Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ


Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου



Ο Ιωάννης, είναι μια πολύ μεγάλη μορφή της Εκκλησίας μας, είναι ένας από τους 12 Αποστόλους, ο μαθητής ο αγαπημένος του Ιησού. Με το ιστορικό πρόσωπο του Ιωάννη είχαμε ασχοληθεί με σχετικό αφιέρωμα στην μεγάλη αυτή θεολογική μορφή. Στην τωρινή μας παρουσίαση θα καταγράψουμε λίγα λόγια για το έργο του και ιδιαίτερα την φοβερή αποκάλυψη των εσχάτων που δέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο, που είχε ο ίδιος γνωρίσει.
Τα έργα του Ιωάννη είναι τρία:
α. Το Ευαγγέλιο του, που το έγραψε στην Έφεσο και αποτελεί το θεολογικό ευαγγέλιο για την ενσάρκωση του Θεού Λόγου: "Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος" είναι η φοβερή εκείνη πρόταση που εκφράζει όλη την θεολογία της θεότητας του 2ου προσώπου της Αγίας Τριάδας. Και παρακάτω αναφέρει τον δημιουργό του σύμπαντος κόσμου και ότι τίποτε δεν έχει γίνει από όσα έχουν γίνει χωρίς τη θέλησή Του: "Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν".
β. Οἰ τρεις επιστολές του: Η πρώτη και εκτενέστερη προς τις εκκλησίες της Μ. Ασίας, η δεύτερη προς την «Κυρία», όπως ονομάζει την Εκκλησία γενικώς και η τρίτη προς κάποιον ονόματι Γάιο τον Πρεσβύτερο. Και
γ. Η Αποκάλυψη που έγραψε στην Πάτμο και απευθύνεται στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας, μια οπτασία προφητειών για το τέλος του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, η Αποκάλυψη γράφτηκε σε μια εποχή σχεδόν απόλυτης Ρωμαϊκής κυριαρχίας στη λεκάνη της Μεσογείου. Ο Ιωάννης οραματιζόταν την πτώση της Ρώμης, δανειζόμενος σκηνές κοσμικής καταστροφής από την πρόσφατη πτώση της Ιερουσαλήμ. Στο κείμενο αυτό θα αφιερώσουμε κάποιες γενικές αναφορές:
Είναι γεγονός, ότι η Αποκάλυψη δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλήρως και συχνά γίνονται παρεξηγήσεις για το ιερό αυτό βιβλίο. Γι’ αυτό και ιδιαίτερα το χρησιμοποίησαν ή μάλλον έκαναν τη χειρότερη χρήση του ποικίλες αιρέσεις και ευφάνταστοι ψευδοπροφήτες. Πολλοί βλέπουν σ’ αυτό μόνον εικόνες καταστροφής, κατακλυσμούς, συμφορές και τρόμους. Αλλά ο σκοπός της Αποκάλυψης δεν είναι να εμπνεύσει τον φόβο, τον τρόμο και την δειλία, γιατί αυτά δεν είναι μέσα στο πνεύμα της Καινής Διαθήκης, που μιλάει για ελεύθερους ανθρώπους και όχι για δούλους και για έναν Θεό της Αγάπης και όχι της καταστροφής.
Η λέξη Αποκάλυψη σημαίνει την φανέρωση του θελήματος του Θεού. Με την φράση «Αποκάλυψις Ιησού Χριστού», αρχίζει το θεόπνευστο αυτό βιβλίο, δηλαδή φανέρωση του θελήματος του Ιησού Χριστού, από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό και έχει σκοπό να φανερώσει ύψιστες και σωτήριες αλήθειες, που θα συμβούν οπωσδήποτε στο πέρασμα των αιώνων και δηλώνουν την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο. Ο Θεός διευθύνει, προνοεί και οδηγεί τον κόσμο προς την σωτηρία μέσα από διάφορους δρόμους και παρά την φαινομενική ίσως απουσία ή πολλές φορές αδυναμία του θυσιαζόμενου Αμνού, δηλαδή του Υιού του Θεού, τελικά φανερώνεται, ότι το «Αρνίον» είναι μεν «εσφαγμένον», αλλά πάντοτε «όρθιον».
Βέβαια η εποχή που γράφτηκε η Αποκάλυψη έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, που τα παρουσιάζει κάθε εποχή λίγο ή πολύ. Ο Χριστιανισμός αντιμετώπιζε τότε, αλλά και τώρα δεν παύει να αντιμετωπίζει συχνά, έναν κόσμο απάνθρωπο, εχθρικό και βίαιο, όπου οι δυνάμεις του κακού κυριαρχούν και κατευθύνουν τις τύχες του και πολεμούν με λύσσα τις δυνάμεις του καλού, που εκφράζονται από την Εκκλησία. Αλλά και η ίδια η Εκκλησία τότε, όπως και τώρα περνάει κρίσιμες ώρες, γιατί δεν διαθέτει τον πρώτο της ζήλο, τη φλόγα της πίστης, τη θέρμη της αγάπης του αρχέγονου Χριστιανισμού των κατακομβών και τα μέλη της, που είναι άνθρωποι αδύναμοι παρασύρονται από τις σειρήνες του ευδαιμονισμού και ξεχνούν ή πολλές φορές διαστρεβλώνουν το μήνυμα της αγάπης του Θεανθρώπου. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα τρομακτικά μηνύματα στο κείμενο, όπου ο προφητικός λόγος φαίνεται σκληρός, μαχαίρι κοφτερό, αλλά που μέσα από τις φοβερές σκηνές αναδύεται το μήνυμα της ελπίδας, το φως μέσα στο σκοτάδι, όπου ο Χριστός ο σταυρωθείς και αναστάς, ο «Μάρτυς ο ζων και αληθινός», θριαμβεύει και θα θριαμβεύει πάντοτε πάνω στις δυνάμεις του σκότους και παρά την φαινομενική κυριαρχία του κακού, η τελική νίκη θα είναι η νίκη του «Αρνίου». Η ελπίδα που μεταδίδεται μέσα από τις αλληγορικές σκηνές, που εμφανίζονται στο ιερό κείμενο, δεν είναι ελπίδα άπιαστη, απατηλή, ρομαντική ή εξωπραγματική. Είναι μια ελπίδα πραγματική, τωρινή, ψηλαφητή, που αποδιώχνει τον φόβο, την θλίψη, τον θάνατο και προσφέρει τη χαρά, τη ζωή, τη γαλήνη στην επίγεια ζωή και την ανταμοιβή στην επουράνια.
Επικρατεί γενικά η αντίληψη -και όχι χωρίς λόγο- ότι είναι ένα κείμενο ακατάληπτο και ανερμήνευτο. Γι’ αυτό και πολλοί, που κατά καιρούς επιχείρησαν να το ερμηνεύσουν, το επικάλυψαν μάλλον παρά το αποκάλυψαν. Είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλή ρως, το μαρτυρεί ο προφητικός χαρακτήρας του, γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες είναι εδώ επιφυλακτικοί. Δεν καταγίνονται με το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως. Δείγμα της ταπεινοφροσύνης τους. Όσοι θέλησαν να καθορίσουν ακριβείς χρονολογίες για το τέλος του κόσμου, συγκεκριμένα πολιτικά και ιδεολογικά καθεστώτα, πολέμους, σφαγές, λιμούς, λοιμούς, θεομηνίες, μεγάλες καταστροφές και πρόσωπα αντιχρίστων, στο τέλος τίποτα δεν αποκάλυψαν από όσα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής μας φανέρωσε. Είναι λάθος ορισμένων ερμηνευτών να αναζητούν λεπτομέρειες για τις φάσεις της πνευματικής αυτής πάλης σε κάθε εποχή και μάλιστα στην σημερινή και μολονότι τα διάφορα γεγονότα τους διαψεύδουν, εν τούτοις αυτοί δεν δείχνουν να συνετίζονται. Αντίθετα άλλοι σοβαροί ερμηνευτές δεν επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την Αποκάλυψη «εξ αποκαλύψεως» φοβούμενοι τους αποκαλυπτικούς ακροβατισμούς, αλλά διέτριψαν περισσότερο στα πνευματικά μηνύματα, στη διακρίβωση των θρησκευτικών και θεολογικών νοημάτων και άφησαν όλα τα άλλα στην σοφία του Θεού.
Αλλά η Αποκάλυψη δεν είναι μόνο προφητικό βιβλίο, είναι και ιστορικό. Για τον Ευαγγελιστή Ιωάννη το μέλλον είναι ήδη παρόν και το παρόν προδικάζει το μέλλον. Διηγείται γεγονότα της Εκκλησίας του παρόντος χρόνου, αναφέρει όμως και παρελθόντα και μέλλοντα, αλλά το κέντρο βάρους πέφτει στους έσχατους καιρούς, όπου κεντρικό σημείο αποτελεί η έλευση του Χριστού και δίνεται απάντηση στο πρόβλημα της καθυστέρησης της Δευτέρας Παρουσίας. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τρόπο αντιμετώπισής του από τους πιστούς τότε, σε σχέση προς τους πιστούς σήμερα. Η πραγματοποίηση της ελπίδας του Ευαγγελίου συνδέονταν στον αρτιγέννητο χριστιανισμό προς την εγγύς ή οσονούπω έλευση της Βασιλείας, ενώ σήμερα, ύστερα από αιώνες ύπαρξης της Εκκλησίας, η σύνδεση αυτή δεν έχει τον επείγοντα χαρακτήρα που είχε αρχικά. Ο σημερινός χριστιανός έχει ανάγκη ενημέρωσης ως προς την προσδοκία της παρουσίας του Χριστού κατά τους αρχικούς χρόνους της Εκκλησίας, αλλιώτικα δυσκολεύεται να αντιληφθεί καταστάσεις όπως αυτή που ανακλάται και αντιμετωπίζεται από την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Πρέπει π.χ. να λάβουμε υπόψη μας πως η τότε χριστιανική αντίληψη περί της εγγύς έλευσης του Ιησού στηριζόταν σε μια γενικότερη στον τότε κόσμο αντίληψη, πως δηλαδή πλησιάζει κάποιο τέλος του κόσμου στην μορφή που τον ξέρουμε, έτσι το χριστιανικό κήρυγμα, πως ο παλαιός αιών τελειώνει και έρχεται με τον Χριστό ο νέος γινόταν εύκολα δεκτό και κατανοητό όχι μόνο από τους Ιουδαίους αλλά και από τους Εθνικούς, χωρίς να απαιτούνται ιδιαίτερες διευκρινίσεις.
Εκτός όμως από τον προφητικό και τον ιστορικό χαρακτήρα της Αποκάλυψης έχουμε και τον ηθικό, τον θεολογικό, τον οντολογικό και τον δραματικό χαρακτήρα της. Η προφητεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για να φθάσει κανείς στον κύριο στόχο που είναι η πίστη, η αγιότητα και η σταθερότητα στην αρετή. Η θεολογική της αξία είναι ανυπέρβλητη. Με συμ-βολικές εικόνες παρουσιάζει την εσχατολογική διδασκαλία της Κ. Διαθήκης, την διδασκαλία δηλαδή για το τέλος του κόσμου, τη μέλλουσα κρίση και την ανταπόδοση του Θεού. Αυτό διακηρύττεται στο 7ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, όπως το καθόρισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος σχετικά με τον Κύριό μας: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς» και όπως το συμπλήρωσε η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να αντιμετωπίσει τις χιλιαστικές τάσεις που προέκυψαν από το σχετικό χωρίο της Αποκάλυψης, με την φράση: «ου της βασιλείας ουκ εσταί τέλος». Η έλευση του Κυρίου, η προσδοκία της ανάστασης των νεκρών και η αιώνια ζωή αποτελούν βασικές αλήθειες της Ορθόδοξης Πίστης.
Η Αποκάλυψη λοιπόν αποτελεί την μεγαλοπρεπή κατακλείδα της Αγίας Γραφής. Γνωστό είναι ότι η Αγία Γραφή αρχίζει με την Γένεση, όπου εξιστορείται η δημιουργία του κόσμου και η αρχή της ιστορίας και όπου βρίσκονται οι πρώτες ενέργειες του Θεού στον κόσμο και όπου Αυτός προσφέρει τις πρώτες ελπίδες για τον ερχομό του Λυτρωτή. Το Ιερό Βιβλίο τελειώνει με την Αποκάλυψη, όπου παρουσιάζεται η πορεία της Εκκλησίας, η κρίση του κόσμου και ο τελικός θρίαμβος της πίστης και όπου καταγράφονται οι τελευταίες ενέργειες του Θεού δια του Ιησού Χριστού, για την ανακαίνιση των πάντων, την εξάλειψη των δεινών της αμαρτίας και τον θρίαμβο των δικαίων, ο οποίος και καταγράφεται στο κα΄ 3-5: «και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης, ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώ-σει μετ’ αυτών, και αυτοί λαοί αυτού έσονται, και αυτός ο Θεός εσταί μετ’ αυτών, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ εσταί έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ εσταί έτι, ότι τα πρώτα απήλθον.»
Μία σύντομη ανάλυση του ιερού βιβλίου, παρά τις όποιες δυσκολίες στην ερμηνεία του δεν παύει να φανερώνει τον σκοπό του. Απευθύνει ισάριθμες επιστολές στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας (Εφέσου, Σμύρνης, Περγάμου, Θυατείρων, Σάρδεων, Φιλαδελφείας, Λαοδικείας) και μέσω αυτών σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και τους πιστούς της και τους φανερώνει αυτά που πρόκειται σύντομα να συμβούν, «α δει γενέσθαι εν τάχει». Η φράση αυτή περιέχει την βεβαιότητα της σύντομης πραγματοποίησης της θείας βουλής, που δεν είναι άλλη από την ολοκλήρωση της σωτηρίας του ανθρώπου, αυτή δε η θεία επιθυμία διακατέχει όλα τα γεγονότα και διατρέχει όλες τις εικόνες, που είναι συγκλονιστικές. Δεν είναι θεία δέσμευση, αλλά θεία προειδοποίηση γιατί για το Θεό: «... μια ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μια» (Πέτρου Β΄ 3, 8). Για τους πιστούς ισχύει το «εγγύς» της έλευσης του Κυρίου, γιατί βραχύς είναι ο χρόνος της γήινης παρουσίας των και η εκδημία των είναι ουσιαστικά η ημέρα της μερικής και της γενικής κρίσης και Δευτέρας παρουσίας, οπότε θα πρέπει πάντα να είναι έτοιμοι, γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί να παρουσιαστούν ενώπιον του Κυρίου. Τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της σωτηρίας αρχίζουν άμεσα και θα συνεχίζονται μέχρι της συντέλειας των αιώνων και όσοι επιχειρούν κατά καιρούς ακριβείς χρονικούς προσδιορισμούς πάντα πέφτουν έξω με προεξάρχοντες προτεστάντες φουνταμενταλιστές και μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι περιεργάζονται με κάθε λεπτομέρεια τα θεία απόρρητα, που βέβαια δεν προσφέρουν τίποτε στην ψυχική σωτηρία, ο δε Κύριος το λέγει ξεκάθαρα: «ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πραξ. 1. 7), αλλά και: «περί της ημέρας εκείνης ή της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο υιός, ει μη ο Πατήρ» (Μαρκ. 13, 32). Άρα τον ακριβή χρόνο που θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου κανένας δεν γνωρίζει και δεν θα πρέπει να γνωρίζει, η δε άγνοια αυτή έχει μεγάλη χρησιμότητα, γιατί γίνεται αφορμή για συνεχή νήψη και εγρήγορση, άσκηση αρετής, ηθική καλλιέργεια και αδιάκοπο πνευματικό αγώνα και έτσι απομακρύνεται ο κίνδυνος αδράνειας και εφησυχασμού. «Τι γαρ όφελος, ειπέ μοι, μαθείν την ημέραν του τέλους; Αγνοείν δε ταύτην συμφέρει, ίνα πάσαν ημέραν εκείνην είναι νομίζοντες, έτοιμοι προς ταύτην τυγχάνομεν γρηγορούντες, και τον Κύριον ημών περιμένοντες» (Ισίδωρος Πηλουσιώτης).
Αλλά και το άλλο μεγάλο θέμα της παρουσίας του Αντιχρίστου και του σφραγίσματος των πιστών έγινε αφορμή μιας ξέφρενης κούρσας ανακάλυψής του και ανησυχίας για την απώλεια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος για όσους σφραγισθούν, όπως μερικοί ισχυρίζονται. Αντί όμως να ανησυχούν οι πιστοί για την σφραγίδα του Αντιχρίστου, θα πρέπει πιο πολύ να προσέξουν να μην ξεθωριάζει η σφραγίδα του Χριστού, που παίρνουν με το Άγιο Βάπτισμα και αυτό γίνεται, όταν με την ζωή τους βλασφημούν το Πνεύμα το Άγιον, «εν ω εσφραγίσθημεν εις ημέραν απολυτρώσεως» (Εφεσ. 4. 30). Αγωνιούν ορισμένοι μήπως και άθελά τους έχουν σφραγιστεί, ενώ πιθανόν να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι πράττουν ή ανέχονται τα έργα του Αντιχρίστου. Τους απασχολεί ο ερχομός του Αντιχρίστου και δεν τους ενδιαφέρει η παρουσία ή η απουσία του Κυρίου, που χωρίς Αυτόν, δηλαδή χωρίς την παρουσία του Σταυρού στην σύγχρονη ζωή χάνεται το πνεύμα της θυσίας Εκείνου.
Οι πιστοί Χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να είναι ηττοπαθείς, καθότι και ισχυροί είναι και δυνατοί. «Μείζων ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω», γι’ αυτό και «νενικήκαμεν τον πονηρόν», τον έχουν ήδη συντρίψει, όχι με τις δικές τους δυνάμεις, αλλά με την δύναμη Εκείνου, που «εξήλθε νικών και ίνα νικήση». Αυτό είναι και το κατ’ εξοχήν μήνυμα της Αποκάλυψης.
Περατούμενης της προσπάθειας για μια συνοπτική ερμηνεία του προφητικού αυτού βιβλίου, επιχειρείται να δοθεί το βασικό μήνυμα, που μπορεί να υποψιαστεί κανείς. Κυρίαρχο πρόσωπο είναι το εσφαγμένο Αρνίο, το Α και το Ω, ο Κύριος και Παντοκράτωρ, ο Οποίος δημιούργησε τον κόσμο και κατευθύνει δυναμικά την πορεία του προς το αναπότρεπτο τέλος. Θέλημά Του είναι η προστασία των εκλεκτών από την λυσσαλέα επίθεση των δαιμονικών δυνάμεων, που ενεργούν στον κόσμο με πολλαπλή μορφή, όπως είναι η άθεη κοσμική εξουσία, η ανήθικη οικονομία, η αντίθετη ιδεολογία και προπαγάνδα, ο απάνθρωπος καταναλωτισμός κ.ά. Αποστέλλει στον κόσμο «πληγές», προκειμένου να δώσει σ’ αυτόν πολλαπλή ευκαιρία μετανοίας και επιτρέπει για περιορισμένο χρόνο στον «δράκοντα» να δοκιμάσει τους πιστούς.
Όταν έλθει η άγνωστη, αλλά βραχυπρόθεσμη στιγμή της παρουσίας του Χριστού, οπό-τε γίνεται η τελική σύγκρουση με το Σατανά και τους θιασώτες του, τότε αποκαθαίρεται ο κόσμος από τις δαιμονικές δυνάμεις και ανακαινίζεται. Ολόκληρη η καινή κτίση, η Εκκλησία των σεσωσμένων, συνάγεται γύρω από το θρόνο του Αρνίου, ατενίζει το πρόσωπό Του, αυγάζεται από αυτό και αναμέλπει ασίγαστα τον ύμνο του θριάμβου.
Η Αποκάλυψη δεν εξαγγέλλει απλώς ένα μήνυμα, ελεύθερο στην προκατάληψη, την αιρετική προπαγάνδα ή την φαντασίωση, αλλά «σημαίνει» προφητικά στο λειτουργικό γεγονός της Εκκλησίας τη «μυστική» και ωστόσο βέβαιη κατάληξη της Ιστορίας, την εγγύς βασιλεία του Θεού. Αυτή δε η «εγγύς» βασιλεία είναι υπόθεση χαράς και «εορτής ημέρα» για τους πιστούς, οι οποίοι εστερνιζόμενοι τα λόγια του Παύλου, χαίρονται και αγάλλουν για τον επικείμενο ερχομό του Αρνίου «Και τούτο, ειδότες τον καιρόν, ότι ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι. νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. Αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω. αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας» (Ρωμ. 13. 11-14).
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Σημειώσεις από το έργο του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» (PG τ. 150 στ. 368-492)

