Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Προκύνημα στό Λείψανα τοῦ Ἱερομάρτυρος ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Μητροπολίτου Μολδαβίας (+ 1694)
Τῆς Εὐαγγελίας Μάρκου
Κατά τήν Διακαινήσιμη Ἑβδομάδα τοῦ παρελθόντος ἔτους 2009, πραγματοποιήσαμε μία μεγάλη προσκυνηματική ἐκδρομή στή Ρουμανία, μέ τήν εὐκαιρία τῆς πανηγύρεως τοῦ Ἱ. Ν. Ζωοδόχου Πηγῆς Μοβιλίτσας Βράντσεας, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Βράντσεας κ. Γεροντίου (τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ρουμανίας). Τοῦ προσκυνήματος ἡγήθηκε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος ἀπό τήν Ἑλλάδα, συμμετεῖχαν δέ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Κιτίου κ. Παρθένιος καί ὁ Πρωθιερεύς π. Μιχαήλ Ἰωάννου ἀπό τήν Κύπρο, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Κένυας κ. Ματθαῖος ἀπό τήν Κένυα καί 50 περίπου πιστοί ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τήν Κύπρο (στή Ρουμανία συναντήσαμε καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Γ.Ο.Χ. Κιέβου κ. Σεραφείμ ἀπό τήν Οὐκρανία).
Μεταξύ ἄλλων ἀξιολόγων πνευματικῶν τόπων, ἐπισκεφθήκαμε κατά τήν διάρκεια τοῦ προσκυνήματος καί τήν ἱστορική Σκήτη τοῦ Μπράζι πού βρίσκεται στήν ἴδια περιοχή τῆς Βράντσεας, ὅπου καί προσκυνήσαμε τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου. Στή συνέχεια δημοσιεύονται κάποιες φωτογραφίες ἀπό τό προσκύνημα καί στοιχεῖα γιά τά Λείψανα τοῦ Ἁγίου.

Ὁ ἅγιος Ἱεράρχης Θεοδόσιος τοῦ Σκήτης τοῦ Μπράζι, ἦταν Μητροπολίτης Μολδαβίας κατά τόν 17ο αἰ. Τό 1694, κατά τήν διάρκεια εἰσβολῆς τῶν Τατάρων, βασανίστηκε γιά νά ἀποκαλύψει πού ἦταν κρυμμένα τά κειμήλια καί τά χρήματα τῆς Σκήτης καί ἀρνούμενος νά τό ἀποκαλύψει τελειώθηκε μαρτυρικά μέ ἀποκεφαλισμό. Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ρουμανίας τό 2003, μέ ἡμέρα μνήμης του τήν 22α Σεπτεμβρίου.
Κατά τήν διάρκεια τῆς ταραγμένης ἱστορίας τῆς Μολδαβίας, τά χαριτόβρυτα Λείψανά του βρέθηκαν μέ τρόπο θαυμαστό τό 1842, στή συνέχεια χάθηκαν κατά τήν κομμουνιστική διακυβέρνηση τῆς Ρουμανίας καί μετά τήν κατάρρευση τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστώτος τό 1989, βρέθηκαν καί πάλι τήν 30ή Μαρτίου τοῦ ἔτους 2000.
Ἡ Σκήτη τοῦ Μπράζι βρίσκεται στό Πάνκιου (Panciou) τῆς διοικητικῆς περιφέρειας τῆς Βράντσεας. Ἱδρύθηκε τόν 17ο αἰ. ὡς ἀνδρικό κοινόβιο. Κατά τήν κομμουνιστική περίοδο ἔκλεισε. Μετά τήν πτώση τῶν κομμουνιστῶν (1989), ἐπαναλειτούργησε σάν γυναικείο κοινόβιο. Τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου.
Στήν πρώτη εὕρεση τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Θεοδοδοσίου (τό 1842), ἦταν παρών ὁ ὅσ. Ἀντύπας τοῦ Καλαποντέστι, τότε δόκιμος μοναχός, ὁ ὁποῖος ἔγραψε σχετικῶς:
«Πρίν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Δημήτριος γίνει Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μπράζι, ἔζησε σκληρή ἀσκητική ζωή σ’ ἕνα μεγάλο δάσος, ὅπου μέ τρόπο θαυμαστό βρῆκε ἕνα δοχεῖο γεμάτο μέ χρυσά νομίσματα! Στό δοχεῖο ὑπῆρχε καί ἕνα σημείωμα πού ἔλεγε, ὅτι αὐτά τά χρήματα ἦταν τοῦ Μητροπολίτου Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος τά εἶχε κρύψει προβλέποντας τό μαρτυρικό του τέλος στά χέρια τῶν Τατάρων. Τό σημείωμα ἔγραφε ἀκόμη, ὅτι ὅποιος τά βρεῖ, εἶναι ὑποχρεωμένος νά κτίσει μία Μονή καί τρεῖς Σκήτες καί ὅταν τελειώσει ἡ τρίτη Σκήτη θά βρεθοῦν τά Λείψανά του!
Γνωστοποιῶντας τό θαυμαστό αὐτό γεγονός ὁ Δημήτριος στόν Μητροπολίτη στό Ἰάσιο, πῆρε εὐλογία νά ἐκπληρώσει τήν τελευταῖα ἐπιθυμία τοῦ μακαρίου Μητροπολίτου. Ἔκτισε λοιπόν μία μεγάλη ἐκκλησία καί ἀφοῦ τελείωσε καί τήν τρίτη Σκήτη, ἀποφάσισε νά σκαφτεῖ στόν κῆπο καί ὁ δικός του τάφος. Ἐπειδή ὅμως ὁ λάκκος πού εἶχε διατάξει νά σκαφτεῖ καταστρέφοταν, ἀποφάσισε νά εἶναι καί ὁ ἴδιος παρών κατά τήν ἐκσκαφή. Σκάβοντας τότε βρῆκαν τό φέρετρο μέ τά ἅγια Λείψανα. Ἀξιώθηκα νά τά δῶ μέ τά ἴδια μου τά μάτια καί νά τά προσκυνήσω, ἐνῶ ἀνέδιδαν μία ἐξαίσια εὐωδία
»!
Τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου ἐνταφιάστηκαν στήν ὑπόγεια κρύπτη – Παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ, τήν 6η Μαΐου 1842, ἐνῶ ἡ τιμία του Κάρα φυλάσσονταν στό Ἅγιο Βῆμα, μέχρι τό κλείσιμο τῆς Σκήτης ἀπό τούς κομμουνιστές. Κάτοικοι τῆς περιοχῆς θυμοῦνται, ὅτι ἔβλεπαν τίς νύχτες στήν ἀνατολική πλευρά ἕνα ὄμορφο γαλάζιο φῶς καί σκέπτονταν, ὅτι ἐκεῖ θά κρύβεται κάτι πνευματικά πολύτιμο.
Μετά τήν πτώση τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστώτος (τό 1989), ἡ Σκήτη ξανάνοιξε καί ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ γυναικεία ἀδελφότητα. Τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου ξαναβρέθηκαν τήν 30ή Μαρτίου 2000, κατά τήν διάρκεια ἀνασκαφῆς στό ὑπόγειο Παρεκκλήσιο. Ἔκτοτε φυλάσσονται στή Σκήτη.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ ΘΕΟΔΟΣΙΕ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Νεομάρτυς ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ τῆς Μάνδρας (+ 1927)



Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Προλεγόμενα
Τό ἔτος 1980 – 1981, μέ εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαίου, ὑπηρετοῦσα ὡς Κατηχητής στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Τότε μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία τῆς γνωριμίας μέ παλαιά στελέχη τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἐνορίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Μεταξύ τῶν πιστῶν ἐκείνων ὑπῆρχαν καί αὐτόπτες μάρτυρες τῶν τραγικῶν γεγονότων τοῦ 1927, κατά τά ὁποῖα δυνάμεις τῆς Χωροφυλακῆς, μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἐπετέθησαν στούς ἐκκλησιαζομένους Γνησίους Ὀρθοδόξους, στόν πανηγυρίζοντα Ἱ. Ν. Ἁγίων Ταξιαρχῶν, μέ ἀποτέλεσμα τόν ἐλαφρύ τραυματισμό τῶν Ὁμολογητριῶν ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΛΟΥΛΗ καί ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΤΣΑΡΕΛΗ καί τόν θανάσιμο τραυματισμό τῆς Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΡΟΥΤΗ.
Μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τοῦ Ἱεροψάλτου Μοναχοῦ Χρυσάνθου καί τῶν κ.κ. Δημητρίου Κουμπέτσου καί Ἀναστασίου Σταμάτη, ἦρθα σέ ἐπαφή μέ πολλούς τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων - καθώς καί μέ τήν οἰκογένεια τῆς Νεομάρτυρος - καί κατέγραψα τίς μαρτυρίες τους. Οἱ μαρτυρίες αὐτές παρουσιάστηκαν σέ ἑσπερινή ἐκδήλωση πού διοργανώθηκε στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου - παρουσίᾳ τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαίου καί Σερβίων καί Κοζάνης Τίτου, Κληρικῶν καί τῶν περισσοτέρων ἐνοριτῶν – μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπισκέψεως στή Μάνδρα τῶν σπουδαστῶν τοῦ Β’ Φροντιστηρίου Κατηχητῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, Ἰούλιος 1980).
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ μία πρώτη παρουσίαση τοῦ θέματος. Πέραν τῶν πληροφοριῶν πού συγκέντρωσα ὁ ἴδιος, ἔχουν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη σχετικές δημοσιεύσεις τοῦ τότε Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, ἀναφορά τοῦ Περιοδικοῦ «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων», τό βιβλίο τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου «ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος – Βίος καί Ἔργα, 1861 - 1950» (1963), καθώς καί τό σχετικό φυλλάδιο τοῦ Ἐπισκόπου Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου μέ τόν τίτλο «ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ» (1987).

Ἡ Μάνδρα καί ἡ περιοχή της
Ἡ σημερινή πόλη τῆς Μάνδρας ἔχει τήν ἱστορική της ἀρχή στά Κούντουρα, ἕναν οἰκισμό στά βόρεια τῆς περιοχῆς, γνωστό σήμερα ὡς Παλιοκούντουρα, ἐπί τῆς παλαιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἐλευσίνος - Θηβῶν. Ὁ οἰκισμός δημιουργήθηκε μετά τό 1204 ἀπό τούς Φράγκους κατακτητές τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐξακριβωμένα ἱστορικά στοιχεῖα γιά τά Κούντουρα ὑπάρχουν πρίν τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὅταν τό Ἀρβανίτικο στοιχεῖο (Ἀλβανόφωνοι Χριστιανοί) κυριαρχοῦσε (ὅπως καί σήμερα) στήν περιοχή. Τό 1815 ὁ Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ ἀναφέρεται στή Μάνδρα στό ἔργο του «Ταξείδι στήν Ἑλλάδα» καί τήν περιγράφει σάν «χωριό τοῦ Κιθαιρώνα».
Τά Κούντουρα καταστράφηκαν ἀπό τούς Τούρκους τό 1694 καί τό 1826. Τό αὐξημένο πατριωτικό αἴσθημα τῶν Κουντουριωτῶν ἀνέδειξε τόν Στρατηγό τῆς Ἐπαναστάσεως Νικόλαο Ρόκα ἤ Ζερβονικόλα, τόν Ὁπλαρχηγό τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα καί συμπολεμιστή τοῦ Παύλου Μελᾶ Εὐάγγελο Κοροπούλη καί τόν Ναύαρχο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων Παῦλο Κουντουριώτη.
Ἡ πόλη στή σημερινή της θέση, στά δυτικά τοῦ Θριασίου Πεδίου, κτίστηκε μετά τήν καταστροφή τοῦ 1826.
Στή γεωγραφική περιοχή τῆς Μάνδρας διασώσονται ἀξιόλογα ἱστορικά μνημεῖα, ὅπως τά ἐρρείπια τῶν ἀρχαίων Ἐλευθερῶν (πού μνημονεύει ὁ Παυσανίας), μεσαιωνικός πύργος στό Μυρίνι, τά ἱστορικά Βυζαντινά μοναστήρια τοῦ ὁσ. Μελετίου Κιθαιρώνος (11ος αἰ.) καί Ἁγίας Τριάδος Μυρινίου, οἱ ἱστορικοί Ναοί ὁσ. Μελετίου «Μελετάκι» (11ος αἰ.), ἁγ. Ἰωάννη Κορακᾶ (16ος αἰ.) καί ἁγ. Αἰκατερίνης στίς παρυφές τῆς πόλεως (λείψανα τοῦ 16ου αἰ. καί νεώτερο κτίσμα τοῦ 19ου ), κ.ἄ.


Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στήν περιοχή τοῦ Θριασίου Πεδίου
Ἡ κωμόπολη τῆς Μάνδρας ἀπό τῆς ἡμερολογιακῆς ἀλλαγῆς, εἶχε σχεδόν στήν πλειοψηφία της παραμείνει πιστή στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό γεγονός αὐτό δέν ἦταν τυχαῖο, ἀλλά ὀφείλετο στήν ποιμαντική δραστηριότητα τοῦ Ἁγιορείτου Ἀρχιμανδρίτου Ματθαίου Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπισκόπου Βρεσθένης καί Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, + 1950).
Στή Μάνδρα καί τήν περιοχή τοῦ Θριασίου ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος εἶχε πολλά πνευματικά τέκνα (ἀρκετοί μοναχοί καί μοναχές τῶν μονῶν του κατάγονταν ἀπό τήν περιοχή) καί ἦταν εὐρύτατα γνωστός. Μέχρι τά τραγικά γεγονότα τοῦ 1927, οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Μάνδρας ὡς πλειοψηφία, χρησιμοποιοῦσαν τόν μοναδικό ναό τῆς κωμοπόλεως, τόν ἱστορικό Ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, καί οἱ λίγοι Νεοημ/τες τόν κοιμητηριακό Ναό τῆς Κοιμ. Θεοτόκου. Μετά τά γεγονότα, κατασκευάστηκε πρόχειρα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους μέ σανίδες ἕνα παράπηγμα δίπλα στόν μανδρότοιχο τοῦ κοιμητηρίου. Ἐκεῖ ἐξυπηρετοῦνταν οἱ πιστοί μέχρι τό 1934, ὁπότε κτίστηκε ἰδιαίτερος ναός, ὁ ὁποῖος ἀφιερώθηκε πρός τιμήν τοῦ ἀρχιμ. Ματθαίου στόν ἅγιο Εὐαγγ. Ματθαῖο. Τόν ναό αὐτό τό ἑπόμενο ἔτος 1935, ἐγκαινίασε ὁ Ἅγιος Πατήρ ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης.
Ὁ Ναός τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἦταν ἀπό τό 1952 καί μετά ἕδρα καί διαμονή τοῦ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος κυροῦ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (+ 1966). Ὁ κατά κόσμον Κωνσταντῖνος Κωστάκης, γεννήθηκε τό 1914 στά Μεσκλᾶ Χανίων, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Δημήτριο καί τήν Εὐγενία. Τά ἐγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στή γενέτειρά του. Τό 1941, κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν, ἐγκατέλειψε τήν οἰκογένειά του καί ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο. Ἀφιερώθηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν συμπατριώτη του Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’ (+ 1950).
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, διαγνώσας τά προσόντα καί τίς ἀρετές τοῦ Κωνσταντίνου, τόν προώθησε συντομώτατα σέ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς Ἱερωσύνης. Ἔτσι τήν 5. 5. 1941 χειροθετήθηκε Ρασοφόρος μέ τό ὄνομα Μελέτιος, τήν 3. 11. 1941 χειροτονήθηκε Διάκονος, τήν 20. 11. 1941 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί τήν 15. 11. 1944 χειροθετήθηκε Μεγαλόσχημος Μοναχός.
Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Τό 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ψηφίστηκε Ἐπίσκοπος γιά τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Χειροτονήθηκε τήν 17. 6. 1952 ἀπό τόν τότε Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Θεσσαλονίκης Δημήτριο καί τούς Ἀρχιερεῖς Πατρῶν Ἀνδρέα, Τρίκκης Βησσαρίωνα καί Θηβῶν Ἰωάννη.
Ποίμανε τήν ἐπαρχία του μέ ἕδρα τόν ἱστορικό ναό τοῦ ἁγ. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας. Ὅμως ἡ ὑγεία του λόγῳ τῶν κόπων καί τῶν μόχθων εἶχε καμφθεῖ καί ἔτσι κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 4η Ἀπριλίου 1966, σέ ἡλικία μόλις 52 ἐτῶν, μετά ἀπό νοσηλεία σέ κλινική τοῦ Πειραιῶς. Ἡ κηδεία του τελέστηκε τήν 6. 4. 1966 στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπ. Πατρῶν Ἀνδρέου, συμπαραστα-τουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Θεσσαλονίκης Δημητρίου, Κορινθίας Καλλίστου καί Τρίκκης Βησσαρίωνος καί 27 Ἱερέων καί Διακόνων. Τόν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος. Ἐνταφιάστηκε στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, παρά τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.
Τό 1973, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος ὁ ἀρχιμ. Ματθαῖος Μακρῆς, ὁ ὁποῖος στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 προχώρησε μέ τήν συνδρομή εὐσεβῶν Χριστιανῶν στήν ἐκ βάθρων ἀνακαίνιση τοῦ ναοῦ. Τότε ὁ ναός κτίστηκε μεγαλοπρεπής, Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, μέ τρούλο, γυναικωνίτες καί κωδωνοστάσια. Ἡ πρός τιμήν τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἐγκαινιασμένη Ἁγία Τράπεζα τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, διατηρήθηκε στόν ἰσόγειο – χειμερινό ναό, στόν ὁποῖο δημιουργήθηκε καί Παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, σέ ἀνάμνηση τῶν γεγονότων τοῦ 1927. Στόν κυρίως - ἄνω ναό, ἡ κεντρική Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε στούς Ἁγίους 12 Ἀποστόλους, τά πλευρικά Παρεκκλήσιο στόν τοπικό Ἅγιο ὅσ. Μελέτιο τοῦ Κιθαιρώνος καί τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τά Παρεκκλήσια τοῦ γυναικωνίτη στούς Μεγαλομάρτυρες Ἁγίους Γεώργιο τόν Τροπαιοφόρο καί Δημήτριο τόν Μυροβλύτη.
Τό 1989 στό νέο ναό τελέστηκε ἡ χειροτονία τοῦ Μητροπ. Θεσσαλονίκης Χρυσοστόμου (Μητροπούλου). Ἐπρόκειτο γιά τήν πρώτη ἐπισκοπική χειροτονία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἡ ὁποία ἔγινε στό φῶς τῆς ἡμέρας, σέ συνθήκες εἰρήνης καί ἀσφαλείας, σέ ἐνορία καί ὄχι σέ μονή, παρουσίᾳ μεγάλου ἀριθμοῦ Ἱεραρχῶν, Κληρικῶν καί πιστοῦ λαοῦ.
Στό Ναό τοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου ἐφημέρευσαν ἐκτός ἄλλων πατέρων οἱ μακαριστοί Ἱερομόναχοι Γαβριήλ Χαραλάμπους (+ 1988) καί Ἰωαννίκιος Μπεθάνης (+ 1982), ἀδελφοί τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Κουβαρᾶ.
Πρίν τήν ἀνέγερση τοῦ νέου Ναοῦ Εὐαγγ. Ματθαίου - Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ἐπ. Ματθαῖος ἀνήγειρε τό Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἁγίας Σκέπης, μέ ὁμώνυμο Ναό καί Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ἐπί τῆς παλαιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἐλευσίνος – Θηβῶν, ἀπέναντι (σήμερα) ἀπό τό Ἀθλητικό Κέντρο τῆς Μάνδρας.
Στήν ἴδια περιοχή τοῦ Θριασίου καί στήν κοινότητα Μαγοῦλας, κτίστηκε μέ προτροπή καί εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἀπό τήν Οἰκογένεια Ἀδάμ τό Παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό Παρεκκλήσιο αὐτό ἀρχικά κατασκευάστηκε πρόχειρα, μέ σανίδες. Ἕνα βράδυ, κάποιοι μεθυσμένοι Νεοημ/τες χωρικοί (τό ἐκκλησάκι βρίσκεται κοντά στήν πλατείατοῦ χωριου), ἀποφάσισαν νά τό κάψουν. Πῆραν, λοιπόν, μία ποσότητα βενζίνης καί τό περιέλουσαν. Καί τότε ὁ Ἅγιος Θεός οἰκονόμησε ἕνα ἐξαίσιο θαῦμα: Νά σβήνουν τά σπίρτα μέσα στή βενζίνη!!! Ἔτσι τό Παρεκκλήσιο σώζεται μέχρι σήμερα, ὄχι ξύλινο, ἀλλά κανονικῆς κατασκευῆς.
Ἕνας ἀκόμη ναός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κτίστηκε μέ ὑπόδειξη καί εὐλογία τοῦ μακαρίου Πατρός καί στήν παρακείμενη πόλη τῆς Ἐλευσίνας. Πρόκειται γιά τόν Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου πού κτίστηκε τό 1941 ἀπό ἀγωνιστές Χριστιανούς καί ἐγκαινιάστηκε ἀπό τόν Ἅγιο Πατέρα λίγο ἀργότερα. Στό Ναό αὐτόν ἐφημέρευσαν ἐκτός ἄλλων κληρικῶν καί οἱ μακαριστοί Πατέρες Ἱερεύς Εὐάγγελος Μανώλης καί Ἱερομόναχος Κάλλιστος Κατσούλης (ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμρφώσεως Κουβαρᾶ). Ὁ Ναός ἀνακαινίστηκε ἐκ βάθρων κατά τήν δεκαετία τοῦ 2010, ἀπό τόν Ἱερομ. Δαμιανό Παπαδημητρίου.

Τά τραγικά γεγονότα τῆς 8ης Νοεμβρίου 1927
Τό 1927, δηλαδή τήν περίοδο ἀμέσως μετά τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (1924), ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ἡ ἐκκλησιαστική κατάστασις ἦταν ἔκρυθμη. Τήν καινοτομία δέν εἶχαν ἀποδεχθεῖ δεκάδες χιλιάδες Ὀρθόδοξοι σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετούμενοι καί ἐνισχυόμενοι ἀπό Ζηλωτές Ἁγιορείτες Ἱερομονάχους, καθώς καί ἐλάχιστους ἐγγάμους Ἱερεῖς, κατέθεταν καθημερινά τήν μαρτυρία τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ἡ στάση τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν συνεπισκόπων του ἀπέναντι στούς Γνησίους Ὀρθοδόξους πιστούς ἦταν ἐπιθετική. Οἱ καινοτόμοι Ἀρχιερεῖς προσπα-θοῦσαν νά καλύψουν τήν ποιμαντική τους ἀνεπάρκεια καί νά ἐπιβάλουν τήν καινοτομία μέ τήν βοήθεια τοῦ Καίσαρος, δηλαδή τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας τήν Ἀστυνομία – Χωροφυλακή, ἀκόμη καί τόν Στρατό, εἶχαν στή διάθεσή τους. «Ἐν τῆ περιπτώσει ταύτῃ (δηλαδή τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν Παλαιοημερολογητῶν) – γράφει ὁ Νεοημ. ἱστορικός ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας - ὁ χωροφύλαξ τῆς Πολιτείας ὑπῆρξεν ἡ σώτειρα δύναμις διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» (ἀρχιμ. Θ. Στράγκα, «Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν», τ. Γ’, σελ. 2042). Τό ἔτος 1927 στή Μάνδρα, φάνηκε μέ τόν πλέον τραγικό τρόπο ἡ προηγούμενη ἀλήθεια, ὅταν ἡ Χωροφυλακή ἐπιτέθηκε κατά τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί ὑπῆρξαν θύματα.
Παρά τά διωκτικά μέτρα, τό 1927 καί ἐνῶ πλησίαζε ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν καί ἡ πανήγυρις τοῦ ὁμωνύμου Ναοῦ, οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Μάνδρας ἔστειλαν μία ἐπιτροπή στήν τότε Κοινότητα τῶν Ὀρθοδόξων (τό μοναδικό νομικό πρόσωπο τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τό ὁποῖο συντόνιζε τήν δρατσηριότητα τῶν λίγων κληρικῶν πού ὑπῆρχαν) καί ζήτησαν Ἱερέα γιά τήν ἐξυπηρέτηησή τους κατά τήν πανήγυρι. Ἡ Κοινότητα ἐξασφάλισε καί ἔστειλε τόν Ἱερομόναχο Χριστόφορο Ψαλλίδα, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στή Μάνδρα μέ μία σούστα καί ἔτυχε ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς ἀπό τούς κατοίκους. Ταυτόχρονα ἔφθασε στή Μάνδρα καί ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος ἦταν σέ ποιμαντική περιοδία στήν περιοχή τῶν Θηβῶν. Ἔτσι ὁ Ἑσπερινός καί ἡ ἀγρυπνία ἄρχισαν μέ δύο Λειτουργούς καί μέ κάθε δυνατή μεγαλοπρέπεια.
«Ἐνῶ ὁ Ὅσιος Πατήρ ἐτέλει Λειτουργίαν μετ’ ἀγρυπνίας - σημειώνει ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος - ἐπέδραμε νύκτωρ κουστωδία ἐκ 30 χωροφυλάκων. Περιεκύκλωσε τά πέριξ καί διά πυροβολισμῶν ἐζήτει νά διαλύση βιαίως τό εὐσεβές ἐκκλησίασμα, ἐκτοοῦσα τούς ἐκ τῶν μελιρρύτων χειλέων τοῦ Πατρός Ματθαίου ἀποκρεμωμένους πιστούς ἀδελφούς. Οὐδείς ἐπτοήθη καί κανείς δέν ἀπεδυσπέτησεν ἐνώπιον τῆς ἐγκληματικῆς ἐνεργείας. Οἱ πάντες ἀκίνητοι, ἐν μυσταγωγικῆ ἀνατάσει πρός τόν Θεόν, παρέμειναν παρακολουθοῦντες τήν Ἱεράν Ἀκολουθίαν μέχρι πρωϊας. «Ὦ φίλοι, οὐδείς ὑμᾶς χωρίσει μου φόβος, ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ»!
Ἀκριβῶς ὡς οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου, οὕτως καί τά εὐσεβῆ τέκνα τοῦ Πνευματοφόρου Πατρός, οὐδ’ ἐσαλεύθησαν, οὐδ’ ἐκινήθησαν κἄν, ἀψηφοῦντες τήν βάναυσον καί ἱερόσυλον ἐπίθεσιν τῆς ἐκτραπείσης ἐξουσίας. Ἐπέπρωτο ἡ ἀγρυπνία ἐκείνη νά βαφῆ μέ αἷμα Μαρτύρων… Τό αἱματηρόν τοῦτο ἔναυσμα ἀπετέλεσε τόν πρόλογον σειρᾶς βδελυρῶν καί ἀποτροπαίων διώξεων κατά τῶν μαρτύρων Παλαιοημερολογιτῶν, ὥν καί ἡ ἁπλῆ ἀπαρίθμησις θά ἀπήτει πολύτομον βίβλον
» (Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου, «ΜΑΤΘΑΙΟΣ…», σελ. 90 – 91).
Οἱ ἀστυνομικές δυνάμεις πῆγαν στή Μάνδρα μέ ἐντολή τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, γιά νά διακόψουν τήν ἀγρυπνία καί νά συλλάβουν τούς Λειτουργούς. Μπροστά σ’ αὐτή τήν ἐξέλιξη οἱ πιστοί δέν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογή ἀπό τό νά κλειδωθοῦν στό Ναό. Τότε οἱ χωροφύλακες ἐπιδόθηκαν σέ βιαιοπραγίες ἔξω ἀπό τόν ναό. Μαινόμενοι γιά τήν ἀποτυχία τους, μέ οὐρλιαχτά, βλαστήμιες καί αἰσχρολογίες, χτυποῦσαν τίς πόρτες τοῦ ναοῦ μέ τούς ὑποκοπάνους τῶν ὅπλων, ἔσπαγαν τά τζάμια τῶν παραθύρων καί πυροβολοῦσαν στόν ἀέρα γιά ἐκφοβισμό.


