Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ

Στή λειτουργική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ὑπάρχουν καί δύο πολύ γνωστές τελετές, ὁ Μικρός καί Μεγάλος Ἁγιασμός. Ἀνήκουν στήν κατηγορία τῶν λεγομένων μυστηριωδῶν τελετῶν, τῶν τελετῶν/ἀκολουθιῶν δηλαδή πού παρέχουν μέν τήν ἀόρατη χάρη τοῦ Θεοῦ μέσῳ ἑνός ὀρατοῦ ὑλικοῦ στοιχείου (ἐν προκειμένῳ τοῦ εὐλογημένου ὕδατος), δέν ἔχουν ὅμως συσταθεῖ ἀπό τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί δέν εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν σωτηρία μας, ὅπως τά Μυστήρια.
Πολλοί πιστοί ἔχουν μία ἀόριστη εἰκόνα καί μία ἐσφαλμένη γνώση περί τοῦ Μικροῦ καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, σχετικά τόν τρόπο καί χρόνο πού χρησιμοποιοῦνται, γιά τό ἄν προηγεῖται νηστεία πρίν τήν μετάληψη τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, ἄν φυλάσσεται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός στό σπίτι, κ.λ.π.
Στήν συνέχεια δημοσιεύται (σέ γλωσσική προσαρμογή), μία εἰδική γνωμάτευση (σέ  μορφή  ἐρωταποκρίσεων) γιά τόν Μεγάλο Ἁγιασμό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπ. Πατρῶν Νικοδήμου Βαληνδρᾶ (ΔΙΠΤΥΧΑ, τ. 1999), ειδικού  περί  την  Λειτουργική:

1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ μικρός Ἁγιασμός καί τήν ἑπόμενη ὁ Μέγας. Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός.
Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ Χριστιανοί σέ διάφορες περιστάσεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου) στό Ναό.

2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά μεταλαμβάνεται ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καί προϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βρίσκονται ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει.
Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν, ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ, οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή Θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.

3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ’ αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ’ αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ…) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία• «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν… καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»).
Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους (ξόρκια, μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα ἁγιάσματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ μικρός λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν Της μέσων.
Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).
Σημείωσις δική  μας: Σχετικός  είναι  καί λόγος του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει: «Κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν». 

 

4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων - ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς - γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων Χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος• τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια - ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος - οἱ Χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο• «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό Ἅγιον Βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος• ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.
Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: Πρῶτον, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)• ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος τήν 6η Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων• γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο• ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν Χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν Ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ’ αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.
Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).


















































Ο Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ

Του  Νίκου Καζαντζάκη, από  την  "ΑΝΑΦΟΡΑ  ΣΤΟ  ΓΚΡΕΚΟ"

Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας.
Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται…. Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα. Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ. Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά. Τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα. Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός. Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού. Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο. Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα. Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω η φωνή του ανθρώπου.
Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
– Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε. Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει.Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει. Δεν ήξερα τι να πω, από που ν’ αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου. Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.Αποκότησα τέλος:
– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
- Όχι πια, παιδί μου.Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό.
– Με το Θεό ! έκαμα ξαφνιασμένος. Κι ελπίζεις να νικήσεις;
–Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
– Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
– Ένας μονάχα δρόμος.
– Πώς τον λέν;
– Ανήφορο. Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί. Από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο. Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.
– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.
Ανατρίχιασα.
– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους. Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
– Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
– Όχι! φώναξα.
– Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;
– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε! πόρτα της Παράδεισος. Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:
- Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
– Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού. Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου,η καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου. Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!». Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου. Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.
– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. Άκουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «Δεν είσαι ευτυχής;"
"Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο Άγιος. "Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει".
"Τί συντριβάνι;"
"Τα δάκρυα των κολασμένων".
Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Άγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε. Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση; Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε: "Εγώ". Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’ το καλά στo νου σου:
– Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε… από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα. Το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος. Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος! τί ναι ο θάνατος, θαρρείς;Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν. Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.
– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε. Είμαι ευτυχής, παιδί μου. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γροικώ τα πέταλα του μουλαριού, γροικώ το Χάρο να ζυγώνει.
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς. Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού. Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος. Σηκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
– Φεύγεις; έκαμε. Άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
– Χαιρετίσματα στον κόσμο.
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.



Ο ΙΒΑΝ Ο ΤΡΟΜΕΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

(ἀπὸ τὸ "Ἀσάλευτο Θεμέλιο" , Ἀκρίτας 1996)

 Ὁ πολὺς ὁ κόσμος ξέρει μοναχὰ τὰ κακὰ τῶν παπάδων καί, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ κάποιους διεφθαρμένους, σαρώνει γενικὰ ὅσους φορᾶνε ράσο. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, κοντὰ στὶς ἄλλες δοκιμασίες ποὺ ὑποφέρουνε οἱ καλοὶ κληρικοί, τραβᾶνε καὶ τὸ μαρτύριο τῆς διαπόμπευσης, πληρώνοντας τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάνουνε οἱ ἀνάξιοι συνάδελφοί τους.
Ἔτσι καὶ γιὰ τοὺς κληρικοὺς τῆς παλιᾶς Ρωσίας ἔχουμε τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε ὅλοι παληανθρῶποι κι᾿ ὑποκριτές, ποὺ βάζανε τὸ ράσο γιὰ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς μουζίκους ἢ καὶ τοὺς ἀφεντάδες, ὅπως ἔκανε ὁ διαβόητος ὁ Ρασπούτιν. Αὐτὴ ὅμως ἡ γνώμη εἶναι ἄδικη, γιατί, ὅπως γίνεται πάντα, ἀνάμεσα στοὺς ἀνάξιους κληρικοὺς τῆς Ρωσίας σταθήκανε καὶ πολλοὶ ἄξιοι ὑπηρέτες τοῦ Χριστοῦ καὶ μάλιστα κάποιοι ποὺ ἁγιάσανε. Αὐτοὶ λάμπουνε σὰν τὰ διαμάντια ποὺ βρίσκονται ἀνακατεμένα μὲ τὰ σκουπίδια. Μὲ τοὺς ἀγῶνες τους, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ περάσανε καρτερικὰ γιὰ τὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μπορέσανε καὶ ἡμερέψανε ἐκεῖνες τὶς ἄγριες ψυχές, ποὺ εἶναι σκληρὲς σὰν τὸν παγωμένο τὸ βοριὰ ποὺ φυσᾶ στοὺς ἔρημους τόπους ποὺ γεννιοῦνται. Αὐτοὶ οἱ ἅγιοί της στέππας σπείρανε σ᾿ αὐτὴ τὸ σπόρο τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ ἀβάσταχτους κόπους «τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησαν» καὶ μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τους, καθὼς καὶ μὲ τὸ κήρυγμα, μαλακώσανε ἐκεῖνα τὰ ἄγρια καὶ σκληρὰ θηρία, πληρώνοντας συχνὰ μὲ τὴ ζωή τους ἐκεῖνες τὶς ψυχὲς ποὺ φέρανε στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ.
Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς μποροῦνε νὰ ὀνομασθοῦνε Ὁμολογητές, γιατὶ βασανισθήκανε ἀπὸ σκληροὺς Τσάρους, μ᾿ ὅλο ποὺ ἐκεῖνοι οἱ Βασιλιάδες ἤτανε Χριστιανοί, σὰν τοὺς δικούς μας Εἰκονομάχους, ποὺ καταδιώξανε ὅσους ὑπερασπιζόντανε τὴν Ὀρθοδοξία.
