάματα».

Δ. Ακολουθία Αγίας Σοφίας. Ποίημα Πορφυρίου Μοναχού  2001.
Η Ακολουθία αυτή δημιουργήθηκε  το 2001, «κατ’  αίτησιν Αρχιμανδρίτου Παύλου Αποστολίδη, τότε μεν Ηγουμένου-Εφημερίου Μονής-Σωματείου Παναγίας Σουμελά, στο Βέρμιο, τώρα δε Μητροπολίτη Δράμας».
Στο Συναξάριο της Ακολουθίας αναγράφονται τα εξής:
Τῇ ς΄Μαΐου μηνός, κατά τό σωτήριον έτος 1974, ἐκοιμήθη εἰς τήν κατά Κλεισούραν Μονήν τοῦ Γενεσίου τῆς  Θεοτόκου, ἡ ὁσίας μνήμης καί  μεγάλης ἀσκήσεως Γερόντισσα Σοφία, ἡ διά τοῦ  μεγάλου καί  ἀγγελικοῦ σχήματος ἐπικληθεῖσα Μυρτιδιώτισσα μοναχή, ἡ ταφή δέ  τοῦ  σεπτοῦ αὐτῆς λειψάνου ἐγένετο κατά τήν ἑπομένην, τήν ἑβδόμην τοῦ  ἰδίου μηνός. ἡ ἀνακομιδή δέ  τῆς  ἁγίας αὐτῆς κάρας καί  τῶν λοιπῶν ὀστέων ἐγένετο κατά τήν 7ην Ἰουλίου μηνός, μετά παρέλευσιν ἐτῶν ἑπτά, κατά τό ἔτος 1981. Ἐπανεύρεσις δέ  καί  μετακομιδή κατά τό ἑσπέρας Τετάρτης πρό τῆς  Ἀναλήψεως,
Στην υπόλοιπη Ακολουθία η Οσία προσφωνείται ως Σοφία, χωρίς να αναφέρεται πουθενά το μοναχικό της όνομα.

Ε. Το βιβλίο «Σοφία η ασκήτισσα της Παναγία». Έκδοση Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας, 2002.
Στις σελίδες 158 και 159 του παραπάνω βιβλίου και στην ενότητα «Η κουρά της Σοφίας», γράφονται τα εξής:
«Σημασία πάντως έχει, ότι η ίδια, αν και φορούσε μαύρα, δεν θυμάται κανείς να την είδε με τα καλογερικά ενδύματα, ούτε με το σχήμα. Μόνο λόγο πριν ξεψυχήσει, φώναξε τον τυπικό Ηγούμενο της Παναγίας και του είπε: «Παιδί μου Νεκτάριε, ήρθαν ο Κυπριανός και με έκανε καλο-γριά και με είπαν Μυρτιδιώτισσα».
Επίσης στην σελίδα 92, του ίδιου βιβλίου και στην ενότητα «Επιστολή από τις Οινούσες», γράφονται τα εξής.
«..Μοναχές από το γυναικείο Κοινόβιο Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσών της Μητροπόλεως Χίου, με τις οποίες η Σοφία διατηρούσε πνευματικούς δεσμούς και παρεβρισκόταν στην  κουρά της, στέλνοντάς μας ένα σχέδιο του αγιογραφείου της μονής τους, με τη μορφή της Σοφίας περιγράφουν στιγμές από τη γνωριμία τους στο μοναστήρι της Παναγίας Κλεισούρας (Επιστολή 18-6-1998).
«Με τη μακαριστή Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα είχαμε ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς. Αγαπούσε ιδιαίτερα και σεβόταν τη Σεβαστή Μητέρα μας Μαρία Μυρτιδιώτισσα ΜοναχήΠπροσκυνήτρια (κατά κόσμο Κατίγκω Πατέρα). Η σεβαστή Μητέρα μας την επισκέφτηκε τρείς φορές, κάθε φορά με διαφορετικές αδελφές. Σε κάθε αδελφή έλεγε κάτι από την προσωπική πνευματική της ζωή, που έδειχνε το διορατικό της χάρισμα…
Χαρακτηριστικό γεγονός ήταν το κόψιμο των μαλλιών της. Είχε μια τεράστια κοτσίδα, σχεδόν το ¼ του σώματός της. Ήταν μια συμπαγής μάζα από άλουστα κι αχτένιστα μαλλιά, αγκάθια, χώματα και ακαθαρσίες προβάτου. Ήταν ο κανόνας της για 40 περίπου χρόνια. Το ψαλίδι για τις μοναχικές κουρές ήταν τελείως άχρηστο, για να κόψει αυτό το φοβερό μπέρδεμα. Έτσι ο γερο – φύλακας έφερε ένα μεγάλο ψαλίδι που κούρευε τα πρόβατά του. Με κόπο πολύ και τεράστια υπομονή της έκοψε η σεβ. Μητέρα μας την κοτσίδα και εκείνη αθώα ψυχούλα της έδινε συνέχεια ευχές που ξαλάφρωσε το κεφαλάκι της. Τελευταία φορά την επισκεφτήκαμε την 22 Ιουνίου 1973….»
Επίσης  στη σελίδα 95 γράφονται και τα εξής. «…Έχουμε τα μαλλιά της κουράς της…».

Σχόλια – Συμπεράσματα.
Αποτελεί άξιο απορίας, γιατί αναφέρεται ότι μοναχές της κοινοβιακής Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσών απέστειλαν την επιστολή και όχι η Μονή (ηγουμενοσυμβούλιο).
Όταν Ηγουμένη της Μονής ήταν η Μαρία Μυρτιδιώτισσα, η Μονή ακολουθούσε το παλαιό Εορτολόγιο και ανήκε σε Σύνοδο των Γ.Ο.Χ.
Επαληθεύεται η κουρά της Οσίας, με ανάδοχο την ηγουμένη Μαρία Μυρτιδιώτισσα.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι η ιερά μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών Χίου, που ίδρυσε η Γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Πατέρα ακολουθεί το Παλαιό Ημερολόγιο, χωρίς εκκλησιαστική κοινωνία με την Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το σεβασμό που χαίρει η Γερόντισσα (όπως και άλλοι Γέροντες του Παλαιού) από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς του Νέου Ημερολογίου, σεβασμό που εκδηλώθηκε κατά την κοίμησή της.
Με χαρά είδαμε ότι το Ησυχαστήριο της Παναγίας αναγράφεται – για λόγους ιστορικούς, αλλά και σεβασμού – στον κατάλογο των ιερών μονών της μητρόπολης Χίου, Ψαρών και Οινουσσών ν.ημ. (, σελ. 82- https://docs.google.com/file/d/0B2BZaUpVes2oY1M0bUNOejF5VVU/edit).
Επισημαίνουμε επίσης, ότι εδώ φαίνεται η σχέση της οικογένειας Πατέρα με πνευματικούς ανθρώπους και του Παλαιού Ημερολογίου (π.χ. Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, γιατρός Αλέξανδρος Καλόμοιρος) και του Νέου Ημερολογίου (π.χ. Φ. Κόντογλου, Δ. Παναγόπουλος, π. Θεόκλητος Διονυσιάτης). Βεβαίως και με το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, που ανήκε στην Εκκλησία του Νέου Ημερολογίου, αν και ήταν φίλος του Παλαιού.
ΣΤ. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.youtube.com/ watch?v=z2Zn2JDI6rg υπάρχει video με τίτλο ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ – Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ, όπου αναφέρονται τα εξής.
«Την 12η Οκτωβρίου 1971 έγινε η κουρά της. Ήταν 85 ετών. Ως Μυρτιδώτισσα μοναχή πλέον ομολογούσε την εμπειρία της κουράς της. Έλεγε. «Φως μέσα στο φως. Ήταν όλοι εκεί. Τι λόγια ήταν αυτά. Η Παναϊα  ηγάπησεν τόσον πολλά εμένα την αμαρτωλέσα».
Περιγραφή όσων θαυμαστών έλαβαν χώρα κατά την πλουσίως ευλογημένη εκείνη περίσταση, παρατίθεται στο βιβλίο του Μητροπολίτου κ. Κυπριανού, Η Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Η Ασκήτρια της Κλεισούρας, 1886-1974, Φυλή Αττικής 1998, σελ. 153-159.

Η Κανονικότητα της κουράς της Οσίας Σοφίας.
Η Οσία Γερόντισσα δέχθηκε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα τον Οκτώβριο του 1971, μετονομασθείσα από Σοφία σε Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, από τον τότε Αρχιμανδρίτη Κυπριανό, μετέπειτα Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής του Πατρίου Ημερολογίου, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής. Ανάδοχος παρέστη η μακαριστή Γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών Χίου.
Ένα σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα που προέκυψε έχει σχέση με την κανονικότητα της κουράς της.
Στο βιβλίο «Σοφία, η Ασκήτισσα της Παναγίας» (Έκδοση Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου Κααστοριάς, 2002) και στις σελίδες 158 και 159, αμφισβητείται πλήρως η κανονικότητα της κουράς της Οσίας, επειδή έγινε χωρίς την άδεια του οικείου Μητροπολίτη. Χαρακτηριστικό είναι και το παρακάτω απόσπασμα.
«Οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας, όταν γίνεται μια αντικανονική κουρά, επιβάλλουν ο μεν κληρικός να τιμωρείται, ο δε μοναχός να μεταφέρεται σε άλλο μοναστήρι, όπου τηρείται η εκκλησιαστική ευταξία. Στην περίπτωση της Σοφίας ποιοι Ιεροί Κανόνες να εφαρμοσθούν και ποιος να τους εφαρμόσει;» (σελ.159 του παραπάνω βιβλίου).
Όμως θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε και τα παρακάτω.
Η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας, όσο ζούσε η Οσία ήταν ΔΙΑΛΥΜΕΝΗ ΑΝΔΡΙΚΗ ΜΟΝΗ, με τυπικά διορισμένο Ηγούμενο από την Μητρόπολη Καστοριάς. Τότε διοικούνταν από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των απανταχού Κλεισορέων «Ο Άγιος Μάρκος», με έδρα τη Θεσ/νίκη. Αυτό πλήρωνε για τη γενική συντήρηση της Μονής, αλλά και τον Ηγούμενο αυτό τον προσκαλούσε. (σελ.158 ).
Η Οσία ήταν φιλοξενούμενη στη Μονή, χωρίς ποτέ να γίνει δόκιμη, μια και το μοναστήρι ήταν ανδρικό. Πολλές φορές διώχτηκε από εκεί, αλλά η Παναγία, με θαυματουργικό τρόπο την ξαναέφερνε πίσω. Επομένως με αυτές τις συνθήκες μπορούμε να θέτουμε θέματα κανονικότητας;
Η Οσία Γερόντισσα Σοφία-Μυρτιδιώτισσα, τυγχάνει πρόσωπο ΚΟΙΝΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ τόσο από τους πιστούς του Παλαιού Ημερολογίου, όσο και από τους Νεοημερολογίτες.
Το ότι ασκήτεψε σε Νεοημερολογιτικό μοναστήρι δεν είναι παράξενο. Και ο γέροντας Αββακούμ ο Ἀνυπόδητος, αν και ήτανε Ζηλωτής, ανήκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας, η οποία μνημόνευε και μνημονεύει κανονικά του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Η ανάδοχός της, Γερόντισσα Μαρία Πατέρα, δεν πρέπει καθόλου να μας παραξενεύει το ότι ανήκε σε άλλη Παράταξη του Παλαιού Ημερολογίου, αφού όπως και ο Μητροπ. Κυπριανός, η Γερόντισσα ήταν γνωστή για την μετριοπαθή (μη ακραία δηλαδή) στάση της, καθώς είχε και πνευματικές σχέσεις με ανθρώπους του Νέου Ημερολογίου. Άρα, δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο το ό,τι δέχθηκε να γίνει ανάδοχος της Οσίας Μυρτιδιώτισσας, ειδικά τη στιγμή που η πρόταση αυτή έγινε από πνευματικό της αδελφό (τόσο η Γερόντισσα Μαρία, όσο και ο Γέροντας Κυπριανός, ήτανε πνευματικά παιδιά του Γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου).
Τέλος πριν κλείσουμε, αξιοπρόσεκτο είναι να λάβουμε υπόψη μας ότι: Πρώτος ο Μητροπ. Κυπριανός και η δικαιοδοσία του (Ιερά Σύνοδος Ενισταμένων), διακήρυξαν τοπικώς την αγιότητα της μακαριστής Γεροντίσσης Μυρτιδιωτίσσης και αγιογράφησαν εικόνα της.
Τα παραπάνω ελπίζω να θεωρούνται αρκετά προς αποκατάσταση της αλήθειας.
Ο Αρχμ. Κυπριανός ήταν αρχικά Ιερεύς της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος το 1969 προσχώρησε στους Αυξεντιακούς Γ.Ο.Χ. Η προσχώρησή του αυτή είχε ως συνέπεια την καθαίρεσή του από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος του Ν.Η.