- Στο μυστήριο της Βάπτισης γίνονται διάφοροι συμβολισμοί. Αυτοί μας διδάσκουν πόσο μεγάλο μίσος πρέπει να υπάρχει μέσα μας κατά του διαβόλου και πόσο πρέπει να τον αποστρέφεται εκείνος που μέλλει να είναι αληθινός Χριστιανός (α΄ 10). Το ερώτημα είναι αν πρέπει να μισούμε τον διάβολο, αφού ο ίδιος ο Θεός τον αγαπάει, ως δημιούργημά του. Βεβαίως πρέπει να τον αποστρεφόμεθα και να μισούμε τις διαβολές του, όχι όμως τον ίδιο.
- Σ’ εκείνους που έμελλε να δώσει ζωή αιώνια, εννοώ το ζωοποιό Του σώμα και αίμα, αυτούς διέταξε να προσφέρουν προηγουμένως εφόδια της φθαρτής ζωής, έτσι ώστε να πάρουμε ζωή αντί ζωής, αντί της πρόσκαιρης την αιώνια, και να φανεί η χάρη σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεος να έχει κάποιο στοιχείο δικαιοσύνης και να εκπληρωθεί εκείνο που είπε: «Θα βάλω το έλεός μου σε ζυγαριά» (Ησ. 28. 17) (δ΄ 2). Ερωτάται ποιους αφορά το προκείμενον του εσπερινού «Το έλεός σου Κύριε καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».
- Το πανάγιο Μύρο, το οποίο ο μακάριος Διονύσιος Αρεοπαγίτης λέγει ότι είναι ομοταγές (της αυτής τάξης) με τη Θεία Κοινωνία και αυτό τελείται και αγιάζεται με προσευχή και ότι το ίδιο το Μύρο είναι τελεστικό και αγιαστικό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στους ευσεβείς (κθ΄ 11). Εφ’ όσον λοιπόν με τη Θεία Κοινωνία αφέονται αι αμαρτίαι, το ίδιο γίνεται με την επάλειψη με Ἀγιο Μύρο. Άφεση αμαρτιών δίδεται επίσης και με το Ευχέλαιο.
- Η θυσία, ούτε πριν αγιασθεί ο άρτος τελείται, ούτε μετά που θα αγιασθεί, αλλά την ίδια τη στιγμή του αγιασμού. Έτσι ισχύουν αναγκαστικά όλα όσα πιστεύουμε γι’ αυτήν και κανένα από αυτά δεν ακυρώνεται (λβ΄ 8). Άρα η θυσία τελείται την ίδια τη στιγμή του αγιασμού, δηλ. με το τρίτο Αμήν του Ἱερέα.
- Λέγοντας «Τα άγια τοις αγίοις» είναι σαν να λέγει: «Ιδού ο άρτος της ζωής, τον βλέπετε. Ελάτε λοιπόν να μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. «Διότι τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους». Αγίους εδώ εννοεί εκείνους που είναι τέλειοι στην αρετή, αλλά και εκείνους που αγωνίζονται να φθάσουν σ’ αυτήν την τελειότητα, αλλά ακόμη υστερούν. Διότι και αυτούς τίποτε δεν τους εμποδίζει να αγιάζονται καθώς μετέχουν των Μυστηρίων και να είναι από αυτή την άποψη άγιοι (λς΄ 1). Άρα άγιοι εδώ δεν είναι μόνον οι δοξασμένοι, αλλά οι φωτισμένοι και οι καθαρμένοι.
- Τι είναι εκείνο που αποκόβει αυτά τα μέλη από το άγιο εκείνο Σώμα. «Τα αμαρτήματά σας, λέγει, στέκονται εμπόδιο ανάμεσα σ’ εμένα και σας» (Ησ. 59.2). Τι λοιπόν, κάθε αμαρτία νεκρώνει τον άνθρωπο; Καθόλου, αλλά μόνο η θανάσιμη αμαρτία. Γι’ αυτό και λέγεται «προς θάνατον». Διότι υπάρχει και αμαρτία «ου προς θάνατον», σύμφωνα με τον μακάριο Ιωάννη (Ιω. Α΄ 5. 17). Γι’ αυτό οι βαπτισμένοι, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους χωρίζουν από τον Χριστό και επιφέρουν θάνατο, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν και να μετέχουν του αγιασμού, διότι και στην πραγματικότητα και στην ονομασία εξακολουθούν να είναι ζωντανά μέλη, ενωμένα με την Κεφαλή (λς΄ 2-4). Επομένως, όσοι υποπίπτουν σε συγγνωστά αμαρτήματα, που δεν χρίζουν συγχωρητικής ευχής από τον πνευματικό, πρέπει να μετέχουν της Θείας κοινωνίας.
- Αυτό το νερό (το ζέον), με το να είναι συγχρόνως νερό και να μετέχει και της φωτιάς συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και «ύδωρ» λέγεται (Ιω. 7. 38-39) και ως πυρ φάνηκε τότε που έπεσε επάνω στους μαθητές του Χριστού (Πράξ. 2. 3-4). Και η παρούσα στιγμή της Θείας Λειτουργίας συμβολίζει εκείνη τη στιγμή της Πεντηκοστής. Διότι τότε κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα όταν ολοκληρώθηκαν όλα τα έργα του Χριστού, τώρα δε το νερό αυτό προστίθεται μετά την τελείωση των δώρων (λζ΄ 4-5). Άρα το Άγιο Πνεύμα, που φάνηκε σαν περιστέρι και σαν φωτιά, τώρα συμβολίζεται από το νερό.
- Κατόπιν εύχονται, ο αγιασμός που έλαβαν, να μείνει μαζί τους και να μην προδώσουν τη χάρη, ούτε να χάσουν τη δωρεά, με τη βοήθεια Εκείνου. «Τήρησον ημάς εν τω σω αγιασμώ». Κάνοντας τι; Διότι χρειάζεται να κάνουμε κι εμείς ό,τι εξαρτάται από εμάς. «Όλην την ημέραν μελετώντας την δικαιοσύνην σου». Δικαιοσύνη εννοούμε τη σοφία και φιλανθρωπία του Θεού που θεωρείται μέσα στα μυστήρια, όπως τα εννόησε και ο Παύλος: «Δεν ντρέπομαι για το Ευαγγέλιο του Χριστού, διότι σ’ αυτό φανερώνεται η δικαιοσύνη του Θεού σε καθένα και για καθένα που πιστεύει» (Ρωμ. 1. 16-17). Η μελέτη αυτής της δικαιοσύνης μπορεί να διατηρήσει μέσα μας τον αγιασμό. Διότι και την πίστη στον Θεό αυξάνει και την αγάπη φουντώνει και δεν αφήνει να μπει στην ψυχή τίποτε κακό. Σωστά λοιπόν λέγαμε στα προηγούμενα ότι χωρίς τους πρέποντες στο μυστήριο λογισμούς δεν μπορεί να υπάρξει και να παραμείνει σ’ εμάς ο αγιασμός (μα΄ 4). Οι λογισμοί πρέπει να αφορούν αποκλειστικά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, για να υπάρξει αγιασμός.
- Η θεία και ιερή αυτή τελετή (της Θείας Ευχαριστίας) εμφανίζεται να αγιάζει με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι η μεσιτεία. Τα προσφερόμενα δώρα και μόνο με το γεγονός της προσφοράς, αγιάζουν εκείνους που τα προσφέρουν κι εκείνους για τους οποίους τα προσφέρουν και εξευμενίζουν απέναντί τους το Θεό. Ο δεύτερος τρόπος είναι η μετάληψη, διότι γίνεται σ’ εμάς αληθινή «βρώσις και πόσις», σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου (Ιω. 6. 55). Από τους δυο αυτούς τρόπους ο πρώτος είναι κοινός και στους ζώντες και στους νεκρούς, διότι η θυσία προσφέρεται και για τις δυο κατηγορίες. Ο δεύτερος όμως είναι δυνατός μόνο στους ζώντες, διότι πλέον οι νεκροί ούτε να φάγουν ούτε να πιούν μπορούν. Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου. Διότι και σ’ αυτούς ο Χριστός μεταδίδει τον εαυτό Του με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει. Και για να το αποδείξουμε αυτό, ας εξετάσουμε τα αίτια του αγιασμού, για να δούμε αν οι ψυχές των νεκρών τα έχουν όπως και οι ψυχές των ζώντων. Ποια είναι λοιπόν τα αίτια του αγιασμού; Άραγε το να έχει κανείς σώμα, το να τρέξει στην τράπεζα, το να πάρει στα χέρια τα άγια, το να τα δεχθεί στο στόμα, το να φάγει, το να πιεί; Καθόλου. Διότι πολλοί από εκείνους που έκαναν όλα αυτά και έτσι προσήλθαν στα Μυστήρια, δεν ωφελήθηκαν καθόλου και έφυγαν γεμάτοι αμέτρητες αμαρτίες. Αλλά ποια είναι τα αίτια του αγιασμού στους αγιαζόμενους; Και ποια είναι εκείνα που απαιτεί από μας ο Χριστός; Κάθαρση της ψυχής, αγάπη στον Θεό, πίστη, επιθυμία του Μυστηρίου, προθυμία για την μετάληψη, ολόθερμη ορμή, το να τρέξουμε διψασμένοι. Αυτά είναι που έλκουν αυτόν τον αγιασμό και μετά αυτά είναι ανάγκη να μετέχουν του Χριστού όσοι προσέρχονται και χωρίς αυτά τούτο είναι αδύνατο. Όλα όμως αυτά δεν είναι σωματικά, αλλά εξαρτώνται μονάχα από την ψυχή. Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων. Αν λοιπόν οι μεν ψυχές είναι έτοιμες και προπαρασκευασμένες για το μυστήριο, ο δε Κύριος που αγίασε και ετέλεσε τα μυστήρια θέλει πάντοτε να αγιάζει και να μεταδίδει κάθε φορά τον εαυτό Του, ποιο εμπόδιο υπάρχει για την κοινωνία; Κανένα απολύτως. Λοιπόν, θα ερωτήσει κανείς: αν κάποιος από τους ζώντες έχει στην ψυχή του όλα τα καλά που είπαμε, δεν προσέλθει όμως στα μυστήρια, θα λάβει εξίσου τον αγιασμό που προέρχεται από αυτά; Όχι ο καθένας, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να προσέλθει σωματικώς, όπως οι ψυχές των νεκρών. Τέτοιοι υπήρξαν όσοι έζησαν περιπλανώμενοι σε ερημιές και όρη και σπηλιές και οπές της γης (Εβρ. 11. 38), για τους οποίους ήταν αδύνατον να δουν θυσιαστήριο και Ιερέα. Αυτούς ο ίδιος ο Χριστός τους αγίαζε αφανώς με αυτόν τον αγιασμό. Πως το ξέρουμε αυτό; Από το ότι είχαν μέσα τους ζωή, την οποία δε θα είχαν, αν δε μετείχαν στο μυστήριο αυτό. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είπε: «αν δε φάγετε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε ζωή μέσα σας (Ιω. 6. 53). Και για να φανερώσει αυτό, σε πολλούς από αυτούς τους αγίους έστειλε Αγγέλους για να τους φέρουν τα Τίμια Δώρα. Αν όμως κανείς, ενώ έχει τη δυνατότητα, δεν προσέλθει στην Αγία Τράπεζα, αυτός είναι τελείως αδύνατο να λάβει τον αγιασμό των Μυστηρίων. Όχι δεν προσήλθε απλώς, αλλά διότι ενώ μπορούσε, δεν μπορούσε και φανερώνει με αυτό ότι η ψυχή του είναι γυμνή από τις αγαθές διαθέσεις που απαιτούνται για το μυστήριο. Πράγματι, ποια ορμή και προθυμία για την Ιερή Τράπεζα υπάρχει σ’ εκείνον που μπορεί εύκολα να τρέξει σ’ αυτήν και δεν θέλει; Ποια πίστη στον Θεό υπάρχει σ’ εκείνον που δεν φοβάται την απειλή του Κυρίου εναντίον εκείνων που κατεφρόνησαν την πρόσκληση στο δείπνο (Ματθ. 22. 7); Πως θα πιστευθεί κανείς ότι αγαπά εκείνο το οποίο, ενώ μπορεί να λάβει, δεν το λαμβάνει; Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του. Το παράδοξο και υπερφυσικό είναι ο άνθρωπος που ζει μέσα στη φθορά να φάγει άφθαρτο σώμα. Ενώ το να μεταλάβει το αθάνατο μια ουσία αθάνατη, η ψυχή, με τρόπο κατάλληλο σ’ αυτή, τι το παράδοξο έχει; Αν τώρα ο Χριστός, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και άρρητη σοφία, βρήκε τρόπο να πραγματοποιήσει εκείνο το παράδοξο και υπερφυσικό (να φάγει ο φθαρτός άνθρωπος άφθαρτη τροφή), πως δε θα πιστευθεί ότι κάνει και το άλλο, που είναι εύλογο και επόμενο; (μβ΄ 2-13). Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου. Αλλά και οι ζώντες, που επιθυμούν να μετέχουν του μυστηρίου, αλλά λόγω εγγενών δυσκολιών (σωματικών παθήσεων, μακρινών αποστάσεων κλπ) δεν μπορούν, τότε αυτοί θεωρούνται, ότι μετέχουν του μυστηρίου. Αντίθετα εκείνοι που μετέχουν του μυστηρίου, αλλά δεν εκπληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε στην πραγματικότητα δεν μετέχουν του μυστηρίου.
- Εξάλλου και σ’ εκείνους που ζουν ακόμη με σώμα, η Θεία Κοινωνία δίνεται βέβαια δια μέσου του σώματος, αλλά πρώτα πηγαίνει στην ουσία της ψυχής και ύστερα μέσω της ψυχής διαβαίνει στο σώμα. Αυτό θέλοντας να φανερώσει ο μακάριος Απόστολος λέγει: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του» (Κορ. Α΄ 6. 17), διότι η ένωση και η συνάφεια αυτή πραγματοποιείται πρώτα μέσα στην ψυχή. Διότι εκεί, στην ψυχή, είναι κυρίως ο άνθρωπος, εκεί είναι και ο αγιασμός, ο οποίος αποκτάται με τις αρετές και την ανθρώπινη επιμέλεια. Εκεί είναι και το κέντρο που αμαρτάνει και που έχει ανάγκη να θεραπευθεί με τα τίμια δώρα. Στο σώμα, όλα προέρχονται από την ψυχή. Και όπως αυτό μολύνεται από τους πονηρούς λογισμούς που βγαίνουν από την καρδιά, έτσι και ο αγιασμός από εκεί προξενείται σ’ αυτό, τόσο από την αρετή, όσο και από τα μυστήρια. Σε μερικούς δε έρχονται και σωματικές ασθένειες, που έχουν την αιτία τους στην ηθική διαφθορά της ψυχής. Αυτό ήθελε να δείξει ο Σωτήρας και με το να θεραπεύσει την ψυχή του αρρώστου, δηλαδή να ελευθερώσει αυτήν από τις αμαρτίες, σήκωσε το σώμα από την αρρώστια (Ματθ. 9. 2-7). Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό.
- Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα; Αφού και εκείνες έχουν τον αιώνιο Ιερέα, που γίνεται γι’ αυτές τα πάντα και που μεταδίδει τα δώρα και σε όσους από τους ζώντες μεταλαμβάνουν αληθινά. Διότι δε μεταλαμβάνουν αληθινά όλοι αυτοί στους οποίους μεταδίδει ο Ιερεύς, αλλά εκείνοι μόνο, στους οποίους μεταδίδει ο ίδιος ο Χριστός. Διότι ο Ιερεύς μεταδίδει σε όλους γενικά τους προσερχομένους, ο Χριστός όμως μόνο στους άξιους. Από αυτό γίνεται φανερό ότι μόνο ο ίδιος ο Σωτήρας είναι που τελεί το Μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζώντες και νεκρούς. Απ’ όλα όσα είπαμε γίνεται φανερό ότι όλα τα στοιχεία της ιερής αυτής τελετής είναι κοινά και στους ζώντες και στους νεκρούς. Διότι και τα αίτια του αγιασμού, επειδή είναι ψυχικά αγαθά, υπάρχουν και στις δυο αυτές κατηγορίες και αυτό που δέχεται πρώτο τον αγιασμό και είναι οικείο με αυτόν είναι το ίδιο (η ψυχή) και ο Ιερεύς που αγιάζει είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τούτο μόνον υπάρχει στους ζώντες, που δεν υπάρχει στους νεκρούς: το ότι δηλαδή και οι ανάξιοι νομίζουν ότι αγιάζονται με τα Μυστήρια, διότι δέχονται στο στόμα τα δώρα. Από τους νεκρούς όμως ούτε καν να πλησιάσει κανείς είναι δυνατόν, αν είναι απροετοίμαστος, αλλά μόνο στους άξιους επιτρέπεται η κοινωνία. Στους ζώντες αυτό είναι δυνατόν, όμως όχι μόνο δεν προσθέτει αγιασμό σ’ αυτούς, αλλά αντίθετα επιφέρει τη χειρότερη κόλαση. Συνεπώς τούτο απέχει πολύ από το να είναι πλεονέκτημα για τους ζώντες. Και για έναν επιπλέον λόγο είναι φανερό ότι, όχι μόνον επιτρέπεται και δεν εμποδίζεται από τίποτε, αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών. Διότι αν υπήρχε κάτι άλλο να ευφραίνει και να αναπαύει εκεί τις ψυχές, αυτό θα αποτελούσε το βραβείο της καθαρότητας των αξίων ψυχών και δεν θα υπήρχε η ανάγκη της τράπεζας των μυστηρίων. Τώρα όμως εκείνο που δίνει στις ψυχές κάθε απόλαυση και μακαριότητα, είτε παράδεισο το πεις, είτε κόλπους του Αβραάμ, είτε τόπους απαλλαγμένους από κάθε λύπη και οδύνη, φωτεινούς, χλοερούς, αναπαυτικούς, είτε την ίδια τη βασιλεία των ουρανών, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό το ποτήριο και αυτός ο άρτος. Διότι αυτά είναι ο Μεσίτης (Τιμ. Α΄ 2. 5, Εβρ. 9. 15), εκείνος που μπήκε ως πρόδρομος στα ουράνια άγια των αγίων (Εβρ. 6. 20), ο μόνος οδηγός προς τον Πατέρα (Ιω. 14. 6), ο μόνος ήλιος των ψυχών, ο οποίος τώρα φαίνεται και μετέχεται έτσι, όπως ο Ἰδιος θέλησε (μέσω των Τιμίων Δώρων), από τους δεμένους στο σώμα, ενώ τότε θα φανεί και θα μεταληφθεί χωρίς καταπετάσματα, όταν θα τον δούμε όπως είναι (Ιω. Α΄ 3. 2), όταν σαν πτώμα θα συγκεντρώσει τους αετούς (τους σεσωσμένους Ματθ. 24. 28), όταν θα ζωσθεί και θα τους βάλει στο τραπέζι και θα περάσει να τους υπηρετήσει (Λουκ. 12. 37), όταν θα αστράψει στα σύννεφα (Ματθ. 24. 30) και δι Αυτού οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος (Ματθ. 13. 43). Εκείνοι που δεν θα είναι ενωμένοι μαζί Του, όπως γνωρίζει να ενώνει η αγία τράπεζα, είναι εντελώς αδύνατο να βρουν ανάπαυση εκεί ή να λάβουν κάποιο αγαθό, μικρό ή μεγάλο (μγ΄ 1-7). Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή. Ο Ἱερέας μεταδίδει την θ. κοινωνία σ’ όλους, αλλά ο Χριστός μόνο στους άξιους.
- Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των Ἱερέων και τη μεσιτεία των Τιμίων Δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους. Και έτσι βρίσκονται πιο έτοιμες και σε καλύτερη κατάσταση για την κοινωνία του Σωτήρα, όχι μόνο από πολλούς ζώντες, αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς των, αν θα ήταν με το σώμα. Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των Μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν το σώμα. Διότι εκεί υπάρχουν πολλές και διάφορες «μονές» (διαμονές, κατοικίες. Ιω. 14. 2), ώστε να τιμηθούν όλοι οι βαθμοί της αρετής και να μη μείνει τίποτε χωρίς ανταμοιβή εκ μέρους του δικαίου και φιλανθρώπου Κριτή. Όπως λοιπόν εκείνοι που είναι άξιοι των μεγίστων βραβείων και τέλειοι και κληρονόμοι της τέλειας μακαριότητας, όπως ο Παύλος και οι όμοιοι με αυτόν, την απολαμβάνουν καθαρότερα μετά το θάνατο παρά τότε που ήταν στη ζωή, έτσι κι εκείνοι που κατατάχθηκαν σε μετριότερη ανάπαυση είναι εύλογο να την απολαμβάνουν καλύτερα φεύγοντας από εδώ, παρά ζώντας με το σώμα. Αποδείξαμε δε ότι κάθε ανάπαυση των ψυχών και κάθε βραβείο αρετής και μικρό και μεγάλο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο άρτος και αυτό το ποτήριο που μεταλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο από τις δυο κατηγορίες, εννοώ τους ζώντες και τους νεκρούς. Γι αυτό και ο Κύριος την απόλαυση των δικαίων στον μέλλοντα αιώνα την ονομάζει δείπνο (Λουκ. 14. 16), για να δείξει ότι εκεί δεν υπάρχει περισσότερο από αυτή την τράπεζα. Έτσι η θεία ιερουργία της Ευχαριστίας είναι και για τους νεκρούς όπως είναι και για τους ζώντες. Και όπως οι ζώντες αγιάζονται κατά δυο τρόπους, όπως έχει λεχθεί, κατά δυο τρόπους αγιάζονται και οι νεκροί και σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτεροι από τους ζώντες, αλλ’ απεναντίας έχουν και ένα πλεονέκτημα (με΄ 1-4). Με την θ. κοινωνία στις ψυχές των νεκρών έχουμε άφεση αμαρτιών, χωρίς προσθήκη αμαρτιών, όπως στους ζώντες. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την αποκατάσταση των πάντων και τελικά αυτές οι ψυχές θα μετέχουν στη θέα του Θεού, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι».