Ἡ θυσία τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης
Ἡ Νεομάρτυς Αἰκατερίνη γεννήθηκε στή Μάνδρα τό 1900. Τό 1923 παντρεύτηκε τόν Κωνσταντῖνο Ρούτη καί δημιούργησε μαζί του μία ὄμορφη οἰκογένεια. Τόσο ἡ πατρική της οἰκογένεια, ὅσο καί ἐκείνη τοῦ συζύγου της δέν ἀποδέχτηκαν τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ νέου ἡμερολογίου (1924), ἀλλά ἔμειναν πιστοί στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Αἰκατερίνη μάλιστα διακρίνοταν γιά τόν δυναμισμό της, ἦταν ζηλώτρια τῆς Πίστεως καί ἀγωνίστρια τῶν πατρίων.
Κατά τήν πανήγυρι τοῦ 1927, εἶχε σπεύσει μέ προθυμία μαζί μέ ἄλλες γυναίκες στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν καί εἶχε κοπιάσει γιά τόν εὐπρεπισμό του καί τήν ἐπιτυχία τῆς πανηγύρεως. Σύμφωνα μέ μία μαρτυρία, πῆγε στόν Ἑσπερινό μαζί μέ τόν σύζυγο καί τά παιδιά της (ἡλικίας 4 ἐτῶν τό μεγάλο καί κάποιων μηνῶν τό μικρό) καί μετά ἐπέτρεψε μαζί τους στό σπίτι της, διότι ὁ σύζυγός της προέβλεπε ἐπεισόδια. Λίγο μετά ὅμως, ὅταν ἄκουσε τούς πυροβολισμούς, ἐγκατέλειψε τήν ἀσφάλεια τῆς οἰκογενειακῆς της ἑστίας καί ἔσπευσε νά ἑνωθεῖ μέ τούς λοιπούς πιστούς, ἐπιστρέφοντας στό Ναό.
Μετά τήν Ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄρχισε ἡ ἔξοδος τῶν πολιορκημένων Χριστιανῶν ἀπό τόν Ναό. Ἀνάμεσα στούς πρώτους πού βγῆκαν ἀπό τόν Ναό ἦταν ὁ Ἱερομ. Χριστόφορος, ὁ ὁποῖος - ἄν καί σκεπασμένος μέ γυναικεία γεροντικά ἐνδύματα - ἔγινε ἀντιληπτός καί συνελήφθη, μαζί μέ πέντε πιστούς. Κατά τήν ἔξοδο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀρκετές γυναίκες μέ προεξάρχουσα τήν Αἰκατερίνη, δημιούργησαν ἕνα ἀνθρώπινο τεῖχος γύρω του. Στήν ἀπαίτηση τῶν χωροφυλάκων νά τούς τόν παραδώσουν, στεντόρεια ἀκούστηκε ἡ φωνή τῆς Αἰκατερίνης: «Μόνο πάνω ἀπό τά πτώματά μας θά πάρετε τόν Ἱερέα μας»! Μία φωνή πού ἀποδείχθηκε προφητική καί μία ὁμολογία πού ἔμελε νά ὑπογραφεῖ μέ αἷμα.
Μή μπορῶντας οἱ χωροφύλακες νά διασπάσουν τόν ἀνθρώπινο κλοιό, ἄρχισαν νά πυροβολοῦν γιά ἐκφοβισμό. Τότε τραυματίστηκαν ἀπό σφαῖρα στόν κρόταφο ἡ ἀείμνηστη Ἀγγελική Κατσαρέλλη, καθώς καί ἡ Χαρίκλεια Λούλη. Ἀλλά τό ἐπεισόδιο δέν τελείωσε ἐκεῖ. Κάποια στιγμή ἡ Αἰκατερίνη ἀντιλήφθηκε τήν κακούργο πρόθεση ἑνός χωροφύλακα, πού ἔχει ὑψώσει τόν ὑποκόπανο τοῦ ὅπλου του γιά νά κτυπήσει τόν Ἅγιο Πατέρα. Ἀστραπιαῖα ἡ νεαρή γυναῖκα κάλυψε μέ τό σῶμα της τόν Λειτουργό τοῦ Ὑψίστου καί δέχεται ἐκείνη τό θανατηφόρο κτύπημα στό ἀριστερό μέρος τῆς κεφαλῆς της. Ἡ Αἰκατερίνη ἔπεσε αἱμόφυρτη στό ἔδαφος. Τά τελευταῖα της λόγια ἦταν μία ἐπίκληση τοῦ Θεομητορικοῦ ὀνόματος, «Παναγία μου».
Τό φοβερό αὐτό γεγονός ἐπέτρεψε στούς πιστούς νά φυγαδεύσουν τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο. Ἀρχικά τόν ἔκρυψαν σέ ἔμπιστο σπίτι καί τήν ἑπομένη τόν ὁδήγησαν μέ μία σούστα, «θαμμένο» κάτω ἀπό δεμάτια σανοῦ, στό ἐξωκκλήσι τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Φρυγανᾶ, ὅπου τόν περέμεναν ἄλλοι πιστοί γιά νά τόν ὁδηγήσουν στό Μετόχι τῆς ὁδοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου 71.
Πίσω στόν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, γυναῖκες μέ ἀγωνία καί λυγμούς προσπαθοῦν νά περιποιηθοῦν τό αἱμόφυρτο σῶμα τῆς Αἰκατερίνης. Κάποιοι ἄνδρες εἰδοποιοῦν τόν σύζυγό της. Οἱ τραυματίες μεταφέρονται (μέ τά ἀνύπαρκτα συγκοινωνιακά μέσα τῆς ἐποχῆς), στό Θεραπευτήριο «Εὐαγγελισμός» τῶν Ἀθηνῶν. Ἀπό ἐκεῖ ἡ Ἀγγελική Κατσαρέλλη νά βγεῖ λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ἀλλά ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη θά παραδώσει τό πνεῦμα της «εἰς χείρας Θεοῦ», τήν 15η τοῦ ἰδίου μηνός, πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, στίς 4 τό πρωϊ, μετά ἀπό ἑπταήμερη πάλη μέ τόν θάνατο. Πρίν κοιμηθεῖ, κατάφερε νά γράψει μέ δυσκολία ἕνα σημείωμα γιά τόν σύζυγό της, στό ὁποῖο τόν παρακαλεῖ νά προσέχει τά παιδιά τους (ἡλικίας τεσσάρων ἐτῶν τό πρῶτο καί κάποιων μηνῶν τό δεύτερο)!
Τό τότε Διοικητικό Συμβούλιο τῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων, κινητοποίησε χιλιάδες μέλη του γιά τήν κηδεία καί τόν ἐνταφιασμό της. «Ἐπιζῶντες αὐτόπτες μάρτυρες τῆς κηδείας - γράφει ὁ ἐπ. Καλλιόπιος - μᾶς πληροφόρησαν, ὅτι αὐτό πού παρακολούθησαν τήν ἡμέρα ἐκείνη δέν ἦταν κηδεία, ἀλλά ἱερά τιτανεία Μαρτυρικοῦ Λειψάνου. Χιλιάδες πιστοί συνόδευσαν τήν πομπή, ἄλλοι κρατοῦντες ἄνθη, ἄλλοι λαμπάδες καί ἄλλοι φοίνικες». Τό λείψανο τῆς Αἰκατερίνης Ρούτη ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τῆς Μάνδρας.
Τά θλιβερά αὐτά γεγονότα κάλυψαν ἀναλυτικά πολλές Ἀθηναϊκές ἐφημερίδες. Τό «Σκρίπ» τοῦ ἀειμνήστου Γρηγορίου Εὐστρατιάδη, στό φύλλο τῆς 29. 11. 1927, δημοσίευσε βαρυσήμαντο ἄρθρο μέ τόν τίτλο «Τό αἷμα τῆς Μάνδρας». Ἡ «Ἑσπερινή» τῆς ἴδιας ἡμερομηνίας δημοσιεύει ἄρθρο μέ τόν τίτλο, «Ἡ ἐνοχή τοῦ Μητροπολίτου». Ἡ «Νέα Ἡμέρα» δημοσιεύει ἄρθρο μέ τόν τίτλο, «Ὁ Ματωμένος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν – Εἰς τήν Μάνδραν ἐχύθη αἷμα Χριστιανικόν ἐξ αἰτίας του».
Σύμφωνα μέ δημοσιεύματα τῆς «Ἑσπερινῆς», οἱ κακοποιημένοι Χριστιανοί τῆς Μάνδρας βγῆκαν καί κατηγορούμενοι! «Ἡ σχηματισθεῖσα δικογραφία διά τάς σκηνάς τῆς Μάνδρας – γράφει τό φύλλο τῆς 25. 11. 1927 – μεταξύ Ἀρχῶν καί Παλαιοημερολογιτῶν, ἀπεστάλη ὑπό τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν εἰς τόν Ἀνακριτήν τοῦ 6ου Τμήματος κ. Σουργιαδάκην, ὁ ὁποῖος θά ἐπιληφθῆ τῶν ἀνακρίσεων. Ἐκ τῶν προανακρίσεων δώδεκα ἐν ὅλῳ ἐθεωρήθησαν ὡς πρωταίτιοι τῶν σκηνῶν, ἐξ ὡς πέντε συνελήφθησαν, οἱ δέ λοιποί ἑπτά φυγοδικοῦν. Μέ τούς συλληφθέντας εἶναι καί ὁ Ἱερομόναχος Χριστόφορος Ψαλλίδας. Εἰς τούς ἐνεχομένους θά ἀπαγγελθῆ ὑπό τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ κατηγορία ἐπί ἀντιστάσει μετά βιαιοπραγιῶν κατά προσώπου καί ἀπόπειρα ἀναιρέσεως κατά τοῦ προσώπου τοῦ Ἀνθυπομοιράρχου»! Καί στό φύλλο τῆς 26. 11. 1927 γράφεται, ὅτι «κατόπιν ὁμοφωνίας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν κ. Κιουρτσάκη καί τοῦ Ἀνακριτοῦ τοῦ 6ου Τμήματος κ. Σουργιαδάκη, προεφυλακίσθησαν ὁ Ἱερεύς Ψαλλίδας καί οἱ Παλαιοημερολογίται Μάνδρας, κατηγορούμενοι διά τάς ἐκεῖ αἱματηράς σκηνάς»!
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τά θύματα γράφεται, ὅτι «εἰς τόν Ἰατρόν κ. Ξάνθην ἀνετέθη νά ἐνεργήση ἰατροδικαστικήν ἐξέτασιν τῶν ἐν τῶ Νοσοκομείῳ «Εὐαγγελισμός» νοσηλευομένων δύο γυναικῶν, αἴτινες ἐτραυματίσθησαν εἰς τάς σκηνάς τῆς Μάνδρας. Ἐκ τῆς ἰατροδικαστικῆς ἐξετάσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη φέρει τραῦμα εἰς τήν ἀριστεράν κροταφικήν χώραν, εἴτε διά λίθου, εἴτε διά δι’ ὑποκοπάνου ὅπλου καί ὅτι ἀναμένεται τό μοιραῖον λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ τραύματος. Ἡ Ἀγγελική Κατσαρέλλη φέρει τραῦμα διά σφαίρας πυροβόλου ὅπλου εἰς τήν ἀριστεράν κροταφικήν χώραν ἀκίνδυνον» («Ἑσπερινή», 25. 11. 1927).


Ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας
Στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη κατέχει θέσει Νεομάρτυρος. Κατά τήν ἀνακομιδή της, μέ ἀπαίτηση τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, τά Λείψανά της μεταφέρθηκαν στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου σήμερα φυλάσσεται ἡ Κάρα της, «τιμωμένη ὡς Λείψανο Μαρτυρικό» («Κ.Γ.Ο».). Κείμενα καί ἄρθρα γιά τήν θυσία καί τήν σημασία της ἔχουν δημοσιευθεῖ πολλά (καί ἐπίσης πολλά βρίσκονται ἀναρτημένα στό Διαδύκτιο). Εἰκόνες της ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ ἀπό τίς Ἱερές Μονές Ἁγίας Τριάδος Πυθαρίου Καλύμνου καί Μεταμ. Σωτῆρος Βοστώνης. Ἀπολυτίκιο καί Κοντάκιό της κυκλοφοροῦν στήν Ἑλληνική καί Ἀγγλική γλῶσσα.
Ἡ περίπτωση τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης Ρούτη εἶναι ὅμοια μέ ἐκείνη τῆς ἐπίσης Νεομάρτυρος Βασιλικῆς Λάζαρη, ἡ ὁποία τραυματίστηκε θανάσιμα το 1950 στόν Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Λευκάδος, κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθῆκες:
Τό 1949 ἐστάλη στή Λευκάδα ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο Α’, ὁ Ἱερομόναχος Πολύκαρπος Ματθιούλης, ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Ὅταν ὁ Νεοημ. Μητροπ. Λευκάδος Δωρόθεος πληροφορήθηκε γιά τήν παρουσία τοῦ π. Πολυκάρπου, ζήτησε ἀπό τήν Χωροφυλακή νά τόν συλλάβει καί νά διαλύσει τούς Ὀρθοδόξους. Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, ὁ π. Πολύκαρπος γιά νά μήν συλληφθεῖ, ἔμεινε μέσα στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γιά 6 μῆνες! σέ ἕνα κελλί στό νάρθηκα. Ἔτσι ἡ Χωροφυλακή συνελάμβανε μόνο τούς πιστούς πού πήγαιναν νά ἐξυπηρετηθοῦν. Τά θλιβερά γεγονότα κατά τά ὁποῖα τραυματίσθηκε θανάσιμα ἡ Βασιλική Λάζαρη συνέβησαν ὅταν οἱ Χωροφύλακες παραβίασαν τήν πόρτα τοῦ Ναοῦ καί μπῆκαν γιά νά συλλάβουν τόν Ἱερέα. Τότε ἡ Βασιλική Λάζαρη, στήν προσπάθειά της νά προστατεύσει τόν Ἱερέα, δέχθηκε θανατηφόρο κτύπημα ἀπό ἕναν ἤ περισσότερους Χωροφύλακες, μέ ἀποτέλεσμα νά τραυματιστεῖ σοβαρά καί νά ἀποβιώσει λίγο ἀργότερα.
Καί στίς δύο περιπτώσεις οἱ ἁπλές γυναίκες τοῦ λαοῦ Αἰκατερίνη καί Βασιλική, προστάτευσαν μέ τήν ἴδια τους τήν ζωή ὄχι μόνον τήν γνησιότητα τῆς Πίστεως, ἀλλά καί τήν Ἱερωσύνη - Ἀποστολική Διαδοχή, μή ἐπιτρέποντες τήν σύλληψη – κακοποίηση τῶν κατά τά πάντα ἀξίων Ὀρθοδόξων Λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου, ἀπό τά ὄργανα τῶν κακοδόξων, καινοτόμων καί ἀναξίων τῆς ἀποστολῆς τους Ἱεραρχῶν.
Παρόμοιες περιπτώσεις μαρτυρίου Ὀρθοδόξων ἀπό αἱρετικούς «Χριστιανούς» ἀναφέρονται πολλές στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας (λ.χ. οἱ Μάρτυρες ὑπό Εἰκονομάχων στήν Χαλκή Πύλη τῆς ΚΠόλεως, οἱ Ἁγιορείτες Ὁσιομάρτυρες ὑπό Λατινοφρόνων, οἱ Μάρτυρες τοῦ Γιούριεφ Ἐσθονίας ὑπό Λουθηρανῶν, κ.ἄ.).


Δι’ εὐχῶν τῆς Ἁγίας Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.















Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

ΟΡΑΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Μοναχός Γοράσδος (Βλ. μονογραφίες «Το Βατικανό και η Ρωσία» καί «Οράματα εκτός Εκκλησίας – Μία ματιά στις πνευματικές και πολιτικές τάσεις του Ρωμαιοκαθολικισμού», έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Τζόρντανβιλ Ν. Υόρκης).
ΠΗΓΗ
: http://www.orthodoxinfo.com/ecumenism/visions-outside-the-church. aspx
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Κων. Γερ. Μπαρλάς, Αιτωλοακαρνανία 2008.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Τό κείμενο παρατίθεται σέ μονοτονικό σύστημα, γιά λόγους τεχνικούς. Οι εντός αγκυλών [ ] σημειώσεις, καθώς και οι σημειώσεις μετά το κείμενο, ανήκουν στον μεταφραστή.