Η Ιερωσύνη και η καθαίρεση.
Οι διάφορες υπηρεσίες στις τοπικές Εκκλησίες, δηλαδή οι Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος, επιβάλλουν κατά καιρούς πειθαρχικές ποινές σε κληρικούς που ανήκουν στην εκκλησιαστική τους δικαιοδοσία. Όπως π.χ. αργία, καθαίρεση, ακοινωνησία, στέρηση μισθού κ.λ.π. Καμμία όμως, από αυτές τις διοικητικές ποινές, δεν μπορεί να αφαιρεί από τον Ιερέα τη Χάρη της Ιερωσύνης, διότι η Ιερωσύνη παραμένει ανεξάλειπτη.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, επειδή τη Χάρη της Ιερωσύνης την παρέχει ο Τριαδικός Θεός, δεν μπορεί να την αφαιρέσει άνθρωπος και επομένως είναι ανεξάλειπτη.
Επειδή η Ιερωσύνη είναι ανεξάλειπτη, αυτό σημαίνει, ότι και τα Ιερά Μυστήρια που τελούν Κληρικοί, που τυχόν έχουν (προσωρινά) διοικητικά καθαιρεθεί, είναι έγκυρα. Συνεπώς, αυτή η ποινή της καθαίρεσης, ουσιαστικά ταυτίζεται με μια διοικητική απαγόρευση τέλεσης ιεροπραξιών, την οποία επιβάλλει κάποια χρονική στιγμή η εκκλησιαστική Διοίκηση σε κάποιον κληρικό. Μπορεί όμως να έρθει η επόμενη διοίκηση και να κάνει άρση – ακύρωση της ποινής αυτής.
Μήπως όμως, έχει αποφασίσει, κάτι η Διοικούσα Εκκλησία Ελλάδος (κρατική Αρχή), για το θέμα του ανεξάλειπτου της Ιερωσύνης ή η Εκκλησία, γενικώς;
Σύμφωνα με τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Παναγιώτη Μπούμη, «η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει αποφασίσει επισήμως για το θέμα αυτό».
Ο κ. Μπούμης αναφέρει: «Στο προκείμενο ζήτημα, δηλ. για το ανεξάλειπτο ή όχι της ιερωσύνης, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους λόγους του Κυρίου: ‘’Όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν ουρανώ’’(Ματθ. 18, 18)».
Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, η καθαίρεση δεν μπορεί να καταργήσει τη Χάρη της Ιερωσύνης. Και λέει: «Καθαίρεση, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι η αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης».
Ο ίδιος γράφει για την καθαίρεση, ότι δεν αφαιρεί τη Χάρη της Ιερωσύνης: «Επειδή ακριβώς η καθαίρεση είναι αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της Ιερωσύνης, και όχι αφαίρεση αυτού, γι’ αυτό, εάν τυχόν ένας καθηρημένος κληρικός αθωωθεί από άλλο δικαστήριο, επανέρχεται στην τάξη των κληρικών, χωρίς νέα χειροτονία». (Μπούμης Ι. Παναγιώτης, «Κανονικόν Δίκαιον», σελ.203-204).
Σχετικά με τη δυνατότητα αθώωσης του κληρικού από την ποινή της καθαιρέσεως από άλλο εκκλησιαστικό όργανο, ο Κανονολόγος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αμίλκας Αλιβιζάτος παραθέτει το παράδειγμα του μητροπολίτη Ευσταθίου, ο οποίος καθαιρέθηκε από τη Σύνοδο της Παμφυλίας όμως η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431), «απεκατέστησεν αυτόν εις την ιερατικήν του τιμήν, επιτρέψασα εις αυτόν την ιερουργίαν».
Σε μελέτη δε του ιδίου Καθηγητή, ο κ. Καθηγητής διδάσκει, ότι διά της καθαιρέσεως δεν αφαιρείται το θείον της Ιερωσύνης Χάρισμα (Βλ. Αμ. Αλιβιζάτου, «Περί χάριτος των ποινών των Κληρικών» σ.19).
Σύμφωνα με τη δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερωσύνη ανήκει στα Μυστήρια που δεν επαναλαμβάνονται και είναι έργο της Θείας Χάριτος. Η καθαίρεση είναι πειθαρχικό μέσο της Εκκλησίας, μη δυνάμενο να άρει τη Χάρη του Μυστηρίου, αλλ’ απλώς αναστολή των εκδηλώσεων αυτής. (Βλ. σχετικά: Α. Χριστοφιλοπούλου, Η οργάνωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος σ. 41. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας σ. 314. Π.Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας τ. 3σ. Πρβλ. Πρωτ. Πατρών 467/1916. Π. Παναγιωτάκου, Η Ιερωσύνη…σ.113 επ. 121 επ. Η θεία Χάρις εν τω καθαιρεθέντι παραμένει. Πρβλ. και Ευγενίου Βουλγά-ρεως, Κανονικαί Επιστάσεις σ. 277 επ. Βασιλείου, Μητροπολίτου Σμύρνης, Περί του κύρους χειροτονίας υπό καθηρημένου Επισκόπου σ. 18. Δ. Πετρακάκου,Τινά περί του κύρους των χειροτονιών σ. 21. Πρβλ. ωσαύτως και τας Α.Π.222/1934, 359/1934, Εφετ.Αθηνών 1356/1949. Μελετίου Μητροπολίτου Κυθήρων, Γάμος κληρικών καταχθέντων εις την τάξιν των λαϊκών ανίερος εν: ΑΕΚΔ 1964 σ. 13.επ.).
Αυτά σημαίνουν, ότι όποτε και αν, ένας τιμωρημένος – καθηρημένος Επίσκοπος ή Ιερέας, τελέσει κάποιο Μυστήριο, μπορεί η Διοίκηση της Εκκλησίας, (Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος), να τον ξανά τιμωρήσουν, π.χ. διότι δεν υπάκουσε, διότι δεν εφάρμοσε την ποινή. Όμως το Μυστήριο που τελείται κάθε φορά, είναι Κανονικό Μυστήριο. Τελείται από το Άγιο Πνεύμα.
Από όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω συμπεραίνουμε, ότι τελικά η Οσία εκάρη μοναχή και μάλιστα με το μοναχικό όνομα Μυρτιδώτισσα. Είχε δε εκκλησιαστική κοινωνία με όλους τους Χριστιανούς και κληρικούς Νέου και Παλαιού Ημερολογίου.
Το Μοναχικό Σχήμα είναι ανεξάλειπτη δωρεά της Χάριτος του Θεού, η οποία δεν αίρεται από κανέναν με κανένα τρόπο!

Ένα σύγχρονο θαύμα της Οσίας, επαληθεύει την μοναχική της ιδιότητα. (Αναδημοσίευση από http://www.hsir.org).
Το ακόλουθο θαύμα, αποδεικνύει και βεβαιώνει πασιφανώς, ότι η Αγία Γερόντισσα είχε πλήρη συνείδηση και συναίσθηση της Μοναχικής ιδιότητός της και του Μοναχικού ονόματός της, ώστε να απαιτήσει να δοθεί αυτό σε παιδί που θα γεννιόταν μετά την προς Κύριον εκδημία της…
Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, το οποίο δεν είναι βεβαίως το μοναδικό, ομιλεί αφ’ εαυτού, αποτελεί δε τιμή προς την Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα και θέτει προ των ευθυνών τους αυτούς, οι οποίοι πέφτουν στο ασυγχώρητο αμάρτημα της αρνήσεως των Δωρεών της Χάριτος του Θεού.
Η ευλαβής Ευθυμία Νικολαΐδου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, πνευματικό τέκνο του τότε Αρχιμ. π. Κυπριανού, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Κυπριανού Φυλής, επισκεπτόταν τακτικά την Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα στη Μονή της Παναγίας στην Κλεισούρα και συνομιλούσε μαζί της.
Σε μία επίσκεψή της, λίγους μόλις μήνες πριν από την Κοίμηση της Οσίας, η Γερόντισσα της απεκάλυψε τα εξής:
«Τώρα που θα επιστρέψεις στην Θεσσαλονίκη, θα γνωρίσεις ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι, που ψάχνουν κουμπάρο για να τους παντρέψει. Να τους παντρέψεις εσύ και να βαφτίσεις το πρώτο παιδάκι που θα κάνουν, που θα είναι κορίτσι, και να του δώσεις το όνομά μου· να το πεις ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ»!…
Πράγματι, η γυναίκα όταν επέστρεψε, γνώρισε το ζεύγος, τον Νικόλαο Γράμπα, τέταρτο γιό του Αντωνίου Γράμπα (Γ.Ο.Χ + 1996), και τη Θεοδώρα Κλησσιάρη του Κωνσταντίνου, κατοίκους Κυμίνων Θεσσαλονίκης. Τους έκανε την πρόταση, σύμφωνα με τα λεχθέντα από την Αγία Γερόντισσα, αλλά δεν τους είπε τίποτε για το φύλο και για το όνομα του πρώτου παιδιού, παρά μόνο ότι είχε τάμα να δώσει εκείνη ένα όνομα στο πρώτο τους παιδί. Εκείνοι δέχθηκαν.
Ο Γάμος τελέστηκε στον Ιερό Ναό των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων του Πατρίου Ημερολογίου, τον Νοέμβριο του 1974, ενώ η Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα είχε ήδη κοιμηθεί εν Κυρίω προ επτά περίπου μηνών. Η δε Βάπτιση του πρώτου παιδιού, το οποίο πράγματι ήταν κορίτσι, έγινε και πάλι στον Ιερό Ναό των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων το 1976. Στις επίμονες ερωτήσεις του πατέρα Νικολάου Γράμπα, σχετικά με το όνομα που θα δινόταν στο παιδί, η νονά απαντούσε· Μην ανησυχείτε· το όνομα που θα δώσω στο παιδί θα σας αρέσει· είναι πολύ ωραίο όνομα!
Όταν οι συγγενείς άκουσαν το όνομα ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ, ξαφνιάστηκαν! Μάλιστα, η μία από τις δύο γιαγιάδες έλεγε μισοελληνικά-μισοβουλγάρικα: «Σιό (τι) όνουμα είνει αυτό, Ματσανιώτισσα»!! Σύντομα όμως το ξεπέρασαν, με τη βοήθεια μάλιστα και της νονάς, η οποία τους εξήγησε πλέον λεπτομερώς τα περί της προρρήσεως της Αγίας Γερόντισσας Μυρτιδιώτισσας της Κλεισούρας και τους είπε: Αν θέλετε, μπορείτε να την φωνάζετε ΜΥΡΤΩ, αλλά όταν θα κοινωνεί και όταν θα παντρευτεί, ο Ιερέας να την αποκαλεί κανονικά με το όνομά της: ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ.
Η Μυρτιδιώτισσα (Μυρτώ) Γράμπα είναι σήμερα παντρεμένη και ζει στα Νέα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης, οι δε γονείς της Νικόλαος και Θεοδώρα κατοικούν στα Κύμινα και είναι ενορίτες του Ιερού Ναού  των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων. Η ευσεβής νονά, Ευθυμία Νικολαΐδου, είχε κοιμηθεί εν Κυρίω περί το 1979-1980, όταν η αναδεκτή της ήταν ακόμη πολύ μικρή.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ
Μία μεγάλη ευθύνη του Αγιογράφου. (Αναδημοσίευση από την σελίδα http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/).
Στον σύνδεσμο http://hsir.org/p/jjc έχουν αναρτηθεί, από τον Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα, σημαντικές καταθέσεις  για ένα πολύ σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα, το οποίο έχει προκύψει και αναπόφευκτα έχει εικονολογικές προεκτάσεις, εφόσον η Ορθόδοξη Εικονογραφία είναι ταγμένη στην υπηρεσία της Εκκλησίας, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», κατά τον Απόστολο Παύλο.
