Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Τό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, Ἰω. Καρδάση.


            Η θεία Λειτουργία αποτελεί το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής. Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε για να θεωθεί η ανθρώπινη φύση και να προσφερθεί ο Χριστός στον άνθρωπο, ώστε αυτός να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματός Του. Αυτός είναι και ο απώτερος σκοπός των Μυστηρίων. Όλα τα Μυστήρια αποβλέπουν στην μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Ο Χριστός είπε: «εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς» (Ιω. στ΄, 53). Βαπτιζόμαστε και χριόμαστε ώστε, ως μέλη της Εκκλησίας και μέλη του Σώματος του Χριστού, να κοινωνήσουμε.
            Η θεία Κοινωνία, όμως, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού δεν γίνεται απροϋποθέτως, δηλαδή πρέπει να υπάρχουν σαφείς προϋποθέσεις, ώστε η θεία Κοινωνία να ενεργήσει προς ζωήν και όχι προς θάνατον.
            Η εξακρίβωση της δυνατότητας να κοινωνήσει ο Χριστιανός του Σώματος και του Αίματος του Χριστού δεν ήταν στην αρχαία Εκκλησία εξακρίβωση μιας ηθικής ζωής, αλλά κατά πόσον κανείς βρίσκεται σε κατάσταση φωτισμού. Σε μας πάντα έτσι ήταν. Εκείνος ο οποίος κοινωνάει είναι, κατά τους Πατέρες, σε κατάσταση φωτισμού. Όταν εξακριβωνόταν ότι δεν ήταν σε κατάσταση φωτισμού, δεν κοινωνούσε. Αυτό ήταν το κριτήριο. Με το «αξίως μεταλαμβάνοντες», όταν λέμε «αξίως», δεν εννοούσαν εκείνους που αποφεύγουν την αμαρτία και ήσαν ηθικώς εντάξει, αλλά ήταν σε κατάσταση φωτισμού και γι’ αυτό κοινωνούσαν.
            Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, στην αρχαία Εκκλησία κοινωνούσαν κάθε Κυριακή. Και οι Κανόνες της Εκκλησίας προϋποθέτουν ως κάτι φυσιολογικό να κοινωνούν οι Χριστιανοί κάθε Κυριακή. Ναι, αλλά όμως, μέχρις ότου αποδειχθεί ότι κάποιος έχει ξεπέσει από τον φωτισμό. Εάν ένας ξεπέφτει από τον φωτισμό, μετά αυτός σημαίνει ότι γίνεται ακοινώνητος. Ξεπέφτει από τον φωτισμό και δεν κοινωνάει πλέον. Δεν λένε οι Κανόνες ότι πρέπει εμείς να κοινωνάμε κάθε Κυριακή. Εννοούν ότι οι φωτισμένοι πρέπει να κοινωνούν κάθε Κυριακή. Και τώρα έχει γίνει η θεία Κοινωνία, κατήντησε να είναι, σαν μια μαγεία, προπαντός μεταξύ των ευσεβών.
            Πάντως, η θεία Κοινωνία ενεργεί ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, ήτοι καθαίρει τους καθαιρομένους, φωτίζει τους φωτιζομένους και θεοί τους θεουμένους, όπως και καίει τους μη καθαιρομένους. Ο σκοπός είναι ο σκοπός της θείας Ευχαριστίας: Η θέωση των πιστών. Διαβάζουμε τις ευχές της θείας Μεταλήψεως και βλέπουμε καθαρά ποιός είναι ο σκοπός της θείας Ευχαριστίας.
            Δυστυχώς, το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας εκκοσμικεύθηκε, οι Χριστιανοί κοινωνούν απροϋποθέτως ή στην καλύτερη περίπτωση προετοιμάζονται με νηστεία και με μια τυπική εξομολόγηση.
            Επειδή έχουν αλλάξει τα πράγματα και έχουν αλλοιωθεί οι αληθινές ορθόδοξες προϋποθέσεις, γι’ αυτό η Εκκλησία έβαλε μερικά όρια. Θέσπισε ιερούς Κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο συμμετοχής του ανθρώπου στην θεία Κοινωνία, καθόρισε το Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως, που προσδιορίζει το βασικό όριο μετανοίας και έκανε μερικές διαρρυθμίσεις στον Ιερό Ναό και στον τρόπο αναγνώσεως των ευχών.
            Τελικά, όλη η ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και όλα τα άλλα Μυστήρια και οι τελετές αφορούν τα μέλη της Εκκλησίας και αποβλέπουν στην μέθεξη του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, ώστε ο Χριστός να γίνει κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Δεν υπάρχουν άλλοι σκοποί, δεν υπάρχουν ιδιωτικά Μυστήρια, δεν μπορούν να ξεχωρισθούν όλες οι εκκλησιστικές τελετές από την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Και όλα αυτά δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητα από το πραγματικό μυστήριο, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Υπάρχει σαφής ενότητα μεταξύ δόγματος, προσευχής, Μυστηρίων, ασκήσεως και θείας Ευχαριστίας. Όλοι αυτοί είναι οι άξονες της εκκλησιαστικής ζωής.

                        ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ       

            Τα της συχνότητας της θ. κοινωνίας επεξεργάζονται οι εξής κανόνες της Εκκλησίας: θ΄ Αποστολικός, ξς΄ και ρβ΄ της Πενθέκτης Οικουμενικής, β΄ της Αντιόχειας, γ΄ της Νεοκαισαρείας, οδ΄ Μ. Βασιλείου, γ΄ και ιγ΄ Τιμοθέου Αλεξανδρείας (ΠΗΔΑΛΙΟ).
            1/ Για όλους τους πιστούς, που δεν έχουν επιτίμιο από πνευματικό.
            Η θ. κοινωνία επιβάλλεται σε όλους τους πιστούς (τους μη έχοντες επιτίμιο), τους μετέχοντες στη θ. λειτουργία, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας: «Πάντας τους εισιόντας πιστούς, και των Γραφών ακούοντας, μη παραμένοντας δε τη προσευχή, και τη αγία Μεταλήψει, ως αταξίαν εμποιούντας τη Εκκλησία, αφορίζεσθαι χρη» (θ΄ Αποστολικός).
            Με τον κανόνα αυτόν κανονίζεται, ότι όλοι εκείνοι που μπαίνουν στην Εκκλησία, για να συμμετάσχουν στη θ. λειτουργία, ακούν τις άγιες Γραφές και αποφεύγουν τη θ. μετάληψη (από ευλάβεια ή ταπεινοφροσύνη) πρέπει να αφορίζονται. Σύμφωνα και με τους υπόλοιπους κατωτέρω αναφερόμενους κανόνες, πρέπει να μεταλαμβάνουν συνεχώς και αδιαλείπτως, κάθε φορά που συμμετέχουν στη θ. λατρεία.
            Ο άγιος Αμβρόσιος λέγει γι’ αυτούς που δεν κοινωνούν καθημερινά: «Ο Θεός έδωσεν εις ημάς τον άρτον τούτον καθημερινώς και ημείς ποιούμεν αυτόν ενιαύσιον». Εξ άλλου η Κυριακή προσευχή, αυτό επισημαίνει: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον…..» (Ματθ. 6. 9-13) και: «….. τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδου ημίν το καθ’ ημέραν…..» (Λουκ. 11. 2-4). Το ίδιο απαιτεί και ο Ι. Χρυσόστομος περί της συνεχούς θ. κοινωνίας (λόγος η΄ προς Ρωμαίους, λόγος ιζ΄ και ιη΄ προς Εβραίους, λόγος ε΄ στις Πράξεις, λόγος α΄ προς Τιμόθεον, λόγος γ΄ προς Εφεσίους, λόγος κη΄ προς Α΄ Κορινθίους, λόγος προς Φιλογόνιο και λόγος περί νηστείας). Το αυτό πραγματεύεται και ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του προς την Πατρικίαν Καισαρίαν και στον α΄ λόγο, περί βαπτίσματος. Αλλά και οι ευχές της θ. λειτουργίας σ’ αυτό προτρέπουν. Εξ άλλου και ο ιερέας καλεί στη θ. κοινωνία να προσέλθουν οι πιστοί, που έχουν φόβο Θεού, πίστη στο Χριστό και αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον.
            Τα αυτά διαλαμβάνει και ο β΄ κανόνας της Συνόδου της Αντιόχειας: «Πάντας τους εισιόντας εις την Εκκλησίαν, και των ιερών Γραφών ακούοντας, μη κοινωνούντας δε ευχής άμα τω λαώ, ή αποστρεφομένους την μετάληψιν της Ευχαριστίας, κατά τινα αταξίαν, τούτους αποβλήτους γίνεσθαι της Εκκλησίας, έως αν εξομολογησάμενοι και δείξαντες καρπούς μετανοίας και παρακαλέσαντες, τυχείν δυνηθώσι συγγνώμης…..». Δηλ. όσοι πιστοί πηγαίνουν στην Εκκλησία, ακούουν τις Γραφές και δεν συμπροσεύχονται ή δεν μεταλαμβάνουν, όχι για καμιά εύλογη αιτία, αλλά από ταπείνωση και ευλάβεια τάχα, αποφεύγοντες αυτήν, αφορίζονται της Εκκλησίας μέχρι να τύχουν συγχώρησης.
            Επί πλέον, κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα, οι πιστοί θα πρέπει να συμμετέχουν καθημερινά στη θ. λατρεία και να κοινωνούν καθημερινά, επειδή όλη αυτή η εβδομάδα θεωρείται Κυριώνυμος ημέρα: «Από της αγίας αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας, μέχρι της καινής Κυριακής, την όλην εβδομάδα….. τη των Θείων Γραφών αναγνώσει προσέχοντας, και των αγίων μυστηρίων κατατρυφώντας…..».(ξς΄ Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).
            2/ Για τους εγγάμους πιστούς
            Οι έγγαμοι πιστοί κοινωνούν, όπως και οι υπόλοιποι πιστοί, απέχοντες βέβαια της προς αλλήλους κοινωνίας και αναγκαστικά τα Σάββατα και τις Κυριακές, όπου μεταλαμβάνουν, αλλά ακόμη και στις ημέρες εορτών (ιγ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας).
            3/ Για τους δαιμονιζομένους
            Ο δαιμονιζόμενος δύναται να κοινωνεί κάθε Κυριακή, όχι βέβαια τις καθημερινές, αρκεί να μην βλασφημεί τα άγια μυστήρια (γ΄ κανόνας Τιμοθέου Αλεξανδρείας). Η θ. κοινωνία δίδεται στους δαιμονιζομένους, για καθαρισμό της ψυχής και του σώματος και εις κατάφλεξη του πονηρού πνεύματος, του εγκαθημένου εις τα μέλη του σώματος του ανθρώπου. Όταν εμποδίζουμε την κοινωνία από τους δαιμονιζομένους, δίδομεν άδεια εις τον δαίμονα συχνότερα και βαθύτερα να τους ενεργεί, ως στερουμένους της εκ της θ. Κοινωνίας διδομένης βοηθείας του Θεού (άγιος Κασσιανός).