Πολλοί άνθρωποι έχουν ακούσει, ότι η Θεομήτωρ έχει υποτίθεται εμφανιστεί σε Ρωμαιοκαθολικούς σε διάφορα μέρη. Δεν ξέρουν τί να σκεφτούν γι’ αυτά τα γεγονότα. Μερικοί πάνε τόσο μακρυά, ώστε να νομίζουν ότι εφόσον η Μητέρα του Θεού εμφανίζεται σε Ρωμαιοκαθολικούς, αυτό συνεπάγεται ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι μια αληθινή Εκκλησία που έχει την Χάρη, ειδικά εφόσον διάφορα θαύματα και θεραπείες λαμβάνουν χώρα στις τοποθεσίες των οραμάτων. Η Φάτιμα [1], ιδιαίτερα, έχει ξεσηκώσει μεγάλο ενδιαφέρον μεταξύ των Ρώσων που ζουν στο εξωτερικό, διότι η οπτασία υποτίθεται μιλάει για την Ρωσία με ισχυρά αντικομουνιστικούς όρους, οδηγώντας τους να παραβλέψουν το αιρετικό κι αντιορθόδοξο περιεχόμενο του μηνύματος συνολικά. Πώς πρέπει να σταθούμε απέναντι σ’ αυτές τις εμφανίσεις και τους ισχυρισμούς γι’ αυτές; Τί κριτήριο θα’πρεπε να χρησιμοποιήσουμε για να μας οδηγήσει στην εξέταση της αλήθειας οραμάτων εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας; Ευελπιστώ πως τα όσα ακολουθούν θα βοηθήσουν να κατανοήσουμε τέτοια φαινόμενα.
Οι Άγιοι Πατέρες, ξέροντας ότι ο Σατανάς μπορεί να μεταμορφωθεί σ’ Ἀγγελο φωτός, μας συμβουλεύουν να είμαστε προσεκτικοί και δύσπιστοι με όλες τις εμφανίσεις στον ορατό κόσμο. «Αν είσαι ήσυχος με καλό τρόπο, επιθυμώντας να είσαι με το Θεό» λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, «ποτέ μη δέχεσαι εμφανίσεις[2] φυσικές ή πνευματικές, είτε έξω είτε μέσα στον εαυτό σου, ακόμα κι αν μπορεί να είναι μια εικόνα του Χριστού, ή ένας Ἀγγελος, ή κάποιος Άγιος, ή αν ίσως εμφανιστεί φως, ή αποτυπωθεί στο νου. Πρόσεχε, ώστε να μην καταλήξεις να πιστέψεις κάτι, ακόμα κι αν είναι κάτι καλό, και μην αιχμαλωτιστείς απ' αυτό πριν συμβουλευτείς εκείνους που είναι έμπειροι κι είναι ικανοί ν' αναλύσουν το θέμα, ώστε να μην υποστείς βλάβη. Ο Θεός δεν δυσαρεστείται με το πρόσωπο που είναι προσεκτικό με τον εαυτό του, ακόμα κι αν αυτό, από φόβο μήπως πλανηθεί, δεν αποδέχεται ακόμα κι εκείνο που είναι από Αυτόν, χωρίς συμβουλή και δοκιμή».
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, ότι Κύριος ο Θεός θα μπορούσε όλες τις φορές να δώσει πλήρη επιβεβαίωση σ’ ένα πρόσωπο, εάν ευαρεστείται να το κάνει αυτό, που ν’ αφορά την αλήθεια του οράματος. Εάν τέτοια προσοχή είναι απαραίτητη όσον αφορά οράματα ΕΝΤΟΣ της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πόσο πολύ περισσότερο επιφυλακτικοί θα έπρεπε να είμαστε σε σχέση με εμφανίσεις ΕΚΤΟΣ της Μίας, Αληθινής Εκκλησίας! Το μόνο κριτήριο για να εξετάζουμε αυτά τα οράματα θα πρέπει να είναι η Ορθοδοξία τους [3]. Εάν καθ’ οιονδήποτε τρόπο η Ορθοδοξία τους χωλαίνει, τότε πρέπει ν' απορριφθούν. Ακόμα κι αν το 99% του μηνύματος είναι Ορθόδοξο και μόνο 1% αποκλίνει από τις διδασκαλίες της Εκκλησίας, τότε όλο πρέπει ν’ απορρίπτεται [4]. Ο Θεός δεν μπορεί ν' αρνείται το Εαυτό Του ή να διδάσκει αναλήθειες, ακόμα και στον ελάχιστο βαθμό.
Ας εξετάσουμε τρεις αρκετά γνωστές περιπτώσεις που συνέβησαν στην εποχή μας. Πρώτα θ' ασχοληθούμε με την Φάτιμα, που είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, μιας κι εκεί η οπτασία μιλάει για την Ρωσία και τον ρόλο της στο πεπρωμένο της ανθρωπότητας.
Προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στη Φάτιμα της Πορτογαλίας, μεταξύ Μαΐου κι Οκτωβρίου 1917, τρία βοσκόπουλα, δυο κορίτσια κι ένα αγόρι, είχαν μια σειρά οραμάτων κάποιας που είπαν πως είναι η Κυρία μας, η Ευλογημένη Παρθένος. Κατά τη διάρκεια των έξι μηνών των οπτασιών, τα μηνύματα που ειπώθηκε στη Λουτσία να δημοσιοποιήσει, τότε ή λίγο αργότερα, αφορούσαν πάρα πολύ την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η αφοσίωση στο ροζάριο [5] και στην άσπιλη καρδιά της Κυρίας μας [Παπική θρησκευτική Θεομητορική εορτή], και την ανάγκη να αλλάξει η ανθρωπότητα την κατεύθυνση στην οποία κινούνταν. Αποτυχία στο να κάνουμε αυτή την αλλαγή θα έφερνε την οργή του Θεού. (Aπό «Μελέτες στη Συγκριτική Θρησκειολογία - Ένα Ζήτημα που Αφορά την Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο», υπό Βεράκ).
Το Δεκέμβριο του 1940 η Αδελφή Λουκία [6] - η μόνη απ' τους τρεις που παρέμεινε ζωντανή και που τότε ήταν καλόγρια του Καρμελιτικού τάγματος - έγραψε στον Πάπα Πίο τον 12ο (1876 - 1958) [7] λέγοντας: «Το 1917 η Παναγία Μητέρα προφήτεψε σ’ εμάς το τέλος του πολέμου που εκείνη την εποχή σκοτείνιαζε το πρόσωπο της Ευρώπης. Προφήτεψε άλλον ένα πόλεμο κι είπε πως θα ξανάρχονταν. Επέμεινε στην αφοσίωση της Ρωσίας στην υπερ-ιερή καρδιά της [Παπική γιορτή], υποσχόμενη ως αντάλλαγμα να εμποδίσει την εξάπλωση ψευδών διδασκαλιών στη Ρωσία και να μεταστρέψει την Ρωσία» [8]. (Aπό «Νέα Για τη Φάτιμα, το μεγαλύτερο Θαύμα της Εποχής μας», Βρυξέλες, 1962, σ. 144). Είναι απαραίτητο να θυμηθούμε ότι οι Καθολικοί κατανοούν «την μεταστροφή [προσηλυτισμό] της Ρωσίας», ως μεταστροφή της στο Ρωμαιοκαθολικισμό [9].
Πάλι διαβάζουμε στο Περιοδικό «Ο Σταυροφόρος της Φάτιμα» (τεύχος 17, Απριλίου - Μαϊου 1985): «Έτσι η μεταστροφή λίγων Ρώσων στον Καθολικισμό, είναι τώρα μέρος των προετοιμασιών του Θεού για τον προσηλυτισμό της Ρωσίας, όταν ο Πάπας κι οι Επίσκοποι τελικά υπακούν τη διαταγή της Κυράς μας της Φάτιμα να καθαγιάσουν [αφιερώσουν] τη Ρωσία με τον τρόπο που υπέδειξε ο Θεός. O λόγος για τον οποίο ο Ιησούς έδωσε αυτή τη συγκεκριμένη εντολή στον Πάπα και στους Επισκόπους, είναι διότι θέλει όλη η Εκκλησία Του ν’ αναγνωρίσει τον καθαγιασμό της Ρωσίας [δηλαδή τη μεταστροφή της στον Παπισμό], ως έναν θρίαμβο της άσπιλης καρδίας της Μαρίας. Η Αδελφή Λουκία καταγράφει σ’ ένα γράμμα με ημερομηνία 18 Μαΐου 1936: «Κατ’ ιδίαν μίλησα στον Κύριο μας για το θέμα κι όχι πολύ καιρό πριν. Τον ρώτησα γιατί δεν θα μετέστρεφε [στον Παπισμό] τη Ρωσία χωρίς τον Άγιο Πατέρα [τον Πάπα] να κάνει την καθαγίαση. Απάντησε: Γιατί θέλω όλη η Εκκλησία Μου ν’ αναγνωρίσει αυτήν την καθαγίαση, ως θρίαμβο της άσπιλης καρδίας της Μαρίας, ώστε να μπορέσει να επεκτείνει τη λατρεία του αργότερα και να βάλει την αφοσίωση στην άσπιλη καρδία [της Παναγίας] δίπλα στην αφοσίωση της ιερής καρδίας Μου.»
Εδώ θα’πρεπε να πούμε κάτι για τις μη Ορθόδοξες μορφές θρησκευτικής ευλάβειας [κι αφοσίωσης] στην ιερή καρδιά του Ιησού και στην άσπιλη καρδιά της Μαρίας, που το όραμα υποστηρίζει. Μια Ρωμαιοκαθολική [Γαλλίδα] καλόγρια, η Μαρία Μαργαρίτα Αλακόκ (Μary Margaret Alacoque, 1647 - 1690), υποτίθεται πως είχε ένα όραμα του Ιησού Χριστού, ο Οποίος της έδειξε την καρδιά Του, που έκαιγε από αγάπη, και της ζήτησε να διαδώσει την τιμή σ’ αυτή [την καρδιά]. Οι αποκαλύψεις που έλαβε πρωτοτυπώθηκαν στη διήγηση της ζωής της απ’ τον Ιησουίτη Επίσκοπο Λανζέ (Lanje) και προκάλεσαν τέτοιο σκάνδαλο που η έκδοση καταστράφηκε. Λόγω του γεγονότος ότι εκείνες οι «αποκαλύψεις» είχαν εκτεθεί τόσο στο κοινό, καταδικάστηκαν από τον Πάπα Κλήμεντα [10]. Παρόλ’ αυτά, αυτή η λατρεία [της ιερής καρδιάς του Ιησού] συνέχισε να υφίσταται υπό την σκέπη των Ιησουϊτών [11], και τελικά μπήκε στο κύριο ρεύμα της [ρωμαιο]Καθολικής θρησκευτικής ζωής ("Ποιμαντική Θεολογία - Μέρος Δεύτερο", Αρχιμανδρίτης Κωνσταντίνος, Τζόρντανβιλ, 1961, σ. 16). Εικόνες και γιορτές της Ιερής Καρδιάς έγιναν σημαντικό μέρος της [Ρωμαιο] καθολικής πνευματικότητας, κι οι Πάπες πρόσθεσαν τις εγκρίσεις τους σε εγκυκλίους [12], χαρίζοντας αφέσεις αμαρτιών (συγχωροχάρτια) για όποιον τηρούσε τη γιορτή. Για να μην υστερήσουν, άλλες ομάδες, που υποστήριζαν πως είχαν δει εμφανίσεις της Μαρίας, προώθησαν την ιδέα της τιμής (ευλάβειας - αφοσίωσης) στην «Άσπιλη Καρδιά της Μαρίας».
H καρδιά της Μαρίας μερικές φορές ζωγραφίζονταν μαζί με το [ζωγραφικό] μοτίβο της ιερής καρδιάς του Ιησού: Μία εικόνα (ζωγραφιά) με δύο καρδιές. Κι αργότερα, η θλιμένη καρδιά της Μαρίας, με πέντε ή εφτά σπαθιά να την διατρυπούν, έγινε άκρως δημοφιλής. Θα ήταν δύσκολο να κατηγορήσουμε τον Ρωμαιοκαθολικισμό ότι αρνείται τη θεότητα του Χριστού, μάλλον έχει διασπάσει την ολότητα του Χριστού, δίνοντας έμφαση στην τιμή (ευλάβεια - αφοσίωση) της ανθρώπινης φύσης Του ξεχωριστά, ορισμένες φορές μ’ έναν χονδροειδώς βιολογικό τρόπο [13].
Αυτό παραβιάζει μια κεντρική αρχή των [Οικουμενικών] Συνόδων, ότι τιμή (λατρευτική) πρέπει ν’ αποδίδεται στον [όλο, δηλαδή στον Θεάνθρωπο] Χριστό, κι όχι σε μια από τις φύσεις Του ή μέρη του σώματός Του. Έτσι, κομματιάζοντας την ολότητα του Υιού του Θεού, αναπτύσσεται μια τάση Νεστοριανισμού [14]. Μέρη του σώματος του Χριστού δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο ξεχωριστής λατρείας, ούτε θα’πρεπε ν’ απεικονίζονται ζωγραφικά (δηλ. μια φλεγόμενη καρδιά ή μια καρδιά που περιβάλλεται από ένα ακάνθινο στεφάνι). (Aπό «Συγκριτική Θρησκειολογία - Ρωμαιοκαθολικισμός: Μερικές Θρησκευτικές Πρακτικές», υπό πατρός Τζορτζ Μίτσελ). Αναφέρουμε εδώ αυτές τις θρησκευτικές πρακτικές, για ν' απεικονίσουμε την άβυσσο που υπάρχει μεταξύ Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής πνευματικότητας.
Ακόμη, άλλη μία σειρά εμφανίσεων έλαβε χώρα σ' ένα μικρό ορεινό χωριό που ονομάζεται Άγιος Σεβαστιανός του Γκαραμπαντάλ (San Sebastian de Garabandal), στα βόρεια της Ισπανίας. Αυτές οι εμφανίσεις έγιναν μεταξύ Ιουνίου 1961 και Νοεμβρίου 1965. Αποδέκτες ήταν τέσσερα νεαρά κορίτσια. Παραθέτουμε μερικά απ’ τα μηνύματα που δόθηκαν [απ’ την οπτασία]: «Η Παρθένος επίσης μας υπενθύμισε να πηγαίνουμε συχνότερα στο ευλογημένο μυστήριο [δηλ. την Θ. κοινωνία]. Είναι γεγονός πως ακόμα και στην τελική εμφάνισή της (13 Νοέμβρη 1965) η Παρθένος μου είπε: «Κοντσίτα [έτσι έλεγαν την μία από τις κοπέλες], γιατί δεν πας συχνότερα να επισκεφτείς τον Υιό μου στο ναό;» Όταν είδα την Παρθένο της είπα, σαν να υπήρχε κατάσκοπος στο χωριό: «Ξέρεις, υπάρχουν κάποιοι Διαμαρτυρόμενοι εδώ». Η Παρθένος απάντησε: «Είναι όλοι παιδιά μου». Ο Ἀγγελος ήρθε κι είπε: «Πολλοί Καρδινάλιοι, πολλοί Επίσκοποι και πολλοί Ιερείς είναι στο δρόμο της απώλειας και παίρνουν πολλές ψυχές μαζί τους. Όλο και λιγότερη σημασία δίνεται στην (θεία) Ευχαριστία».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε, ότι το 1967 η Κοντσίτα Γκονζάλεζ (μια απ’ τις αποδέκτριες) άρχισε να’χει αμφιβολίες για τις εμφανίσεις: «Ναι, το 1967, λίγο μετά που είχαν γίνει οι εμφανίσεις, όντως είχα αμφιβολίες. Συνέβη ξαφνικά τις 15 Αυγούστου. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι τριγύρω μου και με κατέκλυσε το συναίσθημα ότι δεν ήμουν ειλικρινής. Ένιωθα πως εξαπατούσα όλους αυτούς τους ανθρώπους κι ότι όφειλα να το ομολογήσω. Πήγα σ’ έναν Ιερέα και του είπα ότι ήταν σαν μια ψευδαίσθηση ή όνειρο ή ζώντας ένα ψέμα, ότι ποτέ δεν είχα δει την Παρθένο κι ότι τους εξαπατούσα όλους όλη την ώρα. Αυτές οι αμφιβολίες κι αρνήσεις των εμφανίσεων της Παρθένου διήρκεσαν πέντε ή έξι μέρες. Από τότε και μέχρι σήμερα έχω σύγχυση κι αμφιβολία μέσα μου». (Aπό «Θαύμα στο Γκαραμπαντάλ» της Κοντσίτα Γκονζάλεζ, συνέντευξη στον Χάρι Ντάλεη, Ντάμπλντέη εντ Κόμπανι, Ν.Υ. 1983).
Αναφέρουμε εδώ αυτή την εμφάνιση για να δείξουμε ότι ακόμα και σε μια περίπτωση όπου η ίδια η θεατής σε τελική ανάλυση είναι αβέβαιη για την πραγματικότητα αυτού που είδε, παρόλ' αυτά η ιστορία φαίνεται να βρίσκει καταφανώς σοβαρούς πιστούς. Δεν αποθαρρύνονται καν από τόσο ανησυχητικά γεγονότα όπως το ακόλουθο, που ανέφερε ένας απ’ τους θεατές: «Μετά που άρχισαν οι εμφανίσεις, ποτέ δεν χάσαμε ούτε μέρα [θείας] Kοινωνίας. Όταν δεν υπήρχε Ιερέας στην πόλη, ένας Ἀγγελος κατέβαινε να μας δώσει κοινωνία… Κάποια στιγμή ένας Ιερέας μας έδωσε οδηγίες να ρωτήσουμε πώς γινόταν να μας παρέχει κοινωνία ο Ἀγγελος, αφού μόνο ο Ιερέας μπορούσε να καθαγιάσει τις όστιες [15]. Ρωτήσαμε κι η Παρθένος είπε πως ο Ἀγγελος κατέβαινε κι έπαιρνε τις ήδη καθαγιασμένες όστιες από αρτοφόρια [εκκλησιαστικό σκεύος όπου φυλάσσεται Θ. Κοινωνία για έκτακτες περιπτώσεις] στη γη».
Μπορούμε να φανταστούμε την σύγχυση που αυτό θα προκαλούσε στην εκκλησία απ’ την οποία παίρνονταν οι όστιες! Είναι δυνατόν Άγγελοι να χρειάζεται να παίρνουν όστιες από αρτοφόρια εκκλησιών; Στο βίο του Ορθοδόξου αγίου Ονουφρίου, όντως ένας Ἀγγελος φέρνει την Θεία Κοινωνία, αλλά είναι αδιανόητο ότι ένας Ἀγγελος θα χρειάζονταν να πάρει Άγια Δώρα από ένα αρτοφόριο στη Γη [16]
Η τρίτη σειρά εμφανίσεων που θ' αναφέρουμε άρχισε στις 24 Ιουνίου 1981 στη Γιουγκοσλαβική πόλη Medjugorje (Μεντιουγκόργιε), όπου κάποια νέα παιδιά άρχισαν να έχουν οράματα από κάτι που αυτά θεώρησαν πως είναι η Παναγία. Η οπτασία ισχυρίστηκε ότι αυτές οι αποκαλύψεις θα είναι οι τελευταίες στον κόσμο. Το Νοέμβριο του 1982 μ.Χ. η οπτασία είπε: «Μετά που θα τελειώσουν αυτές οι αποκαλύψεις, θα υπάρξουν μόνο κάποιες ψεύτικες αποκαλύψεις στον κόσμο».
Ο κόσμος πήγαινε κατά κοπάδια στη Μεντγιουγκόριε απ’ όλο τον κόσμο ακόμα κι αν ο τοπικός Ρωμαιοκαθολικός Επίσκοπος του Μοστάρ, Παβάο Ζάνιτς, που αρνείται την γνησιότητα των εμφανίσεων, έκανε μια δημόσια ανακοίνωση στ’ όνομα της Γιουγκοσλαβικής Συνέλευσις Επισκόπων [κάτι σαν τοπική Σύνοδος] ότι «δεν επιτρέπεται να διοργανώνονται προσκυνήματα ή άλλες εκδηλώσεις που υποκινούνται από τον υπερφυσικό χαρακτήρα που υποθετικά αποδίδεται στα γεγονότα της Μεντγιουγκόργιε». [17]
Ήδη το 1981 οι κοπέλες που είχαν δει το όραμα έλεγαν: «Θα υπάρξει ένα ορατό σημάδι που θα διαρκεί στο λόφο των εμφανίσεων. Θα έρθει γρήγορα, θα το δείτε σύντομα. Περιμένετε λίγο περισσότερο, κάντε υπομονή». Και πάλι: «Το σημείο θα συμβεί στη γιορτή της Άσπιλης Σύλληψης [18] το 1981, έπειτα τα Χριστούγεννα, μετά την Πρωτοχρονιά κ.ο.κ.» Περιττό να πούμε ότι κανένα σημάδι δεν έχει εμφανιστεί ακόμα στο λόφο. Για έναν Ορθόδοξο αναγνώστη είναι επαρκές να ξέρει μόνο μερικά απ’ τα οικουμενιστικά μηνύματα που έδωσε η οπτασία, για να είναι βέβαιος ότι δεν είναι η Θεομήτωρ που εμφανίζεται εκεί. Για παράδειγμα:
«Όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο μπροστά στο Θεό. Ο Θεός διατάζει σ’ όλες αυτές τις θρησκείες, ως βασιλιάς στο βασίλειό του.» («Καθολική-Αντί-Μεταρρύθμιση»,2001, Αγγλική έκδοση, πρβλ. και «Fr. Blaise, 500 Messages a Vivre», σ. 370, Μόντρεαλ 1986). «Για το Θεό δεν μετράνε οι διαιρέσεις κι οι θρησκείες. Είστε εσείς στον κόσμο που δημιουργήσατε τους διχασμούς, διότι οι πιστοί ξεχωρίστηκαν ο ένας απ’ τον άλλο». («Εμφανίσεις της Παρθένου Μαρίας στη Μedjugorje», Jan Urban (στα τσέχικα) . «Η Καθολική Αντί-Μεταρρύθμιση στον 20 αι.», Σεπτ. - Οκτ. 1987, Νοέμ. - Δεκ. 1985).
Για τον ανενημέρωτο, αυτό το μήνυμα έχει μια παραπλανητική έλξη και συμβαδίζει με την άποψη περί «ενός κόσμου». Αλλά σαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουμε, ότι το να πούμε πως «όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο μπροστά στο Θεό» είναι άρνηση του Χριστού ως της μόνης Αλήθειας. Δεν είναι ο Ίδιος που λέει, «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια κι η ζωή. Κανείς δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μέσω εμού» (Ιω.14:6); Άρα το να λέμε πως όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο, είναι άρνηση του Χριστού! [19]
Χωρίς ν’ αποπειραθούμε ν’ αναλύσουμε πολύ βαθιά το νόημα όλων των μηνυμάτων, μας είναι ήδη αρκετό να συνειδητοποιήσουμε πως κάθε μια απ’ αυτές τις εμφανίσεις, που υποστηρίζει πως είναι η Θεομήτωρ, δέχεται τα Μυστήρια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως αληθινά κι έχοντα τη Χάρη. Αυτό από μόνο του κάνει αυτές τις εμφανίσεις εντελώς απορριπτέες για εμάς, αφού γνωρίζουμε πως Μυστήρια που έχουν και μεταδίδουν τη Χάρη βρίσκονται μόνο στη Μία, Αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Αφότου η Δυτική Εκκλησία αποχωρίστηκε από τη Μία, Αληθή Εκκλησία τον 11ο αιώνα, δεν τίθεται καν ζήτημα για την ύπαρξη αληθινών Μυστηρίων στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. «Η Εκκλησία είναι μία και μόνο αυτή έχει την πληρότητα των δώρων της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Άσχετα απ’ το ποιος ή με ποιον τρόπο κάποιος έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία - είτε λόγω αίρεσης, σχίσματος, ή παρασυναγωγής - αυτός χάνει την κοινωνία της Χάρης του Θεού. Άρα κανένα Μυστήριο που τελείται εκτός της (Ορθοδόξου) Εκκλησίας δεν έχει καμία ισχύ προερχόμενη από τη Χάρη.» (Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων, «Δεν υπάρχει Χριστιανισμός χωρίς την Εκκλησία», σ.114, Σαν Πάολο, Βραζιλία, 1954).
Ακόμα κι η ύπαρξη θεραπειών δεν είναι απόδειξη της αλήθειας των εμφανίσεων. Οι θεραπείες μπορεί να είναι απ’ το Θεό, από φυσικά αίτια ή αν ο Θεός το επιτρέψει από τον Πονηρό. [Κι ο διάβολος μπορεί να θεραπεύσει αρρώστιες που προκάλεσε ο ίδιος]. Ο Σωζομενός, στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του (Βιβλίο 2, παρ. 5) γράφει: «O ναός του Ασκληπιού στην Αιγίδα, μια πόλη της Κιλικίας, κι ο ναός της Αφροδίτης στα Άφακα, κοντά στο Όρος Λίβανος και τον ποταμό Άδωνι, κατασκάφτηκαν και καταστράφηκαν εντελώς. Και οι δυο αυτοί ναοί τιμώνταν και τους είχαν σε μεγάλη υπόληψη οι αρχαίοι, γιατί όσοι απ' αυτούς ήταν άρρωστοι στο σώμα θεραπεύονταν απ’ τις ασθένειες, γιατί ο δαίμονας εκδηλωνόνταν τη νύχτα και τους θεράπευε».
Στο έργο του αγίου Γρηγορίου της Τουρώνης (538-594), «Vita Patrum - Βίοι Πατέρων), διαβάζουμε στο βίο του αγίου Φριάρδου του Έγκλειστου: «Και καθώς θαρραλέα επέμεναν στην προσευχή, ο πειραστής (διάβολος) εμφανίστηκε τη νύχτα στο Διάκονο Σεκουνδέλλο, παίρνοντας τη μορφή του Κυρίου και λέγοντάς του, «Είμαι ο Χριστός στον οποίο προσεύχεσαι κάθε μέρα. Είσαι ήδη Άγιος και τ’ όνομά σου είναι γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Γι’ αυτό πήγαινε έξω απ’ το νησί και κάνε θεραπείες ανάμεσα στους ανθρώπους». Ο Σεκουνδέλλος, ξεγελασμένος απ’ αυτή την πλάνη, έφυγε απ’ το νησί κι έτσι ακόμα μόλις έβαζε το χέρι του πάνω στους αρρώστους στ’ όνομα του Ιησού Χριστού, αυτοί θεραπεύονταν».
Τα λόγια του Αρχιερέως Βόριδος Μολχάνωφ (Boris Molchanov) είναι πολύ επίκαιρα εδώ: «Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε αυτόν τον λίγο γνωστό, αλλά αξιοσημείωτο πνευματικό νόμο, μέσω του οποίου όλος ο ψευδής κι υποκριτικός Χριστιανισμός θα οδηγήσει αναπόφευκτα τους οπαδούς του στην αποδοχή του Αντιχρίστου ή σ’ ένα κίνημα που θα προετοιμάζει την εμφάνισή του. Σε κάθε ψεύτικη διδασκαλία, όπως στη στάση των Φαρισαίων προς την αλήθεια, υπάρχουν κρυμένοι οι σπόροι της αιώνιας καταδίκης. Ηλιθιωδώς και μάταια πολλοί άνθρωποι δεν αποδέχονται την σπουδαιότητα του δόγματος. Η στενή σχέση μεταξύ δόγματος της πίστης, της πρακτικής ηθικής δραστηριότητας και του αγώνα για σωτηρία, έχει αναπτυχθεί εκτενώς απ’ τον Επίσκοπο [Άγιο] Ιγνάτιο (Μπριαντσανίνοφ, 1807 - 1867) και την Αυτού Μακαριότητα τον Μητροπολίτη Αντώνιο (Κραποβίτσκι). Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν είναι τίποτα τόσο σπουδαίο, όσο το να ομολογείς την θεόθεν αποκαλυμένη Αλήθεια, αφού ο ίδιος ο Λόγος του Θεού μαρτυρεί, ότι ο Θεός πρέπει να λατρεύεται εν Πνεύματι κι Αληθεία (Ιω. 4:23-24). Η αλήθεια δεν είναι κανένα ασήμαντο πράγμα με το οποίο μπορεί ο καθένας να σχετίζεται όπως θέλει. Στην αλήθεια, το Πνεύμα της Αληθείας, που εκπορεύεται απ’ τον Πατέρα, είναι παρόν κατά έναν αληθινό τρόπο. Και αντίστοιχα, σε κάθε ψέμα, είναι παρών ο πατέρας του ψεύδους, ο διάβολος. Άρα όποιος ομολογεί την αλήθεια, λαμβάνει το Πνεύμα της Αλήθειας κι όποιος ομολογεί ένα ψέμα αναγκαστικά θ’ αφομοιώσει το πνεύμα των ψεμάτων, το εκπεσών πνεύμα. Εκτός της Μίας, Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν υπάρχουν κι ούτε θα εμφανιστούν τα μέσα για ν' αναγνωριστεί ο Αντίχριστος" («Εποχή Αποστασίας», Τζόρντανβιλ 1976, σελ.18)
Δεν χρειαζόμαστε ετερόδοξα οράματα για να μας καλέσουν σε μετάνοια, προσευχή και νηστεία. Επιπλέον, αυτά τα οράματα αποδέχονται τα Ρωμαιοκαθολικά Μυστήρια, τον θεσμό του Πάπα, ενθαρρύνουν μη Ορθόδοξες μορφές ευλάβειας κι αγκαλιάζουν τον ψευδή Οικουμενισμό [δεν έχει καμία σχέση ο αντιχριστιανικός Οικουμενισμός με την παγκοσμιότητα της Ορθοδοξίας]. Στους ταραγμένους μας καιρούς, καιρούς λεπτών πειρασμών και μεγάλων πλανών, όπου ψεύτικα θαύματα, οράματα κι εμφανίσεις αυξάνονται, εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα πρέπει να εργαζόμαστε για τη σωτηρία μας με φόβο και τρόμο, μένοντας σταθεροί στην Αγία Ορθόδοξη Πίστη μας κι αναζητώντας οδηγία κι έμπνευση μόνο στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Τοποθεσία στην Πορτογαλλία όπου υποτίθεται εμφανίστηκε η Παναγία.
2. Οράματα - Οπτασίες
3. Αν δηλαδή, συμφωνούν με τα δόγματα, τις διδασκαλίες και την Ιερά Παράδοση της ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
4. ΠΡΟΣΟΧΗ! Ακόμα κι Ορθόδοξο 100% να είναι το περιεχόμενο, πάλι πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, διότι ο Σατανάς και οι δαίμονες μπορεί να έχουν σκοπό αργότερα να μας πλανήσουν με άλλα οράματα ή ακόμα και με αυτό μόνο να μας κάνουν να υπερηφανευτούμε.
5. Ρωμαιοκαθολική θρησκευτική πρακτική κατά την οποία απαγγέλεται ένα συγκεκριμένο τυπικό προσευχών χρησιμοποιώντας το ομώνυμο Ρωμαιοκαθολικό «κομποσχοίνι»
6. Φωτεινή, από το λατινικό lux=φως.
7. Πίος σημαίνει ευλαβής, άρα θα μπορούσε να μεταφραστεί ως Ευλάβιος. Η λέξη Πάπας δεν έχει από μόνη της αρνητική έννοια, αφού σημαίνει απλά «πατέρας». «Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής» ονομάζεται κι ο Ορθόδοξος Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής. Επίσης ο Κόπτης (αιρετικός Μονοφυσίτης) Πατριάρχης της ίδιας περιοχής ονομάζεται «Πάπας Αλεξανδρείας και Πατριάρχης πάσης Αφρικής». ΠΡΟΣΟΧΗ! Οι Κόπτες ονομάζουν την «Εκκλησία» τους «Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία», αλλά δεν έχουν καμία σχέση και κοινωνία με την ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, αφού είναι αιρετικοί Μονοφυσίτες. Σε ξένα ντοκυμαντέρ τους έχουν ονομάσει Ορθοδόξους, διότι αυτοί που 'κάναν το ντοκυμαντέρ ήξεραν τόση θεολογία, όσο ξέρει ο κυρ-Γιάννης ο περιπτεράς Κινέζικα. Άρα το πρόβλημά μας δεν είναι η λέξη «Πάπας», αλλά ο «Επίσκοπος και Πατριάρχης Ρώμης» (που επικράτησε να ονομάζεται «Πάπας») κι ο οποίος έπεσε σε αίρεση.
8. Στον Παπισμό.
9. Επικράτησε να ονομάζονται οι αιρετικοί Παπικοί «Καθολικοί», ενώ θα’ πρεπε να λέγονται απλά «Παπικοί» ή «Ρωμαιοκαθολικοί». Μόνο οι ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ είναι όντως Καθολικοί, αφού η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, ΚΑΘΟΛΙΚΗ κι Αποστολική Εκκλησία (όπως απαγγέλουμε στο Σύμβολο της Πίστεως) που ίδρυσε ο Κύριος μας ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Ούτε «Δυτική» πρέπει να λέγεται αφού και στη Δύση υπάρχουν Ορθόδοξοι και στην Ανατολή Παπικοί. Επίσης, κακώς χαρακτηρίζεται «Λατινική», αφού δεν χρησιμοποιεί πλέον την Λατινική γλώσσα, αλλά και γιατί ακόμα κι Ορθόδοξες Θείες Λειτουργίες τελούνταν στα Λατινικά πριν το Σχίσμα(1054 μ.Χ.).
10. Τον 14°, [1705 - 1774] το 1772 .Τραγική η πλάνη των Παπιστών: Ο ένας Πάπας (ο Κλήμης 14ος ) την καταδίκασε κι ο άλλος (ο Βενέδικτος 15ος) την αγιοποίησε το 1920! Αφού οι Πάπες είναι αλάθητοι και τους καθοδηγεί το ίδιο Άγιο Πνεύμα, τότε πως το Άγιο Πνεύμα άλλα είπε στον ένα κι άλλα στον άλλο; Το Παπικό αλάθητο είναι μια βλάσφημη κακοδοξία κι εμπαιγμός των απλών Ρωμαιοκαθολικών πιστών.
11. Ιησουίτες: Μέλη της Ρωμαιοκαθολικής Θρησκευτικής Αδελφότητας του Ιησού ή Εταιρίας του Ιησού (Societas Iesu), που ιδρύθηκε το 1534 από τον Ισπανό Ιγνάτιο Λογιόλα. Προσοχή να μην τους μπερδέψετε με τους Jesuati (Ιησουίτες κι η πιο σωστή απόδοση κατά τη γνώμη μου θα ήταν «Ιησουϊστές»), που είναι μέλη του θρησκευτικού Ρωμαιοκαθολικού Τάγματος των Ιησουιτών, που ιδρύθηκε στην Ιταλία το 1363 από τους Ιωάννη Κολομπίνι και Φραγκίσκο Μιάνι και διατάχθηκε η διάλυσή του το 1668 από τον Πάπα Κλήμη Θ΄.
12. Τις οποίες πολύ αμφιβάλλω αν ο απλός Ρωμαιοκαθολικός πιστός τις έχει διαβάσει.
13. Με ακραίως σαρκικό τρόπο, όπως στην κινηματογραφική ταινία του Μελ Γκίμπσον «The Passion of Christ» (Τα Πάθη του Χριστού). O Mel Gibson εμπνεύστηκε μέρος του έργου του από τον βίο της θεωρούμενης από τους Παπικούς Αγίας Γερμανίδας Άννας Αικατερίνης Έμεριχ (1774 -1824), η οποία ήταν μυστικίστρια και στιγματική (τα στίγματα δεν καταγράφονται καθόλου στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πράγμα το οποίο σημαίνει πως δεν είναι θεϊκό σημάδι, αλλά μάλλον δαιμονικό). Έλεγε πως στα οράματά της είχε δει τα μαρτύρια του Χριστού, τις ψυχές στο Καθαρτήριο (Ρωμαιοκαθολική κακοδοξία-αίρεση) και την Αγία Τριάδα με τη μορφή τριών ομόκεντρων σφαιρών που η μια διαπερνούσε εντός της άλλης, η μεγαλύτερη αλλά λιγότερο φωτεινή αντιπροσώπευε τον Πατέρα, η μεσαία τον Υιό κι η μικρότερη αλλά πιο φωτεινή το Άγιο Πνεύμα. Το ίδιο αρρωστημένο, θρησκόληπτο υπερσυναισθηματικό μοτίβο με μια υπερβολική προσκόλληση κι εμμονή στα σωματικά βάσανα του Ιησού το συναντάμε σε όλους τους στιγματικούς «Αγίους» της Παπικής «Εκκλησίας». Μετά το Σχίσμα (1054μ.Χ.), οι Παπικοί έπαψαν να έχουν Αγίους, αφού έπαψαν να είναι Εκκλησία και δεν έχουν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
14. Αίρεση του 5ου αιώνα μ.Χ., που αναπτύχθηκε από τον Πατριάρχη Κων/λης Νεστόριο, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη κι η θεϊκή υπόσταση του Χριστού είναι ξεχωριστές κι υπάρχουν δυο πρόσωπα, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός κι ο Θείος Λόγος που ενανθρώπισε. Οι Νεστοριανοί αποδίδουν στην Παναγία τον όρο «Χριστοτόκος» κι όχι «Θεοτόκος». Η αίρεση καταδικάστηκε στην Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ.
15. Ο αγιασμένος άζυμος άρτος των Παπικών που χρησιμοποιείται στη Μετάληψη. Ο Ιησούς στο Μυστικό Δείπνο (Μτ. 26:26 -2 8) χρησιμοποίησε ένζυμο ψωμί, κι όχι άζυμο. Άλλη μια (Ιουδαΐζουσα) καινοτομία των παπικών, γι’ αυτό τους έλεγαν κάποτε κι «αζυμίτες».
16. Εδώ θεωρώ σκόπιμο ν’ αναφερθώ και σε κάποιες εμφανίσεις - εντός Ορθοδόξου χώρου- που ακούω ή διαβάζω κατά καιρούς. Πολλές φορές αγράμματες γριές ή χωριάτισσες λένε πως είδαν την αγία Παρασκευή. Είμαι ο τελευταίος πάνω στη γη που θα ρωτήσει η αγία Παρασκευή πού, πότε και σε ποιόν θα εμφανιστεί. Μα γιατί, όμως δεν άκουσα ποτέ έστω μία απ' αυτές τις γριούλες να’ χει κάποια αμφιβολία για το αν όντως είναι η αγία Παρασκευή αυτή που τους εμφανίζεται κι όχι κάποιος δαίμονας; Έχουν τόσο εγωισμό πάνω τους που ούτε καν τους περνάει απ’ το μυαλό το ερώτημα: «Πως σε μένα την ανάξια εμφανίστηκε η αγία Παρασκευή;» Άλλο παράδειγμα: Στο μοναστήρι του αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη κυκλοφορούν ολόκληροι τόμοι με τις εμφανίσεις του Αγίου σε διάφορους πιστούς (κυρίως γυναίκες). Δεν είμαι εγώ ο αρμόδιος να κρίνω για την αλήθεια αυτών των εμφανίσεων, απλά θέτω ένα ερώτημα: Γιατί δεν συνάντησα ούτε μία περίπτωση σ’ αυτά τα βιβλία που έστω μια φορά ένας ν’ αμφέβαλλε; Ερώτημα θέτω απλά.
17. Από τότε τα πράγματα άλλαξαν λίγο. Αν και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν έχει ακόμα εγκρίνει επίσημα αυτές τις εμφανίσεις, όμως το 1993 η επίσημη δήλωση των Επισκόπων που ήταν υπεύθυνοι να ερευνήσουν την υπόθεση έλεγε: «Εμείς η επιτροπή των Επισκόπων μετά από τριετή έρευνα δεχόμαστε τη Medjugorje ως ιερό μέρος, ως τόπο προσκυνήματος. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε τίποτα εναντίον εάν κάποιος τιμά τη Θεομήτωρα με τρόπο που συμφωνεί με τη διδασκαλία και πίστη της εκκλησίας. Γι’ αυτό το αφήνουμε σε περαιτέρω έρευνα. Η Εκκλησία δεν βιάζεται.» Η παλιά καλή διπλωματική μέθοδος της Παπικής «Εκκλησίας». «Ήξεις-αφίξεις». Ετοιμαστείτε τώρα για το καλύτερο: Ο Πάπας Ουρβανός ο 8ος (1568 - 1644) είχε δηλώσει: «Σε περιπτώσεις που αφορούν προσωπικές αποκαλύψεις, είναι καλύτερα να πιστεύεις παρά να μην πιστεύεις. Γιατί αν πιστεύεις κι αποδειχθεί αληθινό θα είσαι ευτυχισμένος που πίστεψες, γιατί η Αγία Μητέρα [Παναγία] το ζήτησε. Εάν πιστεύεις κι αποδειχθεί ψευδές θα λάβεις όλες τις ευλογίες σαν να ήταν αληθινό, γιατί πίστεψες ότι ήταν αληθινό.»(!!!!!) Kαμμία σχέση με το ερευνητικό ταπεινό Πατερικό πνεύμα που ελέγχει το ενδεχόμενο πλάνης. Για την κατάντια της Παπικής «Εκκλησίας» αφότου αποκόπηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει η παροιμία: «Ήταν το κλίμα στραβό, το’ φαγε κι ο γάιδαρος…».
18. Παπική κακοδοξία-αίρεση σύμφωνα με την οποία η Παναγία γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, άρα δεν έχει ανάγκη σωτηρίας.
19. Άσε που δείχνει και πνευματική ανωριμότητα.


HIEROMARTYR BARSANUPHIUS OF KHARKOV

and those with him

By Vladimir Moss


Igumen Barsanuphius (Grigoryevich Yurchenko) was born in 1880 in a prosperous peasant family in the village of Lozavatka, Mikhailovsky uyezd, Kherson province. He finished his studies at a missionary theological seminary. Until 1905 he worked as a teacher in the city of Alexandria. From 1907 he was a novice in the Kiev Caves Lavra. He was tonsured in the Lavra. From 1915 to 1920 he was a teacher in the Birzyukov monastery in Kherson diocese.

In 1918 he was almost shot by a band of Bolsheviks who demanded a large sum of money from the community under threat of death. The whole brotherhood had already been made to stand against a wall, waiting to be executed, but the sum of money demanded was somehow found and they escaped death. It was wonderful to hear Fr. Barsanuphius relate the unusually joyful condition he was in when he was so overcome by a foretaste of eternal life that death became something desired, he longed for it to come about as soon as possible. And how great was his disappointment when he did not achieve this aim because of the remission of the execution.

For a short time the community was subjected to the common lot of looting and repression. Then, under cover of night, Fr. Barsanuphius ran away and hid in the house of his brother. However, he was arrested and imprisoned in terrible conditions in stuffy, damp basements, where his cassock rotted away from the damp and, besides other sorrows of imprisonment in that terrible time, there were so many insects exasperating the prisoners that they had to be scraped off like rubbish.

After a time, in 1921, Fr. Barsanuphius was released and was appointed by Bishop Onuphrius (Gagalyuk) to a parish in the village of Verkhniye Vairaki, near Yelisavettgrad, where by his sincere and zealous service he soon won general respect both among the lay believers and among the clergy.

The rise of renovationism revealed him to be a firm warrior in defence of the truth of the Church and a fearless exposer of the schismatics. Therefore the diocesan hierarch, Bishop Onuphrius, appointed him missionary in the struggle against renovationism for the whole Alexandria region. Having received this assignment, he arrived in the city of Alexandria, which is part of the Yelisavettgrad diocese.

At that time there was no Orthodox church in the city. Moreover, none of the true believers was well-known. Fr. Barsanuphius appeared in the cathedral of the Dormition during the Liturgy, which was being celebrated by the renovationists, and stood unnoticed at the back. He was tall, with a big beard and was dressed in monastic garments with a staff and prayer-rope. His attractive outer appearance fully corresponded to his inner beauty. Since he could not fail to be noticed, at the end of the Liturgy he was surrounded by the believers, who were already worried by the creeping in of innovations into the church, which had been exposed by certain zealots of piety. One of them had a book of the canons of the Ecumenical Councils. From it they could see that the actions of the renovationists were not canonical. But the authoritative voice of the Church was necessary. Therefore the first questions put to Fr. Barsanuphius were: Was he Orthodox? Who was he? Where did he come from? And what joy there was when they learned the answer to this burning question. But at that point the unknown Fr. Barsanuphius was invited by one of the zealots of Orthodoxy Ivan Savvich Mironov to his house, where others had also gathered. There the real church situation was finally clarified: Fr. Barsanuphius told about his appointment to the Alexandria deanery and read the epistles against renovationism of Bishop Onuphrius and others. A discussion took place on how to take if only one church from the renovationists.

But this unexpected joy did not last long. Having learned the state of affairs in his new mission, Fr. Barsanuphius returned to the place of his former service, where he was arrested (in the autumn of 1922) and taken back to Alexandria, where he was put in prison. There he remained until April, 1923. The only contacts with him consisted in the above-mentioned zealots of Orthodoxy taking it in turns to bring him parcels (food, etc.). In the Great Fast Fr. Barsanuphius was released from prison. By that time, the above-mentioned group of people, who had started to build up an Orthodox parish, had grown into a large community, which after several attempts succeeded in getting the civil authorities to transfer one of the four renovationist churches (which was already fairly empty) to them. Fr. Barsanuphius was appointed the superior of this church, which was in the name of the Protecting Veil of the All-Holy Mother of God.

It was from this time that Fr. Barsanuphius' most active ministry began. The servant of God attracted everyone to himself by his unusually welcoming manner, his sincere love, his attentiveness to everyone, his kind, meek and humble manner and by his irreproachable personal life in fasting and unceasing prayer and abstinence in all things (on Wednesdays and Fridays the whole year round, and throughout the Great Fast, he ate nothing before the evening, and in the first week of the Great Fast and in Passion Week he did not eat for three days). During services he was attentive and concentrated, completely immersed in prayer. In the parish church services were conducted according to the monastic typicon, but they were not exhausting. One would go in on a weekday while he was serving and would hear his gentle voice from in front of the altar, and a certain peacefulness and compunction filled one's soul. The comparatively large church soon began to fill up with believers from all ends of the city. The rumours about what had happened in the church of the Protecting Veil and about the unusual batyushka spread far, even beyond the bounds of the region, and at almost every service there were people from the environs. Many who had attended the service went to Fr. Barsanuphius' flat for advice, asking what to do so as to have a right church. And they received the instructions they needed. Each of his services contained a simple edifying sermon, and in these sermons he fulminated against evil, the vices of everyday life, calling people to repentance. The truth was made clear and the lie of renovationism was exposed. The believers were exhorted not to condemn their brothers who had got caught in this or that net, but to pray for them. And in general batyushka used every opportunity to edify the people: whether during needs, or at feasts, over a cup of tea, the conversation always revolved around current church events or soul-saving themes. Many wanted to invite batyushka to their homes, and so invitations to a cup of tea were not uncommon. On these occasions batyushka would speak or read from the Gospel, especially for young youths and virgins, in whom he stirred up a desire for the truly Christian life. He would often read from the works of Bishop Ignatius Brianchaninov.

Very soon all the renovationist churches became empty and a large part of the city's clergy repented, while in the region out of eighty renovationist parishes there remained even less than ten. In fact, there was an extraordinary revival of church life in the city. Fr. Barsanuphius went to Patriarch Tikhon on church matters, and, since he was a hieromonk, he was raised by his Holiness to the rank of igumen (in 1923). When he returned, his flock rejoiced at the patriarchal blessing, and were strengthened by his reading epistles condemning the renovationist higher church administration in the church.

This greatly enraged the remaining renovationists, and especially the GPU. A group of renovationists was formed in the city led by Bishop John (Slavgorodsky) and a priest by the name of Chorny (who was, if not an open stooge of the GPU, then at any rate one of their co-workers who often visited that institution). This group, together with the city authorities, took measures to strike a blow at Fr. Barsanuphius and the community he led. But the religious exaltation had reached such proportions that the authorities decided not to undertake direct measures to liquidate the whole of the movement. Fr. Barsanuphius was arrested several times (in 1923, 1924 and January, 1925), and there was even an open trial attended by a great mass of people, in which Fr. Barsanuphius replied so wisely to the lawyers' ingenious questions that it served for his yet greater glory without engendering any serious consequences except, it seems, for a monetary fine. The trial was summoned because of the baptism of a child which had been carried out, supposedly, without the prior registration by the civil authorities - an omission that used to be punished with great cruelty.

Although the above-mentioned renovationist group had three empty churches, including a cathedral, it received permission from the authorities to use the single Orthodox church (of the Protection), supposedly on equal terms. In order to realize this aim, they with their bishop at their head came to the Protection church on Lazarus Saturday not long before the beginning of the service and demanded the hand-over of the keys of the Protection church on the basis of the instructions of the central authorities. Since rumours about the forthcoming invasion had already filtered into the community, the church was closed and the keys hidden. Up to a thousand people gathered. Some had come earlier to do confession (because of the large numbers of those wishing to do confession they were told to come before the service), while others had begun to assemble because of the rapidly disseminated rumour about what had happened in the Protection church. The whole of this huge number of people, who could not fit even into the spacious area around the church, strove to defend the church. They did not allow the renovationists even as far as the doors. The local authorities, who opposed the Orthodox in every way possible, came to the aid of the renovationists in all kinds of local communist organizations, including the komsomol and the mounted police. But all of these were unable to frighten or disperse the gathered people, who consisted mainly of fearless women tightly pressed to the main doors. Finally the fire-brigade appeared and drove the Orthodox away from the doors with their water cannons. Then the renovationists and their helpers went to the doors and with the help of locksmiths broke the locks.

The next day “Bishop John” entered the church and was met with “Many years, Master!” while the Orthodox stood to one side, shouting: “Wolf in sheep's clothing" and other names appropriate to his activities. From the moment the renovationists took control of the church it emptied. On the most holy days of Passion Week and Pascha the Orthodox were left without a church. The community was still strong at that time, and measures were immediately taken to obtain the return of the church to the Orthodox. An enormous number of signatures were collected, representatives of the community were elected and began to act. First they went to the regional centre of Kharkov. But since it was from there that permission for the renovationists to seize the church had been given, no positive results were obtained. They appealed to Moscow. And there with great efforts, after several journeys, and with the help of acquaintances among the powerful of the communist world, they succeeded in obtaining an order for the return of the church by the feast of the Transfiguration, 1924.

At the same time, the authorities accused Fr. Barsanuphius of being the organizer of the people's rebellion. To create a case, they also arrested several members of the parish council and group of fifty, including some women. Fr. Barsanuphius was arrested in the following manner. After midnight representatives of the authorities arrived at his flat, knocked insistently at the door, burst in and carried out a search. As a result of the search they supposedly found a packet with material implicating Fr. Barsanuphius in the organization of the rebellion. The packet turned out to be in the bed of the future Peter Mikhailovich Chernobyl (the future Archimandrite Nectarius), who happened to be sleeping there that night and who was also arrested. It was obviously a forgery, and Fr. Barsanuphius, when presented with it, said as much:

"It's a forgery. You brought it here."

The investigator said something crude and laughed. Then he ordered Fr. Barsanuphius to dress quickly. Within a few days not only Fr. Barsanuphius, but all those who had been present in the flat were arrested and imprisoned in the local jail. The case lasted for more than three months with many interrogations and threats, but it was so mendacious that when it was passed to the so-called higher instance, it was terminated and all the prisoners (who included Fr. Nectarius) were freed after three months in prison.

On the second day after his release, Fr. Barsanuphius was again serving at the feast of the Transfiguration to a double general joy: the church had been recovered from the renovationists and batyushka had been released. And again batyushka's activity continued in the same spirit and with still greater power. But again not for long.

On the eve of the feast of the Nativity of Christ, in the same year, Fr. Barsanuphius was arrested during the night by the GPU and immediately despatched to Kharkov. The local GPU refused to tell the community where he was. But they guessed: representatives from the community went to Kharkov and obtained his release. He returned from Kharkov around the New Year, but again not for long.

Now something quite unexpected happened. Fr. Barsanuphius' activities had aroused the envy of the clergy, all the more since rumours began to increase that the community wanted to see him made a bishop. This became known to the diocesan hierarch, Bishop Onuphrius. For this or some other, more serious reason, in April, 1925 Fr. Barsanuphius was suddenly and unexpectedly appointed district dean and superior in the town of Pervomaisk (Olviopol), in Odessa diocese, where there was not one Orthodox church. At the very height of the community's flowering, Fr. Barsanuphius was torn from it and sent to a remote little town under the complete control of the renovationists. In his place was appointed a protopriest who later joined the sergianist schism. Under his leadership the community became so weak that the authorities blew up its wonderful stone church and everything came to an end. Then the same happened to all the other churches. Not a single church remained in the town.

No amount of delegations, signatures of the whole community or tearful appeals before the diocesan bishop could change this appointment. The community became widowed, and bitterly lamented its lot.

At this point Fr. Barsanuphius displayed self-sacrificial obedience. Without delay, with sorrow tearing his heart, he tearfully said goodbye to his flock and went into the unknown to fresh sorrows. On arriving in the new town, he with difficulty got to the cathedral church and in the presence of the semi-renovationist superior of the cathedral made an announcement about his appointment as superior and dean of the whole district to the members of the community. The superior, Protopriest S., received him coldly, but he was quickly surrounded by the love of the community and fixed up with a flat.

News about him circulated round the district already after the first service. The cathedral began to liven up. Priests and laymen arrived to consult him about moving from renovationism to Orthodoxy. Many of the laymen did not even know that their priests were renovationists. One of the protopriests, Simeon, left the renovationists and joined the Orthodox. And so the Orthodox now had a church in the town.

But this church revival was short-lived. The local renovationist bishop and the GPU became alarmed. On the second day of Holy Trinity, 1926, Fr. Barsanuphius was arrested and immediately despatched to Kharkov, while the only Orthodox church in Pervomaisk was closed. The petitions of the community were ignored. Fr. Barsanuphius was imprisoned in Kharkov prison, and after several months was again released, but without the right to leave Kharkov. On being released in a strange, overcrowded city, he had difficulty in finding accomodation and had to go to the GPU regularly for registration.

The future Archimandrite Nectarius organized services in Pervomaisk in private houses, and frequently went to Kharkov to visit Fr. Barsanuphius and bring back letters from him. On one of these visits he was ordained as a reader by Bishop Onuphrius.

In Kharkov, too, Fr. Barsanuphius soon won general respect and love. He visited what was almost the only Orthodox church, and sometimes served in it. His service in this church, where very many clergy and hierarchs who were not allowed to leave the city were gathered, did not last long, because in 1927 Metropolitan Sergius' notorious declaration was published. This caused new disturbances among the people and gave the authorities the excuse to intensify the persecution. Part of the clergy recognized the declaration; those who did not recognize it were arrested and sent into exile, while the non-commemorators ceased communion in prayer with the commemorators and began to worship in flats at night. Fr. Barsanuphius organized a catacomb community consisting of about ten people. The Orthodox led by Fr. Barsanuphius rejected Sergius’ declaration as being a God-hated abomination, a form of cooperation with the antichristian authorities.

Fr. N. Vinogradov and Igumen Barsanuphius went to meet Bishop Paul (Kratirov), but in the course of their conversation they came to doubt in the Orthodoxy of Bishop Paul, as a result of which Bishop Paul refused to give them his blessing (Archimandrite Nectarius explains this on the basis of Bishop Paul’s views being slightly to the left of the two priests’). The priests were much closer to Bishop Damascene of Staroduba.

Fr. Barsanuphius was dean of the Pervomaisk area, and, according to the witness to the OGPU of Ivan Chubtsov, was also active in the Zinovievsk (Yelisavettgrad), Alexandria and Kremenchug areas. The overwhelming majority of the parishes of his deanery followed him: in the villages of Pustelnikovo, Golovkovka, Zvenigorodka, Marto-Ivanovka, Ivanovka, Berezovka, Novaya Praga, Nedogarok, Krasnaya Kamenka, Voinovka, Schastlivoye, Kukulovka and Novostaroduba. Only the Pokrov church in Alexandria and the church in the village of Protopopovka remained with the sergianists. However, the Protopopovka Christians later joined the Josephites. In Alexandria the Josephite clergy – Protopriest A. Kotovich, Protopriest John Shvachko and Fr. Nicephorus Bryukhovetsky served in flats. There were no Josephite monasteries in Alexandria, but there were sisterhoods. In 1929 the superior of the church in the village of Berezovka, Hieromonk Abercius (Orlenko), tried to organize with some of his parishioners a secret skete in Siberia. This attempt failed and he returned.

So as to be sure about the truth and to avoid any self-willed actions, contact was made with Moscow, with Petrograd and with the authoritative hierarchs of the Church. By journeys or letters or messengers information was received, together with oral and written epistles of such hierarchs as Metropolitan Joseph of Petrograd, Metropolitan Agathangel, Metropolitan Cyril of Kazan, Archbishop Seraphim of Uglich, Bishop Basil of Priluki, Bishop Victor of Vyatka, Bishop Alexis of Voronezh, Bishop Hierotheus of Velikij Ustiug, and other bishops and priests. Copies of letters were received even from the locum tenens of the patriarchal throne himself, Metropolitan Peter, in which this hierarch clearly and simply exposed the unlawfulness of the actions of Metropolitan Sergius. In certain of these he with Christian love beseeches Metropolitan Sergius to renounce the course undertaken by him.

Fr. Barsanuphius decisively, with the aid of many believers, both in Kharkov itself and in his former parishes and in other places, supported the believers in various ways: by letters and by personal meetings. Thus as the persecutions connected with the declaration increased, and the Church that did not recognize Metropolitan Sergius was almost completely liquidated in its visible form, a community was formed around Fr. Barsanuphius which he served secretly. It consisted not only of local inhabitants, but also of people who arrived periodically from distant places: the Donbass, Kuban district, Poltava, Kherson, Odessa, and even Belorussia. Fr. Barsanuphius' activities in this period broadened considerably. He was as it were the centre of a well-known church district. He was visited by the clergy of dissolved monasteries, by priests, monks, nuns and laymen of every age and calling. Some came to receive consolation in sorrows, others on church business, others for personal spiritual instruction.

People came to him from all over. Young people of both sexes also came. They were captivated by his words and the beauty of his spiritual life, and declared their readiness to enter upon a God-pleasing life under his direction. Such people with his blessing lived sometimes in groups, being directed in their lives by his advice. However, he never created special rules for anyone. He gave general church rules to all those wishing to live a God-pleasing life: in the morning - morning prayers and the midnight service, at lunchtime - the hours, in the evening - Little Compline with the evening prayers. He blessed the more zealous to follow the whole cycle of services. In spite of the at that time widely spread phenomenon of secret monasticism, Fr. Barsanuphius tonsured none of those who desired it, and in general did not approve of that kind of monasticism. He is known to have tonsured only one novice of the Khoroshevsky monastery who was living in obedience to an older nun. To Fr. Nectarius he said: to serve the Church, you need to have been in a monastery for at least two years. However, to all of his spiritual children who were inclined towards the monastic life he gave the instruction to live in a monastic way: to pray, to fast according to the typicon, to avoid unseemly society, not to eat meat, and to strangers not to give the impression that you do not eat it. And in general he told his spiritual children who were not near an Orthodox church, which included almost everyone, to pray the services prescribed by the typicon: Vespers, Mattins, the Hours, the Typica, together with the reading of instructions - everything that was permitted for laypeople without uttering the priestly exclamations. The prescribed readings from the Apostle and the Gospel were read. And such prayers with chanting and reading were carried out sometimes even in the presence of large numbers of people, usually at night, in the flat of one of the believers. Commemorations of the dead were arranged, and there were even cases of burials. They themselves accompanied the dead with chanting of the Thrice Holy hymn, etc. Fr. Barsanuphius approved of these acts and would serve the burial service at a distance.

However, the GPU did not slumber. They discovered both the secret services and the appeals and letters that defined the relationship of all these people to the declaration of Metropolitan Sergius. On January 1, 1931, in one night a massive arrest was carried out of the bishops that remained in freedom, the other clergy and even the laypeople who had displayed some zeal in this respect.

Fr. Barsanuphius himself was arrested on January 16 for being “a leader of the Kharkov branch of the counter-revolutionary monarchist church organization, the True Orthodox Church”. From January to June the same accusation was levelled by the OPGU against all the leading Ukrainian Josephites. 140 were arrested: two bishops, fifty-two priests, nineteen monastics, seven deacons and readers, and sixty laypeople.

Those arrested were subjected to many and various kinds of tortures. The most common form of torture was deprivation of sleep for many days: people remained in this condition for 5, 10 and even 20 days in a row, standing or sitting under the observation of sentries who took turns at their posts. People were tortured day and night by being kicked or prodded; they did not allow them to doze off. Some were deprived of parcels, others were beaten, others were kept in solitary confinement, or in incredibly cooped-up conditions, in rooms which were full to overflowing and hermetically sealed in summer or very cold. Also, they would give them nothing to eat and then feed them to satiety without giving them anything to drink. Shootings were staged, and many other things.

Fr. Nectarius, the biographer of Fr. Barsanuphius, who died in the rank of archimandrite in the Russian Church Abroad in Jerusalem in 2000, apart from what he saw and heard, had to endure some of these torments himself. Thus he writes that in his cell was a sentry who allowed none of the prisoners to sit or sleep at night. Some of the prisoners went go out of their mind from sleeplessness, and were ready to sign anything to stop the torments (if they understood what they were doing when they signed). Archimandrite Nectarius was taken several times from the torture cell to interrogations. The interrogator would swear at him and shout:

“You’ll stand there until the Second Coming! But look, here’s a better idea: we’ll hang you upside down! And they you’ll sign!”

He took out a revolver, put it straight to Nectarius’ face and threatened to shoot. Then he beat him with the handle of the gun. But Nectarius still refused to sign.

He spent four or five days in the “standing chamber”. Then they gave him a rest for several days and again led him into the chamber. This time he had to stand without sleeping for eleven days. Then he was hurled into the basement, where the interrogator came with his revolver and said:

“This is your last place. Now we’ll sit down and decide your fate. Tomorrow you’ll be shot.”

It was February, very cold, and the basement was full of snow, but Nectarius was so weak and so wanted to sleep that he fell on the snow and fell asleep.

The next day he was taken to the district court in Poltava. However, the trial was still in the future. The interrogations continued. As a rule, they took place at night. Once during a nightly session the interrogator said to him:

“In your Scriptures it is written: ‘You must be obedient to every authority’. Why then do you not submit to Soviet power?”

I was silent. Then the interrogator put the question directly:

“Do you agree with the world-view of Soviet power?”

“No,” I replied, “I do not agree.”