Τέτοιοι Ἅγιοι δὲν λείψανε ποτὲ ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία, οἱ περισσότεροι ὅμως φανήκανε στὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴ Ρωσία ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός. Αὐτὸς ὁ παράξενος ἄνθρωπος, ποὺ μέσα στὴν ψυχή του παλεύανε τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ὁ Θεὸς μὲ τὸ διάβολο, κάθισε στὸ θρόνο τῆς Ρωσίας στὰ 1530, σὲ ἡλικία τριῶν χρονῶν, κάτω ἀπὸ τὴν κηδεμονία τῆς μητέρας του Ἑλένης. Παππούς του ἤτανε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρίτος, ἄνθρωπος σκληρός, πλὴν σωτήρας γιὰ τὸ ἔθνος του, γιατὶ μπόρεσε καὶ ἕνωσε ὅλους τοὺς Ρώσους σ᾿ ἕνα κράτος καὶ γλύτωσε τὴν πατρίδα του ἀπὸ τοὺς Τατάρους, ποὺ τὴν εἴχανε βασανίσει κ᾿ ἤτανε ὁ βραχνᾶς της. Σὰν πέθανε ἡ γυναίκα του, παντρεύτηκε γιὰ δεύτερη φορὰ τὴ Σοφία, ποὺ ἤτανε κόρη τοῦ Θωμᾶ Παλαιολόγου, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ τελευταίου Βασιλιᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Αὐτὴ ἡ γυναίκα ἤτανε πολὺ ἔξυπνη κι ὁ Ἰβὰν ζητοῦσε τὴ συμβουλή της σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε καὶ πάντα ἔβγαινε σὲ καλό. Τέτοιον φόβο εἴχανε πάθει οἱ Ρῶσοι ἀπὸ τοὺς Τατάρους, ποὺ κι ἐκεῖνος ὁ φοβερὸς κι ἄφοβος Ἰβὰν δὲν ἀποτολμοῦσε νὰ τοὺς χτυπήσῃ. Μὰ ἡ γυναίκα του ἡ Σοφία μὲ τὰ λόγια της τὸν ἔκανε ν᾿ ἀποφασίσῃ τὸν πόλεμο καὶ δικαιώθηκε. Γιατὶ τοὺς νίκησε κατὰ κράτος καὶ τοὺς ἔβαλε νὰ πληρώσουνε φόρο, αὐτοὶ ποὺ πρωτύτερα ἤτανε οἱ ἀφεντάδες τῆς Ρωσίας. Ὓστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτούς, πολέμησε καταπάνω στοὺς Λιθουάνους καὶ πῆρε τὶς χῶρες ποὺ βαστούσανε ἀπὸ τὴ Ρωσία. Καὶ τόσο δυνάμωσε τὸ σκῆπτρο του, ποὺ ζητούσανε τὴ φιλία του ὅλα τὰ βασίλεια ποὺ ἤτανε δυνατὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνον, οἱ Τοῦρκοι, οἱ Γερμανοί, οἱ Βενετσιάνοι, οἱ Οὐγγαρέζοι κ.ἄ. Ἔτσι, ἡ Ἑλληνίδα γυναίκα του ἐκδικήθηκε γιὰ τὴν ἀτίμωση ποὺ εἶχε πάθει ἡ οἰκογένειά της κ᾿ ἡ πατρίδα της, βλέποντας τοὺς Τούρκους νὰ παρακαλοῦνε τὸν ἄνδρα της νὰ τοὺς δώσῃ τὴ φιλία του. Ἡ ἴδια, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, εἶχε καταφύγει προσφυγοπούλα στὴν Ἰταλία, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της, τὸν προκομμένο Θωμᾶ, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο παίρνοντας μαζί του καὶ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, γιὰ νὰ τὸ δωρήσῃ στὸν Πάπα. Μὲ τὴ συμβουλή της ὁ Ἰβὰν κάλεσε στὸ παλάτι του πολλοὺς Ἕλληνες σπουδασμένους, προπάντων καλόγερους, ποὺ μεταφράσανε στὰ ρούσικα τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ γιατρούς, μηχανικούς, ἀρχιτέκτονες κι᾿ ἁγιογράφους.
Λοιπόν, ὁ Ἰβὰν ὁ Τέταρτος, ὁ λεγόμενος Τρομερός, ἤτανε ἔγγονας τοῦ Ἰβὰν τοῦ Τρίτου καὶ γυιὸς τοῦ Τσάρου Βασίλη, ποὺ διαδέχτηκε τὸν πατέρα του καὶ ποὺ ἤτανε γυιὸς τῆς Σοφίας. Ὥστε ἐκεῖνος ὁ περιβόητος Τσάρος εἶχε καὶ λίγο ἑλληνικὸ αἷμα στὶς φλέβες του. Ἀνακηρύχθηκε Τσάρος σὰν ἦρθε σὲ ἡλικία, στὰ 1547. Ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν κυβέρνηση τῆς χώρας του, νίκησε τοὺς Τατάρους, κυρίεψε τὸ Καζὰν καὶ τὸ Ἀστραχάν, ἔφταξε ὡς τὴ Σιβηρία μὲ τοὺς καβαλλάρηδες Κοζάκους. Ἔδωσε ἄδεια στοὺς τυχοδιῶκτες ἐμπόρους Ἐγγλέζους κι᾿ Ὀλλαντέζους νὰ κάνουνε σκάλες γιὰ τὰ καράβια τους στὸν παγωμένο Ἀρχάγγελο κ᾿ ἔτσι ἔφερε τὴ Ρωσία σὲ συνάφεια μὲ τὴν Εὐρώπη, ποὺ ἤτανε χωρισμένη ἀπ᾿ αὐτὴ παραπάνω ἀπὸ τρακόσια χρόνια. Μὰ σκόνταψε ἀπάνω στὴ συμμαχία ποὺ εἴχανε κάνει καταπάνω του ἡ Πολωνία, ἡ Λιθουανία κ᾿ ἡ Σουηδία. Ὅπως ἤτανε σκληρὸς καὶ θυμώδης, ἐξαγριώθηκε ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς νικήσῃ κι᾿ ἄρχισε νὰ βλέπῃ παντοῦ προδότες. Ξεχαλινώθηκε ὁλότελα καὶ παραδόθηκε στὶς ἀσωτεῖες καὶ στὰ κακουργήματα. Γίνηκε ἄστατος, ἡ γνώμη του ἄλλαζε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα. Ἐκεῖ ποὺ μετάνοιωνε, ξανάπιανε τὴν αἱματοχυσία, θέλοντας νὰ ἐκδικηθῇ, πολλὲς φορές, ἀθώους ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ὑποπτευότανε. Ὕστερα, πάλι, τὸν ἔπιανε ἡ εὐλάβεια καὶ κλεινότανε σ᾿ ἕνα μοναστήρι ποὺ τὸ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του, λεγόμενο Ἀλεξαντρόβσκαγια Σλομπόντα, μαζὶ μὲ τοὺς μπιστεμένους του, ποὺ ἤτανε ὅλοι φονιᾶδες καὶ βασανιστὲς καὶ κεῖ μέσα στεκόντανε ὦρες ἀτελείωτες, ἀκούγοντας τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὶς λειτουργίες, ντυμένοι μὲ ράσα, ὅπως ἤτανε μὲ ράσο κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ Ἰβάν. Μάταια ἀντιστεκόντανε σ᾿ αὐτὲς τὶς τρέλες οἱ ἄνθρωποι τῆς θρησκείας, ἀψηφώντας τὴ ζωή τους, ὅπως ἔκανε ὁ Μητροπολίτης Μακάριος κ᾿ οἱ διάδοχοί του Ἀθανάσιος καὶ Γερμανός.
Μ᾿ αὐτὰ καὶ μὲ ἄλλα τέτοια καμώματα, ἔβγαλε τὸ ὄνομα Τρομερός» Ὁ κόσμος τὸν ἔτρεμε. Γιὰ νὰ ἐξοντώση τοὺς ἄρχοντες Μπογιάρους, ποὺ ἐξουσιάζανε πρὶν στὴ Ρωσία, τοὺς ἔστειλε στὰ πιὸ μακρινὰ μέρη, προστάζοντας νὰ ἀλλάζουνε τόπο βιαστικά, μαζὶ μὲ τὶς οἰκογένειές τους καὶ τοὺς παραγυιούς τους. Τὶς διαταγές του τὶς κάνανε οἱ σωματοφύλακοί του ποὺ τοὺς λέγανε «ὀπρίτσνικους», ὡς ἕξι χιλιάδες καβαλλάρηδες, ποὺ τρέχανε σὰν νὰ πετούσανε σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας, ἔχοντας κρεμασμένα ἀπὸ τὶς σέλλες τοὺς ἕνα σκυλίσιο κεφάλι καὶ μία σκούπα κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου περνούσανε δὲν φύτρωνε χορτάρι. Βάζανε φωτιὰ στ᾿ ἀρχοντικά, ἀτιμάζανε τὶς γυναῖκες, σφάζανε καὶ μπομπεύανε χωρὶς νὰ λογαριάσουνε τίποτα. Ὅλοι σκύβανε τὸ κεφάλι στὶς προσταγὲς τοῦ Τσάρου κι᾿ ὁ θυμός του ἤτανε γιὰ τὸ λαὸ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Μοναχὰ ἡ Ἐκκλησία ἔπαιρνε τὸ θάρρος νὰ φωνάξῃ.
Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἤτανε πνευματικὴ κόρη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Βυζαντίου καὶ καυχιότανε γι᾿ αὐτὴ τὴν καταγωγή της κ᾿ ἤτανε πάντα ὑπάκουή της. Ἀλλά, σὰν ἄρχισε ἡ Κωνσταντινούπολη νὰ κολακεύῃ τὴν αἱρετικὴ Ρώμη καὶ πῆγε ὁ Βασιλιὰς Ἰωάννης στὴ Φλωρεντία γιὰ νὰ κάνη τὴν Ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους, οἱ Ρῶσοι τὸ δεχτήκανε ἄσχημα καὶ χάσανε τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ εἴχανε στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Μητροπολίτης τοῦ Κιέβου Ἰσίδωρος, ποὺ ἤθελε τὴν ἕνωση καὶ πῆγε στὴ Μόσχα τὶς ἀποφάσεις ποὺ εἴχανε πάρει οἱ Ἑνωτικοὶ στὴ Φλωρεντία, ἀναγκάσθηκε νὰ φύγῃ, γιατὶ ὁ Μεγάλος Πρίγκιπας Βασίλειος ἔβγαλε διάγγελμα καὶ τὸν ἔλεγε «υἱὸν τοῦ σατανᾶ καὶ προδότην τῆς ἀρχαίας Ὀρθοδόξου Πίστεως». Καὶ μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν ἔγινε ἡ ἕνωση καὶ σώθηκε ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικό, ὡστόσο, σὰν πάρθηκε, σὲ λίγο, ἡ Πόλη ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὰ 1453, οἱ Ρῶσοι εἴπανε πὼς αὐτὸ ἤτανε ἡ τιμωρία ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἕλληνες γιὰ τὴν ἀπιστία τους. Ἀπὸ τότε ὑψώθηκε μέσα στὴ ρούσικη ψυχὴ τὸ θρησκευτικὸ φρόνημα, μ᾿ ὅλο ποὺ ὡς τὰ σήμερα ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία νοιώθει σεβασμὸ στὴ μητέρα της τὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ποὺ τῆς πρωτὄδωσε τὴν πίστη. Ἀπὸ τότε οἱ Ρῶσοι πιστέψανε πὼς ὁ Χριστὸς ἔχρισε τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία σὰν διάδοχο τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ σχίσμα τῆς Παλαιᾶς Ρώμης κ᾿ ὕστερα ἀπὸ τὸ τούρκεμα τῆς Νέας Ρώμης. Ἡ Μόσχα ὀνομάσθηκε Τρίτη Ρώμη κ᾿ οἱ Τσάροι διαδεχθήκανε τοὺς Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου.
Γιὰ τοῦτο κι᾿ ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς πίστευε πὼς εἶναι σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ βλογημένος ἀπ᾿ Αὐτόν. Ἤτανε σπουδασμένος στὴ θεολογία καὶ γνώριζε καλὰ τὰ ἔργα ποὺ γράψανε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Διάβαζε τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ ἤτανε γραμμένοι στὰ Μηναῖα ποὺ εἶχε κάνει ὁ Μητροπολίτης Μακάριος καὶ ποὺ λέγανε ρούσικα «Βελίκιγια Τσέτγκι Μινέγι». Συζητοῦσε μὲ τοὺς θεολόγους ἀπάνω σὲ ζητήματα θεολογικά, ταχτικὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ στεκότανε ἀκίνητος στὴ Λειτουργία, γονατίζοντας κάθε τόσο. Στὰ νεανικὰ χρόνια του εἶχε δασκάλους δυὸ εὐλαβέστατους κληρικούς, τὸν ξομολόγο Σίλβεστρο καὶ τὸ Μητροπολίτη Μακάριο. Μὰ σὰν ἔπεσε στὴν παραλυσία κι᾿ ἄρχισε νὰ ζῆ μὲ κακὴ συναναστροφή, περηφανεύθηκε καὶ νόμισε πὼς αὐτὸς ἤτανε ὁ κεχρισμένος ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας. Σημείωσε πὼς οἱ κληρικοὶ τῆς Ρωσίας στεκόντανε πάντα μακριὰ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια κι᾿ ἀπὸ τὴν πολιτική. Ἀλλά, βλέποντας τὶς παρανομίες ποὺ κάνανε οἱ κυβερνῆτες, ἀναγκασθήκανε νὰ ἀλλάξουνε τὴ στάση τους καὶ νὰ ἐλέγχουνε τοὺς δυνατούς. Αὐτὸ γίνηκε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰβὰν τὸν Τρομερό. Γιὰ τοῦτο, ἀπὸ τοὺς ἐννιὰ Μητροπολίτες τῆς Μόσχας, ποὺ περάσανε ἀπὸ τὸ θρόνο της κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ Τσάρου Βασιλείου καὶ τοῦ γιοῦ τοῦ Ἰβὰν τοῦ Τρομεροῦ, μονάχα οἱ τρεῖς πεθάνανε ἔχοντας τὸ ἀξίωμά τους, ἐνῶ οἱ ἄλλοι πεθάνανε σὰν ἁπλοὶ καλόγηροι στὴν ἐξορία, στὰ πιὸ ἀπόμακρα καὶ στὰ πιὸ φτωχὰ μοναστήρια.
Τότε φανερωθήκανε καὶ στὴ Ρωσία, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Βυζαντίου, κ᾿ οἱ λεγόμενοι «διὰ Χριστὸν σαλοί», δηλαδὴ κάποιοι ἀσκητές, σὰν τοὺς Μωχαμετάνους ντερβίσηδες, ποὺ κάνανε τὸν τρελό, γιὰ νὰ δοκιμασθῆ πιὸ σκληρὰ ἡ πίστη τους, καὶ ποὺ γυρίζανε κουρελιασμένοι. Ρούσικα τοὺς λέγανε «γιουροντίβι». Κάνανε ὅ,τι κάνανε οἱ Προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, κηρύχνοντας στὸ λαὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, λέγοντας φωναχτὰ τὴν ἀλήθεια, χωρὶς νὰ φοβηθοῦνε κανέναν, ἀφοῦ καταφρονούσανε κάθε καλοπέραση καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους. Γυρίζανε μέσα στοὺς δρόμους τῆς Μόσχας κι᾿ ὁ λαὸς τοὺς ἄκουγε καὶ κάνανε τὸ σταυρό τους. Τόση δύναμη εἴχανε ἀπάνω στὸν κόσμο, ποὺ ἡ κυβέρνηση φυλαγότανε νὰ τοὺς πειράξη, ὅπως ἔκανε κι᾿ ὁ Ἀλὴ Πασᾶς μὲ τοὺς ντερβισᾶδες. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς ἔχτισε μία μεγαλοπρεπέστατη ἐκκλησιὰ στὄνομα ἑνὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν λέγανε «Βασίλειον τὸν Μακάριον» καὶ ποὺ στάθηκε «ὁ κορυφαῖος τῶν Ρώσων τῶν διὰ Χριστὸν Σαλῶν». Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐκκλησία στέκεται σήμερα ὄρθια μπροστὰ στὸ Κρεμλίνο, ἀπάνω στὴν Κόκκινη Πλατεία καὶ λογαριάζεται σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ στολίσματα τῆς Μόσχας.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους Ἅγιους τῆς Ρωσίας εἶναι ὁ ἅγιος Φίλιππος τοῦ Σολόβκι. Μπορεῖ νὰ πῇ κανένας πὼς αὐτὸς ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ Χρυσόστομος τῆς Ρωσίας, ἐπειδὴ κι᾿ αὐτὸς βασανίσθηκε, ἐξωρίσθηκε καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες, γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶχε πεθάνει κι᾿ ὁ Χρυσόστομος στὰ Κόμανα.