            4/ Για τους τριγάμους
            Για τους τριγάμους, η θ. κοινωνία επιτρέπεται μόνον τρεις φορές το χρόνο, την Ανάσταση, τα Χριστούγεννα και την Κοίμηση της Θεοτόκου, αν είναι 30 ετών δίγαμοι και χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο. Όταν είναι 40 ετών δίγαμοι, χωρίς παιδιά και τελέσουν τρίτο γάμο, τότε να κοινωνούν μια φορά το χρόνο, την Ανάσταση. Ο πάνω από 45 ετών δίγαμος και χωρίς παιδιά απαγορεύεται να τελέσει τρίτο γάμο (γ΄ κανόνας Συνόδου Νεοκαισαρείας). 
            5/ Για τους έχοντες επιτίμιο από πνευματικό
            Οι κανόνες δίνουν στους πνευματικούς την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν με τα διάφορα επιτίμια, ανάλογα με τον αν υπάρχουν θανάσιμα ή συγγνωστά αμαρτήματα, την διάθεση του αμαρτωλού προς μετάνοια, την μεγαλοψυχία ή μικροψυχία αυτού, πάντοτε προσέχοντας να μην απολεσθεί ο πιστός, λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση και την κλίση του αμαρτωλού. Ο πνευματικός επιμετρά το έλεος και προσέχει να μην κάνει χειρότερη την πληγή, αλλά να σκοπεύει στην ιατρεία του αμαρτωλού, μη ρίπτοντας σ’ αυτόν βαρειά επιτίμια (ρβ΄ κανόνας Πενθέκτης Οικουμενικής, οδ΄ κανόνας Μ. Βασιλείου).
            Όλοι οι κανόνες αναφέρουν επιτίμια ανάλογα με την βαρύτητα του αμαρτήματος, τα δε επιτίμια είναι διάφορα, όπως προσευχή, γονυκλισία, παραμονή με τους προσκλαίοντας, απαγόρευση τη θ. κοινωνίας κ.ά. Βέβαια, πουθενά δεν αναφέρεται απαγόρευση της θ. κοινωνίας, χωρίς να υπάρχει σχετικό επιτίμιο. 

            ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ
Μέσα στην Αγία Γραφή ακούγεται η πρόσκληση «υιέ μου δος μοι σην καρδίαν». Την καρδιά του ανθρώπου ζητά ο Θεός, για να ζει και να αναπνέει με το θέλημά Του. Μέσα ακόμη όμως και στον χώρο των λεγομένων πιστών δεν κυριαρχεί, δυστυχώς, το θέλημα του Θεού, αλλά το ίδιον θέλημα. Εδώ τα πράγματα γίνονται τραγικά, διότι ενώ γνωρίζουν το λόγο του Θεού, όμως τον διαμορφώνουν σύμφωνα με τα μέτρα τους.
Πνευματικοί «γέροντες» κόβουν και ράβουν όπως βολεύει στην άνεση και την ευκολία των τέκνων τους, μόνο και μόνο για να μη τους χάσουν και να ονομάζονται οι ίδιοι καλοί και άγιοι και όχι για να καθοδηγούν αυτούς που τους εμπιστεύτηκε ο Θεός προς την σωτηρία τους. Νομοθετούν δικές τους γνώμες και παραθέτουν παραδόσεις που έλαβαν χωρίς να ελέγξουν αν είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, άσχετα αν είναι κάτι το παλαιϊκό. Κάθε παλαιϊκό δεν είναι και παράδοση του Ευαγγελίου. Το θέλημα του Θεού αντικαθίσταται με ένα «έτερον ευαγγέλιον» και γίνεται ένας σκοτεινός ανελεύθερος γεροντισμός με παραδόσεις ανίερες και εντάλματα ανθρώπων χάριν επιβολής εξουσίας πνευματικής και αιχμαλωσίας ψυχών.
Έτσι π.χ. για το θέμα της Θείας Κοινωνίας δεν επικρατεί το θέλημα του Θεού, αλλά η παράδοση των ανθρώπων. Φορτώνουν τους χριστιανούς με δυσβάστακτα βάρη και «παραδόσεις» και αυτό γίνεται έμμεσα η αιτία να απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία. Επιβάλλουν δηλαδή νηστείες του λαδιού και του αλάδωτου με έντονο τον καταναγκασμό και τον φόβο. Ορίζουν χρόνους και διαστήματα προσέλευσης στο Μυστήριο, αγνοώντας το λόγο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας περί συνεχούς Θείας Κοινωνίας. Απαιτούν την νηστεία ως απαραίτητο γεγονός πριν από την μετοχή τους στο Μυστήριο, πράγμα που δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο ή παραδεδομένο. Όλα εστιάζονται στο τι θα φάγουν και τι θα πιουν και πότε και μέχρι ποια ώρα, και αφήνουν την κύρια καλλιέργεια της πνευματικής προετοιμασίας που συγκεκριμενοποιείται στην πρόσκληση: «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πολλοί χριστιανοί λοιπόν απέχουν της Θείας Κοινωνίας, διότι δεν νήστεψαν παρ’ όλον που ο πόθος τους είναι ασυγκράτητος και η μετάνοια ενεργή και ζώσα…αντιθέτως πολλοί θρησκευόμενοι έρχονται και κοινωνούν επειδή νήστεψαν με ένα άγριο κυνηγητό αποχής του φαγητού, ικανοποιημένοι με το έργο τους αυτό, διότι ζει μέσα τους φαρισαϊκά ένας εσωτερικός αυτοηδονισμός του δήθεν αγίου και αξίου.
Για να προσέλθουμε λοιπόν στο Μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, έχοντας βεβαίως πάρει και την ευλογία του πνευματικού μας πατέρα, ο οποίος βλέποντας την μετάνοιά μας, αναγνωρίζοντας την διάθεσή μας να μεταμορφωθούμε σε καινούς ανθρώπους, μας προτρέπει μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης να προσέλθουμε στο Μέγα Μυστήριο.
Για να μην παρεξηγηθούμε λοιπόν, ο κάθε χριστιανός θα πρέπει να προετοιμάζεται ορθά για να λάβει τον ίδιο τον Κύριο μέσα του. Όμως όσον αναφορά την αποχή από τις τροφές (νηστεία), πουθενά η Εκκλησία δεν έχει βάλει κάποιον τέτοιον κανόνα, αλλά η Εκκλησία λέγει: ο Χριστιανός θα πρέπει να νηστεύει την Τετάρτη και την Παρασκευή, την Σαρακοστή Χριστουγέννων και Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο κ.τ.λ. Η Εκκλησία λοιπόν έχει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στο έτος και προτρέπει τους πιστούς να νηστέψουν.
ΠΟΥΘΕΝΑ η Εκκλησία δεν έχει πει ότι είναι κανόνας να νηστέψεις για να κοινωνήσεις. Νηστεύεις όλες τις καθορισμένες νηστείες της Εκκλησίας μας; Εάν ναι τότε δεν θα έπρεπε να σε απασχολεί άλλο αυτό το θέμα. Όμως εάν ο πνευματικός σου πατέρας κρίνει, ότι για την δική σου καλύτερη προετοιμασία καλό θα ήταν να νηστέψεις π.χ. μία ημέρα, θα το κάνεις για την υπακοή στον πνευματικό σου και όχι διότι είναι κανόνας της Εκκλησίας μας.
Εάν δεν ίσχυε το παραπάνω, τότε είναι παράλογο η Εκκλησία να θεσπίσει συγκεκριμένες νηστίσιμες ημέρες του έτους, αλλά θα έλεγε να νηστεύουμε 1,2,3 ημέρες πριν κοινωνήσουμε. Επίσης τα μικρά παιδάκια θα έπρεπε να νηστεύουν και αυτά, να κάνουν αλάδωτο!!! Νηστεία λοιπόν και Θεία Κοινωνία δεν συνδέονται άμεσα, ίσως έμμεσα υπό το πρίσμα του ασκητικού φρονήματος που θα πρέπει να έχουμε όλοι.
Το παράλογο είναι, ότι πολλές φορές επιμένουμε τόσο πολύ στην προετοιμασία μας πριν την Θεία Μετάληψη και όταν πλέον κοινωνήσουμε χαλαρώνουμε. Δηλαδή από την μία μεριά όταν δεν έχουμε τον Χριστό μέσα μας, απέχουμε από τροφές, εγκρατευόμαστε κ.λπ. (και καλά κάνουμε), όμως όταν έχουμε μέσα μας τον Χριστό, όταν έχουμε κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, το ασκητικό αυτό φρόνημα εξαφανίζεται, λες και δεν χρειάζεται πλέον μιας και ο σκοπός επιτεύχθηκε, κοινωνήσαμε!
Όμως πως είναι δυνατόν ενώ δεν έχω τον Χριστό μέσα μου, να ασκούμαι και όταν τον πάρω μέσα μου πλέον να γίνομαι απρόσεκτος όσον αναφορά πνευματικά θέματα; Όταν δηλαδή, πριν κοινωνήσω μου «απαγορευόταν» να κάνω κάποια πράγματα, τώρα που κοινώνησα, τώρα που έγινα και εγώ χριστός να μην μου απαγορεύονται;
Άρα διαπιστώνουμε ότι το σκεπτικό πολλών, αν όχι όλων των χριστιανών είναι λάθος. Δεν σημαίνει ότι αφού κοινώνησα μπορώ χωρίς καμία αναστολή να κάνω το οτιδήποτε, αντιθέτως αφού έχω κοινωνήσει θα πρέπει ακόμα περισσότερο να είμαι προσεκτικός, σε πνευματική εγρήγορση, ώστε όντως η Θεία Κοινωνία να ενεργήσει μέσα μου και να με μεταμορφώσει, να με βοηθήσει να ξεπεράσω αδυναμίες και να γίνει όντως το εφόδιο αυτό το οποίο θα με οδηγήσει στην Αιώνια Ζωή.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Ἀπό τό Τριώδιο στήν Ἀνάσταση καί τήν Πεντηκοστή, Ἰω. Καρδάση

            Η περίοδος από το Τριώδιο στην Ανάσταση και την Πεντηκοστή (17 εβδομάδες συνολικά) είναι η μεγαλειωδέστερη περίοδος στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο στην πορεία της Εκκλησίας μας ανά τους αιώνες.
            Γνωρίζουμε τις εμφανίσεις της Θεότητας από την αρχή της δημιουργίας μέχρι σήμερα και το πώς αυτή δρα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Από την αυγή της δημιουργίας μέχρι τη γέννηση του Χριστού έχουμε έντονη την εμφάνιση του Θεού-Πατέρα και την αχνή εμφάνιση των άλλων δυο προσώπων της Αγ. Τριάδας (Π. Διαθήκη). Από τη γέννηση του Χριστού μέχρι την Πεντηκοστή έχουμε την έντονη εμφάνιση του 2ου προσώπου της Αγ. Τριάδας, του Θεού-Υιού (Χριστού), από δε την Πεντηκοστή μέχρι σήμερα έχουμε έντονη την εμφάνιση του 3ου προσώπου, του Θεού-Αγ. Πνεύματος που πλέον μας καθοδηγεί στην πνευματική μας πορεία και μας αποκαλύπτει, στον βαθμό που μπορούμε, τα άλλα δυο πρόσωπα και μας δείχνει τον ορθόδοξο δρόμο («Εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια και η ζωή»).