Διαβάζουμε λοιπόν στην οφειλομένη αυτή, όπως πιστεύουμε, και αναγκαία κατάθεση, η οποία τοποθετεί τα πράγματα στην ορθή τους βάση, και τα εξής:
«Στο σχετικό υλικό που κυκλοφορεί (κείμενα, εικόνες κλπ.), υπάρχει η επίμονος παρουσίασις της Αγίας ως απλής λαϊκής, ως Σοφίας, χωρίς να αναγνωρίζεται η Μοναχική Ιδιότης της Οσίας Γεροντίσσης και χωρίς καμμία απολύτως αναφορά στο Μοναχικό Όνομα Αυτής, τ.ε. Μυρτιδιώτισσα……Η Αγία Γερόντισσα είχε πλήρη συνείδησι και συναίσθησι της Μοναχικής ιδιότητός της και του Μοναχικού ονόματός της, ώστε να απαιτήση να δοθή αυτό σε παιδί που θα εγεννάτο μετά την προς Κύριον εκδημία της»…
Επειδή το θέμα μας έχει απασχολήσει στην Εικονολογική του διάσταση, εδώ και μερικά χρόνια (από τότε που για πρώτη φορά είδαμε, με δυσάρεστη, ομολογούμε, έκπληξη, σε Έκθεση Εικόνων την «Αγία Σοφία») , ας μας επιτραπεί να καταθέσουμε, για πρώτη φορά, ένα σημείο ευαρέσκειας της Οσίας για την Ιερά Εικόνα της ως Οσίας Μυρτιδιω-τίσσης, όχι ασφαλώς για την τεχνική της αρτιότητα, αλλά διότι την παρουσιάζει με Μοναχική ενδυμασία και με το Μοναχικό της όνομα…
Συνέχεια του άρθρου στους παρακάτω συνδέσμους
1.http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/2012/07/blog-post_04.html
2.https://www.scribd.com/document/99128104/%CE%91%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%A3%CE%9F%CE%A6%CE%99%CE%91-%CE%89-%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%91-%CE%9C%CE%A5%CE%A1%CE%A4%CE%99%CE%94%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%A3%CE%A3%CE%91

 

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Ὁ Ρουμάνος Ἱερεύς Γεώργιος Κάλτσιου ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορος


Ο π. Γκεοργκε Κάλτσίου-Ντουμιτρεάσα γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία, νομού Tulcea. Από μικρό παιδί οι γονείς του, του εμφύσησαν την αγάπη για το Θεό. «Μεγάλωσα σε μια απλή, αλλά θρησκευόμενη οικογένεια, πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου σε μια εκκλησία, κοντά σ’ έναν Ιερέα». Νέος είχε σκέψεις να γίνει μοναχός. Τελικά αποφάσισε να υπηρετήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Το 1945 γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Το 1948 οι κομμουνιστές φυλάκισαν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης, αλλά και τους φοιτητές και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές ότι αντιτείνοταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους».
Για τον νεαρό Γκεοργκέ το στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτέστι γίνεται ένα νέο «σχολείο». Από τον αφελή με τα γαλάζια μάτια μετατρέπεται σε «ατρόμητο μαχητή» για το Χριστό και την πατρίδα. Σ’ αυτή τη φυλακή έπεσε στην πιο μεγάλη αμαρτία της ζωής του (απαρνήθηκε το Χριστό), αλλά και τις πιο μεγάλες αρετές (αγάπη για τον εχθρό και το θάρρος της ομολογίας) που τον βοήθησε πολύ να ξαναναστηθεί ψυχικά.
Στο Πιτέστι ήταν οι πιο καθαροί κρατούμενοι. Αυτοί δε ήταν μπλεγμένοι σε πολιτικά ρεύματα και δράσεις. Η μεγάλη αντοχή που έδειξαν οφειλόταν στην προσευχή και την απόκτηση των αρετών. Στη φυλακή είχε δημιουργηθεί ένα μυστικιστικό ρεύμα, δύσκολα κατανοητό από τους δήμιους. Εκεί ήταν ένα κέντρο πνευματικότητας. «Έχοντας από μικρός μεγαλώσει με την προσευχή ενσωματώθηκα εύκολα σ’ αυτήν την πνευματική κίνηση».
Στο Πιτέστι η προσευχή δε σταμάτησε μέρα-νύχτα. Το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή, χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι, υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής & πνευματικότητας.
(Σημ π. Γεωργίου. Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτέστι, έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια).
 Ο πιο φοβερός βασανιστής ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου. Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, ήταν γεμάτος από μανία και οργή, μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: «Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό».
Λέει ο π. Γκεόργκε:  «Ο Τσουρκάνου είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτέστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. Όλη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους κτυπούσε, τους βασάνιζε, τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μόνοι τους καταδότες. Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς.  Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα ή αργότερα επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. 
Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη, γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πούιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι. Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το «Πάτερ ημών». Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδία να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό όταν βγω από τη φυλακή να γίνω Ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν Άγγελο …..ναι, έναν Άγγελο. Ναι, αλλά ένας Άγγελος ξεπεσμένος. Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας Άγγελός μου με βοήθησε - ρισκάροντας τη ζωή μου - να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια. Μου ζήτησαν να πω ότι συνωμότησα μαζί με κάποιους άλλους σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά εγώ ούτε καν τους γνώριζα».
 Αργότερα ο νεαρός Γκεόργκε Καλτσίου οδηγήθηκε σ’ άλλες τρομακτικές φυλακές, όπως η Ζίλαβα, στη Ζάρκα στο Αιούντ, και στη Γκέρλα. Το 1964 δόθηκε γενική αμνηστία. Μετά από 16 χρόνια ήταν ελεύθερος. «Το 1964 μας απελευθέρωσαν, μετά τις πιέσεις της Δύσης, αλλά και επειδή οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι τώρα πια ήταν κυρίαρχοι στη χώρα, αλλά και τις ψυχές μας.
Όταν βγήκα από τη φυλακή, θέλησα να συνεχίσω στην Ιατρική Σχολή, αλλά δε με δέχτηκαν. Έτσι σπούδασα Γαλλική Φιλολογία. Μετά θέλησα να γραφώ στη Θεολογική Σχολή, για να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στο Θεό όταν ήμουν φυλακή. Αρχικά με απέρριψαν, λόγω του φακέλου μου. Πήγα στον Πατριάρχη Ιουστινιανό. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε, αν και του είπα για τα χρόνια της κράτησής μου. Μ’ έστειλε στον Γραμματέα της Σχολής, μοναχό Αντώνιο Πλαμαντεάλα (μετέπειτα Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας), ο οποίος μου είπε να μη βάλω στο βιογραφικό μου τα χρόνια της φυλακής».
 Το 1971 τελείωσε την Θεολογική Σχολή και τον δέχτηκαν ως Καθηγητή Γαλλικής στο Εκκλησιαστικό λΛκειο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην κρατουμένου και χειροτονήθηκε Ιερέας.
Όταν οι κομμουνιστές γκρέμισαν την εκκλησία Ένει, κτίσμα του 17ου αιώνα, η φωνή του π. Γκεοργκε αντήχησε σαν ένας κεραυνός στην έρημο της αδιαφορίας και του συμβιβασμού, αυτή τη φορά κάνοντας αντανάκλαση και στην οικογένειά του. Λειτουργώντας στην εκκλησία Ράντου Βόντα εκφώνησε 7 ομιλίες, τις περίφημες «7 ομιλίες για νέους». Αυτές οι ομιλίες, όπως και άλλα θαραλλέα άρθρα, καταδίκαζαν το γκρέμισμα εκκλησιών και τον αθεϊσμό και γινόταν μπρος σ’ έναν μεγάλο αριθμό θεολόγων φοιτητών, αλλά και φοιτητών από άλλες σχολές. «Τις εκφώνησα τη στιγμή που η Ρουμανική συνείδηση ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Αυτές οι ομιλίες δημιούργησαν ένα υπόγειο ρεύμα αντίστασης, μεταξύ κυρίως των θεολόγων φοιτητών. Ζητούσα ελευθερία πίστεως και να σταματήσει η κατάχρηση εξουσίας. Από την πρώτη κιόλας ομιλία με παρακολουθούσαν, αλλά δε μπορούσαν να με συλλάβουν. Είχα προσευχηθεί στο Θεό να μη με συλλάβουν μέχρι να εκφωνήσω και τις επτά. Δεν κατάφερα να εκφωνήσω όγδοη επειδή με συνέλαβαν».
Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή, αλλά εξέτισε τα 5. Συνολικά πλήρωσε την αντικομουνιστική του δράση με 21 χρόνια φυλάκιση. Παρόλα αυτά στη δίκη-παρωδία ξεσκέπασε τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων της «επαναδιαπαιδαγώγησης». Μετά τη δεύτερη σύλληψή του, οι εξόριστοι Ρουμάνοι μ’ επικεφαλής τον Μίρτσεα Ελιάντε και τον Εουτζέν Ιονέσκου, έκαναν εκκλησεις στη Δύση για την απελευθέρωση του. Πάντα το θέμα των πολιτικών κρατουμένων τίθονταν από τις δυτικές κυβερνήσεις στις συναντήσεις τους με τον Τσαουσέσκου. Μετά από έντονες πιέσεις κυρίως της Αμερικανικής κυβέρνησης τελικά απελευθερώθηκε το 1984. Το 1985 ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Η.Π.Α. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον όπου δημιούργησε μια Ρουμανική Ορθόδοξη ενορία.
Το 1987 το FBI τον πληροφορεί ότι η Ρουμανική σεκιουριτάτε σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο π. Γκέοργκε έλεγε ότι αισθανόταν πάντοτε ότι τον παρακολουθούν, κυρίως όταν ερχόταν στην Ευρώπη, αλλά μετά το 1989 όταν ερχόταν στην Ρουμανία. Παρόλα αυτά δε φοβήθηκε και συνέχισε να έχει επαφή με τη Ρουμανία, να γράφει βιβλία και άρθρα, όπως και να μιλάει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς
«Η φωνή της Αμερικής» και «Ελεύθερη Ευρώπη». Μετά το 1989 γνώρισε προσωπικά τον Λίβιου Τούρκου, τον αρχηγό της Ρουμανικής κατασκοπείας στις Η.Π.Α. « Ο Τούρκου μου είπε ότι πράγματι σχεδίαζαν την δολοφονία μου από έναν Κουβανό, αλλά παραιτήθηκαν από το σχέδιο εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε στις Ρουμανο-Αμερικανικές σχέσεις».
Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 2007, αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος των κομμουνιστικών φυλακών, ο Επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία. Ενταφιάστηκε στη Μονή Πέτρου Βόδα. Με την συμπλήρωση έξη ετών από την κοίμησή του, έγινε η ανακομιδή του και το λείψανό του βρέθηκε αδιάφθορο, επιβεβαιώνοντας έτσι την αγιότητα του βίου του.
Από το Ιστολόγιο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
 

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τό σχεδιαζόμενο ἀνθρωπολογικό ἔγκλημα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν.


 Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Νάσσου
Στόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία, ἡ ἀνθρωπολογία εἶναι ἀρρήκτως συνυφασμένη μέ τήν Θεολογία καί δέν μπορεῖ νά ξεχωριστεῖ ἀπό αὐτήν ἐπειδή ἔτσι ἀρέσει στούς ἀνθρώπους τοῦ σκότους, οἱ ὁποῖοι διά μέσου τῶν αἰώνων πολυειδῶς καί πολυτρόπως πολεμοῦν τόν Ἀληθινό Θεό καί τήν ἐπί γῆς ζῶσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Στό ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, λοιπόν, ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τήν κορωνίδα τῆς θεία δημιουργίας, αὐτόν πού ἀποτελεῖ τήν «ἀνακαιφαλαίωσιν τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων»[1], τόν ἄνθρωπο,συνθετικά. Τόν θεωρεῖ ἑνωτικά καί ὄχι διαιρετικά ὅπως τόν βλέπουν οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀρχαίους φιλοσόφους.  
Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, τό σῶμα ἀποτελεῖ ἀναπόστατο ὀντολογικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρξε χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία νά ὑπῆρχε χωρίς σῶμα, διότι ἐξ ἀρχῆς ὁ πλάστης ἥνωσε δύο στοιχεῖα στόν ἄνθρωπο ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως[2]. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ὁ μέγας κόσμος μέσα στόν μικρό, εἶναι τό μεθόριο μεταξύ δύο κόσμων, ἡ συμπύκνωση, ἡ συμπερίληψη τοῦ σύμπαντος, ἀφοῦ ἑνώνει τό νοερό καί τό αἰσθητό.[3] Τό σῶμα,  ὡς τό ἕνα ἀπό τά δύο συστατικά στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεώς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἱερό, προοριζόμενο νά «συνδιαιωνίσει τήν ψυχή» (Ἀθηναγόρου, περί Ἀναστάσεως), νά ζήσει καί αὐτό στήν ἀτέρμονη Αἰωνιότητα, μετά τήν κοινή Ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν Δευτέρα, Ἔνδοξο Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως γνωρίζουμε, καταφάσκει τό ὑλικό σῶμα, τό τιμᾶ καί τό σέβεται, διότι καί αὐτό μετέχει τῆς χαρισματικῆς θεώσεως, ὅπως ὑπογραμμίζεται ἀπό κορυφαίους Πατέρες καί ἐμπειρικούς Θεολόγους, ὅπως λ.χ. τόν ἅγιο Συμεών τόν Ν. Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ κ.ἄ. Τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι Ναός Θεοῦ κατά τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο, ὁ ὁποῖος γράφει πρός τούς Κορινθίους: «ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστέ ζῶντος»[4].
Ἡ ἀξία καί ἱερότητα τοῦ σώματος παρουσιάζεται σέ πολλά ἁγιογραφικά καί πατερικά ἐδάφια, τά ὁποῖα παραλείπουμε γιά τό στενόν τοῦ χώρου. Καί ἡ ταφή τοῦ σώματος μετά θάνατον διδάσκεται  στήν πράξη ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τόν Ἴδιο τόν «Παθόντα καί Ταφέντα δι᾿ ἠμᾶς» Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες καί ἐφαρμόζεται ἀπό ὅλους τούς πιστούς. Ἡ ὅλη Παράδοσή μας δέχεται τήν ταφή τῶν σωμάτων, μιά πράξη πού ἤδη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο παραλληλίζεται μέ τή σπορά τοῦ κόκου τοῦ σιταριοῦ καί συνδέεται μέ τήν προσδοκία τῆς νέας ζωῆς.[5] Ἀπό πλευρᾶς Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν ἔμμεσες ἀναφορές καί θέσεις ὅτι ἡ ταφή εἶναι ὁ μόνος κανονικός τρόπος μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων, γι᾿ αὐτό καί ἀναφέρεται στόν ΙΓ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου ὅτι «περί τῶν ἐξοδευόντων ὁ παλαιός καί κανονικός Νόμος φυλαχθήσεται καί νῦν».[6] Ἀντίθετα, ὑπάρχει Κανονική ἀναφορά ἀπορριπτική τῆς καύσεως στόν ΞΕ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὁ ὁποῖος κατακρίνει τόν Μανασσῆ γιά τήν καύση τῶν παιδιῶν του μαζί μέ ἄλλες εἰδωλολατρικές πράξεις πού ἔκανε καί γι᾿ αὐτό «ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τό πονηρόν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τοῦ παροργήσαι αὐτόν».[7]
     Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ βιολογικός θάνατος, μέ τόν ὁποῖο χωρίζονται τά δύο συστατικά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή καί τό σῶμα δέν ἀποτελεῖ τό τελευταῖο στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μετά τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε πώς ἡ ἀδιαίρετη φύση τοῦ ἀνθρώπου παραμένει αἰωνίως ἀδιαίρετη. Προσωρινό ἐπεισόδιο στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι (Πλάτων). Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους, προσωρινό ἐπεισόδιο εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί τό γεγονός αὐτό, στόν μέν Πλατωνισμό βιώνεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τόν τόπο τῆς φυλακίσεώς της, σέ μᾶς δέ βιώνεται ὡς  διάσπαση τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου (ὡς «ρῆξη τῆς ψυχοσωματικῆς συμφυΐας» καθώς ψάλλουμε στή Νεκρώσιμο Ἀκολουθία ) καί αὐτή ἡ διάσπαση ὑπερβαίνεται στήν Ἀνάσταση.  Ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Πατερική μας Γραμματεία «δυνάμει τέθραυσται, ἵνα ἐν τῇ Ἀναστάσει ὑγιῆς εὑρεθῇ».[8] Δέν χάνεται, οὔτε ἐκμηδενίζεται! Ἄλλωστε, πάλι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν».[9]
Οἱ κλασικές περί ἀνθρώπου θέσεις τῆς Φιλοσοφίας, ὅπως α) τοῦ Πλάτωνος περί ἐγκλεισμοῦ τῆς προϋπαρχούσης ψυχῆς στό σῶμα καί β) τοῦ Ἀριστοτέλη περί ἐνοικήσεως τοῦ ἄνωθεν ἐρχομένου νοῦ στό ψυχοσωματικό στοιχεῖο, ἀπό τίς ὁποῖες θεωρίες συνάγεται ὅτι οὐσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχή ἤ ὁ νοῦς ἀντίστοιχα, παύουν νά ἰσχύουν στήν ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία καί ἀνθρωπολογία. Καί τοῦτο διότι τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἐντοπίζεται (ἐκτός ἀπό τό λογικό, νοερό, αὐτεξούσιο κλπ.) καί στό σῶμα, τό ὁποῖο γίνεται (ἐμπροϋπόθετα) κατοικητήριο τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὀγκόλιθος τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λαμᾶς θά μᾶς πεῖ  ὅτι «τό συ­ναμφό­τε­ρον», ὁ ὅλος ἄνθρω­πος, ὡς ψυ­χή καί σῶμα, εἶναι καί λέγεται εἰκό­να τοῦ Θε­οῦ: «Μή ἄν ψυ­χήν μό­νην, μή­τε σῶμα μό­νον λέ­γε­σθαι ἄνθρω­πον, ἀλλά τό συ­ναμ­φό­τε­ρον, ὅν δή καί κατ᾿εἰκό­να πε­ποι­η­κέ­ναι Θε­ός λέ­γεται».[10] Νωρίτερα τόν 5ο αἰῶνα, ὁ συνώνυμός του καί ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης εἶχε καταθέσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχοσωματική ὁλότητα εἶναι «γήινον πλάσμα τῆς ἄνω δυνάμεως ἀπεικόνισμα».[11]  Σκοπός δέ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου πού εἰκονίζει τόν Θεό εἶναι νά χωρέσει μέσα του τόν εἰκονιζόμενο, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὅλα τά ἄλλα ὑποτάσσονται καί ἐντάσσονται στόν σκοπό αὐτό.
Αὐτό τό «γήινο πλάσμα» πού ὡς ἑνωμένο ὅλον ἀπεικονίζει τόν Δημιουργό Του, ἐπιδιώκουν σήμερα νά τό διαχωρίσουν πλατωνικά ἐκεῖνοι πού δηλώνουν τήν ἀπαξία πρός τό σῶμα, ἀφοῦ θέλουν μετά τόν βιολογικό θάνατο καί τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ αὐτό νά τό πετοῦν στόν κλίβανο γιά ἀποτέφρωση! Αὐτό τό σῶμα ὅμως, δέν εἶναι ἄχρηστο, οὔτε ἀπόβλητο, ἀλλά ἔχει τήν τιμή καί τήν ἀξία του ὅπως εἴπαμε. Καί τοῦτο διότι ναί μέν εἶναι ὑλικό, ἀλλά ἐμπεριέχει «ἐνσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» κατά τόν Ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, δηλαδή συνιστᾶ ἕνα πνευματικό γεγονός, ἀφοῦ καί αὐτό δέχεται τήν ἄκτιστη Χάρη καί Ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Δέν θά πρέπει νά ἀγνοοῦμε ὅτι σέ ὁλόκληρη τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,  ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια καί θεωρεῖται ὡς ἀποκρουστική πράξη. Εἰδικότερα, ὁ διά πυρᾶς θάνατος συνδέεται στήν Παλαιά Διαθήκη μέ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα. Ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖ αὐτονόητη τήν ταφή τῶν νεκρῶν, ἐνῶ στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μόνο διῶκτες της κατέφυγαν στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων τῶν Χριστιανῶν, γιά νά ἐξαφανίσουν τή μνήμη τους καί νά πλήξουν τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς τους. Κατά τούς νεώτερους, τέλος, χρόνους ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἐφαρμόσθηκε καί ὡς κάποια μορφή ἐξαγνισμοῦ τοῦ κόσμου ἀπό τήν παρουσία τους. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες δείχνουν ἀποστροφή καί ἐχθρότητα πρός τό σῶμα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, δέν βλέπει τό σῶμα ἐχθρικά οὔτε τό θεωρεῖ ὡς «σῆμα», δηλαδή ὡς τάφο, ὅπως τό θεωροῦσε ὁ Πλάτων, ὥστε νά θέλει νά τό ἀφανίσει μέ τήν φοβερή, ἀσεβῆ καί εἰκονοκλαστική διαδικασία τῆς ἀποτεφρώσεως! Εἶναι ὄντως εἰκονοκλαστική πράξη διότι τό ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπως προελέχθη εἶναι Ναός τοῦ Θεοῦ, Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τούς Ναούς δέν τούς καῖμε! Τό ἀνθρώπινο σῶμα, αὐτή ἡ φύση τήν ὁποία διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως προσέλαβε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ζωντανή Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά λατρεύσει τόν ἐν τριάδι Θεό. Καί ὅποιοι λατρεύουν ἀληθινά τόν ἄκτιστο Θεό, θεμελιώνουν μέ τά λείψανά τους τίς κτιστές Ἐκκλησίες[12], πού στεγάζουν τούς ζωντανούς, τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος  τῆς μεγάλης τιμῆς ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἱερῶν λειψάνων. Πλοῦτος ἀδαπάνητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τά ἅγια, ἄφθαρτα και θαυματουργούντα λείψανα τῶν θεοφόρων τέκνων της! Αὐτά φέρουν ἔκδηλα τά σημεῖα τῆς θεώσεως, τά σήμαντρα τοῦ θείου ἐλέους, τά τεκμήρια τῆς ἐν Χριστῷ «ἀνακράσεως»[13]  καί γι᾿ αὐτό  τά διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς πολύτιμους θησαυρούς. Αὐτῶν τῶν θείων δώρων καί δωρεῶν ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Καί κατά τόν θεοφόρο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὅπως ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν χωρίστηκε ἡ θεότητα μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό Σῶμα ἐπάνω στόν Σταυρό,  ἔτσι καί στούς Ἁγίους μας,  μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα κατά τόν βιολογικό θάνατο, δέν χωρίστηκε ἀλλά παρέμεινε ἡ θεοποιός Χάρις καί ἐπί τοῦ σώματος, εἰς πίστωσιν τῆς Ἁγιότητος.[14]  Ἄν εἶχε υἱοθετηθεῖ ἀπό παλαιά ἡ καύση τῶν νεκρῶν, θά εἴχαμε σήμερα ἅγια λείψανα;
Ὅποιος βλέπει τό νεκρό σῶμα ὡς λείψανο, ὡς σεβαστό δηλαδή ὑπόλειμμα, κατάλοιπο τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, θέλει νά τό τιμήσει. Καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ ταφή καί ἡ μετά ταῦτα διατήρηση τῶν ὀστῶν εἶναι ἱερή. Ἀλλά καί ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία πού ἐπιτελοῦμε στούς κεκοιμημένους ἐν Χριστῷ, ἀκόμη καί ὡς ὁρολογία παραπέμπει σέ ἀγάπη καί φροντίδα.  Ἡ λέξη «κηδεία» προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «κήδομαι», πού σημαίνει φροντίζω. Ὅταν κάτι θέλουμε νά τό φροντίσουμε, δέν τό καῖμε! Εἶναι φρικτό καί ἀποκρουστικό καί νά τό σκεφθεῖ κανείς!  Ἄλλο εἶναι νά παραδίδεται μέ τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας ὁ «σεπτός νεκρός» ὅπως λέμε στή μητέρα γῆ «ἐξ ἧς ἐλήφθη», μέ τή γνωστή  ἐκείνη παραπεμπτική καί θεολογική φράση καί ἄλλο εἶναι νά ὁδηγεῖται ἀπάνθρωπα στή φωτιά πρός ἐξαφάνιση καί τοῦ τελευταίου στοιχείου τῆς ὑλικῆς του ὑποστάσεως!
Ἄν ὅλα αὐτά σήμερα ἀγνοοῦνται, ἤ σκοπίμως παραθεωροῦνται ἀπό τούς δῆθεν προοδευτικούς τοῦ τόπου μας καί υἱοθετοῦνται ξενόφερτες πρακτικές ὅπως ἡ καύση τοῦ σώματος μετά θάνατον γιά τό λόγο ὅτι δῆθεν προκαλοῦνται μολύνσεις καί μικρόβια, ἄς συνειδητοποιήσουν ἐπιτέλους ὅτι τή μόλυνση τή δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί· ὄχι οἱ νεκροί! Ἀντίθετα, ὅπως ἔχει τεκμηριωμένα ἐπισημανθεῖ, ρύπανση περιβάλλοντος ὁπωσδήποτε θά προκαλεῖ ἡ καύση τῶν νεκρῶν σωμάτων…
Συμπερασματικά θά καταθέσουμε ὅτι «ἡ καύση τῶν νεκρῶν, ὁποιαδήποτε ἐπιχειρήματα καί ἄν ἔχει πρός ὑποστήριξή της, βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Τό σῶμα πρέπει νά μπεῖ στόν τάφο, νά ἀποδοθεῖ στή μητέρα γῆ, νά ἐπιστρέψει στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο πλάστηκε, σύμφωνα μέ τό πρόσταγμα τοῦ Δημιουργοῦ του. Νά κοιμᾶται ἤρεμα στό μνῆμα μέχρι τή στιγμή πού θ᾿ ἀκουσθεῖ, κατά τή Δευτέρα Παρουσία ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀγγέλου, γιά νά ξυπνήσει μαζί μέ τά ἄλλα νεκρά σώματα ἀπό τόν ὕπνο του, νά ντυθεῖ τά ἄφθαρτα ἱμάτιά του, ν᾿ ἀναστηθεῖ καί, ἑνωμένο πάλι μέ τήν ψυχή του, νά πάει κοντά στόν πλάστη του καί νά κριθεῖ καί αὐτό σύμφωνα μέ ὅσα ἔπραξε κατά τή διάρκεια τοῦ ἐπί γῆς βίου του. Ἄλλωστε ὁ τάφος εἶναι ἕνα σύμβολο, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου τόσο εὔγλωττα διδάσκει τούς ζωντανούς γιά τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, ἡ ἐστία ἡ ὁποία συγκεντρώνει γύρω της τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων γιά τά προσφιλῆ τους πρόσωπα πού ὁ θάνατος ἀφήρπασε».[15]
Εἴθε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁ Ὁποῖος, κατά τήν σωτηριώδη Ἔνσαρκο Οἰκονομία του προσέλαβε ὅλον τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικῶς γιά νά τόν σώσει[16], νά μήν ἐπιτρέψει νά ἐκκινήσει ἀπό τήν πόλη μας ἀλλά καί ἀπό καμία πόλη τῆς Ἁγιοτόκου πατρίδος μας αὐτή ἡδιαβεβοημένη ἀσέβεια τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων!