Ὁ Θεόδωρος ἤτανε τότε τριάντα χρονῶν. Οἱ γονιοί του τὸν εἴχανε σπουδάσει κ᾿ ὕστερα ἐπιδόθηκε στὰ πολεμικά. Φαίνεται πὼς πολέμησε καταπάνω στοὺς Λιθουάνους καὶ στοὺς Τατάρους τῆς Κριμαίας. Εἶχε μεγάλη περιουσία. Ἡ μητέρα του εἶχε μεγάλα κτήματα στὴν ἐπαρχία τοῦ Νοβγκορόντ.
Μιὰ μέρα, στὶς 7 Ἰουλίου 1537, μέρα ποὺ γιορτάζει ἡ ἁγία Κυριακή, ὁ Θεόδωρος πῆγε στὴ Λειτουργία, κι᾿ ἐκεῖ ἄκουσε τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἔλεγε «οὐ δύνασθε δυσὶ κυρίοις δουλεύειν, Θεῷ καὶ Μαμωνᾷ». Αὐτὸ τοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση, τυπώθηκε στὸ νοῦ του, τόσο πού, δίχως δισταγμό, ἀποφάσισε νὰ ἀφήσῃ τὸν κόσμο. Σημείωσε πὼς ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἡ οἰκογένειά του βρισκότανε σὲ μεγάλη ἀκμή. Ὁ πατέρας του ἤτανε φίλος καὶ συμβουλάτορας τῆς Βασίλισσας Ἑλένης Γκλίνσκα καὶ παιδαγωγὸς τοῦ μεγάλου γυιοῦ της. Ὁ Θεόδωρος ἀπὸ πολὺ νέος εἶχε κλίση στὴν καλογερικὴ καὶ γιὰ τοῦτο δὲν παντρεύθηκε, ἕνα πρᾶγμα σπάνιο γιὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνον. Κάποιοι ἀπὸ τὴν ἀριστοκρατία γινόντανε μοναχοὶ κατὰ τὴν τότε συνήθεια, μὰ ζούσανε σὰν ἄρχοντες μέσα σὲ ἀρχοντικὰ μοναστήρια, τρώγοντας καὶ πίνοντας. Ὁ Θεόδωρος ὅμως εἶχε ἀληθινὴ ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ δὲν πῆγε νὰ καλογερέψῃ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πλούσια μοναστήρια ποὺ ὑπήρχανε γύρω στὴ Μόσχα, ἀλλὰ διάλεξε τὸ πιὸ μακρινὸ καὶ τὸ πιὸ αὐστηρὸ μοναστήρι, τὸ Σολόβκι, ποὺ βρισκότανε ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο, στὴν παγωμένη Ἄσπρη Θάλασσα. Ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι τους, δίχως ν᾿ ἀποχαιρετήσῃ τοὺς γονιούς του. Πῆρε μοναχὰ μαζί του λίγα ροῦχα, πῆρε τὸ μακρινὸ δρόμο μὲ τὰ πόδια.
Ὁ δρόμος ποὺ πῆρε ἤτανε γεμάτος λίμνες καὶ βαλτότοπους, κι᾿ ἐπειδὴ ἤτανε τότε καλοκαίρι, περίμενε νὰ χειμωνιάση γιὰ νὰ παγώσουνε κι᾿ ἔτσι νὰ μπορῆ νὰ περπατᾶ ἀπάνω στὸν πάγο. Ὓστερ᾿ ἀπὸ πολλὴ ταλαιπωρία, ἔφταξε σ᾿ ἕνα ξεχασμένο χωριό, ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὴ λίμνη Ὀνέγκα. Ἐκεῖ ἔγινε τσομπάνης καὶ φύλαγε τὰ πρόβατα ἑνὸς χωριάτη. Ἔτσι ἄρχισε νὰ μαθαίνη τὴν ταπείνωση ὁ χτεσινὸς ἄρχοντας καὶ πολεμιστής. Ἀφοῦ πέρασε κι᾿ ἄλλα βάσανα, περπατώντας μέρα-νύχτα, δίχως τέλος, ἔφταξε στὴν Ἄσπρη Θάλασσα κι᾿ εἶδε τὸ περιπόθητο μοναστήρι τοῦ Σολόβκι, ταπεινό, φτωχό, μιὰ-δυὸ μικρὲς ἐκκλησιὲς καὶ λίγα κελλιά, ὅλα κανωμένα ἀπὸ ξύλα μαυρισμένα ἀπὸ τὶς παγωμένες βροχὲς κι᾿ ἀπὸ τὶς ἀνεμοζάλες. Κείνη τὴν ὥρα βασίλευε ἡσυχία ἀπάνω στὰ σιωπηλὰ νερὰ καὶ στὰ πυκνὰ δάση.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔρημο μέρος ποὺ βρίσκεται μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, στὰ βορινά της Ρωσίας, μέσα στὸν ἀπέραντο κόρφο ποὺ ἔχει σκάψει ἡ Ἄσπρη Θάλασσα, βρίσκεται ἕνα ἀρχιπέλαγο ἀπὸ κάμποσα νησιά. Τὸ πιὸ μεγάλο ἔχει μάκρος ὡς δέκα μίλια καὶ τὸ λένε Σολοβέτς. Ἄχαρο μέρος, πετραδερό, στέρφο. Τὸ χειμώνα οἱ νύχτες εἶναι ἀτελείωτες καὶ κατὰ τὴν ἄνοιξη φανερώνονται οἱ λεγόμενες ἄσπρες νύχτες μὲ κείνη τὴν κρύα τὴν ἀντιφεγγιὰ ποὺ λὲς πὼς ἔρχεται ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο. Μιὰ βαρειὰ μελαγχολία, μέσα σὲ κεῖνο τὸ σύθαμπο, πλακώνει τὴν καρδιὰ τ᾿ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, ἐκείνη ἡ νεκρὴ ἐρημιὰ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ζῶα κι᾿ ἀπὸ πολλὰ ψάρια ποὺ ζοῦνε μέσα στὴ θάλασσα καὶ στὶς τρακόσιες λίμνες μὲ γλυκὸ νερὸ ποὺ βρίσκουνται ἀνάμεσα στὰ πιὸ μεγάλα ξερονήσια.
Ὡς τὰ 1400 αὐτὰ τὰ νησιὰ ἤτανε ἔρημα. Στὰ 1429 πήγανε κατὰ κεῖ δυὸ εὐλαβέστατοι καλόγηροι λεγόμενοι Σαββάτιος καὶ Γερμανός. Γυρεύανε ν᾿ ἀσκητέψουνε στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει μήτε ἴσκιος ἀπὸ ἄνθρωπο. Στήσανε λοιπὸν ἕνα σταυρὸ κι᾿ ἀποφασίσανε νὰ κατοικήσουνε ἐκειπέρα, μπιστεμένοι στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὕστερα ἀπὸ λίγον καιρὸ κοιμήθηκε ὁ Σαββάτιος κι᾿ ἀντὶς αὐτὸν πῆγε ἕνας ἄλλος ἀσκητής, ὁ Ζωσιμᾶς. Αὐτὸς ἔκανε μία μικρὴ ἐκκλησία μὲ ξύλα καὶ τὴν ἐγκαινίασε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Νοβγκορόντ. Χειροτονήθηκε παπὰς κι᾿ αὐτὸς στάθηκε ὁ ἱδρυτὴς τοῦ μοναστηριοῦ.
Ἡ ἁγιότητά του ξακούσθηκε στὰ γύρω μέρη κι᾿ οἱ εἰδωλολάτρες ποὺ ζούσανε σὲ κείνους τοὺς τόπους, Φίννοι, Καρελιάνοι, καθὼς καὶ Νορβηγέζοι, τρέξανε στὸ μοναστήρι καὶ βαφτισθήκανε. Μάλιστα κάποιοι ἀπ᾿ αὐτοὺς γινήκανε καὶ καλόγεροι κ᾿ ἔτσι κεῖνο τὸ φτωχομονάστηρο καταστάθηκε σπουδαῖο καὶ πῆρε στὴν ἐξουσία τοῦ ὅλα τὰ νησιά. Ἀπὸ παντοῦ στέλνανε ταξίματα. Ὁ Τσάρος Ἰβὰν ὁ Τρίτος τὸ πῆρε στὴν προστασία του, τοῦ δώρισε κάμποση γῆ ἀπάνω στὴ στεριὰ καὶ δικαιώματα στὰ ψάρια ποὺ πιάνανε οἱ ψαράδες. Μὰ κάηκε δυὸ φορές. Ὡστόσο, τὸ ξανάχτισε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, στὰ 1538 καὶ τοῦ παραχώρησε τὶς ἁλυκὲς ποὺ βρισκόντανε κοντά του.
Τότε λοιπὸν ποὺ πῆγε στὸ μοναστήρι ὁ Θεόδωρος Κολυτσώφ, τὸ μοναστήρι ἤτανε παραπάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρονῶν. Παρουσιάσθηκε στὸν Ἡγούμενο Ἀλέξιο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν πάρη γιὰ δόκιμο, χωρὶς νὰ τοῦ πῆ ἀπὸ τί οἰκογένεια ἤτανε. Τὸν βάλανε στὶς πιὸ βαρειὲς δουλειές. Πότε ἔκοβε ξύλα, πότε ἔσκαβε, πότε κουβαλοῦσε τόνα καὶ τάλλο. Ὅλα τὰ ἔκανε μὲ προθυμία. Τὸν μαλώνανε καὶ καμμιὰ φορὰ τὸν χτυπούσανε.
Μετὰ ἕνα χρόνο κουρεύθηκε μοναχὸς καὶ πῆρε τὄνομα Φίλιππος. Ἡ δουλειά του ἤτανε φούρναρης καὶ μάγερας, ἔτρωγε καὶ καμμιὰ ξυλιά. Γιὰ Γέροντά του εἶχε ἕνα σεβάσμιο ξομολόγο ποὺ τὸν λέγανε Ἰωνᾶ κ᾿ ἐκεῖνος ἤτανε ὁ πνευματικὸς ὁδηγός του. Τοῦ ἔμαθε τὴ διάταξη καὶ τὸ τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ δίδαξε τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Κατόπιν ἔγινε ἐκκλησιάρχης. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πῆγε κι᾿ ἀσκήτεψε μέσα στὸ δάσος κ᾿ ἐκεῖ ἐπιδόθηκε στὴν προσευχή. Κάθισε ἐκεῖ πέρα κάμποσα χρόνια. Ὁ Ἡγούμενος Ἀλέξιος ποὺ εἶχε γεράσει τὸν πρότεινε γιὰ διάδοχό του κι᾿ ὅλοι οἱ πατέρες τὸ παραδεχθήκανε, μ᾿ ὅλο ποὺ ὁ Φίλιππος δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ Ἡγούμενος. Μετὰ πολλὰ ὑπάκουσε.
Τότε πῆρε τὸ μακρινὸ δρόμο γιὰ νὰ πάγη στὸ Νοβγκορὸντ γιὰ νὰ χειροτονηθῇ Ἱερεὺς καὶ γιὰ νὰ πάρῃ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τοῦ Νοβγκορόντ. Τὸν καιρὸ ποὺ ἔμεινε σ᾿ αὐτὴ τὴν πολιτεία, ἦρθε σὲ συνάφεια μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ πῆρε τὸ μερίδιο τῆς κληρονομιᾶς του. Ὕστερα γύρισε στὸ μοναστήρι κι᾿ ἀφιέρωσε σ᾿ αὐτὸ τὴ μεγάλη περιουσία του. Μὰ δὲν ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία, ἀλλὰ ἔφυγε καὶ πῆγε πάλι μέσα στὸ δάσος κ᾿ ἐκεῖ, κατάμονος, μιλοῦσε μὲ τὸ Θεό. Ὤ! Τί μεγάλη δύναμη εἶχε ἐκείνη ἡ ψυχὴ καὶ βάσταξε μέσα σὲ κείνη τὴν παγωμένη ἐρημιά, ἀνάμεσα στὶς πυκνὲς ὀξιές, πρὸ πάντων τὶς ἀτελείωτες νύχτες ποὺ βογκούσανε ἀπὸ τὸν ἄνεμο ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὸ βόρειο Πόλο! Κατάμονος! Τέτοια ἀνδρεία δίνει στὸν ἀδύναμο τὸν ἄνθρωπο μοναχὰ ἡ πίστη κ᾿ ἡ ἐλπίδα του στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖ, μέσα στὸ πυκνὸ δάσος κάθισε ὡς ποὺ κοιμήθηκε ὁ Ἡγούμενος Ἀλέξιος. Τότε τὸν ξαναεκλέξανε Ἡγούμενο οἱ μοναχοὶ γιὰ δεύτερη φορὰ καὶ ξαναπῆγε στὸ Νοβγκορὸντ γιὰ νὰ ἀνανεώση τὸ διορισμό του ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Γυρίζοντας πίσω στὸ μοναστήρι ἐπιδόθηκε μὲ πολὺν ζῆλο στὰ χρέη του.
Κι᾿ ἀληθινά, τὸ μοναστήρι τὸ ἔκανε ἀγνώριστο. Μὲ τὴ διοίκησή του μεγάλωσε, οἱ μοναχοὶ πληθύνανε. Κατὰ πρῶτο, ἀπὸ ξύλινο τόχτισε μὲ πέτρα καὶ μὲ τοῦβλα, ποὺ τὰ ψήνανε οἱ ἴδιοι οἱ μοναχοὶ σ᾿ ἕνα καμίνι. Μὲ φοβερὴ καὶ σκληρὴ δουλειὰ ἕνωσε πενηνταδυὸ βαλτόλακκους, πῆγε τὸ νερὸ στὸ μοναστήρι κι᾿ ἔσκαψε μία λίμνη ποὺ εἶχε μάκρος χίλια πεντακόσια μέτρα γιὰ νὰ βάλη σὲ κίνηση ἕνα μύλο. Ἔχτισε ἀραξιὲς στὸ λιμάνι καὶ μεγάλες κόρδες ἀπὸ κελλιά. Μέσα σὲ πέντε χρόνια ἔχτισε μία πολὺ μεγάλη ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ μία τράπεζα ποὺ τρώγανε ὅλοι μαζὶ οἱ πατέρες καὶ σ᾿ αὐτὰ ξόδεψε τὰ πατρογονικὰ χρήματά του. Ὁ Τσάρος ἔστειλε ἕνα μαλαματένιο σταυρὸ στολισμένον μὲ μαργαριτάρια καὶ μὲ ἀκριβὰ πετράδια, γιὰ νὰ στολίσουνε τὴν ἅγια Τράπεζα. Ὁ Φίλιππος σὲ ὅλα τοῦτα δούλεψε σὰν ἕνας ἁπλὸς ἐργάτης. Ἀκόμα ἔκανε κάποια κελλιὰ ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ κοντινὰ νησάκια γιὰ τοὺς πατέρας ποὺ ἐπιθυμούσανε νὰ ἀποτραβηχθοῦνε καὶ νὰ ἀσκητέψουνε μονάχοι τους. Ὁ ἴδιος ἀποτραβιότανε κάθε τόσο κοντὰ σὲ μία μικρὴ λίμνη κ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος τὸ λένε ἀκόμα «ἔρημο τοῦ Φιλίππου».
Τὸ μοναστήρι εἶχε, κεῖνον τὸν καιρό, διακόσιους μοναχοὺς ἀπάνω κάτω καὶ τρακόσους ἐργάτες. Παρεκτὸς ἀπὸ τὰ λαχανικὰ ποὺ καλλιεργούσανε, κάνανε καὶ κοπάδια ἀπὸ ζωντανά, ποὺ βοσκούσανε στὰ βοσκοτόπια ποὺ ἀνοίξανε στὸ δάσος. Ὁ Ἡγούμενος ἔφερε κοπάδια ἀπὸ κάτι μεγάλα ἐλάφια μὲ μεγάλα παράξενα κλαδωτὰ κέρατα, ποὺ τὰ λένε ἐλάνους καὶ ποὺ ζοῦνε στὰ παγωμένα μέρη. Ἔκανε καὶ ἐργαστήρια ταμπάκικα γιὰ νὰ δουλεύουνε τὰ πετσιά, κι᾿ ἄλλα γιὰ νὰ κατεργάζονται τὰ χαυλιόδοντα ἀπὸ τὶς μεγάλες φῶκες ποὺ τὶς λένε ἐλέφαντες τῆς θάλασσας.
Τὸ μοναστήρι τοῦ Σολόβκι, αὐτὴ ἡ παγωμένη Θηβαΐδα, ἤτανε ὁ φάρος τοῦ Χριστοῦ στὸ πιὸ βορινὸ μέρος τοῦ κόσμου. Μαζὶ μὲ τὴ θρησκεία πήγανε καὶ ἥμεροι ἄνθρωποι σὲ κείνη τὴν ἄγρια ἔρημο ποὺ δὲν εἶχε καμμιὰ παρηγοριὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Συστήθηκε μία ἀποικία ἀπὸ Ρώσους ἀπάνω στὴ μεγάλη στεριά, μὲ μεγάλα κτήματα καὶ βοσκότοπους. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κυβερνιόντανε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ποὺ εἶχε βάλει νόμους καὶ σύμφωνα μ᾿ αὐτοὺς δικαζόντανε. Αὐστηρὰ ἀπαγορευόντανε τὰ πιοτὰ καὶ τὰ χαρτιά. Οἱ ἁλυκὲς βγάζανε πολὺ ἁλάτι καὶ τὰ κέρδη ἀπὸ τὴν πούλησή του γινόντανε τὸ περισσότερο ἡ συντήρηση τοῦ μοναστηριοῦ. Μεγάλα καραβάνια κουβαλούσανε τ᾿ ἁλάτι ἀπὸ τὸ ποτάμι Ντβίνα καὶ τὸ πηγαίνανε μέσα στὴ Ρωσία, παρεκτὸς ἀπὸ τὰ καράβια, καὶ τὸ κάνανε τράμπα μὲ σιτάρι.
Ὁ πάτερ Φίλιππος, μ᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς σκοτοῦρες, βρῆκε τὸν καιρὸ καὶ πῆγε στὶς Συνόδους ποὺ γινήκανε στὴ Μόσχα κατὰ τὸ 1550 καὶ 1551. Ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς εἶχε ἀκόμα τὸ μυαλό του καθαρὸ κ᾿ ἔδειχνε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ὁ πάτερ Φίλιππος εὐχαριστοῦσε τὸ Θεὸ ποὺ ἔστειλε στὴ Ρωσία ἕναν Τσάρο θεοφοβούμενο καὶ ἄξιο.