“Let us suppose that,” said the interrogator. “I understand: you are against the civil authorities. But why are you against the Church? Why do you not recognize the lawful Metropolitan Sergius?” And, without waiting for my reply, he replied himself: “Because you do not need the Church, but politics! And counter-revolution! Therefore you have chosen for yourselves as instructors such counter-revolutionaries as your Metropolitan Joseph of Petrograd, and Demetrius of Gdov, and other most evil enemies of Soviet power…”

The aim of all these tortures was to get answers from those arrested that were desired by and useful to the NKVD. They wished to establish the existence of a fictitious revolutionary political organization and draw as many people as possible into it. For this they needed all kinds of information, even about non-existent things, and this they tortured their victims: was he there or there, who was also there, was such-and-such a person with you, what did they say, what did they read. Or: since you are already doomed, make a clean breast of it, reveal the counter-revolutionary organization and save yourself, etc. People were summoned for interrogation and torture at any time of the day or night. If they did not get what they wanted, the torturers continued their work, forcing people to write under dictation or simply sign a prepared protocol. If they did not get what they wanted, there would be more abuse, kicking, playing with revolvers under the accused person's nose, staged shootings, etc. They would say: "You will stand here until the very Coming of Christ", "We shall hang you head down and that's not all we'll do," "Your crime is such that you will be shot in any case, but you can save yourself - we're waiting for a sincere repentance." And then it was suggested that they save themselves by revealing the counter-revolutionary organization or becoming their man: "you can pray and do other such-like things, we don't persecute the church," etc.

The prosecutor’s conclusion declared that “the counter-revolutionary organization of churchmen, ‘The True Orthodox Church’, had many branches and embraced the whole of the Soviet Union”, including the Ukraine. There was supposedly a tightly organized structure in the Ukraine controlled by the centres in Moscow and Leningrad. This net, according to the OGPU, consisted of three main branches: Kharkov, led by Bishop Paul (Kratirov), Dnepropetrovsk, led by Bishop Joasaph (Popov), and Odessa, led by Fr. Gregory Seletsky and Abbot Barsanuphius. The first branch contained eleven groups: Kharkov, Sumy, Stalino, Kiev, Debaltsevo, Kadievo, Marioupol, Popasnyan, Berdyansk, Slavyansk and Krasnoluchinsk. In the second branch there were three: Novomoskovsk, Krivoy Rog and Ladyzhino. And in the third branch there were: Kharkov, Poltava, Yelisavettgrad, Alexandria, Nikolayev and Kherson. Each group was in its turn composed of cells: “Each group and cell had its immediate leaders chosen from the most trusted and reliable people, who had links with the leaders of the branches… Thanks to the constant links between the centres and the branches, a systematic leadership of the counter-revolutionary activities of the peripheral branches of the counter-revolutionary organization was guaranteed.” Such assertions were undoubtedly far from the truth. The Josephites not only were not in “constant contact” with each other, but sometimes had tense relations with each other.

On December 14, 1931 there took place the first trial in connection with the affair of the True Orthodox Church. A special meeting of the OGPU College passed a sentence of antisoviet activity on one hundred and twenty six people – fifty-three were condemned to three years in the camps, fifty-eight to exile to the northern regions for three years, five were deprived of the right to live in twelve inhabited points while being restricted to their place of residence for three years, and ten were released. On January 2, 1932 the College condemned the fourteen leaders: Bishop Paul, V.V. Podgorny and Fr. Gregory Seletsky to ten years in the camps, while Bishop Joasaph, Abbot Barsanuphius (Yurchenko), Abbot Eustratius (Grumkov), Archimandrite Macarius (Velichko), A.I. Krasnokutsky, N.V. Tolmachev, Fr. Theodore Pavlov, Fr. D. Ivanov, Fr. B. Kvasnitsky, S.P. Labinsky and Fr. John Skadovsky were sentenced to five years in the camps.

Among those condemned were:

Protopriest Anthony Kotovich. A relative of Hieromartyr Nicholas Piskanovsky, he was born in 1885 in the village of Novy Dvor, Grodno province, in the family of a priest, and went to a theological seminary. From May, 1916 he served as a military priest near Riga and in Torzhok. From 1918 to 1921 he was priest of the church of Ivanovka, Taganrog uyezd, Then he moved to the Alexandria region, and served in the village of Kukulovka, Alexandria uyezd. He took no part in renovationism. In 1923 he was appointed second priest of the Protection church while Fr. Barsanuphius was first priest. When Fr. Barsanuphius was arrested, he took his place, and in 1926 became dean of the Alexandria region. He was arrested several times, both in connection with the affair of Fr. Barsanuphius and for his refusal to recognize the declaration of Metropolitan Sergius. When Fr. Barsanuphius was arrested and the new superior of the Protection church submitted to legalization, Fr. Anthony publicly declared in the Pokrov church, where he was serving as dean, that he was leaving the jurisdiction of Metropolitan Michael of the Ukraine. In March, 1928 he came under the omophorion of Bishop Alexis (Buj) of Voronezh. Most of the parishes of the deanery followed him. But since there was no church in Alexandria itself, he began to serve together with Protopriest John Shvachko and Priest Nicephorus Bryukhovetsky in flats, celebrating the Liturgy every day. After the arrest of Bishop Alexis, he came under the omophorion of Bishop Maximus (Zhizhilenko). Soon after this, he was arrested for the last time in 1929 in connection with the discovery in the flat of the Glinsk dean, Fr. Simeon Ryabov, of antisergianist literature sent him by Fr. Anthony. Fr. Anthony was imprisoned and charged with being “a participant in the Alexandria group of the Odessa branch of the counter-revolutionary monarchist church organization, the True Orthodox Church”, and on January 3, 1930 was sentenced to five years (according to another source, three years) exile in accordance with article 54-10. He was sent to Yeniseisk (or the north) and shot in the second half of the 1930s.

In March, 1928 Fr. Anthony’s Matushka Nina Feofilovna brought to Bishop Alexis in Voronezh a petition that he accept the Alexandria parishes under his omophorion. She was also arrested, with six priests, a deacon and three laymen, on January 16, 1931, and was subjected to tortures in the GPU in Alexandria. She was exiled, and returned at the end of her term. What happened to her thereafter is unknown. Several of those who attended Fr. Anthony’s illegal services received long sentences. One of them, the virgin Charitina, received a ten-year sentence in the camps.

Priest John Polikarpovich Shvachko. He was born in 1873 in the village of Gubovka, Alexandria uyezd, and went to a theological seminary. He served in a church in the Alexandria region, but after its closure in 1926 found himself without a parish. He lived in Alexandria. On January 16, 1931 he was arrested for being “a participant in the Alexandria group of the Odessa branch of the counter-revolutionary monarchist church organization, the True Orthodox Church”, and on December (September) 14 was sentenced in accordance with article 58-10 to three years’ exile in the north. Nothing more is known about him.

Priest Hilarion Pavlovich Genkin. He was born in 1881 in Yelisavettgrad, and finished his studies at a theological seminary. In 1909 he was ordained to the priesthood. He served in the village of Krasnaya Kamenka, Alexandria region. In June, 1929, Fr. Hilarion, together with the Inguletsky dean, Fr. Nicholas Fomenko, went to Petrograd and was received by Archbishop Demetrius under his omophorion. The Alexandrian Josephites commemorated Vladykas Alexis and Demetrius until 1931. Fr. Hilarion succeeded Fr. Anthony Kotovich as Josephite dean of Alexandria. But the life of the deanery was de facto administered in many things by Archimandrite Barsanuphius, who had served there until the middle of the 1920s. In 1930 Fr. Hilarion was placed under guard on a charge of antisoviet agitation “against the removal of bells”, but was not condemned. On January 16, 1931 he was arrested in Krasnaya Kamenka in connection with the affair of the Alexandria group of the Odessa branch of the True Orthodox Church. On January 17, 1931 he was arrested for being “a participant in the Alexandria group of the Odessa branch of the counter-revolutionary monarchist church organization, the True Orthodox Church”, and on December 14 was sentenced in accordance with article 58-10 to three years in the camps and sent to a camp. Nothing more is known about him.

Priest Gregory Rodionovich Bublik. He was born in 1889 in the village of Aleshka, Tauris province, and went to a theological seminary. As a priest, he served in the village of Krasnaya Kamenka, Alexandria region. In 1930 he was under investigation “for anti-Soviet agitation”, but was not condemned. On March 10 (or January 16), 1931 he was arrested for being “a participant in the Alexandria group of the Odessa branch of the counter-revolutionary monarchist church organization, the True Orthodox Church”. On December 14 he was sentenced in accordance with article 58-10 to three years in the camps and was sent to a camp in the north. Nothing more is known about him.

Priest Ivan Savvich Zhushman. He was born in 1882 in the village of Zelenoye, Petrovsky uyezd, Kursk province, into a peasant family, and went to a theological seminary. He served in the village of Schastlivoye, Alexandria region. On January 17, 1931 he was arrested for being “a participant in the Alexandria group of the Odessa branch of the counter-revolutionary monarchist church organization, the True Orthodox Church”. On December 14 he was sentenced in accordance with article 58-10 to three years’ exile and was sent to the north. Nothing more is known about him.

Priest Dionysius Arkadyevich Oratovsky. He was born in 1871 in the village of Maleshty, Moldavia, and went to a theological seminary. He was ordained to the priesthood and served in the church in the village of Kukulovka, Alexandria region. In 1928 he was under investigation on a charge of “incorrect composition of lists of believers”, but was not condemned. On January 17, 1931 he was arrested in Kukolovka in connection with the Alexandrian group of the Odessa branch of the True Orthodox Church. On December 14, 1931 he was sentenced in accordance with article 58-10 to three years’ exile in the north. Nothing more is known about him.

Priest Theodore Vasilyevich Belinsky. He was born in 1879 in the village of Krasnopolye, Alexandria region. He finished his studies in a theological seminary. He was ordained to the priesthood and served in the church of Kukolovka, Alexandria uyezd. On January 17, 1931 he was arrested in connection with the Alexandrian group of the Odessa branch of the True Orthodox Church. On December 14, 1931 he was sentenced in accordance with article 58-10 to three years’ exile in the north.

Priest Nicetas Porfiryevich Olshansky. He was born in 1886 on Donskoye farm, Preobrazhenskaya station, Khoper uyezd, in a Cossack family. He finished his studies at a theological seminary. He was ordained to the priesthood and served in the church in the village of Voinovka, Alexandria region. In 1926 and 1929 he was under investigation on a charge of antisoviet agitation, but was released after two months. On January 17, 1931 he was arrested in connection with the affair of the Alexandria group of the Odessa branch of the True Orthodox Church. On December 14, 1931 he was sentenced in accordance with article 58-10 to three years in the camps, and sent to Siblag. On September 4, 1933 he was released from the camps and departed for Sukhumi. Nothing more is known about him.

Few of those condemned in this trial returned home. Many died in unbelievably difficult circumstances. Fr. Barsanuphius himself received five years in the Temnikov camps, and was then transferred to the Sarov camps, where he was accomodated in the main church.

To his great joy, Fr. Nectarius met Fr. Barsanuphius again in the Temnikov camps. “They put him in our barracks, and now we were able, as before, to pray together, celebrate services and have spiritual discussions. Communion with him brought me great consolation. Every time I received a blessing from him, I experienced a joyful feeling, and if there was bitterness or disturbance in my heart, it immediately left me. Not only to me, but also to the other believing prisoners batyushka brought consolation in the sorrows and difficulties of camp life. His friendly manner and radiant external appearance attracted everyone. His behaviour in the prisons and camps, as Fr. Nectarius observed, was remarkable. He said with complete sincerity that prison for him was a spiritual school, and he accepted imprisonment as an opportunity for spiritual improvement, without fear and with gratitude to God.

Fr. Barsanuphius was placed in the cells of inveterate recidivists, criminals who had lost all human feelings, bandits, murderers, thieves, etc. And here his truly Christian behaviour often pacified even these beasts in human form. Some of them became so attached to batyushka that even before parting with him they sought to communicate with him by correspondence or in some other way. In the cell he behaved as a priest and a monk. In spite of the noise and shouting and swearing, and the heavy tobacco smoke, he would stand for hours in prayer with his prayer rope, as if not noticing the situation around him. Whatever parcels he received he shared with everyone. He did not descend to the environment he was in, but neither did he despise it; he forced everyone to look on him as a true servant of God. In the camps, in spite of all prohibitions, he categorically refused to do any work and did not allow his external appearance to be changed in any way: only by force was he shorn and his beard shaved off. He was never despondent, always in a state of prayer. He comforted many.

During Fr. Barsanuphius’s first sentence, as he was being driven from camp to camp in unimaginable conditions, he nearly died from typhus. In Sarov he was beaten almost to death by the criminals, and on leaving camp in the middle of the 1930s he was a completely hunched-up invalid, like St. Seraphim of Sarov, unable to walk without the help of crutches. It was difficult to recognize the comparatively young, tall, well-built Fr. Barsanuphius.

As a result of his invalid condition, and through his relatives' getting to know the authorities, at the end of his sentence he was able to return to Kharkov. Externally he had changed, but internally he was the same man. And without losing a minute he started work: the saving of souls. Once again there were services in his flat and in the flats of others; services were conducted at night; he communicated and strengthened the remaining believers.

The persecution had reached the point where it was dangerous to have icons in a cooperative house, and even in private houses; it was risky for those serving in Soviet institutions even to look into a church or to cross themselves in public. Burials were now carried out with a special Soviet ritual, with music and red flags. In families children who were studying in schools often persecuted their parents who practised religious rites.

Since it was now almost impossible for a priest to walk in the streets in priestly attired and not be noticed, Fr. Barsanuphius took off his priest's clothes and took on the appearance of an old man in the usual Russian long shirt with a belt round his waist. In this way he was able to visit many of his faithful spiritual children, both in his former parishes and in other places: in the Kuban, the Donbass, Belorussia, in several towns of the Ukraine and in Odessa. His main aim in these trips was to celebrate the Divine Liturgy, take confessions and give communion. Only his faithful, who knew each other, attended these services.

Fr. Nectarius was a witness of one of these journeys of Fr. Barsanuphius. In a house surrounded by a high fence on the edge of a town, batyushka confessed people for two days, and during the night. News of his whereabouts passed from one person to another. There was not even time to eat. Other priests carried out a similar type of service in other towns. Some lived in one place without any kind of registration; only the family with whom they lived knew about them, together with those who came to the services, which were carried out sometimes in underground churches. There was such a priest in the Kharkov region. And another in the Donbass. One priest went around with a grinding lathe. One archimandrite, on returning from the camps, became a stove-repairer.

In the course of his service as a priest in the Soviet period, Fr. Barsanuphius was arrested up to 25 times. In all interrogations he behaved fearlessly, with the dignity of a servant of God. In difficult moments, as he himself said, he fell silent, praying inwardly until he received an inner reply, and without paying attention to the enraged interrogator. Then he gave a fitting reply that broke all the cunning webs of the interrogator, who then, changing his tone, praised the direct and courageous confessor.

The main thing for Fr. Barsanuphius was to keep the commandments of God and the canons of the Church without admitting any concessions. Nothing could make him transgress the established ecclesiastical laws concerning marriages and the burials of, for example, suicides or non-Orthodox.

He was counted worthy of grace-filled revelations and visions. Thus in the camp in Sarov, after he had been beaten, the Lord counted him worthy of an inner spiritual illumination. And during a serious illness he was transported as it were into the other world and had a whole series of visions. And there were others during the celebration of the Divine Liturgy.

Though an invalid, Fr. Barsanuphius would periodically go to serve his flock in various parts of the Ukraine, Belorussia and the Kuban. During one of his trips, to Odessa at the end of 1936, he was arrested and put in prison, where he was deprived of every means of communication with the outside world. At the end of the investigation, on May 21, 1937, he was sentenced to five years in Kolyma, the coldest part of North-Eastern Siberia. According to some sources, he was released from there on June 13, 1942. However, according to another source, Fr. Barsanuphius did not arrive at the camp. We have no information about the long and difficult journey there in railway cars. But a chance eyewitness described a person who looked just like him and who died in Kamchatka, without arriving in Kolyma....