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΑΤΕΡΩΝ περί της Θείας Κοινωνίας των κεκοιμημένων


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ (+1391)
(«Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» P.G τ. 150, στ. 368-492)

«Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου»
«Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων»
«Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του»
«Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου»
«Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό»
«Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με το σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα;»
«Αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών»
«Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή»
«Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των ιερέων και τη μεσιτεία των τιμίων δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους»
«Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν σώμα»

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (+1429)
(«Περί Ιεράς Λειτουργίας», P.G. τ. 155, σελ. 280-286)

«Και τέλος πάντων ομού, επειδή τη θυσία ταύτη τη ιερά πάντες ομού άγγελοί τε και άνθρωποι άγιοι και ηνώθησαν τω Χριστώ, και εν αυτώ ηγιάσθησαν, και τούτο ημάς ενούσιν»
«Μετέχουσι γαρ και ούτοι τω μυστηρίω τω φρικτώ τούτω ως συνηγωνισμένοι Χριστώ»
«Τη ενώσει τε και κοινωνία αγιαζόμεναι, και εις εκείνους υπέρ ων εισί, τον αγιασμόν παραπέμπουσαι, και δια των υπέρ των αγίων εις ημάς»
«Αυτοί μεν γαρ αμέσως αγιάζονται παρά του Θεού, δεχόμενοι δε και τα παρ’ ημών, δι’ αυτών ημάς αγιάζουσιν»
«Ει γαρ και αϋλως και νοερώς μετέχουσι της του Χριστού κοινωνίας ταις ψυχαίς, αλλά και δια της αυτού ιερουργίας ην υπέρ του κόσμου παρέδωκε γίνεσθαι, μεγίστης μετέχουσι της δόξης, ως συμπονήσαντες και συνδοξαζόμενοι»
ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ Ο ΕΦΕΣΟΥ (+1444)
(«Αντίρρησις των Λατινικών κεφαλαίων περί του περκατορίου πυρός», P.Ο. τ. 15, σελ. 43-44)

Οι ευχές της Θείας Λειτουργίας αποδεικνύουν ότι «και προς τους ήδη της παρά Θεώ μακαριότητος απολαύοντες η των ευχών τούτων και μάλιστα της μυστικής θυσίας δύναμις διαβαίνει»
«Εις δόξαν αυτών τούτο ποιούμεν, και ούτω τρόπον τινά και υπέρ αυτών η θυσία γίνεται και προς αυτούς διαβαίνει»
Η δύναμη των ευχών και ιδίως της μυστικής θυσίας διαβαίνει «και προς τους δικαίους τε και οσίως βιώσαντας»
Διαβαίνει η δύναμη των προσευχών και της θείας λειτουργίας και προς τους δικαίως βιώσαντας «άτε και αυτούς ατελείς όντας και την προς ταγαθόν επίδοσιν αεί προσλαμβάνοντας και μήπω τελείας της μακαριότητος απολαύοντας»
ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΟΥ(+1798)
(Περί της Συνεχούς Μεταλήψεως, Μέρος Γ΄, Ένστασις Δ΄, έκδοση Ν. Παναγόπουλος, σελ. 133).
«Ήτοι αν αι ψυχαί των κεκοιμημένων είναι έτοιμοι να κοινωνήσουν, ο δε Κύριος πάντοτε θέλει και αγαπά, να αγιάζη και να μεταδίδη τον εαυτόν του εις τον καθένα, ποίον πράγμα μπορεί να τας χωρήση από την κοινωνίαν; Βέβαια κανένα».
ΥΓ
Σημείωσις πάνω στη Θεία Κοινωνία των κεκοιμημένων. Ευρέθη συμφωνία τεσσάρων Πατέρων, ώστε να τεκμηριωθεί αυτή ως θέση της καθόλου Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η άποψη που διατυπώθηκε τόσο από τον Αρχιμανδρίτη π. Παύλο Ντανά, όσο και από τον Λέκτορα του ΑΠΘ Αρχιμανδρίτη π. Νικόδημο Σκρέττα, ότι αποτελεί τούτο αποκλειστικά θέση του αγίου Νικολάου Καβάσιλα και όχι και της Εκκλησίας καταρρίπτεται.


Η ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Σε προγενέστερο δημοσίευμά μας στους ΝΕΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ (5.3.99) με τον τίτλο: «Οι διαφορές της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την Ρωμαιοκαθολική» είχαμε τονίσει, ότι οι διαφορές αυτές είναι τρομακτικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο προσέγγισης, η δε απόσταση που μας χωρίζει κυριολεκτικά απέχει «όσον απέχουσιν Ανατολαί από Δυσμών», διερωτηθήκαμε δε μήπως με τις διάφορες προσεγγίσεις, συσκέψεις, ασπασμούς, κοινές λειτουργίες και εορτασμούς πάμε κατ’ ουσίαν σε μια άνευ όρων υποταγή.
Η πρόσφατη επισήμανση του αγαπητού αναγνώστη κ. Π. ΤΑΡΑΜΠΙΚΟΥ για το ίδιο θέμα (Ν.Α. 7.1.00) και με τις ίδιες, ως διαφαίνεται, ανησυχίες μας ώθησε να επισημάνουμε κάποια ευαίσθητα σημεία, τα οποία δεν είναι τόσο ευδιάκριτα και τα οποία διοχετεύονται και νοθεύουν την Ορθόδοξη Πίστη μας, θέλουμε δε να πιστεύουμε περισσότερο από άγνοια και λιγότερο από σκοπιμότητα, αλλά που αποτελούν θεμελιώδεις και σαφείς θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ένα από αυτά είναι και το θέμα της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει, ότι ο θάνατος είναι δημιούργημα του διαβόλου, ο δε Λόγος εσαρκώθη για να καταποντίσει το κράτος του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»), πράγμα που έγινε με την σταύρωση και ανάστασή Του, για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο θάνατος είναι δημιούργημα του Θεού, ο δε Λόγος εσαρκώθη και εσταυρώθη προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και για να δώσει το καλό παράδειγμα της αγάπης και της υπακοής ως προϋπόθεση ένωσης με τον Θεό, αυτός δε ο θάνατος θακαταργηθεί με την Δευτέρα Παρουσία.
Η ανωτέρω Ορθόδοξη θέση τεκμηριώνεται από πάμπολλους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγ. Ειρηναίο, Μέγα Αθανάσιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μάξιμο Ομολογητή, Νικόλαο Καβάσιλα, Γρηγόριο Παλαμά κ.ά.) και αποτελεί την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βασιζόμενη σε Δυτικούς Πατέρες (Αυγουστίνο, Αβελάρδο, Άνσελμο, Θωμά Ακινάτο κ.ά.) εκφράζει την εντελώς αντίθετη δογματική θέση, που εδράζεται στη διαφορετική της άποψη έναντι του προπατορικού αμαρτήματος και της δημιουργίας του Σατανά, τον οποίον θεωρεί ως όργανο και υπηρέτη του Θεού προς τιμωρία του ανθρώπου ένεκα της θείας οργής (ενώ η Ορθόδοξη δογματική θέση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη).
Προς επίρρωση των ανωτέρω αναφέρονται ολίγα τινά από πληθώρα Ορθοδόξων κειμένων περί του θέματος αυτού:
Α/ Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει: «Δεύτερον δε, τις ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα, ως ουδέ τον Ισαάκ εδέξατο παρά του πατρός προσφερόμενον, αλλ’ αντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν αντιδούς του λογικού θύματος; Ή δήλον, ότι λαμβάνει μεν ο Πατήρ, ουκ αιτήσας, ουδέ δεηθείς, αλλά δια την οικονομίαν, και το χρήναι αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον. Ιν’ αυτός ημάς εξέληται, του τυράννου βία κρατήσας, και προς εαυτόν επαναγάγη δια του Υιού μεσιτεύσαντος, και εις τιμήν του Πατρός τούτο οικονομήσαντος, ώ τα πάντα παραχωρών φαίνεται. Τα μεν δη Χριστού τοιαύτα, και τα πλείω σιγή σεβέσθω. Ο δε χαλκούς όφις κρεμάται μεν κατά των δακνόντων όφεων, ουχ ως τύπος δε του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ ως αντίτυπος. και σώζει τους εις αυτόν ορώντας, ουχ ότι ζη πιστευόμενος, αλλ’ ότι νενέκρωται, και συννεκροί τας υπ’ αυτόν δυνάμεις, καταλυθείς, ώσπερ ην άξιος. Και τις ο πρέπων αυτών παρ’ ημών επιτάφιος; Που σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Τω σταυρώ βέβλησαι, τω ζωοποιώ τεθανάτωσαι. Άπνους, νεκρός, ακίνητος, ανενέργητος, και, ει το σχήμα σώζεις όφεως, εν ύψει στηλιτευόμενος» (Λόγος με΄, Εις το Άγιον Πάσχα, 22, Migne, P.G., 36, 653).
B/ Ο καθ. Ι. Καρμίρης αναφέρει: «Ακόμη και ο όρος «ικανοποίησις» ή «Satisfactio» είναι ξένος προς τους Έλληνας Πατέρας» (Ετερόδοξοι επιδράσεις επί της ομολογίας του ΙΖ΄ αιώνος. Ιεροσόλυμα 1949, σελ. 64, σημ. 3).
Γ/ Ο καθ. π. Ι. Ρωμανίδης αναφέρει: «Η εν τη Δύσει επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία είναι εν γενικαίς γραμμαίς η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασι των πεφωτισμένων. όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού προς σωτηρίαν των πιστών» (Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα 1992, σελ. 2-3).
Παρ’ όλο λοιπόν, που οι δογματικές θέσεις των δυο Εκκλησιών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, καθότι εδράζονται σε διαφορετικές θεωρήσεις του θανάτου, του Σατανά, της πτώσης και της απολύτρωσης του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν και επιζούν οι επιδράσεις από την Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική κατήχηση, κατάλοιπα του σχολαστικισμού και διαφωτισμού, της προσπάθειας δυτικοποίησης της Ορθοδοξίας, της βλαπτικής επίδρασης των ιδεών του Α. Κοραή, ο οποίος αντικατέστησε: α/ την κάθαρση της καρδιάς με την φιλοσοφική ηθική, β/ τον φωτισμό του νου με τον μεταφυσικό φωτισμό της διάνοιας και γ/ την θέωση με το τίποτε και τέλος της εκρίζωσης του μοναχισμού στην χώρα μας από την Βαυαροκρατία. Έτσι φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε σε βιβλίο Ορθόδοξης Κατήχησις : «Δια τούτο ο Θεάνθρωπος προσέφερεν εαυτόν επί του Σταυρού ως σφάγιον εξιλαστήριον, αντιπροσωπεύσας μεν δια της ανθρωπίνης φύσεώς του τον πταίσαντα, παρασχών δε δια της θείας τοιαύτην αμύθητον αξίαν εις τον θάνατόν του, ώστε να κάμψη τα σπλάχνα του Απείρου Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ο υπέρ ημών Σταυρωθείς ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην, ειρηνοποίησε τα πάντα εν εαυτώ και εδώρησεν εις ημάς την απολύτρωσιν «δια του αίματος αυτού» (Εφεσ. α΄ 7)». (Ιερά Κατήχησις. π. Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ. Έκδοση ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝIΑΣ, Αθήνα 1997, σελ. 56).
Δεν εκπλησσόμεθα για την παρείσφρηση τέτοιων Ρωμαιοκαθολικών δογμάτων σε Ορθόδοξη κατήχηση, γιατί δεν είναι τα μοναδικά, που έχουν εμφιλοχωρήσει, αλλά συγκλονιζόμεθα, όταν τέτοια κείμενα ακούγονται από αναγνώστες στις τράπεζες μονών του Αγ. Όρους, που θεωρείται πλέον ο εναπομείνας Φάρος της Ορθοδοξίας, και από την πείσμονα άρνηση της αντικατάστασής των μετά από σχετικές υποδείξεις. Πρέπει όμως κάποτε να αρχίσουμε, έστω και αργά να αντικαθιστούμε τέτοια κείμενα με αντίστοιχα Ορθόδοξα, ώστε τουλάχιστον να σταματήσουμε σαν Ορθόδοξοι να κατηχούμεθα με θέσεις, που έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικές από το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας μας.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