Μὰ σὲ λίγα χρόνια ἄλλαξε ὁ χαρακτήρας τοῦ Ἰβάν. Μιὰ μέρα πῆγε στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ βρῆ καταφύγιο ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ εὐλαβεῖς καὶ σπουδαίους κληρικούς, λεγόμενος Σύλβεστρος, ποὺ ἤτανε ὁ ἐξομολόγος τοῦ Τσάρου, γιατὶ εἶχε πέσει σὲ δυσμένεια. Ἀπ᾿ αὐτὸν ἔμαθε ὁ Φίλιππος ὅσα εἴχανε γίνει στὴ Μόσχα, πὼς ὁ Ἰβὰν εἶχε γίνει ἄγριος, πὼς ὁ κόσμος φοβότανε μήπως νικηθῆ ἡ Ρωσία στὸν πόλεμο ποὺ εἶχε ἀρχίσει μὲ τὴ Λιβόνια, τὶς πρῶτες καταδίκες ποὺ εἶχε κάνει ὁ Τσάρος κι᾿ ἄλλα τέτοια. Ὁ Σύλβεστρος πῆγε στὸ μοναστήρι στὰ 1562. Στὰ 1566 ἔφταξε στὸ Σολόβκι ἕνας ταχυδρόμος κ᾿ ἔφερε στὸν Ἡγούμενο μία διαταγὴ τοῦ Τσάρου ποὺ τὸν πρόσταζε νὰ πάγη γρήγορα στὴ Μόσχα. Ἐκεῖ, ὁ Μητροπολιτικὸς Θρόνος ἤτανε ἄδειος, ἐπειδὴ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἅγιος ἄνθρωπος, εἶχε κοιμηθῆ ἀπὸ τὰ 1564 καὶ στὴ θέση του εἶχε μπῆ ὁ Ἀθανάσιος. Μὰ κι᾿ αὐτός, ἐπειδὴ δὲν ἐπικροτοῦσε τὶς ἀπάνθρωπες πράξεις τοῦ Τσάρου, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ καὶ νὰ ἀποτραβηχθῆ σ᾿ ἕνα μοναστήρι. Ἀλλὰ κι᾿ ὁ διάδοχός του Γερμανός, Μητροπολίτης τοῦ Καζᾶν, ἔδωσε τὴν παραίτησή του, γιατὶ δὲν ἔστεργε στὰ κακὰ καμώματα τοῦ φοβεροῦ Τσάρου. Τότε ὁ Ἰβὰν ἔβαλε στὸ νοῦ του τὸν Φίλιππο κ᾿ ἔστειλε καὶ τὸν κάλεσε στὴ Μόσχα. Τὸν ἤξερε ἀπὸ παιδὶ κ᾿ ἐχτιμοῦσε τὴ φρόνηση ποὺ ἔδειξε στὴ Σύνοδο τοῦ 1551 κ᾿ εἶχε μάθει τὸ μεγάλο ἔργο ποὺ ἔκανε στὴν Ἄσπρη Θάλασσα. Μ᾿ ὅλα τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκανε, ὁ Ἰβὰν εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ λάμψῃ ἡ Ἐκκλησία μ᾿ ἕναν Ἱεράρχη ἁγιασμένον καὶ δραστήριο. Νόμιζε πὼς ὁ Φίλιππος θὰ περιοριζότανε στὰ ἐκκλησιαστικὰ χρέη του καὶ δὲν θὰ τὸν μπόδιζε σὲ ὅ,τι ἤθελε νὰ κάνῃ. Ποῦ νὰ ξέρη πὼς ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος ἤτανε πιὸ αὐστηρὸς ἀπ᾿ ὅσους εἶχε διώξει γιὰ τὸν ἔλεγχο ποὺ τοῦ κάνανε.
Μόλις ἔφταξε ὁ Φίλιππος στὴν πρωτεύουσα, οἱ Μητροπολίτες κ᾿ οἱ Ἀρχιεπίσκοποι κάνανε Σύνοδο καὶ τὸν ἐκλέξανε μὲ ὅλους τοὺς Κανόνες, στὶς 20 Ἰουλίου 1566. Ἀλλὰ τὴν ἴδια μέρα ἦρθε σὲ διάσταση μὲ τὸν Τσάρο, γιατὶ ζήτησε ἀπ᾿ αὐτὸν νὰ διαλύσῃ τοὺς ὀπρίτσνικους, δηλαδὴ τὴ φρουρὰ ποὺ εἴπαμε πὼς εἶχε συστήσει ἀπὸ ἕξι χιλιάδες σκληροὺς σωματοφύλακες, καὶ νὰ ἑνώσῃ τὸ ἔθνος ὅπως ἤτανε πρίν. Καὶ τοῦ εἶπε πὼς ἂν δὲν θελήσῃ ὁ Τσάρος νὰ τὸ πράξῃ, αὐτὸς δὲν δεχότανε νὰ γίνη Μητροπολίτης τῆς Μόσχας. Ὁ Ἰβὰν σκύλιασε ἀπὸ τὸ θυμό του. Μά, ὅπως συνήθισε, τοῦ πέρασε θυμὸς καὶ παραδέχθηκε νὰ τοῦ δίνη τὶς συμβουλές του. Ἔτσι, παραδέχθηκε ὁ Φίλιππος νὰ ἀνεβῆ στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Μόσχας. Ἡ ἐνθρόνισή του ἔγινε στὶς 25 Ἰουλίου στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἀναλήψεως καὶ σ᾿ αὐτὴν πήρανε μέρος δέκα Ἀρχιεπίσκοποι. Ὁ Ἰβὰν τοῦ ἔδωσε τὴ χρυσὴ ράβδο καὶ τοῦ εἶπε: «Ἡ παντοδύναμος Ἁγία Τριάς, ἡ ὁποία μᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν αὐτοκρατορικὴν διακυβέρνησιν ὁλοκλήρου τῆς Ρωσίας, σοὶ παραδίδει τὸν ἱερὸν θρόνον τοῦ ἁγίου ἀρχιεπισκόπου καὶ μητροπολίτου Πέτρου. Ἀνάβηθι ἐπὶ τῆς καθέδρας ταύτης καὶ ἱκέτευε τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἁγίους του δι᾿ ἡμᾶς, διὰ τὰ τέκνα μας καὶ δι᾿ ὅλον τὸν ὀρθόδοξον λαόν. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ σοὶ χαρίζῃ ὑγείαν καὶ μακροημέρευσιν. Ἀμήν». Μετὰ τὴν ἱεροτελεστία, ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος ἔκανε τὸ γύρο τοῦ Κρεμλίνου βαστώντας στὸ χέρι τοῦ ἕνα σταυρὸ καὶ καθισμένος σ᾿ ἕνα γαϊδούρι, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ ὡδηγούσανε δυὸ μπογιάροι. Μπροστὰ πηγαίνανε οἱ ψαλτάδες, τὰ ἑξαφτέρουγα κ᾿ οἱ λαμπάδες. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος βλόγησε τοὺς ἄρχοντες, τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαὸ ποὺ ἤτανε μαζεμένος στὶς πλατεῖες κ᾿ ὕστερα μπῆκε στὴν κατοικία του καὶ κάθισε σὲ μία μεγαλόπρεπη τράπεζα ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ Τσάρος.
Ἀπὸ κείνη τὴ μέρα ἐπὶ δεκαοχτὼ μῆνες δὲν ἀκούσθηκε πὼς σκοτώθηκε κατὰ διαταγὴ τοῦ Τσάρου κανένας κατάδικος. Ὁ Φίλιππος ἐκτελοῦσε μὲ ζῆλο τὰ καινούρια χρέη του, χειροτόνησε Ἐπισκόπους, παρακολουθοῦσε τὶς πράξεις τους καὶ κάθε χρόνο ἔκανε τὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ ἀνακουφίσῃ τὸ λαὸ ἀπὸ τὴν πανούκλα ποὺ φανερώθηκε στὴ Ρωσία. Ὡστόσο, δὲν λησμόνησε τὸ μοναστήρι του. Τοῦ ἔστελνε δωρεὲς καὶ φρόντισε νὰ τελειώσουνε τὰ ἔργα ποὺ εἶχε ἀρχίσει.
Κατὰ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1567 ὁ Ἰβὰν γύρισε ἀπὸ τὴν ἐκστρατεία στεναχωρημένος γιατὶ δὲν πέτυχε αὐτὰ ποὺ ἤθελε. Καὶ σὰν ξεσκεπάσθηκε μία προδοσία, ἄρχισε νὰ σκοτώνῃ πάλι τοὺς ὕποπτους, πού, ὅπως φάνηκε, εἴχανε δοσοληψία μὲ τὸ βασιλιὰ τῆς Πολωνίας, τὸ μεγάλο ἐχθρὸ τῆς Ρωσίας. Οἱ ὀπριτσνίκοι τρέχανε μέσα στοὺς δρόμους τῆς Μόσχας, ντυμένοι μὲ σιδεροπουκάμισα κι᾿ ἀρματωμένοι μὲ τσεκούρια, βαστώντας γραμμένους στὸ χαρτὶ τοὺς ὕποπτους, ποὺ τοὺς σκοτώνανε μέσα στὸ δρόμο.
Ὁ Φίλιππος, βλέποντας αὐτὴ τὴν κατάσταση, πῆγε γρήγορα στὸ παλάτι καὶ σὰν εἶδε τὸν Τσάρο, τοῦ μίλησε ἀπότομα γιὰ τὰ κακουργήματά του: «Ἰσχυρὲ Βασιλιά - τοῦ εἶπε - ἔχεις ἀπάνω σου τὴν πιὸ μεγάλη ἐξουσία, μιὰ ἐξουσία σχεδὸν θεϊκή. Μὰ τὸ σκῆπτρο σου εἶναι πολὺ ἀδύνατο, ἕνας ἴσκιος μπροστὰ στὸ σκῆπτρο τοῦ Θεοῦ. Δίνοντάς σου ὁ Θεὸς αὐτὸ τὸ σκῆπτρο, σὲ κατέστησε ὑποχρεωμένον νὰ διδάσκης τοὺς ἀνθρώπους νὰ ζοῦνε σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθεια. Νὰ εἶσαι πιστὸς στὸ θεϊκὸ νόμο, νὰ κυβερνᾶς εἰρηνικά, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους. Ἡ θέση σου εἶναι ὑψηλή, ἀλλὰ τὸ σῶμα σου εἶναι σὰν τὸ σῶμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μπορεῖ νὰ λέγεται Αὐτοκράτορας μοναχὰ ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιάζει τὸν ἑαυτό του, ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι δοῦλος στὰ πάθη του, ἀλλὰ τὰ νικᾶ μὲ τὴν ἀγάπη. Ἄκουσες ποτὲ πὼς οἱ εὐσεβεῖς τσάροι μολύνανε τὴ δύναμή τους, ὅπως κάνεις ἐσύ;» Ὁ Ἰβὰν ἔγινε θηρίο καὶ φώναξε: «Τί ἔχεις, παλιοκαλόγερε κι᾿ ἀνακατεύεσαι στὶς ὑποθέσεις μου; Δὲν ἔχεις νὰ κάνῃς ἄλλο παρὰ νὰ σωπάσῃς, νὰ ἐγκρίνῃς τὶς πράξεις μου καὶ νὰ μοῦ δίνῃς τὴν εὐλογία σου». Τοῦ λέγει ὁ Φίλιππος: «Εἶμαι ὁ ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κ᾿ ἔχω τὸ χρέος, ὅπως ἔχεις κι᾿ ἐσύ, νὰ ξαγρυπνῶ γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου. Δὲν μπορῶ νὰ σωπαίνω. Ἂν σώπαινα, σὰν νἄλεγα πὼς ἐγκρίνω τὰ σφάλματά σου. Ἂν δὲν φωνάξω τὴν ἀλήθεια, γίνουμαι ἀνάξιος νὰ ἔχω τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου. Ἂν ὑποκλίνομαι μπροστὰ σὲ κάθε ἀνθρώπινη θέληση, τί θ᾿ ἀποκριθῶ στὸν Χριστὸ κατὰ τὴν ὥρα τῆς κρίσεως; σὲ παρακαλῶ νὰ διώξης ἀπὸ κοντά σου ἐκείνους ποὺ σὲ σπρώχνουν στὴν ἀπώλεια, ἐσένα καὶ τὸ βασίλειό σου». Τότε ὁ Ἰβὰν γίνηκε ἀληθινὰ φοβερὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴν πολεμᾶς τὴν ἐξουσία μου, ἂν δὲν θέλης νὰ τραβήξῃς τὴν ὀργή μου. Εἰδ᾿ ἀλλιῶς, ἄφησε τὸν τίτλο τοῦ Μητροπολίτη». Ὁ Φίλιππος ἀποκρίθηκε: «Δὲν ἔκανα τίποτα γιὰ ν᾿ ἀποκτήσω αὐτὸν τὸν τίτλο. Ἐσὺ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ τὴ μοναξιὰ ποὺ ζοῦσα στὴν ἔρημο. Λοιπόν, κᾶνε ὅ,τι θελήσεις».
Ὕστερα ἀπὸ τὴ λογομαχία ποὺ ἔγινε ἀνάμεσα στὸν Ἰβὰν τὸν Τρομερὸ καὶ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Φίλιππο, ἡ κατάσταση σκοτείνιασε. Ὁ Τσάρος καταλάβαινε πὼς ἔπαθε μεγάλη προσβολὴ ἀπὸ τὸ Δεσπότη ποὺ τὸν μάλωσε γιὰ ὅσα εἶχε κάνει καὶ ποὺ τοῦ ἔδειξε ποιὰ εἶναι ἡ δικαιοσύνη κι᾿ ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔπρεπε νὰ κρατᾶ ἕνας Βασιλιάς. Κι᾿ ὁ θυμός τοο μεγάλωνε σὰν συλλογιζότανε πὼς ὁ Φίλιππος βαστοῦσε ἀπὸ ἀρχοντικὸ γένος, ἀπὸ τοὺς μπογιάρους ποὺ τοὺς ἐχθρευότανε πολύ.
Στὶς 22 Μαρτίου τοῦ 1568, ὁ Ἰβὰν κ᾿ ἡ βασιλικὴ συνοδεία μπήκανε στὴ Μητρόπολη γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὴ Λειτουργία. Ὁ Τσάρος ἤτανε ντυμένος μ᾿ ἕνα μαῦρο ράσο σὰν καλόγερος. Οἱ σωματοφύλακοί του, οἱ φοβεροὶ ὀπρίτσνικοι, φορούσανε στὰ κεφάλια τοὺς κάτι σιδερένιες περικεφαλαῖες ποὺ τοὺς κάνανε νὰ φαίνονται ἴδιοι Χαλδαῖοι, ὅπως εἶχε γράψει ἕνας χρονογράφος ποὺ τοὺς εἶδε. Ὁ Ἰβὰν πῆγε κοντὰ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο τρεῖς φορές, μὰ ἐκεῖνος στεκότανε χωρὶς νὰ σαλέψῃ καὶ χωρὶς νὰ δώσῃ προσοχὴ στοὺς μπογιάρους ποὺ τοῦ λέγανε μὲ σιγανὴ φωνή: «Ὁ Τσάρος εἶναι ἐκεῖ, περιμένει τὴν εὐλογία σου». Δὲν ἀκουγότανε ἀνασαμιά. Ἄξαφνα ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Μητροπολίτη: «Μεγαλειότατε, σὲ σένα δὲν ἀναγνωρίζει πιὰ κανένας ἕναν Τσάρο. Ἡ ὄψη τοῦ προσώπου σου εἶναι σκοτεινή. Ἀπὸ τότε ποὺ λάμπει ὁ ἥλιος στὸν οὐρανό, ποτὲ δὲν εἶδε ὁ κόσμος τοὺς εὐλαβεῖς βασιλιάδες νὰ θαμπώνουνε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐξουσία τους. Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ὑποφέρουν. Ἐπιτελοῦμεν ἐδῶ, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἁγία Τράπεζα, μιὰ ἀναίμακτη θυσία γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία χύνονται αἵματα, πεθαίνουν ἀθῶοι ἄνθρωποι. Λησμόνησες πὼς καὶ σὺ ἔχεις ἀπάνω σου τὴ μοίρα ποὺ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ πὼς ἔχεις χρέος νὰ ζητήσης τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου; Οἱ Τάταροι κ᾿ οἱ εἰδωλολάτρες ἔχουνε ἕνα νόμο καὶ μία δικαιοσύνη. Μὰ στὴ Ρωσία δὲν ὑπάρχει πιὰ δικαιοσύνη. Σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο, οἱ κατάδικοι ζητοῦν νὰ τοὺς σπλαγχνισθοῦν οἱ βασιλιάδες καὶ τοὺς δίνουνε συγχώρηση. Ἀλλὰ στὴ Ρωσία δὲν ὑπάρχει πιὰ εὐσπλαγχνία, μήτε γιὰ τοὺς ἀθώους καὶ γιὰ τοὺς δίκαιους. Ὁ Θεὸς σὲ ὕψωσε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, ἐν τούτοις εἶσαι πάντα ἕνας ἄνθρωπος θνητὸς καὶ θὰ σοῦ ζητήσῃ ἀπόκριση γιὰ τὸ αἷμα τῶν ἀθώων. Οἱ πέτρες ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου θὰ φωνάξουν, ἂν οἱ ζωντανοὶ σωπαίνουν, γιὰ νὰ σὲ κατηγορήσουν καὶ νὰ σὲ κρίνουν. Ἔχω χρέος νὰ σοῦ μιλήσω μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ νὰ σοῦ πῶ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ κι᾿ ἂν ἀκόμα ὁ θάνατος θὰ εἶναι ἡ πληρωμὴ γι᾿ αὐτὸ ποὺ κάνω».
