Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δυτικό Ἁγιολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δυτικό Ἁγιολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΓΚΡΩΝ ΓΑΛΛΙΑΣ

 Μετάφρασις από το έργο "Vita Patrum" του αγίου Γρηγορίου Τουρώνης.
Πηγή: Ιστοσελίδα Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης.

Άνθρωποι τελείας αγιότητος, που υψώθηκαν από τη γη στον ουρανό μέσω της τελειοτάτης ασκήσεώς τους, είναι εκείνοι που είναι δεμένοι με τον σύνδεσμο της αληθινής αγάπης [1], πλουτισμένοι με τους καρπούς της ελεημοσύνης, στολισμένοι με το άνθος της εγκρατείας, στεφανωμένοι με τον αποφασισμένο αγώνα του μαρτυρίου· εκείνοι, τέλος, που πρωταρχική τους επιθυμία, προκειμένου να αρχίσουν το έργο της τελείας δικαιοσύνης, ήταν πάνω απ’ όλα να καταστήσουν το σώμα τους άσπιλο ναό, ετοιμασμένο για το Άγιο Πνεύμα, και έτσι να φθάσουν στην κορυφή και των άλλων αρετών. Αφού λοιπόν έγιναν οι ίδιοι διώκτες του εαυτού των, καθώς καταπολεμούσαν τα πάθη μέσα τους και δοκιμάζονταν όπως οι Μάρτυρες, τερμάτισαν θριαμβευτικά τον νόμιμο [2] αγώνα τους. Κανείς δεν μπορεί να το επιτύχη αυτό χωρίς την βοήθεια του Θεού και χωρίς την προστασία της ασπίδας και περικεφαλαίας της θείας επικουρίας· κανείς δεν το κατορθώνει χάρις στις δικές του δυνάμεις, αλλά το αποδίδει στη δόξα του ονόματος του Θεού, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου: "Ο καυχώμενος, εν Κυρίω καυχάσθω" [3]. Σε τούτο ακριβώς αναζήτησε όλη του τη δόξα ο μακάριος Γρηγόριος, ο οποίος από την υψηλή θέσι της τάξεως των Συγκλητικών εταπείνωσε τόσο τον εαυτό του, ώστε καταφρονώντας κάθε γήϊνη μέριμνα, αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο έργο του Θεού και το κράτησε βαθειά μέσα στην καρδιά του.
Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν ο οποίος ήταν από τους πιο επιφανείς Συγκλητικούς και είχε μεγάλη μόρφωσι, έλαβε το αξίωμα του Κόμητος της πόλεως Ωτέν [4] και κυβέρνησε την περιοχή με δικαιοσύνη για σαράντα χρόνια. Υπήρξε τόσο ακριβοδίκαιος και αυστηρός απέναντι στους κακοποιούς, ώστε σχεδόν κανείς δεν κατάφερνε να του ξεφύγη. Η σύζυγός του ονομαζόταν Αρμενταρία και καταγόταν και αυτή από συγκλητική γενιά· λέγεται ότι την είχε γνωρίσει, μόνο για τον σκοπό της τεκνογονίας. Ο Θεός τού χάρισε παιδιά και ο ίδιος ποτέ δεν ένοιωσε αμαρτωλή επιθυμία για κάποια άλλη γυναίκα, όπως συχνά συμβαίνει κατά την ακμή της νεότητος.
Μετά τον θάνατο της γυναίκας του στράφηκε ολοκληρωτικά στον Θεό και κατόπιν εκλογής του από τον λαό χειροτονήθηκε Επίσκοπος Λαγκρών [5]. Η εγκράτειά του ήταν μεγάλη και για να μην πέση στην υπερηφάνεια, συνήθιζε να κρύβη μέσα στο σιταρένιο ψωμί του ένα μικρότερο κρίθινο· έκοβε και μοίραζε το σιταρένιο ψωμί στους άλλους κι αυτός έτρωγε το κρίθινο, χωρίς να φανερώνεται. Το ίδιο έκανε και με το κρασί· όταν ο οικονόμος πήγαινε να του προσφέρη νερό, αυτός διάλεγε ένα αδιαφανές ποτήρι για να μην φανή ότι έπινε νερό και όχι κρασί. Είχε τόση αφοσίωσι και τόσο ζήλο στην νηστεία, την ελεημοσύνη, την προσευχή και τις αγρυπνίες, ώστε έλαμπε σαν ερημίτης εν μέσω του κόσμου. Πράγματι, από τότε που κατοίκησε στην οχυρωμένη πόλι της Ντιζόν [6], επειδή το σπίτι του βρισκόταν πλάϊ στο βαπτιστήριο [7], όπου υπήρχαν λείψανα πολλών Αγίων, σηκωνόταν τη νύχτα από το κρεββάτι του και, χωρίς κανείς να τον αντιληφθή, με μόνο του μάρτυρα τον Θεό, πήγαινε στο βαπτιστήριο, του οποίου η πόρτα άνοιγε θαυματουργικά, και προσευχόταν με όλη του την καρδιά.
Ο Άγιος τηρούσε για πολύ καιρό αυτή τη συνήθεια, ώσπου κάποιος Διάκονος τον είδε και τον ανεγνώρισε· όταν τον είδε να βγαίνη έξω, τον ακολούθησε από απόστασι και είδε τι έκανε, χωρίς ο μακάριος να τον αντιληφθή. Ο Διάκονος είπε πως, μόλις ο Άγιος του Θεού έφθασε στην πόρτα του βαπτιστηρίου, την κτύπησε με το χέρι του και εκείνη άνοιξε μόνη της, χωρίς να εμφανιστή κανείς· κατόπιν μπήκε μέσα και για πολλή ώρα επικρατούσε σιωπή, αλλά έπειτα ακούστηκαν ψαλμωδίες, σαν να έψαλλαν πολλοί μαζί, και αυτό κράτησε πάνω από τρεις ώρες. Πιστεύω πως οι Άγιοι, των οποίων τα λείψανα υπήρχαν στον τόπο εκείνο, εμφανίσθηκαν στον μακάριο για να υμνήσουν μαζί του τον Θεό. Όταν τελείωσε, γύρισε πάλι στο κρεββάτι του και ξάπλωσε με πολλή προσοχή, ώστε κανείς να μην αντιληφθή το παραμικρό. Το πρωΐ οι φύλακες εύρισκαν την πόρτα κλειστή, άνοιγαν με το κλειδί, όπως συνήθως, και χτυπούσαν την καμπάνα. Και ο Άγιος του Θεού πήγαινε πάλι εκεί μαζί με τους άλλους για την ιερή ακολουθία
Την πρώτη ήμερα του ως Επισκόπου, πολλοί δαιμονισμένοι έβγαζαν δυνατές κραυγές και οι Ιερείς του ζήτησαν να δεχθή να τους δώση την ευλογία του. Εκείνος αρνήθηκε με έμφασι να το κάνη, επειδή φοβόταν μήπως έτσι προσβληθή από την κενοδοξία, και αποκαλούσε τον εαυτό του ανάξιο να επιτελέση θαύματα του Θεού. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τους αρνήται για πολύ, είπε να φέρουν μπροστά του τους δαιμονισμένους. Τότε, χωρίς καν να τους αγγίξη, με τον λόγο του μόνο και κάνοντας το σημείο του σταυρού, διέταξε τα δαιμόνια να φύγουν. Στο άκουσμα αυτό τα δαιμόνια εγκατέλειψαν την ίδια στιγμή τα σώματα που κρατούσαν δεμένα με κακία. Αλλά ακόμη και όταν δεν ήταν ο ίδιος παρών, πολλοί μπορούσαν να καταπραΰνουν τους δαιμονισμένους και να εκβάλλουν τα δαιμόνια κάνοντας επάνω τους το σημείο του σταυρού με το ραβδί που κρατούσε συνήθως ο Άγιος.
Επί πλέον, αν κάποιος άρρωστος έπαιρνε κάτι από το κρεββάτι του Αγίου, εξασφάλιζε την σίγουρη θεραπεία του. Η εγγονή του Αρμενταρία [8] αρρώστησε κάποτε στη νεότητά της από φοβερό τεταρταίο πυρετό και, καθώς δεν εύρισκε καμμία ανακούφισι από την συνεχή φροντίδα των γιατρών, την παρακινούσε πολλές φορές ο μακάριος ομολογητής να δοθή στην προσευχή. Μία ήμερα αυτή ζήτησε να την ξαπλώσουν στο κρεββάτι του· ο πυρετός τότε εξαφανίστηκε εντελώς και ποτέ στο εξής δεν την ξαναενόχλησε.
Ο άγιος Γρηγόριος, ενώ είχε πάει στην πόλι Λάγκρες για την αγία ήμερα των Θεοφανείων, προσβλήθηκε από ελαφρό πυρετό και σε λίγο άφησε τον κόσμο αυτό και πορεύθηκε στον Χριστό. Μετά το θάνατό του, το μακάριο πρόσωπό του ήταν στολισμένο με τόση λαμπρότητα, ώστε έμοιαζε με τριαντάφυλλο. Τα μαγουλά του ήταν ρόδινα, ενώ το υπόλοιπο σώμα του λευκό σαν κρίνος, ώστε να νομίζη κανείς ότι είναι ήδη έτοιμο για τη μέλλουσα ανάστασι.
Κατά την μεταφορά του σκηνώματός του στη Ντιζόν, όπου ο ίδιος είχε ζητήσει να ταφή στα βόρεια της πεδιάδος, όταν αυτοί που το μετέφεραν έφθασαν στο κάστρο, δεν μπορούσαν πια να σηκώσουν το φέρετρο και το απέθεσαν στο χώμα. Αφού ανέκτησαν τις δυνάμεις τους, το σήκωσαν και το μετέφεραν στην εκκλησία που βρίσκεται εντός των τειχών της πόλεως.
Όταν έφθασαν οι Επίσκοποι την πέμπτη ημέρα, το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε από την εκκλησία στην βασιλική του αγίου Ιωάννου. Καθ’ οδόν οι κρατούμενοι των φυλακών άρχισαν να φωνάζουν στο μακάριο σώμα: «Σπλαχνίσου μας, ευλαβέστατε Δέσποτα, ώστε όσους δεν μας ελευθέρωσες όντας στην ζωή, να μας ελευθερώσης τώρα που, μετά τον θάνατό σου, κατέχεις την ουράνια βασιλεία. Επισκέψου μας, σε ικετεύουμε, δείξε το έλεός σου σε μας». Καθώς φώναζαν τέτοια και άλλα παρόμοια, το σώμα του Αγίου έγινε βαρύ, τόσο που οι μεταφορείς δεν μπορούσαν να το σηκώσουν. Απέθεσαν λοιπόν το φέρετρο στο έδαφος περιμένοντας κάποιο θαύμα από τον μακάριο Επίσκοπο. Ενώ λοιπόν περίμεναν, με μιας οι πόρτες των φυλακών άνοιξαν και η δοκός, όπου ήταν στερεωμένα τα πόδια των φυλακισμένων, έσπασε στα δύο. Τα δεσμά λύθηκαν, οι αλυσίδες έσπασαν και όλοι ελεύθεροι πλέον ώρμησαν ανεμπόδιστοι προς το μακάριο σώμα. Οι μεταφορείς τότε σήκωσαν με ευκολία το φέρετρο και οι κρατούμενοι το ακολούθησαν μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Αργότερα απέκτησαν την ελευθερία τους, με δικαστική απόφασι, χωρίς να τους επιβληθή ποινή.
Πολλά ακόμη θαύματα επετέλεσε ο μακάριος ομολογητής στη συνέχεια. Κάποιος μοναχός είπε ότι την ημέρα της ταφής του είδε τους ουρανούς ανοικτούς. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία πως ο Άγιος με την αγγελική βιοτή του έγινε δεκτός στις επουράνιες χορείες. Κάποιος φυλακισμένος μεταφερόταν στο κάστρο που προαναφέραμε ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, από τον οποίο είχε μεταφερθή το σκήνωμα του Αγίου από τις Λάγκρες. Οι στρατιώτες πήγαιναν μπροστά έφιπποι και έσερναν πίσω τους τον φυλακισμένο. Όταν έφτασαν στο σημείο που είχε αποτεθή το φέρετρο του Αγίου και το προσπερνούσαν, ο κρατούμενος επικαλέστηκε το όνομα του μακαρίου Επισκόπου και του ζήτησε να τον ευσπλαχνιστή και να τον ελευθερώση. Ενώ προσευχόταν λύθηκαν τα χέρια του από τα δεσμά. Μόλις κατάλαβε ότι ελευθερώθηκε δεν μίλησε, και καθώς τα χέρια του ήταν καλυμμένα, νόμιζαν πως είναι ακόμη δεμένος. Όταν όμως πέρασαν την πύλη του κάστρου και έφθασαν στο προαύλιο της εκκλησίας, τότε πετάχτηκε γρήγορα κρατώντας στο χέρι το λουρί, με το οποίο τον είχαν δέσει αυτοί που τον έσερναν. Έτσι ελευθερώθηκε με τη βοήθεια του παντοδυνάμου Θεού και τη μεσιτεία του μακαρίου Ιεράρχου.
Θαυμαστό είναι επίσης και το γεγονός ότι το μακάριο σκήνωμά του εμφανίστηκε δοξασμένο κατά την μετακομιδή που έγινε πολλά χρόνια αργότερα. Ο άγιος Ιεράρχης είχε ταφή σε μία γωνία της βασιλικής, όπου ο χώρος ήταν πολύ στενός και ο κόσμος δεν μπορούσε να προσκυνήση άνετα, όπως έπρεπε. Ο άγιος Τέτρικος [9], ο υιός και διάδοχός του, το παρατήρησε αυτό και, επειδή έβλεπε να γίνωνται συνεχώς θαύματα στον τάφο του, άνοιξε τα θεμέλια της βασιλικής πίσω από την αγία Τράπεζα και κατασκεύασε εκεί μία κόγχη, την οποία έκτισε κυκλική με θαυμαστή τέχνη. Όταν ο κυκλικός τοίχος τελείωσε, κατεδάφισε τον παλαιό ψηλό τοίχο και έφτιαξε μία αψίδα. Όταν το κτίσμα και η διακόσμησί του ολοκληρώθηκαν, έσκαψε στη μέση της αψίδος μία κρύπτη για να τοποθετήση σ' αυτή το σκήνωμα του μακαρίου πατέρα του [10].
Για τον σκοπό αυτό κάλεσε τους Ιερείς και τους Ηγουμένους, οι οποίοι προσεύχονταν αδιάκοπα, ώστε ο μακάριος ομολογητής να επιτρέψη να τον μεταφέρουν στον χώρο που είχε ετοιμαστή γι’ αυτόν. Το άλλο πρωί, ψάλλοντας ύμνους, πήραν την λάρνακα μπροστά από την αγία Τράπεζα και την μετέφεραν μέσα στην αψίδα που είχε κτίσει ο άγιος Επίσκοπος. Καθώς όμως τακτοποιούσαν τη λάρνακα προσεκτικά, ξαφνικά, κατά οικονομία Θεού όπως πιστεύω, το σκέπασμα της λάρνακας έπεσε στην άκρη και ιδού, φάνηκε το μακάριο πρόσωπο του άγιου ακέραιο και άφθορο, έτσι που να νομίζη κανείς ότι κοιμάται και όχι ότι είναι νεκρός. Επίσης δεν υπήρχε καμμία φθορά στα άμφια που του είχαν φορέσει. Και δεν ήταν χωρίς σημασία το γεγονός ότι παρουσιάστηκε δοξασμένος μετά τον θάνατο του• διότι όσο ζούσε, η σάρκα του δεν είχε φθαρεί από τα πάθη. Ασφαλώς έχει μεγάλη αξία η καθαρότητα του σώματος και της καρδιάς γιατί προσελκύει τη Χάρι του Θεού σ' αυτόν τον κόσμο και κερδίζει την αιώνια ζωή στον άλλο κόσμο. Μιλώντας γι’ αυτήν ο Απόστολος Παύλος λέει: "Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον" [11].
Κάποια κοπέλλα περιποιούνταν με μία κτένα τα μαλλιά της μια Κυριακή. Επειδή πρόσβαλε, όπως πιστεύω, την αγία ημέρα, η κτένα έσπασε στα χέρια της και τα δόντια της μπήχθηκαν στα δάκτυλα και την παλάμη της και της προξενούσαν πολύ πόνο. Αφού προσευχήθηκε με δάκρυα, έκανε τον γύρο της βασιλικής των Αγίων και προσκύνησε στον τάφο του μακαρίου Γρηγορίου γεμάτη πίστι στην δύναμί του. Αφού τον ικέτευσε πολύ να την βοηθήση, η κτένα έπεσε και το χέρι της αποκαταστάθηκε στην προηγούμενη κατάστασί του.
Οι δαιμονισμένοι επίσης που επικαλούνταν το όνομά του πάνω στον τάφο του έβρισκαν συχνά θεραπεία και αρκετές φορές μετά τον θάνατό του είδαμε να ακουμπούν δαιμονισμένους με το ραβδί του, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, και να μένουν κολλημέοι στον τοίχο σαν να απειλούνταν από μεγάλους μυτερούς πασσάλους.
Γνωρίζουμε πολλά ακόμη θαύματα του Αγίου· για να μην προκαλέσουμε όμως κόπωσι αναφερθήκαμε με συντομία σε μερικά μόνο απ’ αυτά. Ο Άγιος εκοιμήθη τον τριακοστό τρίτο χρόνο της επισκοπής του σε ηλικία εννενήντα χρονών και έγινε πολλές φορές γνωστός από ολοφάνερα θαύματα [12].
Η  μνήμη  του  τιμάται  την  4η Ιανουαρίου.

[1] πρβλ Κολ. γ' 14
[2] πρβλ Τιμ. β' 5
[3] Α' Κορ. α' 31
[4] Autun: πόλις της κεντρικής Γαλλίας, νοτιοδυτικά της Ντιζόν.
[5] Langres: ορεινή πόλις της Γαλλίας στην περιοχή του Άνω Μάρνη, 280 χλμ. νοτιοανατολικά των Παρισίων, με αρχαίο καθεδρικό ναό του 12ου αιώνος.
[6] Dijon: πόλις της Γαλλίας 180 χλμ. βορείως της Λυών και 70 χλμ. νοτίως των Λαγκρών.
[7] Το βαπτιστήριο όπου ο άγιος Γρηγόριος προσευχόταν μυστικά τη νύχτα στην Ντιζόν είναι προφανώς το παρεκκλήσιο του αγίου Βικεντίου, που σωζόταν έως τον 17ο αιώνα. Ο κοντινός ναός του άγιου Στεφάνου, όπου τάφηκε ο Άγιος, έγινε το 1731 καθεδρικός ναός, σήμερα όμως είναι αποθήκη σιτηρών.
[8] Armentaria: μητέρα του αγίου Γρηγορίου Τουρώνης.
[9] Ο άγιος Τέτρικος (Tetricus), γιος του αγίου Γρηγορίου Λαγκρών και πρόγονος του αγίου Γρηγορίου Τουρώνης, διαδέχθηκε τον πατέρα του στην Επισκοπή των Λαγκρών και εποίμανε την Επισκοπή του από το 540 περίπου έως τον θάνατό του το 572 ή 573. Εορτάζεται στις 18 Μαρτίου.
[10] Τα λείψανα του αγίου Γρηγορίου μεταφέρθηκαν αργότερα στην βασιλική του αγίου Μάρτυρος Βενίγνου (Benignus), έξω από τα τείχη της Ντιζόν.
[11] Εβρ. ιβ' 14.
[12] Ο άγιος Γρηγόριος Λαγκρών γεννήθηκε το 450 περίπου, υπήρξε Κόμης της πόλεως Ωτέν από το 466 περίπου ως το 506, εκλέχθηκε Επίσκοπος Λαγκρών το 506 ή 507 και εκοιμήθηκε το 539 ή 540. Ήταν παππούς της Αρμενταρίας, της μητέρας του αγίου Γρηγορίου Τουρώνης. Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Ιανουαρίου, προφανώς εκοιμήθη την παραμονή των Θεοφανείων, πηγαίνοντας στις Λάγκρες.





Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ
 
Επιμέλεια Θ. Ι. Ρηγινιώτης
Μετάφραση πηγών: Κ. Ν. (Αγγλικά), A. M. G. (Νορβηγικά).

Το 868 μ.Χ. οι άγριοι Βίκινγκς επιτέθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία. Ο άγιος Έντμουντ, Bασιλιάς της Ανατολικής Αγγλίας, αφού αντέταξε σθεναρή αλλά μάταιη αντίσταση, παραδόθηκε στους Βίκινγκς το 869, για να πάψει η αιματοχυσία και στους δύο στρατούς. Θανατώθηκε με βέλη, δεμένος σε ένα δέντρο, αρνούμενος να σώσει τη ζωή του εγκαταλείποντας το Xριστιανισμό. Ο λαός της Αγγλίας τον τίμησε και τον τιμά ως Άγιο και ήρωα.
Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι είναι παράλογο οι κατακτητές να τιμούν ως Άγιο το Βασιλιά των κατακτημένων, που οι ίδιοι κατανίκησαν, τον ανάγκασαν να παραδοθεί και τον βασάνισαν μέχρι θανάτου δεμένο σ’ ένα δέντρο σαν κοινό δούλο. Είναι παράλογο να τιμούν ως Άγιο τον εθνικό ήρωα των κατακτημένων, που εμψυχώνει τα όνειρα και τις εθνικές φιλοδοξίες τους. Τα 10 ή 20 χρόνια είναι πολύ λίγα, για να έχει ξεχαστεί η βαριά ήττα στις ψυχές των Βρετανών (τα θύματα, οι λεηλασίες και όλα τα επακόλουθα) και να ζήσουν σαν αδέρφια με τους πρώην επιδρομείς, που ήταν πλέον «άποικοι». Ας θυμηθούμε ότι το 1031 οι Δανοί κατακτητές της Νορβηγίας προσπάθησαν να αποτρέψουν την αναγνώριση του νεκρού βασιλιά Όλαφ Β΄ ως Αγίου από τους Νορβηγούς. Το 1594 οι Τούρκοι έκαψαν, στο Μιλέσοβο της Τουρκοκρατούμενης Σερβίας, το άφθορο σώμα του θαυματουργού αγίου Σάββα της Σερβίας, που αποτελούσε εθνικό σύμβολο των υπόδουλων Σέρβων. Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να αποτρέψουν την απόδοση τιμής από τους ραγιάδες στους Αγίους Νεομάρτυρες, ξέροντας ότι αυτή η τιμή εγκυμονεί επαναστάτες. Έτσι τους εξέθεταν άταφους, πετούσαν τα σώματά τους στη θάλασσα ή προσπαθούσαν να τα κάψουν κ.τ.λ. Ο Charles Williamson σε επιστολή του στον Joseph Tarn, περιγράφοντας το μαρτύριο του αγίου Νεομάρτυρα Αθανασίου στη Σμύρνη (του οποίου υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας), έγραψε ότι, αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό του, οι Τούρκοι έχυσαν κουβάδες με νερό στο λαιμό και το κεφάλι του, για να μην προλάβει το συγκεντρωμένο Χριστιανικό πλήθος να πάρει από το αίμα του αγίου βουτώντας τα μαντήλια του (1).
Αυτό λοιπόν το παράδοξο, να τιμηθεί ο άγιος Έντμουντ από τους κατακτητές και δημίους του, μπορεί να ερμηνευτεί πολιτικά, αλλά κατά τη γνώμη μας η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι οι Βίκινγκς αναγνώρισαν την αγιότητά του λόγω των πολλών θαυμάτων του – όπως ακριβώς και οι Μουσουλμάνοι αναγνωρίζουν την αγιότητα της Παναγίας, του αγ. Γεωργίου, του αγ. Αρσένιου του Καππαδόκη κ.π.ά., λόγω των πολλών θαυμάτων τους. Πιθανόν η περίπτωση του αγίου Έντμουντ να είναι μία από τις πρώτες περιπτώσεις, όπου Νορβηγοί Βίκινγκς συνάντησαν το Χριστιανισμό και τον μετέφεραν στην πατρίδα τους – δημιουργώντας εκεί τους πρώτους μικρούς και άγνωστους θύλακες Χριστιανών.

Βασιλιάς Όλαφ Α΄ - Ο αποτυχημένος «ιεραπόστολος» (δεν τιμάται ως άγιος)
Δισέγγονος του βασιλιά Χάραλντ Α΄ και γιος του ισχυρού Βίκινγκ τοπάρχη Τρύγκβι Όλαφσον, ο Όλαφ Τρύγκβεσον (Olaf I Tryggvason, περ. 963-1000 μ.Χ.), φυγαδεύτηκε από τη μητέρα του Άστριντ μετά τη δολοφονία του πατέρα του από το βασιλιά Χάραλντ Β΄ και έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Νόβγκοροντ, στην αυλή του Μεγάλου Ηγεμόνα του Κιέβου αγίου Βλαδίμηρου. Στη συνέχεια πολέμησε υπό τις διαταγές του Βένδου Ηγεμόνα Βουρισλάβου, του οποίου και παντρεύτηκε την κόρη. Κατά την περίοδο 990-993 διέμεινε στην Ιρλανδία, όπου ασπάστηκε το Χριστιανισμό (χωρίς να βαφτιστεί) και παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο μια Ιρλανδή Πριγκίπισσα. Το 991 και 994 συμμετείχε σε δύο επιδρομές των Βίκινγκς κατά της Αγγλίας. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης, βαπτίστηκε Χριστιανός με ανάδοχο το Βασιλιά Εθελρέδο Β΄. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Νορβηγία (995) και με τη βοήθεια ισχυρών τοπαρχών κατόρθωσε, μετά το θάνατο του βασιλιά Χάακον, να αναγορευτεί Βασιλιάς.
Ικανός και φιλόδοξος Βασιλιάς, ο Όλαφ ενοποίησε μεγάλο μέρος της Σκανδιναβίας υπό το σκήπτρο του και προσπάθησε να εισχωρήσει στη διαδοχή του Θρόνου της Σουηδίας, μέσω γάμου με την Πριγκίπισσα Ζίγκφριντ την Υπερήφανη. Απέτυχε όμως, γιατί προσπάθησε να επιβάλει τη Χριστιανική πίστη στην παραλίγο σύζυγό του, ενώ εκείνη επέμεινε πεισματικά στη λατρεία των θεών της. Έτσι, ο Όλαφ παντρεύτηκε σε τρίτο γάμο τη Δανή Πριγκίπισσα Θαύρα, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως δικαιούχο των κτήσεών της. Τελικά κήρυξε επεκτατικό πόλεμο εναντίον της Δανίας και της Σουηδίας, κατά τη διάρκεια του οποίου πνίγηκε στη ναυμαχία του Σβέλντερ (ρίχτηκε στη θάλασσα για να μην αιχμαλωτιστεί). Η ήττα αυτή και ο θάνατός του προκάλεσαν τη Δανο-Σουηδική κυριαρχία στη Νορβηγία (1000-1015), η οποία έληξε σε πρώτη φάση με τη δράση του αγίου Όλαφ Β΄.
Ο Όλαφ Α΄ εργάστηκε με πάθος για τη διάδοση του Χριστιανισμού στους ειδωλολατρικούς πληθυσμούς της χώρας του και των αποικιών της (Ισλανδία, Γροιλανδία, Φερόες κ.ά.). Το πάθος αυτό όμως, σε συνδυασμό με τη φιλοδοξία του, φαίνεται πως τον οδήγησε να φερθεί ως Βίκινγκ και όχι ως Χριστιανός! Προσπάθησε να επιβάλει το Χριστιανισμό με τη βία, κηρύσσοντας διωγμό κατά της αρχαίας Σκανδιναβικής θρησκείας και υποβάλλοντας σε βασανιστήρια και φρικτούς θανάτους όσους του αντιστέκονταν. Συνέχισε δηλαδή να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο που θα συμπεριφερόταν, αν δεν είχε γνωρίσει ποτέ το Χριστιανισμό – για μας τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, είναι φανερό ότι ποτέ δεν τον γνώρισε αληθινά. Περιττό να πούμε ότι η προσπάθειά του έπεσε στο κενό, καθώς ο πληθυσμός της Νορβηγίας, ακόμη και σε περιπτώσεις που επιφανειακά αποδεχόταν το βάπτισμα, εξακολούθησε να λατρεύει τους αρχαίους θεούς του και να εφαρμόζει τα σκληρά του έθιμα, όπως η έκθεση των βρεφών (δηλ. η συνήθεια να εγκαταλείπονται τα ανεπιθύμητα μωρά στα δάση, για να πεθάνουν ή να κατασπαραχθούν από τα θηρία).
Ωστόσο, παρόλο που απορρίπτουμε ασυζητητί τις αποτρόπαιες μεθόδους, που φέρεται να χρησιμοποίησε ο Όλαφ, πρέπει να επισημάνουμε κάτι παράδοξο: Αμέσως μετά το θάνατό του ο Όλαφ Α΄ μετατράπηκε σε θρυλικό ήρωα που αγαπήθηκε υπερβολικά από τους Νορβηγούς (δεν τιμάται ως Άγιος). Είναι ένας από τους λαοφιλέστερους ήρωες της Νορβηγίας και το πρόσωπό του έδωσε έμπνευση για πολλά επικά και καλλιτεχνικά έργα τους αιώνες που ακολούθησαν. Δημιουργήθηκε μάλιστα ο θρύλος ότι δε σκοτώθηκε, αλλά πρόκειται να επιστρέψει για να αποτινάξει το Δανο-Σουηδικό ζυγό!
Ειλικρινά, πρόκειται για μια παραδοξότητα, που ίσως πρέπει να μας κάνει να επανεξετάσουμε την εικόνα που έχει καθιερωθεί γι’ αυτόν. Ένας λαός δεν τιμά ως μεγάλο εθνικό του ήρωα (που προσδοκά με ελπίδα την επιστροφή του), ένα Βασιλιά που επιτίθεται εναντίον του ίδιου του λαού του και, με σωρεία φρικαλεοτήτων, επιχειρεί να ξεριζώσει την ιστορική αρχαία θρησκεία του και να επιβάλει μια ξένη θρησκεία – και μάλιστα να επιβάλει σ’ ένα περήφανο πολεμικό έθνος τη θρησκεία ενός νικημένου και ταπεινωμένου εχθρού του. Ένας λαός –και μάλιστα πολεμικός και αδούλωτος– δεν τιμά ως μεγάλο εθνικό του ήρωα έναν Βασιλιά, που η επεκτατική πολιτική του προκαλεί συντριπτική ήττα και πολυετή υποδούλωση. Εκτός αν έχει άλλους λόγους να τον αγαπήσει τόσο, αν δηλαδή άλλες, θετικές πράξεις του ξεπέρασαν σε σημασία, για τη συνείδηση του λαού, την ήττα και την ξένη κατοχή που προκάλεσε με την υπέρμετρη φιλοδοξία του.
Μήπως λοιπόν ο Όλαφ δεν ήταν τόσο σκληρός όσο τον παρουσιάζουν οι Μεσαιωνικές πηγές, όπως ο Ισλανδός συγγραφέας του 12ου αιώνα Σνόρι Στούρλουσον (Snorri Sturluson); Ή μήπως οι αναφορές αυτές παρανοήθηκαν, και η σκληρότητά του στράφηκε στην πραγματικότητα μόνον ενάντια σε μάγους και σε εκμεταλλευτές του λαού και ενάντια σε ανθρώπους που επέμεναν σε απάνθρωπες πρακτικές, όπως η έκθεση των βρεφών και οι ανθρωποθυσίες για τη λατρεία των αρχαίων θεών (2); Μήπως αυτά τα αρχαία Σκανδιναβικά έθιμα ήταν ένας λόγος να θέλει ένα μέρος τουλάχιστον του λαού να αντικατασταθεί η ειδωλολατρία με το Χριστιανισμό; Μήπως (πράγμα πολύ πιθανό) η βία του Όλαφ δεν στράφηκε τόσο κατά των ανθρώπων που «αρνούνταν να γίνουν Χριστιανοί», όσο κατά των πολεμιστών αντιπάλων του και των οπαδών τους, πράγμα αποδεκτό από τα σκληρά ειδωλολατρικά ήθη του πολιτισμού των Βίκινγκς;
Όλα αυτά είναι ερωτήματα που δεν έχουμε τη δυνατότητα να τα απαντήσουμε μετά από τόσους αιώνες. Γεγονός είναι ότι η βάπτιση του Όλαφ στην Αγγλία πρέπει να αποδοθεί μάλλον σε ειλικρινή πίστη, παρά σε πολιτικές ή άλλου είδους σκοπιμότητες, αφού οι επιδρομείς είχαν κατανικήσει το Αγγλικό Βασίλειο και είχαν λάβει 16.000 λίβρες χρυσού για να σταματήσουν τις επιδρομές. Δεν έχει νόημα ο υπερήφανος νικητής να ασπάζεται τη θρησκεία του ηττημένου αντιπάλου του, και μάλιστα να προσπαθεί να την επιβάλει στο λαό του. Επίσης, πρέπει να επισημάνουμε ότι στα Έπη της Βινλανδίας (Vinland Sagas – Vinland, δηλ. «γη του κρασιού», είναι το όνομα που έδωσαν οι Βίκινγκς στην αμερικάνικη γη, όταν ταξίδεψαν σ’ αυτήν κατά τη βασιλεία του Όλαφ Α΄), που γράφτηκαν γύρω στο 1200 και αφηγούνται, μεταξύ άλλων, το ιεραποστολικό ταξίδι του Λεφ Έρικσον (Λεφ του Τυχερού) στη Γροιλανδία, αποστολή που του ανέθεσε ο Όλαφ Α΄, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε βίαιες μεθόδους εκχριστιανισμού. Γιατί; Ο βίαιος ξεριζωμός της αρχαίας θρησκείας και η επιβολή μιας ξένης θρησκείας είναι κάτι πολύ τραυματικό, για να ξεχαστεί μέσα σε 200 χρόνια από ένα υπερήφανο και ανυπόταχτο λαό (ας μην ξεχνάμε ότι η Κρήτη π.χ. παρέμεινε υπόδουλη στους Ενετούς πάνω από τέσσερις αιώνες, 1211-1669, και ποτέ δεν έπαψαν οι επαναστάσεις – ομοίως και κατά τους αιώνες της Τουρκοκρατίας σε ολόκληρο το Χριστιανικό χώρο κ.τ.λ., ενώ ανάλογες είναι οι ιστορικές περιπέτειες πολλών γενναίων λαών, που παρέμειναν υπόδουλοι για αιώνες, σε όλη τη Γη).
Σημειωτέον, ότι από πολιτική άποψη ο εκχριστιανισμός δεν πρόσφερε τίποτε στον Όλαφ. Του στέρησε τη δυνατότητα να εισχωρήσει στο Βασίλειο της Σουηδίας (αν δεν ήταν ειλικρινά πιστός, έστω και πρωτόγονα και δεισιδαιμονικά, θα μπορούσε να απαρνηθεί την πίστη για να παντρευτεί τη Ζίγκφριντ), ενώ ο ίδιος πολέμησε ενάντια σε Χριστιανούς Βασιλιάδες και μάλιστα ηττήθηκε από Χριστιανούς: Το Βασιλιά της Δανίας Σβέιν το Διχαλογένη (Σβέιν Σαλούβαρδος, Sweyn Forkbeard, 986 - 1014), Σκότκονουνγκ (Όλαφ ο Αγαπητός, Olof Skötkonung, 995 – 1022), γιο του Έρικ του Κατακτητή και της Ζίγκφριντ της Υπερήφανης, της παραλίγο συζύγου του Όλαφ Α΄. Και οι δύο Βασιλιάδες φαίνεται πως ήταν άνθρωποι σοφοί, με επίγνωση του Χριστιανικού μηνύματος: Διευκόλυναν τη δράση Χριστιανών ιεραποστόλων στη Δανία και τη Σουηδία αντίστοιχα, αλλά δε χρησιμοποίησαν βία ενάντια σε όσους δεν επιθυμούσαν να βαπτιστούν. Ο Όλαφ Σκότκονουνγκ ίδρυσε και την πρώτη Σουηδική Επισκοπή στην πόλη Σκάρα. Ο ίδιος μάλιστα πέθανε ως Μάρτυρας στη Στοκχόλμη – δολοφονήθηκε από φανατικούς ειδωλολάτρες, αρνούμενος να θυσιάσει στα είδωλα (τιμάται από τη Δυτική Εκκλησία στις 30 Ιουλίου).

Άγιος Όλαφ Β΄, βασιλιάς των Νορβηγών
Όλαφ Χάραλντσσον (Olav Haraldsson, Olav den Hellige, Hellig Olav, 995-1030), κατέχει μια μοναδική θέση μεταξύ των Νορβηγών Αγίων. Γιος ενός Νορβηγού αρχηγού και γόνος της Βασιλικής Οικογένειας της Νορβηγίας, Άγιος της Ορθοδοξίας και εθνικός ήρωας της πατρίδας του, καθιέρωσε την πρώτη εθνική νομοθεσία της Νορβηγίας και συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση του λαού του στο Χριστιανισμό.
Ο άγιος Όλαφ Β΄ ανακήρυξε επίσημα τη Νορβηγία Χριστιανικό Βασίλειο το 1024 και επέβαλε μια νομοθεσία βασισμένη στο χριστιανικό ήθος, που θεωρείται η πρώτη εθνική νομοθεσία της Νορβηγίας. Η νομοθεσία αυτή καθιερώθηκε στη συνεδρίαση της Ting (Κοινοβούλιο). Έπληττε καίρια τα αρχαία Νορβηγικά έθιμα και επέβαλλε την εφαρμογή της με ποινές θανάτου και ακρωτηριασμών. Φυσικά η «επιβολή του Χριστιανισμού», από Χριστιανική άποψη δεν είναι σωστή. Για να κατανοήσουμε όμως τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περίπτωσή μας, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι τα σκληρά έθιμα των Βίκινγκς, που καταργούνταν με τη νομοθεσία του 1024, καταπατούσαν βίαια την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Αυτό ήταν φυσικό, αφού στις παγανιστικές κοινωνίες κατά κανόνα ήταν άγνωστη η ιδέα του σεβασμού στον άνθρωπο – αλλά επίσης ήταν φυσικό ένας Βασιλιάς που θέλει να αναβαθμίσει τη χώρα του να προσπαθήσει να πατάξει τις απάνθρωπες αρχαίες πρακτικές.
Ανάμεσα στα άλλα, απαγορεύτηκε η έκθεση των βρεφών, ο βιασμός, οι αναγκαστικοί γάμοι, η πολυγαμία και ο γάμος μεταξύ στενών συγγενών. Ελήφθησαν μέτρα για το σεβασμό των παιδιών και των δούλων. Καθιερώθηκαν κανονικές ταφές (απαγορεύτηκε η ταφή σε σωρούς χωρίς φροντίδα), η αργία της Κυριακής, η νηστεία της Παρασκευής (αποχή από το κρέας) και η Μεγάλη Σαρακοστή πριν το Πάσχα. Καθιερώθηκε η ισονομία, με την ισότητα απέναντι στο νόμο των ευγενών με τους απλούς χωρικούς (ίδιες ποινές). Και φυσικά απαγορεύτηκαν οι ανθρωποθυσίες, που ήταν συνδεδεμένες με τη λατρεία των αρχαίων θεών. Οικοδομήθηκαν εκκλησίες και εισήχθησαν χριστιανικές εορτές.
Όλα τα παραπάνω φανερώνουν ότι ο Άγιος δεν κινήθηκε για τον εκχριστιανισμό της χώρας από κάποια κυνική πολιτική σκοπιμότητα, αλλά από ειλικρινή διάθεση για βελτίωση της ζωής του λαού του. Η σύγκρουση με την παραδοσιακή Νορβηγική κουλτούρα, δεν ήταν μια παραξενιά προερχόμενη από μισαλλοδοξία, θρησκοληψία και φανατισμό, ούτε μια βίαιη επίθεση ενός Βασιλιά εναντίον του ίδιου του λαού του. Ο σύγχρονος άνθρωπος υποκρίνεται πως θεωρεί ισάξιες και εξίσου σεβαστές όλες τις πολιτισμικές παραδόσεις και πως είναι κακό να εγκαταλείπει ένας λαός τη θρησκεία του (με τους μύθους, τα ήθη και τα έθιμα που συνδέονται με αυτήν) και να υιοθετεί μια ξένη θρησκεία – άραγε πρέπει να θεωρήσουμε ίσης αξίας τις ανθρωποθυσίες και την έκθεση των βρεφών με την αναίμακτη θυσία της Θείας Μετάληψης και το Ευαγγελικό μήνυμα της αγάπης;
Παράλληλα, ο Όλαφ προώθησε σε ανώτερες θέσεις της αυλικής και στρατιωτικής ιεραρχίας έντιμους και αφοσιωμένους ανθρώπους ταπεινής καταγωγής, παραγκωνίζοντας τους αμφίβολης ηθικής ποιότητας ευγενείς. Αυτό προκάλεσε τη φοβερή εχθρότητα των ευγενών, οι οποίοι, κατά την επίθεση του Βασιλιά της Δανίας και της Αγγλίας Κανούτου Β΄ του Μεγάλου (1028), συντάχθηκαν στο πλευρό του κατορθώνοντας να εκθρονίσουν τον Όλαφ.
Ο Άγιος υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Ρωσία, από την οποία επέστρεψε το 1030 για να συνεχίσει τον αγώνα του, δεν κατόρθωσε όμως να συγκεντρώσει αξιόμαχο στρατό και σκοτώθηκε (τρυπημένος με δόρυ στην κοιλιά), στη μάχη του Στίκλεσταντ (Stiklestad). Στη μάχη αυτή ο Άγιος κατέβηκε όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με τους Χριστιανούς. Αρχαίες επικές πηγές λένε πως λίγο πριν τη μάχη ένα όραμα τον είχε προειδοποιήσει πως θα σκοτωθεί. Την επόμενη μέρα το αίμα του αποκαθιστά την όραση ενός τυφλού, ενώ αργότερα πηγές νερού αρχίζουν να ρέουν από τον τάφο του. Στις τάξεις του Κανούτου απλώνεται φόβος, ενώ ο δολοφόνος του Αγίου, Thore Hound, συγκλονίζεται και μετανοεί για το φόνο του. Είναι τα πρώτα από μια σειρά θαυμάτων, που φανέρωσαν την αγιότητα του νεκρού Βασιλιά. Τους αιώνες που ακολουθούν συντάσσονται ολόκληρα βιβλία, όπου καταγράφονται τα θαύματά του.
Ένα χρόνο μετά, το 1031, παρουσία του λαού και των ισχυρών Δανών κατακτητών, γίνεται ανακομιδή του σώματός του, το οποίο ανακαλύπτεται άφθορο και ευωδιάζον και τοποθετείται στο ναό του αγίου Κλήμεντα στο Nidaros (Trondheim). «Τα κόκκινα μάγουλά του ήταν σα να είχε μόλις κοιμηθεί», κατά τη σάγκα του αγίου Όλαφ (saga, λαϊκό έπος), ενώ, με απαίτηση της Δανής βασίλισσας Elgiva, τα μαλλιά του δοκιμάζονται με φωτιά, από την οποία βγαίνουν άθικτα (3). Έτσι, ένα μόλις χρόνο μετά το θάνατό του, αναγνωρίζεται ως Άγιος από το λαό του.
Φαίνεται πως ο Άγιος τιμήθηκε αμέσως και στην Αγγλία, εξαιτίας του Βρετανού Επισκόπου Γκριμ (Γκρίμκελ). Στη χώρα του αναγορεύτηκε ταχύτατα σε κοσμαγάπητο Άγιο και ήρωα. Το Nidaros (Trondheim), όπου βρισκόταν ο τάφος του, έγινε μεγάλο προσκύνημα. Εικόνες και ναοί προς τιμήν του εντοπίζονται όχι μόνο στη Νορβηγία, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Ρωσία (Νόβγκοροντ), η Πολωνία, η Εσθονία (Ταλίν) κ.λ.π., ενώ παρεκκλήσι αφιερωμένο σ’ αυτόν υπήρχε και στην Κωνσταντινούπολη (τόπος λατρείας των Ορθόδοξων Βαράγγων στρατιωτών). Το όνομά του διαδόθηκε πολύ στη Νορβηγία ως βαφτιστικό όνομα, ενώ, λόγω των πολλών θαυμάτων του, δόθηκε και σε ένα βότανο με θεραπευτικές ιδιότητες. Η ημέρα της μνήμης του (29 Ιουλίου) εορτάζεται από το Νορβηγικό λαό με διάφορα έθιμα, με χορό, φωτιά και ένα ιδιαίτερο γεύμα, που περιλαμβάνει μπύρα, ξινή κρέμα, χυλό και αλλαντικά. Η ανακομιδή του σώματός του, το 1031, εορτάζεται με μια μικρότερη γιορτή στις 3 Αυγούστου. Η 29 Ιουλίου, αφιερωμένη στον Άγιο, είναι επίσης ημέρα εθνικής αργίας, λαμπρά εορταζόμενης στα νησιά Φερόες (μεταξύ Νορβηγικής θάλασσας και βόρειου Ατλαντικού), αλλά και ημέρα έναρξης των εργασιών του Κοινοβουλίου.
Σύμφωνα με το μεσαιωνικό Ισλανδό ιστορικό Snorri Sturluson, το 1066, ο Βασιλιάς της Νορβηγίας Χάραλντ Γ΄ (Harald ΙΙΙ), που ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Αγγλία, ονειρεύτηκε ότι ήταν στο Trondheim και συναντήθηκε με τον άγιο Όλαφ εκεί. Ο Άγιος προσπάθησε να τον αποτρέψει από την επίθεση, προειδοποιώντας τον ότι θα σκοτωθεί και θα κατασπαραχτεί από τους λύκους. Ο Harald  αδιαφόρησε για την προφητεία και σκοτώθηκε κατά τις μάχες του Stamford Bridge στην Αγγλία. Έτσι ο άγιος Όλαφ, που όσο ζούσε προσπάθησε να κάνει το καλύτερο για το λαό του, έδωσε και μετά θάνατον ένα μήνυμα ενάντια στον Ιμπεριαλισμό.
Όπως επισημαίνει σε κείμενό της η σύγχρονη Ορθόδοξη Νορβηγική Κοινότητα στο Helsfyr (4), ο άγιος Όλαφ δεν ήταν ένας ασκητής. Η ζωή του δεν ήταν ολόκληρη μια ζωή πίστης και αρετής. Έκανε λάθη. Συμμετείχε σε πολέμους, επέβαλε σκληρές ποινές σε ανθρώπους, δημιούργησε εχθρότητες. Επίσης η ζωή του κατέληξε σε μια αποτυχία, πράγμα που ίσως φανερώνει ότι δεν ευλογήθηκαν όλες οι πράξεις του. Έχασε το θρόνο του, εξορίστηκε, ηττήθηκε και σκοτώθηκε στη μάχη. Κι όμως αγαπήθηκε και τιμήθηκε ως Άγιος και ήρωας. Η τιμή του ως Αγίου δεν οφείλεται στις υπηρεσίες του προς την Εκκλησία, αλλά στα θαύματά του. Αν πρόσφερε κάποιες υπηρεσίες στην Εκκλησία, δηλαδή στον εκχριστιανισμό της χώρας του, αυτό οφείλεται στην πίστη του και ήταν στην πραγματικότητα μια υπηρεσία προς το λαό του. Δεν είναι εύκολο να τον κρίνουμε. Δεν ξέρουμε πόσο είχε μετανιώσει για τις νεανικές πειρατικές επιχειρήσεις του, πώς προσευχόταν, σε ποια συνειδησιακή κατάσταση ευρισκόμενος –ίσως θλίψη– προσπαθούσε να επιβάλλει τη δικαιοσύνη, υποβάλλοντας σε σκληρές ποινές τους εξίσου σκληρούς παραβάτες των νόμων. Από πολιτική άποψη, τίποτα δεν του πρόσφερε ο εκχριστιανισμός. Αρχικά πολέμησε με Χριστιανούς Βασιλιάδες για να απελευθερώσει τη χώρα του από τη Δανο-Σουηδική κυριαρχία. Και τελικά εκθρονίστηκε και σκοτώθηκε από τον Κανούτο, έναν επίσης Χριστιανό Βασιλιά.
Το 1164 (ενώ ήδη η Νορβηγία βρισκόταν στη σφαίρα της σχισματικής Παπικής Εκκλησίας) ο άγιος Όλαφ ανακηρύχθηκε προστάτης Άγιος της Νορβηγίας, ενώ το 1847 θεσπίστηκε παράσημο με το όνομά του, από το Βασιλιά της Σουηδίας και της Νορβηγίας Όσκαρ Α΄.

Αγία παρθενομάρτυς Σούννιβα και οι συν αυτή
Η αγία Σούννιβα (Sunniva) μεγάλωσε στα δυτικά της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιρλανδίας, γύρω στα μέσα του δέκατου αιώνα. Ήταν μια σοφή και συνετή πριγκίπισσα, κόρη ενός τοπικού Βασιλιά. Όταν πέθανε ο πατέρας της, ανέλαβε τη διακυβέρνηση του λαού της. Επειδή ήταν μια όμορφη και δυναμική παρθένος, πολλοί επίδοξοι μνηστήρες ζητούσαν το χέρι της. Ένας από αυτούς, άγριος και ισχυρός Βίκινγκ, την απείλησε επανειλημμένα, ότι θα επιτεθεί και θα αφανίσει το λαό της αν δεν τον παντρευτεί. Τότε η Σούννιβα, για να σώσει το λαό της, αποφάσισε να φύγει από τον τόπο της και να εμπιστευτεί την τύχη της στην πρόνοια του Ιησού Χριστού.
Επειδή όμως η Αγία αγαπήθηκε από το λαό, τόσο για τη φροντίδα της προς τους φτωχούς καταπιεσμένους, όσο και για την ευσέβεια και την αρετή της, πολλοί επέλεξαν να την ακολουθήσουν στην αυτοεξορία της. Όχι μόνο άντρες, αλλά και γυναίκες και παιδιά. Όπως αναφέρουν λοιπόν τα αρχαία Ιρλανδικά κείμενα, βγήκαν στην ανοιχτή θάλασσα μιμούμενοι την κιβωτό του Νώε, χωρίς κουπιά, πηδάλιο ή πανί και χωρίς όπλα, εναποθέτοντας πλήρως τη ζωή τους στα χέρια του Κυρίου.
Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα στη θάλασσα, το πλοίο της (ίσως να μην ήταν μόνο ένα), οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση της Νορβηγικής ακτής. Αφήνοντας μερικούς σε άλλο τόπο, η Αγία κατέληξε στο νησί Selja (5). Το νησί καλύπτεται εν μέρει με δάση, πλούσια σε γλυκό νερό, και η θάλασσα είναι γεμάτη ψάρια. Η Selja χρησίμευε επίσης ως βοσκότοπος για τα βοοειδή που ανήκουν σε γεωργούς στην ηπειρωτική χώρα. Εκεί η Αγία και το πλήρωμά της εγκαταστάθηκαν σε σπηλιές και άρχισαν τη ζωή τους με βασική ενασχόληση το ψάρεμα. Η Αγία δόξασε το Θεό και, για όσο διάστημα παρέμεινε εκεί, έζησε μια ασκητική ζωή. Καταγράφονται τα λόγια της σε Χριστιανικά Ιρλανδικά ποιήματα αυτής της περιόδου: «Είμαι ευτυχής που μπορώ να σταθώ στο στήθος του νησιού ... Μπορώ να δω τα υπέροχα σμήνη των πουλιών πάνω από την ανοιχτή θάλασσα, μπορώ να δω τις μαγευτικές φάλαινες, το μεγαλύτερο από όλα τα θαύματα... Και μπορώ να δοξάσω τον Κύριο που έχει εξουσία πάνω από όλα, τον ουρανό με τους Αγγέλους Του, τη γη και τον αέρα».
Οι αγρότες από την ηπειρωτική χώρα όμως ανησύχησαν όταν έμαθαν για τους αποίκους της Selja, φοβούμενοι ότι πρόκειται για ζωοκλέφτες. Οπλίστηκαν λοιπόν, με αρχηγό ένα σκληρό πολεμιστή, και τους επιτέθηκαν. Η Αγία και οι άνθρωποί της είδαν τα πλοία να έρχονται και κατέφυγαν σε μια σπηλιά. Η είσοδος της σπηλιάς γκρεμίστηκε και παρέμειναν εγκλωβισμένοι σ’ αυτήν. Οι ντόπιοι, αφού τους αναζήτησαν μάταια, επέστρεψαν στα σπίτια τους.
Τα χρόνια πέρασαν και διάφορα θαυμαστά σημεία, όπως μια παράξενη στήλη φωτός, μαρτυρούσαν ότι κάτι ιδιαίτερο κρύβεται κάτω από τα σωριασμένα βράχια. Και κάποια στιγμή, δυο επιφανείς Νορβηγοί ειδωλολάτρες, οδηγημένοι από το παράξενο φως, ερεύνησαν και ανακάλυψαν ένα ανθρώπινο κρανίο, που ευωδίαζε ένα άρωμα γλυκό σαν του μελιού. Το πήραν μαζί τους και επέστρεψαν στο Nidaros. Εκεί σχετίστηκαν με το Βασιλιά Όλαφ Α΄ και αποδέχτηκαν με προθυμία την πρότασή του να βαπτιστούν Χριστιανοί. Του ζήτησαν όμως να τους δώσει μια εξήγηση για το ευωδιαστό Λείψανο. Ο Βασιλιάς το είδε και, καταλαβαίνοντας ότι πρόκειται για το Λείψανο ενός Αγίου, έστειλε αποστολή και ερεύνησαν τον τόπο, όπου βρήκαν τα ιερά Λείψανα.
Αμέσως η αγία Σούννιβα τιμήθηκε ως Πρωτομάρτυρας της Νορβηγικής γης και οικοδομήθηκε μια εκκλησία γι’ αυτήν στον τόπο του θανάτου της, που παρέμεινε ως μεγάλο προσκύνημα για αρκετούς αιώνες. Αργότερα ιδρύθηκε εκεί και Βενεκδικτίνικο Μοναστήρι, υπολείμματα του οποίου διατηρούνται ακόμη. Γύρω στο 1170 η ιστορία της Αγίας καταγράφηκε στο Λατινικό αγιολογικό έργο "Acta Sanctorum in Selia".
Κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών στο Μπέργκεν, το 1170-71 και το 1198, τα Λείψανα της Αγίας μεταφέρθηκαν εκεί, με αποτέλεσμα να σταματήσει η φωτιά. Η Αγία τιμάται λοιπόν ως προστάτιδα του Μπέργκεν (Bergen, Bryggen) και ολόκληρης της δυτικής Νορβηγίας και το όνομά της έγινε βαφτιστικό όνομα για πολλά κορίτσια στη χώρα.

Άγιος Χάλλβαρντ του Lier
Ο άγιος Χάλλβαρντ (Hallvard) ήταν Νορβηγός, γιος του Vebjorn του Husaby, ενός ευγενούς από το Lier. Ήταν έμπορος και ταξίδευε στις Βαλτικές Νήσους. Το 1043, σε ηλικία 23 ετών, προσπάθησε να υπερασπιστεί μια γυναίκα, που είχαν αρπάξει σκλάβα τρεις άνδρες κατηγορώντας την για κλοπή. Αν και ο Άγιος προσφέρθηκε να τους επιστρέψει αυτά που ισχυρίζονταν ότι έχασαν, δολοφονήθηκε από αυτούς με βέλη, μαζί με τη γυναίκα. Στη συνέχεια πέταξαν το σώμα του στη θάλασσα, δεμένο σε μια μυλόπετρα. Όμως στάθηκε αδύνατο να βυθιστεί κι έτσι αποκαλύφθηκε το έγκλημά τους. Ο Άγιος τιμάται ως Μάρτυρας για την υπεράσπιση ενός αθώου προσώπου και είναι ο προστάτης Άγιος του Όσλο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Μαΐου.
Το 1130 οικοδομήθηκε στο Όσλο Καθεδρικός Ναός αφιερωμένος σε αυτόν, όπου φυλάσσονταν και τα Λείψανά του, ο οποίος όμως κατέρρευσε το 17ο αιώνα.

Όσιος Τρύφων του Petsamo, Απόστολος των Σάμι
Η πρώτη γνωριμία του λαού των Σάμι με την Ορθοδοξία, μάλλον έγινε μέσω της σπουδαίας Μονής Σολοβέτς, των νησιών Σολόφκυ, ίσως και από τους ίδιους τους ιδρυτές της αγίους Σαββάτιο και Ζωσιμά (15ος αιώνας). Απόστολος των Σάμι είναι και ο άγιος Θεοδώρητος του Σολόφκυ (1571, 17 Αυγούστου). Όμως εκείνος που διέδωσε με πολύ μόχθο και αγώνα το χριστιανισμό στους Σάμι είναι ο άγιος Τρύφων του Πετσάμο (Πετσένγκα), ιδρυτής της εκεί μονής της Αγίας Τριάδας.
Ο άγιος Τρύφων γεννήθηκε το 1495 και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Μητροφάνης. Παιδί της Ρωσικής επαρχίας (Νόβγκοροντ), ελλείψει της δυνατότητας να φοιτήσει σε σχολείο, έμαθε γράμματα από τον πατέρα του. Από μικρός ήταν ευσεβής, αγαπούσε την εκκλησιαστική ζωή και στην εφηβεία του υπηρέτησε την εκκλησία ως αναγνώστης και ψάλτης. Μαθαίνοντας για τις φτωχές και παραμελημένες χώρες του παγωμένου βορρά, ταξίδεψε εκεί, ακολουθώντας μάλλον κάποια συντροφιά κυνηγών ή εμπόρων, ενώ ήταν απλός λαϊκός (όχι Ιερέας ή μοναχός), και επιδόθηκε σε αποστολικό έργο ανάμεσα στις φυλές των ειδωλολατρών. Το 1524 κατασκεύασε μια καλύβα στον ποταμό Πετσένγκα [Petshenga – νορβηγικά Petsamo (6)]. Σύντομα η αποστολική του δραστηριότητα έφερε καρπούς και το 1532 άνθρωποι έφτασαν στον Αρχιεπίσκοπο του Νόβγκοροντ Μακάριο, ζητώντας αντιμήνσιο για την τέλεση Θείας Λειτουργίας (το αντιμήνσιο είναι ένα ύφασμα καθαγιασμένο και με μικρά τεμάχια αγίων λειψάνων ραμμένα πάνω του, που στρώνεται σε κοινό τραπέζι, όταν δεν υπάρχει Αγία Τράπεζα, για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας). Ο Αρχιεπίσκοπος ευλόγησε και βοήθησε έμπρακτα την αποστολή, στέλνοντας υλικά για την οικοδόμηση ναού. Έτσι οικοδομήθηκε στον ποταμό Πετσένγκα ναός αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 1533, έτος που ο Μητροφάνης εκάρη μοναχός (Τρύφων). Στο ναό αυτό βαφτίστηκαν οι πρώτοι Σάμι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (7).
Αν και υπήρξαν κατά καιρούς διώξεις και συγκρούσεις με ντόπιους παγανιστικούς κύκλους, το 1530 άρχισε να σχηματίζεται μια μικρή αδελφότητα γύρω από τον άγιο Τρύφωνα, ένα μοναστήρι στα σπάργανα. Αφορμή για την κανονική ίδρυση του μοναστηριού ήταν μια παρατεταμένη πείνα που ρήμαξε τη βορειοδυτική Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 1550 και στις αρχές του 1560. Ο Τρύφων προχώρησε μαζί με κάποιους από τους συντρόφους του στα ενδότερα της Ρωσίας, για τη συγκέντρωση τροφίμων για τους πεινασμένους του πληθυσμού. Για αρκετά χρόνια περιπλανήθηκε από πόλη σε πόλη χωρίς σημαντικά αποτελέσματα και το 1556 ήρθε στη Μόσχα όπου συναντήθηκε με τον Τσάρο Ιβάν τον Τρομερό και το γιο του, πρίγκηπα Θεόδωρο Ιβάνοβιτς.
Η ζωή του Τσάρου Ιβάν μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους. Έως το 1547, όταν στέφθηκε ο πρώτος Ρώσος Τσάρος (Αυτοκράτορας), είναι μια «σκληρή» περίοδος. Από το 1547 ως το 1560 μπορεί να θεωρηθεί καλή και ειρηνική περίοδος ανάπτυξης, ειρήνης και ασφάλειας. Από το 1560 μέχρι το θάνατό του το 1584 ήταν και πάλι μια «σκληρή» περίοδος. Ο άγιος Τρύφων και το μοναστήρι της Πετσένγκα γνώρισαν μόνο το καλό πρόσωπο του Ιβάν. Η εκτίμηση του Τσάρου πρόσφερε στην αδελφότητα μια ειδική ρύθμιση, με την οποία τα κρατικά έσοδα από την περιοχή των Σάμι παραχωρήθηκαν για την οικοδόμηση και ίδρυση του μοναστηριού.
Ο άγιος Τρύφων, ο οποίος δεν ήταν Ιερέας (μόνο απλός μοναχός), δεν υπήρξε ποτέ επίσημα το κεφάλι της μονής του, αν και ήταν ο πνευματικός πατέρας της. Αργότερα αποσύρθηκε στην έρημο νότια της μονής, όπου έχτισε ένα μικρό κελί και ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της Θεοτόκου. Εκεί έζησε στην ησυχία και την προσευχή μέχρι την κοίμησή του το 1583. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Δεκεμβρίου, μαζί με τη μνήμη του μαθητή του, του αγίου Ιωνά.

Η Μονή Πετσένγκα
Η Μονή Πετσένγκα παρέμεινε πάντα μικρή, φτωχή και ασήμαντη (προς τιμήν της). Στους αιώνες που ακολούθησαν γνώρισε πολλές περιπέτειες και καταστροφές, παρασυρμένη στη δίνη των ιστορικών γεγονότων. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1589 μια συμμορία με επικεφαλής τον Pekka Vesainen επιτέθηκε, πυρπόλησε το ανυπεράσπιστο μοναστήρι και σκότωσε τα 116 πρόσωπα που βρέθηκαν εκεί. Το μοναστήρι δεν αποκαταστάθηκε ολοκληρωτικά, αλλά σχεδόν φυτοζωούσε (καταγράφεται π.χ. με 13 μοναχούς το 1701), μέχρι που έκλεισε το 1764 (μαζί με περισσότερα από το ένα τρίτο των μοναστηριών της Ρωσίας), στα πλαίσια του υποχρεωτικού εκδυτικισμού που επέβαλε η Τσαρίνα Αικατερίνη Β΄ η Μεγάλη, επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού. Στο χώρο της αρχικής μονής χτίστηκε μια εκκλησία στη μνήμη του αγίου Τρύφωνα και πάνω από τον τάφο του χτίστηκε μια εκκλησία προς τιμήν του Ιησού Χριστού.
Αυτή ήταν η μονή της Πετσένγκα, ως επί το πλείστον μια καμένη τοποθεσία από το 1589 μέχρι τη δεκαετία του 1880, που είχε γίνει προετοιμασία για την ανοικοδόμηση του παλιού μοναστηριού. Το νέο μοναστήρι το αποτελούσαν, όπως και το παλιό, μερικά σπίτια γύρω από μια εκκλησία. Το 1917 η μονή είχε 30 μοναχούς και υπήρχε μέχρι το 1939, όταν ο χειμερινός πόλεμος μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Φινλανδίας έληξε με τη Φινλανδία να πρέπει να παραχωρήσει αυτό το τμήμα της επικράτειάς της στη Σοβιετική Ένωση. Ο τελευταίος μοναχός, γέροντας Ακάκιος (Akakij), κοιμήθηκε 110 χρόνων το 1984.
Η πολύπαθη μονή βρισκόταν σε μια περιοχή εξαιρετικά σημαντική για το συμφέρον της Ρωσίας, αλλά και διεκδικούμενη από τους Σουηδούς. Όταν χαράχτηκαν τα σύνορα μεταξύ της Ρωσίας και της ενιαίας Δανίας-Νορβηγίας το 1826, το μοναστήρι δεν αναφέρθηκε. Ωστόσο, το μοναστήρι είχε μεγάλη σημασία για τους Skolt Lapps (Σάμι). Η πνευματική παρουσία του ήταν καθοριστική για την ιστορία και την πολιτιστική ταυτότητα αυτού του λαού, που αναφερόταν στη διδασκαλία του αγίου Τρύφωνα με τα λόγια «το είπε ο Απόστολος» και γιόρταζε τη μνήμη του με σπουδαίες εκδηλώσεις τοπικού χαρακτήρα, που περιελάμβαναν μέχρι και αγώνες με ταράνδους.
Στη Φινλανδία και τη Νορβηγία σήμερα ζουν μόνο μερικές «χούφτες» ορθόδοξοι Χριστιανοί. Όμως, παρά το γεγονός ότι η Νορβηγοί και οι Φιλανδοί Lapps Skolt είναι μια μικρή ομάδα Ορθοδόξων Χριστιανών, που περικλείεται σε μια κυρίως Προτεσταντική περιοχή (οι Σάμι της Σκανδιναβίας καταγράφονται στην πλειοψηφία τους ως Λουθηρανοί), διατήρησαν την πολιτιστική τους ταυτότητα. Συνεχείς προσπάθειες έγιναν, τόσο από τους Φιλανδούς όσο και από τους Νορβηγούς Λουθηρανούς, να τους μεταστρέψουν στον Προτεσταντισμό. Στη Φινλανδία αυτό δεν είχε σημαντικά αποτελέσματα, ενώ η μικρή κοινότητα Skolt στη Νορβηγική Neiden θρησκευτικά υπέκυψε – σχεδόν.
Ο ναός των αγίων Μπόρις και Γκλεμπ, που είχε οικοδομήσει ο ίδιος ο άγιος Τρύφων, έχει ιδιαίτερη σημασία ως το παλαιότερο ξύλινο κτίριο της Βόρειας Νορβηγίας. Σημειωτέον και ότι μόνο Ορθόδοξες εκκλησίες σε αυτή τη χώρα είναι κατασκευασμένες έτσι. Το εκκλησάκι είναι πολύ ταπεινό, τόσο σε μέγεθος όσο και σε εμφάνιση. Βρίσκεται σε ένα μικρό λόφο στο Neiden ποταμό, εκεί όπου έδρασε αρχικά ο Άγιος σύμφωνα με την παράδοση. Γύρω από την εκκλησία είναι το νεκροταφείο με μερικούς παλιούς σταυρούς, ένα μικρό «πύργο ρολογιού» και ένα παραδοσιακό ταφικό μνημείο. Σώζεται επίσης ο Άγιος Γεώργιος, ένα παρεκκλήσι, που χτίστηκε ομοίως από τον άγιο Τρύφωνα το 1565. Είναι ένα μικρό, χαμηλό, ξύλινο κτίριο, μόνο 10 τετραγωνικών μέτρων, λίγο ψηλότερο από 2 μέτρα, που φέρει τα σημάδια της μεγάλης του ηλικίας. Η στέγη του είναι ιδιότυπη και προκαλεί ένα θαυμαστό θέαμα, όταν, στην κατάλληλη ώρα, το φως διαχέεται μέσα από ένα μικρό άνοιγμα στα δεξιά της. Και, όταν κάποιος συνηθίσει το αμυδρό φως, γίνεται ακόμα πιο έκπληκτος με τα πολλά, μεγάλα και ωραία εικονίσματα.
Σε Νορβηγικό έδαφος είναι επίσης ένα άλλο ιερό που συνδέεται με τον άγιο Τρύφωνα, μια σπηλιά στα βουνά, όπου ο Άγιος κατέφυγε όταν καταδιώχθηκε και κινδύνευσε να δολοφονηθεί. Το 1870 το σπήλαιο ανακαινίστηκε και ιδρύθηκε σ’ αυτό ένα ιερό, όπου τοποθετήθηκε η ιστορική εικόνα της Θεοτόκου που βρισκόταν εκεί.
Το έτος 1965 ήταν ένα πρώτο σημείο καμπής. Ήταν η 400ή επέτειος της ίδρυσης του ναού στο Neiden και εορτάστηκε πανηγυρικά με την παρουσία Φιλανδών και Νορβηγών. Ήταν η πρώτη φορά από τις αρχές του αιώνα που λειτουργήθηκε το εκκλησάκι, από τότε όμως λειτουργείται κάθε καλοκαίρι. Σήμερα το ενδιαφέρον για την Ορθοδοξία έχει αναζωπυρωθεί στην περιοχή και το εκκλησάκι του Neiden υπάγεται στην Ορθόδοξη κοινότητα του ναού του αγίου Νικολάου στο Όσλο (Helsfyr, Oslo). Η τοπική εκκλησία έχει πλέον τη φροντίδα του παρεκκλησίου και την οργάνωση της λατρείας εκεί. Στο παρεκκλήσι του αγίου Γεωργίου έχει δοθεί νέα ζωή και έχει γίνει τόπος συνάντησης για Ορθόδοξους Χριστιανούς από τη Νορβηγία, τη Ρωσία και τη Φινλανδία. Το έργο του αγίου Τρύφωνα λοιπόν δεν έχει τεθεί στο μουσείο της ιστορίας, αλλά είναι ζωντανό και ανοίγει προοπτικές για το μέλλον (8).

Η πορεία μετά το Σχίσμα ως το Λουθηρανισμό
Ας επιστρέψουμε στον 11ο αιώνα, λίγο μετά την εποχή του αγίου Όλαφ Χάραλντσσον. Ο εκχριστιανισμός της Νορβηγίας ολοκληρώθηκε μετά το πέρας της Δανο-Σουηδικής κατάκτησης, στα χρόνια του βασιλιά Μάγνου Α΄ του Καλού (Magnus I, 1035-1047), γιου του αγίου Όλαφ, ο οποίος πραγματοποίησε τη Δανο-Νορβηγική ένωση (1042). Η Εκκλησία της Νορβηγίας, με τρεις Επισκοπές (Νίνταρος, Σέλια και Όσλο) υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αμβούργου, αλλά η διαποίμανσή της από Επισκόπους καταγόμενους από διάφορες χώρες διασπούσε την εσωτερικής της συνοχή. Γύρω στο 1060 ο Βασιλιάς Χάραλντ Γ΄ Χόροντε (Χάραλντ ο Αυστηρός), προσπάθησε να την αυτονομήσει και απευθύνθηκε στην Αγγλία, τη Γαλλία και το Βυζάντιο για αποστολή Επισκόπων. Αυτό ίσως ήταν ένα κομβικό σημείο, στο οποίο η εν Νορβηγία Ορθοδοξία πιθανόν μπορούσε να έχει περισωθεί. Δυστυχώς όμως, φαίνεται ότι οι προσπάθειές του δεν τελεσφόρησαν. Έτσι η Νορβηγική Εκκλησία, ενταγμένη στην Εκκλησία της Δύσης, παρασύρθηκε από τη δίνη του Μεγάλου Σχίσματος (1054) και ακολούθησε τον Παπισμό και την τύχη της Δυτικής Ευρώπης.
Το 16ο αιώνα, ενωμένη με τη Δανία σε ενιαίο βασίλειο, η Νορβηγία υιοθέτησε το Λουθηρανισμό. Οι Βασιλείς της Δανίας Χριστιανός Β΄, Φρειδερίκος Α΄ και Χριστιανός Γ΄, θέλοντας να στηρίξουν την εξουσία τους κατά των ευγενών και της Παπικής Ιεραρχίας, εισήγαγαν το Λουθηρανισμό, τον οποίο η Βουλή της Κοπεγχάγης (μετά από εμφύλιο πόλεμο) αναγνώρισε το 1536 ως τη μόνη θρησκεία του βασιλείου. Ο εκκλησιαστικός «οργανισμός», που συνέταξε ο Ιωάννης Βούγγενχαγγεν (Bugenhagen), ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Λούθηρου, τιτλοφορείται Εκκλησιαστική Διάταξη των βασιλείων Δανίας και Νορβηγίας (Ordinatio ecclesiastica regnorum Daniae et Norvegiae, 1537).
Σήμερα στη Νορβηγία, και γενικότερα στη Σκανδιναβία, έχει αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον για τις Ορθόδοξες ρίζες του τόπου και του λαού. Πολύτιμα στοιχεία για το θέμα βλ. στην ιστοσελίδα της Ορθόδοξης Κοινότητας του ναού Αγίου Νικολάου του Όσλο: http://home.online.no/~thorosl/Kirkeside/ENsiteleft.html (νορβηγικά).

Σημειώσεις
1. Το παραθέτει ο Γιώργος Καραμπελιάς στο έργο του "Κοραής και Γρηγόριος Ε’", Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2009,σελ.84-85. Πρβλ και σελ. 85, υποσημ. 94.
2. Για τις ανθρωποθυσίες στη θρησκεία των Γερμανικών φύλων γενικώς και των Σκανδιναβών («Γερμανική θρησκεία») βλ. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, τόμ. 21 (Θρησκείες), σελ. 91.
3. http://www.orthodox.net/western-saints/olaf-martyr-king-of-norway.html
4. http://home.online.no/~thorosl/Kirkeside/NO/sider/TEMA13/Tema13M.htm
5. Για το νησί Selja βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Selja
6. Για το Πετσάμο βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Pechengsky_District
7. Για τους Σάμι βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Sami_people
8. Πηγή των παραπάνω στοιχείων είναι το http://home.online.no/~thorosl/Kirkeside/ NO/sider/TEMA6/Tema6.html


Σε ηλικία μόλις 12 ετών συμμετείχε σε επιδρομές των Βίκινγκς εναντίον της Αγγλίας, και στη συνέχεια έλαβε μέρος σε μάχες στο πλευρό των Ορθόδοξων Χριστιανών Βασιλέων Ριχάρδου της Νορμανδίας και Έθελμπερτ της Αγγλίας. Γύρω στο 1013 βαφτίστηκε Χριστιανός στη Ρουέν της Νορμανδίας. Επέστρεψε στη Νορβηγία το 1015 και –προσεταιριζόμενος διάφορους ισχυρούς ευγενείς– κατόρθωσε να απαλλάξει τη χώρα του από τη Δανο-Σουηδική κυριαρχία και να ανακηρυχτεί Βασιλιάς (Όλαφ Β΄). Η βασιλεία του τα επόμενα 11 χρόνια θεωρείται μια βασιλεία σχετικής ειρήνης. Ενίσχυσε το κύρος του βασιλικού θεσμού ενώνοντας τη χώρα, οργανώνοντας το κράτος και το στρατό, αλλά και αποδυναμώνοντας τους τοπικούς αρχηγούς, ενώ συγχρόνως εργάστηκε για τη διάδοση του Χριστιανισμού στην πατρίδα του. Στην προσπάθειά του αυτή έφερε Ιερείς και ιεραποστόλους στη Νορβηγία, με κυριότερο τον Επίσκοπο Γκριμ του Κελ (Grim Kjell, Γκρίμκελ).

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

ST. ODA “THE GOOD”, ARCHBISHOP OF CANTERBURY (+ 958)

By Vladimir Moss

Our holy Father Oda was born in East Anglia, of Danish parents. His father had been a soldier in the pagan Great Army that killed the holy Martyr-King Edmund of East Anglia in 869, and was opposed to his son’s Christian leanings. So Oda left father and mother and all his possessions to attach himself to a pious man named Ethelhelm, who adopted him as his son and taught him the Christian faith.
Once Ethelhelm and Oda were on a pilgrimage to Rome. Suddenly the elder had a heart-attack. Oda resorted to prayer, and then gave his teacher a cup of wine over which he had made the sign of the Cross. On drinking the wine, Ethelhelm immediately recovered. News of this miracle reached the ears of the king. As a result, Oda, who was already a priest, was consecrated Bishop of Ramsbury in Wiltshire in 925.
In 936 Bishop Oda was sent by King Athelstan to France to negotiate the restoration of Louis, the son of Emperor Charles the Simple, who was at that time in exile in England.
In 937 Bishop Oda was present at the Battle of Brunanburgh, where by his prayers King Athelstan’s sword was miraculously repaired, thereby saving his life. (According to another account, his saviour was St. Aldhelm.)
In 942 Oda was appointed Archbishop of Canterbury, having become a monk at Fleury-on-Loire shortly before. As archbishop, Oda showed much courage and wisdom. He encouraged monasticism, issued decrees promoting good morals and asserted the independence of the Church from the secular authorities.
St. Oda was once celebrating the Divine Liturgy with tears, as was his custom. Suddenly he saw a drop of Blood flowing from the consecrated Gifts. Amazed and struck with fear, he called a priest and showed him the miracle secretly. “You should rejoice, highest Father,” said the priest, “for today Christ the Son of God has honoured you, in that He Who is blessed above all has counted you worthy to see this with your bodily eyes.” “And now I beseech the power of the ineffable God to return this His Body to its original form,” said the archbishop. When he had prayed, he arose and found it as before, and partook of it with reverence.
After the Liturgy, all the poor, the pilgrims, the orphans and widows were brought together and given food to the glory of that great miracle.
St. Oda greatly embellished his cathedral church at Canterbury, completely renovating and enlarging the structure erected by St. Augustine. It is said that during the repairs to the cathedral no rain at all fell on the city. He also brought to it the relics of St. Wilfrid from the ruins of Ripon Minster, while at the same time commissioning the writing of a new Life of the saint.
One of his last acts was to consecrate St. Dunstan to the episcopate. For when King Edwy died, and his brother Edgar ascended the throne of Wessex, the new king immediately recalled Dunstan from exile. And at a witan (parliament) held at Bradford-on-Avon, “by the choice of all Dunstan was consecrated bishop, especially so that he might constantly be in the royal presence on account of his far-seeing and prudent counsels”. During the service, however, St. Oda paused at the point where the church to which the new bishop is to be appointed is declared, and, to the astonishment of all, named him bishop of the metropolitan see of Canterbury. Quietly resisting the objections of those around him, he said: “I know, dearly beloved, what God has spoken in me.” The holy prelate said this through the Holy Spirit, foreseeing the grace that was to fill Dunstan. And indeed, within two years St. Dunstan became Archbishop of Canterbury.
St. Oda reposed on June 2, 958, being called “the Good” by St. Dunstan, who never passed his tomb without kneeling. He was succeeded by Elfsin, Bishop of Winchester, a man of very different character. One day, after he had been elected but before he had received the pallium (omophorion) from the Pope, Elfsin was standing over Oda’s tomb, and addressed him, saying: “Behold, O Bishop, here you lie prostrate, and I enjoy the rights of victory. While you were alive, I did not obtain them, but now that you are dead, I have taken them.” Then he disdainfully struck the tomb with his staff and went away. That night the weather was very bad. St. Oda, clothed in hierarchical vestments, appeared to a certain priest and said to him: “Go to the bishop and diligently ask him why he mocked me yesterday and struck me with his staff.” On awaking, however, the priest forgot the word of the saint. Again St. Oda appeared to him and repeated the same words. Again the priest kept silent – this time out of fear. On the third night the saint came to him and reproached him for his slothfulness, adding: “If you wish to preserve the prosperity of this sweet life of yours that you now enjoy, tell your bishop what you have heard.” Taking courage from the saint’s words, the priest went to the bishop, prostrated himself at his feet, and said: “There came to me, not Gabriel, the Virgin’s messenger, but that glorious Oda, your predecessor, who ordered me to say these words to your Eminence with indignation: ‘Since you despised me yesterday in word and deed, I tell you that you will cross the sea and climb the mountains, but in no wise will you sit upon the apostolic throne.’” The bishop dismissed this as an idle dream. But the prophecy was fulfilled to the letter: on his way to Rome to receive the pallium, Elfsin caught a cold in the Alps and died.
St. Oda is commemorated on June 2.

(Sources: William of Malmesbury, Gesta Pontificum Anglorum, I, 14; Saxon priest B., Vita Dunstani, in W. Stubbs, Memorials of St. Dunstan, Rolls series, 1874; Anonymous, Vita Oswaldi, in J. Raine, Historians of the Church of York, Rolls series, 1874, vol. 1; David Farmer, The Oxford Dictionary of Saints, Oxford: The Clarendon Press, 1978, pp. 296-297).



Ο  ΟΣΙΟΣ  ΚΟΛΟΥΜΠΑ  ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ (+ 597)
 

Ο Άγιος  Κολούμπα (επίσης γνωστός ως Colum Cille, που σημαίνει «περιστέρι της Εκκλησίας») γεννήθηκε στο Ντόνεγκαλ στις 7 Δεκεμβρίου 521, από ευγενείς γονείς. Έγινε μοναχός και σύντομα χειροτονήθηκε Ιερέας. Σύμφωνα με την παράδοση, κάποια στιγμή γύρω στο 560, αναμείχθηκε σε μια διαμάχη σχετικά με το δικαίωμα αντιγραφής μιας έκδοσης του βιβλίου των Ψαλμών. Η διαμάχη τελικά οδήγησε στη μάχη του Καλ Ντρέιμ το 561, όπου σκοτώθηκαν πολλοί άνδρες. Ως εξιλέωση για αυτούς τους θανάτους, ο Κολούμπα διατάχθηκε να κάνει τον ίδιο αριθμό εκχριστιανισμών, όσοι ήταν οι άνδρες που σκοτώθηκαν στη μάχη. Επίσης υποχρεώθηκε να φύγει μακριά από την Ιρλανδία, έτσι ώστε να μην μπορεί να βλέπει την πατρίδα του.
Ταξίδεψε στη Σκωτία, όπου λέγεται ότι πρώτα κατέβηκε στο νότιο άκρο της χερσονήσου Κιντάιρ, κοντά στο Σάουθεντ. Ωστόσο, καθώς εξακολουθούσε να είναι στο οπτικό του πεδίο η πατρίδα του, μετακινήθηκε βορειότερα, πάνω στη δυτική ακτή της Σκωτίας. Το 563 ίδρυσε ένα μοναστήρι στο νησί της Αϊόνα, απέναντι από τη δυτική ακτή της Σκωτίας, το οποίο έγινε το κέντρο της ιεραποστολικού του έργου στην περιοχή.
Υπάρχουν πολλές ιστορίες για θαύματα που έκανε κατά τη διάρκεια της αποστολής του να εκχριστιανίσει τους Πίκτες, τους ανθρώπους που ζούσαν τότε στη Σκωτία. Σε μια απ’ αυτές τις ιστορίες αναφέρεται, ότι το 565 ο Άγιος συνάντησε μια ομάδα Πικτών που έθαβαν έναν άνδρα τον οποίο σκότωσε ένα τέρας στα νερά της λίμης Λοχ Νες και τον ανέστησε. Κατά μία άλλη εκδοχή λέγεται, ότι έσωσε τον άνδρα καθώς το τέρας του επιτίθονταν, απομακρύνοντας το τέρας με το σημείο του Σταυρού.
Η κύρια πηγή πληροφοριών για τη ζωή του αγίου Κολούμπα είναι «Ο Βίος του Αγίου Κολούμπα», ένας συναξαριστής από τον άγιο Άνταμναν της Αϊόνα.
Πιστεύεται ότι ο άγιος Κολούμπα είναι θαμμένος μαζί με τον άγιο Πατρίκιο και την αγία Βριγίτη του Κίλνταρε στο Ντάουνπατρικ, στην κομητεία Ντάουν, βαθιά μέσα στο φημισμένο λόφο του Ντάουν.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Ιουνίου.





Ο  ΟΣΙΟΣ  ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ  Ο  ΠΕΝΤΑΓΛΩΣΣΟΣ (+420)


Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος ἐγεννήθηκε στὴ Στριδώνα τῆς Δαλματίας, περὶ τὸ 347, ἀπὸ γονεῖς ἐναρέτους καὶ εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του Εὐσέβιος ἐφρόντισε γιὰ τὴn Χριστιανικὴ toy μόρφωση, τὶς δὲ γραμματολογικὲς σπουδές του συμπλήρωσε στὴ Ρώμη, φοιτήσας πλησίον τοῦ γραμματικοῦ Αἰλίου Δονάτου.
Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἐβαπτίσθηκε ὑπὸ τοῦ Πάπα Ρώμης Λιβερίου (352 – 366). Φύση ζωηρὴ, ὡς ἦταν, παρασύρθηκε ἀπὸ τὸν ἀκόλαστο βίο τῆς Ρωμαϊκῆς νεολαίας, παρεξέκλινε τῆς εὐθείας ὁδοῦ καὶ ἔζησε γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ στὴ διαφθορά.
Ἀφοῦ μετανόησε, ἐστράφηκε πρὸς τὴν Ἀνατολή, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη περιέκλειε στοὺς κόλπους της τὰ μεγάλα καὶ ἀκτινοβολοῦντα κέντρα τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς. Ἔτσι, περὶ τὸ 373,  διὰ τῆς Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας, μετέβη στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐδίδασκε ὁ περίφημος ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν Ἀπολλινάριος, πλησίον δὲ τῆς πόλεως ἀσκήτευε ὁ ἐνάρετος καθ’ ὅλα ἐρημίτης Μάλχος († 24 Νοεμβρίου).
Ἐκ τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἁγνότητος τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ βίου τούτου τόσο ἐπηρεάσθηκε ὁ Ἱερώνυμος, ὥστε μετὰ ἕνα ἔτος ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο τῆς Χαλκίδος στὴ Συρία καὶ ἐπιδόθηκε σὲ αὐστηρὸ ἀσκητικὸ βίο, θρησκευτικὲς μελέτες, ἀφοῦ ἔμαθε καὶ τὴν Ἑβραϊκή, τὴν ὁποία ἐδιδάχθηκε ἀπὸ κάποιον πρώην Ἰουδαῖο γέροντα μοναχό.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ 376, μὴ δυνάμενος νὰ ἀνεχθεῖ τοὺς ὑποκριτὲς μοναχούς, ἐπέστρεψε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐχειροτονήθηκε ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Παυλίνου Πρεσβύτερος. Τὸ 380 μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐμαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό, ἡ ἐπίδραση τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε μεγάλη ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ 382  συνόδευσε τὸν Παυλίνο καὶ μετέβη στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ συνηγορήσει ὑπὲρ αὐτοῦ στὸν Πάπα Δάμασο Α’ (366 – 384).
Ὁ Δάμασος, ἐκτιμώντας τὶς ἀκριβεῖς γνώσεις τοῦ Ἱερωνύμου περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς, τὴ βαθιὰ θεολογικὴ μόρφωση καὶ τὴν εὐρεία γλωσσομάθειά του (ἐγνώριζε τὴ Λατινική, Ἑλληνική, Ἑβραϊκή, Περσικὴ καὶ Χαλδαϊκή, ἐξ οὗ καὶ «Πεντάγλωσσος» ἀπεκαλεῖτο), τοῦ ἀνέθεσε τὴ διόρθωση τῆς «Ἰτάλας», τῆς Λατινικῆς δηλαδὴ μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Πάπα, τὰ σπάνια προσόντα μὲ τὰ ὁποία ἐκοσμεῖτο, εἵλκυσαν γύρω τους πολλοὺς μαθητὲς καὶ μάλιστα ἀπὸ τὶς εὐγενεῖς οἰκογένειες τῆς Ρώμης. Μεταξύ τους συγκαταλέγονταν καὶ γυναῖκες καὶ παρθένοι, μορφωμένες καὶ ἐνάρετοι, ἀσχολούμενες μετὰ θερμοῦ ζήλου μὲ τὶς θρησκευτικὲς μελέτες καὶ κατεχόμενες ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς μοναχικῆς ζωῆς, σημαντικώτερες τῶν ὁποίων ἦσαν ἡ Μαρκέλλα, ἡ Μελανία καὶ ἡ χήρα Παύλα, μετὰ τῆς θυγατρός της Εὐστοχίας. Χάρη τῶν μαθητῶν καὶ μαθητριῶν του ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος συνέγραψε ἀρκετὰ ἀσκητικὰ συγγράματα, ἑρμηνεῖες βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ δύσκολων χωρίων αὐτῆς.
Τὸ 384, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Πάπα Δαμάσου, ἐγκατέλειψε τὴ Ρώμη συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ του Παυλινιανοῦ, τοῦ Πρεσβυτέρου Βικεντίου καὶ ἄλλων παρθένων. Ἀφοῦ περιῆλθε μαζί τους τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ τὰ ἀσκητικὰ κέντρα τῆς Νιτρίας καὶ Θηβαΐδος τῆς Αἰγύπτου, μετέβη στὴ Βηθλεέμ, ὅπου, ἀφοῦ ἵδρυσε δύο μοναστήρια - ἕνα γυναικεῖο γιὰ τὴν Παύλα καὶ τὶς μοναχὲς ποὺ ἦσαν μαζί της καὶ ἕνα ἀνδρικό - ἐγκαταστάθηκε σὲ αὐτὸ, στὸ ὁποῖο παρέμεινε ἐπὶ 34 χρόνια μελετώντας καὶ συγγράφοντας. Ἐκεῖ συνέγραψε τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἔργα του καὶ τὴν περίφημη «Βουλγάτα», δηλαδὴ νέα ἐντελῶς μετάφραση τῆς Ἁγίας Γραφῆς στὴ Λατινική, ἐκ τοῦ Ἑβραϊκοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.
Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ὁσίου Ἱερωνύμου, εὐρὺ καὶ ποικίλο, δικαίως τὸν κατατάσσει μεταξὺ τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 420, σὲ ἡλικία ἐνενήντα ἐτῶν καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονή του. Ἀργότερα, κατὰ τὸ 14ο αἰώνα, τὰ ἱερὰ αὐτοῦ Λείψανα μετακομίσθηκαν στὴ Ρώμη καὶ ἐναπετέθησαν στὸ ναὸ τῆς Santa Maria Maggiore.



Από τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη.

 Ιερώνυμον τον μέγαν τεθνηκότα, Mέγας μένει στέφανος ουκ απεικότως.

1. O Όσιος ούτος Iερώνυμος εστάθη σύγχρονος με τον Μέγαν Θεολόγον Γρηγόριον, του οποίου και μαθητής εχρημάτισεν εν έτει τν΄ [350]. Ήτον δε έμπειρος τριών γλωσσών, ως μαρτυρεί ο Ιερός Aυγουστίνος (Ελληνικής, Εβραϊκής και Λατινικής). Όθεν, της μεν Παλαιάς Γραφής μερικάς Bίβλους, εκ της Εβραϊκής εις την Λατινίδα μεθερμήνευσε. Tην δε Kαινήν, εις μερικά μόνον μέρη επεδιώρθωσε. Kαλείται δε η εκ της Ελληνίδος εις την Λατινίδα μεθερμήνευσις αυτού Bουλγάτα. Oύτος ο Πατήρ ησύχαζεν ασκητικώς εις τα Iεροσόλυμα, εν τη αγία Bηθλεέμ. Όταν δε εγήρασεν, ανέγνωσε τα συγγράμματα, οπού εποίησεν εν τη νεότητί του, και έλεγεν: «Aισχύνομαι γέρων ων, οράν όσα συνέγραψα νέος». Έλεγε δε τούτο, ως λαβών εν γήρατι γνώσιν ακριβεστέραν των πραγμάτων.
O δε Δοσίθεος λέγει περί αυτού, ότι ήτον κατά το γένος Δαλμάτης, ήτοι Σκλαβούνος. Eπήγε δε και εκατοίκησεν εις την Bηθλεέμ. Όθεν εκεί συνέγραψεν, εκεί ασκήτευσεν. Eκεί εθεολόγησεν, εκεί εκοιμήθη. Διό σφάλλουσιν, όσοι λέγουσιν αυτόν Διδάσκαλον Δυτικόν. Kαι αγκαλά η Eκκλησία ου διακρίνη κατά την ευσέβειαν Iουδαίον, Σκύθην, Έλληνα ή βάρβαρον, ούτε Aνατολικούς και Δυτικούς Διδασκάλους, αλλ’ απλώς έχει πάντας Aγίους Πατέρας και Διδασκάλους. Όταν όμως διηγήται τους τόπους των Aγίων, τότε ο Iερώνυμος Aνατολικός μάλλον πρέπει να ονομασθή και Iεροσολυμίτης, πάρεξ Δυτικός. Kαθώς και ο Aυγουστίνος Aφρικανός εστι και ουχί Δυτικός ή Δυτικών Άγιος. Ήτον δε ο Iερώνυμος πέντε γλωσσών ειδήμων. Όθεν και πεντάγλωσσος ωνομάσθη. Kοντά γαρ εις την Εβραϊκήν, Λατινικήν και Ελληνικήν, ήξευρε και την γλώσσαν των Xαλδαίων και των Περσών. Ζήσας δε χρόνους ενενηνταεπτά, εκοιμήθη και ετάφη εις την Aγίαν Bηθλεέμ, ως γράφει ο Mαρκελλίνος εις το χρονικόν του. Aρκεί δε εις έπαινον αυτού το λόγιον του Kασσιανού λέγοντος: «Όντως Iερώνυμος των Oρθοδόξων ο Kαθηγητής, ου τα συγγράμματα λάμπουσιν, ως θεϊκαί λαμπάδες αναμμέναι, και φέγγουσιν, ως ηλιακαί ακτίνες, από της Aνατολής έως εις την Δύσιν». O δε Δοσίθεος Άγιον ονομάζει αυτόν. (Kαι όρα σελ. 254 και 255 της Δωδεκαβίβλου.)
Σημειούμεν δε και τούτο ενταύθα ως άξιον ειδήσεως, ότι ο θείος ούτος Iερώνυμος, ήτον άκρος φίλος με τον Άγιον Aυγουστίνον. Eπειδή δε ο θείος Aυγουστίνος απεφάσισε να γράψη το περί «Πόλεως Θεού» βιβλίον, διά τούτο ηθέλησε να γράψη εις Παλαιστίνην προς τούτον τον Άγιον Iερώνυμον και να τον ερωτήση ποίαν γνώμην είχε περί της μακαριότητος της Oυρανίου εκείνης πόλεως του Θεού. Όμως έως ου να στείλη το γράμμα προς αυτόν, εσυνέβη να τελευτήση ο θείος ούτος Iερώνυμος. Tότε αυτός εφάνη κατ’ όναρ εις τον Ιερόν Aυγουστίνον και τω είπε ταύτα τα λόγια. "Bλέπε, ημπορείς ποτέ να αριθμήσης τους αστέρας του ουρανού ή τας ρανίδας της θαλάσσης; Ὀχι βέβαια. Ήξευρε λοιπόν, πως τούτο είναι πλέον ευκολώτερον, παρά το να διηγηθή τινας την μακαριότητα της Oυρανίου πόλεως του Θεού και του Παραδείσου την δόξαν. Tόσον γαρ είναι αύτη υπερβολική και ακατάληπτος, εις τρόπον οπού, εάν εγώ μετά θάνατον δεν έβλεπα ταύτην, βέβαια δεν το επίστευα ποτέ. Tόσον δε απέχει η πραγματική δόξα αύτη και μακαριότης του Παραδείσου, από εκείνην οπού εγώ εφανταζόμην ακόμη ζωντανός ώντας, ώστε οπού, απείρως και ασυγκρίτως αύτη είναι μεγαλυτέρα και θαυμασιωτέρα από εκείνην (παρά τω Πολιτικώ Θεάτρω, σελ. 317).

Σοφία καὶ χάριτι κεκοσμημένος λαμπρῶς, ὁσίως ἐβίωσας, ἐν ἐγκρατείᾳ πολλῇ, σοφὲ Ἱερώνυμε• ὅθεν τῆς τοῦ Σωτῆρος, Ἐκκλησίας ἐδείχθης, πάμφωτος λύχνος, Πάτερ, ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι• καὶ νῦν Χριστὸν δυσώπησον, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σέ.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν σοφίαν τιμήσας Ἱερώνυμε Ὅσιε, παρ’ αὐτῆς ἐτιμήθης οὐρανίοις χαρίσμασι καὶ γέγονας φωστὴρ περιφανής, βιώσας ὥσπερ Ἄγγελος ἐν γῇ• διὰ τοῦτο σοῦ τὴν μνήμην τὴν ἱεράν, τελοῦμεν ἀνακράζοντες• δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, χάριν ἡμῖν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β´. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν εὐκλεῆ, τῶν ἀρετῶν διδάσκαλον καὶ μυστικήν τῆς εὐσέβειας σάλπιγγα, Ἱερώνυμον τὸν μέγιστον, μελωδικὼς ἀνευφημήσωμεν, ἐν κόσμῳ γὰρ ὁσίως πεπολίτευται καὶ μύστης τῆς σοφίας ὤφθη ἔνθεος, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἔλλαμψιν.

Κάθισμα. Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος τῇ ἐπιπνοίᾳ, γλῶσσαν ἔνθεον καταπλουτήσας, μυστογράφος ἐδείχθης τῆς χάριτος, τὴν τῶν Γραφῶν σαφηνίζων ἀκρίβειαν καὶ ἀρετῶν ἀναπτύσσων τὴν ἔλλαμψιν, ὅθεν πρέσβευε, θεόσοφε Ἱερώνυμε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Οἶκος
Σοφίαν ἐκ νεότητος ποθήσας καὶ ταύτην ὁλοτρόπως ἐκζητήσας, τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἀγαθῶν, ὡς σφαλλομένων νουνεχώς, ἐμίσησας τὴν σχέσιν καὶ τὸν ζυγὸν τοῦ Σωτῆρος ἄρας, ἀσκητικῆς ζωῆς πρὸς τελειότητα ἔδραμες, ἀπαρνησάμενος σαυτόν καὶ ἅπαν φρόνημα σαρκός, νεκρώσας Θεοφόρε ἐντεῦθεν τῇ πρὸς Θεὸν μυστικὴ ἑνώσει, ἐν μετοχῇ θείᾳ ἐθεώθης καὶ τῆς σοφίας τὸν δοτῆρα ἐθεράπευσας, τὸν δόντα σοι λόγον σοφίας καὶ γνώσεως• δι’ ὅ, σοφὲ Ἱερώνυμε, μοναστῶν ὑποφήτης καὶ ἀλείπτης γέγονας καὶ Ἐκκλησίας λύχνος ἀείφωτος, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἔλλαμψιν.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ἐνάρετου βίου εἰκών, καὶ τοῦ Παρακλήτου, ἐνδιαίτημα ἱερὸν χαίροις συνωνύμων, τῶν σῶν προστάτης θεῖος, καὶ πρέσβυς πρὸς τὸν Κτίστην, ὦ Ἱερώνυμε.



 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Ο  ΟΣΙΟΣ  ΚΕΒΙΝΟΣ  ΤΗΣ  ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ (+ 618)

          
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”.

          Ο όσιος Κεβίνος καταγόταν από Ιρλανδική οικογένεια βασιλικής γενιάς. Η γέννησή του αναγγέλθηκε από έναν Άγγελο στην μητέρα του (περί τό 498) <Έξ ου και τό όνομα του: «καλογεννημένος» (Coemgen).> και μετά την βάπτισή του ανατέθηκε η μόρφωσή του στους άγιους μοναχούς της Μονής του Κιλλνάμαναγκ. Αφού χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος αποσύρθηκε σε τόπο έρημο καλούμενο Γκλεντάλω («Κοιλάδα των δύο λιμνών»), νότια του Δουβλίνου. Ξεχασμένος από τον κόσμο, διήγε εκεί βιοτή αφιερωμένη καθ’ ολοκληρίαν στον Θεό, ενδεδυμένος μηλωτή και τρεφόμενος μόνο με τσουκνίδες και ξυνήθρες, περνώντας ολόκληρες νύχτες στο παγωμένο νερό της λίμνης, όπου είχε την φωλιά του ένα τέρας, απαγγέλλοντας το Ψαλτήριο. Αναφέρεται ότι παρέμεινε επτά χρόνια όρθιος, με τά χέρια υψωμένα σε σχήμα σταυρού, δίχως να κλείσει μάτι. Ένα πουλί έκτισε την φωλιά του στην χούφτα του και ο Άγιος δεν χαμήλωσε τα χέρια παρά μόνο αφού βγήκαν από το αυγό και μπόρεσαν να πετάξουν οι νεοσσοί. Με παρόμοιους αγώνες απέκτησε τόσην εύνοια παρά τω Θεώ, ώστε οι Άγγελοι έδειχναν να συνοδεύουν την προσευχή του, ενώ τα δένδρα έκλιναν τους κλώνους τους στο πέρασμά του.
          Σύντομα συγκεντρώθηκαν μαθητές κοντά του για να μιμηθούν την ουράνια πολιτεία του. Καθώς δεν είχαν άλλη μέριμνα πέραν της εγκαρτερήσεώς τους στην προσευχή, ο Κύριος φρόντιζε για τις ανάγκες τους και μία ενυδρίδα τούς έφερνε καθημερινά έναν φρέσκο σολομό. Όταν όμως ένας από τους μοναχούς έβαλε κατά νού να σκοτώσει το ζώο για το ωραίο τρίχωμά του, η ενυδρίδα έγινε άφαντη. Ο Άγιος εγκατέστησε αργότερα την αδελφότητα λίγο πιο μακριά και η μονή έγινε κέντρο μιας πραγματικής μοναχικής πολιτείας, όπου λέγεται ότι συγκεντρώθηκαν χιλιάδες μοναχοί, οι οποίοι συνέβαλαν τα μέγιστα στην πρόοδο του Χριστιανισμού της ανατολικής Ιρλανδίας. Επιστρέφοντας από προσκύνημα στην Ρώμη, ο άγιος Κεβίνος έφερε μαζί του πολλά ιερά λείψανα, τα οποία χάρις στην μεσιτεία του επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων. Μετά από πολλά χρόνια πνευματικής καθοδήγησης των μαθητών του και του λαού εκοιμήθη εν ειρήνη σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών (περί το 618). 
          Ο όσιος Κεβίνος τιμήθηκε εν συνεχεία μεταξύ των μεγαλύτερων αγίων της Ιρλανδίας: Πατρικίου [17 Μάρτ.], Βριγίδης [1 Φεβρ.], και Κολόμβα [9 Ιουν.], ενώ η μονή του κατέστη ένας από τους τέσσερεις σπουδαιότερους τόπους προσκυνήματος της Ιρλανδίας.