ΟΙ ΑΔΙΑΦΘΟΡΟΙ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΥ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τό θέμα τῶν ἀδιαφθόρων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ἀναπτύσουμε στό ἔργο μας περί τῶν Ἀδιαφθόρων Ἁγίων Λειψάνων, τό ὁποῖο ἀναφέρεται εἰσαγωγικῶς στή μή διάλυση σωμάτων ἀπό τεχνιτές, φυσικές καί ὑπερφυσικές αἰτίες (λόγῳ ἁμαρτίας ἤ ἁγιότητος), στίς διαφορές μεταξύ ἀδιαλύτου σώματος καί ἀδιαφθόρου Λειψάνου, στίς μαρτυρίες περί προσωρινῆς διατηρήσεως Ἁγίων Λειψάνων, στίς ἀσαφεῖς ἀναφορές σέ ἀδιάφθορα Ἅγια Λείψανα, περιλαμβάνει δέ καταλόγους (Λειψάνων πού διατηρήθηκαν ἀδιάφθορα, ἀδιαφθόρων Λειψάνων πού ἔχουν χαθεῖ, καταστραφεῖ ἤ διαλυθεῖ καί ἀδιαφθόρων Λειψάνων πού σώζονται κατά περιοχές) καί βιογραφικά σημειώματα τῶν Ἀδιαφθόρων Ἁγίων.
Περιπτώσεις ἀδιαφθόρων σωμάτων ὑπάρχουν καί στόν Παπισμό. Πρόκειται γιά 90 περιπτώσεις προσώπων πού ἀπεβίωσαν ἀπό τό 1159 μέχρι τό 1905. Τά πρόσωπα αὐτά τιμῶνται ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς σάν Ἅγιοι ἤ Μακάριοι. Ὅμως, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἁγιότητα καί Ἅγιοι - καί κατ’ ἀκολουθία θαύματα καί σημεῖα - ἐκτός Ἐκκλησίας, σέ αἱρέσεις καί σχίσματα, δέν ἀναγνωρίζονται ὡς γνήσια καί ἀπό Θεοῦ. Ὁ ἅγ. Ἀναστάσιος ὁ Σιναϊτης λ.χ. γράφει σχετικά: "Οὐκοῦν ὁπόταν ἴδης καί δι' αἱρετικῶν καί δι' ἀπίστων τί σημεῖον κατά τι κρῖμα Θεοῦ γενόμενον, μή θαμβηθῆς ἤ σαλευθῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Πολλάκις γάρ καί ἡ πίστις τοῦ προσερχομένου ἐστιν ἡ τό σημεῖον ποιήσασα καί ούχ ἡ ἀξία τοῦ ποιήσαντος. Ἔγνωμεν γάρ καί Ἐπίσκοπον αἱρετικόν ἐν Κυζίκῳ τῇ πόλει, τῶν λεγομένων Μακεδονιανῶν τῶν Πνευματομάχων, ὅτι δένδρον ἐλαίας ἐκ τοῦ τόπου ἐν ὦ ἵστατο εἰς ἕτερον τόπον σχήματι εὐχῆς μετήνεγκεν, ὡς σκοτίζον τήν θυρίδα τοῦ ματαίου εὐκτηρίου αὐτοῦ".
Ὁ ἴδιος αἱρετικός Ἐπίσκοπος, συνεχίζει ὁ ἅγ. Ἀναστάσιος, ἔκανε προσευχή πάνω σέ νεκρό καί "παρεσκεύασε τόν νεκρόν δῆθεν λαλῆσαι καί εἰπεῖν πόσον ἦν τό ὀφειλόμενον χρέος τῷ ἐπιδανειστῇ αὐτοῦ". Καί ὅταν ἀπεβίωσε ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός, "ἐν τῷ μνήματι αὐτοῦ διάφοροι φαντασίαι καί σημεῖα ἐπετελέσθησαν... Αἱρετικός δέ ποιῶν σημεῖα ἤ προφητεύων, δήλος ἐστίν ὅτι ὑπό δαιμόνων ἐμπαίζεται, καίτοι νομίζει ἐκ Θεοῦ ἐνεργεῖσθαι αὐτῷ τά τοιαῦτα". ("Ὁδηγός Ἀναστασίου Σιναϊτου", σελ. 74 καί 76).
"Τοῦτο τῆς τοῦ διαβόλου μεθοδείας - διδάσκει σχετικῶς ὁ Ἱερός Χρυσόστομος - τῇ ἀληθείᾳ ἀεί παρησάγειν τήν πλάνην, πολλά ἐπιχρωνύντα αὐτή τά ὁμοιώματα, ὥστε εὐκόλως κλέψας τούς εὐεξαπατήτους" ("Ὁμιλία ΜΣΤ' εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον").
Εὔλογο προκύπτουν τά ἐρωτήματα:
Ἡ ἀφθαρσία ἑνός σώματος εἶναι δαιμονική φαντασία ἤ πραγματικό γεγονός;
Οἱ προηγούμενες Ἁγιοπατερικές διδασκαλίες περί σημείων καί θαυμάτων ἀπό αἱρετικούς, ἰσχύουν καί στήν περίπτωση τῶν ἀφθάρτων σωμάτων;
Αὐτά εἶναι δύο θέματα πού χρειάζονται μελέτη καί διερεύνηση ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.
Μεταξύ τῶν ἐρωτημάτων πού προκύπτουν ἀπό τήν μελέτη τῶν περιπτώσεων ἀδιαφθόρων στόν Ρωμαιοκαθολικισμό, σημειώνουμε τό καίριο ἐρώτημα τοῦ κατά πόσο τά ἀναφερόμενα στοιχεῖα εἶναι πραγματικά. Ἡ ἔγκυρη Καθολική Ἐγκυκλοπαίδεια "Ἅγιοι καί Προσκυνήματα", γράφει σχετικά γιά τήν περίπτωση τῆς Ρίτας τῆς Κάσια, τῆς ὁποίας τό σῶμα διατηρεῖται ἄφθαρτο:
"Εἶναι δύσκολο, ἄν ὄχι ἀδύνατο, νά διακρίνει κανείς τά ὅρια μεταξύ Ἱστορίας καί θρύλου, ὅταν ἡ λαϊκή εὐλάβεια εἶναι τόσο μεγάλη γιά ἕναν Ἅγιο. Αὐτή εἶναι χωρίς ἄλλο ἡ περίπτωση τῆς ἀγ. Ρίτας τῆς Κάσια, πού τόσο ἀγαπήθηκε ἀπό τούς πιστούς ὅλου τοῦ κόσμου καί τόσο τήν σέβονταν ἀκόμη κι ὅταν ζοῦσε, πού ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε ἀπό τό λαό πρίν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Συνεπῶς, ὁ ἀναγνώστης ἄς μήν ἐκπλήσσεται, ἄν στή διήγηση αὐτῆς τῆς βιογραφίας διαπιστώσει, ὅτι τά ἱστορικά δεδομένα γιά τή ζωή τῆς Ἁγίας - τόσο ἄλλωστε ἐλάχιστα καί ἀβέβαια - ἐναλλάσσονται μέ θρυλικές πληροφορίες" (Νικηφόρου Βιδάλη, "Τ' ἀδέλφια μας οἱ Ἅγιοι", Ἀθήνα 1990, σελ. 187).
Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ρίτα τῆς Κάσια δέν συμπεριλήφθηκε στό μεταρρυθμισμένο Γενικό Ἡμερολόγιο τῶν Ἁγίων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἔγινε μετά τήν Β' Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962 - 1965), τιμᾶται ὅμως τοπικά, σύμφωνα μέ σχετική ἀπόφαση τοῦ Πάπα Οὐρβανοῦ Η', τοῦ ἔτους 1626 (αὐτ. σελ. 191).
Ὁ Νικηφόρος Βιδάλης σημειώνει σχετικά μέ τήν μεταρρύθμιση τοῦ Ἡμερολογίου: "Ἀπό τή μεταρρύθμιση αὐτή βγῆκαν, ἀπό τό Γενικό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο πολλοί Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐλλιπή ἤ καί ἀνακριβή ἱστορικά στοιχεῖα ὑπάρξεως, μέ σκοπό νά ξεκαθαριστοῦν τά ἱστορικά ἀπό τά θρυλικά στοιχεῖα, μέ τά ὁποῖα συχνά ἀναμιγνύονται, ἔτσι ὥστε νά προκύψουν καθαρές βιογραφίες, εἴτε αὐτές στηρίζονται σέ ἱστορικά δεδομένα, εἴτε σέ ἁπλή παράδοση. Ἡ ἐργασία αὐτή, πολύ δυσχερής καί ἐπίπονη, συνεχίζεται καί θά συνεχιστεῖ γιά μεγάλο ἀκόμη χρονικό διάστημα, σέ ἐπίπεδο ἐθνικῶν καί τοπικῶν Ἐκκλησιῶν· ὅταν δέ ὁλοκληρωθεῖ, θά γίνει τό Νέο Γενικό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, πού θά ἀντικαταστήσει ἐκεῖνο τοῦ Πάπα Γρηγορίου ΙΓ' (1584)" (αὐτ. σελ. 11).
Θά πρέπει ἐπίσης νά ληφθεῖ πολύ σοβαρά ὑπ' ὄψη, ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στήριξαν πολλές ἀπό τίς καινοτομίες τους πάνω σέ χαλκευμένες καταστάσεις πού ὀνόμασαν θαύματα. Λ. χ. ἡ ἑορτή τῆς Ἁγίας Δωρεᾶς στηρίχθηκε σέ ὅραμα μιᾶς μοναχῆς, τῆς Ἰουλιανῆς, ἡ ὁποία "ἑσπέραν τινά, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προσευχομένη εἶδε τήν πανσέληνον ἔχουσα ὀπήν! Τήν ὀπτασίαν ταύτην ἐξήγησεν ὡς σημεῖον τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑορτῶν ἔλειπεν ἑορτή πρός τιμήν τῆς ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ τελουμένης μετουσιώσεως" (Β. Κ. Στεφανίδου, "Ἐκκλησιαστική Ἱστορία", σελ. 540).
Παρόμοια περίπτωση ἀφορᾶ τήν λιτανεία τῆς Ἁγίας Δωρεᾶς, κατά τήν ὁποία περιφέρεται ἡ ὄστια. "Ἱερεύς τις ἐν Βολσένῃ τῆς Ἰταλίας - γράφει ὁ Στεφανίδης - κατά τήν Θ. Λειτουργίαν, ἐξ ἀπροσεξίας ἔρριψε σταγόνα καθαγιασμένου οἴνου ἐπί τοῦ εἰλητοῦ, ὅπου ἐσχηματίσθη αἱματόχρους κηλίς ἐν σχήματι ὄστιας. Τοῦτο ἐθεωρήθη θαῦμα" (αὐτ. σελ. 540).
Παρά τά προηγούμενα, ἄν ἀποκλεισθοῦν φυσικοί λόγοι καί οἱ κάθε εἴδους ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις, θά πρέπει νά ἐξετασθοῦν μέ πολλή σοβαρότητα, κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ὅλες οἱ πραγματικές περίπτωσεις ἀφθαρσίας σωμάτων, μυροβλυσίας (Ἁγνή τοῦ Montepulciano, Ματθαῖα τῆς Matelica, Μαρία Μαγδαληνή De Pazi, Φραγκίσκος Ἐπίσκοπος Γενεύης, Μαρία τοῦ Ἰησοῦ), μεταθανάτιας αἱμοραγίας (Νικόλαος τοῦ Tolentino, Ματθαῖα τῆς Matelica, Βερναδῖνος τῆς Σιέννας, Λουκία τοῦ Narni, Τσάρμπελ τοῦ Λιβάνου), καθώς καί οἱ λεγομένοι Στιγματικοί, πού ὑπάρχουν στό Ρωμαιοκαθολικισμό.
Ἄν πρόκειται περί πραγματικῶν περιπτώσεων ἀφθαρσίας σωμάτων, ἀσφαλῶς ἰσχύει τό περιεχόμενο στίς Ἀποστολικές Διαταγές: "Εὐδοκεῖ ὁ Θεός ἐπιτελεῖσθαι δυνάμεις ὡς σοφός οἰκονόμος, οὐ τῇ τῶν ἀνθρώπων ἰσχύϊ, ἀλλά τῇ Ἑαυτοῦ βουλήσει" ("Ἀποστολικαί Διαταγαί", βιβλίο Η', σελ. 140).
Τίς περιπτώσεις ἀδιαφθόρων στό Ρωμαιοκαθολικισμό παρουσιάζουμε στή συνέχεια. Τίς περιπτώσεις αὐτές περιγράφει στό βιβλίο της "The Incorruptbles", Rochford, Illinois, 1977, ἡ ἐρευνήτρια τοῦ θέματος Joan Carroll Crouz (στό ἐξής J. C. Cruz).
Ἡ συγγραφέας στόν Πρόλογο τοῦ ἔργου της ἐπισημαίνει κάτι πολύ σημαντικό, σχετικά τίς παρανοήσεις πού ἔχουν γίνει γιά τό θέμα, στό χῶρο τοῦ Παπισμοῦ. Ἐπισημαίνει π.χ. "ἕνα σκίτσο πού ὑπάρχει σέ μία Καθολική ἔκδοση, στό ὁποῖο περιγράφεται μία ἀνακλινόμενη φιγούρα σέ μία γυάλινη λειψανοθήκη. Ἡ λεζάντα ὑποδείκνυε τήν ταυτότητα τοῦ περιεχομένου, σάν τό ἀδιάφθορο σῶμα τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου τοῦ Geronimo, μία διευκρίνηση πού μεταγενέστερη ἔρευνα ἀποκάλυψε, ὅτι ἦταν τελείως λανθασμένη...
Σ' ἕνα ἀριθμό Εὐρωπαϊκῶν ἐκκλησιῶν, μπορεῖ κανείς νά βρεῖ κρυστάλλινες λειψανοθήκες πού περιέχουν ἀνακλινόμενα ἀγάλματα πού παρουσιάζουν συγκεκριμένους ἁγίους, τά ὀστᾶ τῶν ὁποίων περιέχονται σέ ἀπομιμούμενες φιγοῦρες. Ἀπό τήν τεχνική πού χρησιμοποιήθηκε στήν ἀναπαραγωγή τῶν εἰκόνων σέ μερικά ἀπό αὐτά τά μοντέλα, δημιουργοῦνται συχνά λάθη ὅπως ἐκεῖνο τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου τοῦ Geronimo πού ἀναφέρθηκε προηγουμένως ἤ ὅπως ἔγινε μέ τόν ἅγιο Φραγκίσκο Cabrinι, τοῦ ὁποίου τό σῶμα δέν βρέθηκε ποτέ διατηρημένο
".
Ἔστι, "ἦταν ἀπαραίτητο - ἐπισημαίνει - νά ἐξετάσω τά ἱερά προσκυνήματα ὅλων ἐκείνων τῶν ἁγίων πού ἀναφέρονται σάν ἄφθαρτοι, γιά νά ἐξακριβώσω ἐάν οἱ φυλασσόμενες φιγοῦρες ἦταν τά πραγματικά σώματα τῶν ἁγίων ἤ ἀγάλματα πού τούς ἀναπαριστοῦσαν" (J. C. Cruz αὐτ. σελ. 21 - 42). Ἡ τελευταῖα αὐτή συμπερασματική παρατήρηση, εἶναι ἐνδεικτική περί τοῦ τί περίπου ἐπικρατεῖ στόν χῶρο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, σχετικά μέ τό θέμα αὐτό.
Γιά τήν κατά τό δυνατό πλήρη κάλυψη τοῦ θέματος:
· Ἀναφέρονται στή συνέχεια οἱ μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054 περιπτώσεις ἀφθάρτων σωμάτων πού μνημονεύει στήν ἐργασία της ἡ Joan Carroll Cruz, μαζί μέ σχετικές ἱστορικές πληροφορίες.
· Ἡ χρονολογία μέσα σέ παρένθεση ἀναφέρεται στό ἔτος θανάτου καί ἡ ἡμερομηνία στή μνήμη τοῦ ἀναφερομένου προσώπου κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, ὅταν αὐτή ἀναφέρεται.
· Σέ ὅποιες περιπτώσεις ἡ μετάφραση τῶν ὀνομάτων καί τῶν τοπονυμίων θά ἦταν πιθανῶς ὄχι ἀκριβής, αὐτά τίθενται μέ λατινικούς χαρακτήρες.
· Ἀκολουθεῖται χρονολογική σειρά.
· Τά ἱστορικά στοιχεία λαμβάνονται ἀπό τό βιβλίο τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν Νικηφόρου Βιδάλη, "Τ' ἀδέλφια μας οἱ Ἅγιοι", Ἀθήνα 1990 ( στό ἐξής Ν. Β.), ἐνῶ δίδονται καί βιβλιογραφικές παραπομπές.
· Οἱ ὅροι Ἅγιος καί Μακάριος ἀφοροῦν τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί ἀναφέρονται στό ἔργο τῆς J. C. Cruz.
· Τά ἀναφερόμενα στούς Βίους θαύματα καί ἄλλα σημεῖα, μνημονεύονται γιά λόγους ἀντικειμενικότητος, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀποδοχή ἤ κρίση τοῦ συγγραφέα πάνω στά ἀναφερόμενα θέματα.

Οἱ ἀδιάφθοροι τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ
(κατά χρονολογική σειρά)

Μοναχός Valtheof τοῦ Melrose Σκωτίας (+ 1159, 3η Αὐγούστου· Ἅγιος)
Ἄν καί μέλος τῆς Αὐλῆς τοῦ Βασιλιά τῆς Σκωτίας Δαβίδ, ἐντάχθηκε στό μοναχικό Τάγμα τῶν Κιστερσιανῶν καί ἀναδείχθηκε δεύτερος Ἡγούμενος τοῦ Ἀββαείου Melrose τῆς Σκωτίας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1159 - ἀφοῦ προηγουμένως ἀρνήθηκε νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος Γλασκώβης - καί ἐνταφιάσθηκε στό Ἀββαεῖο του.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1171. Τελευταία ἀναφορά γι' αὐτό γίνεται στό Χρονικό τοῦ Melrose, τό 1340. (Καρόλου Ἀρχιεπισκόπου Γλασκώβης, "The History of St. Cuthbert", Ν. Ὑόρκη 1887, σελ. 143 - 144· J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 70 - 71).

Ἐπίσκοπος Οὐβάλδος τοῦ Cubbiο Ἰταλίας (+ 1160, 16η Μαϊου· Ἅγιος)
Εὐγενούς καταγωγῆς, ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος ἀπό τόν Πάπα Ὀνώριο Β'. Κατά τούς βιογράφους του, "μπόρεσε νά συμφιλιώσει ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς του καί πέραν αυτῶν τῶν ἀρετῶν ὁ Κύριος τόν προίκισε καί μέ τό χάρισμα τῶν θαυμάτων" (Ν.Β. αὐτ., σελ. 181). Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1160.
Κατά τήν τελευταία ἰατρική ἐξέταση τοῦ ἀφθάρτου σώματός του πού ἔγινε τό 1960, περιγράφεται ξηρό καί χρώματος σκούρου καφέ. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Monte Ingino Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 71 - 72).