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014
[1] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΝΓ΄, ΕΠΕ, 11, 330 - 332.
[2] Βλ. πρ. Θεοδώρου Ζήση, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 191.
[3] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος, 45, 7: «Τοῦτο δή βουληθείς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος, καί ζῶον ἐξ ἀμφοτέρων (ἀοράτου τε λέγω καί ὁρατῆς φύσεως) δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον…οἷόν τινα κόσμον ἕτερον, ἐν μικρῷ μέγαν, ἐπί τῆς γῆς ἵστησιν ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητήν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης…ὁρατόν καί νοούμενον, τόν αὐτόν πνεῦμα καί σάρκα».
[4] Β΄Κορ. 6, 16.
[5] Α΄Κορ. 15, 36 -37.
[6] «Πηδάλιον», σελ. 141.
[7] Βλ. ΞΕ΄ Καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου, «Πηδάλιον», σελ.278.
[8] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλικον, «Θεοῦ μοναρχία, κόσμου γένεσις καί ἀνθρώπου ποίησις», 2, 26. Βλ. Π. Χρήστου, Ἡ περί ἀνθρώπου διδασκαλία τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας, ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1957.
[9] Α΄Κορ. , 44.
[10] «Τί­νας ἄν εἴποι λό­γους σῶμα κατὰ ψυχῆς», ΜPG 150, 1361C.
[11] Κατηχητικός ὁ Μέγας, 6, MPG. 45, 28 Α.
[12] Ἡ Ζ΄ Ἁγία Οἰκ. Σύνοδος στόν 7ο ἱερό Κανόνα της  διατάσσει τήν καθιέρωση τῶν Ναῶν, διά τῆς τοποθετήσεως σ᾿ αὐτούς ἱερῶν λειψάνων. Γιά νά γίνει βεβαίως αὐτή ἡ καθιέρωση θά πρέπει νά ὑπάρχουν ἱερά λείψανα καί αὐτό λαμβάνει χώρα μόνο μέ τήν ταφήτῶν σωμάτων καί ὄχι μέ τήν καύση τους! Ἡ δέ δύναμις τῶν ἰερῶν λειψάνων εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε, ὅπως άναφέρετσι στά Πρακτικά τῶν Οἰκ. Συνόδων, «ἐκ λειψάνων πολλάκις μαρτύρων καί εἰκόνων ἐλαύνονται δαίμονες». (Βλ. Ζ΄Οἰκ. Σύνοδος, Πράξη 4, Σπ. Μήλια, Πρακτικά, τόμ. Γ΄, 282/782).
[13] Ὁ ὅρος «ἀνάκρασις» χρησιμοποιήθηκε κυρίως ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Στήν πρό τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη)  δέν ὑπῆρχαν βεβαίως οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀνακράσεως ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἡ ἀνάκραση τῶν δύο φύσων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐπιτρέπει καί τήν ἀνάκραση τῶν ἀνθρώπων μέ τό θεῖο, ἀλλά τώρα πλέον στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἵνα τῇ πρός τό θεῖον ἀνακράσει συναπωθεωθῇ τό ἀνθρώπινον». MPG. 45, 1152 C. Βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Β΄, σελ. 608 -609.
[14] «Οὐ γάρ διέστη τούτων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὥσπερ οὐδέ τοῦ προσκυνητοῦ σώματος Χριστοῦ διέστη ἡ θεότης ἐπί τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου». Φιλοκαλία, τόμ, Δ΄, ἐκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 118.
[15] Βλ. Ἀν. Θεοδώρου, «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ», ἐκδ. «Ἀποστολική Διακονία», Ἀθήνα 1990, σελ. 225.
[16] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, χαρακτηριστική φράση ἀπό τό Κατά Ἀπολλιναρίου: «Ὅλος ὅλον ἀνέλαβέ με, καί ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλον τήν σωτηρίαν χαρίσηται». MPG. 37, 181 C – 181 A.

 

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙΣ. Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Νάσσου

          ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
Στήν Πατερική μας Γραμματεία διαβάζουμε, μεταξύ ἄλλων, τά ἑξῆς ἐγκωμιαστικά λόγια, πρός τήν Μητέρα τοῦ πάντων Δεσπότου, τήν Θεοτόκο Μαρία: «Θεοτόκος γάρ ὑπάρχεις, ἡ τόν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα· Θεοτόκος ὑπάρχεις, ἡ τόν Θεόν Λόγον ἐν μορφῇ δούλου κυήσασα· Θεοτόκος ὑπάρχεις, ὅτι Θεόν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα ἔτεκες· Θεοτόκος ὑπάρχεις, ἠ μόνη τοῦ μόνου Μονογενῆ Υἱόν τοῦ Θεοῦ γεννήσασα· οὐ πρόσκαιρον Θεόν γεννήσασα, ἀλλ᾿ αἰώνιον, τόν πρό σοῦ και πάντων Θεόν,ἐκ σοῦ σαρκωθέντα»1.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς «ἡ ἁγίων ἁγιωτέρα, καί ἱερῶν ἱερωτέρα, καί ὁσίων ὁσιωτέρα»2.
Καί ὄντως εἶναι ἔτσι, ὅπως πιστεύουμε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι προστρέχουμε ὀρμεμφύτως πρός αὐτήν, δοξολογητικῶς καί ἱκετευτικῶς. Αὐτή ἡ εὐλογημένη ὕπαρξη, μέ τήν ἐπί γῆς παρουσία της, μετέτρεψε τή γῆ σέ οὐρανό, ὅπως ψάλλουμε στήν ὑμνολογία, ἄδειασε τόν Ἅδη ἀπό τούς δεσμώτες, κατέστησε τούς ἀνθρώπους πολίτες τοῦ οὐρανοῦ, συνένωσε τούς ἐπί γῆς μέ τούς Ἀγγέλους, συνέβαλε ἐνεργητικά στή σωτηρία παντός τοῦ κόσμου, διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως - ἐξ αὐτῆς – τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν ἐπέλεξε ὁ Θεός, ὡς «προεκλελεγμένην πρό πασῶν τῶν γενεῶν», ὡς πάγκαλο ὄντως καί καθαρώτατον σκεῦος ἐκλογῆς, προκειμένου νά λάβει τό κατά σάρκα, ἀνακτώντας «τήν πρίν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ» καί πραγματοποιώντας τήν σωτηρία καί θεώση τοῦ «βροτείου φυράματος». Προσφυῶς, ὁ ἐκ τῶν σπουδαίων θεοτοκόφιλων Πατέρων καί μεγάλων Θεολόγων, ἅγιος Γρηγόριος ὀ Παλαμᾶς (+1349) ἀποκαλεῖ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο «μεθόριον μεταξύ κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως»3! Προσφυῶς ἐπίσης, ὁ κορυφαῖος τῶν Κολλυβάδων καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἀγιορείτης (+1809), ἀπευθυνόμενος μέ ἄπειρη εὐλάβεια καί μέθεξη ψυχῆς πρός αὐτήν γράφει τά ἀκόλουθα: «Ἠράσθη τοῦ κάλλους σου Χριστός Πανάμωμε, καί τήν μήτραν σου κατώκησεν, ὅπως παθῶν ἐξ ἀμορφίας, τό γένος τῶν ἀνθρώπων λυτρώσηται, καί κάλλος τό ἀρχαῖον δωρήσηται»4. Ὁ δέ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως θά ἐκφραστεῖ ἀνθρωποπρεπῶς καί θά πεῖ ὅτι ἔψαξε ὁ Θεός ὅλο τόν κόσμο καί δέν βρῆκε ἄλλη τόσο κατάλληλη καί καθαρωτάτη γυναῖκα ὡσάν τήν Μαρία, γιά νά τήν καταστήσει Μητέρα Του. «Ψηλαφήσας ὁ Ὕψιστος ὅλον τόν κόσμον καί μή εὑρών ὁμοίαν σου μητέρα…ἐκ σοῦ τῆς ἠγιασμένης ἄνθρωπος διά φιλανθρωπίαν γενήσσεται»5. Καί αὐτό διότι, ἡ Παναγία «τῇ καθαρότητι θέλγει Θεόν ἐν αὐτῇ οἰκῆσαι»6
Οἱ Ὀρθόδοξοι τιμοῦμε τήν ὑπερευλογημένη Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, «δι᾿ ἦς τό ἐκπεσόν πλάσμα εἰς οὐρανούς ἀναλαμβάνεται»7, ἀλλά ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε πῶς τήν τιμοῦμε, γιατί τήν τιμοῦμε καί ποιά εἶναι ἡ περί τήν Θεοτόκο Δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως αὐτή ἀποκρυσταλλώθηκε μέσα ἀπό Συνόδους Οἰκουμενικές.
Ἡ τιμή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο εἶναι πολύ μεγάλη, ἀλλ᾿ ὅμως δέν εἶναι ἀπόλυτη. Εἶναι τιμή σχετική ἐν ἀναφορᾷ πρός τήν λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἄλλωστε μᾶς συνιστοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. «Πέρα τοῦ δέοντος οὐ χρῆ τιμᾶν τούς ἁγίους, ἀλλά τιμᾶν τόν αὐτῶν Δεσπότην», θά γράψει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου8. Θά δοῦμε στή συνέχεια τήν πλάνη τῆς ἀπόλυτης τιμῆς τῆς Θεοτόκου ἀπό πλευρᾶς τῶν παπικῶν μέ τήν ἐπινοημένη θεωρία τῆς Ἀσπίλου συλλήψεως.
ΑΣΠΙΛΗ ΣΥΛΛΗΨΗ
Στή Δύση, ὅπου ὑπάρχει τό στοιχεῖο τῆς ἡ ὑπερβολῆς (ἐνῶ, ἀντίθετα, στόν Προτεσταντισμό ὑπάρχει ἡ μείωση) τιμᾶται ἡ Παναγία μέ μιά ἀπόλυτη τιμή, σύμφωνα μέ τά ἐξαγγελόμενα δόγματα τῶν παπικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πρῶτο εἶναι ἡ «ἄσπιλη σύλληψη» τῆς Θεοτόκου9. Ἡ θεωρία αὐτή ἔγινε δόγμα - ὅρος πρός σωτηρίαν - στή Δύση τό 1854. Σύμφωνα μέ τό δόγμα αὐτό, ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συλλήψεώς της διετηρήθη καθαρά ἀπό κάθε σπίλο τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας. Καταρχήν, εἶναι ἀπαραίτητο, πρίν κάνουμε λόγο γιά τό δόγμα αὐτό τῶν παπικῶν, νά διευκρινήσουμε ὅτι ὑπάρχει διαφορά ἀντιλήψεως μέ τούς δυτικούς ὡς πρός τό τί κληρονόμισε ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό τούς γενάρχες μας, μετά τήν λεγομένη προπατορική ἁμαρτία, ἤ Πτώση ὅπως εἶναι ὀρθότερα νά λέγεται. Οἱ δυτικοί φρονοῦν ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα κληρονόμησε ἀπό τούς προπάτορες Ἀδάμ καί Εὖα τήν ἐνοχή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε καί κηρύττουμε ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα κληρονομεῖ τίς συνέπειες τῆς Πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων, πού εἶναι ἡ φθορά καί ἡ θνητότητα πού εἰσόρμησαν μέσα στό γένος τῶν ἀνθρώπων, καθώς καί ἡ ροπή πρός τήν ἁμαρτία. Κατά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, λοιπόν, ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ πρώτου Ἀδάμ κληρονομοῦμε ὄχι τήν ἐνοχή, ἀλλά τίς συνέπειες τῆς προπατορικῆς Πτώσεως. Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ὑπόκειται σ᾿ αὐτές τίς συνέπειες, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος10. Ὑπάρχει, μεταξύ ἄλλων, ἕνα καταπληκτικό κείμενο τοῦ ἀγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τό ὁποῖο δείχνει ἀκριβῶς αὐτή τήν πραγματικότητα τῆς φθορᾶς πού ὑπέστη ἡ φύση μας ἕνεκα τῆς Πτώσεως, ἀφοῦ πρῶτα ἐφθάρη ἡ προαίρεση τῶν προπατόρων, καί χάθηκε ἀπ᾿ αὐτούς ἡ κατάσταση τῆς ἀπαθείας. Ὁ Αγιος ὁμιλεῖ γιά δύο ἁμαρτίες, τήν διαβεβλημένη καί τήν ἀδιάβλητη, πού ἦρθε ὡς ἀπόρροια/συνέπεια τῆς διαβεβλημένης. Ἡ φθορά/ἔκπτωση τῆς προαιρέσεως, ἔφερε τήν φθορά τῆς φύσεως («μεταποίησις»), καθώς εἰσῆλθε ἡ θνητότητα στό ἀνθρώπινο γένος. «Φθαρεῖσα πρότερον τοῦ κατά φύσιν λόγου Ἀδάμ ἡ προαίρεσις, τήν φύσιν ἑαυτῇ συνέφθειρε, ἀποθεμένη τῆς ἀπαθείας την χάριν και γέγονεν ἁμαρτία· πρώτη μέν καί εὐδιάβλητος, ἡ πρός τήν κακίαν ἀπό τοῦ ἀγαθοῦ τῆς προαιρέσεως ἔκπτωσις· Δευτέρα δέ, διά τήν πρώτην, ἡ τῆς φύσεως ἐξ ἀφθαρσίας εἰς φθοράν ἀδιάβλητος μεταποίησις»11.
Ἑπομένως, καί ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου δέν ἐξαιρεῖται ἀπό τήν κοινή μοῖρα τῆς ἀνθρωπότητος, ἀφοῦ καί αὐτή γεννήθηκε μέ τρόπο φυσικό, καί τοῦτο διότι οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτία τῶν προπατόρων μεταδίδονται διά τῆς φυσικῆς γεννήσεως στούς ἀνθρώπους. Μόνη ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ Ὁποίος ἐγεννήθη μέ τρόπον ὑπερφυσικόν, καί ὡς ἀναμάρτητος δέν εἶχε, φυσικά, ἀνάγκη λυτρώσεως. Καί θά συμπληρώσει ὁ ἅγιος Μάξιμος στό ἀνωτέρω κείμενο ὅτι, «ταύτην οὖν, τήν διάλληλον φθοράν τε καί ἀλλοίωσιν τῆς φύσεως ὁ Κύριος ἡμῶν τε καί Θεός διορθούμενος, ὁλόκληρον τήν φύσιν λαβών, εἶχε καί αὐτός ἐν τῇ ληφθείσει φύσει τό παθητόν, τῇ κατά προαίρεσιν ἀφθαρσίᾳ κοσμούμενον»12.
Ἡ Θεοτόκος, τώρα, σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐγεύθη πρώτη τήν ἀπαλλαγή της ἀπό τήν προπατορική καί ἀπό κάθε ἄλλη προσωπική ἁμαρτία ἀπό τή στιγμή ὅπου συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί ἐσώθη ἀπό τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Χάρις τῆς ἔδωσε δύναμη δεκτική τῆς θεότητος, ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, καί γεννητική τοῦ Λόγου. Ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει ἀκριβῶς ὅτι «μετά οὖν τήν συγκατάθεσιν τῆς ἁγίας Παρθένου, Πνεῦμα Ἅγιον ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτήν κατά τόν τοῦ Κυρίου λόγον, ὄν εἶπεν ὁ ἄγγελος, καθαῖρον αὐτήν, και δύναμιν δεκτικήν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος παρέχον, ἅμα δέ καί γεννητικήν»13. Μόνο τό θεῖο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀπόλυτη ἀναμαρτησία. Ἡ Παναγία Μητέρα του ἔχει σχετική ἀναμαρτησία, ἀφοῦ και ἡ Θεοτόκος Μαρία ἐσώθη μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν στιγμή τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου μέσα της. Ἀντίθετα, ἡ δυτική θεολογία τοποθετεῖ τήν σωτηρία τῆς Θεοτόκου στήν δική της γέννηση καί ἀρχή καί ὄχι στήν σύλληψη τοῦ Λυτρωτοῦ Χριστοῦ. Διδάσκουν μάλιστα οἱ παπικοί ὅτι ἡ ἀναμαρτησία τῆς Θεοτόκου δέν εἶναι φυσική, ἀλλά συνετελέσθη ὑπό τοῦ Θεοῦ. Πότε ὅμως συνετελέσθη ἡ λύτρωση καί σωτηρία τῆς Παναγίας; Πῶς ἐσώθη, ἐνῶ δέν εἶχε ἀρχίσει τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τῆς σωτηρίας, ἀφοῦ δέν εἶχε ἀκόμη σαρκωθεῖ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ; Μέχρι τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ «προεκλελεγμένη» καί ὑπερευλογημένη Μαρία βρίσκεται στόν κόσμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως ὅλοι οἱ Δίκαιοι τῆς περιόδου αὐτῆς. Στόν κόσμο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀνήκει ἀπό τή στιγμή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅπου σαρκοῦται ἐντός της ὁ Λόγος μέ τό «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» πού εἶπε, ἀποκρινομένη στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Νά σημειώσουμε παρεμπιπτόντως, ὅτι αὐτό θά ἔλεγε ὁπωσδήποτε ἡ Παναγία, διότι εἶχε φθάσει ἤδη στή θέωση ἐνδιαιτωμένη μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, καί ὡς ἐκ τούτου εἶχε φυσικό θέλημα καί ὄχι γνωμικό, ὥστε νά ὑπάρχει δυναντότητα ἀρνήσεως τῆς κλήσεώς της, καθώς ἰσχυρίζονται κάποιοι λανθασμένα σήμερα. Πρίν, λοιπόν, τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου πῶς θά ἐσώζετο ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ ὡς πρόσωπο πού θα συνεργοῦσε στό ἐν Χριστῷ μυστήριον τῆς σωτηρίας εἶχε μέν ἀϊδίως προορισθεῖ, ἀλλά τό μυστήριο δέν εἶχε ἀκόμη ἐν χρόνῳ πραγματοποιηθεῖ;
Ἡ δυτική θεολογία, μέ τή θεωρία περί ἀφέσεως ἁμαρτίας καί σωτηρίας τῆς Θεοτόκου πρό τῆς ἐλέυσεως τοῦ «ἐξ αὐτῆς τεχθέντος» Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποξενώνει τήν Θεοτόκο ἀπό τήν στενή σχέση μέ τόν Σωτῆρα Υἱό της καί ὑποτιμᾶ τό ἀπολυτρωτικό, σωτηρώδες ἔργο τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ. Γενικά, ἡ δυτική θεολογία, μέ τήν λεγομένη «μαριολογική θεολογία» καί τήν αὐτοτελῆ «Μαριολογία» καί «Μαριολατρεία» πού ἀναπτύχθηκε στό χῶρο ἐκεῖνο, ὑπερτίμησε αὐτόνομα τήν Θεοτόκο καί τήν ἀπέσπασε ἀπό τόν Κύριο, δηλαδή ἀπέκοψε τήν Μητέρα ἀπό τόν Υἱό της! Ὁ παπισμός θεωρεῖ τήν Παναγία μεμονωμένα, ἀποσπασματικά καί ἀνεξάρτητα ἀπό τή σχέση της μέ τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ὑποβιβάζοντας τό ἀπολυτρωτικόν ἔργον τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Αὐτό σέ ἀντίθεση μέ τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, κατά τήν ὁποία τιμᾶται ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐν ἀναφορᾷ πρός τό Χριστολογικό δόγμα καί τήν Ἐναθρώπιση τοῦ Λόγου, στήν ὁποία συνήργησε ὡς «ὑπουργός τοῦ τόκου» (ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας) μέ τήν κατά μέθεξιν Θεοῦ Ἁγιότητά της καί τήν θετική ἀπάντηση πρός τήν κλῆση της. Πρέπει, λοιπόν, νά εἶναι σέ ὅλους γνωστό ὅτι ὅλο τό μυστήριο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου συνοψίζεται στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτό ἐξηγεῖται. Ἡ Θεοτόκος συνδέεται φυσικῶς μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Μητέρα του καί δογματικῶς γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν ὀρθόδοξη σωτηριολογία. Δέν εἶναι θεά ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος! Εἶναι «ἡ πρώτη θεωθεῖσα ἀνθρωπίνη ὑπόστασις παραλλήλως τῆς ἐνσαρκωνθείσης θείας ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ»14, ἡ πρώτη ἀπό τό ἀνθρὠπινο γένος πού κοινώνησε μέ τόν ἔνσαρκο Λόγο15, ἀλλά δέν εἶναι θεά. «Μόνον μή ποιείτω τήν Παρθένον θεάν», διακηρύττει ὁ ὑπέρμαχος τῆς Θεοτόκου ἅγιος Κύριλλος16. Ἡ Θεοτόκος Μαρία, σέ καμία περίπτωση δέν τοποθετεῖται στό ἐπίπεδο τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ. Ναί, μέν, ἔφθασε στήν κατά Χάριν θέωση μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, βιώνοντας τόν Ὀρθόδοξο Ἠσυχασμό καί γενομένη θεωρητική διδάσκαλος αὐτοῦ, ὅπως γράφει στίς περίφημες Ὁμιλίες του στά Εἰσόδεια τῆς Θεοτόκου ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀλλ᾿ ὅμως δέν εἶναι θεά/ ἰσόθεος, ὅπως φρονοῦν οἱ παπικοί. Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε στόν ὅρο «Θεοτόκος», ὁ ὁποῖος εἰσάγει ἄμεσα στήν καρδιά τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος καί θά ποῦμε, κάπως συνοπτικῶς, τά ἀκόλουθα.
ΘΕΟΤΟΚΟΣ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ Παναγία εἶναι Θεοτόκος καί ὄχι Χριστοτόκος, ὅπως κήρυττε ὁ αἱρεσιάρχης Νεστόριος. Στόν ὅρο «Θεοτόκος» συμπεριλαμβάνεται τό πραγματικόν τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, τῆς κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Παρθένο καί τῆς ὑποστατικής ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ὁ ὅρος «Θεοτόκος» συνοψίζει ἄριστα τήν ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό ὄνομα «Θεοτόκος», κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, «ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας (Ἐνανθρωπήσεως) συνήστησι»17. Βεβαίως, τόν ὅρο «Θεοτόκος» συναντοῦμε πρίν τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοοδο, σέ ἔργα θεολόγων καί ἐκκλησαστικῶν συγγραφέων, ὅπως λ.χ. τοῦ Ὠριγένη τόν Γ΄ αἰῶνα, ὅπως καί τοῦ μαθητοῦ του Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ. Ὁ Ὠριγένης γράφει: «Τήν ἤδη μεμνηστευμένην γυναῖκα καλεῖ. Οὕτω καί ἐπί τοῦ Ἰωσήφ καί τῆς Θεοτόκου ἐλέχθη»18. Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θαυματουργός σημειώνει: «Θεοτόκον γάρ ποιήσας με πάλιν παρθένον διεφύλαξεν καί διά τῆς ἐμῆς γαστρός πασῶν γενεῶν ἀνακεφαλαιοῦται τό πλήρωμα»19. Στή συνέχεια, ὁ ὅρος «Θεοτόκος» ἐμφανίζεται τόν 4ο αἰώνα καί συγκεκριμένα σέ κείμενα Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ὅπως τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων κ.ἄ. Νά σημειωθεῖ ὅτι καί ἀπό αἱρετικούς χρησιμοποιήθηκε ὁ ὅρος «Θεοτόκος», ὅπως λ.χ. ἀπό τόν Ἄρειο καί τόν Ἀπολινάριο, ἀλλά ἡ ὀρθόδοξη χρήση τοῦ ὅρου βρίσκεται στούς Καππαδόκες, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης. Ἰδιαίτερο λόγο, ὅμως, περί τοῦ ὅρου «Θεοτόκος» καί τήν θεολογική σημασία καί σπουδαιότητα πού ἐνέχει, κάνει ἐκεῖνος ὁ Πατήρ ὁ ὁποῖος κατεξοχήν ἠγωνίσθη γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ ὅρου αὐτοῦ στήν Ἐκκλησία καί εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.), ἅγιος Κύριλλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, ἡ «σφραγίς τοῦ Πνεύματος», ὅπως ἔχει ἀποκληθεῖ20. Τό 428 μ.Χ. ξέσπασε τό λεγόμενο «οἰκουμενικόν σκάνδαλον» μέ τήν ἄρνηση τοῦ ὅρου «Θεοτόκος» ἀπό τόν Νεστόριο, καί τότε ὁ μεγάλος Πατήρ καί Διδάσκαλος, Κύριλλος, ἀπεδύθη σέ ἀγῶνες θεολογικούς, ἀφοῦ κατέδειξε θεολογικά καί τήν ἑνότητα τῶν δύο ἀσυγχύτων φύσεων καί τό ἑνιαῖο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ21. Ἡ Παναγία γέννησε Θεόν καί ὄχι «ψιλόν» (=σκέτον) ἄνθρωπον. Γι᾿ αὐτό ὀνομάζεται Θεοτόκος καί ὄχι Χριστοτόκος, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε ὁ Νεστόριος. Βεβαίως, ὁ ὅρος «Χριστοτόκος» χρησιμοποιήθηκε καί ἀπό Πατέρες καί ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο, ἀλλά μέ ὀρθόδοξη ἑρμηνεία, ὅτι δηλαδή ἡ Θεοτόκος γέννησε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, τελικά καθιέρωσε τόν ὅρο «Θεοτόκος», γιά νά ἀντιπαρατεθεῖ στή Νεστοριανή κακοδοξία, πού οὐσιαστικά κατέλυε τό χριστολογικό μυστήριο.
ΠΑΡΘΕΝΟΣ, ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ
Ἡ Θεοτόκος λέγεται καί εἶναι Παρθένος καί Ἀειπάρθενος. Καί αὐτό εἶναι δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας, περί τήν Θεοτόκο, ἡ ὁποία εἶναι «πρό τόκου Παρθένος, ἐν τόκῳ Παρθένος καί μετά τόκον Παρθένος», ὅπως διδάσκει ἠ ὀρθόδοξη Θεολογία καί ὅπως ἀκοῦμε στήν Ὑμνογραφία. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει ὅτι ὁ Υἱός τῆς Παρθένου, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, «ὥσπερ συλληφθείς παρθένον την συλλαβοῦσαν ἐτήρησε, οὕτω καί τεχθείς, τήν αὐτῆς παρθενίαν ἐφύλαξεν ἄτρωτον, μόνος διελθών δι᾿ αὐτῆς, καί κεκλεισμένην τηρήσας αὐτήν»22. Ὀρθά καί ἐπακριβῶς διατυπώνει τό δόγμα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου ὁ καθηγητής Ἰω. Καρμίρης, ὑπογραμμίζοντας τις τρεῖς προθέσεις «πρό», «ἐν» καί μετά», οἱ ὁποίες δηλώνουν το μυστήριο τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Παναγίας μας. «Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀειπάρθενος καί ἀείπαις, τ.ἔ. παρθένος πρό, ἐν καί μετά τόκον ἀφθόρως καί ἀφράστως καί ἀνερμηνεύτως τόν Χριστόν γεννήσασα»23. Ναί, εἶναι ὄντως θαῦμα, εἶναι ὑπέρλογο, εἶναι μυστήριο καί δέν ἑρμηνεύεται μέ τήν ἀνθρώπινη λογική!
Ὑπάρχει στήν Ὑμνογραφία ἕνα θεολογικώτατο μελώδημα, λεγόμενο «Κάθισμα», ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τό ὁποῖο παρουσιάζει αὐτήν ἀκριβῶς τήν πραγματικότητα τῆς Παρθενίας καί Ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης διηγεῖται ὅτι τοῦ συνιστοῦσε ἕνας πνευματικός του διδάσκαλος, ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος ὁ Ἰβηρίτης, νά μήν λησμονεῖ ποτέ νά λέγει αὐτό τό «Δεκαπάρθενον ἆσμα», προκειμένου νά εὐχαριστήσει τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί νά λαμβάνει τήν ἀρωγή καί μεσιτεία της. «Παρθένος ἀληθῶς, πρό τοῦ τόκου Παρθένε, Παρθένος ἀληθῶς ἐν τῷ τόκῳ Παρθένε, Παρθένος ἀειπάρθενος, μετά τόκον διέμεινας, καί Παρθένον σε ὁμολογοῦμεν Παρθένε, καί ἐλπίζομεν ἐν σοί Παρθένε σωθῆναι, Παρθένων τό καύχημα»24.
«ΠΡΟΕΚΛΕΛΕΓΜΕΝΗ». ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΓΝΩΣΙΣ ΘΕΟΥ
Ἀναφορικά μέ τήν ἐκλογή «πρό πασῶν τῶν γενεῶν» τῆς Θεοτόκου Μαρίας καί τό ζήτημα τοῦ προορισμοῦ, τό ὁποῖο τίθεται, θά πρέπει νά ἐξετάσουμε πῶς ἑρμηνεύεται αὐτός ὁ προορισμός καί ἡ ἐκλογή τῆς Θεοτόκου ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ, πῶς, ἔπειτα, νοεῖται ὁ προορισμός ὅλων τῶν ἀνθρώπων στή σωτηρία ἤ τήν ἀπώλεια. Ἆράγε ὁ Θεός ἐκλέγει ἐπιλεκτικά, καί ἄλλους ἐκ τῶν ἀνθρώπων προορίζει νά σωθοῦν καί νά μετάσχουν τῶν αἰωνίων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν Του στή Βασιλεία Του καί ἄλλους προορίζει γιά τήν ἀπώλεια καί τήν αἰώνια Κόλαση; Κάνει, λοιπόν, διακρίσεις ὁ Δικαιότατος Θεός;
Τό ζήτημα αὐτό εἶναι βαθύ καί θεολογικό. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σέ μία ἐπιστολή του λέει ὅτι ὁ Θεός, «οὕς προέγνω και προώρησε…οὕς δέ προώρησε,τούτους καί ἐκάλεσε∙ οὕς ἐκάλεσε τούτους καί ἐδικαίωσεν∙ οὕς δέ ἐδικαίωσε, τούτους και ἐδόξασε».25 Οἱ προωρισθέντες καί κληθέντες ὑπό τοῦ Θεοῦ, κατά τό ἀνωτέρω χωρίο, εἶναι «κατά πρόθεσιν κλητοί», εἶναι δηλαδή κλητοί καί προορισμένοι λόγῳ τῆς δικῆς τους προαιρέσεως τήν ὁποία γνωρίζει ὁ παντέφορος Ὀφθαλμός! Ὁ προορισμός στηρίζεται πάντοτε στήν πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός προορίζει, ἐπειδή προγνωρίζει. Οἱ ἄνθρωποι «προωρίσμεθα κατά πρόγνωσιν»26. Γι᾿ αὐτό καί τονίζει ἕνας ἑρμηνευτής, ὁ Θεοδώρητος, ὅπως καί ἄλλοι πολλοί, ὅτι ὁ Θεός «οὐχ ἁπλῶς προώρισεν, ἀλλά προγνούς προώρισεν». Καί αὐτό σημαίνει ὅτι «προγινώσκει τους ἀξίους τῆς κλήσεως, εἶθ᾿ οὕτως προορίζει», ὅπως λέγει ἄλλος ἑρμηνευτής, ὁ Θεοφύλακτος, διότι «προτέρα ἡ πρόγνωσις, εἶτα ὁ προορισμός». Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, θά τονίσει ὅτι ὁ Κύριός μας «τούς διαφόρους περί ἡμᾶς τῆς Προνοίας τρόπους τοῖς ἡμῖν ἐγνωσμένοις πάθεσι διαπλάττει».27 Ὑπάρχει στήν Πατρολογία ἕνας ὡραίος διάλογος, σχετικά με την πρόγνωση, τόν προορισμο καί τό ἀνθρώπινο αὐτεξούσιο. Κάποτε, ρώτησε τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἕνας ἐπίσκοπος, ὀνόματι Θεοδόσιος: πῶς εἶσαι πάτερ; Καί ὁ Ἄγιος ἀπάντησε, «ὅπως πρόρισε ὁ Θεός πρό πάντων τῶν αἰώνων τήν πρόνοιά του γιά μένα, ἔτσι εἶμαι». Ὁ ἐπίσκοπος ἀπόρησε: «τί, λοιπόν, γιά τόν καθένα ἀπό μᾶς ἔχει προορίσει ὁ Θεός πρίν ἀπό τούς αἰῶνες»; Καί ὁ σοφώτατος θεολόγος ἀπάντησε: «σύμφωνα μέ ὅσα προγνωρίζει ὁ Θεός, ἔχει προορίσει». Πάλι ἐρωτᾶ ἀπορούμενος ὁ Θεοδόσιος: «Καί τί εἶναι τό <προγνώρισε καί προόρισε>»; Καί ὁ Ὁμολογητής Πατήρ ἐνημερώνει: Ἡ πρόγνωση ἔχει νά κάνει μέ τό αὐτεξούσιό μας, βάσει τοῦ ὁποίου ἐκδηλώνονται οἱ σκέψεις μας, τά λόγια μας καί τά ἔργα μας. Ὁ προορισμός ἔχει νά κάνει μέ αὐτά πού μᾶς συμβαίνουν στή ζωή αὐτή καί τά ὁποῖα δέν ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς. Ὁ θεοφόρος Μάξιμος, λοιπόν, ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τά «ἐφ᾿ ἡμῖν» καί γιά τά «οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν», δηλαδή γιά ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς, ἀπό τή δική μας προαίρεση, καί γιά ὅσα δέν ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς. «Ἡ πρόγνωσις, τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐννοιῶν καί λόγων ἔργων ἐστίν· ὁ προορισμός δέ, τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν συμβαινόντων ἐστί»28.
Ἀργότερα, τόν ὄγδοο αἰῶνα ὁ πατήρ τῆς Δογματικῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, θά γράψει ὅτι ὁ Θεός «πάντα μέν προγινώσκει, οὐ πάντα δέ προορίζει∙ προγινώσκει γάρ καί τά ἐφ᾿ ἡμῖν, οὐ προορίζει δέ αὐτά».29 Γνωρίζει ὁ Θεός αὐτά τά ὁποῖα θα διαπράξουμε κατά τή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου μας, ἀλλά δέν τά ἐμποδίζει. Δέν θέλει νά γίνεται ἡ ἁμαρτία, ἀλλά καί δέν ἐξαναγκάζει τήν ἀρετή. «Οὐ γάρ θέλει τήν κακίαν γενέσθαι, οὐδέ βιάζεται τήν ἀρετήν».30
Ὁ προορισμός, λοιπόν, δέν νοεῖται χωρίς τή λειτουργία τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο ἔλαβε ἀπό τόν Θεό εὐθύς ἀμέσως ἀπό τῆς δημιουργίας του. Πάντοτε ὁ προορισμός συνδέεται μέ τό αὐτεξούσιο, το ὁποῖο ποτέ δέν παραβιάζει ὁ Δημιουργός! Ὁ Ἰούδας λ.χ. μέ τή θέλησή του ἔγινε προδότης τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ κακῆς χρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου του, λόγῳ τῆς κακῆς του προαιρέσως∙ δέν ἀναγκάστηκε ἀπό κάποιον, οὔτε τόν προόρισε ὁ Θεός γιά τήν ἀπώλεια, ἀλλά βεβαίως τό προγνώριζε ὁ Θεός. «Οὐκ ἐπεί προώρισται παρέδωκεν, ἀλλ᾿ ἐπεί παρέδωκε προώρισται», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ἡ πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι προσδιοριστική τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἐξέλιξής του, οὔτε βουλητικά δεσμευτική, ὅπως δέν εἶναι προσδιοριστική καί δεσμευτική ἡ πρόγνωση τοῦ γιατροῦ γιά τήν καλή ἤ ἄσχημη ἐξέλιξη τῆς καταστάσεως τοῦ ἀσθενοῦς.
 Ὁ καθηγητής Ἀ. Θεοδώρου, συσχετίζοντας τόν προορισμό πρός τό θέμα τῆς συνεργίας τῆς χάριτος μέ τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, δίνει μία πολύ καλή θεολογική ἑρμηνεία καί διασάφηση, τήν ὁποία παραθέτουμε: «Ἡ ὀρθόδοξος θεολογία ἐξῆρεν ἀνέκαθε τήν σχετικήν τοῦ ἀνθρώπου ἐλευθερίαν, σύμμορφον οὗσαν πρός τάς ἀνθρωπολογικάς αὐτῆς ἀρχάς, καί τόν ἐπί τῆς διδασκαλίας ταύτης ἐρειδόμενον σχετικόν προορισμόν. Καθ᾿ ὅσον δηλαδή ὁ Θεός ἀπ᾿ αἰῶνος προβλέπει τήν ἐξέλιξιν τοῦ ἠθικοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων, εὔδηλον, ὅτι ἀπ᾿ αἰῶνος ὥρισε τούς μέν εἰς σωτηρίαν, τούς δέ εἰς ἀπώλειαν». 31
Ὁ καθένας, λοιπόν, προορίζεται, ἀνάλογα μέ τή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, ἤ πρός σωτηρία, ἤ πρός τήν ἀπώλεια, χωρίς νά ἐπεμβαίνει στή θέλησή του ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἁπλῶς γνωρίζει ὡς Παντογνώστης και Παντέλειος τά πάντα «πρό γεννέσεως αὐτῶν».
Θεολογικά τοποθετεῖ τά πράγματα περί τοῦ προορισμοῦ καί ἕνας ἀρχαῖος Ἀπολογητής τῆς Ἐκκλησίας μας καί μάρτυς, ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, σέ κάποιο πολύ σπουδαῖο κείμενό του:
«Μαθόντες ἀπό τούς προφήτας, διακηρύσσομεν ὡς ἀληθές ὅτι αἵ τιμωρίαι, αἵ κολάσεις, αἵ ἀγαθαί ἀμοιβαί ἀποδίδονται εἰς ἕκαστον κατ᾿ ἀξίαν τῶν πράξεων του, ἐπειδή, ἄν δέν συμβαίνει τοῦτο, ἀλλ᾿ ὅσα γίνονται κατά τήν εἰμαρμένην, δέν ὑπάρχει καμμία αὐτεξουσιότης εἰς ἡμᾶς διότι ἐάν εἶναι προωρισμένον οὖτος νά εἶναι ἀγαθός καί ἐκεῖνος φαῦλος, οὔτε οὖτος εἶναι ἀποδεκτός οὔτε ἐκεῖνος ἀξιόμεμπτος. Καί πάλιν, ἐάν τό ἀνθρώπινον γένος δέν ἔχει δύναμιν νά ἀποφεύγει τά αἰσχρά καί νά προτιμᾷ τά καλά μέ ἐλευθέραν προαίρεσιν, εἶναι ἀνεύθυνον δι᾿ ὁποιεσδήποτε πράξεις. Ἀλλ᾿ ὅτι καί ἐπιτυγχάνει καί ἀποτυγχάνει μέ ἐλευθέραν προαίρεσιν, τό ἀποδεικνύομεν οὗτως. Βλέπομεν τόν ἴδιον ἄνθρωπον νά ἐπιδιώκει τά ἐναντία. Ἐάν δέ εἶναι προωρισμένον νά εἶναι ἤ φαῦλος ἤ σπουδαῖος, δέν θά ἦτο ποτέ δεκτικός τῶν ἐναντίον καί δέν θά μετέβαλε γνώμιν συχνάκις, οὔτε θά ἦσαν ἄλλοι μέν σπουδαῖοι, ἄλλοι δέ φαύλοι, ἐπειδή θά διεκηρύσσομεν τήν εἱμαρμένην ὡς αἰτίαν φαύλων καί ὡς πράττουσαν τά ἀντίθετα εἰς ἑαυτήν, ἤ ἐκεῖνο τό προειρημένον θά ἐφαίνετο νά εἶναι ἀληθές, ὅτι τίποτε δέν εἶναι ἀρετή οὐδέ κακία, ἀλλά νομίζονται ἀγαθά μόνον μέ τήν γνώμην, πρᾶγμα τό ὁποῖον, ὅπως δεικνύει ὁ ἀληθής λόγος, εἶναι ἀσέβεια καί ἀδικία. Ἀλλά θεωροῦμεν ὡς ἀπαραβίαστον εἱμαρμένην, τάς ἀξίας ἀνταμοιβάς διά τούς ἐκλέγοντας τά καλά, καί τάς ἀξίας τιμωρίας διά τούς ἐκλέγοντας τά ἀντίθετα. Διότι ὁ Θεός δέν ἔπλασε τόν ἄνθρωπον, ὅπως τά ἄλλα ζῶα τά ὁποῖα δέν δύνανται νά πράξουν τίποτε κατά προαίρεσιν διότι δέν θά ἦτο ἄξιος ἀμοιβῆς ἤ ἐπαίνου, ἐφ᾿ ὅσον δέν θά ἐξέλεγε μόνος του τό ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ἔγινεν ἀγαθός, οὔτε, ἐάν ἦτο κακός, θά εὕρισκε δικαίως τιμωρίαν, ἀφοῦ δέν ἦτο ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τοιούτος, ἀλλά δέν ἠδύνατο νά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ὅτι ἔγινεν».32
Αὐτή τήν ὀρθόδοξη περί προορισμοῦ διδασκαλία, τή συναντοῦμε καί μέσα στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπου φαίνεται ὅτι ὁ Θεός προορίζει τούς Ἁγίους στήν κατά χάριν θέωση καί ὁμοίωση μαζί Του, σύμφωνα μέ τή δική τους προαίρεση, τήν ὁποία Ἐκεῖνος γνωρίζει, ὄχι ἁπλῶς πρίν ἀπό τή γέννησή τους, ἀλλά ἀπό καταβολῆς κόσμου. Στόν ἐσπερινό λ.χ. τῆς ἑορτῆς τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου (Μηναῖο Μαΐου, α΄) ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «Κύριε, σύ πρό τοῦ πλασθῆναι προέγνως Ἱερεμίαν τόν ἔνδοξον, καί πρό τοῦ τό τεχθῆναι ἐκ μήτρας, ὑποφήτην καθηγίασας, ὡς προειδώς ἀληθῶς, τῆς γνώμης τό ἐλεύθερον». Ἀνάλογες φράσεις ὑπάρχουν καί στήν ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου καί σέ ἄλλους Ἁγίους. Αὐτά φρονεῖ περί τοῦ προορισμοῦ ἡ Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ἀντίθετα, στή Δύση, ἰσχύει ὁ λεγόμενος «ἀπόλυτος προορισμός», πού δογματοποιήθηκε ὡς διδασκαλία καί ἐκφράστηκε ἀπό τούς Παπικούς θεολόγους (Θωμᾶ Ἀκινᾶτη κ.ἄ.) καί ἀπό τούς Προτεστάντες Λούθηρο καί Καλβίνο. Σύμφωνα μέ τή θεωρία αὐτή, κάποιοι ἐκ ταῶν ἀνθρώπων εἶναι προορισμένοι γιά τήν αἰώνια ζωή καί κάποιοι ἄλλοι γιά τήν ἀπώλεια, κατά τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τή δική τους ἀξία ἤ ἀπαξία. Ὁ ἀπόλυτος προορισμός, δέχεται πώς ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία εἶναι προορισμένη νά ἐπιτελέσει τό ἀγαθό καί ὅπως ο σκηνοθέτης ρυθμίζει την πορεία ἑνός ἔργου καί τήν ἐκτελοῦν ἐλεύθερα τά πρόσωπα πού μετέχουν σ᾿ αὐτό, ἔτσι καί ὁ Θεός, ἀφοῦ προόρισε τους μέν γιά τή σωτηρία καί τούς δέ γιά τήν ἀπώλεια, ἔβαλε στήν ἱστορία, στό θέατρο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τόν καθένα νά παίξει τό ρόλο του. Ἀπουσιάζει βεβαίως ἡ ἄσκηση κατά τῶν πειρασμῶν, ὁ δέ Διάβολος θεωρεῖται τιμωρό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος προσέβαλε τή δικαιϊκή τάξη τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου «περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης», ὁ ἀπόλυτος προορισμός τῶν δυτικῶν βρῆκε τήν πιό καλή βάση καί τεκμηρίωση. Μέ τήν ἱκανοποίηση δηλαδή ἔληξε τό δράμα τῆς σωτηρίας.  Ὅλη ἡ ὑπόθεση τακτοποιήθηκε ἀπό το ἄπειρο θῦμα πού «πλήρωσε» τόν Θεό Πατέρα καί ἐντεῦθεν οἱ ἄνθρωποι κατά προορισμό μποροῦν νά μετέχουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως κατανοοῦμε, αὐτά εἶναι πλάνες καί κακοδοξίες τίς ὁποῖες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπορρίπτει διαρρήδην.
Ἡ Θεοτόκος, λοιπόν, ὑπῆρξε προορισμένη κατά τήν δική της προαίρεση. Καί ἐπετέλεσε τό μεγάλο ἔργο γιά τό ὁποῖο ἐπροορίσθη. Ἔγινε Μήτηρ τοῦ πάντων Θεοῦ φυσική καί Μητέρα πνευματική πάντων τῶν Χριστιανῶν.
Δικαίως, λοιπόν, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι τήν τιμοῦμε. Δικαίως «ὁμολογοῦμε τήν χάριν, κηρύσσομεν τήν εὐεργεσίαν» καί μέ υἱική ἀγάπη ἀπευθυνόμαστε πρός αὐτήν, γνωρίζοντας ὅτι ἡ στάση μας καί ὁ βαθμός ἀγάπης, τιμῆς καί εὐχαριστίας πρός τήν Παναγία, δίδουν τό μέτρο τῆς Ὀρθοδοξίας καί πνευματικότητός μας.
Θά κλείσουμε μέ τά λόγια τοῦ βαθυνούστατου θεοτοκόφιλου Πατρός, ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο: «Ἐσένα Θεοτόκε οἱ τῶν θείων Γραφῶν ἔμπειροι, ἀποκαλοῦσιν ἀκροστιχίδα πάντων τῶν Προφητῶν· πίνακα τῶν δύο διαθηκῶν· ὑπόθεσιν τῶν Ἀποστόλων· ὕλην τῶν Πατέρων καί Διδασκάλων· στερέωμα τῶν Μαρτύρων· παρηγορίαν τῶν Ὁσίων· τῆς νοερᾶς Προσευχῆς διδάσκαλον, τῆς ταπεινώσεως εἰσηγήτριαν, τῆς ἀγάπης τῆς διπλῆς παράδειγμα ἔμψυχον, ἴνδαλμα παρόμοιον τῆς ἀρχικῆς ὡραιότητος· θαῦμα τῶν Ἀγγέλων, ἄγαλμα τῆς φύσεως...Θεοῦ μίμημα, φανέρωσιν τῶν τῆς θείας ἀκαταληψίας βυθῶν· ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως συνελθουσῶν ἐπι Χριστοῦ φύσεων· καί διά νά εἰπῶ τό τελευταῖον καί ἔσχατον, ἐσένα Θεοτόκε οἱ θεολόγοι ὀνομάζουσι Μεθόριον Κτίστου καί κτίσεως, τιμιωτέραν ταῶν Χερουβίμ, ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, θεόν μετά Θεόν, καί τῆς ἁγίας Τριάδος τά δευτέρεια ἔχουσαν»33.
1 Ἐγκώμιον εἰς τήν Ἁγίαν Θεοτόκον, Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, MPG. 43, 493 A/B.
2 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Λόγος Β΄, MPG. 96, 729 Α.
3ΕΠΕ, 11, 308.
4Ὄρθρος Ἑορτῆς Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Κανόνας, Θ΄ Ὠδή.
5 Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, MPG. 98, 329 C.
6 Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τήν εἴσοδον τῆς Θεοτόκου, MPG. 301 A.
7 Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία 4, MPG. 77, 992 C.
8 Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, Κατά αἱρέσεων, MPG. 42, 737 Α.
9 Τό δόγμα περί τῆς ἀσπίλου συλλήψεως ἐξήγγειλε ὁ Πάπας Πῖος ὁ Θ΄ τόν Δεκέμβριο τοῦ 1854, μέ τή Βούλλα «Ineffabilis Deus». Βλ. Μ. Φαράντου, Ἡ θέσις και ἡ σημασία τῆς Θεοτόκου εἰς τήν πίστιν καί εἰς τήν ζωήν, Δογματικά καί ἠθικά Ι, Ἀθῆνα 1983, σελ. 268.
10Ρω. 5, 12 καί ἑξ.
11 MPG. 90, 405 CD.
12ὅπου π. MPG. 90, 405 CD.
13 Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG. 94, 985 B.
14 Βλ. Λόσκι, Κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν, σελ. 201, Χρ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, σελ. 52.
15ὅπου π.
16Κατά Νεστορίου, MPG. 76, 57 ΑΒ.
17Ἔκδοσις, 3, 12, MPG. 94, 1029 C.
18 MPG. 12, 813 C. Βλ. Χρυσοστόμου Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 153.
19 Λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Παναγἰας Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου τῆς Μαρίας, MPG. 10, 1168 A-1169 C, ὄπου π. Χρ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, σελ. 153.
20 Ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης ἀποκαλεῖ τόν Κύριλλο «σφραγίδα τῶν Πατέρων». Βλ. Π. Χρήστου, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία, Β΄, σελ. 233.
21Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ΄, σελ. 470.
22Ἔκδοσις…MPG. 1160 AB.
23 Ἰω. Καρμίρη, Σύνοψις τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Αθῆναι 1957, σελ. 50.
24 Βλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης, ὁ θερμός λάτρης τῆς Πορταΐτισσας (1885-1973), ἐκδ. Σπηλιώτη, χ.χ., σελ. 43.
25 Ρωμ. 8, 28-30.
26Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, MPG.70, 832 C.
27 ΜPG. 90, 269 D.
28 MPG. 90, 137 B.
29 Βλ. Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκδ. Πουρναρᾶ, σελ. 202.
30 ὅπου π.
31 Βλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, Α΄’εκδ. σελ. 85, Β΄εκδ. σελ. 119.
32 Ἰουστῖνος, Ἀπολογία Α΄, 43:1.
33 Πρβλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Ὁ Ἄθωνας, Ἅγιον Ὄρος 1988, σελ. 274-275.