Ὁ Ἰβὰν ἔγινε κατακίτρινος καὶ φώναξε: «Θαρρεῖς, Φίλιππε, πὼς θὰ λυγίσης τὴ θέλησή μου; Σήκωσες κεφάλι καταπάνω μου; Ὡς τώρα ἔδειξα ἐπιείκεια γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς συντρόφους σου, μὰ τώρα θὰ μάθετε ποιὸς εἶμαι». Λέγοντας αὐτά, χτύπησε τὴ γῆ μὲ τὴ ράβδο του ποὺ εἶχε σιδερένια μύτη. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποκρίθηκε: «Εἶμαι ἕνας περαστικὸς ἀπὸ τὴ γῆ. Ἦρθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο ὅπως ὅλοι οἱ πατέρες μου, ἕτοιμος νὰ πεθάνω γιὰ τὴν ἀλήθεια». Ὁ Τσάρος, μελανὸς ἀπὸ τὸ θυμό του, βγῆκε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ κι᾿ ἀπὸ πίσω τοῦ οἱ φοβεροὶ σωματοφυλάκοι του.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅμως δὲν δείλιασε καθόλου. Κάθε φορὰ ποὺ συναπαντοῦσε τὸν Τσάρο, τοῦ μιλοῦσε μὲ παρρησία, λέγοντάς του πὼς ἔπρεπε νὰ δείχνη ἐπιείκεια καὶ συγγνώμη, καὶ κάθε φορὰ ἐκφραζότανε μὲ περισσότερη αὐστηρότητα, φοβερίζοντας τὸν Ἰβὰν καὶ λέγοντάς του πὼς θὰ τὸν τιμωροῦσε ὁ Θεός. Βλέποντας ὅμως πὼς ὁ τσάρος ἀπέφευγε στὸ τέλος νὰ τὸν δὴ καὶ πὼς κρυβότανε ἀπ᾿ αὐτόν, ἀποφάσισε νὰ ἐκθέση τὴν ἀντιγνωμία του μὲ τὸν Τσάρο σ᾿ ὅλο τὸ ἔθνος.
Τὴν ἄλλη μέρα ξαναρχίσανε οἱ σκοτωμοὶ κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰβάν. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μπογιάρους κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Μητρόπολης μπήκανε στὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ ὁμολογήσουνε πὼς εἴχανε κάνει συνωμοσία μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, μὰ ἄδικα. Μεγάλη τρομοκρατία σκέπασε τὴ Μόσχα ὅλο τὸ καλοκαίρι τοῦ 1568. Οἱ γενιτσάροι τοῦ Ἰβὰν ρημάξανε τὰ χωριὰ ποὺ ἤτανε γύρω στὴν πρωτεύουσα. Γκρεμνίσανε σπίτια, σφάξανε ζωντανά, ἀτιμάσανε γυναῖκες. Σφάξανε κ᾿ ἕναν ἀνηψιὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Μὰ ὁ Ἰβὰν δὲν τολμοῦσε ἀκόμα νὰ χτυπήσῃ τὸν ἴδιο τὸ Μητροπολίτη. Τὰ λόγια, ποὺ εἶχε πῆ μὲ τόσο θάρρος στὸν Τσάρο, μαθευτήκανε γλήγορα σ᾿ ὅλη τὴ Ρωσία κι᾿ ὁ λαὸς τὸν θαύμαζε.
Στὶς 28 Ἰουλίου ὁ Τσάρος πῆγε μὲ τὴ συνοδεία του νὰ λειτουργηθῇ στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας ποὺ βρισκότανε σ᾿ ἕνα προάστιο τῆς Μόσχας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τὸ θρόνο του εἶδε μέσα στοὺς σωματοφύλακες ἕναν ποὺ δὲν ἔβγαλε τὴν κάσκα του μπαίνοντας στὴν ἐκκλησιὰ καὶ φώναξε. Ὁ Τσάρος γύρισε νὰ δῇ, μὰ στὸ μεταξὺ ὁ στρατιώτης ξεσκουφώθηκε κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν τόλμησε κανένας νὰ τὸν δείξῃ. Ὁ Τσάρος τότε φώναξε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο: «Ψεύτη! Ἐπαναστάτη!». Κανένας δὲν ἔβγαλε ἀνασαμιὰ κ᾿ ἡ Λειτουργία ἐξακολούθησε.
Μὰ ὁ τύραννος εἶχε πάρει ἀπόφαση νὰ παιδέψῃ τὸν Φίλιππο καί, γιὰ νὰ φανῇ πὼς κράτησε τοὺς τύπους, κάλεσε μία ψευτοσύνοδο γιὰ νὰ βρῇ κάποια κατηγορία καταπάνω στὸν Ἅγιο. Μὴ βρίσκοντας κανένα φταίξιμο σ᾿ αὐτόν, κάνανε μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τρία πρόσωπα καὶ τὴ στείλανε στὸ μοναστήρι τοῦ Σολόβκι γιὰ νὰ ἐξετάσουνε τί ἔκανε ὁ Φίλιππος τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε Ἡγούμενος. Μὰ οἱ μοναχοὶ καταθέσανε ὑπὲρ τοῦ Φιλίππου. Τότε οἱ ἀνακριτὲς φοβερίξανε τὸν Ἡγούμενο κ᾿ ἴσως τοῦ τάξανε πὼς θὰ γινότανε Ἐπίσκοπος, κ᾿ ἐκεῖνος ὁ ἄθλιος κατηγόρησε τὸν Φίλιππο γιὰ ἕνα σωρὸ ἐγκλήματα, χωρὶς νὰ φέρνῃ καμμιὰ ἀπόδειξη. Σὰν γυρίσανε πίσω στὴ Μόσχα, ἡ Σύνοδος συνεδρίασε μὲ μεγάλη ἐπισημότητα στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Ἀναλήψεως, παρὼν κι᾿ ὁ Φίλιππος, ποὺ ἄκουγε τὶς κατηγόριες δίχως νὰ μιλήσῃ, πράος κ᾿ ἥσυχος. Κατόπι σηκώθηκε καὶ δήλωσε πὼς δίνει τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἀλλὰ ὁ Τσάρος, μὲ μιὰ προστακτικὴ χειρονομία, τὸν σταμάτησε. Τὴν ἄλλη μέρα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος λειτούργησε ὅπως πάντα. Στὸ μεταξύ, ἡ Σύνοδος συνεδρίασε, χωρὶς νὰ εἶναι παρὼν ὁ κατηγορούμενος κ᾿ ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση πὼς καταδικάζεται σὲ ἐκθρόνιση καὶ σὲ κλείσιμο σὲ μοναστήρι.
Τὴν ὥρα ποὺ τελείωσε ἡ Λειτουργία, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ὀπρίτσνικων, ὁ Ἀλέξης Μπασμάνωφ, τριγυρισμένος ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του, μπαίνει στὴ Μητρόπολη, βαστώντας μία μεμβράνα καὶ διαβάζει φωναχτὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου. Παρευθύς, οἱ στρατιῶτες προχωροῦνε πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τραβᾶνε ἀποπάνω τοῦ τὰ ἄμφια, τοῦ ρίχνουν στὴν πλάτη του ἕνα κουρελιασμένο καλογερίστικο ράσο καὶ τὸν ἀνεβάζουνε ἀπάνω σὲ μιὰ καζάκα (ἕλκηθρο) χωριάτικη, βρίζοντας τὸν καὶ χτυπώντας τον μὲ τὶς σκοῦπες τους. Ὁ Ἅγιος γύρισε καὶ βλόγησε τὸ λαὸ ποὺ ἔκλαιγε κ᾿ εἶπε πὼς εἶναι ἕτοιμος νὰ πεθάνη γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ δίδαξε ὁ Κύριος. Στὸ τέλος φώναξε: «Ἡ ἀγάπη σας θὰ μοῦ πλέξη ἕνα στέφανον ἀμάραντον στοὺς αἰῶνες».
Οἱ κακοῦργοι τὸν σέρνανε ἀπὸ τὅνα μοναστήρι στ᾿ ἄλλο, γύρω στὴ Μόσχα, γιὰ νὰ μὴ μάθη ὁ κόσμος ποὺ τὸν πήγανε. Στὸ τέλος τὸν χώσανε σ᾿ ἕνα μπουντρούμι, ἁλυσοδεμένον. Λένε πὼς ὁ Τσάρος τοῦ ἔστειλε, τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τσουβάλι, τὸ κεφάλι ἑνὸς συγγενῆ του κ᾿ οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ εἴπανε στὸν Ἅγιο: «Βλέπεις πὼς οἱ μαγεῖες σου δὲν γλυτώσανε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀγαποῦσες τόσο πολύ».
Ὡστόσο, πλῆθος λαὸς μαζεύθηκε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ τὸν εἴχανε φυλακισμένον καὶ θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, λέγοντας μὲ δάκρυα τὰ τελευταῖα λόγια του. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἰβὰν ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν πάρουνε καὶ νὰ τὸν πᾶνε μακριά, σ᾿ ἕνα μοναστήρι κοντὰ στὸ Τβέρ.
Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς κι᾿ ὁ φοβερὸς Τσάρος ξεστράτεψε γιὰ νὰ τιμωρήση τὸ Νοβγκορὸντ καὶ χάλασε ὅλες τὶς πολιτεῖες ποὺ εὕρισκε στὸ δρόμο του. Καήκανε ἐκκλησιὲς καὶ μοναστήρια, σφαχτήκανε παπάδες καὶ καλόγεροι. Οἱ γενιτσάροι του φτάξανε καὶ στὸ Τβέρ, ποὺ βρισκότανε τὸ μοναστήρι ποὺ ἤτανε φυλακισμένος ὁ ἅγιος Φίλιππος. Τότε ὁ Τσάρος ἔστειλε ἕναν Μαλιούτα Σκουράτωφ, τὸν πιὸ θηριόψυχον ἀπὸ τοὺς ὀπρίτσνικους, γιὰ νὰ ζητήση τάχα τὴν εὐλογία του, ἀλλὰ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν θανατώσῃ.
Ὁ Ἅγιος ἀπὸ μέρες εἶχε νοιώσει πὼς πλησίαζε τὸ τέλος του καὶ τὄλεγε στοὺς καλόγερους. Στὶς 23 Δεκεμβρίου μετάλαβε καὶ σὲ λίγο ἔφταξε ὁ Μαλιούτας, μπῆκε στὸ κελλί του καὶ τοὔδωσε τὴ διαταγὴ τοῦ Τσάρου. Ὁ Ἅγιος του εἶπε μοναχά: «Τέκνον μου, κᾶμε τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο ἦλθες». Εἶπε μία σύντομη προσευχὴ καὶ πρὶν τὴν τελειώσῃ, ὁ κακοῦργος τὸν ἔπνιξε μ᾿ ἕνα μαξιλάρι.
Ἔτσι μαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ὁ ἅγιος Φίλιππος, Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ρωσίας, ὅπως εἶχε μαρτυρήσει κι᾿ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, πρὶν ἀπὸ 1160 χρόνια.
Ὁ Ἰβάν, κατὰ τὰ συνηθισμένα του, μετάνοιωσε γιὰ τὸ κακούργημά του. Φυλάκωσε τὸ συκοφάντη Ἡγούμενο τοῦ Σολόβκι σ᾿ ἕνα ἄλλο μοναστήρι καὶ τιμώρησε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατηγόρους τοῦ ἁγίου Φιλίππου.
Ὓστερ᾿ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἀφοῦ πέθανε ὁ Ἰβάν, ὁ Ἡγούμενος τοῦ Σολόβκι Ἰακώβ, σταλμένος ἀπὸ τὴν κοινότητά του, πῆγε καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸν Θεόδωρο, τὸ γυιὸ τοῦ Ἰβάν, ποὺ βασίλεψε ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πατέρα του. Τὸ ἅγιο λείψανο ἤτανε θαμμένο πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τῆς ἐκκλησιᾶς στὸ μοναστήρι ποὺ μαρτύρησε. Σὰν τὸ ξεθάψανε, τὸ βρήκανε ἄβλαβο καὶ ἀπείραχτο. Τὸ μεταφέρανε στὸ Σολόβκι καὶ τὸ βάλανε στὸ μέρος ποὺ εἶχε διαλέξει ὁ ἴδιος γιὰ τὸν τάφο του, μέσα στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Σαββατίου καὶ τοῦ Ζωσιμᾶ. Ἀμέσως γινήκανε πολλὰ θαύματα, ἄρρωστοι θεραπευτήκανε καὶ πολλοὶ προσκυνητὲς εἴδανε τὸν Ἅγιο ζωντανόν. Ἀπὸ τὰ 1636 ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἄρχισε νὰ γιορτάζη στὴ μνήμη του σὲ ὅλη τὴν ἀπέραντη ἐκείνη χώρα. Στὰ 1652 τὸ ἅγιο λείψανο τὸ μεταφέρανε στὴ Μόσχα, στὴ Μητρόπολη τῆς Ἀναλήψεως.
Ὁ Τσάρος Ἀλέξιος Μιχαήλοβιτς, ποὺ βασίλεψε στὰ 1645, ἄνθρωπος εὐσεβής, ποὺ σεβότανε τὴν Ἐκκλησία καὶ εἶχε σὲ μεγάλη τιμὴ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες, πῆγε στὴν Ἄσπρη Θάλασσα μαζὶ μὲ τοὺς πρίγκιπες καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶ μὲ τὸν Νίκωνα, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Νοβγκορόντ, ποὺ ἔγινε ὕστερα Πατριάρχης, καὶ μὲ μεγάλη πομπὴ βάλανε ἀπάνω στὸν τάφο τοῦ ἁγίου Φιλίππου μία ἐπιγραφὴ ποὺ περιλάβαινε μία προσευχὴ τοῦ Τσάρου πρὸς τὸν Ἅγιο. Ὁ Τσάρος τὸν παρακαλοῦσε νὰ συγχωρήσῃ τὰ παραπτώματα ποὺ ἔκανε ὁ πρόγονός του καὶ γονάτιζε μπροστά του γιὰ νὰ στείλῃ τὴ χάρη του καὶ γιὰ νὰ ξαναγυρίσῃ τὸ πνεῦμα του στὴν παλιὰ πρωτεύουσα.
Στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1652, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου στὸ Κρεμλίνο κ᾿ ἡ πομπὴ πέρασε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Μόσχας, ποὺ ἤτανε γεμάτοι κόσμο. Τὴ λειψανοθήκη τὴ βαστοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος μὲ τὅνα χέρι καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο τὸ σκῆπτρο. Τὸ ἴδιο βράδυ ἔγραψε ἕνα γράμμα συγκινητικὸ καὶ γεμάτο ἀπὸ πίστη στὸ συμβουλάτορά του τὸν Πρίγκιπα Ὀντόβσκι, γιὰ νὰ τοῦ περιγράψῃ τὶς θεραπεῖες ποὺ γινήκανε τὴν ἴδια μέρα μέσα στὴν ἐκκλησία τῆς Μητροπόλεως. Τοῦ ἔγραφε ἀκόμα τὴ μεγάλη χαρά του γιατὶ ἀποκαταστάθηκε ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Φιλίππου, ποὺ ὑπόφερε τόσα βάσανα γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τοῦ δωρήσῃ τὴν πίστη καὶ τὴ δύναμη γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμά του.
Οἱ ὕμνοι, ποὺ ψέλνει ἴσαμε σήμερα ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία στὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Φιλίππου, τὸν ὀνομάζουνε «στύλον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγωνιστὴν τῆς Ἀληθείας, καλὸν ποιμένα, ὅστις ἔδωσε τὴν ζωὴν τοῦ ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου του».





+ Φωτίου  Κόντογλου

Η ΘΕΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ

Από το έργο του, "Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου".

Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού -  Οικονομολόγου

Ο  άγ. Μάξιμος γεννήθηκε στην ΚΠολη από ευγενή οικογένεια και υπήρξε Αρχιγραμματέας του Αυτοκράτορα Ηράκλειου. Όταν ο Αυτοκράτορας κατέστη αιρετικός Μονοθελήτης, εγκατέλειψε τα πάντα και εκάρη μοναχός. Πέτυχε καταδίκη της αίρεσης του Μονοθελητισμού στη Σύνοδο του Λατερανού (649) και αγωνίσθηκε να μην εδραιωθεί η αίρεση αυτή στην Ανατολή. Κυνηγήθηκε από τις Εκκλησίες της Ανατολής, συνελήφθη από τον Αυτοκράτορα Κώνστα Β΄ και του κόπηκε η γλώσσα και το δεξί χέρι. Έγραψε πολλά έργα: Τα «Κεφάλαια περί Αγάπης», «Η Μυσταγωγία», εξηγήσεις πάνω στα συγγράμματα του Αγ. Διονυσίου Αεροπαγίτη (ψευδο-Διονύσιου), καθώς και πολλά έργα κατά του Μονοφυσιτισμού και Μονοθελητισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 21 Ιανουαρίου.
Ο Μονοθελητισμός είχε ήδη ξεκινήσει επί  Ιουστινιανού Α΄ (γνωστού Μονοθελίτη) και κορυφώθηκε επί Ηρακλείου και Κώνστα Β΄ (642-668), με τη δημοσίευση του «Τύπου». Η Ρώμη κατά την περίοδο αυτή αντέδρασε και δεν υπετάγη στον Μονοθελητισμό. Ούτε ο Θεόδωρος Α΄ (642-649), ούτε ο Μαρτίνος Α΄ (649-655), ούτε ο Ευγένιος Α΄ (654-657), ούτε ο Βιταλιανός (657-672) προσεχώρησαν, μάλιστα δε των τριών πρώτων το μνημόσυνο είχε διακόψει η ΚΠολη, το επανέφερε δε στον τελευταίο, καθότι αυτός ειδοποίησε τον Αυτοκράτορα για την εκλογή του. Οι τρεις τελευταίοι είναι 'Αγιοι από τον Παπισμό, ο δε δεύτερος και από την Ορθοδοξία. Ο Μαρτίνος Α΄ μαρτύρησε αρνούμενος τον Μονοθελητισμό και πέθανε στις 16.9.655. Η Ρώμη είχε εκλέξει τον Ευγένιο Α΄ ενώ ζούσε ο Μαρτίνος Α΄. Ο Ευγένιος Α΄ εκλέχθηκε στις 10.8.654, ενώ ο εξόριστος Μαρτίνος Α΄ δεν διαμαρτυρήθηκε. Πρώτη ενέργεια του Ευγένιου Α΄ ήταν να αποκαταστήσει καλές σχέσεις και διάλογο με την ΚΠολη, σχετικά με την αίρεση αυτή, γι' αυτό έστειλε στην ΚΠολη αντιπροσωπεία για συζητήσεις. Η αντιπροσωπεία προσκόμισε στη Ρώμη επιστολή του ΚΠόλεως Πέτρου, η οποία θεωρήθηκε ύποπτη και σκοτεινή και απάδουσα προς την εκκλησιαστική τάξη, είναι δε σαφώς αιρετική και πολύ χειρότερη από εκείνες των προκατόχων του. Η επιστολή αυτή δημιούργησε σφοδρές αντιδράσεις στη Ρώμη, μέχρι που εμποδίστηκε ο Πάπας να τελέσει τη λειτουργία των Χριστουγέννων, αν δεν καταδίκαζε την επιστολή. Πράγματι, ο Ευγένιος απάντησε στον Πατριάρχη με ρητή καταδίκη για όσα ανέφερε στην επιστολή του. Όταν ο Αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ πληροφορήθηκε την άμεση ενέργεια του Πάπα, σχεδίαζε πως να εξοντώσει και αυτόν, αλλά δεν πρόφθασε, διότι ο Πάπας πέθανε στις 2.6.657. Εκτός από τη Σύνοδο του Λατερανού (649), που καταδίκασε επίσημα τον Μονοθελητισμό, μια Σύνοδος των Αφρικανών Επισκόπων (646) είχε ήδη καταδικάσει επίσημα τον Μονοθελητισμό. Κανείς λοιπόν από τους ανωτέρω Πάπες δεν προσχώρησε στον Μονοθελητισμό, ούτε ο Πάπας Ευγένιος Α΄, μάλιστα δε ο αποκρισάριος του Πάπα Βιταλιανού στην ΚΠολη, Αναστάσιος, μαρτύρησε μαζί με τον άγιο Μάξιμο και τον μαθητή του Αναστάσιο. Αν κάποιος από τους Πάπες αυτούς είχε προσχωρήσει στον Μονοθελητισμό, τότε θα αφοριζόταν από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (680), όπως αφορίσθηκαν οι: Ρώμης Ονώριος (625-638), ΚΠόλεως Σέργιος Α΄ (610-638), Πύρρος Α΄ (638-641), Παύλος Β΄ (641-653), Πέτρος (654-666) και Αλεξανδρείας Κύρος (630-643) ως αιρετικοί Μονοθελήτες. Η Σύνοδος λοιπόν αυτή αφόρισε 6 Πατριάρχες!!!
Συμπερασματικά, όταν αγωνιζόταν ο άγιος Μάξιμος (580-662) κατά του Μονοθελητισμού δεν ήταν μόνος. Είχε πίσω του τουλάχιστον την Εκκλησία της Ρώμης και τους Επισκόπους της Αφρικής.
ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗ «ΘΕΩΣΗ»
Στα έργα του ο Μάξιμος διδάσκει τη μετριοπάθεια ή μάλλον την αποφυγή των καταχρήσεων σε όλους τους τομείς: «Επί πάντων δε των πραγμάτων, η παράχρησις εστίν η αμαρτία». Τη μεγαλύτερη έμφαση όμως τη δίνει στο ζήτημα της «θεώσεως». Όπως όλοι οι άλλοι Έλληνες μυστικιστές, ο Μάξιμος ξεκίνησε από την αρχή που διατυπώθηκε από τον Πλάτωνα στον «Θεαίτητο» (176-β), όπου ο Σωκράτης εμφανίζεται να υποστηρίζει, ότι ο μόνος τρόπος αποφυγής του κακού είναι η απομάκρυσνση από τη γη, που την εξισώνει με «ομοίωσις τω Θεώ, κατά το δυνατόν». Ο Σωκράτης πίστευε, ότι η «ομοίωσις» μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με αυστηρή πνευματική αυτοπειθαρχία. Αλλά οι Χριστιανοί μυστικιστές, όπως και μερικοί ειδωλολάτρες, είχαν βαθιά επηρεασθεί από τον ασκητισμό, και οι κυριότερες πηγές του Μάξιμου, ο Ευάγριος Ποντικός (346-399) και ο ψευδο-Διονύσιος (γύρω στα 500) θεωρούσαν τις ασκητικές συνήθειες, ως τον κυριότερο δρόμο που οδηγούσε στη θέωση.
Το δόγμα της θεώσεως ήταν βαθιά ριζωμένο στη βιβλική παράδοση, όπως (Ιω. 10. 34) «θεοί εστέ», και στα Πατερικά δόγματα, όπως στον Ωριγένη, από τον οποίο ο Μάξιμος είχε πολύ επηρεασθεί, παρ’ όλο που ήταν αρκετά προσεκτικός, ώστε να απορρίπτει όσες από τις δοξασίες του είχαν χαρακτηρισθεί ως αιρετικές, στον Αλεξανδρείας Αθανάσιο (328-373), στον Ευάγριο και στους Καππαδόκες Πατέρες.
Αλλά η μεταγενέστερη Βυζαντινή άποψη για τη «θέωση» («θεοποίησις» σύμφωνα με τους Πατέρες των πρώτων αιώνων) αποδίδεται στον Αθανάσιο, που έγραψε ότι «ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Η άποψη αυτή αποτελεί αξίωμα στο θεολογικό σύστημα του Μαξίμου (όπως «δια τούτο γέγονεν άνθρωπος ο….. Θεός Λόγος, ίνα ποιήση θεούς….. τους ανθρώπους») και όπως οι προγενέστεροι συγγραφείς, υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν μπορούσε να πετύχει την «θέωσιν», χωρίς να υπακούει στο Θεό, να απαλλαγεί από τα εγκόσμια και να καταπολεμήσει τα πάθη του.
Σύμφωνα με μερικά χωρία του Μαξίμου, ο άνθρωπος μπορεί να υποβοηθηθεί στο δρόμο προς την «θέωσιν», όχι μόνο «ευχαίς και δεήσεσι και ελεημοσύναις», αλλά και με την «αγάπην, ευεργεσίαν» και άλλες αρετές. Άλλοτε όμως αποδίδει την «θέωσιν» του ανθρώπου σε θεία ενέργεια, στο Λόγο ή στο Άγιο Πνεύμα, όπως υποστηρίζει ο ψευδο-Διονύσιος. Επίσης, όπως και ο ψευδο-Διονύσιος, ο Μάξιμος οπωσδήποτε ήθελε να υπογραμμίσει την πρωτοβουλία και συγχρόνως, να τονίσει την ανθρώπινη συνεργασία. Στην πραγματικότητα ο Μάξιμος θεωρούσε την «θέωσιν» του ανθρώπου ως εγγυημένη από την «θέωσιν» της ανθρωπίνης φύσεως, από την ενανθρώπηση του Λόγου, που προηγήθηκε (και τη Σταύρωση, όπως καμιά φορά προσθέτει).
Η διαδικασία αυτή στηρίζεται στην στην «αντίδοση ιδιωμάτων», με την οποία, λαμβάνοντας υπόψη την εγγύτητα της θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο Χριστό, ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί, ότι οι ιδιότητες της μιάς φύσεως μπορούσαν να μεταφερθούν στην άλλη. Συνέπεια αυτής της «αντιδόσεως» είναι η στήριξη της αντιλήψεως, ότι ο Λόγος έπαθε (αφού η σάρκα του υπέστη τη σταύρωση) και ότι ο Υιός του Ανθρώπου, ο Ευαγγελικός Ιησούς, υπήρξε ο Παντοκράτωρ (αφού η ανθρώπινη φύση του ήταν αδιαίρετα ενωμένη με τον Θείο Λόγο).
Συνώνυμη με την «αντίδοσιν ιδιωμάτων» είναι η «περιχώρησις» των δυο φύσεων εις (ή προς) αλλήλας», όπου ο όρος «περιχώρησις» μπορεί να ερμηνεύεται ως εισχώρηση των ιδιοτήτων της μιας φύσεως στην άλλη. Ο όρος αυτός πρωτοχρησιμοποιήθηκε στη Χριστολογία του Γρηγορίου Θεολόγου, που με τη σειρά του τον είχε δανεισθεί από τους Στωϊκούς. Τον Γρηγόριο μιμήθηκε σ’ αυτό, όπως και σε πολλά άλλα, ο Μάξιμος και μετά από αυτόν ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Έτσι, η «περιχώρησις της θείας φύσεως εις την ανθρωπίνην φύσιν» ήταν ένα από τα κύρια μέσα, για την επίτευξη της «θεώσεως» της ανθρωπίνης φύσεως.
Πολλοί ερευνητές έκριναν, ότι οι θεολογικές απόψεις του Μαξίμου περιέχουν πολλές ασυνέπειες, όπως π.χ. συμβαίνει με την ανάλυση του όρου «γνώμη». Η εντύπωση όμως αυτή προέκυψε από το γεγονός, ότι ο Μάξιμος απέφευγε να γράφει συστηματικές πραγματείες και ανέπτυσσε τις απόψεις του απαντώντας σε συγκεκριμένα ερωτήματα και, εάν συγχωρηθούν ορισμένες περιστασιακές μετατοπίσεις της εμφάσεως και εναλλαγές της ορολογίας στην εξελικτική πορεία της σκέψεώς του, μπορεί να υποστηριχθεί, ότι τα θεολογικό του κείμενα, θεωρούμενα συνθετικά, αποτελούν εύληπτο σύνολο.
ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ «ΠΕΡΙ ΘΕΩΣΕΩΣ»
Όσοι προχώρησαν πνευματικά διακρίνουν μέσα τους τρεις κινήσεις της ψυχής, η μια διεκπεραιώνεται από το νου, η άλλη από το λόγο, η τρίτη από την αίσθηση. Αλλά σ’ αυτούς, οι τρεις αυτές κινήσεις συναιρούνται σε μια μόνο. Γιατί η κίνηση με την αίσθηση (αισθητικότητα) έχει ενταχθεί μέσα στην κίνηση με το λόγο κι αυτή μέσα στην κίνηση με το νου. Βασισμένος πάνω στις δυο κατώτερες κινήσεις ο νους υψώνεται στην ανώτερη γνώση του Θεού. Η κίνηση του νου είναι μια γνώση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, είναι πάνω από τη γνώση και μπορεί να ονομαστεί και αγνωσία ή γνώση αποφατική. Γιατί ο νους που κινείται γύρω από το Θεό αρνείται να τον ορίσει με κατηγορούμενα δανεισμένα από τα κτιστά, έχοντας έντονη κι απλή εμπειρία Εκείνου που είναι πάνω απ’ όλα τα πλάσματα. Ωστόσο ο άγιος Μάξιμος καλεί κι αυτή την εμπειρία, που είναι αδύνατο να προσδιοριστεί, κίνηση.
Η κίνηση με το λόγο ορίζει το Θεό ως απροσδιόριστο στην ιδιότητά του ως αιτία. Στην κίνηση αυτή η ψυχή κάνει σαφείς στον εαυτό της με μια γνώση – επιστήμη τους λόγους Εκείνου που είναι γνωστές μόνο με την ιδιότητα της αιτίας. Οι λόγοι αυτοί είναι μέσα στην ψυχή και μέσα στον κόσμο. Μέσα στην ψυχή δεν μπορεί να είναι παρά όσο η ψυχή βρίσκεται σε σχέση με τον κόσμο. Υπάρχουν μέσα στην ψυχή, όπως το φως στα μάτια και ο αέρας στους πνεύμονες. Η ψυχή και ο κόσμος έχουν τους λόγους αυτούς με τρόπο πάγιο. Οι λόγοι αυτοί επενεργούν μ’ ενδιάμεσο τον κόσμο πάνω στην ψυχή ρυθμίζοντάς την. Αλλά κι αν ρυθμίζουν την ψυχή ή κι αν η ψυχή κινείται επάνω στη βάση τους με τρόπο φυσικό προς τη γνώση του Θεού, ωστόσο η ψυχή πρέπει να χρησιμοποιήσει και τη θέληση για να επιβάλει τους λόγους αυτούς στον εαυτό της και για να ενεργοποιήσει τέλεια και ορθά, με τις αρετές, τη μορφοπλαστική τους δύναμη.
Ο Άγιος είναι «σύνθεση» του ανθρώπινου και του θείου, όπως ο άνθρωπος είναι σύνθεση από την ψυχή και το σώμα, χωρίς σύγχυση. Ο ιερός Μάξιμος περιγράφει στο έργο του αυτό τον τρόπο, με τον οποίον οι Άγιοι έχουν υψώσει την ενεργητικότητα των αισθήσεων με το λόγο σε ενόραση του Θεού με το νου. Ο λόγος αποκαλύπτει μέσα στις αντιλήψεις των πραγμάτων μέσω των αισθήσεων τους λόγους των πραγμάτων και τους ενοποιεί σε ενιαίο σύνολο. Εφαρμόζοντας έπειτα τους λόγους στις αρετές, ο γνωστικός λόγος γίνεται ο ίδιος ενιαία φρόνηση, εντυπωμένη σ’ όλο το είναι του Αγίου. Το είναι του Αγίου σφραγισμένο σ‘ αυτή τη φρόνηση έχει κερδίσει την ικανότητα μιας ενόρασης και μιας εμπειρίας του Θεού με το νου. Αλλά έπρεπε προηγούμενα να καθαρθεί από κάθε απασχόληση με τη γνώση των πραγμάτων ή ακόμα και από την απασχόληση με την αυτογνωσία. Η ενόραση αυτή κι η εμπειρία είναι ταυτόχρονα ένωση με το Θεό. Εξαιτίας τούτου δια μέσου των Αγίων διαφαίνεται ο Θεός, γιατί έχουν πραγματοποιήσει σύνθεση μαζί Του.
Ο Θεός είναι το πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται άγιος. Και ο άνθρωπος που έγινε άγιος είναι το πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός έγινε άνθρωπος. Η ιδέα ότι ο Θεός και ο άνθρωπος είναι πρότυπα ο ένας στον άλλο, μας οδηγεί στο να πούμε πως ο άνθρωπος είναι θεός κτιστός και η θεότητα είναι ανθρωπότητα αιώνια. Η έκφραση ότι ο Θεός είναι το αρχέτυπο, το πρότυπο, το παράδειγμα του ανθρώπου είναι συνηθισμένη. Αλλά η έκφραση ότι κι ο άνθρωπος είναι παράδειγμα για το Θεό έχει μιαν απήχηση ιδιαίτερα τολμηρή. Αυτή η έκφραση δεν είναι απλή επανάληψη της πρώτης, γιατί στην περίπτωση αυτή δε θα είχε επαναληφθεί. Ο άνθρωπος είναι πρότυπο του Θεού όχι μόνο επειδή είναι εικόνα Εκείνου και δείχνει επομένως ότι ο Θεός έχει κάτι όμοιο με τον άνθρωπο αλλά, σύμφωνα με την εξήγηση που δίνει ο άγιος Μάξιμος στη συνέχεια, η έκφραση αυτή έχει συμμετρικό νόημα με την πρώτη. Είναι αλήθεια το ότι ο Θεός έχει δημιουργήσει μια εικόνα υποδεέστερη του εαυτού του και η εικόνα η απέραντα υποδεέστερη είναι επιφυλαγμένη για τον άνθρωπο. Είναι όμως μια άλλη αλήθεια το ότι ο Θεός δέχεται να κάνει δική του αυτή την εικόνα του εαυτού του την απέραντα υποδεέστερη και επιφυλαγμένη για τον άνθρωπο.
Ο Θεός γίνεται όμοιος με τον άνθρωπο, γίνεται άνθρωπος, με τη μίμηση του ανθρώπου μέσα στην ταπείνωσή του, παίρνοντας τον άνθρωπο σαν πρότυπο. Η ενσάρκωση δίνει το πλήρες νόημα στην έκφραση του αγίου Μαξίμου. Τούτο δείχνει ότι υπάρχει μέσα στο Θεό μια δυνατότητα να γίνει άνθρωπος από έρωτα προς τους ανθρώπους, όπως υπάρχει μέσα στον άνθρωπο η δυνατότητα να γίνει θεός κατά χάρη από έρωτα προς το Θεό. Υπάρχει ικανότητα του Θεού να ενανθρωπιστεί και ικανότητα του ανθρώπου να θεωθεί. Χωρίς αμφιβολία τούτο γίνεται, επειδή ο Θεός έχει την ικανότητα να γίνει άνθρωπος και όχι γιατί και ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να γίνει Θεός. Επειδή ο Θεός κατεβαίνει στον άνθρωπο και όχι επειδή ο άνθρωπος μπορεί ν’ ανέβει στο Θεό. Η εικόνα του αγαπημένου προσλαμβάνεται από τον εραστή.
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για τον άνθρωπο, με το νόημα ότι μόνο έτσι γίνεται χωρητός στον άνθρωπο, φθάνει στη μεγαλύτερη προσέγγιση του ανθρώπου. Ο Θεός δεν δημιουργεί τη γλυκύτητα και τη μακαριότητα του ανθρώπου με το μεγαλείο του, αλλά επειδή πλησιάζει τον άνθρωπο σαν άνθρωπος.
Μ’ αυτή μόνο την ανθρωποποίηση του Θεού μπορεί ν’ αυξηθεί ο άνθρωπος ώσπου να γίνει θεός με την ύψωσή του στη μέγιστη γειτονικότητα του Θεού και δίνοντας στο Θεό την ικανοποίηση να γίνει κατανοητός από τον άνθρωπο, ως Θεός. Ό,τι είναι για τον άνθρωπο το ανθρώπινο ή ανθρωποποιημένο πλησίασμα του Θεού σ’ εκείνον για να του δώσει τη μέγιστη χαρά, είναι και για το Θεό το θείο ή θεωμένο πλησίασμα του ανθρώπου σ’ Εκείνον για να του δώσει τη χαρά να κατανοηθεί σε ό,τι είναι ο ίδιος από τη φύση του. Αλλά το γεγονός ότι ο άνθρωπος φθάνει στη θέωσή του με την ενανθρώπηση του Θεού δείχνει ότι υπάρχει ανάμεσα στη θέωση και την ενανθρώπηση κάποιος σύνδεσμος, ότι ανάμεσα στην κρυμμένη εμφάνιση του Θεού ως ανθρώπου ενάρετου και την αποκαλυμμένη εμφάνισή Του ως Θεού κατά τη θεωρία υπάρχει ένας σύνδεσμος ή ότι η θέωση έχει οριοθετηθεί από την ενανθρώπηση. Ο άνθρωπος ανεβαίνει προς το Θεό με τις αρετές και ο Θεός κατεβαίνει με τις αρετές προς τον άνθρωπο. Μέσα στις αρετές συναντιούνται ο Θεός και ο άνθρωπος με τις ενέργειές τους, με κάθοδο της ενέργειας του Θεού στο επίπεδο της ανθρώπινης ενέργειας. Οι αρετές εκπροσωπούν το άνοιγμα του Θεού για τον άνθρωπο και του ανθρώπου για το Θεό και τον άλλον άνθρωπο. Ο ενάρετος άνθρωπος δίνει στο Θεό την ορατή εικόνα του. Οι αρετές είναι τα ορατά χαρακτηριστικά του Θεού, που προσεγγίζεται από τον άνθρωπο. Με τη θεωρία ο άνθρωπος βρίσκει το Θεό μέσα στο Θεό, γεμίζει από το θείο φως, θεώνεται και προξενεί στο Θεό τη χαρά να τον περιλάβει μέσα στον ίδιο Του τον εαυτό. Με τις αρετές ο Θεός έχει κατέβει προς τον άνθρωπο, με τη θεωρία ο Θεός έλκει τον άνθρωπο προς τον εαυτό Του. Αλλά για να φθάσει ο άνθρωπος στη θεωρία πρέπει να περάσει από την αρετή.
Η εμφάνιση του Θεού με τις αρετές παρουσιάζεται σαν έργο του ανθρώπου, γιατί μ’ αυτές εκδηλώνεται η προσπάθεια του ανθρώπου, προσπάθεια που αναλαβαίνει κι ο Θεός όταν κατεβαίνει στον άνθρωπο επάνω στο επίπεδο των αρετών για να υποστηρίξει την προσπάθεια αυτή με τη χάρη. Η θεωρητική γνώση του Θεού παρουσιάζεται αντίθετα σαν καρπός της αρπαγής του ανθρώπου από μέρους του Θεού, επομένως σαν πράξη του Θεού. Υπάρχει όμως μια αναλογία ανάμεσα στην εκδήλωση του Θεού μέσω των αρετών και στη γνώση του Θεού που παράγει αρετές. Στο μέτρο που ο Θεός προσεγγίζει τον άνθρωπο με την ενανθρώπησή Του ο άνθρωπος θεώνεται καθώς προσεγγίζεται από το Θεό και τον αναγνωρίζει ως Θεό. Η ενανθρώπηση του Θεού και η θέωση του ανθρώπου συναντιούνται στο βάθος, χωρίς να συγχέονται κατά φύση. Ακόμα περισσότερο, στο βαθμό που ενανθρωπίζεται ο Θεός, εξανθρωπίζεται όλο και περισσότερο και ο άνθρωπος κι έτσι θεώνεται ή συναντά το Θεό μέσα στην ενανθρώπησή Του.
Χωρίς την προσπάθεια του ανθρώπου που αναφέραμε για να επιτύχει τις αρετές ή να δώσει στο Θεό τη δυνατότητα να ενανθρωπιστεί δεν μπορεί να έχει θέση η αρπαγή του στη γνώση και τη βίωση του Θεού. Δίχως αυτή την προηγούμενη προσπάθεια ο άνθρωπος είναι υπερβολικά βαρύς για την αρπαγή, πολύ πυκνός για να μπορέσει να γίνει περατός από το Θεό. Ο άγιος Μάξιμος βεβαιώνει εδώ ξανά την αξία της ανθρώπινης κίνησης, ακόμα και της κίνησης με τις αισθήσεις, για να μην αναφερθούμε πια σ’ εκείνην που εκδηλώνεται με τα καλά έργα που εκτελούνται από το σώμα.
Οδηγημένοι από τα φυσικά σημεία των θείων πραγματικοτήτων, δηλαδή από το νου, από το λόγο, από τους λόγους της φύσης τους και των πραγμάτων και φυσικά πληγωμένοι από τον έρωτα προς το Θεό οι Άγιοι ανυψώνονται στο Θεό περνώντας ηρωικά από το σώμα και τον κόσμο. Αυτά τα δυο συγκρατούνται το ένα μέσα στο άλλο. Ο κόσμος περιέχεται μέσα στο σώμα και περιέχει το σώμα, το σώμα περιέχει τον κόσμο κι αισθάνεται ότι περιέχεται μέσα στον κόσμο με την ενεργητικότητα των αισθήσεων. Ο κόσμος και το σώμα είναι περιπλεγμένα. Γι’ αυτό οι Άγιοι βλέποντας ότι με μόνη την απασχόλησή τους με το σώμα μένουν προσκολλημένοι στον κόσμο, βλέποντας έπειτα ότι τόσο ο κόσμος όσο και το σώμα περιορίζονται από τη φύση, θεωρούν ότι είναι επονείδιστο να περιορίζουν την αδιάκοπη κίνηση της ψυχής μέσα στο πλαίσιο των πεπερασμένων πραγμάτων και να απονέμουν την αθανασία σε πράγματα φθαρτά. Γιατί αυτό φθείρει την ψυχή και την ίδια την κίνηση που επιθυμούν πάντα να διαπεραιωθούν στις άλλες πραγματικότητες και διψούνε ένα αντικείμενο αναλλοίωτο και άπειρο. Πραγματικά, η ψυχή καταπονείται από μια κίνηση που δεν έχει πραγματική ανταπόκριση στην ανάγκη της, από την ασυμμετρία ανάμεσα στην απέραντη δίψα της κίνησης και τους περιορισμένους σκοπούς. Η ικανότητα της ψυχής για αθανασία απαιτεί με τη σειρά της ένα σκοπό σύμμετρο στην άπειρη κίνησή της κι ανταποκρινόμενο στην αθανασία της. Γιατί αθανασία δε σημαίνει μια στατική ποιότητα αλλά μια βάση για μιαν άπειρη κίνηση που ικανοποιείται μ’ ένα άπειρο σκοπό. Γι’ αυτό οι Άγιοι έχουν προσανατολίσει την κίνησή τους προς το Θεό, τον μόνο που με την αθανασία και την απεραντοσύνη του ικανοποιεί τη δίψα της ψυχής μ’ αθανασία και την ανάγκη τους γι’ απέραντη κίνηση. Σ’ αυτό τον ισχυρό προσανατολισμό προς τον αιώνιο Θεό, συνδυασμένο με την αντίσταση στους πειρασμούς του κόσμου και του σώματος, συνίσταται η πληρότητα της αρετής και της αληθινής γνώσης της ψυχής που δε βρίσκει το αντικείμενο που ανταποκρίνεται στην απέραντη δίψα της παρά μόνο στο Θεό.
Τούτο όμως δεν σημαίνει απόσπαση από το σώμα παρά ανύψωση του σώματος στην αληθινή του ευγένεια γιατί, όπως ειπώθηκε προηγουμένως, η αρετή πραγματοποιείται με το σώμα.
Το σώμα πληρούται, δεν εγκαταλείπεται, χρησιμοποιείται θετικά σ’ αυτή την ανάβαση και μετέχει σ’ αυτήν, όχι μόνο επειδή η αρετή πραγματοποιείται δια μέσου του αλλά επειδή και δια μέσου του οι καθαροί ανεβαίνουν στη γνώση του Θεού. Επειδή αρχίζουν να γνωρίζουν το Θεό μέσω των πραγμάτων. Φθάνουν όμως στη γνώση του Θεού εφ’ όσον δεν σταματούν με την όρασή τους στην επιφάνεια των πραγμάτων αλλά εισδύουν στο Θεό που φανερώνεται με αυτά μέσα στον άφθονο πλούτο της σκέψης και της δύναμής του.
Η ψυχή έχει νου, λόγο και αίσθηση. Καθένα από αυτά έχει διπλή γνωστική λειτουργία. Η αίσθηση νοεί και αισθάνεται. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης και ο Διάδοχος Φωτικής έχουν μιλήσει για μιάν «αίσθηση νοός». Είναι αίσθηση της παρουσίας του Θεού και των πνευματικών πραγματικοτήτων. Ο άγιος Μάξιμος μιλάει εδώ για μια αίσθηση νοερή που συλλαμβάνει το σύνολο των εντυπώσεων των αισθήσεων. Ο λόγος, από τη μια ορίζει ένα πράγμα, από την άλλη το εκφράζει. Ο ορισμός ο εκφρασμένος με το λόγο είναι ο εξωτερικός λόγος. Γι’ αυτό η Ελληνική γλώσσα έχει το ίδιο όνομα για το λόγο (λόγο που ορίζει, λόγο που ορίζεται από το λόγο) και για την ομιλία (λόγο). Ο νους έχει μια λειτουργία κατανόησης με την οποία συλλαμβάνει μια πραγματικότητα χωρίς την ενεργητική συμμετοχή του. Ο άγιος Μάξιμος σκέπτεται ότι αυτή η παθητική λειτουργία, στην οποία επιβάλλονται οι συγκεντρωμένες πραγματικότητες, χωρίς ο νους να τις εννοεί ενεργητικά, προσιδιάζει και στα ζώα. Αλλά τα ζώα συλλαμβάνουν με τη λειτουργία αυτή μόνο τις εικόνες των πραγματικοτήτων όχι όμως και το νόημά τους. Αυτή η παθητική λειτουργία του νου βρίσκεται σε σύνδεσμο με τη λειτουργία των αισθήσεων, με την οποία η παθητική λειτουργία του νου συλλαμβάνει τις εικόνες.
Οι Άγιοι έχουν αφιερώσει όλες αυτές τις λειτουργίες στο Θεό. Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς βεβαιώνει ότι επάνω στο Θαβώρ οι άγιοι Απόστολοι είδαν μ’ ανοικτά μάτια το θείο φως, που είναι πάνω από τη φύση, με τη νοερή αίσθηση τη γεμάτη χάρη. Από μέρος της η παθητική λειτουργία του ανθρώπινου νου δέχεται την πείρα της παρουσίας του Θεού περ’ από κάθε προσπάθεια να τον κατανοήσει. Έτσι οι δυο λειτουργίες μπορούνε γενικά να συνεργαστούν όχι μόνο στις σχέσεις τους με τα πράγματα αλλά επίσης και με το Θεό. Ο νους συλλαμβάνει την παρουσία του Θεού περ’ από κάθε προσπάθεια, ακόμα κι όταν η παρουσία αυτή εκδηλώνεται με κάποια εμφάνιση ορατή, όπως ήταν το φως που ακτινοβολούσε από το σώμα του Κυρίου επάνω στο Θαβώρ. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η ανύψωση των λειτουργιών της ψυχής δημιουργείται με την ενέργεια της χάρης.
Αυτή η νέα υπογράμμιση της αξίας του σώματος, αξίας που έχει το έσχατο θεμέλιό της στην ανάσταση του Χριστού, είναι ολοκληρωτικά αντίθετη στην ωριγενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία το σώμα δεν έχει παρά μια μόνο λειτουργία, προσωρινή, να τιμωρηθεί δηλαδή μ’ αυτό η ψυχή για το παλαιό αμάρτημα στην κατάσταση της προΰπαρξης της.
Οι Άγιοι από την προσπάθειά τους γι’ ακριβή κατανόηση των όντων έμαθαν ότι τρεις είναι οι γενικοί τρόποι που ανταποκρίνονται στις δυνάμεις των ανθρώπων, με βάση τους οποίους ο Θεός δημιούργησε τα πάντα. Μας έδωσε ουσία και υπόσταση με το σκοπό να έχουμε την ύπαρξη, την αγαθή ύπαρξη και την αιώνια ύπαρξη.
Η ύπαρξη και η αιώνια ύπαρξη είναι αποκλειστικά δώρα του Θεού. Η αγαθή ύπαρξη που βρίσκεται ανάμεσα στις δυο αυτές εξαρτάται από την ελευθερία μας κι από την κατεύθυνση που αυτή δίνει στην κίνησή μας. Αλλά η αγαθή ύπαρξη με την αγαθή κίνησή της δύσκολα μπορεί να εγγυηθεί στην ύπαρξή μας την αθανασία. Και η αγαθή ύπαρξη με την ελευθερία περιέχεται στο αρχικό δώρο της ύπαρξης. Επομένως με κάποιο τρόπο το αγαθό περιέχεται μέσα στην ύπαρξη που μας έδωσε ο Θεός. Έτσι η σταθεροποίηση της ύπαρξης για την αιωνιότητα εξαρτάται από την πραγμάτωση του αγαθού του έμφυτου από την αρχή μέσα της, με την ελευθερία μας. Στη μέση δείχνεται και παγιώνεται αυτό που υπάρχει στην αρχή και φαίνεται πλέρια στο τέλος. Αν το αγαθό δεν πραγματώνεται με την ελευθερία μας, στη μέση, ή ύπαρξη σαν αρχικό δώρο δεν εμφανίζεται πια σαν αγαθή και η αιώνια αγαθή ύπαρξη δεν επιτυγχάνεται πια. Η μέση ή η ελεύθερη κίνησή μας έχει αποφασιστική σημασία για την αποκάλυψη του δώρου της αρχής και του τέλους. Η επίγεια ζωή έχει λοιπόν την πιο μεγάλη θετική σημασία με την ελεύθερη κίνησή της προς το Θεό. Γιατί από την κίνηση αυτή εξαρτάται το αιώνιο αγαθό. Μ’ αυτήν την κίνηση το αγαθό που δόθηκε από το Θεό γίνεται πραγματικά ανθρώπινο κι αιώνιο. Δε θα μπορούσε ν’ αντικρούσει κανείς καλύτερα τον ωριγενισμό που υποτιμούσε τη σωματική ζωή.
Η αιώνια ύπαρξη ονομάζεται εδώ αληθινή ύπαρξη, ύπαρξη υπάρχουσα, όνομα που δίνεται κανονικά στο Θεό. Είναι επομένως από ένα μέρος μετοχή στο Θεό, από το άλλο, ο τελικός σκοπός προς τον οποίον ωθεί η ίδια η φύση. Καθόσον δεχόμαστε από το Θεό την αληθινή αυτή ύπαρξη, απ’ όπου έχουμε δεχθεί και την ατελή ύπαρξη, πρόκειται για συμπλήρωμα. Καθόσον όμως η ίδια η φύση οδηγεί τον άνθρωπο προς αυτή, αν χρησιμοποιεί τις δυνατότητές της με τρόπο σύμφωνο προς αυτή, η αληθινή ύπαρξη δεν είναι απλώς εξωτερικό συμπλήρωμα, μια προσθήκη, αλλά και ένα κοινό αποτέλεσμα της θείας δωρεάς και της ανθρώπινης ελευθερίας.
Βλέπουμε ξανά το σύνδεσμο ανάμεσα στο αγαθό και την ύπαρξη. Όποιος εργάζεται αγαθά κατά την επίγεια ζωή του στερεώνεται μέσα στην ύπαρξή του, δηλαδή κερδίζει πληρότητα για την αιωνιότητα. Και τούτο γιατί το αγαθό συνηθίζει να κινείται αιώνια προς το Θεό και γύρω από το Θεό, για τούτο μετέχει αιώνια στην ανεξάντλητη ύπαρξή Του. Αλλά η κίνηση προς την εστία της ύπαρξης είναι κίνηση με τη φύση ή το λόγο της, που έχει δεχθεί ο άνθρωπος από το Θεό –όπως από πηγή της ύπαρξής του ταυτόχρονα με τον ερχομό του στην ύπαρξη- με την ορμή προς Αυτόν ως κέντρο της αιώνιας ύπαρξης. Αυτός μόνο έχει δώσει στο πλάσμα την ύπαρξη και μπορεί να του δώσει και την αιώνια ύπαρξη.
Όπως αναφέρθηκε, ο όρος «λόγος» έχει δυο σημασίες. Από το ένα μέρος είναι το θεμέλιο και η δομή της φύσης, από το άλλο είναι όργανο γνώσης. Όποιος εργάζεται αγαθά ή κινείται προς το Θεό, εργάζεται σύμφωνα με το λόγο με τις δυο αυτές σημασίες. Ο λόγος σαν θεμέλιο της φύσης κραυγάζει, απαιτεί εργασία σύμφωνη μ’ αυτόν. Ο λόγος σαν όργανο γνώσης είναι δυνατότητα που βλέπει σε ποια κατεύθυνση η φύση τείνει να κινείται κι ακούει τη φωνή της, με την οποία απαιτεί να οδηγείται προς την κατεύθυνση τη σύμφωνη μ’ αυτή.
Αν το δημιούργημα δεν μπορεί να δεχθεί την αιωνιότητα της ύπαρξης παρά από Εκείνον που του έχει δώσει και την απλή ύπαρξη, πρέπει να κινείται με το γνωστικό λόγο και με την ελευθερία του προς Αυτόν, σαν αιτία της ύπαρξής του και της αιωνιότητας της ύπαρξής του. Αλλά η κίνησή του προς την αιτία δεν μπορεί πια να οπισθοχωρήσει. Αυτό θα σήμαινε να σταματήσει την κίνηση. Οφείλει να βαδίσει προς την αιτία του ως προς την τελική του αιτία, επομένως ως προς Εκείνον που θα δώσει την αιώνια ύπαρξη.
Κατ’ αντιστοιχία μ’ αυτό, η κίνηση του ενσυνείδητου δημιουργήματος είναι η ίδια η κίνηση από την οποία αναπτύσσεται, δηλαδή προχωρεί σε μια ύπαρξη πιο βαθιά και πιο πλούσια. Αλλά το δημιούργημα που θα ήθελε να κινείται προς τον εαυτό του ή προς κάποιο πεπερασμένο πράγμα, δε θα μπορούσε να εισέλθει στην αιώνια ύπαρξη, γιατί η απεριόριστη αύξηση μέσα στην ύπαρξη κι επομένως η αιώνια ύπαρξη δεν μπορεί να του έλθει παρά από την απεριόριστη πηγή της ύπαρξης. Αλλά οι σημασίες και τα ειδοποιά θεμέλια όλων των πραγμάτων δεν μπορούν να βρίσκονται παρά μέσα μ’ ένα νόημα έσχατο και περιεκτικό όλων των νοημάτων, σ’ ένα έσχατο θεμέλιο όλων των θεμελίων. Και το έσχατο τούτο νόημα και θεμέλιο όλων των νοημάτων και θεμελίων (των λόγων) είναι ο Θεός, ο κατεξοχήν Λόγος.
Τα δημιουργήματα προχωρώντας μέσα στην ύπαρξη δεν απομακρύνονται από το λόγο της ύπαρξής τους που βρίσκεται μέσα στο Θεό, το νόημα το περιεκτικό όλων των υπάρξεων. Έτσι προχωρώντας στο Θεό, αιωνίζονται μέσα στην ύπαρξή Του ή προχωρώντας μέσα στην ύπαρξή Του προχωρούν μέσα στο Θεό κι αιωνίζονται μέσα σ’ Αυτόν. Γιατί μέσα στο Θεό έχουν το λόγο της αιώνιας ύπαρξής τους. Αυτός που θα ήθελε να κινείται προς τον εαυτό του ξεμακραίνοντας από το Θεό, θα ήθελε ν’ απομακρυνθεί από το λόγο του που βρίσκεται μέσα στο Θεό, επομένως θα ήθελε να αποδυναμώσει το λόγο της ίδιας του της ύπαρξης. Ο άνθρωπος που ασχολείται μόνο με τον εαυτό του φτωχαίνει, εξαντλείται σε βραχύ χρόνο, ζώντας μόνο για να ζήσει αυτή τη βασανιστική εμπειρία της εξάντλήσής του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσθέσει στην ύπαρξή του τίποτε από τον εαυτό του και τίποτε ουσιώδες από άλλες πεπερασμένες πραγματικότητες. Έτσι καταστρέφει τη φύση του.
Ο νους των Αγίων στοχάζεται το Θεό και τις αρετές Του κι έχει ενόραση της δόξας Του. Τα κατηγορήματα του Θεού είναι αρετές, επειδή είναι εκφράσεις του αγαθού και της πνευματικής Του δύναμης. Οι Άγιοι τις σκέπτονται για να τις μιμηθούν. Προσελκύονται από αυτές. Η δόξα του Θεού είναι αχώριστη απ’ αυτές. Ατενίζοντας προς τη δόξα Του μετέχουν σ’ αυτή μέσω των αρετών τους, με τις οποίες μιμούνται το Θεό και τα κατηγορήματά Του.
Ο λόγος έχει εδώ το νόημα του οργάνου που εκφράζει και δοξάζει τα κατηγορήματα, που εννοούνται με το νου. Έχει όμως και τη λειτουργία που ιδρύει τους τρόπους της συμπεριφοράς, με τους οποίους ο άνθρωπος προσοικειώνεται τις αρετές του Θεού και φθάνει να συμμετέχει στη δόξα Του. Οι λόγοι των πραγμάτων έρχονται στην επιφάνεια με αισθήσεις εξευγενισμένες ή καθαρμένες από το λόγο. Οι λόγοι των πραγμάτων, γνωστοί με τη βοήθεια μιας αίσθησης καθαρμένης από επιθυμίες, εκδηλώνονται με το δυναμισμό τους μέσα στις δυνάμεις και στις ενέργειες των όντων. Τα όργανα των αισθήσεων με τον άμεσο βηματισμό τους συλλαμβάνουν τις δυνάμεις και τις ενέργειες των όντων.
Μόνον ο λόγος, ενεργώντας βέβαια πάντοτε με τις αισθήσεις, διακρίνει τους συγκεκριμενοποιημένους λόγους μέσα στις δυνάμεις και τις ενέργειες των όντων. Με το νου παρόντα μέσα στο λόγο και με παρόντα το λόγο και το νου μέσα στην αίσθηση, οι Άγιοι μπόρεσαν να κάνουν την ψυχή να περάσει τη θάλασσα του κόσμου των αισθήσεων και των εικόνων χωρίς να πνίγονται σ’ αυτήν ή να περάσουν μέσα από την α-νόητη επιφάνειά της, χωρίς να παρασύρονται εδώ και εκεί. Με το νου μπόρεσαν να προχωρήσουν προς το θείο πολικό αστέρι, όπως προς τον αιώνιο σκοπό της ύπαρξής τους. Ο άγιος Μάξιμος δείχνει με τούτο, ότι ο νους και ο λόγος δεν είναι χώρια από την αίσθηση που δεν υπάρχει χωρίς το σώμα. Έτσι η αίσθηση που έχει σαν όργανο το σώμα αποδεικνύει και πάλι τη θετική σημασία του σώματος, αντίθετα προς τον ωριγενισμό.
ΠΗΓΕΣ:
1/ αγίου Μαξίμου: Μυσταγωγία.
2/ αγίου Μαξίμου: Περί διαφόρων αποριών αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου.
3/ Ι. Μ. Μεγάρων και Σαλαμίνος, ΘΥΜΙΑΜΑ, Σύντομη Ιστορία της Ορθ. Εκκλησίας.
4/ π. Ν. Βιδάλη: Οι Ρωμαίοι Ποντίφηκες και το έργο τους.
5/ Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Η’.
6/ Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς –Μπριττάνικα.