Μοναχός Ἰδεσβάλδος τοῦ Dunes, Dunkirk Γαλλίας (+ 1167· Ἅγιος)
Προερχόμενος ἀπό τήν ἀριστοκρατεία τῆς Φλάνδρας, μετά ἀπό 30 χρόνια δημόσιας ὑπηρεσίας, ἔγινε μοναχός τοῦ Τάγματος τῶν Κιστερσιανῶν καί ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τοῦ Ἀββαείου τοῦ Dunes, στό Dunkirk τῆς Γαλλίας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1167.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1624. Τελευταία ἀναγνώρισή του ἔγινε τό 1894. Σήμερα στό Ναό Notre Dame de la Poterie, στό Bruges τῆς Φλάνδρας, σώζονται πολλά τῶν ὀστῶν του, ὁ ἀριστερός του βραχίονας φυλάσσεται στήν Ἐπισκοπή τοῦ Bruges καί ὁ δεξιός στό Ἀββαεῖο τοῦ Dunes. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 73).

Ἰσίδωρος ὁ Γεωργός (+ 1172 ἤ 1130, 15η Μαϊου· Ἅγιος)
Κατά τούς βιογράφους του, "ἔζησε τόν 12ο αἰ. στήν Ἰσπανία καί ἔδωσε ὑπέροχα παραδείγματα Χριστιανικοῦ ἤθους, ἀφοσιωμένος στό καθημερινό του ταπεινό ἔργο, καλλιεργῶντας τήν γῆ... Πέθανε τό 1130 καί ἐτάφη χωρίς καμμία ἰδιαιτερότητα... Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε στίς 25 Μαϊου 1622 ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΕ'". (Ν.Β. αὐτ. σελ. 180 - 181).
Τό ἄφθαρτο σῶμα του μετακινήθηκε κατά τήν ἱστορική πορεία σέ ἕξι διαφορετικές τοποθεσίες καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Μαδρίτης. Τό χρῶμα τοῦ σώματος περιγράφεται σκοτεινό. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 74 - 75).

Βενέδικτος ὁ Γεφυροποιός (+ 1184· Ἅγιος)
Γνωστός σάν "ὁ μικρός Βενέδικτος ὁ γεφυροποιός". Ἀρχικά βοσκός στή Σαβοϊα, ξεκίνησε τό 1177 τήν ἀνέγερση μιᾶς πέτρινης γέφυρας στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας, "μετά ἀπό ὅραμα". Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1184, τέσσερα χρόνια πρίν τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου. Ἐνταφιάσθηκε πάνω στή γέφυρα καί "ἦσαν τόσα πολλά τά θαύματα πού τελέσθηκαν ἐκεῖ, ὥστε οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως ἔκτισαν ἕνα Παρεκκλήσιο πάνω στή γέφυρα, ὅπου τό σῶμα ἔμεινε γιά 500 περίπου χρόνια".
Τό 1669 ἕνα τμῆμα τῆς γέφυρας κατέρρευσε, τό Παρεκκλήσιο καταστράφηκε καί τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Μία δεύτερη ἀναγνώριση ἔγινε τό 1674. Τό σῶμα καταστράφηκε κατά τήν Γαλλική Ἐπανάσταση, τό 1789. Ἀπό αὐτό διασώθηκε μόνο ἡ κεφαλή, ἡ γνησιότητα τῆς ὁποίας πιστοποιήθηκε τό 1854. Σήμερα φυλάσσεται στήν ἐνορία τοῦ ἁγ. Didier, στήν Ἀβινιόν. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 76 - 77).

Ἐπίσκοπος Οὖγος τοῦ Λίνκολ Βρεττανίας (+ 1200, 16η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Ἦταν γιός Γάλλου Ἰππότη καί ὅταν ἔμεινε ὀρφανός ἐντάχθηκε στό Τάγμα τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, σέ ἡλικία 8 ἐτῶν. Σέ ἡλικία 23 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό αὐστηρό Τάγμα τῶν Καρθουσιανῶν. Τό 1179 ἔτυχε τῆς προσοχῆς τοῦ Βασιλιά τῆς Ἀγγλίας Ἐρρίκου Β', ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Λίνκολ, καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν διαδόχων του Ριχάρδου Α' τοῦ Λεοντόκαρδου καί Ἰωάννη τοῦ Ἀκτήμονα (σάν Βασιλικός Πρεσβευτής τοῦ τελευταίου ἐπισκέφθηκε τήν Γαλλία). Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια στό Λονδίνο, τό 1200. Κατά τήν κηδεία του "τιμήθηκε μέ τό νά σηκώσουν τό φέρετρό του τρεῖς Βασιλεῖς καί τρεῖς Ἀρχιεπίσκοποι".
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1280, παρουσίᾳ τοῦ Βασιλιά τῆς Ἀγγλίας Ἐδουάρδου Α'. Τό 1540, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἐρρίκου Η', τό σῶμα χάθηκε, ὅταν διατάχθηκε ἡ δήμευση τῶν ἀφιερωμάτων, ἡ ὁποία ἀπέφερε στό Βασιλικό Θησαυροφυλάκιο 2. 621 οὐγγιές χρυσοῦ καί 4. 215 ἀργύρου, πλέον τῶν πολυτίμων κοσμημάτων! (H. Thurston, "The Lιfe of St. Hugh of Lincol", Ν. Ὑόρκη 1898· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 78 - 81).

Μοναχός Βετράνδος τῆς Garrigua (+ 1230· Μακάριος)
Κατά τούς ἱστορικούς, "συναριθμεῖται μεταξύ τῶν γνησίων ἀκολούθων τοῦ ἁγ. Δομηνίκου, ἱδρυτοῦ τοῦ Τάγματος τῶν Ἱεροκηρύκων". Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1230, στή γυναικεία Μονή Notre Dame de Bosuet, στή Γαλλία.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο 23 χρόνια ἀργότερα. Μία ἀκόμη ἀναγνώρισή του ἔγινε τόν 15ο αἰ., ὁπότε τό σῶμα μεταφέρθηκε στό Ναό τῶν Ἀδελφῶν Ἱεροκηρύκων τοῦ Orange. Καταστράφηκε ἀπό τούς Διαμαρτυρομένους τό 1561, κατά τή διάρκεια τῶν θρησκευτικῶν πολέμων. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 82).

Ἀρχιεπίσκοπος Ἐδμούνδος τοῦ Καντέρμπουρυ (+ 1240· Ἅγιος)
Ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Καντέμπουρυ τό 1234 καί ὑπερασπίσθηκε τά δικαιώματα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στόν Ἐρρίκο Γ', ἡ πολιτική τοῦ ὁποίου τόν ἀνάγκασε νά καταφύγει στή Γαλλία. Ἐγκαταβίωσε στό Κιστερσιανό Ἀββαεῖο τοῦ Pontigny, ὅπου καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1240.
Μερικά χρόνια μετά τό θάνατό του, τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο, παρουσίᾳ τοῦ Γάλλου Βασιλιά Λουδουβίκου τοῦ ἐπιλεγομένου Ἁγίου. Πολυάριθμα θαύματα ἀνάγκασαν τό 1247 τόν Πάπα Ἰννοκέντιο Δ' νά προχωρήσει στήν ἁγιωνυμία του. Τό σῶμα (χρώματος καφέ), σώζεται στό Ἀββαεῖο τοῦ Pontigny. (N.V. Pierce Butler, "A Book of British Saints", 1957, σελ. 16 καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 83 - 84).

Μοναχή Ρόζα τοῦ Viterbo Ἰταλίας (+ 1252, 6η Μαρτίου· Ἁγία)
"Κατά τήν διάρκεια μιᾶς ἀσθενείας - σημειώνεται σέ Ρωμαιοκαθολικό Συναξαριστή - ἐνῶ ἦταν 8 ἐτῶν, ἐμφανίσθηκε στή Ρόζα ἡ Κυρία μας καί τῆς εἶπε νά φορέσει τό ἔνδυμα τῆς μετανοίας καί νά προσφέρει μία εὐσεβή ζωή σάν παράδειγμα στούς γείτονές της". Ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Φρειδερίκος στράφηκε κατά τοῦ Πάπα, ἡ νεαρή Ρόζα ὑπερασπίσθηκε τόν δεύτερο, κηρύττοντας σέ διάφορες Ἰταλικές πόλεις. Ἀπεβίωσε τό 1252, σέ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν.
Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τῆς Ἁγίας Μαρίας στό Podio καί 6 χρόνια ἀργότερα τό σῶμα της μεταφέρθηκε ἄφθαρτο στό Κοινόβιο τῆς Ἁγίας Μαρίας τῶν Ρόδων. Ὅταν ὁ Ναός τοῦ Κοινοβίου καταστράφηκε ἀπό φωτιά τό 1357, τό σῶμα μεταφέρθηκε στή Μονή Clarisse S. Rosa στό Viterbo, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. Τό 1921 ἡ ἄφθαρτη καρδιά της τοποθετήθηκε σέ ἰδιαίτερη λειψανοθήκη. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 85).

Μοναχή Speradia τοῦ Cingoli Ἰταλίας (+ 1276· Ἁγία)
Σέ νεανική ἡλικία ἀσπάσθηκε τόν ἐρημιτικό βίο καί ἐγκαταβίωσε σέ ἕνα σπήλαιο. Ἀργότερα πραγματοποίησε προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους καί τελικά ἐντάχθηκε στή γυναικεία Μονή τῶν Βενεδικτίνων, στό Cingoli τῆς Ἰταλίας, ὅπου ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1276 καί ἀμέσως ἀνακηρύχθηκε πολιούχος τῆς πόλεως.
Δύο χρόνια μετά τό θάνατό της τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τῆς Μονῆς της. Ἀναγνωρίσεις τοῦ σώματος ἔγιναν τό 1482, 1635, 1768, 1834 καί 1870. Κατά τήν τελευταία τοῦ 1952 τό χρῶμα τοῦ σώματος περιγράφεται φυσιολογικό. (D. Guglielmo, "Un fiore di Santina Benedettina S. Speradia", Cingoli 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 86 - 87).

Ζέτα τῆς Luca Ἰταλίας (+ 1278· Ἁγία)
Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 12 ἐτῶν καί γιά τά ὑπόλοιπα 48 χρόνια τῆς ζωῆς της, ἐργάσθηκε σάν ὑπηρέτρια σέ μία πλούσια οἰκογένεια, ζῶντας ζωή ἀσκητική, μέ φιλανθρωπία καί προσευχή. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1278 καί ἐνταφιάσθηκε ἁπλᾶ στό Ναό τοῦ ἁγ. Frediano, στή Luca.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί ἀναγνωρίσθηκε τό 1446, 1581 καί τό 1652. Καί στίς τρεῖς περιπτώσεις περιγράφεται ξηρό καί σκοτεινό. Σήμερα φυλάσσεται στόν ἀναφερόμενο Ναό. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 88 - 89).

Ἀλβέρτος ὁ Μέγας (+ 1280, 15η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Κατά τόν Νικηφόρο Βιδάλη, ὑπῆρξε "ἀπό τούς πιό σοφούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἕνας ἄλλος Χριστιανός Ἀριστοτέλης, ὅπως τόν ἀποκαλοῦσαν, ὁ ὁποῖος μέ τήν πολυμάθεια καί τήν διδασκαλία του, ἔδωσε ἀξιοθαύμαστη ὠθηση στίς θεολογικές καί φιλοσοφικές ἐπιστήμες. Ὡς διδάσκαλος καί πρόδρομος τοῦ ἁγ. Θωμᾶ Ἀκυϊνάτη, ἐφαρμόζοντας τίς φιλοσοφικές ἀρχές τοῦ Ἀριστοτέλη στή Χριστιανική Θεολογία, προετοίμασε τήν Σχολαστική Θεολογία, ἡ ὁποία ἐπηρέασε τό Θεολογικό λόγο μέσα στή Δυτική Ἐκκλησία μέχρι τίς ἡμέρες μας" (αὐτ, σελ. 475).
Εὐγενοῦς καταγωγῆς ἀπό τήν Βαυαρία, σπούδασε στά Πανεπιστήμια τῆς Πάδουας καί τῶν Παρισίων ὅλες τίς ἐπιστήμες τῆς ἐποχῆς του καί κατόπιν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν. Δίδαξε στά μεγαλύτερα Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης καί ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Ραστιβόνης. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1280 στήν Κολωνία, ἀφήνοντας τεράστιο συγγραφικό ἔργο. Τό 1931 ὁ Πάπας Πίος ΙΑ' τόν ἀνακήρυξε Ἅγιο καί Διδάσκαλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1283 καί κατατέθηκε στό Ναό τῶν Δομηνικανῶν, στήν Κολωνία. Τό 1483, μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ Πανεπιστημίου τῆς πόλης, τό σῶμα κατατέθηκε σέ περίοπτο τάφο. Κατά τήν τότε ἀναγνώρισή του τό σῶμα βρέθηκε ἡμιδιαλυμένο. Τό 1804 ἔγινε νέα μεταφορά, λόγῳ τῆς κατάκτησης τῆς πόλης ἀπό τόν Ναπολέοντα. Σήμερα τά ὀστά, πλέον, φυλάσσονται στήν κρύπτη τοῦ Ναοῦ ἁγ. Ἀνδρέα Κολωνίας. (Dr. Joachim Sighart, "Albert the Great of the Order of Friar Preacher - His Life and Scholastic Labours from original documents", 1876· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 90 - 92).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Cortona Ἰταλίας (+ 1297· Ἁγία)
Μία πτωχή χωρική τῆς Τοσκάνης, ὀρφανή ἀπό μητέρα ἀπό τήν ἡλικία τῶν 7 ἐτῶν. Ὅταν, παρασυρμένη ἀπό τίς ὑποσχέσεις γάμου ἑνός νέου πού δέν τηρήθηκαν, γέννησε ἕνα ἐξώγαμο παιδί, ἄφησε τό χωρίο της, τό Montepucliano, καί πῆγε στήν πόλη τῆς Cortona, ὅπου ζήτησε βοήθεια ἀπό τούς Φραγκισκανούς, ἀπό τούς ὁποίους ὑποχρεώθηκε σέ δημόσια μετάνοια γιά τρία χρόνια, κατά τά ὁποία ζοῦσε ἐργαζομένη σάν ὑπηρέτρια. Μετά τήν μετάνοιά της ἔγινε δεκτή στό Τάγμα καί ἀργότερα ἵδρυσε τό Νοσοκομεῖο Spedale di Santa Maria della Misericordia. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1297, μετά ἀπό 23 χρόνια μετανοίας.
Τό σῶμα της φυλάσσεται ἄφθαρτο, "ξηρό καί φωτεινό" κατά τήν περιγραφή, στή Βασιλική τῆς Cortona πού φέρει τό ὄνομά της. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 93 - 94).

Μοναχός Ἰάκωβος τῆς Bevagna Ἰταλίας (+ 1301, 23η Αὐγούστου· Μακάριος)
Δομηνικανός μοναχός στό Σπολέτο τῆς Ἰταλίας, ὅπου διακρίθηκε σάν ἱεροκήρυκας. Τό πλέον γνωστό περιστατικό τῆς ζωῆς του "εἶναι ἕνα ὅραμα τό ὁποῖο δέχθηκε ἐνῶ προσευχόταν μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο. Ἀφοῦ ἐξέφρασε τήν μεγάλη δίψα τοῦ πνεύματός του καί τόν φόβο γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχ·ῆς του, ἀναπαύθηκε ἀπό τά λόγια, "Ἰδοῦ τό σημεῖο τῆς σωτηρίας σου", καί ἀμέσως μουσκεύθηκε ἀπό αἷμα πού ἔτρεξε ἀπό τόν Ἐσταυρωμένο"!
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1301 καί τό σῶμα του σώζεται μέχρι σήμερα ἄφθαρτο. Τήν μακαριωνυμία του ἔκανε τό 1400 ὁ Πάπας Βονιφάτιος Θ'. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 95).

Μοναχός Νικόλαος τοῦ Τολεντῖνο Ἰταλίας (+ 1305, 10η Σεπτεμβρίου· Ἅγιος)
Ἰταλός μοναχός τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, ἔζησε στή Μονή τοῦ Τολεντῖνο τά 30 τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1305 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή του. Ἀμέσως μετά τόν θάνατό του μία ἐπιτροπή ἀνέλαβε τήν διερεύνηση τῶν θαυμάτων πού ἀποδιδόταν σ' αὐτόν, ἀλλά ἡ ἁγιωνυμία του καθυστέρησε λόγῳ τοῦ Μεγάλου Σχίσματος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί ἔγινε τό 1446.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο 40 χρόνια μετά τόν θάνατό του. Κατά τήν ἀνακομιδή τά χέρια του ἀποκόπηκαν ἀπό τόν Γερμανό μοναχό Θεόδωρο καί ἄρχισε ἡ αἱμοραγία τῶν πληγῶν του, πού κράτησε σταδιακά 600 χρόνια! Ἡ πλέον μαρτυρημένη ἀπό αὐτές ἄρχισε τήν 29η Μαϊου 1699 καί τελείωσε τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους!
Λίγα χρόνια μετά τήν ἀνακομιδή διαπιστώθηκε ἡ ἐξαφάνιση τῶν μερῶν τοῦ σώματος. Στά ἀρχεία τοῦ Δήμου τοῦ Τολεντῖνο ὑπάρχουν καταγραφές μεταξύ τῶν ἐτῶν 1475 καί 1515 γιά πολλές συναντήσεις γιά τό θέμα αὐτό. Τά ἐλλείποντα μέρη βρέθηκαν τό 1929 στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Νικολάου στό Τολεντῖνο (ὅπου καί σήμερα φυλάσσονται) καί ἀναγνωρίσθηκαν μέ Παπική ἀπόφαση, τήν 2.3.1929. Τά χέρια διατηροῦνται ἄφθαρτα καί ξηρά καί φυλάσσονται σέ ἀργυρό-κρυστάλλινη λειψανοθήκη, προσωπικό ἀφιέρωμα τοῦ Πάπα Πίου ΙΑ'. (P. Dmenico Gentili, "Un asceta e un Apostolo, S. Nicolo da Tolentino", 1966· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 96 - 98).

Μοναχός Πέτρος τοῦ Gubbio Ἰταλίας (+ 1306, 29η Ὀκτωβρίου· Μακάριος)
Μοναχός τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, τοῦ ὁποίου ἀναδείχθηκε Γενικός Βικάριος στή Ρώμη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1306 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα Ρώμης. Κατά τίς Ρωμαιοκαθολικές συναξαριστικές πηγές ἀμέσως μετά τόν θάνατό του, ἀκούσθηκε ἡ φωνή του νά συμψάλλει μέ τούς ἄλλους μοναχούς! Ὅταν πολλά χρόνια ἀργότερα ἀνοίχθηκε ὁ τάφος του, τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο σέ γονατιστή στάση, μέ τά χέρια ἑνωμένα σέ προσευχή καί τό στόμα ἀνοικτό!
Τό ἄφθαρτο σῶμα του διατηρήθηκε σέ λάρνακα, στήν κεντρική τράπεζα τοῦ Ναοῦ, μέχρι τό 1957, ὁπότε καταστράφηκε ἀπό πυρκαγιά. Σήμερα στή Μονή φυλάσσονται ἐλάχιστα ὀστά του. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 99 - 100).

Μοναχός Ἄγγελος τοῦ San Sepolcro Ἰταλίας (+ 1306· Μακάριος)
Μοναχός τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, στή Μονή τοῦ ἁγ. Νικολάου στό Τολεντῖνο, γιά τή ζωή τοῦ ὁποίου δέν σώθηκαν ἰδιαίτερες μαρτυρίες, ἐφ' ὅσον ὁ Βίος του, γραμμένος ἀπό τόν Ἰωάννη τοῦ ἁγ. Γουλιέλμου, ἔχει χαθεῖ.
Ἡ παλαιότερη μαρτυρία γιά τό ἄφθαρτο σῶμα του ἀνάγεται στό 1583. Σήμερα τό σῶμα του φυλάσσεται στή γυναικεία Μονή Santa Maria dei Servi, στό San Sepolcro τῆς Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 102).

Μοναχή Κλάρα τοῦ Montefalco Ἰταλίας (+ 1308, 17η Αὐγούστου· Ἁγία)
Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 7 ἐτῶν προσχώρησε σέ μία ὁμάδα ἐρημιτριῶν καί στήν ἡλικία τῶν 13 ἐντάχθηκε μέ τήν ἄδεια τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Σπολέτο, σέ μία κοινότητα τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, τῆς ὁποίας ἀργότερα ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1308, σέ ἡλικία 40 ἐτῶν. Κατά τίς Ρωμοκαθολικές συναξαριστικές πηγές εἶχε "πνεῦμα προφητείας, τελοῦσε θαύματα καί κατανοοῦσε τά θεία μυστήρια".
Μετά τό θάνατό της θυμήθηκαν μία χαρακτηριστική της φράση. "Ἄν ζητᾶτε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ - εἶχε πεῖ - πᾶρτε τήν καρδιά μου· ἐκεῖ θά βρῆτε τόν πάσχοντα Κύριο". Στά λόγια αὐτά δόθηκε κυριολεκτική καί ὄχι μεταφορική ἑρμηνεία, ὅταν τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί πάνω στή καρδιά της - ἐπίσης ἄφθαρτη καί μεγαλύτερη ἀπό τό φυσιολογικό μέγεθος - διακρίνονταν καθαρά ἡ Σταύρωση, τό πρόσωπο τοῦ Ἐσταυρωμένου καί ἡ σκηνή τῆς μαστιγώσεως, ὅλα σχηματισμένα ἀπό καρδιακό ἰστό!!!
Πιστεύεται, ὅτι αὐτές οἱ παραστάσεις ἐντυπώθηκαν στήν καρδιά της κατά τή διάρκεια ἑνός ὁράματος, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος τῆς εἶπε: "Ἀναζήτησα ἕνα μέρος στόν κόσμο γιά νά φυτέψω τόν Σταυρό Μου καί δέν βρῆκα καλύτερο μέρος ἀπό τήν καρδιά σου"!!!
Ἀκόμη, στή χοληδόχο κύστη της βρέθηκαν τρία δισκία ἰδίου σχήματος καί βάρους, τά ὁποῖα Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι θεώρησαν σύμβολα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν Ὁποία ἡ Κλάρα εὐλαβοῦνταν ἰδιαίτερα.
Ὅλο τό ἄφθαρτο σῶμα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό Montefalco. Τά δισκία φυλάσσονται μαζί μέ τή μισή καρδιά της - πάνω στήν ὁποία διακρίνεται καθαρά ἡ Σταύρωση - σέ εἰδική κρυστάλλινη θήκη. Τό ὑπόλοιπο τῆς καρδιᾶς βρίσκεται ἐνσωματωμένο σέ μία προτομή της, στή θέση του στήθους, καί εἶναι ὁρατό μέσα ἀπό εἰδικό κρύσταλλο. (Butler, Thurston & Attwater, "Lives of the Saints", 1956, τ. 3ος, σελ. 341· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 103 - 105).

Μοναχή Ἁγνή τοῦ Montepulciano Ἰταλίας (+ 1317· Ἁγία)
Σέ ἡλικία 9 ἐτῶν ζήτησε τήν ἄδεια τῶν γονέων της γιά νά ἐνταχθεῖ στή μοναστική κοινότητα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Σάκκου, στό Montepulciano (ὀνομάζονταν ἔτσι διότι φοροῦσαν τρίχινο σάκκο μετανοίας). Γιά τήν ἀρετή της ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη σέ ἡλικία μόλις 15 ἐτῶν καί ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τόν Πάπα Μαρτῖνο Δ'. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη καί μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της κοιμόταν στό πάτωμα καί ζοῦσε μόνο μέ ψωμί καί νερό. Οἱ Ρωμαιοκαθολικές συναξαριστικές πηγές μαρτυροῦν θαύματα καί θεοσημείες. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1317 καί ἐνταφιάσθηκε στή μονή της.
Ὁ Ραϋμόνδος τῆς Καπούης, ἀπό τούς πρώτους βιογράφους της, σημειώνει πρῶτος τήν ἀφθαρσία καί τήν μυροβλυσία τοῦ σώματός της. Ὁ ἴδιος σημειώνει καί ἕνα περιστατικό κατά τήν ἐκεῖ ἐπίσκεψη τῆς Αἰκατερίνης τῆς Σιέννας. Ὅταν ἡ Αἰκατερίνη γονάτισε γιά νά προσκυνήσει τό σῶμα, ἡ ἀπό ἐτῶν νεκρή Ἁγνή τράβηξε τό πόδι της!!!
Τό σῶμα διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τόν 16ο αἰ., ὁπότε ἐντοιχίσθηκε στήν κεντρική τράπεζα τοῦ Ναοῦ. Σήμερα τά ὀστά, μέρος τοῦ δέρματος καί ὁ ἐγκέφαλος, βρίσκονται μέσα σέ λάρνακα - ὁμοίωμα της, ὅπου τά ἄφθαρτα χέρια καί πόδια της κατέχουν τή φυσιολογική θέση. (Blessed Raymond of Capus, "Life of Saint Catherine of Siena", σελ. 239 - 240· P. Timoteo M. Centi, "Sant' Agnese Segni Domenicana, Patrona di Chiaciano Terme", 1966· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 106 - 108).

Μοναχή Ματθαία τῆς Matelica Ἰταλίας (Nazzarei, + 1319, 28η Δεκ., Μακαρία)
Εὐγενοῦς καταγωγῆς, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν (τῆς πτωχῆς Κλάρας), ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1319, μετά ἀπό 40 χρόνια ἡγουμενείας. Τό 1536, μετά ἀπό 217 χρόνια, τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί μυροβλύζον. Μία ἄλλη ἐξέταση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1756. Δύο χρόνια ἀργότερα, τό 1758, τό σῶμα ἄρχισε νά αἱμοραγεῖ! Τό φαινόμενο ἀπασχόλησε γιατρούς καί ἐπιστήμονες πολλές φορές καί συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τό 1920 τά ἐνδύματα τοῦ σώματος χρειάσθηκε νά ἀλλαχθοῦν, διότι εἶχαν φθαρεῖ ἀπό τήν ὑγρασία, ὅπως ἐπίσης καί στή δεκαετία τοῦ '70. (P. Ferdinando Diotallevi, "Breve Vita della B. Mattia Nazzarei, Abba-dessa Delle Clarisse in Metelica", 1962· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 109 - 110).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Metola Ἰταλίας (+ 1320, 13η Ἀπριλίου· Μακαρία)
Τυφλή ἀπό τά παιδικά της χρόνια, πῆγε στά 16 της στό Προσκύνημα Citta di Castello γιά να θεραπευθεῖ, ἀλλά δέν ἔτυχε τοῦ ποθημένου. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν πατρίδα της ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανίδων μοναζουσῶν καί ἀναλώθηκε σέ ἔργα εὐποιϊας. Ἀπεβίωσε τό 1320, σέ ἡλικία 33 ἐτῶν.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τόν 16ο αἰ., ἐνῶ τά ἐνδύματά του εἶχαν πλήρως φθαρεῖ. Ἡ μακαριωνυμία της, τό 1609, ἀκολούθησε μία μεγάλη σειρά θαυμάτων. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται σέ κρυστάλλινη λάρνακα στό Ναό τοῦ ἁγ. Δομηνίκου τοῦ Citta di Castello, στήν Ἰταλία. (R. Bonniwell, "The story of Margaret of Metola", 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 111 - 112).

Μοναχός Ἰωάννης τοῦ Chiaramonte Ἰταλίας (+ 1339· Μακάριος)
Γεννήθηκε στήν Τουλούζη τῆς Γαλλίας καί ἔζησε ἀσκητικά σάν ἐρημίτης στό Ὄρος Caramola τῆς Λουκανίας, στήν Ἰταλία. Μετά ἀπό κάποια ἀσθένεια ἔγινε δεκτός στήν Κιστερσιανή Μονή Santa Maria di Sagittario στό Chiarmonte. Πέθανε ὅταν τόν κακοποίησαν κάποιοι κυνηγοί, ἐπειδή ἐλευθέρωσε ἕνα κατσικάκι καί τό ἄφησε νά πάει στή μητέρα του!
Μετά τό θάνατό του κάποια θαύματα ὁδήγησαν στήν ἀνακάλυψη τοῦ ἄφθαρτου σώματός του. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Chiarmonte, σέ κρύπτη κάτω ἀπό τήν κεντρική τράπεζα. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 114).

Μοναχός Περεγρῖνος τοῦ Forli Ἰταλίας (Laziosi, + 1345, 1η Μαϊου· Ἅγιος)
Εἶναι γνωστός στό Ρωμαιοκαθολικό κόσμο σάν "ὁ Ἅγιος τοῦ καρκίνου". Ἰταλικῆς καταγωγῆς, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Σερβιτῶν, στό Forli, ὅπου πέρασε τήν προβλεπόμενη δοκιμασία τῶν 12 ἐτῶν καί χειροτονήθηκε. Ἄσκησε μεγάλη φιλανθρωπία καί κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐπιδημίας, τό 1323 - 1328, ἀφοῦ ἐξέθεσε τόν ἑαυτό του σέ μεγάλους κινδύνους, προσβλήθηκε ἀπό καρκῖνο στό δεξί του πόδι. Ἀφοῦ ὑπέφερε πολλά χρόνια ἀπό τήν ἀσθένειά του, θεραπεύθηκε θαυματουργικά κατά τή διάρκεια προσευχῆς. Ἐξ' αἰτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος καί ἄλλων πού ἀκολούθησαν μετά τό θάνατό του, ὀνομάσθηκε "Διεθνής Προστάτης τῶν Θυμάτων τοῦ Καρκίνου".
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1345. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1639 καί ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1726 ἀπό τόν Καρδινάλιο Ροβέρτο Bellarmine, μετά τήν καταγραφή πλέον τῶν 300 θαυμάτων! Ἡ τελευταῖα ἐξέταση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1958 καί διαπιστώθηκε, ὅτι εἶχε μερικῶς διαλυθεῖ καί ἦταν μαύρου χρώματος. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 115 - 116).

Μοναχή Sibyllina τῆς Παβίας Ἰταλίας (Biscossi, + 1367, 20ή Μαρτίου· Μακαρία)
Ἔμεινε ὀρφανή σέ μικρή ἡλικία καί ἀναγκάσθηκε νά ἐργασθεῖ σάν ὑπηρέτρια, μέχρι πού ἔμεινε τυφλή, σέ ἡλικία 12 ἐτῶν. Οἱ ἀδελφές τοῦ Τρίτου Τάγματος τοῦ ἁγ. Δομηνίκου τήν περιέθαλψαν καί τελικά ἐντάχθηκε στό κοινόβιό τους. Σέ ἡλικία 15 ἐτῶν ἄρχισε νά ζῆ ἔγκλειστο βίο σέ ἕνα κελλί στή Μονή της. Ἐκεῖ πέρασε τά ὑπόλοιπα 64 χρόνια τῆς ζωῆς της. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1367.
Τά σημεῖα πού ὑπῆρξαν κατά τή ζωή καί μετά τό θάνατό της, ὁδήγησαν τόν Πάπα Πῖο Θ' νά προχωρήσει στή μακαριωνυμία της, τό 1853. Τότε τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Παβίας, κάτω ἀπό τήν τράπεζα τοῦ Παρεκκλησίου τῆς ἁγ. Λουκίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 117 - 118).

Μοναχή Αἰκατερίνη τῆς Σιέννας Ἰταλίας (+ 1380, 29η Ἀπριλίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στή Σιέννα τῆς Τοσκάνης, σέ μία οἰκογένεια 25 παιδιῶν! Σέ ἡλικία 7 ἐτῶν ἀφιερώθηκε στήν Παναγία καί ἀργότερα ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τοῦ ἁγ. Δομηνίκου.
"Βλέπει - γράφει ὁ Ν. Β. - καί διαβάζει μέσα στίς καρδιές, προβλέπει τό μέλλον, προφητεύει. Ἄν καί ποτέ δέν ἔμαθε γράμματα, γράφει καί διαβάζει θαυμάσια. Οἱ διάλογοι καί οἱ ἐπιστολές της σέ Πάπες, Βασιλεῖς καί Ἄρχοντες παραμένουν περίφημοι... Πρόκειται γιά μία δυναμική, θαρραλέα καί πολύ ἀποφασιστική γυναίκα, ἴσως τήν πιό μεγάλη γυναῖκα τοῦ Μεσαίωνα, ἡ ὁποία, πέρα ἀπό τήν ἐξαιρετική ἁγιωσύνη της, συνέβαλε ἀποφασιστικά στήν εἰρήνη μεταξύ τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Κεντρικῆς Ἰταλίας, πού κατασπαράζονταν ἀπό πολέμους καί σφαγές, καθώς ἐπίσης καί στήν ἀνάκτηση τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ρωμαίου Ποντίφικα. Συνέβαλε ἐπίσης στήν ἀναμόρφωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν μοναστηριῶν. Ἀκόμη, ἄφησε ἀξιόλογα συγγράμματα μυστικῆς θεολογίας" (Ν. Β. αὐτ., σελ. 159, 161).
Τό 1377 συνάντησε στή Ἀβινιόν τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΑ' καί τόν ἔπεισε νά ἐπιστρέψει στή Ρώμη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1380, σέ ἡλικία μόλις 33 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήριο τοῦ Ναοῦ Santa Maria Sopra Minerva (Ἁγία Μαρία στό Ναό τῆς Ἀθηνᾶς). Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς.
Τήν πρώτη ἀνακομιδή τοῦ σώματός της, πού βρέθηκε ἄφθαρτο, ἔκανε ὁ πνευματικός καί βιογράφος της Ραϋμόνδος τῆς Καπούης. Ὁ ἴδιος ἀπευθύνθηκε στόν Πάπα καί πέτυχε τή μεταφορά τῆς κάρας της στή Σιέννα (1385), αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τή διασπορά τοῦ σώματος σέ διάφορα μέρη (ἕνα χέρι στή Μονή S. Domenico e Siesto στή Ρώμη, τό ἀριστερό πόδι στό Ναό τῶν ἁγ. Πέτρου καί Παύλου στή Βενετία, μία πλευρά στή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου στή Φλωρεντία, διάφορα μέρη στή Μονή ἁγ. Δομηνίκου Stone καί στήν πρός τιμή της Μονή στό Bow, κοντά στό Λονδῖνο· τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ σώματος φυλάσεται σέ ἐντοιχισμένη λάρνακα, στό Ναό Santa Maria Sopra Minerva, στή Ρώμη).
Τήν ἁγιωνυμία της πραγματοποίησε ὁ Πάπας Πῖος Β' (τό 1461), τό 1939 ὁ Πῖος ΙΒ' τήν ἀνακήρυξε προστάτιδα τῆς Ἰταλίας (μαζί μέ τόν Φραγκίσκο τῆς Ἀσσίζης) καί τό 1970 ὁ Παῦλος ΣΤ' τήν ὁνόμασε Διδάσκαλο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. (Augusta Theodosia Drane, "The History of St. Catherine and Her Companions", 1899· καί J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 119 - 123).

Ἐπίσκοπος Ἀνδρέας τῆς Pistoia Ἰταλίας (Franchi, + 1401, 26η Μαϊου· Μακάριος)
Γόνος εὐγενῶν, τό 1351 ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν καί σπούδασε θεολογία στή Ρώμη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1401, μετά ἀπό 20ετή ἐπισκοπική ὑπηρεσία. Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τοῦ ἁγ. Δομηνίκου τῆς Pistoia. Ἡ μακαριωνυμία του ἔγινε τό 1921 ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο ΙΕ'.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1911. Ἄλλες ἀναγνωρίσεις ἔγιναν τό 1944 καί τό 1966. Κατά τήν τελευταῖα ὑπῆρξε καί μία ἀναλυτική ἰατρική ἐξέταση, ἀπό τήν ὁποία προέκυψε ὅτι τό σῶμα βρέθηκε ἐντελῶς ἄφθαρτο. Σήμερα φυλάσσεται σέ κρυστάλλινη λάρνακα, στό πλάγιο κλῖτος τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Δομηνίκου Pistoia Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ., σελ. 124).

Μοναχή Φραγκίσκα ἡ Ρωμαία (+ 1440, 9η Μαρτίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε τό 1384 στή Ρώμη, ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς. Παρά τήν ἐπιθυμία τῆς ἀφιερώσεως, ἀναγκάσθηκε νά παντρευτεῖ τόν ἐπίσης εὐγενῆ Λαυρέντιο, μέ τό ὁποῖο ἔζησε 40 εὐτυχισμένα χρόνια. Μέ δικές της προσπάθειες ἱδρύθηκε ἀπό Ρωμαίες κυρίες, πλούσιες χῆρες, μία κοινότητα ἀφιερωμένη στήν Παναγία μέ σκοπό τήν ἀγαθοεργία. Ἡ κοινότητα αὐτή ἦταν ἡ ἀπαρχή τοῦ Τάγματος τῶν Ἀφιερωμένων (Oblatae), πού ἐγκαταστάθηκε στόν Πύργο τῶν Κατόπτρων (Torre Degli Specchi) καί δέχθηκε τόν Κανόνα τοῦ ἁγ. Βενεδίκτου. Μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της, σέ ἡλικία 52 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στό τάγμα σάν ἁπλή μοναχή καί κοιμήθηκε ἐκεῖ εἰρηνικά μετά ἀπό τέσσερα χρόνια, τό 1440.
Ἐνταφιάσθηκε στή Ρώμη, στό Ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἀγορᾶς (Santa Maria Nuova al Foro). Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1608 ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Ε'. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί εὐωδιαστό μερικούς μῆνες μετά τό θάνατό της, ὅταν Ρωμαίες κυρίες ἄνοιξαν τόν τάφο της, γιά νά μεταφέρουν τό σῶμα της σέ μνημεῖο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ὅταν τό 1638 ἄνοιξαν καί πάλι τόν τάφο της, κατά τήν διάρκεια ἐργασιῶν στή Βασιλική, τό σῶμα της εἶχε διαλυθεῖ. Σήμερα τά ὀστά της φυλάσσονται σέ κρυστάλλινη λάρνακα, στή Βασιλική τοῦ ἐνταφιασμοῦ της. (Lady Georgiana Fullerton, "The Life of St. Franes of Rome...", 1855· Ν. Β. αὐτ., σελ. 104 - 107· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 125 -126).

Μοναχός Βερναρδῖνος τῆς Σιέννας Ἰταλίας (+ 1444, 20ή Μαϊου· Ἅγιος)
Ἦταν γόνος οἰκογενείας Ἰταλῶν εὐγενῶν τῆς Σιέννας καί ἔτυχε ἱκανῆς παιδείας. Σέ ἡλικία 15 ἐτῶν ἐντάχθηκε στή Φιλανθρωπική Ἀδελφότητα τῆς Παναγίας τῆς Σκάλας. Κατά τήν ἐπιδημία πανώλης τοῦ 1400, ἀφοσιώθηκε στήν περίθαλψη τῶν θυμάτων, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Κατόπιν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν, ὅπου διέπρεψε σάν ἱεροκήρυκας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1444, ἀφήνοντας καί ἀξιόλογα θεολογικά συγγράμματα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1657 ἀπό τόν Πάπα Ἀλέξανδρο Ζ'.
Τό σῶμα του παρέμεινε ἄταφο καί ἀνέπαφο γιά πολλές ἡμέρες, λόγῳ τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν πιστῶν πού ἤθελαν νά προσκυνήσουν. Τήν 24η ἡμέρα ἀπό τόν θάνατο, ἀπό τό σῶμα ἔτρεξε αἷμα! Ἐνταφιάσθηκε τήν 26η ἡμέρα στό Ναό τοῦ ἁγ. Φραγκίσκου. Τό 1471 τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο καί τοποθετήθηκε σέ κρυστάλλινη λάρνακα καί ἀργότερα σέ ἀργυρή, δῶρο τοῦ Βασιλιά τῆς Γαλλίας.
Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1968 διαπιστώθηκε, ὅτι τό σῶμα ἦταν τυλιγμένο σέ φύλλα καπνοῦ καί ὅτι εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ συντηρητικά καί χημικά γιά τήν διατήρησή του! (Rev. John Hofer, "St. John Capistran, Reformer", 1943· Ν. Β., αὐτ. σελ. 185 - 187· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 127 - 128).

Μοναχός Herculanus τοῦ Piegaro Ἰταλίας (+ 1451· Ἅγιος)
Λαμπρός Φραγκισκανός ἱεροκήρυκας, ἔζησε ἀσκητικά σέ ὅλη του τήν ζωή καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1451, στό Castronovo τῆς Τοσκάνης. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1456, κατά τή μεταφορά του στό Ναό τοῦ Τάγματος. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 129).

Μοναχή Ρίτα τῆς Κάσια Ἰταλίας (+ 1457, 22α Μαϊου· Ἁγία)
Γεννήθηκε τό 1381 στή Ροκαπορένα, ἕνα μικρό χωριό κοντά στήν πόλη Κάσια τῆς Ἰταλίας. Ὁ γάμος της μέ τόν Φεδρινάνδο Μαντσίνι ὑπῆρξε σκληρή δοκιμασία γι' αὐτή καί ἔτσι μετά τήν δολοφονία του καί τόν θάνατο δύο παιδιῶν της, μόνασε στό Κοινόβιο τῶν Αὐγουστινιανῶν τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1457 καί δέν ἐνταφιάσθηκε ποτέ. "Τό σῶμα της - γράφει ὁ Ν. Β. - δέν θάφτηκε ποτέ, ἀλλά τοποθετήθηκε σέ εἰδικό φέρετρο· οὔτε βαλσαμώθηκε κι ὅμως μένει μέχρι σήμερα ἀναλλοίωτο...Τό λείψανό της, μέσα σέ διαφανή λάρνακα, βρίσκεται σ' ἕνα μικρό Παρεκκλήσι, στήν περίφημη Βασιλική τοῦ Προσκυνήματός της, στήν Κάσια" (αὐτ. σελ. 190).
Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στή ζωή της τοποθετοῦνται στό χῶρο τοῦ θρύλου. Ἔτσι ἡ μνήμη της δέν περιλαμβάνεται στό μεταρρυθμισμένο Γενικό Ἡμερολόγιο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἔγινε μετά τήν Β' Βατικανή Σύνοδο (1962 - 1965), ἀλλά τιμᾶται τοπικά, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Πάπα Οὐρβανοῦ Η' γιά τήν μακαριωνυμία της (τό 1627· στήν ἁγιωνυμία της προχώρησε τό 1900 ὁ Πάπας Λέων ΙΓ'). (Rev. M. J. Corcoran, "Our owe St. Rita, A Life of the Saint of the Imposible", 1919· V. De Spens, "Saint Rita", 1960· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 130 - 134).

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντωνῖνος τῆς Φλωρεντίας (+ 1459, 2α Μαϊου· Ἅγιος)
Δομηνικανός μοναχός ἀπό τό 1406, διοίκησε διάφορα ἱδρύματα τοῦ Τάγματος, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό Ναό Santa Maria Sopra Minerva στή Ρώμη, ὅπου βρισκόταν τό σῶμα τῆς Αἰκατερίνης τῆς Σιέννας. Ἀφοῦ ὑπηρέτησε γιά ἀρκετά χρόνια σάν Γενικός Βικάριος τοῦ Τάγματος, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του Φλωρεντία καί ἵδρυσε τή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου (ἕνα ἀπό τά σημερινά καλλιτεχνικά κοσμήματα τῆς πόλης) καί τήν ἐκεῖ πρώτη δημόσια Βιβλιοθήκη τῆς Εὐρώπης. Σάν Ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλης ἔμεινε στήν Ἱστορία μέ τήν προσωνυμία "ὁ πατέρας τῶν πτωχῶν". Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1459. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1523. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1589 καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου Φλωρεντίας. (Herbert J. Thurston, "The Physical Phenomena of Mysticism", 1952, σελ. 248· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 135 - 136).

Μοναχός Ἀντώνιος τοῦ Stroncone Ἰταλίας (Vici, + 1461, 28η Ἰουνίου· Μακάριος)
Ὅταν οἱ εὐγενεῖς γονεῖς του ἐντάχθηκαν στό Τρίτο Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν, ὁ ἴδιος τούς μιμήθηκε σέ ἡλικία 12 ἐτῶν καί ἐντάχθηκε στή Μονή τοῦ Stroncone. Ἐργάσθηκε στήν Κορσική γιά τήν ἵδρυση Μονῆς τοῦ Τάγματος καί τά 30 τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἔζησε ἀσκητικά στό ἐρημητήριο τοῦ Carceri, κοντά στήν Ἀσσίζι.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1461 στή Μονή τοῦ ἁγ. Δαμιανοῦ, ὅπου καί ἐνταφιάσθηκε. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο ἕνα χρόνο ἀργότερα. Μία δεύτερη ἀναγνώρισή του ἔγινε τό 1599, ὁπότε καί τοποθετήθηκε σέ κρυστάλλινη λάρνακα. Τό 1649, τήν στιγμή πού ἔφεραν μπρός στή λάρνακα μία δαιμονιζόμενη νέα, τό κεφάλι καί οἱ ὤμοι ἀνασηκώθηκαν περίπου 20 ἑκατοστά, ὅπως καί τό δεξί χέρι, καί σ' αὐτή τή θέση βρέθηκαν καί κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1809! Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τοῦ Stroncone, πολύ καλά διατηρημένο καί μέ φυσικό χρῶμα. Τό 1687 ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος ΙΑ' προχώρησε στή μακαριωνυμία του. (Luciano Canonici, "Antonio Vici, Principe Conteso", 1961· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 137 - 138).

Μοναχός Ἰάκωβος τῆς Alcala Ἰσπανίας (+ 1463· Ἅγιος)
Ἀρχικά ἐρημίτης τοῦ Τρίτου Τάγματος τῶν Φραγκισκανῶν, ἀργότερα ἐντάχθηκε στή Μονή τῆς Arizafa τῆς Καστίλλης καί ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στά Κανάρια Νησιά. Τό 1456 διορίσθηκε στή Μονή τῆς Alcala, ὅπου καί ἀπεβίωσε. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο 6 μῆνες ἀργότερα καί τά θαύματα πού προηγήθηκαν καί ἀκολούθησαν (μεταξύ αὐτῶν καί ἡ θεραπεία τῆς Δόνα Ἰωάννας, κόρης τοῦ Βασιλιά τῆς Καστίλλης Δόν Ἐρρίκου Δ'), ἔφεραν στή Μονή χιλιάδες Ἰσπανούς προσκυνητές καί τόν ἴδιο τό Μονάρχη.
Τό 1562 τό σῶμα μεταφέρθηκε στά Ἀνάκτορα καί τέθηκε δίπλα στόν ἀσθενοῦντα Πρίγκιπα Κάρολο, γιό τοῦ Βασιλιά Φιλίππου Β', ὁ ὁποῖος θεραπεύθηκε. Τότε οἱ πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές Ἀρχές τῆς Ἰσπανίας, μέ ἐπικεφαλής τόν Βασιλιά καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀπευθύνθηκαν στόν Πάπα καί ζήτησαν τήν ἁγιωνυμία του, τήν ὁποία πραγματοποίησε ὁ Σίχτος Ε', τό 1588.
Τό σῶμα σήμερα φυλάσσεται στό Ναό Santa e Insigne Iglesia Magistral, στήν Ancala τῆς Ἰσπανίας, μέσα σέ λάρνακα πού δωρήθηκε ἀπό τόν Αὐτοκρατορικό Οἶκο τῶν Ἀψβούργων τῆς Αὐστρίας. ("Brevisimo Compendio de la Vida del Insigne Lego Franciscano, San Diego de la Alcala", 1955· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 139 - 141).

Μοναχή Αἰκατερίνη τῆς Μπολόνια Ἰταλίας (+ 1463, 9η Μαρτίου· Ἁγία)
Εὐγενούς καταγωγῆς, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν στή Φερράρα. Μετά ἀπό ἄσκηση 24 ἐτῶν, οἱ ὑπεύθυνοι τήν ἔστειλαν στήν πατρίδα της μαζί μέ 15 ἄλλες μοναχές, γιά νά ἱδρυθεῖ κι ἐκεῖ Μονή τοῦ Τάγματος. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1463 σάν Ἡγουμένη τῆς Μονῆς. Τήν ἁγιωνυμία της πραγματοποίησε τό 1712 ὁ Πάπας Κλήμης ΙΑ' , ὁ ὁποῖος τήν ἀνακήρυξε προστάτιδα τῶν καλλιτεχνῶν (διότι μεταξύ τῶν μοναχικῶν της ἐργοχείρων ὑπῆρξε καί ἡ καλλιγραφία).
Κατά τό Γερμανό Ρωμαιοκαθολικό Φιλόσοφο καί συγγραφέα Johann Joseph von Gorres, 18 ἡμέρες μετά τόν ἐνταφιασμό της ἄρχισαν θαύματα στόν τάφο της, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀνακομιδή τοῦ σώματος πού βρέθηκε ἀνέπαφο καί ἐναποτέθηκε σέ κρύπτη κάτω ἀπό μία τράπεζα. Δώδεκα χρόνια ἀργότερα τό σῶμα τοποθετήθηκε σέ καθιστή στάση. Ἀπό τό ἔτος 1688 τό σῶμα φυλάσσεται, πάντα σέ καθιστή στάση, σέ ἕνα Παρεκκλήσιο μνημειώδους διακοσμήσεως.
Εἶναι ἐντυπωσιακό τό ἀπολύτως μαῦρο χρῶμα τοῦ σώματος, τό ὁποῖο οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Προσκυνήματος ἀποδίδουν στήν καπνιά τῶν κεριῶν πού γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν τεσσάρων αἰώνων ἔκαιγαν κοντά του. Κατά τή διάρκεια τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου τά χέρια καί τά πόδια τοῦ σώματος παρουσίασαν φθορές καί γιά προστασία καλύφθηκαν μέ κερί. Γιά τούς λόγους αὐτούς τό 1953 τό σῶμα μπῆκε πίσω ἀπό προστατευτικό γυαλί. (Johann Joseph von Gorres, "Christliche Mystic", 1936· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 142 - 144).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Σαβοϊας (+ 1464, 23η Νοεμβρίου· Μακαρία)
Εὐγενούς καταγωγῆς, μέ δεσμούς αἵματος μέ διάφορους Βασιλικούς Οἴκους τῆς Εὐρώπης, τό 1403 παντρεύτηκε τόν Μαρκήσιο τοῦ Μονφεράτου Θεόδωρο Παλαιολόγο. Μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της, τό 1418, ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν καί ἀργότερα ἵδρυσε τήν Μονή τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς στήν Alba τοῦ Piedmonte, τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Κατά τούς βιογράφους της δέχθηκε πολλές ὁπτασίες καί τέλεσε θαύματα. Τήν τιμή της ἐπέτρεψε τό 1566 ὁ Πάπας Πῖος Ε' καί τήν μακαριωνυμία της πραγματοποίησε ὁ Κλήμης Θ'.
Τό σῶμα της φυλάσσεται ἄφθαρτο σέ κρυστάλλινη λάρνανα στό Ναό τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς στήν Alba της Ἰταλίας. Μαρτυρεῖται καφέ χρώματος, ἀπαλό καί εὔκαμπτο. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 146).

Μοναχή Εὐστοχία τῆς Πάδουας Ἰταλίας (+ 1469, 13η Φεβρουαρίου· Μακαρία)
Ἦταν καρπός μιᾶς ἀποπλανημένης μοναχῆς καί γεννήθηκε στό μοναστήρι ὅπου ἔζησε ὅλη της τήν ζωή καί πέθανε τό 1469, σέ ἡλικία μόλις 25 ἐτῶν. Κατά τήν προετοιμασία τοῦ σώματός της γιά ταφή, βρέθηκε στό στῆθος της μυστηριωδῶς ἀποτυπωμένο τό ὄνομα Ἰησοῦς!
Τά θαύματα πού ἀκολούθησαν τό θάνατό της ὁδήγησαν τόν τοπικό Ἐπίσκοπο στήν ἀνακομιδή τοῦ σώματός της, τό ὁποῖο βρέθηκε ἄφθαρτο. Τό σῶμα διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τό 1633. Σήμερα τά ὀστά της φυλάσσονται στό Ναό τοῦ ἁγ. Πέτρου στήν Πάδουα. (Dal P. Giulio Cordara, "Vita, Virtu e Miracoli della Beata Eustochia", 1836· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 147 - 148).

Μοναχός Ἀντώνιος τῆς Cotignola Ἰταλίας (Bolfadini, + 1482· Μακάριος)
Καταγόταν ἀπό ἀρχοντική οἰκογένεια τῆς Φερράρας καί μέχρι τήν ἡλικία τῶν 39 ἐτῶν συμμετεῖχε στή ζωή τῆς τοπικῆς Ἡγεμονικῆς Αὐλῆς. Στή συνέχεια, γοητευμένος ἀπό τόν τρόπο ζωῆς τῶν Φραγκισκανῶν, ἐντάχθηκε στό Τάγμα, σπούδασε Θεολογία καί χειροτονήθηκε Ἱερέας. Διακρίθηκε σάν Ἱεροκήρυκας σέ ὅλη τήν Ἰταλία καί σάν Ἱεραπόστολος στούς Ἁγίους Τόπους. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τά Ἱεροσόλυμα ἀσθένησε στήν Cotignola τῆς Ἰταλίας, ὅπου καί ἀπεβίωσε, σέ ἕνα πανδοχεῖο γιά προσκυνητές.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο μετά ἀπό θαύματα τό 1495 καί κατατέθηκε στό Ναό τοῦ Τάγματος στήν Cotignola. Ἡ μακαριωνυμία του ἔγινε τό 1901 ἀπό τόν Πάπα Λέοντα ΙΓ'. Ἡ τελευταία ἀναγνώριση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1945 καί παρά τήν καταστροφή τῆς λάρνακας ἀπό τούς βομβαρδισμούς τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τό σῶμα βρέθηκε ἀνέπαφο. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 149).

Μοναχή Εὐστοχία τῆς Σικελίας (Calafato, + 1485, 20η Ἰανουαρίου· Μακαρία)
Ἡ κατά κόσμο Ἐσμεράλδα, κόρη τοῦ Κόμη τοῦ Καλαφάτο. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα της ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῆς Πτωχῆς Κλάρας τῶν Φραγκισκανῶν. Ἕντεκα χρόνια μετά, μέ τήν ἄδεια τοῦ Πάπα Καλλίστου Γ', ἵδρυσε τή Μονή τῆς Accomandata στή Σικελία, ὅπου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς.
Στίς προσευχές της ἀποδίδεται ἡ σωτηρία τῆς Σικελίας ἀπό τούς σεισμούς τοῦ 1615, ὅταν λιτανεύθηκε τό ἄφθαρτο σῶμα της καί (ὅπως μαρτυρεῖται) ἄνοιξαν τά χείλη της καί ἀκούσθηκε ὁ πρῶτος στῖχος τῶν Ψαλμῶν τοῦ Μεσονυκτικοῦ!
Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται στή Μονή τῆς Accomandata, σέ κρυστάλλινη λάρνακα. Μαρτυρεῖται, ὅτι εἶναι σκούρου χρώματος. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 150 - 151).

Μοναχός Βερνάρδος τῆς Κατάνης (Scammacca, + 1486, 9η Φεβρ., Μακάριος)
Εὐγενοῦς καταγωγῆς, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν καί πέρασε ὅλη του τή ζωή μέ μετάνοια. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1468. Δεκαπέντε χρόνια ἀργότερα τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Τή μακαριωνυμία του πραγματοποίησε ὁ Πάπας Λέων ΙΒ', τό 1825. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται στό Ναό Santa Biagio τῶν Δομηνικανῶν, στήν Κατάνια. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 152 - 153).

Μοναχή Ἀρχαγγέλα τῆς Madua Ἰταλίας (Girlani, + 1495· Μακαρία)
Ἡ κατά κόσμο Ἑλεονώρα Girlani, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, στήν Πάρμα τῆς Ἰταλίας. Ἀργότερα ἵδρυσε μία μονή στή Madua, τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε Ἡγουμένη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1495, σέ ἡλικία 34 ἐτῶν.
Τρία χρόνια ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Τό 1782 τό σῶμα μεταφέρθηκε στό Trino. Τελευταῖες ἀναγνώρισεις ἔγινε τό 1932 καί τό 1960. Μαρτυρεῖται, ὅτι εἶναι εὔκαμπτο καί σκούρου χρώματος. Σήμερα φυλάσσεται στό Ναό San Lorenzo, στό Trino Vercellese. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1864, ἀπό τόν Πάπα Πῖο Θ'. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 154 - 155).

Μοναχή Ossana τῆς Mantua Ἰταλίας (+ 1505, 10η Ἰουνίου· Μακαρία)
Σέ ἡλικία 14 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν, ὅπου ἀσκήθηκε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της. Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1505.
Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τοῦ ἁγ. Δομηνίκου. Ὅταν τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο, μεταφέρθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Mantua, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται (ἀπολύτως ξηρό καί σκοτεινοῦ χρώματος, κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1965), σέ κρυστάλλινη θήκη, πάνω ἀπό τήν τράπεζα τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Μαρίας τοῦ Ροζαρίου. Τήν τιμή της ἐπέτρεψε ὁ Πάπας Λέων Ι' τό 1515 καί τή μακαριωνυμία της πραγματοποίησε ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος ΙΒ', τό 1694. ("Sort Lives of the Dominican Saints", 1901, σελ. 177· J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 156 - 157).

Μοναχή Αἰκατερίνη τῆς Γένοβας Ἰταλίας (+ 1510· Ἁγία)
Νεώτερη θυγατέρα τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας τῶν Fieschi, σέ ἡλικία 13 ἐτῶν προσπάθησε νά γίνει μοναχή, ἀλλά τήν πάντρεψαν τρία χρόνια ἀργότερα. Ὁ γάμος της ὑπῆρξε ἀτυχής, ἀλλά μέ τήν πίστη καί τόν ἐνάρετο βίο της μετέστρεψε τόν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν καί μαζί ἐργάσθηκαν στό Νοσοκομεῖο τοῦ Pammatone. Μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της (1497), ἡ Αἰκατερίνη συνέχισε τήν φιλανθρωπική ἐργασία στό Νοσοκομεῖο. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1510 καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ Νοσοκομείου.
Τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο 18 μῆνες ἀργότερα. Ἀναγνωρίσεις τοῦ σώματος ἔγιναν τό 1551, τό 1593 καί τό 1694. Τό 1837 καί τό 1960, τό σῶμα ἐξετάσθηκε ἀπό γιατρούς καί εἰδικούς ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι πιστοποίησαν ὅτι δέν εἶχε ταριχευθεῖ. Σήμερα φυλάσσεται σέ κρυστάλλινη λάρνακα, πάνω ἀπό τήν τράπεζα τοῦ πρός τιμή της ναοῦ στή Γένοβα. (B. F. von Hugel, "The Mystical Element of Religion as studied in St. Catherine of Genoa and her friends", 1923· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 159 - 161).

Μοναχή Μαργαρίτα τῆς Λωραίνης (+ 1521, 2α Νοεμβρίου· Μακαρία)
Εὐγενούς καταγωγῆς, σέ ἡλικία 25 ἐτῶν παντρεύτηκε τόν Δοῦκα Ρενέ τοῦ Alencon καί τέσσερα χρόνια ἀργότερα ἔμεινε χῆρα μέ τρία μικρά παιδιά. Λόγῳ τῆς ἀνηλικιότητας τοῦ διαδόχου γιοῦ της, διοίκησε μέ σύνεση τό Δουκάτο μέχρι τήν ἐνηλικίωσή του. Δέχθηκε τήν πνευματική ἐπιρροή τοῦ Φραγκίσκου τῆς Paola καί ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν. Τό 1513 ἵδρυσε τή Μονή τοῦ Argentan, τῆς ὁποίας ἀπό ταπείνωση δέν δέχθηκε τή θέση τῆς Ἡγουμένης. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1521.
Τό σῶμα της διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τό 1792, ὁπότε διαλύθηκε. Τό 1793 τά ὀστά της καταστράφηκαν ἀπό τούς Ἰακωβίνους. Λίγα ὀστά της πού διασώθηκαν καί ἡ ἄφθαρτη καρδιά της σώζονται στή Μονή des Clarisses στήν Alencon. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 162).

Μοναχός Ἀντώνιος - Μαρία Ζαχαρίας (+ 1539· Ἅγιος)
Μεγάλωσε κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς νεαρῆς χήρας μητέρας του καί τό 1524 ὁλοκλήρωσε τίς ἰατρικές του σπουδές στήν Πάδουα. Χειροτονήθηκε Ἱερέας τό 1528 καί μέ τή βοήθεια φίλων του ἵδρυσε τό Τάγμα τῶν Βαρναβιτῶν, τό ὁποῖο ἀναγνώρισε ὁ Πάπας Κλήμης Ζ', τό 1533. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια στήν Κρεμόνα, σέ ἡλικία μόλις 36 ἐτῶν.
Τό σῶμα του διατηρήθηκε ἄφθαρτο μέχρι τό 1566, ὁπότε ἐνταφιάσθηκε. Τό 1664 βρέθηκαν μόνο τά ὀστά του. Σήμερα ἡ κεφαλή καί τά ὀστά του βρίσκονται σέ ὁμοίωμά του, τό ὁποῖο ντυμένο μέ τά Λατινικά ἱερατικά ἄμφια βρίσκεται σέ κρύπτη κάτω ἀπό τήν κεντρική τράπεζα τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Βαρνάβα, στό Μιλάνο. (Thurston, "The Physical Phenomena of Mysticism", σελ. 249· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 163).

Μοναχή Ἀγγέλα (Merici, + 1540, 24η Μαϊου· Ἁγία)
Ἡ ἱδρυτής τοῦ Τάγματος τῶν Οὐρσουλινῶν μοναζουσῶν. Ἀπό τό 1531 μέ τήν βοήθεια νεαρῶν κυριῶν ἀσχολήθηκε συστηματικά μέ τήν κατήχηση. Ἀμέσως μετά τόν θάνατό της ὁ λαός τοῦ Μιλάνου τήν ἀναγνώρισε σάν ἁγία. Τό σῶμα της παραμένει μέχρι σήμερα ἄφθαρτο καί φυλάσσεται στό Ναό Casa S. Angela, στή Brescia τῆς Ἰταλίας. Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1907, ἡ ἰατρική ἐξέταση πιστοποίησε, ὅτι δέν εἶχε ταριχευθεῖ. Τό 1930 ἕνας Ἱερέας τοῦ Καθολικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἱερᾶς Καρδίας, χρησιμοποίησε κάποια χημική μέθοδο γιά τήν καλύτερη διατήρηση τοῦ σώματος. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 164 - 165).

Μοναχή Λουκία τοῦ Narni Ἰταλίας (+ 1544· Μακαρία)
Ἡ πρώτη ἀπό τά 11 παιδιά τοῦ θησαυροφύλακα τοῦ Narni τῆς Ἰταλίας, ἀναγκάσθηκε νά παντρευτεῖ κάποιο Κόμη, ὁ ὁποῖος ὅμως μετά ἀπό τρία χρόνια τήν ἄφησε ἐλεύθερη νά μονάσει. Ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν, σέ μία μονή τοῦ Τάγματος στή Ρώμη. Ἵδρυσε μονές στό Viterbo καί τή Φεράρρα. Ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς (κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή ἐμφανίζονταν στό σῶμα της τά στίγματα τοῦ θείου Πάθους! γεγονός πού πιστοποιήθηκε καί ἀπό τόν προσωπικό γιατρό τοῦ Πάπα Ἀλεξάνδρου ΣΤ').
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1544, μετά ἀπό μεγάλους πειρασμούς. Κατά τόν ἐνταφιασμό της διαπιστώθηκε πληγή στήν πλευρά της, ἀπό τήν ὁποία ἔτρεχε φρέσκο αἷμα! Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τέσσερα χρόνια ἀργότερα. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1710. Σήμερα τό σῶμα διατηρεῖται ἄφθαρτο στό Narni, ὅπου μεταφέρθηκε τό 1935. (Lady Georgiana Fullerton, "The Life...of Blessed Lucy of Narni...", 1855· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 166 - 167).

Μοναχός Ἰωάννης τοῦ Θεοῦ (+ 1550, 8η Μαρτίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στήν Πορτογαλλία. Στήν παιδική του ἡλικία ἔβοσκε πρόβατα καί ἀργότερα ὑπηρέτησε στόν Ἰσπανικό Στρατό, ἀρχικά κατά τῶν Γάλλων καί ἔπειτα κατά τῶν Τούρκων στήν Οὐγγαρία. Σάν στρατιώτης ἔζησε ζωή κοσμική καί ἁμαρτωλή. Μεταστράφηκε στήν εὐσέβεια μετά ἀπό ἕνα κήρυγμα τοῦ μεγάλου Ἱεροκήρυκα Ἰωάννη τῆς Ἄβιλα. Ἡ μεταστροφή του ἦταν τέτοια ὥστε θεωρήθηκε τρελλός καί κλείσθηκε σέ ἄσυλο. Ὅταν δραπέτευσε πῆγε στή Γρανάδα, ὅπου ἐργαζόμενος ἄρχισε νά περιποιεῖται καί νά συντηρεῖ ἀσθενεῖς. Τό παράδειγμά του ὁδήγησε στήν ἵδρυση τοῦ Τάγματος τῶν Νοσοκόμων Ἀδελφῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεοῦ (ὄνομα πού τοῦ ἔδωσε ὁ τοπικός Ἐπίσκοπος κατά τή μοναχική του κουρά).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1550 καί ἐνταφιάσθηκε στό Minims, στό Ναό τῆς Παναγίας τῆς Νίκης. Τό 1570 τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε καί σήμερα στήν πρός τιμή του Βασιλική τῆς Γρανάδας φυλάσσονται τά ὀστά του. Θεωρεῖται προστάτης τῶν νοσοκομείων, τῶν νοσοκόμων καί τῶν ἑτοιμοθανάτων. Στήν ἁγιωνυμία του προχώρησε ὁ Πάπας Ἀλέξανδρος Η', τό 1670. ("Life of St. John of God, Founder of the Order of Hospitallers", 1876· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 168 - 171).

Μοναχός Φραγκίσκος Ξαβέριος (+ 1552, 3η Δεκεμβρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1506 στήν Ἰσπανία. Ὁ πατέρας του ἦταν σύμβουλος τοῦ Βασιλιά τῆς Ναβάρρας. Ὑπῆρξε μαθητής τοῦ ἱδρυτή τοῦ Τάγματος τῶν Ἰησουϊτῶν Ἰγνατίου Λαϊόλα, τόν ὁποῖο γνώρισε ἐνῶ σπούδαζε στό Παρίσι. Ὅταν ὁ Βασιλιᾶς τῆς Πορτογαλλίας Ἰωάννης ζήτησε ἀπό τόν Πάπα μοναχούς γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν Ἰνδιῶν, ὁ Φραγκῖσκος ὑπῆρξε μεταξύ τῶν ἐπιλεγέντων. Ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στίς Ἰνδίες, τήν Κεϋλάνη, τήν Αὐστραλία, τήν Ἰαπωνία καί τήν Κίνα. Ἀπεβίωσε στήν Καντώνα τῆς Κίνας τό 1552 ἀπό πνευμονία, σέ ἡλικία 46 ἐτῶν.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Καλοῦ Ἰησοῦ στή Γκόα τῶν Ἰνδιῶν, ἐκτός ἀπό ἕνα χέρι του πού φυλάσσεται στό Ναό τοῦ Ἰησοῦ, στή Ρώμη. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1622 ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΕ'. Τό 1904 ὁ Πάπας Πίος Ι' τόν ἀνακήρυξε Προστάτη τῶν Ἱεραποστολῶν. (James Brodrick, "St. Francis Xavier", 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 172 - 179).

Μοναχός Στανισλαῦος Kostka (+ 1568· Ἅγιος)
Γόνος Πολωνικῆς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας, σπούδασε στό Ἰησουϊτικό Κολλέγιο τῆς Βιέννης, ὅπου ἐντάχθηκε στό Τάγμα. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό σύντομη ἀσθένεια τό 1568, σέ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1570, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε. Μέρος τῆς κεφαλῆς φυλάσσεται στήν Ἕδρα τῶν Ἰησουϊτῶν, στό Feldkirch τῆς Γερμανίας, καί τά ὑπόλοιπα ὀστά του στό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα Ρώμης. (E. H. Thompson, "The Life of St. Stanislaus Kostka of the Company of Jesus", 1876· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 180 - 181).

Μοναχή Μαρία (Bagnesi, + 1577· Μακαρία)
Ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν, σέ ἡλικία 33 ἐτῶν, μετά ἀπό μακροχρόνια ἀσθένεια, ἡ ὁποία καί τήν ὁδήγησε στό θάνατο, τό 1577. Ἐνταφιάσθηκε στό Ναό S. Maria Novella, ὅπου τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο μερικά χρόνια ἀργότερα. Τήν μακαριωνυμία της ἔκανε ὁ Πάπας Πίος Ζ', τό 1804. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται ἄφθαρτο, σκοτεινοῦ χρώματος, σέ μπρούτζινη ἐπαργυρωμένη λάρνακα, στό Παρεκκλήσιο τῶν Καρμελιτῶν S. Maria Maddalena de' Pazzi. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 182 - 183).

Μοναχός Λουδοβῖκος Βερτράνδος (+ 1581· Ἅγιος)
Δομινικανός μοναχός Ἰσπανικῆς καταγωγῆς. Τό 1562 στάλθηκε στήν Κεντρική Ἀμερική, ὅπου ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά μεταξύ τῶν ἰθαγενῶν. Ἀπεβίωσε τό 1581, μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια. Τό σῶμα του παρέμεινε ἄφθαρτο γιά τρεῖς περίπου αἰώνες καί καταστράφηκε κατά τήν Ἰσπανική Ἐπανάσταση, τό 1936. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 184 - 185).

Μοναχή Θηρεσία τῆς Ἄβιλα Ἰσπανίας (+ 1582, 15η Ὀκτωβρίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς στήν Ἄβιλα τῆς Ἰσπανίας. Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, ὅπου ἀναδείχθηκε μεγάλη πνευματική προσωπικότητα. Πέτυχε τήν ἄνοδο τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου στίς διάφορες μονές τοῦ Τάγματος καί ἵδρυσε ἄλλες (τῶν Ἀνυποδίτων Καρμελιτῶν).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1582. Ἐννέα μῆνες ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Σήμερα ἔχει διασπαρεῖ σέ διάφορα σημεῖα, ἐνῶ τό μεγαλύτερο μέρος φυλάσσεται στήν Alba de Tornes τῆς Ἰσπανίας. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1622. Τό 1970 ὁ Πάπας Παῦλος ΣΤ' τήν ἀνακήρυξε Διδάσκαλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. (M. Auclair, "Teressa of Avila", 1953· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 186 - 190).

Ἀρχιεπίσκοπος Κάρολος τοῦ Μιλάνου (Borromeo, + 1584, 4η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Ἦταν γιός τοῦ Κόμη Gilbert Borromeo καί τῆς Μαργαρίτας τῶν Μεδίκων. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἀφιερώθηκε στήν Ἐκκλησία. Σπούδασε στά Πανεπιστήμια τοῦ Μιλάνου καί τῆς Πάδουα καί σέ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν ἀνακηρύχθηκε Διδάκτορας τοῦ Πολιτικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Ὅταν ὁ θεῖος του Ἄγγελος τῶν Μεδίκων ἐκλέχθηκε Πάπας (Πίος Δ', 26.12.1559), τόν ὀνόμασε Καρδινάλιο, σέ ἡλικία μόλις 22 ἐτῶν! Σάν Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Μιλάνου συμμετεῖχε στή Σύνοδο τοῦ Τριδέντου (1545 - 1563) καί ἀνέπτυξε σημαντικό φιλανθρωπικό καί ποιμαντικό ἔργο.
Ἀπεβίωσε τό 1584, καταπονημένος ἀπό ἐπιδημία πανώλης, καί ἐνταφιάσθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Μιλάνου, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται τό σῶμα του, σέ ἄφθαρτη κατάσταση. Τό 1610 ἔγινε ἡ ἁγιωνυμία του ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Ε'. Ὁ Πάπας Παῦλος Στ' κάλυψε τό πρόσωπό του μέ μία κέρινη μάσκα. (C. Orsenigo, "Life of St. Charles Borromeo", 1943· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 191 - 193).

Μοναχή Καταλῖνα τῆς Παμπλόνα Ἰσπανίας (+ De Cristo, 1589· Μακαρία)
Ἰσπανικῆς καταγωγῆς, τό 1572 ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν. Συνδέθηκε μέ τήν Θηρεσία τῆς Ἄβιλα καί ἵδρυσε μονές στήν Παμπλόνα καί τήν Βαρκελώνη. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1589. Ἕξι μῆνες ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τῶν Καρμελιτῶν στήν Παμπλόνα. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 191 - 193).

Μοναχός Βενέδικτος ὁ Νέγρος (+ 1589· Ἅγιος)
Γεννήθηκε σέ οἰκογένεια νέγρων σκλάβων τῆς Σικελίας. Ὅταν ἀπελευθερώθηκε, σέ ἡλικία 18 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν, σέ μονή κοντά στό Παλέρμο. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια τό 1589 καί τό 1592 τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο (σήμερα σώζεται μέ τό πρόσωπο καλυμμένο μέ κέρινη μάσκα). Τό 1743 ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΔ' προχώρησε στή μακαριωνυμία του καί τό 1807 ὁ Πάπας Πίος Ζ' στήν ἁγιωνυμία του. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 195 - 196).

Μοναχή Αἰκατερίνη τοῦ Prato Ἰταλίας (De Ricci, + 1590· Ἁγία)
Γόνος πατρικίων, μόνασε στή Μονή τῶν Δομηνικανῶν S. Vincenzio, στό Prato τῆς Ἰταλίας. Ἀναφέρεται, ὅτι γιά διάστημα 12 ἐτῶν, κάθε ἑβδομάδα, ