Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

ΟΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΗΣ ΣΚΙΑΘΟΥ


Ἀρχιμ. Νεκταρίου Πέττα

Ὁ Ὅσιος καί Θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Διονύσιος, τοὐπίκλην Ἐπιφανιάδης, ὁ νεοφανής ἀσκητὴς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἕνας ἄγνωστος Ἅγιος πού γιά πρώτη φορά ἔρχεται ἐν γνώσει τοῦ Ὀρθοδόξου εὐλαβοῦς πληρώματος ἀπό τό Ἰνστιτοῦτο «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος», μέσα ἀπό τίς μεγάλες ἐπιστημονικές ἐκδηλώσεις πού ὀργανώνει τό ἡμέτερο Ἰνστιτοῦτο. Ἡ προβολή τοῦ Ὁσίου πραγματοποιεῖται κυρίως ἀπό τήν ἔκδοση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, πού περιλαμβάνει τήν Ἀκολουθία, ἀλλά καί τόν ἐγκωμιαστικό Λόγο τοῦ ἀρχιμ. Νεκταρίου Ν. Πέττα, ἐπ' εὐκαιρίᾳ τῆς δωρεᾶς τεμαχίου ἐκ τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός Διονυσίου τοῦ ἐν Σκιάθῳ, στόν ἐν Ἐμπορείῳ τῆς Θήρας Ναό Εὐαγγελιστρίας, κατά τήν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους ΒΘ'.
Τό πόνημα αὐτό ἐκδίδεται προνοίᾳ καί ἀναλώμασι τοῦ ἀνωτέρου Ἰνστιτούτου. Ἡ ὄψιμη θαυμαστή εὕρεση τοῦ σεπτοῦ σκηνώματος καί ἡ ἐναπόθεση τῆς τιμίας Κάρας του καί τῶν λοιπῶν λειψάνων του σέ εὔκοσμες λάρνακες, εἶναι μία ἐπιπλέον ἀφορμή τῆς εὐλαβείας τοῦ Ὁσίου ἀπό ἐμᾶς.
Ἡ ἁγία ἠμῶν Ἐκκλησία «ἐν ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς» τιμᾶ καί γεραίρει τή μνήμη τῶν Ἁγίων Της, οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν μέ τά ἔργα τῆς ὁμολογίας ἡ τοῦ μαρτυρίου τους, ὅπως ὁ ὅσιος Δοινύσιος ὁ Νέος. Τὴν ἔλλειψη Ἀκολουθίας τοῦ ὁσίου Διονυσίου στὴ μνήμη του ἦλθε νὰ καλύψει ὁ ὑμνογραφικὸς κάλαμος τοῦ Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, Καθηγητοῦ Χαραλάμπους Μπούσια, τόν ὁποίον ἐγκαρδίως εὐχαριστούμε.

Σύντομο βιογραφικό του ὁσίου Διονυσίου τοῦ Νέου
Ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος Πατὴρ ἡμῶν Διονύσιος, τοὐπίκλην Ἐπιφανιάδης, ὁ νεοφανὴς ἀσκητὴς τῆς Σκιάθου, ἐγεννήθη ἐν τῆ δασυσκίῳ αὐτῇ νήσῳ τῶν Βορείων Σποράδων ἐν ἔτει 1802, κατὰ τὴν λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Γόνος τοῦ Βοεβόδα τῆς Σκιάθου Ἐπιφανίου Δημητριάδη ἐν τῷ ἱερῷ Βαπτίσματι ἔλαβε τὴν κλῆσιν Δημήτριος. Ἐχρημάτισε διδάσκαλος τῶν Σκιαθίων παίδων καὶ συνέστησεν Ἑλληνικὸν Σχολεῖον ἐν Ναούσῃ Πάρου, ἔνθα ἦλθεν ὑπαντῆσαι τῷ σοφῷ διδασκάλῳ Ἠλίᾳ Γεωργιάδῃ καὶ λαβεῖν τὸ Μέγα Ἀγγελικὸν Σχῆμα ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ὁσιωτάτου Ἱεροκήρυκος Κυρίλλου Παπαδοπούλου. Ἐλθὼν εἰς Ἅγιον Ὄρος ἐχειροτονήθη Ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Εἰς Κωνσταντινούπολιν εἶτα προσελήφθη ὡς σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ ΣΤ΄ καὶ ἀνέλαβε διδάσκαλος καὶ ἔφορος τοῦ Σχολείου τῆς Ξηρᾶς Κρήνης.
Ἐπανελθὼν εἰς Σκίαθον ἐχρημάτισεν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Εἰκονιστρίας, ἣν καὶ ἀνεκαίνισε μετὰ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου, τῆς ἐπονομαζομένης «τοῦ Παρθένη». Διὰ τοὺς ἐλεγκτικοὺς αὐτοῦ λόγους πρὸς τὸν τότε Βασιλέα ἐξορίσθη εἰς Ὕδραν καὶ Θήραν. Ἐν Θήρᾳ, ἔνθα ἐπὶ χρονικὸν διάστημα πλέον τοῦ ἡμίσεως ἔτους, ἔσχεν συνεξόριστον τὸν αὐτοῦ ὁμότροπον Χριστοφόρον Παναγιωτόπουλον, τοὐπίκλην Παπουλᾶκον, μεθ' οὗ ἐδίδασκον τὸν Θηραϊκὸν λαὸν πᾶσαν τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἐμμονὴν ἐν ταῖς πατρῴαις παραδόσεσι, παρέμεινεν ἀσκούμενος θεοφιλῶς, ἐπὶ δέκα περίπου ἔτη. Ἐπανακάμψας εἰς Ὕδραν ἐχρημάτισεν Ἡγούμενος ἐπ' ὀλίγον τῆς ἐκεῖσε Μονῆς τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ, ὡς καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Λιμνιονίζης. Κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Μητροπολίτου Σύρου Ἀλεξάνδρου Λυκούργου ἐλθὼν ὁ Ὅσιος Γέρων Διονύσιος εἰς Σῦρον, ἐδόμησε περίλαμπρον Μονὴν τῇ Ὁσιομάρτυρι Παρασκευῇ, ἔνθα καὶ παρέμεινε ἱερουργῶν καὶ διδάσκων τὰ πλήθη ἓξ καὶ δέξα πλήρεις ἐνιαυτούς.
Τὰ πέντε ἔσχατα ἔτη τῆς ἐπὶ γῆς βιοτῆς αὐτοῦ ἔζησεν ἐν Σκιάθῳ, ἔνθα ἐδόμησεν εὐκτήριον οἶκον παρὰ τὸ ναΐδιον τοῦ Προφήτου Ἠλιού, ἔνθα καὶ τὸ ζῆν ὁσίως καὶ ἡσύχως ἐξεμέτρησε. Ὁ Γέρων Διονύσιος διέλαμψεν ὡς φωστὴρ εὐσεβείας, χρηστοηθείας καὶ ἐλεγκτικοῦ κηρύγματος. Εἰρηνικός, εὐχόμενος, νήφων, ἱλαρὸς δότης, ἐλεήμων, φιλόξενος καὶ πλήρης Ὀρθοδόξου φρονήματος ἀνεδείχθη ἐφάμιλλος τῶν πάλαι Ὁσίων Πατέρων διὸ καὶ ἠξιώθη προορατικοῦ καὶ διορατικοῦ χαρίσματος. Ἡ θήκη τῶν τιμίων αὐτοῦ λειψάνων εὑρεθεῖσα ἄρτι θαυμαστῷ τῷ τρόπῳ ἐν τῷ ὑπὸ ἀνακαίνισιν εὐκτηρίῳ αὐτοῦ οἴκῳ ἀποθησαυρίζεται ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου. Τά λείψανα τοῦ Ὁσίου ἀνδρός ἐτοποθετήθησαν ἐντός εὐκόσμου λειψανοθήκης, μερίμνῃ καί δαπάνῃ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἱερέως Νικόλαου Ἀ. Πέττα ἐκ τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν. Ἡ ἑορτή του τελεῖται κατ' ἔτος τῇ 30ῇ Δεκεμβρίου (+ 30ῇ Δεκεμβρίου 1887).
Ἀπό τή νεκρολογία τῶν δυό ἀνιψιῶν του Ἀλεξάνδρων, δηλαδή τοῦ Παπαδιαμάντη καί τοῦ Μωραϊτίδη, γιά τόν Ὅσιο Διονύσιο ἐπιλέγονται ὁρισμένοι λόγοι τους. Ὁ Μοναχός Μωραϊτίδης χαρακτηρίζει τό θεῖο του ἔνθερμο πατριώτη καί φλογερό ζηλωτή, «πνέοντα θείου ζήλου» μορφωμένο κληρικό, τηρητή τῶν παραδόσεων, ψυχολόγο καί πεπειραμένο ἐξομολογητή καί ἀκούραστο διδάσκαλο.
Ὁ Παπαδιαμάντης στήν ἀρχή τῆς νεκρολογίας του σημειώνει: «Σήμερον οἱ μονασταί ἤ οἱ ἄξιοι τοῦ ἐπαγγέλματος θύται σπανίζουν. Ὁ Διονύσιος ἦταν ἄξιος τῆς κλήσεώς του, δυνάμενος νά καυχηθῇ διά τό «εἰμί ὅ εἰμί», δηλ. ἐσέβετο τό Ἀγγελικόν Σχῆμα καί προσεπάθει νά φανῇ ἀντάξιος αὐτοῦ. Ὁ Γέροντας ἦτον ἄξιος μοναστής μή ἀμαυρώσας τόν χαρακτῆρα, οὔτε ταπεινώσας τό φρόνημα, οὔτε ἀθετήσας τά ἐπηγγελμένα. Ἐάν, λέγει, ἐγεννᾶτο πρό τοῦ Δ' αἰῶνος, θά ἦτο Μάρτυς, ἐάν μετά τόν Δ' Ὅσιος». Τελειώνοντας ὁ Παπαδιαμάντης λέγει: «Σπένδω δάκρυ θαρρετόν ἐπί τοῦ τάφου τοῦ γεραροῦ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγωνιστοῦ, οὗ ἡ μνήμη εἴη ἄφθιτος καί ἀγήρως».
Ὁ ὅσιος Γέρων Διονύσιος ὁ ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου καί φωτιστής τῆς Θήρας ἐκλάμψας τιμᾶται ὑπό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκει διά τοῦ βίου καί τῶν διδαχῶν του καί θαυματουργεῖ. Ὁ Ὅσιος ἀνήκει εἰς τήν χορείαν τῶν τοπικῶν Ἁγίων τῆς Μητροπόλεως Θήρας Ἀμοργοῦ καί Νήσων, μετά τοῦ συνοδοιπόρου του ὁσίου Πατρός Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου.
Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.





Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

EYΡΕΣΙΣ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΚΥΛΙΝΗΣ

 Πηγή: www.romfea.gr
Aνάρτησις Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, Λιτής  και  Ρεντίνης.

Μέσα σε κλίμα κατανύξεως με τη συμμετοχή πολλών Ιερέων, μοναχών και πλήθους πιστών της Μητροπόλεως μας, ετελέσθη την Τρίτη 22 Μαΐου ἐ.ἔ. στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Όσσης, αγρυπνία επί τῇ αποδόσει του Πάσχα, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ. Ιωάννου και συλλειτουργούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Θερμών κ. Δημητρίου, στην οποία ο Σεβασμιώτατος ανήγγειλε επισήμως την εύρεση των Ιερών Λειψάνων της Αγίας Ακυλίνης - Αγγελίνης.
Στην αγρυπνία  παρέστη  αντιπροσωπεία από την Ιερά Μητρόπολη Ιερισσού, αποτελουμένη από τον Πρωτοσύγκελο της Ιεράς Μητροπόλεως Πανοσ. Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Μαϊδώνη, τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο Πανοσ. Αρχιμανδρίτην π. Ιγνάτιον Ριγανάν, τον Αιδεσιμολογιώτατον Πρωτοπρεσβύτερον π. Παναγιώτην Κορκόντζηλαν, Ιερατικόν Προϊστάμενον της ενορίας Αγίου Γεωργίου Ζαγκλιβερίου, καθώς και τον Ιερομόναχον π. Μάξιμον Ιβηρίτην, ο οποίος ήταν παρών κατά την ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων της Αγίας.
Ο Σεβασμιώτατος στην ομιλία του εμφανώς συγκινημένος, αναφέρθηκε αρχικώς στο Συναξάριο και αφηγήθηκε το χρονικό της ευρέσεως των Ιερών Λειψάνων της Αγίας Νεομάρτυρος Αγγελίνης ή Ακυλίνης, υπογραμμίζοντας όλα εκείνα τα θαυμαστά γεγονότα που ακολούθησαν και συμβάλλουν στην πιστοποίηση των Λειψάνων.
Εν συνεχείᾳ, αναφέρθηκε στα μηνύματα του μαρτυρίου της Αγίας, η οποία με τη ζώσα παρουσία της μας καλεί να μένουμε σταθεροί στην Ορθόδοξη Πίστη και να δίδουμε Ομολογία Πίστεως μέσα από τη συμμετοχή μας στην ζωή της Αγίας μας Εκκλησίας.
Η πάνσοφη Πρόνοια του Θεού, όπως χαρακτηριστικώς τόνισε ο Σεβασμιώτατος, επέλεξε αυτή τη στιγμή για να μας εμφανίσει τη ζωντανή χάρη Του μέσῳ της Αγίας Νεομάρτυρος Ακυλίνης-Αγγελίνης και να ενδυναμώσει την πίστη μας.
Κλείνοντας την ομιλία του υπενθύμισε την ευχή που είχε κάνει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ. Νικόδημος, την τελευταία φορά που είχε ιερουργήσει στον Ιερά Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών και είχε εκφράσει την επιθυμία και την παράκληση του προς την Αγία να βρεθούν τα Λείψανά της, όπως ευρέθησαν προσφάτως και της Αγίας Κυράννης
Κατόπιν, ομίλησε ο Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Αρχιμ. Χρυσόστομος Μαϊδώνης, ο οποίος στο λόγο του αναφέρθηκε στο όνειρο και την επιθυμία όλων των γενεών των κατοίκων του Ζαγκλιβερίου, να ευρεθούν τα Λείψανα της Αγίας.
Οι Ζαγκλιβερινοί από το 1764 προσηύχοντο να βρεθούν τα Λείψανα της Αγίας. Ήταν, όπως σημείωσε, η προσευχή του Δεσπότη μας ο οποίος ίδρυσε την ενορία και έχτισε τον Ναό της Αγίας στο Ζαγκλιβέρι. Τώρα, όπως τόνισε, στην ώρα της δοκιμασίας της υγείας του Σεβασμιωτάτου Ιερισσού, εμφανίστηκε η Αγία και του έδωσε αυτή τη χαρά.
Επίσης, στη συνέχεια του λόγου του ανέφερε πως ότι συνέβη εδώ συνέβη και στη Μυτιλήνη με την εμφάνιση του Αγίου Ραφαήλ. Βέβαια, εκεί δεν γνωρίζαμε τίποτα, ούτε βιογραφικά, ούτε ιστορικά, αλλά βάσει αποκαλύψεων τα μάθαμε όλα, σε αντίθεση με τα Ιερά λείψανα της Αγίας της οποίας γνωρίζαμε το βίο της.
Τέλος, ο Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού σημείωσε πως μέχρι σήμερα είχαν γίνει πολλές έρευνες προκειμένου να βρεθούν τα Λείψανα της Αγίας. Μάλιστα, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, υπήρχαν οχτώ περιπτώσεις πιθανών σημείων τα οποία είχαν υποδειχθεί από διάφορους ως μέρη ενταφιασμού της Αγίας, τα οποία σημεία ερευνήθηκαν χωρίς αποτέλεσμα. Αντιθέτως, όμως εδώ στην Όσσα, έξωθεν του Ιερού Βήματος του Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών αποκαλύφθηκε η ίδια η Αγία και υπόδειξε το μέρος.
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ομίλησε ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης και Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού π. Ιγνάτιος Ριγανάς, ο οποίος μετέφερε με τη σειρά του τον εόρτιο Πασχάλιο ασπασμό καθώς και τα συγχαρητήρια του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ.κ. Νικοδήμου προς τον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας.
Κατόπιν, αναφέρθηκε στο μεγάλο γεγονός που βιώνουμε απόψε, την κατάθεση δηλαδή του Ιερού Λειψάνου της Αγίας Ακυλίνης-Αγγελίνης, όπως πιθανόν ήταν το όνομά της και ίσως για λόγους απλοποιήσεως να το έκανε επί το Ελληνικώτερων ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης Ακυλίνα, μία τάση που συνηθίζουν να έχουν στην περιοχή της Χαλκιδικής. Το ίδιο, άλλωστε, συνέβη και με την περιοχή Μπάρι της Ιταλίας, όπου μετεκομίσθησαν τα Λείψανα του Αγίου Νικολάου και την είχε καταγράψει ως Πάρος, για να γίνει το τοπωνύμιο κατανοητό. Για τις σημαντικές και άκρως ενδιαφέρουσες αυτές πληροφορίες ο Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε θερμώς τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο Ιερισσού π. Ιγνάτιο Ριγανά.





Τρίτη 22 Μαΐου 2012

ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ


Πραγματοποιήθηκε τὸ Σάββατο 19 Μαΐου 2012 ἀπὸ τὶς 16:00 τὸ ἀπόγευμα ἕως τὶς 21:30 τὸ βράδυ, ἡ Ἡμερίδα τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν μέ θέμα «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ;» στὴν αἴθουσα Ἐκδηλώσεων τοῦ Πολεμικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία καλύφθηκε ραδιοφωνικά (91.2 FM), ἀλλά καί τηλεοπτικά (Web-TV) ἀπό τήν Πειραϊκή Ἐκκλησία, τήν ὁποία καί εὐχαριστοῦμε θερμά (καθώς καί τήν ΑΧΕΛΩΟΣ TV).
Ἡ ἐκδήλωση ξεκίνησε ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη» ἀπό ὅλους τους παρόντας. Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος, Ἱδρυτικό μέλος τῆς Ε.Π.Μ. παρουσίασε τό θέμα τῆς ἡμερίδος «μέ ἀφορμή μία ἀκόμα κρίση παράλληλα μέ τήν οἰκονομική», ἕνα «ὀργανωμένο χτύπημα κατά τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν». Στήν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε ὅλους ὅσους συνέβαλαν στήν διοργάνωση τῆς παρούσης, ἡ Βυζαντινή χορωδία «Ἐν ψαλτηρίῳ» ἔψαλλε ἐπίκαιρους Βυζαντινούς ὕμνους. Τέλος, μέ σύντομο χαιρετισμό του πρός τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Χρῆστο Κυριακόπουλο, ἐκπρόσωπο τοῦ Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καὶ Ὠρωποῦ κ. Κυρίλλου, τούς σεβαστούς πατέρες, τούς συνομιλητές, καί ὅλους ὅσους προσῆλθαν, ἀνακοίνωσε τήν ἔναρξη τῆς Ἡμερίδος.
Πρός διευκόλυνση τῆς θεματικῆς κάλυψης τῆς Ἡμερίδας, οἱ εἰσηγήσεις τῶν ὁμιλητῶν παρουσιάστηκαν σέ δυό συνεδρίες. Οἱ εἰσηγήσεις παρουσιάστηκαν μέ λίγο διαφορετική σειρά ἀπό τήν προγραμματισθεῖσα γιά πρακτικούς λόγους, ὄπως ἀναφέρουμε στήν συνέχεια.

1η ΣΥΝΕΔΡΙΑ:
Πρόεδρος-Συντονιστής: Πρωτοπρ. π. Ἰωάννης Φωτόπουλος.
Ἔναρξη—Χαιρετισμοί.
Βυζαντινή χορωδία «Ἐν ψαλτηρίῳ».
Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, Διδάκτωρ θεολογίας & φιλοσοφίας, Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν: «Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί ἡ ἀστασίαστη θέση του στήν ἐθνική μας Παιδεία».
Χαιρετισμός Προέδρου τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων, κ. Ἠλία Φραγκόπουλου.
κ. Ἡρακλῆς Ρεράκης, Καθηγητής Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ:«Πολυπολιτισμικότητα καί Πολυθρησκευτικότητα: Τό νέο μεταπατερικό μοντέλο σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς».
κ. Ἑλένη Βασσάλου, Καθηγήτρια Θεολόγος: «Ριζικές μεταρρυθμίσεις στή θρησκευτική ἀγωγή ἀπό τό Ὑπουργεῖο Παιδείας".
Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος, Φιλόλογος - Θεολόγος, Ἱδρυτικό μέλος τῆς Ε.Π.Μ., «Ποιά ἡ προσωπικότητα τοῦ μαχίμου Θεολόγου Καθηγητοῦ στήν ἐκπαίδευση».
Παρέμβαση Ἀναστάσιου Μαρίνου, Ἀντιπροέδρου τοῦ ΣτΈ ἔ.τ. «Φάσεις τῆς πολεμικῆς πού ἀσκήθηκε σέ βάρος τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος τά τελευταῖα χρόνια».

- Διάλειμμα -

2η ΣΥΝΕΔΡΙΑ:
Πρόεδρος-Συντονιστής: Πρωτοπρ. π. Ἀντώνιος Μπουσδέκης.
κ. Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος, «Tό κακό θά μᾶς ἔρθει ἀπό τούς διαβασμένους. Θά βγοῦν πράγματα ἀπό τό Σχολεῖο πού ὁ νοῦς σας δέν φαντάζεται» (ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός).
Πρωτοπρ. π. Λάμπρος Φωτόπουλος, Θεολόγος Νομικός, Mr.Κανονικοῦ Δικαίου, τέως Δικηγόρος παρ᾽Αρείῳ Πάγῳ: «Παιδεία καί ἐλευθερία κατά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ».
Γεώργιος Ἠλ. Κρίππας, Καθηγητής Ἐλευθ. Πανεπιστημίου, Διδάκτωρ Συνταγματικοῦ Δικαίου, «Ἡ κατοχύρωση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν».
κ. Χρῆστος Παπασωτηρίου, Δικηγόρος παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἱδρυτικό μέλος τῆς Ε.Π.Μ.: «Τό συνταγματικό δικαίωμα τῶν Ἑλλήνων γονέων γιά τή Χριστιανική ἀγωγή τῶν Ἑλληνοπαίδων».
Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Εὐθυμίου, Ἐπίκουρος Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν: «Ποιμαντική ἀποστολή τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν ἐκπαίδευση».
π. Ἰωάννης Φωτόπουλος, Νομικός - Θεολόγος, Ἱδρυτικό μέλος τῆς Ε.Π.Μ.: «Μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς Θεολογικές μας Σχολές – Τρόποι διακριτικῶν ἀντιδράσεων».

Ἐρωτήσεις - Συζήτηση, Ἀνάγνωση πορισμάτων.

Ἐθνικός Ὕμνος.



Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


104 Aγίους είχε ανακηρύξει, μέχρι το 2011, η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ανάμεσά τους είναι Πατριάρχες και Eπίσκοποι (όπως ο Κλήμης της Αχρίδας, οι Ευθύμιος και Ιωακείμ του Τυρνόβου), Όσιοι φωτιστές και ασκητές (όπως ο Ναούμ της Αχρίδας και ο Ιωάννης της Ρίλας), 4 Μονάρχες  (ο Πρίγκιπας Μπογιάν- Ενραβωτά, ο Ηγεμόνας Μπορίς Α', ο Τσάρος Πέτρος και ο Πρίγκιπας Ιωάννης-Βλαδίμηρος), 3 στρατιωτικοί και 87 Μάρτυρες. Ύστερα από τις τελευταίες δυο αγιοποιήσεις (του Παϊσίου του Χιλανδαρινού, το 1962, και του Σωφρονίου της Βράτσας, δυο χρόνια αργότερα), επί της πατριαρχείας του Κυρίλλου, η Βουλγαρική Εκκλησία δεν έχει προβεί σε άλλη ανακήρυξη Αγίου.
Στις αρχές του 2011, η Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρικής Εκκλησίας αποφάσισε ομόφωνα να κατατάξει στις δέλτους του Αγιολογίου της, χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά που σκοτώθηκαν στο Μπατάκ της νότιας Βουλγαρίας, από τους Βασιβουζούκους, κατά την πάταξη της εξέγερσης του Απριλίου του 1876.
Το Μπατάκ, ορεινό κεφαλοχώρι στις βόρειες πλαγιές της οροσειράς της Ροδόπης, υπήρξε ένα από τα χωριά που πήραν τα όπλα κατά την εξέγερση και το οποίο, σύμφωνα με το σχέδιο των επαναστατών, έπρεπε να λειτουργήσει ως τόπος συγκέντρωσης των εξεγερθέντων της ευρύτερης περιοχής. Το επαναστατικό κίνημα, που είχε ως στόχο την απελευθέρωση της Βουλγαρίας από την Οθωμανική κυριαρχία, πλημμελώς οργανωμένο και χωρίς να καταφέρει να προκαλέσει τη μαζική κινητοποίηση του Βουλγαρικού αγροτικού πληθυσμού, περιορίστηκε γρήγορα σε κάποιες ορεινές κυρίως εστίες και καταπνίγηκε από τα τακτικά και άτακτα Οθωμανικά στρατεύματα.
Συγκεκριμένα, στο Μπατάκ οι Τούρκοι κατέπνιξαν την εξέγερση και σκότωσαν τις 5.000 από τις 6.000 -  7.000 Χριστιανούς  κατοίκους του χωριού που, για να προστατευθούν από τους Βασιβουζούκους, κλείστηκαν στον ενοριακό ναό της Αγίας Κυριακής.
Στις 3 Απριλίου 2011, στον Καθεδρικό Ναό του αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στην πρωτεύουσα, έλαβε χώρα η επίσημη τελετή της αγιοποίησης, της οποίας προέστη ο Αγιώτατος Πατριάρχης Σόφιας και πάσης Βουλγαρίας, κ. Μάξιμος. Αγιοποιήθηκαν, επίσης, δύο Ιερείς και οκτώ μοναχές από το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος, στο χωριό Νόβο Σέλο, σήμερα πόλη Απρίλτσι της βόρειας Βουλγαρίας, που επίσης σκοτώθηκαν από τους Τούρκους, κατά την αιματηρή πάταξη της εξέγερσης του Απριλίου.
Η Ακολουθία των νέων αυτών Αγίων είναι έργο του Υμνογράφου κ. Αργύρη Μάλτσεφ. Με βάση τα ιστορικά στοιχεία συνέταξε και τα συναξάρια τους. Τις εικόνες τους αγιογράφησε ο ζωγράφος Μιροσλάβ Ασένοφ, ο οποίος βασίστηκε τόσο στο βίο τους, όσο και στους Ιερούς Κανόνες και την πρακτική της Εκκλησίας σε παρόμοιες εικόνες  (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων). Στη συνέχεια, η Συνοδική Επιτροπή επί της Αγιοποίησης που συγκροτήθηκε ειδικά για την περίπτωση, θεώρησε και ενέκρινε αυτά τα συναξάρια και ύμνους. Τους παραπάνω Νεομάρτυρες θα ακολουθήσουν κι άλλοι, άφησαν να εννοηθεί από την Επιτροπή.
Ειδική τελετή με νίψιμο και χρίσμα των οστέων των Μαρτύρων του Μπατάκ πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής.
Από τώρα, τα θύματα της σφαγής στο Μπατάκ και το Νόβο Σέλο θα τιμούνται ως Νεομάρτυρες. Δεν θα τελούνται πλέον Τρισάγια και Μνημόσυνα υπέρ των ψυχών τους, αλλά Ακολουθίες και Παρακλητικοί Κανόνες, ενώ οι πιστοί μπορούν να ζητούν την πρεσβεία τους. Η μνήμη των Αγίων Νεομαρτύρων που μαρτύρησαν στο Μπατάκ θα εορτάζεται κάθε χρόνο στις 17 Μαΐου, ενώ εκείνων στο Νόβο Σέλο στις 9 Μαΐου, την ημερομηνία του θανάτου τους, το 1876.
Η πρωτοβουλία για την αγιοποίηση των θυμάτων της σφαγής στο Μπατάκ ανήκει στον Μητροπολίτη Πλόβντιβ (Φιλιππουπόλεως) κ. Νικόλαο, στη Μητρόπολη του οποίου τυγχάνει η πόλη. Στην εφημερίδα "24 ώρες" ο ίδιος εξήγησε πώς εξελίχθηκε η διαδικασία της αγιοποίησης.
"Όταν ανέλαβα τα καθήκοντα του Μητροπολίτη Πλόβντιβ, έστειλα έκθεση στον Αγιώτατο Πατριάρχη κ. Μάξιμο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου για την αγιοποίηση των Μαρτύρων του Μπατάκ. Λόγω της επιθυμίας και άλλων Μητροπολιτών να ανακηρυχθούν Άγιοι άνθρωποι που στεφανώθηκαν με μαρτυρικό θάνατο, η Ιερά Σύνοδος συγκρότησε ειδική Επιτροπή επί της Αγιοποίησης, η οποία έπρεπε να μελετήσει λεπτομερώς τις εισηγήσεις πάνω στο θέμα και να προτείνει τη γνώμη της. Αν και ήθελα πολύ να ανακηρυχθούν αμέσως Άγιοι, συνειδητοποιούσα ότι τέτοια υπεύθυνη πράξη πρέπει να εγκρίνει και αποφασίσει η Ιερά Σύνοδος και όχι ο α’ ή ο β’ Μητροπολίτης. Ήμουν πεπεισμένος, ότι το άγιο Πνεύμα που κατευθύνει την Εκκλησία, θα εμπνεύσει τόσο την Ιερά Σύνοδο, όσο και όλη την κοινωνία μας, πότε είναι η πιο κατάλληλη στιγμή γι’ αυτό. Ομόφωνα η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε η αγιοποίηση των Αγίων Νεομαρτύρων του Μπατάκ και του Νόβο Σέλο να γίνει την ίδια ημέρα,  δηλαδή στις 3 Απριλίου 2011 στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στη Σόφια. Ακόμα και αν μένουμε σιωπηλοί, ο αέρας πάνω από το Μπατάκ θα κλάψει με το κλάμα των μητέρων που με γυμνά χέρια προσπαθούσαν να σκάψουν πηγάδι στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής, για να βρουν νερό για τα παιδιά τους. Ακόμη και αν κάποιος προσπαθήσει να διαγράψει όσα γράφθηκαν για το μαρτυρικό τέλος των δύο Ιερέων του Μπατάκ, Πέτρο και Νέιτσο, τα ονόματά τους είναι γραμμένα στην ουράνια Βίβλο της Ζωής, που βρίσκεται κοντά στο Θεό και την οποία θα ανοίξει την Ημέρα της Κρίσης".
Να τι είπε για την Βουλγαρική Ραδιοφωνία ο Διευθυντής του Εθνικού Εκκλησιαστικού Ιστορικού και Αρχαιολογικού Μουσείου Νικόλα Χατζίεφ: "Η απόφαση για την αγιοποίηση των θυμάτων του Νόβο Σέλο και Μπατάκ είναι μια αξιοσημείωτη πράξη. Με την πράξη αυτή όχι μόνο τιμήθηκαν ως Εθνομάρτυρες, ως Μάρτυρες της Εξέγερσης του Απρίλη, αλλά αναγνωρίστηκε ασφαλώς και ο μαρτυρικός τους θάνατος για την Ορθόδοξη Πίστη. Έχασαν τη ζωή τους υπέρ της Πίστης και Πατρίδας σε χώρους ιερούς – στο μοναστήρι του Νόβο Σέλο και την εκκλησία του Μπατάκ. Γι’ αυτό και η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία δίκαια τους κατέταξε στις δέλτους του Αγιολογίου της. Έτσι αναδεικνύεται και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας μας, ότι δηλαδή μπορεί να παράγει Αγίους".
Ας σημειώσουμε εδώ, ότι ο πρώτος Μάρτυρας Βουλγαρικής καταγωγής είναι ο γιος του Ηγεμόνα Ομουρτάγκ  Μπογιάν (Βοΐνος) - Ενραβωτά, ο οποίος σκοτώθηκε από τον αδελφό του Μαλαμίρ περί το 833 μ.Χ., γιατί δεν ήθελε να αρνηθεί τον Χριστιανισμό. Πριν εκτελεστεί, η δύναμη της πίστης τον βοήθησε να δει το μέλλον και τον εκχριστιανισμό του Βουλγαρικού λαού.
"Ολόκληρες οικογένειες σφάχτηκαν για την πίστη τους στο Χριστό, την Εκκλησία και το έθνος - συνεχίζει ο Νικόλα Χατζίεφ - Αυτοί είναι οι αληθινοί ποιμένες της Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας συμμετείχε σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας του έθνους μας. Η αγιοποίηση αυτών των Μαρτύρων έκανε και κάτι άλλο που σπάνια συμβαίνει. Την ημέρα της αγιοποίησης όλος ο λαός ενώθηκε σε αυτή την άγια πράξη. Είναι μεγάλη ευλογία για την πατρίδα και το έθνος μας. Η Πίστη έμεινε η μόνη κληρονομιά μας που δεν έχει αλλάξει ανά τους αιώνες, ως παρακαταθήκη των πατέρων μας, ως ηθική στήριξη του λαού μας. Ενώ όλα τα άλλα έχουν αλλάξει – ιδεολογίες, πολιτικά συστήματα, θεωρίες -  αλλά η Ορθόδοξη πίστη παρέμεινε αμόλυντη και αναλλοίωτη".

Σημείωσις δική  μας: Ο  όρος "αγιοποίησις"  είναι  αδόκιμος  θεολογικά, γι'  αυτό  προτιμάται  ο  όρος "διακήρυξις αγιότητος", όπως  είχε  προτείνει  ο  μακαριστός  Καθηγητής   Στυλιανός  Παπαδόπουλος. Όμως, γιά  λόγους  δεοντολογίας, δεν  τον  διορθώσαμε  στο  κείμενο.



Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Ο ΑΓ. ΜΕΓΑΛΟΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑ

 Στα χρόνια που Αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ό Διοκλητιανός, φοβερός πολέμιος του Χριστιανισμού, βλέποντας πόσο γρήγορα διαδιδόταν ή θρησκεία του Ναζωραίου, αποφάσισε να κηρύξει για μια ακόμα φορά διωγμό ένατίον των Χριστιανών. Απεσταλμένοι του μετέφεραν σε όλη την αχανή Αυτοκρατορία την επείγουσα διαταγή. Όλοι οί διοικητές, μόλις την έλαβαν, προσπάθησαν με περισσό ζήλο να την εφαρμόσουν.
Το ίδιο έγινε καί στην επαρχία της Καππαδοκίας. Από τους πρώτους Χριστιανούς πού συνελήφθησαν ήταν καί ό πατέρας του Γεωργίου, ο Γερόντιος. Ό δεκάχρονος Γεώργιος μαζί με τη μητέρα του παρακολούθησε την δίκη καί την ομολογία του πατέρα του, ότι είναι Χριστιανός καί ότι την πίστη του δεν την αλλάζει με τίποτε. Άκουσε δε τον πατέρα του να άπαντα στον Έπαρχο:
«Προτιμώ να πεθάνω για την πίστη του Χρίστου παρά να τον αρνηθώ, έστω κι αν μου προσφέρεις, όλα όσα μου έταξες».
Άκουσε ακόμα από το στόμα του Έπαρχου την απόφαση ότι καταδικάζεται σε θάνατο, διότι περιφρόνησε τους θεούς της Ρώμης. Στή συνέχεια είδε βάρβαρους στρατιώτες να τον σέρνουν στον τόπο οπού εκτελούνταν οί θανατικές καταδίκες. Εκεί μπροστά στα μάτια εκατοντάδων ειδωλολατρών που φώναζαν, είδε τον πατέρα του να παραδίδει την αγία του ψυχή στα χέρια φωτεινών Αγγέλων, οι όποιοι την μετέφεραν στο θρόνο του Θεού.
«Ό πατέρας σου, παιδάκι μου - του είπε η αγία του μητέρα - πήγε κοντά στο θρόνο του Θεού, εκεί που τόσο πολύ ποθούσε να ζήσει. Εμείς μπορεί να μην τον βλέπουμε, αλλά αυτός όμως είναι κοντά μας καί μας φυλάγει από κάθε κακό. Το σπίτι μας απέκτησε έναν μεγάλο καί ισχυρό προστάτη. Μακάρι να μας αξιώσει ό Θεός να ομολογήσουμε την πίστη μας καί να προσφέρουμε τη ζωή μας θυσία σ' Αυτόν. Δεν πρέπει, παιδί μου, να λυπάσαι. γιατί έχασες τον πατέρα σου, μια μέρα καί πάλι θα συναντηθούμε. Εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε, όπως γνωρίζεις, ότι έχουμε ψυχή αθάνατη καί ότι κάποια μέρα θα αναστηθούμε καί θα ζοϋμε ατελεύτητα κοντά στο θρόνο του Θεού».
H μητέρα του Αγίου όλες αυτές τίς ήμερες πού βασανιζόταν (o άγ. Γεώργιος), προσπαθούσε όχι μόνο να τον ενδυναμώνει, να του δίνει θάρρος καί να του υπενθυμίζει τον Παράδεισο πού θα κερδίσει, αν μείνει σταθερός στην πίστη του, αλλά προσευχόταν, νήστευε καί καθημερινά του πήγαινε τα Άχραντα Μυστήρια. Μια μέρα τη συνάντησε στη φυλακή ό Διοκλητιανός. Όταν την είδε να είναι κοντά στο Γεώργιο καί να μιλά μαζί του, την ρώτησε: «Ποιά είσαι συ πού μιλάς με το στρατιώτη;»
Ή μητέρα του Μάρτυρα με θάρρος του άπαντα: «Με λένε Πολυχρόνια καί είμαι Χριστιανή, όπως κι ό γιος μου, πού τόσες μέρες τώρα τον βασανίζεις. Να ξέρεις Βασιλιά ότι με όσα υποφέρει του ετοιμάζεις στεφάνι αμάραντο στον ουρανό καί μια θέση αξιοζήλευτη κοντά στο θρόνο του Θεού».
Όταν ακούσε τα παραπάνω ό Διοκλητιανός, της λέγει: «Εσύ τον δίδαξες να μη σέβεται τους αθάνατους καί δοξασμένους Θεούς μας; Εσύ τον συμβουλεύεις να  σέβεται τον Χριστό;"
Η του Χριστού αθλήτρια του απαντά άφοβα: «Μάθε, Βασιλιά, ότι εμείς γεννηθήκαμε Χριστιανοί. Την πίστη στο Χριστό μας την δίδαξαν οι γονείς μας. Ό Θεός μας πού είναι καί ό μόνος αληθινός καί παντοδύναμος, ποτέ δεν μας αρνήθηκε ό,τι κι αν του ζητήσαμε, γι' αυτό κι εμείς δεν θα τον αρνηθούμε ποτέ. Μύρια βασανιστήρια κι αν υποφέρουμε θα τα υπομείνουμε ".
Ο Διοκλητιανός, όταν άκουσε τα θαρραλέα λόγια της Πολυχρόνιας, οργίστηκε καί προστάζει να την κτυπήσουν καί στη συνέχεια να την κατακάψουν με αναμμένες λαμπάδες. Μεγάλος ό πόνος, μα ή πίστη καί ή γλυκιά προσμονή του Παραδείσου τον εξαφάνιζαν. Κάποια στιγμή η Μάρτυς ανάφωνεί: «Κύριε Ίησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα της δούλης Σου».
Έτσι ή πιστή καί ταπεινή δούλη του Κυρίου παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια φωτεινών αγγέλων οι όποιοι την έφεραν χαρούμενοι μπροστά στο θρόνο του Κυρίου, από τον Οποίο έλαβε τον στέφανο της αιωνίου δόξης. Το βράδυ οι Χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο λείψανο της καί το ένταφίασαν δοξάζοντας καί αίνουντες τον Θεόν.





ΟΣΙΟΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΤΗΣ ΟΜΠΝΟΡΑΣ (+ 1479)



Ο Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα, γεννήθηκε τον 15ο αιώνα στη Ρωσία. Από νεαρή ηλικία είχε εσωτερικά τον πόθο να μονάσει. Έτσι εγκατέλειψε τον κόσμο και κατάφυγε στη Mονή της Αγίας Τριάδος, όπου υπήρξε δόκιμος και υποτακτικός του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ (τιμάται 5 Ιουλίου). Αφού παρέμεινε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και πρόκοψε στην υπακοή, ο Όσιος Σιλβέστρος έλαβε την ευλογία για να μείνει μόνος στην έρημο και να συνεχίσει εκεί τον ασκητικό του αγώνα.
Μέσα στο πυκνό δάσος, δίπλα στον ποταμό Ομπνόρα ο οποίος συνεχίζει την ροή του στον ποταμό Κοστρομά, έστησε ένα σταυρό στο σημείο όπου διάλεξε και ξεκίνησε από εκεί τον πνευματικό του αγώνα. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο κανείς δεν ήξερε τίποτα για τον Άγιο ερημίτη. Το κελλί του αποκαλύφθηκε τυχαία από έναν χωρικό, ο οποίος είχε χάσει τον δρόμο του. Αυτός είπε στον ενοχλημένο ερημίτη, ότι οι άνθρωποι είχαν δει λαμπρές ακτίνες και ένα στρώμα νεφέλης επάνω από την κατοικία του. Ο Όσιος Σιλβέστρος ξέσπασε τότε σε δάκρυα πικρίας, επειδή το μέρος της απομονώσεώς του είχε ανακαλυφθεί. Ο προσκυνητής παρακάλεσε επίμονα τον Όσιο να του μιλήσει για τον εαυτό του. Ο Όσιος Σιλβέστρος είπε ότι εκεί έμενε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τρώγοντας φλοιούς δένδρων και ρίζες. Στην αρχή ήταν αδύναμος χωρίς ψωμί και μια φορά έπεσε στο έδαφος από την αδυναμία του. Τότε, ένας Άγγελος με τη μορφή ενός θαυμάσιου άνδρα εμφανίσθηκε μπροστά του και τον άγγιξε στο χέρι. Από εκείνη την στιγμή ο Όσιος δεν ένιωσε ξανά αδυναμία.
Άλλη μια φορά ο χωρικός πήγε πάλι στον Όσιο και του έφερε ψωμί και αλεύρι, για να έχει προμήθειες. Αυτή η μοναδική συνάντηση ήταν αρκετή, ώστε να μαθευτούν σε πολλούς τα πνευματικά κατορθώματα του Οσίου. Σύντομα, χωρικοί ξεκίνησαν να έρχονται σε αυτόν από τους γύρω οικισμούς. Ο Όσιος Σιλβέστρος τους επέτρεψε να χτίσουν κελλιά κοντά στο δικό του κελλί. Όταν πλέον είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί αδελφοί στη σκήτη, ο Όσιος Σιλβέστρος πήγε στη Μόσχα και ζήτησε την ευλογία του Αγίου Μητροπολίτου Αλεξίου (τιμάται 12 Φεβρουαρίου), για να κατασκευάσει ένα ναό αφιερωμένο στην Ανάσταση του Χριστού. Ο Άγιος Ιεράρχης έδωσε στον Όσιο Σιλβέστρο ένα αντιμήνσιο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και τον έκανε Ηγούμενο της νέας μονής. Με την κατασκευή της εκκλησίας ο αριθμός των αδελφών αυξήθηκε γρήγορα και ο Όσιος πολύ συχνά αποσυρόταν στο κοντινό δάσος, ώστε να απομονώνεται και να προσεύχεται. Αυτός ο τόπος έλαβε το όνομα «απαγορευμένο άλσος», επειδή ο Όσιος Σιλβέστρος διέταξε να μην κοπεί από εκεί κανένα δένδρο. Σε αυτό το άλσος ο Όσιος έσκαψε τρία πηγάδια, ενώ ένα τέταρτο πηγάδι έσκαψε στην πλευρά ενός λόφου, στον ποταμό Ομπνόρα. Όταν ο Όσιος επέστρεφε από την απομόνωσή του, τον περίμεναν πολλοί άνθρωποι στο μοναστήρι και ο καθένας ήθελε να λάβει την ευλογία του και να ακούσει τις συμβουλές του.
Κάποια ημέρα ο Όσιος αρρώστησε από μια ανίατη ασθένεια και οι αδελφοί της μονής, που στεναχωρούνταν όταν έφευγε από το μοναστήρι για απομόνωση, τώρα ήταν ακόμη πιο θλιμμένοι αναλογιζόμενοι τον επικείμενο θάνατό του. «Μη στενοχωρείσθε με αυτό, αδελφοί», έλεγε ο Όσιος για να τους παρηγορήσει, «γιατί τα πάντα είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Ακολουθήστε τα εντολές του Κυρίου και μη φοβηθείτε να υποφέρετε από δοκιμασίες σε αυτή τη ζωή. Έτσι θα λάβετε ανταμοιβή στον Ουρανό. Εάν εύρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου και αν η ζωή μου Τον ευχαρίστησε, τότε αυτός ο άγιος τόπος δεν θα διαλυθεί μετά την αποχώρησή μου. Προσευχηθείτε στον φιλάνθρωπο Θεό και στην πάναγνη Μητέρα Του, ώστε να ελευθερωθείτε από τον πειρασμό».
Ο Όσιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε το έτος 1479 και ενταφιάσθηκε στην δεξιά πλευρά του ναού της Αναστάσεως. Η  μνήμη  του  τιμάται  την 25η Απριλίου.

ΙΕΡΟΜ. ΒΙΚΤΩΡ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΚΛΑΖΩΦ (+1934)


Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βίκτωρ, Επίσκοπος Γκλάζωφ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Αλεξάνδροβιτς Οστροβίντωφ, διετέλεσε Βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια και γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1875, στο χωριό Ζολοτόε της περιφέρειας Σαρατόβσκαγια. Ο πατέρας του ήταν ιεροψάλτης και η οικογένειά του τον ανέθρεψε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο Κωνσταντίνος φοίτησε αρχικά στην Ιερατική Σχολή του Σαράτωβ και στη συνέχεια στην Ακαδημία του Καζάν. Φοιτητής, ακόμη, κείρεται μοναχός με το όνομα Βίκτωρ. Το έτος 1903  αποφοιτά από την Ακαδημία ως Διδάκτωρ της Θεολογίας και διορίζεται υπεύθυνος του Ναού Τρόιτσκι (Αγίας Τριάδος) της πόλεως Χβαλίνσκ. Από το 1905  έως το 1908  ο Βίκτωρ κατέχει την θέση του Ιερομονάχου της Ιεραποστολής των Ιεροσολύμων και μετά το 1908 γίνεται Επιθεωρητής της Ιερατικής Σχολής της πόλεως του Αρχαγγέλσκ. Μετά από λίγο μετατίθεται στην πρωτεύουσα και διορίζεται ως Ιερομόναχος της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκυ. Το 1910  γίνεται Αρχιμανδρίτης και αναλαμβάνει καθήκοντα Ηγουμένου της Μονής Αγίας Τριάδος του Ζελενέτσκ, που βρίσκεται στην επαρχία της Αγίας Πετρουπόλεως. Στην δύσκολη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, από τις 21 Φεβρουαρίου έως τον Δεκέμβριο του έτους 1919, ο Αρχιμανδρίτης Βίκτωρ εκτελεί τα καθήκοντα του υπευθύνου της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου.
Το έτος 1919  ο Άγιος Βίκτωρ συλλαμβάνεται στην Αγία Πετρούπολη, σε λίγο όμως αποφυλακίζεται. Τον Ιανουάριο του 1920  χειροτονείται Επίσκοπος Ουρζούμσκι και Βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια. Την ίδια χρονιά το στρατοδικείο της επαναστάσεως της επαρχίας Βιάτσκαγια καταδικάζει τον Αρχιερέα Βίκτωρα σε φυλάκιση μέχρι το τέλος του πολέμου με την Πολωνία, όμως σε πέντε μήνες αποφυλακίζεται. Λόγω των έντονων διαδηλώσεών του συλλαμβάνεται και πάλι στις 12 Αυγούστου του 1922 και εκτοπίζεται για τρία χρόνια στην περιοχή του Ναρίμ. Μετά την απελευθέρωσή του, το έτος 1924, του αφαιρείται το δικαίωμα παραμονής σε μεγάλες πόλεις. Ο Επίσκοπος επιστρέφει στη Βιάτκα και την ίδια χρονιά διορίζεται Επίσκοπος του Γκλαζώφ και προσωρινός διοικητής της επαρχίας Βιάτσκαγια και Όμσκαγια. Στις 14 Μαΐου του 1926 συλλαμβάνεται και πάλι κατηγορείται για οργάνωση παράνομου επαρχιακού γραφείου και εκτοπίζεται για τρία χρόνια με αφαίρεση του δικαιώματος παραμονής, όχι μόνο σε μεγάλες πόλεις, αλλά και στην επαρχία Βάτσκαγια. Έτσι μένει πλέον στην πόλη Γκλάζοβο. Τον Σεπτέμβριο του 1926  του ανατίθεται η διοίκηση της γειτονικής επαρχίας Βότκινσκαγια και της επαρχίας Ιζέβσκαγια.
Τον Οκτώβριο του 1927 ο Επίσκοπος Βίκτωρ απευθύνεται στον Μητροπολίτη Σέργιο, με επιστολή στην οποία τον προειδοποιεί για τις κακές συνέπειες του συμβιβασμού με τους άθεους. Μετά από αυτό μετατίθεται στο Σάντρινσκ με δικαίωμα διοικήσεως της επαρχίας Αικατερινμπούργκσκαγια. Ο Επίσκοπος Βίκτωρ αρνήθηκε να υπακούσει στην απόφαση της Συνόδου και δεν έφυγε για το Σάντρινσκ. Ο Άγιος απέρριπτε την ιδέα της «νόμιμης υπάρξεως της Εκκλησίας», μέσω της δημιουργίας μιας Κεντρικής Διοικήσεως αναγνωρισμένης από την εξουσία, η οποία δήθεν θα εξασφάλιζε την εξωτερική ηρεμία της Εκκλησίας. Αυτό το σχέδιο υποταγής της Εκκλησίας στην εξουσία το θεωρούσε ως αλλοτρίωση και μέσο το οποίο μετέτρεπε την Εκκλησία από οίκο του Θεού σε μια κοσμική οργάνωση της εξουσίας.
Τον Μάρτιο του 1928  ο Άγιος αποστέλλει νέα επιστολή προς τους Ιερείς, με σκοπό να τους προφυλάξει από την ιδέα της βίαιης ενώσεως της Εκκλησίας (με τρόπο που θα μετατραπεί σε κομματική οργάνωση) με την κρατική εξουσία. «Το θέμα μας», έγραφε, «ευρίσκεται όχι στην αποχώρηση από την Εκκλησία, αλλά στην υπεράσπιση της αλήθειας».
Στις 22 Μαρτίου του 1928 συλλαμβάνεται στο Γκλάζωφ και καταδικάζεται σε τρία χρόνια φυλακίσεως σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως της νήσου Σολόφσκι, εργάζεται ως λογιστής, λειτουργεί κρυφά και χειροτονεί με άλλους Επισκόπους Αρχιερείς για την Εκκλησία. Σύμφωνα με τις διατάξεις του στρατοπέδου απαγορευόταν η μακριά ενδυμασία και όλοι οι κρατούμενοι έπρεπε να κουρευτούν. Ο Επίσκοπος Βίκτωρ αρνήθηκε να υπακούσει σε αυτή τη διάταξη. Έτσι τον έκλεισαν στην απομόνωση, διά της βίας τον ξύρισαν και έκοψαν τα μαλλιά του, τραυματίζοντάς τον στο πρόσωπο, και κόντυναν τα ενδύματά του.
Το έτος 1931, μετά την αποφυλάκισή του, διαμένει στο χωριό Ουστ - Τσίλμα της βόρειας Ρωσίας. Όμως σε μερικούς μήνες, το 1932, συλλαμβάνεται πάλι και εξορίζεται αυτή την φορά στην Αυτονομία των Κόμι, στη Σιβηρία. Εδώ, στο χωριό Νέριτσα, έζησε τρία χρόνια. Ο Άγιος βοηθούσε τους χωρικούς στις δουλειές και συζητούσε μαζί τους για την πίστη. Συχνά απομακρυνόταν στο δάσος και προσευχόταν.
Αγωνιζόμενος για την αλήθεια ο Επίσκοπος Βίκτωρ δέχθηκε όλα τα βάσανα με πνευματική χαρά και υπομονή, μιμούμενος τους Μάρτυρες της πρώτης Εκκλησίας και διατηρώντας μια αξιοθαύμαστη πνευματική ηρεμία και ειρήνη. Κοιμήθηκε το έτος 1934 από πνευμονία.
Στις 18 Ιουνίου του έτους 1997  τα ιερά λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα στο κοιμητήριο του χωριού Νέριτσα, παρόλο που έμειναν ενταφιασμένα σε βαλτώδες έδαφος περί τα εξήντα τρία χρόνια. Μεταφέρθηκαν στη Μόσχα και στις 2 Δεκεμβρίου του 1997 πραγματοποιήθηκε η επίσημη μετακομιδή τους στο γυναικείο μοναστήρι της πόλεως Βιάτκα.
Η  μνήμη  του  τιμάται  την 19η Ιουλίου.

Σημείωσις του http://www.churchsynaxarion.blogspot.com/ : Ο  άγιος Ιερομάρτυς Βίκτωρ Επίσκοπος Γκλαζώφ, ανήκει  στην  μαρτυρική  Ρωσική Εκκλησία  των  Κατακομβών  και  όχι  στο  Σοβιετοποιημένο Πατριαρχείο  Μόσχας.