            Για να φθάσουμε όμως μέχρι το γεγονός της καθόδου του Αγ. Πνεύματος (Πεντηκοστή), η Εκκλησία μας προσεκτικά μας καθοδηγεί αρχίζοντας από την κάθαρση της καρδιάς μας, από τη ρύπανση των αμαρτημάτων και η κάθαρση αυτή είναι το βασικό στοιχείο για την υποδοχή του Παρακλήτου (Αγ. Πνεύματος) και μέσω του κορυφαίου γεγονότος της Ανάστασης μας οδηγεί στην τελική αποδοχή του 3ου Προσώπου της Αγ. Τριάδας.
            Το Τριώδιο είναι το εκκλησιαστικό λειτουργικό βιβλίο, που περιλαμβάνει τις ακολουθίες από τη Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου μέχρι και το Μεγ. Σάββατο, περιλαμβάνει δε μόνο τρείς υμνογραφικούς κανόνες (αντί των 9 που υπάρχουν, μία ωδή από τις πέντε πρώτες, την 8η και την 9η).
            Το Τριώδιο με τις 10 εβδομάδες του, εκ των οποίων οι 3 πρώτες χωρίς νηστεία και οι επόμενες 7 με νηστεία, οριοθετεί ακριβώς την περίοδο της κάθαρσης της ψυχής που συμπαρασύρει βέβαια και το σώμα στην κάθαρση αυτή, καθότι τούτο αποτελεί το εργαλείο των ενεργειών της. Η κάθαρση αυτή -το ξεβρώμισμα δηλαδή- ξεκινάει με τη μετάνοια (την αλλαγή της νοοτροπίας του νου), την ταπείνωση, με το άδειασμα του εσωτερικού μας εαυτού μπροστά στο Θεό, με τη βοήθεια του πνευματικού μας, που θα μας δώσει και τις οδηγίες για τη θεραπεία της ψυχής μας (την ορθόδοξη ψυχοθεραπεία), την οποία τόσο πολύ όλοι μας την έχουμε ανάγκη, μιάς και η Εκκλησία μας είναι ένα απέραντο νοσοκομείο ψυχών (αλλά και σωμάτων) με γενικό αρχίατρο τον «ιατρό των ψυχών και των σωμάτων ημών», που σκοπό έχει την θεραπεία μας από τις βαρειές νόσους της φιληδονίας, φιλαργυρίας, φιλαυτίας και τόσων άλλων.
            Κύριο φάρμακο θεραπείας αποτελεί η νηστεία (άσκηση και εγκράτεια), η αρχή της μετάνοιας. Η επαινετή νηστεία (η ευάρεστη στο Θεό νηστεία) ξεκινάει με την αργολογία (την αποχή από την πολυλογία, την άσκηση στα εξερχόμενα από το στόμα, την εγκράτεια δηλ. της γλώσσας) και προχωράει στην αποχή από τις πάσης φύσεως επιθυμίες (εγκράτεια της σάρκας), την αποχή από το θυμό, την καταλαλιά, την ψευδορκία κ.ά. και καταλήγει στην αποχή από τροφές (εγκράτεια στα εισερχόμενα στο στόμα). Λέγει χαρακτηριστικά ο Μ. Βασίλειος: «Δεν τρώγεις κρέατα, αλλά τρώγεις τον αδελφό σου. Δεν πίνεις οίνο, αλλά δεν είσαι εγκρατής στις ύβρεις» (Α΄ λόγος περί νηστείας). Δεν επαρκεί όμως για την θεραπεία μόνο το φάρμακο της νηστείας, πρέπει να συνοδεύεται από προσευχή (βαθιά προσευχή, καρδιακή προσευχή), ελεημοσύνη, τακτικό εκκλησιασμό και συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας (εξομολόγηση και θ. κοινωνία).
            Ξεκινώντας από τις τρεις αυτές πρώτες εβδομάδες του Τριωδίου, που αποτελούν το προπαρασκευαστικό στάδιο για την περίοδο της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής προχωρούμε στη περίοδο αυτή της μετανοίας (6 εβδομάδες, 40 ημέρες) από την Κ. Δευτέρα μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου.
            Η προσευχή (εκτός από τη ιδιωτική κάθε πιστού) γίνεται πιο εντατική στους ναούς, όπου εκτός της θ. λειτουργίας Σαββάτου και Κυριακής και του εσπερινού του Σαββάτου γίνονται επίσης όλη αυτή την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής: η ακολουθία του Αποδείπνου (Δευτέρα έως και Πέμπτη), η ακολουθία των Προηγιασμένων (με καθαγιασμένα Τίμια Δώρα) κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου επίσης κάθε Παρασκευή.
            Η ελεημοσύνη εκτός από την προσφορά πνευματικής τροφής, από τους δυνάμενους προς τούτο (νουθεσίες, διδασκαλία του λόγου του Ευαγγελίου και των Πατέρων κ.λπ.) επεκτείνεται και στην προσφορά υλικής τροφής στους αναξιοπαθούντες και ασθενείς και τους έχοντες ανάγκη βοήθειας.
            Εξυπακούεται, ότι η μετάνοια πρέπει να είναι δια βίου, η δε ελεημοσύνη, νηστεία και εγκράτεια συνεχίζονται και μετά την περίοδο αυτή σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας και αποτελούν μια ελάχιστη προσφορά του πιστού στη μάχη του ενάντια στον Πειρασμό και απαιτούμενη πρώτη ύλη για τη σωτηρία και την «καλήν απολογίαν» κατά την μεγάλη ώρα της Κρίσεως. Αυτός δε που θέλει να θεωρεί τον εαυτό του πιστό μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε μόνο πρέπει να τον θεωρεί έτσι, όταν μετέχει πλήρως της μυστηριακής της ζωής με τακτικό εκκλησιασμό και συμμετοχή στα μυστήρια της εξομολόγησης και της θ. κοινωνίας και όχι μόνον ευκαιριακά. Με αυτές τις προϋποθέσεις και με συνεχή άνοδο της πνευματικής του ζωής έχει την πιθανότητα να μετάσχει της θείας μακαριότητας «εν εκείναις ταις ημέραις»,  βλέποντας τον Θεό ως Φως, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δεν θα μετέχει αυτής της μακαριότητας, αλλά θα αισθάνεται τον Θεό ως «Πυρ φλέγον».
            Έτσι ο πιστός καθαρμένος από τη βρωμιά των αμαρτημάτων του προχωρεί προς την εβδομάδα του Θείου Πάθους (Μ. Εβδομάδα) και σαν τον Άσωτο της παραβολής θα αναφωνήσει: «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου» και τότε θα κατανοήσει και την Ανάσταση του Χριστού (την Ανάσταση του Θεού «εν σώματι») το κορυφαίο αυτό γεγονός της θείας οικονομίας, το πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών.
            Η ενσάρκωση του Χριστού (Θεού-Λόγου) είναι ήδη μια πράξη σωτήρια για την ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσης. Σ’ ένα πεσμένο και αμαρτωλό κόσμο η αγάπη του Θεού έπρεπε να φτάσει στα άκρα, στη θυσία του ίδιου του Θεού με την ταύτισή του μαζί μας και την ανύψωσή μας -με την Ανάσταση- στα ύψη της θ. μακαριότητας (Ήδη ο αναστηθείς Χριστός βρίσκεται εκ δεξιών του Πατρός με ανθρώπινο σώμα). Το μήνυμα του Σταυρού είναι σαφές: Όσο μακριά κι’ αν πρέπει να ταξιδέψω μέσα απ’ την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου δεν είμαι ποτέ μόνος. Έχω ένα σύντροφο. Κι’ αυτός ο σύντροφος δεν είναι μόνο ένας αληθινός άνθρωπος όπως εγώ, αλλά και «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού». Η ίδια όμως η σταύρωση είναι μια νίκη. Ο Χριστός ανασταίνεται από τους νεκρούς και με την ανάστασή του μας λυτρώνει απ’ την αγωνία και τον τρόμο. Η νίκη του Σταυρού βεβαιώνεται, η αγάπη φανερώνεται ανοιχτά, ότι είναι πιο δυνατή απ’ το μίσος και η ζωή πιο δυνατή απ’ το θάνατο. Ο ίδιος ο Θεός πέθανε και αναστήθηκε από τους νεκρούς κι’ έτσι δεν υπάρχει πια θάνατος, ακόμη και ο θάνατος γέμισε απ’ το Θεό. Ο Ιω. Χρυσόστομος είναι σαφής: «Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσεν γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος». Η Ανάσταση λοιπόν είναι μια πελώρια χαρά για τη νίκη και την καταστροφή του φοβερού θανάτου.
            Ο Χριστός μας έδειξε το δρόμο: «θανάτω θάνατον πατήσας». Απομένει σε μας να το κάνουμε πράξη. Πώς δηλ. με τον θάνατο (του παλαιού ανθρώπου) θα πατάξουμε τον θάνατο τον πνευματικό, (της ψυχής το θάνατο). Πώς θα το κατορθώσουμε αυτό; Μόνοι μας δεν μπορούμε, χρειαζόμαστε βοήθεια, χρειαζόμαστε τη Θεία Χάρη. Γι’ αυτό ο Χριστός μας στέλνει τον Παράκλητο την ημέρα της Πεντηκοστής, μας στέλνει το Πνεύμα το Άγιο για να μας αποκαλύψει τον Ίδιο και τη διδασκαλία του, να μας φωτίσει το νου και να μας οδηγήσει στο δρόμο της θ. μακαριότητας. Μέχρι την Πεντηκοστή ήταν το Άγ. Πνεύμα που έστελνε το Χριστό, τώρα είναι ο αναστημένος Χριστός που στέλνει το Άγ. Πνεύμα για να μιλήσει για τον Ίδιον. Η Πεντηκοστή αποτελεί το σκοπό και τη συμπλήρωση της Ενσάρκωσης. «Ο Λόγος έλαβε σάρκα, ώστε να δεχτούμε εμείς το Πνεύμα» (Μ. Αθανάσιος).
            Οι τρεις λοιπόν αυτοί σταθμοί: Τριώδιο (Μ. Τεσσαρακοστή και Μ. Εβδομάδα), Ανάσταση, Πεντηκοστή ο καθένας με τη δική του συμβολική και σημειολογία μέσα σ’ ένα συνολικό διάστημα 17 εβδομάδων (120 ημερών), 10 πριν την Ανάσταση και 7 μετά από αυτή μας δείχνουν την πορεία προς τη θεότητα. Ξεκινώντας με τη μετάνοια και την κάθαρση προετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα (του περάσματος δηλ. από τον παλαιό σκουριασμένο άνθρωπο στον καινούργιο και ανανεωμένο) και στη συνέχεια έμπλεοι χαράς για τη νίκη κατά του θανάτου προετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο θα κρατήσουμε για πάντα βοηθό μας (αν βέβαια το θέλουμε) προς την οδό της σωτηρίας.
            Οι Πατέρες της Εκκλησίας με πολύ σοφία τοποθέτησαν τη μεγάλη γιορτή της Ανάστασης την Άνοιξη και τούτο, διότι αρχίζει να αυξάνεται η ημέρα (το φως, το φως της ευσέβειας), ενώ ταυτοχρόνως αρχίζει να μειώνεται η νύκτα (το σκότος, το σκότος της ασέβειας) (Μ. Βλάσταρις), πάλι δε σοφά έχει τοποθετηθεί η σύλληψη του Ιησού στις 25 Μαρτίου, για να τονισθεί ότι και η Φύση ολόκληρη γιορτάζει το τεράστιο και πρωτόγνωρο αυτό γεγονός και πιστοποιεί, ότι όντως το 2ο πρόσωπο της Αγ. Τριάδας είναι «Φως εκ φωτός».
            Η όλη δε αυτή περίοδος έχει σοφά επίσης συνδεθεί με τις διατροφικές ανάγκες του ανθρώπου. Στην αρχή της περιόδου του Τριωδίου έχουμε τις εβδομάδες της Κρεατινής, της Τσικνοπέμπτης και της Τυρινής με φαγοπότι, γιατί έχουμε σφαγή αιγοπροβάτων λόγω έλλειψης κτηνοτροφών. Στη γιορτή των Αγ. Σαράντα (9 Μαρτίου) έχουμε επάρκεια φυτικών τροφών εξ ου και οι χορτόπιτες και σαραντόπιτες. Λόγω της συνεχιζόμενης μείωσης των κτηνοτροφών η σφαγή των αιγοπροβάτων προχωρεί μέχρι το Πάσχα, όπου έχουμε ταυτόχρονα και υπερπαραγωγή αβγών και υπερκατανάλωσή με το βάψιμο και το πασχαλιάτικο τσούγκρισμα.
            Βλέπουμε λοιπόν, ότι η σοφία των Πατέρων έθεσε την πορεία του ανθρώπου κατά την περίοδο αυτή να ξεκινάει από την καλοπέραση των 3 πρώτων εβδομάδων του Τριωδίου, στην νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής, να προχωρεί στην εβδομάδα του Θ. Πάθους, στην Ανάσταση, στην πρώτη εβδομάδα της Διακαινησίμου (που θεωρείται ολόκληρη σαν μια μέρα) να προχωρεί στις επόμενες 6 εβδομάδες και να καταλήγει στο κορυφαίο γεγονός της καθόδου του Αγ. Πνεύματος κατά τη Πεντηκοστή, που θεωρείται η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας.
            Κατά την Πεντηκοστή, το Άγιον Πνεύμα κατέστησε τους Μαθητές μέλη του θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού. Έτσι, ενώ στην Μεταμόρφωση το Φως ενεργούσε στους Τρεις Μαθητές έσωθεν, δια της θεώσεως, αλλά το Σώμα του Χριστού ήταν έξω από αυτούς, στην Πεντηκοστή οι Μαθητές ενώνονται με τον Χριστό, γίνονται μέλη του θεανθρωπίνου Σώματος και ως μέλη του Σώματος του Χριστού μετέχουν του Ακτίστου Φωτός. Αυτή η διαφορά υπάρχει και μεταξύ Παλαιάς Διαθήκης και Πεντηκοστής.
            Η Πεντηκοστή, που είναι η αποκάλυψη πάσης της αληθείας,  είναι η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού και ακόμη, όσοι ενώνονται με το Σώμα του Χριστού, υπερβαίνουν τον θάνατο. Και με την Πεντηκοστή η ανθρώπινη φύση του Χριστού, πλέον, επανέρχεται στην Εκκλησία και είναι ημέρα ιδρύσεως της Εκκλησίας, διότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού τώρα μερίζεται αμερίστως και ολόκληρος ο Χριστός, με την ανθρώπινή Του φύση, βρίσκεται σε κάθε πιστό.
            Η ευχή την οποίαν διαβάζει ο Ιερεύς στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας («Μελίζεται και διαμερίζεται ο αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος…..»), αυτό είναι το κλειδί του μυστηρίου της Πεντηκοστής. Αυτή είναι η «πάσα αλήθεια», η οποία απεκαλύφθη πλέον. Μετά από αυτή την αποκάλυψη της αλήθειας, δεν αποκαλύπτεται τίποτε άλλο πλέον. Δηλαδή, απεκαλύφθη την ημέρα της Πεντηκοστής το μυστήριο της Εκκλησίας, με την νέα της διάσταση. Αυτό απεκαλύφθη και τίποτε άλλο.
            Τελικά, ο σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι κοινωνικός, ηθικός, φιλοσοφικός κ.λπ., αλλά κατ’ εξοχήν σωτηριολογικός και θεολογικός. Αυτό, εκτός των άλλων, φαίνεται από την σχέση μεταξύ του Πάσχα (βάπτισμα του ύδατος), της Πεντηκοστής (βάπτισμα του Πνεύματος) και της εορτής των αγίων Πάντων (συμπερίληψη όλων των Ορθοδόξων μεταξύ των αγίων).

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες - Οἱ μελίρρυτοι ποταμοί τῆς σοφίας, Ιω. Καρδάση


            «Οι Τρεις Μέγιστοι Φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος» Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος δικαίως αποκαλούνται Μέγιστοι Φωστήρες-περίλαμπρα αστέρια, τόσο από την Εκκλησία μας, όσο και από την Πολιτεία, ως προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας.
            Για την Εκκλησία απετέλεσαν τους θεμελιωτές της Ορθόδοξης Πίστης, τους εκφραστές της δύσκολης έννοιας της Τριαδικότητας του Θεού (δηλ. του ομοουσίου Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος), της Υϊκότητας του Χριστού (δηλ. ότι ο Ιησούς είναι υιός του Θεού), της αποκατάστασης του Αγίου Πνεύματος μέσα στο τρίθρονο της θείας μακαριότητας, του διαχωρισμού των εννοιών της φύσεως και της υποστάσεως στο τριπρόσωπο (Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος), του διαχωρισμού φύσεως και ενεργειών του Θεού, αλλά και της υποβοήθησης του ανθρώπου με μεταφορά στην πράξη του θείου νόμου, της διερμηνείας των θείων γραφών και της καθοδήγησης του ποιμνίου στην ορθή μαρτυρία της πίστης.
            Το μεγαλειώδες αυτό έργο τους το πέτυχαν, αφού πρώτα πέρασαν οι ίδιοι από τις βαθμίδες της πνευματικής ανέλιξης δηλ. της κάθαρσης της καρδιάς (με αποβολή κάθε ηδονής και οδύνης), του φωτισμού του νου (με την συνεχή μνήμη του Θεού) και τελικά της θεοπτείας (δηλ. της θέωσης στην οποία μόνον οι άγιοι μπορούν να φθάσουν). Πέρασαν όλα τα σκαλοπάτια προς τη θεία μακαριότητα με την ταπεινοφροσύνη τους, την πραότητά τους, το πένθος για τα αμαρτήματά τους, την ενάρετη ζωή που έζησαν, την ελεημοσύνη που άφθονα παρείχαν, την κάθαρση της ψυχής στην οποία υποβλήθηκαν, την ειρήνη με τον εαυτό τους και με το Θεό που πέτυχαν, την μαρτυρία της πίστης με τους διωγμούς και τους προπηλακισμούς και τέλος τις διώξεις που υπέστησαν, ένεκα της μαρτυρίας της πίστης αυτής. Κατέστησαν κυριολεκτικά δοχεία του Αγίου Πνεύματος γενόμενοι φωτοδότες προς τους πιστούς και κυματοθραύστες προς τους αιρετικούς και με το παράδειγμά τους έθεσαν τον εαυτό τους, ως υπόδειγμα πορείας προς την αγιότητα.
            Έκαναν πράξη τις ευαγγελικές ρήσεις, διερμήνευσαν τους λόγους του Κυρίου και των Αποστόλων, προσέφεραν στο πλήρωμα της Εκκλησίας ό,τι ο ίδιος ο Θεός τους αποκάλυψε με την αδιάλειπτη προσευχή τους και δόθηκαν στην πολύπλευρη αποστολή τους με όλες τους τις δυνάμεις από την ανώτατη έπαλξη της Αρχιερωσύνης στην οποία η ίδια η Εκκλησία τους τοποθέτησε και όλα αυτά με κόπο και μόχθο, με αυταπάρνηση και αυτοθυσία, με στερήσεις και περιπέτειες. Έδωσαν προτεραιότητα στις τρεις βασικές αρχές που διέπουν την Ορθόδοξη Εκκλησία: πίστη, ελπίδα και αγάπη και εργάστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για το στέριωμα των τριών αυτών αρχών.
            Έτσι, οι τρεις μεγάλοι αυτοί Ιεράρχες ξεκινώντας από την γνώση που απέκτησαν στις τότε φιλοσοφικές σχολές, πέρασαν στην επίγνωση των όντων και των καταστάσεων, από εκεί στο βίωμα της Ορθόδοξης πίστης, για να φθάσουν τελικά στη θεοπτεία, την «ενόραση» δηλαδή του Θεού, ο οποίος τους αποκάλυψε το θέλημά του και αυτή την αποκάλυψη την έκαναν γνωστή στους πιστούς, είτε με θεσπέσια συγγραφικά έργα που χρησιμοποιούμε σήμερα για να θεολογήσουμε, είτε με κηρύγματα, είτε με επιστολές.
            Ασχολήθηκαν με επιμέλεια, για την στήριξη των πιστών στην ορθή πίστη, ενάντια στις αιρετικές διδασκαλίες των ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων (Αρείου κ.ά.). Η προσφορά τους αυτή κατέστη σωτήρια, γι’ αυτό και αποκαλούνται «κήρυκες της Ορθοδοξίας, ακραιφνέστατοι θεολόγοι, σεπτά δοχεία του Πνεύματος, στερροί της πίστης προμάχοι, στύλοι της Εκκλησίας και στήριγμα των πιστών».
            Ονομάστηκαν μεγάλοι, όχι τόσο επειδή ήτανε σοφοί και χαρισματούχοι, αλλά γιατί συνδύασαν στη ζωή τους τη θεωρία με την πράξη. Δεν ήταν μεγάλοι μόνο στον κόσμο τούτο, αλλά παραμένουν και θα παραμένουν στην αιωνιότητα μεγάλοι, όπως διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5.19)
            Ο κοινός εορτασμός τους καθιερώθηκε τον 11ο αιώνα, για να προβληθεί η αρμονική και ισόρροπη σύνθεση της κλασσικής ελληνικής σοφίας με τη χριστιανική πίστη και παράδοση, που χάρη σ’ αυτούς τους τρεις μεγάλους, κατέστη δυνατόν με θαυμαστή αρμονία να επιτευχθεί. Και οι τρεις υπήρξαν οι υπέρμαχοι και οι δημιουργοί της σύνθεσης αυτής, γι’ αυτό και κατά την αναγέννηση των κλασσικών σπουδών στο Βυζάντιο κατά τον 11ο αιώνα κατέστη αναγκαία η προβολή τους, ως προστατών των γραμμάτων με την καθιέρωση του κοινού εορτασμού τους.
            Ο κοινός αυτός εορτασμός καθιερώθηκε και στη χώρα μας, μετά την ίδρυση του νεώτερου ελληνικού κράτους, ως εορτή των γραμμάτων όλης της εκπαίδευσης, από δε το 1842 και με επίσημη απόφαση της συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Ὅσιος Γέροντας ΣΑΒΒΑΣ Σταυροβουνιώτης, Κ. Παπαγεωργίου

Βιβλιοπαρουσίασις

Κώστα Παπαγεωργίου
Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΑΒΒΑΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ (+ 1985)
Ἕνας ἐπιφανής Κύπριος Ἅγιος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου
Ὁ ἀγαπητός συνεργάτης τοῦ Κέντρου μας (Ἁγιολογικῶν Μελετῶν «Ὅσιος Συμεών ὁ Μεταφραστής») κ. Κώστας Παπαγεωργίου, Πολιτικός Ἐπιστήμων καί πολύ γνωστός συγγραφέας στήν Κύπρο, προσφέρει στό  κοινό ἕνα νέο του πόνημα, ἀναφερόμενο στόν μακαριστό Γέροντα Σάββα Σταυροβουνιώτη. Ὅμως, πρίν ἀναφερθοῦμε στο βιβλίο, ἄς δοῦμε τόν συγγραφέα.
 Ὁ Κώστας Παπαγεωργίου γεννήθηκε στό Τσέρι τῆς Λευκωσίας τό 1951. Σπούδασε στό Πολιτικό Τμῆμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανε-πιστημίου  Ἀθηνῶν. Πολυγραφώτατος συγγαφέας, ἔχει μέχρι σήμερα συγγράψει καί ἐκδόσει πλέον τῶν 40 βιβλίων. Μεταξύ τῶν ἔργων του περιλαμβάνονται: «Οἱ Ἐκκλησίες καί τά Παρεκκλήσια  τοῦ Στροβόλου» (2004), «Τό Μοναστήρι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ στόν Ἀναλιόντα» (2005), «Κόρνος – Μία Σταυροφρούρητη περιοχή» (2007), «Σιά – Στά μέρη ὅπου ἀσκήτεψε ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Σπηλαιώτης» (2007), «Κυπριακά Μοναστήρια – Τ’ ἀγκωνάρια τῆς πίστης μας» (2007), «Ἡ Παναγία τῆς Κύπρου - Ἡ δική μας Παναγία» (2008), «Ἡ εὕρεση τοῦ Ναοῦ τῆς Θεομήτορος ἁγ. Ἄννας στήν Ἀλέκτορα» (2010), «Ἡ Ἀναγεννησιακή Ἁγιογραφία στήν Κύπρο· τέλη 19ου - 20ος αἰώνας» (2010), «Κυπριακά Μοναστήρια ἀπό τόν 4ο μέχρι τόν 21ο αἰώνα» (2011), «Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος στήν Κύπρο» (2011), «Κύπριον Πατερικόν τοῦ Ἄθωνος» (2011) καί «Ὁ Ὀρθόδοξος γυναικεῖος Μοναχισμός στήν Κύπρο - Ἰσαγγελικός Βίος» (2014).
Τό βιβλίο (τό  ὁποῖο συνεγράφη μέ πρωτοβουλία τῆς Συνοδείας τῶν Θεοφιλαίων, ἡ ὁποία ἐνασκεῖται στήν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, Ἁγίου Ὄρους καί τῆς ὁποίας ὁ Γέροντας ἀρχιμ. Χερουβείμ Ἀποστόλου ὑπῆρξε πνευματικό τέκνο τοῦ π. Σάββα καί ἐκδόθηκε  ἀπό τήν ἴδια), προλογίζει ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Τριμυθοῦντος κ. Βαρνάβας. «Ἡ προσφορά τοῦ παπᾶ Σάββα - γράφει - στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου, ἦταν πολύ μεγάλη  καί ἀφοροῦσε κυρίως στό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ἡ ἀγαπῶσα καρδία του ἐδέχετο ἅπαντας  καί  κάθε ἄνθρωπος πού τόν πλησίαζε, εὕρισκε παρηγοριά  καί  ἐλάμβανε ψυχικό σθένος, ὥστε νά ἀκολουθήσει τοῖς ἴχνεσι τοῦ Κυρίου. Ἀνεδείχθη σπουδαῖος Πνευματικός, ὄχι μόνον γιά μοναχές, ἀλλά καί γιά λαϊκούς. Περιερχόμενος ἄοκνα ὅλο τό νησί τῆς Κύπρου, ἀνέπαυε κάτω ἀπό τό πετραχήλι του καί καθοδηγοῦσε στήν ἐν Χριστῷ ζωή πλήθη Χριστιανῶν».
Τό βιβλίο εἶναι ἐξαιρετικά καλαίσθητο, μία ἔκδοση ὑψηλῆς αἰσθη-τικῆς, 350 σελίδων, διανθισμένη μέ πολλές καί ἀξιόλογες φωτογραφίες, τόσο τοῦ Γέροντος Σάββα, ὅσο καί τῶν τόπων στήν Κύπρο καί τήν Ἑλλάδα  πού συνδέονται μαζί του. Στό ἐξώφυλλο δημοσιεύεται μία ἐλαιογραφία τοῦ Γέροντα, ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας, ἔργο τοῦ  πολύ γνωστοῦ πορτετίστα Κων. Δημητρέλου, ἐνῶ στήν ἀρχή τοῦ κειμένου εἰκόνα του, Βυζαντινῆς τεχνοτροποίας, ἔργο τοῦ Ἁγιογράφου Μάριου Πελέλη.
Ἡ διάταξη τοῦ κειμένου ἀπό τόν συγγραφέα διαθέτει πολύ χῶρο σέ σχετικά μέ τόν Γέροντα θέματα (ἡ Κύπρος κατά τήν ἐποχή τοῦ Γέροντα, ἡ Μονή Σταυροβουνίου, τό Ἡμερολογιακό Ζήτημα, κ.ἄ.).  Ἡ παρουσίαση τῆς ζωῆς, τῆς ἀσκήσεως, τῆς διακονίας τοῦ λαοῦ, τῶν πειρασμῶν, τῶν ἀσθενειῶν, τῆς πολύχρονης παρουσίας του στούς Ἁγίους Τόπους  καί τήν Ἑλλάδα, τοῦ ὁσιακοῦ τέλους, τῶν σημείων ἐν ζωῇ καί μετά θάνατον, παρουσιάζονται μέ ἐξαιρετική ἐπιτυχία ἀπό τόν συγγραφέα. Τό κείμενό του εἶναι μεστό νοημάτων, ἄριστα δομημένο, γραμμένο μέ εὐαισθησία καί πολύ ἀγάπη, διανθισμένο μέ πολλά καλολογικά στοιχεῖα (ἐπίθετα, ἐκφράσεις τιμῆς καί εὐλαβείας κ.λ.π.). Ἡ προσωπικότητα τοῦ μακαρίου Πατρός Σάββα, ὅπως περιγράφεται στό ἔργο, ἀναπαύει ὅσους τόν γνώρισαν  καί  παρηγορεῖ ὅσους δέν τόν γνώρισαν  μέ τήν  ἰδέα, ὅτι  καί στόν ταλαίπωρο 20ο αἰ. ἀναδείχθηκαν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Τό βιβλίο κλείνει μέ δύο ὑμνογραφικά ἔργα πρός τιμήν τοῦ μακαρίου Γέροντος, Παρακλητικό Κανόνα καί Χαιρετισμούς, ποιήματα τοῦ Πρυτάνεως τῶν Ἑλλήνων Ὑμνογράφων Δρ. Χαραλάμπους Μπούσια, Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Εκκλησίας.
Τό νέο βιβλίο τοῦ κ. Παπαγεωργίου εἶναι «πρός οἰκοδομήν τοῦ πληρώματος», τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τό συνιστοῦμε ἐκθύμως πρός ὅλους. Καί στόν ἀγαπητό συγγραφέα εὐχόμεθα κάθε εὐλογία παρά τοῦ Πατρός τῶν φώτων καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νά παράγει ἔργα ἐκλεκτά, πρός δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας καί τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας.

 

 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Χρυσοστόμου Λόγοι, Ἰω. Καρδάση

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΠΙΣΤΩΝ
Παραπονείται, λοιπόν, ο Άγιος για την συμπεριφορά των πιστών μέσα στο ναό, για τις πολλές απουσίες τους, για την αδιαφορία τους: «Σήμερα όλοι σας έχετε μεγάλη χαρά. Μόνον εγώ έχω απέραντη λύπη. Κι αυτό, γιατί όταν αναλογισθώ πώς όταν πέραση η εορτή και αυτό το πλήθος πάλι θα εξαφανισθή. Καίγομαι και λυπούμαι κατάκαρδα. Τόσα παιδιά γέννησε η Εκκλησία και όμως δεν τα βλέπη για να τα απόλαυση σε κάθε σύναξι, αλλά μόνον όταν υπάρχη κάποια μεγάλη εορτή. Πόση αγαλλίασις πνευματική, πόση χαρά, πόση δόξα για τον Θεό, πόση ωφέλεια για τις ψυχές θα υπήρχε, αν σε κάθε σύναξι βλέπαμε να είναι γεμάτη η εκκλησία;
Τι μπορώ, για πες μου, να σε διδάξω για όλα τα αναγκαία της πίστεως, όταν έρχεσαι στην εκκλησία μία ή δύο φορές τον χρόνο; Για την ψυχή, για το σώμα, για την αθανασία, για την Βασιλεία των ουρανών, για την κόλασι, για την γέεννα, για την μακροθυμία τού Θεού, για την συγχώρησι, για την μετάνοια, για το βάπτισμα, για την άφεσι των αμαρτιών, γι’ αυτή την δημιουργία, την ουράνια και την επίγεια, για την φύσι των αγγέλων, για την κακουργία των δαιμόνων, για τα τεχνάσματα του διαβόλου, για τον τρόπο ζωής των Χριστιανών, για τα δόγματα, για την ορθή πίστι, για τις διεφθαρμένες αιρέσεις;» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
Παραπονείται για την αδιαφορία των Χριστιανών για τα πνευματικά. Ερμηνεύων το τού Κυρίου «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται ημίν» (Ματθαίου ΣΤ’, 33), αναφέρει: «Προσέξτε, μη ζητείτε, λέγει ο Κύριος, τα τού παρόντος βίου διόλου. Εμείς όμως συνεχώς αυτά ζητούμε. Λέγει να επιζητείτε τα επουράνια. Εμείς όμως ούτε για λίγη ώρα δεν τα επιζητούμε. Ίσα ίσα όση μέριμνα επιδεικνύουμε για τα βιωτικά, τόσην ολιγωρία και αδιαφορία έχουμε για τα πνευματικά. Μάλλον δε η αδιαφορία μας είναι πολύ περισσότερη»(Ομιλία ΚΒ’ εις τον Ματθαίον).
Είχε δε ο ιερός Πατήρ πρόβλημα με το ακροατήριόν του. Άλλοτε συνωθούντο, άλλοτε εξηφανίζοντο.
Κάποια μεγάλη Τεσσαρακοστή συνέβη το εξής: Αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα την ερμηνείαν εις την εξαήμερον τού Μωυσέως, τις εξ δηλαδή ημέρες της δημιουργίας. Ομιλία πρώτη: «Χαίρω και ευφραίνομαι γιατί βλέπω να στολίζεται η Εκκλησία τού Θεού με το πλήθος των παιδιών της. Σάς βλέπω όλους να τρέχετε προς τον ναό με πολλή την χαράν». Έρχεται η Καθαρά Τρίτη: «Είμαι γεμάτος σήμερα με χαρά μεγάλη, βλέποντας τα αγαπημένα σας πρόσωπα». Τα ίδια και την Καθαρά Πέμπτη: «Βλέποντας, αγαπητοί, την μεγάλη σας προθυμία στο να συγκεντρώνεσθε στην σύναξί μας στον ναό, διακατέχομαι από μεγάλη χαρά και δεν παύω να δοξάζω τον φιλάνθρωπο Θεό για την προκοπή σας». Έρχεται όμως και το Σάββατο: «Θέλω να αρχίσω την συνειθισμένη μου διδασκαλία, αλλά διστάζω και υποφέρω. Λίγο φύσηξεν ο διάβολος και ξεχάσατε όλη την προηγούμενη διδασκαλία και την καθημερινή παραίνεσι. Τρέξατε οι πάντες στην σατανική εκείνη πομπή, στον Ιππόδρομο. Βγάλατε από τις ψυχές σας την σύνεσι της αγίας Τεσσαρακοστής και πέσατε στα δίχτυα τού διαβόλου». Κρίμα στα τόσα κηρύγματα.
Συνέβαιναν όμως διάφορα παράξενα πράγματα. Πολλοί από τους ακροατάς νύσταζαν, άλλοι δεν πρόσεχαν ή πρόσεχαν άλλου. «Αλλά ξυπνήστε και αφήστε την βαρυεστημάρα. Σάς κηρύττουμε ερμηνεύοντες την Αγία Γραφή, και σεις αντί να προσέχετε παίρνετε τα μάτια σας από μένα και κοιτάτε προσεκτικά τις λαμπάδες και τον νεωκόρο που τις ανάβει. Δεν βλέπετε τίποτε το παράξενο, ούτε κάτι το παράδοξο. Βλέπετε ένα άνθρωπο που κάνη συνηθισμένα πράγματα. Και όμως στρέφετε προς τα εκεί τα πρόσωπα σας» (Λόγος Δ’ εις την Γένεσιν). Πολλοί βαρυόντουσαν τα συνεχή κηρύγματα. Πήγαιναν στα πρώτα και σιγά-σιγά αραίωναν: «Τι συμβαίνει; Όσο προχωρούν οι εορτές, τόσον και οι συγκεντρώσεις γίνονται αραιότερες. Αλλ’ ας μη βαρυόμαστε εμείς οι παρόντες. Αυτές οι συνάξεις γίνονται αραιότερες ως προς το πλήθος, αλλ’ όχι ως προς την προθυμία. Λιγότερες σε αριθμό, αλλ’ όχι και στον ιερό πόθο» (Ομιλία προς τους εγκαταλείψαντας την σύναξιν της Εκκλησίας).
Οι δε Κωνσταντινουπολίτες ήσαν λίαν ευπαθείς και στις καιρικές συνθήκες. Καταπέλτης ο ιερός Πατήρ: «Τι συμβαίνει λοιπόν; Έπρεπε όλη η Πόλις να είναι εδώ, παρούσα σήμερον. Και όμως ελάχιστοι από τους πιστούς προσήλθαν. Γιατί άραγε; Μήπως αίτιον είναι η λάσπη και η βροχή; Δεν θέλω να το πιστέψω. Δεν είναι η λάσπη αλλ’ η ραθυμία σας και η πεσμένη σας προθυμία. Πώς μπορούν να συγχωρηθούν αυτοί που απουσιάζουν, την στιγμή που αυτοί οι μάρτυρες που ήλθαμε να τιμήσουμε περιφρόνησαν και αυτή την ίδια τους την ζωή; Και είναι δυνατόν να εμποδισθούν από την λάσπη;» (Ομιλία εν τη παλαιά Πέτρα).
Πιστεύει ότι «όπου υπάρχει πλούτος και άρπαγες εκεί ο άνθρωπος είναι λύκος. Όπου υπάρχει πλούτος και θηριωδία εκεί βλέπω λιοντάρι και όχι άνθρωπο»( Λόγος ΣΤ’ εις τον πτωχόν Λάζαρον). Δεν υπάρχει σχεδόν λόγος όπου να μη καταφέρεται κατά της ασπλαχνίας των πλουσίων και της ανάγκης για φιλανθρωπία και ελεημοσύνη.
ΟΙ αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν: «Αεί κολλάσαι τοις πλουσίοις». Και απαντούσε: «Κολλώμαι πλουσίοις ότι κολλώνται πτωχοίς». Αυτός ο άνισος αγών τον ωδήγησε στην εξορία και τον μαρτυρικό θάνατο. Όμως ποτέ δεν υπεχώρησε καίτοι εγνώριζε τι τον περιμένει.
Ας επανέλθουμε όμως στο παράπονο του ιερού Πατρός για την συμπεριφορά των Χριστιανών μέσα στον ναό: «Όταν γίνεται προσευχή, νέοι και γέροντες κάθονται ψυχροί. Ανάξιοι και καθάρματα μάλλον παρά νέοι, καγχάζοντας, συνομιλούντες και κοροϊδεύοντες αλλήλους, καθισμένοι στα γόνατα… Βλέπετε πόση κακία κατέχει την οικουμένη… Βλέπω και άλλους να κουβεντιάζουν όρθιοι, ενώ τελείται η θεία Λειτουργία. Οι δε πιο ανόητοι απ’ αυτούς, όχι μόνον την ώρα της προσευχής αλλά και την ώρα που δέχονται την ευλογίαν του ιερέως. Τι τόλμη, Θεέ μου, πότε θα έλθη η σωτηρία; Πώς θα μπορέσουμε να εξιλεώσουμε τον Θεό; Δεν καταλαβαίνεις ότι συμπροσεύχεσαι με αγγέλους; Με αυτούς συμψάλλεις, με αυτούς υμνείς και στέκεσαι και γελάς; Δεν φοβάσαι τον Θεό;» (Ομιλία ΚΔ΄ εις τας Πράξεις).
Και εντός τού ναού ευρισκόμενοι «ενωτισθώμεν» τα παράπονα τού ιερού Πατρός διά τους μετέχοντας εις την θείαν Ευχαριστίαν. Ερωτά κατά πρώτον: «Ποιους πρέπει να παραδεχθούμε; Αυτούς που κοινωνούν μια φορά τον χρόνο; Αυτούς που κοινωνούν πολλές φορές; Αυτούς που κοινωνούν λίγες; Ούτε τους άπαξ, ούτε τους πολλάκις, ούτε τους ολιγάκις. Αλλά μόνον αυτούς που έχουν καθαρή συνείδησι. Αυτούς που έχουν καθαρή καρδιά και βίον ανεπίληπτον. Αυτοί μπορούν να προσέρχωνται πάντοτε. Οι άλλοι ούτε μία φορά τον χρόνο. Γιατί παίρνουν κρίμα καταδίκη, κόλασι και τιμωρία» (Ομιλία ΙΖ’ εις την προς Εβραίους). Και αλλού λέγει: «Γνωρίζω ότι πολλοί από σας θα έλθουν να κοινωνήσουν επειδή ήλθε κάποια εορτή. Σας είπα και σας ξαναείπα: δεν πρέπει να εξετάζετε πότε θα έλθη η εορτή για να κοινωνήσετε, αλλά να καθαρίζετε την συνείδησί σας και τότε να εγγίζετε αυτή την ιερά θυσία. Γιατί ο μαγαρισμένος και ο ακάθαρτος, έστω και αν έλθη εορτή δεν δικαιούται να κοινωνήση εκείνη την άγια και φρικτή σάρκα. Ο καθαρός όμως, αυτός πού με ακριβή μετάνοια έχει σφογγίση τα πλημμελήματά του, και κατά την εορτή και πάντοτε μπορεί να συμμετέχη στα θεία Μυστήρια και έτσι να γίνεται άξιος των δωρεών του Θεού. Όμως μερικοί τα περιφρονούν όλα αυτά και ενώ είναι γεμάτοι από μύρια κακά, σαν δουν να έρχεται η εορτή, σαν να τους σπρώχνη κάτι, εγγίζουν τα άχραντα Μυστήρια, τα οποία ενώ είναι τέτοιοι ούτε να δουν δεν επιτρέπεται» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
           Για την μετοχή στην θεία Ευχαριστία χρειάζεται επιμελής προετοιμασία: «Σας παρακαλώ, όταν πρόκειται να μετάσχετε στην θεία Κοινωνία, πρέπει πριν από πολλές ημέρες να καθαρίζετε τους εαυτούς σας με μετάνοια, προσευχή, ελεημοσύνη και με απασχόληση στην πνευματική ζωή» (Λόγος ΣΤ’ «Περί Ακατάληπτου»).
Ασχολείται εις πολλάς του ομιλίας με τον τρόπο προσελκύσεως εις την θείαν Κοινωνίαν και παραπονείται εντόνως διά την συμπεριφορά των Χριστιανών: «Υπάρχει ένα αμάρτημα. Ποιο; Το να μη προσέρχεσθε με φρίκη, αλλά κλωτσώντας, χτυπώντας, γεμάτοι θυμό, φωνάζοντας, κοροϊδεύοντας, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, γεμάτοι ταραχή… Στην αγορά να υπάρχη ησυχία και στην εκκλησία κραυγές; Στο πέλαγος γαλήνη και στο λιμάνι τρικυμία; Γιατί θορυβείς; Πες μου, άνθρωπε μου, γιατί βιάζεσαι; Υπάρχει η ανάγκη κάποιων πραγμάτων; Αλλ’ είναι δυνατόν να σκέπτεσαι κάποιες υποθέσεις, κατ’ αυτήν την ώρα; Θυμάσαι ότι ευρίσκεσαι στην γη; Νομίζεις ότι ευρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους; Και δεν είναι το μυαλό σου σκέτη πέτρα, το να νομίζης κατ’ αυτόν τον καιρό ότι πατάς στην γη και ότι δεν συγχορεύεις με τους αγγέλους; Μυστήρια λέγονται και όντως είναι. Όπου δε υπάρχουν μυστήρια εκεί επιβάλλεται σιγή. Με πολλήν λοιπόν σιγή, με πολλή ευταξία, με την πρέπουσα ευλάβεια να προσερχώμεθα σ’ αυτήν την θυσία» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
«Αφήστε λοιπόν, κραυγάζει ο Πατήρ, αφήστε τα φαγητά και τα μαγικά. Αξιοθαύμαστο και μοναδικό φαγητό είναι ο Σταυρός. Αυτός έχει μεγίστην ισχύ. Ευτυχής η ψυχή που επικαλείται το όνομα τού Ιησού Χριστού, που για μας σταυρώθηκε. Αυτό το όνομα να επικαλεσθή και κάθε αρρώστια θα φύγη και κάθε επιβουλή σατανική θα υποχώρηση» (Κατήχησις ΙΒ’). «Δεν γνωρίζεις πόσα κατώρθωσεν ο Σταυρός; Κατέλυσε τον θάνατο, έσβησε την αμαρτία, αχρήστευσε τον Άδη, διέλυσε την δύναμι τού διαβόλου και δεν είναι ικανός και αξιόπιστος να σού δώση την υγεία τού σώματος; Ανέστησε όλη την οικουμένη και συ δεν τον εμπιστεύεσαι;» (Λόγος εις τον Σταυρόν).
Υπάρχουν κάποιες φεμινίστριες της συμφοράς που ανιστορήτως κατηγορούν τους αγίους Πατέρας επί μισογυνισμώ. Απ’ αυτή την συκοφαντία (διότι περί συκοφαντίας πρόκειται) δεν εξαιρείται ο άγιός μας. Τιμά τις αγαθοπροαίρετες, ελέγχει τις ελαφρόμυαλες. Λέγει (και πολύ σωστά): «Μέγαν αγαθόν γυνή, ωσπερούν και κακόν μέγα» (ομιλία Κ’ εις την προς Εβραίους). Με αυτό το «μέγα αγαθόν» ο ιερός Πατήρ είχε στενάς και επωφελείς σχέσεις. Η Ολυμπιάς, η Πενταδία, η Πρόκλη, η Σαλβίνα, ήσαν από αυτές. Δεν είχεν όμως σχέσεις με το «μέγα κακόν». Τις «ανασείστριες και ταραξάνδριες» γυναίκες, την Ευγραφία, την Μάρσα, την Καστρικία. Δεν ανείχετο τον προκλητικόν τρόπον ζωής των. «Γραίδες ούσαι διό τον χρόνον, τι ανηβάν παραβιάζεσθε το σώμα, βροστρύχους επί τού μετώπου φέρουσαι καθαπερ εταιρίδες, υβρίζουσαι και τας λοιπάς ελευθέρας, επί απάτη των συντυγχανόντων και τούτο χήραι;» (Παλλαδίου, Βίος Ι. Χρυσοστόμου κεφ. Δ’ και Η’).
Άλλ’ ας έλθουμε σε κάποια αλλά παράπονα. Ασχάλλει ο άγιος διά τις ιεροκατηγορίες: «Ακονίζουμε την γλώσσα μας κατά των ιερέων» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). «Εάν αυτοί που κακολογούν τον πατέρα ή την μητέρα τους πρέπει να θανατώνονται (κατά την Παλαιά Διαθήκη), ποιας τιμωρίας θα είναι άξιος αυτός που τολμά να κατηγορήση εκείνον που είναι κατά πολύ αναγκαιότερος και καλύτερος από τους γονείς; Και δεν φοβάται μήπως ανοίξη η γη και τον καταπιή ή μήπως πέσει κεραυνός απ’ τον ουρανό και κατακαύση την κατηγορούσα γλώσσα του;» (Ομιλία εις Πρίσκιλλαν και Ακύλαν). Η χάρις των μυστηρίων δεν εξαρτάται από το ποιόν του τελούντος κληρικού. Ο κληρικός απλώς «την εαυτού δανείζει γλώτταν και την εαυτού παρέχει χείρα» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). Ο ιδιωτικός βίος τού κληρικού δεν παρακωλύει τον αγιασμόν των μυστηρίων. «Και δι’ αναξίων είωθεν ο Θεός ενεργείν» (Ομιλία Η’ εις την Α’ προς Κορινθίους). «Δεν μας χαρίζεται η χάρις τού άγιου Πνεύματος εξ αίτιας της αρετής των ιερέων. Αυτός καθήκον έχει να ανοίγη το στόμα του, το παν είναι έργον Θεού» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). Και διά να μη παρεξηγηθεί προσθέτει: «Τα λέγω αυτά χωρίς να παραδέχωμαι αυτούς που αναξίως μετέρχονται την ιερωσύνη. Τουναντίον ….
ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΘΕΟΥ
Τους εν τη πόλει βλασφημούντας ΣΩΦΡΟΝΙΣΑΤΕ.
Καν ακούσης τινας αμφοδώ ή εν αγορά βλασφημουντας τον Θεον, ΠΡΟΣΕΛΘΕ, επιτίμησον, 
ΚΑΝ ΠΛΗΓΑΣ ΕΠΙΘΕΙΝΑΙ ΔΕΗ,
ΜΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ (και αν πρέπει να τον δείρης, να μη διστάσης).
ΡΑΠΙΣΟΝ ΑΥΤΟΥ ΤΗΝ ΟΨΙΝ, 
ΣΥΝΤΡΙΨΟΝ ΤΟ ΣΤΟΜΑ, 
ΑΓΙΑΣΟΝ ΣΟΥ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ.
Καν εις δικαστήριον έλθωσιν, ειπέ μετά παρρησίας, ότι τον βασιλέα των αγγέλων εβλασφήμησεν.
ΚΟΛΑΣΩΜΕΝ των βλασφήμων την μανίαν, σωφρονίσωμεν αυτών την διάνοιαν, προνοήσωμεν αυτών της σωτηρίας. 
Καν αποθανείν δέη τούτο ποιούντας, μέγα ημίν οίσει το πράγμα κέρδος.
ΜΗ ΠΑΡΙΔΩΜΕΝ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΝ ΥΒΡΙΖΟΜΕΝΟΝ  ΔΕΣΠΟΤΗΝ. ΜΕΓΑ ΤΙ ΤΕΞΕΤΑΙ ΤΗ ΠΟΛΕΙ ΚΑΚΟΝ. ΤΟ ΤΑ ΤΟΙΑΥΤΑ ΠΑΡΟΡΑΝ (ΕΠΕ 30,348.31,642).
            ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΖΩΑ
«Οφείλουμε να δείξουμε στα ζώα μεγάλη καλοσύνη και ευγένεια για πολλούς λόγους. Αλλά πάνω απ’ όλα επειδή έχουμε την ίδια καταγωγή».
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ          
Παρουσία Πέτρου στη Ρώμη
In Petrum et Paulum
Εις τους κορυφαίους των αποστόλων Πέτρον και Παύλον και το αυτό μαρτύριον ενδοξότατον.
Σταύρωση Πέτρου:  PG 59. 494.
«Χαίροις, Πέτρε, ο του ξύλου του σταυρού απολαύσας, και καθ’ ομοιότητα του Διδασκάλου σταυρωθήναι μη θελήσας εν ορθίω τω σχήματι, καθώς ο Δεσπότης ημών, αλλά μάλλον επί κεφαλήν, ως εις ουρανόν την πορείαν επί γης ποιούμενος».
Κοίμηση Πέτρου στη Ρώμη: PG 59. 495-496
«Έστιν ουν ο μακάριος Πέτρος ο του Χριστού απόστολος από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, ένθα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός τας πλείστας θαυματουργίας ειργάσατο, εξ ης και ο Φίλιππος ώρμητο πόλεως, ο δε μακάριος Παύλος από Ταρσού της Κιλικίας. Κεκοίμηνται δε αμφότεροι εν τη μεγαλοπόλει Ρώμη τη αρχαία μηνί Ιουνίω, εικάδι εννάτη, επί Νέρωνος του ανομωτάτου βασιλέων αναιρεθέντες, και προς τον διδάσκαλον και Κύριον των απάντων μετά πλείστας πραγματείας αφικόμενοι».
Πέτρος, διάδοχος Χριστού: Λόγος 2. 1. PG 48. 632
Ι. Χρυσοστόμου: De sacerdotio
Προς τον εγκαλούντα επί το διαφυγείν την ιερωσύνην
 «δια τι και το αίμα εξέχεεν (ο Κύριος); Ίνα τα πρόβατα κτήσηται ταύτα α τω Πέτρω και τοις μετ’ εκείνον ενεχείριζεν».
ΠΕΡΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΟΝΩΝ
§ 5. Και όπως τώρα προτιμάται να τα υπομένετε όλα, παρά να αλλάξετε τη συνήθεια, έτσι έπρεπε αυτή να την περιφρονείτε και να προτιμάτε να υποφέρετε τα πάντα και να κάμνετε το κάθε τι, ώστε να προσέρχεσθε χωρίς αμαρτήματα στη θεία ευχαριστία. Το ότι ο Θεός αδιαφορεί για τη διαφύλαξη ορισμένων ημερών, άκουσέ τον τι λέγει όταν κρίνει˙ πεινώντα με είδετε και εθρέψατε, διψώντα και εποτίσατε, γυμνόν και περιεβάλετε˙ ενώ τους ευρισκομένους στα αριστερά του τους κατηγορεί με τα αντίθετα από αυτά. Και πάλι προσάγοντας άλλον για την μνησικακία, τον κολάζει λέγοντας˙ πονηρέ δούλε, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι˙ έδει και σε ελεήσαι τον συνδούλον σου, ως και εγώ σε ηλέησα. Πάλι τις παρθένες, επειδή δεν είχαν λάδι στις λαμπάδες τους, τις απέκλεισε από τον νυμφώνα. Άλλον πάλι τον απέκλεισε επειδή εισήλθε μη έχοντας ένδυμα γάμου, αλλά με ρυπαρά ενδύματα, δηλαδή την πορνεία και την ακαθαρσία. Αλλά κανείς δεν αποκλείσθηκε επειδή τέλεσε το Πάσχα αυτόν ή τον άλλο μήνα….
Και γιατί να ομιλώ για μας, που έχουμε απαλλαγή από κάθε νομική υποχρέωση και βρίσκεται το πολίτευμά μας επάνω στους ουρανούς, όπου δεν υπάρχουν μήνες και ήλιος και σελήνη και κύκλοι ετών;…
§ 6. Ας μη φιλονικούμε λοιπόν, ούτε και να λέμε εκείνο, ότι δηλαδή τόσα χρόνια νήστευα έτσι και τώρα θα αλλάξω; Άλλαξε ακριβώς γι’ αυτό και μόνο˙ επειδή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αποκόπηκες από την Εκκλησία, γύρισε τώρα πίσω στην μητέρα. Κανείς δεν λέγει, επειδή για τόσο χρόνο παρέμενα στην έχθρα, ντρέπομαι τώρα να συμφιλιωθώ. Γιατί ντροπή είναι όχι η προς το καλύτερο μεταβολή αλλά η παραμονή στην άκαιρη φιλονικία. …
Ας μην επιστρέφουμε λοιπόν προς τα πρώτα, την στιγμή που ήρθαν τα τελειότερα, κι ούτε να φυλάσσουμε ακόμη ημέρες και εποχές και έτη, αλλά παντού ας ακολουθούμε με κάθε ακρίβεια την Εκκλησία, προτιμώντας πάνω απ’ όλα την αγάπη και την ειρήνη. Γιατί, κι αν ακόμη η Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα.
Τώρα δεν έχει για μένα καμιά σημασία η τήρηση του καιρού, αφού, όπως αποδείξαμε, δεν έχει ούτε για τον Θεό σημασία. Άλλωστε για το θέμα αυτό αφιέρωσα πολλούς λόγους. Αλλά ένα μόνο πράγμα ζητώ˙ το να κάνουμε τα πάντα με ειρήνη και ομόνοια και όταν εμείς και όλος ο λαός νηστεύουμε και οι ιερείς αναπέμπουν τις κοινές υπέρ της οικουμένης ευχές, συ να μην παραμένεις στο σπίτι μεθυσμένος.
Ούτε η Εκκλησία ανεγνώριζε την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλ’ επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους Πατέρες που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να συνέλθουν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία τιμώντας πάντοτε την συμφωνία και αγαπώντας την ομόνοια, αποδέχθηκε την απόφαση. Για το ότι και σε μας και σε σας και σε οποιονδήποτε άλλον είναι αδύνατο να καθορίσει επακριβώς την ημέρα, κατά την οποία ο Κύριος τέλεσε το μυστήριο, αποδείχθηκε ικανοποιητικά με τα όσα έχουν λεχθή.
Ας μη σκιαμαχούμε, λοιπόν, κι ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτή η την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών.
Γι’ αυτό τερματίζοντας εδώ την ομιλία, ας ευχηθούμε από κοινού όλοι, να επιστρέψουν οι αδελφοί μας κοντά μας, και αφού ασπασθούν την ειρήνη, αποφύγουν την άκαιρη φιλονικία, καταγελάσουν την ψυχρότητα των αισθημάτων τους, σκεφθούν πιο σοβαρά και απαλλαγούν από την τήρηση των ημερών, όλοι μαζί τότε μ’ ένα στόμα να δοξάζουμε τον Θεό και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Ν η σ τ ε ύ ε ι ς ; Απόδειξέ το μέσα από τα έργα σου….
Ε ά ν δεις φτωχό, να τον ελεήσεις
E ά ν δεις εχθρό, να συμφιλιωθείς μαζί του
Ε ά ν δεις μια όμορφη γυναίκα, να μην την κοιτάξεις
Ας μη νηστεύει μόνον το στόμα… αλλά και το μάτι και η ακοή και τα χέρια και τα πόδια και όλα τα μέλη του σώματος.
Τα χέρια, από την αρπαγή και την πλεονεξία
Τα πόδια, από τους δρόμους που οδηγούν σε αμαρτωλά θεάματα
Τα μάτια, να μην πέφτουν λάγνα πάνω σε όμορφα πρόσωπα ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη άλλων.
Δεν τρως κρέας;
Τα μάτια σου, ας μη φάνε την ακολασία
Η ακοή σου, ας μη δέχεται κακολογίες και διαβολές
Το στόμα, ας νηστεύσει από αισχρά λόγια και λοιδορίες.
Αφού δεν είμαστε σαν τα ζώα, γιατί πρέπει να δαγκώνουμε και να τρώμε τους αδελφούς μας; 
ΠΛΑΝΗ ΕΚΛΕΚΤΩΝ
PG 58.693 ΟΜΙΛΙΑ ΟS΄: 58.695: «Και ει μη εκολοβώθησαν αι ημέραι εκείναι, ουκ αν εσώθη πάσα σάρξ. δια δε τους εκλεκτούς κολοβωθήσονται αι ημέραι εκείναι….. β΄. Τίνας δε ενταύθα φησί τους εκλεκτούς; Τους πιστούς τους εν μέσοις απειλημμένους αυτοίς». 58696: «Τότε εάν τις υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός, ή ώδε, μη πιστεύσητε. Εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται, και δώσουσι σημεία και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς». 58697: ¨Τότε ουν εάν τις υμίν είπη, φησίν, Ώδε ο Χριστός, ή ώδε, μη πιστεύσητε….. Ελεύσονται γαρ, φησί, και απατήσουσι πολλούς. οι δε προ της δευτέρας αυτού παρουσίας, οι και εκείνων ήσαν πικρότεροι. Δώσουσι γαρ, φησί, σημμεία και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Ενταύθα τον αντίχρηστον φησί, και δείκνυσί τινας και διακονησομένους αυτώ….. Και όρα πως ασφαλίζεται. Μη εξέλθητε, φησί, εις την έρημον, μη εισέλθητε εις τα ταμεία. Ουκ είπεν, Απέλθετε και μη πιστεύσητε. αλλά, Μη εξέλθητε. Και γαρ πολλή τότε η απάτη, δια το και σημεία γίνεσθαι απάτης….. Ει γαρ ο Ιουυδαϊκός πόλεμος δια τους εκλεκτούς εκολοβώθη, πολλώ μάλλον ούτος ο πειρασμός συσταλήσεται δια τους αυτούς τούτους». 58.698: «τότε δε πάλιν Αποστελεί τους αγγέλους αυτού μετά σάλπιγγος μεγάλης, και συνάξουσι τους εκλεκτούς εκ των τεσσάρων ανέμων, απ’ άκρων των ουρανών έως άκρων αυτών».
Αλλά ποιοι είναι οι εκλεκτοί; Ο εκλεκτός είναι ο εκλεγείς από το Θεό, ο «μακάριος» (Ψ. ξδ΄ 5). «Πολλοί οι κλητοί, ολίγοι οι εκλεκτοί», όπου ο Παύλος είναι κατηγορηματικός: «Τις εγκαλέσει κατά εκλεκτών Θεού;» οι εκλεκτοί αποτελούν το σώμα του Χριστού: «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε» (Εφ. 4. 1-4). Οι Χριστιανοί «ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι» (Κολ. 3. 12). Στην Αποκάλυψη, οι εκλεκτοί θα ζήσουν αιωνίως, για τον αγώνα τους, κατά των εκπροσώπων του κακού: «ούτοι μετά του αρνίου πολεμήσουσι, και το αρνίον νικήσει αυτούς, ότι Κύριος κυρίων εστί και Βασιλεύς βασιλέων και οι μετ’ αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί» (Απκ. 17. 14).
Επομένως, οι εκλεκτοί είναι οι άγιοι του Θεού, οι αγαπημένοι, που θα ζήσουν αιώνια, για τον αγώνα τους κατά του κακού και άρα είναι εκείνοι, που δεν θα πλανηθούν από τον Αντίχρηστο. Αυτό το: «ει δυνατόν» αυτό ακριβώς θέλει να ειπεί, ότι «δεν θα πλανηθούν», δεν θα παραπλανηθούν, γιατί είναι οι άγιοι και οι εκλεκτοί του Θεού. Αλλοίμονο, αν επλανώντο! Τότε, -αν είχαν πλανηθεί-, πως με τη σάλπιγγα του αγγέλου του Θεού θα μαζεύονταν όλοι οι εκλεκτοί από τα πέρατα του κόσμου (κατά Χρυσόστομο), αφού θα είχαν πλανηθεί!!! Να κάνουν τι; Να ζήσουν αιώνια οι «πλανηθέντες» εκλεκτοί;
Θα προσπαθήσει λοιπόν ο Αντίχριστος να παραπλανήσει ακόμη και τους εκλεκτούς του Θεού, αλλά δεν θα τα καταφέρει.
            ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
          Ιω. Χρυσόστομος: «β΄. Μιμού τον Θεόν. Ει πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι, εικότως υπέρ απάντων δει εύχεσθαι, ει πάντας αυτός ηθέλησε σωθήναι, θέλε και συ, ει δε θέλεις, εύχου, των γαρ τοιούτων εστί το εύχεσθαι. Οράς πως πανταχόθεν την ψυχήν έπεισεν, ώστε και υπέρ Ελλήνων εύχεσθαι; Και το κέρδος δείκνυς όσον εκ τούτου τίκτεται, ίνα ήρεμον, φησί, και ησύχιον βίον διάγωμεν και το πολλώ τούτου μείζων, ότι και τω Θεώ τούτο δοκεί, και ότι όμοιοι αυτώ κατά τούτο γινόμεθα, κατά το τα αυτά αυτώ θέλειν. Ικανά ταύτα δυσωπήσαι και θηρίον. Μη τοίνυν φοβηθής υπέρ Ελλήνων ευχόμενος και αυτός τούτο βούλεται, φοβήθητι το κατεύξασθαι μόνον, τούτο γαρ ου βούλεται. Ει δε υπέρ Ελλήνων εύξασθαι χρη, και υπέρ αιρετικών δήλον ότι υπέρ γαρ απάντων ανθρώπων εύχεσθαι δει, ου διώκειν…» (PG 62, 536).
          Μετάφραση. Μιμήσου τον Θεό. Εάν θέλει (ο Θεός) να σωθούν πάντες οι άνθρωποι, είναι εύλογο ότι κι εσύ θα πρέπει να εύχεσαι υπέρ πάντων. Εάν αυτός (ο Θεός) θέλησε πάντες οι άνθρωποι να σωθούν, να θέλεις κι εσύ το ίδιο. Αν θέλεις το ίδιο τότε να εύχεσαι διότι των τοιούτων είναι το να εύχεσαι. Βλέπεις πως πανταχόθεν την ψυχή προτρέπει, ώστε και υπέρ των Ελλήνων εύχεσθαι. Και το κέρδος δείχνει όσο προκύπτει από αυτή την πράξη, για να διάγουμε ήρεμο κι ήσυχο βίο, και το περισσότερο από αυτό, θέλημα Θεού είναι, διότι γινόμαστε όμοιοι με αυτόν επειδή θέλουμε κι εμείς αυτά που θέλει ο Θεός. Όλα αυτά είναι ικανά να κατευνάσουν και θηρίο. Μη φοβηθείς όταν εύχεσαι υπέρ των Ελλήνων διότι και ο Θεός αυτό θέλει. Να φοβάσαι μόνον το να εύχεσαι εναντίον τους, διότι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. Εάν χρειάζεται να εύχεσαι υπέρ των Ελλήνων, και υπέρ των αιρετικών θα πρέπει να κανείς το ίδιο, διότι θα πρέπει να εύχεσαι υπέρ πάντων των ανθρώπων και να μην διώκεις κανέναν».
ΥΒΡΙΣ
«Ιδού σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους να είσθε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε άσκοπους κινδύνους, και άκακοι σαν τα περιστέρια» (Ματθ. ι΄ 16).
«Ιδού, σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους να είσθε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε άσκοπους κινδύνους, και άκακοι σαν τα περιστέρια». Τι λες; Βρισκόμαστε ανάμεσα σε λύκους και μας δίνεις εντολή να είμαστε σαν πρόβατα και σαν τα περιστέρια; Ναι, λέγει, διότι τίποτε δεν αλλάζει τη διαγωγή του κακοποιού τόσο, όσο το να υπομένουμε με γενναιότητα όσα μας κάνει και να μην ανταποδίδουμε την κακία, ούτε με λόγια, ούτε με έργα. Αυτό κι εμάς, μας κάνει περισσότερο στοχαστικούς και μεγαλύτερο μισθό μας φέρνει και εκείνους ωφελεί. Αλλά σε έβρισε ο τάδε; Συ ευχήσου γι αυτόν. Πρόσεξε πόσο κερδίζεις από αυτό: έσβησες το κακό, ετοίμασες μισθό για τον εαυτό σου, άλλαξες τη διαγωγή εκείνου, και συ δεν έπαθες κανένα κακό» (Εις την προς Εβραίους, ομιλ. Α΄, ΕΠΕ 25, 298).
            ΦΙΛΟΣΤΟΡΓΙΑ
            «Όπως ακριβώς στην περίπτωση των νηπίων, κι’ αν να ακόμη το παιδί που υποβαστάζεται, χτυπάει το πρόσωπο του πατέρα, δεν μειώνεται καθόλου η φιλοστοργία του προς αυτό, έτσι και στη δική μας περίπτωση, κι’ όταν ακόμη πληγωνόμαστε από τους ανθρώπους, που βρίσκονται έξω από το χώρο της Εκκλησίας, δεν πρέπει να μειώνεται καθόλου η συμπάθειά μας προς αυτούς» (Α’  προς Τιμόθεον, ΕΠΕ 23, 212-214).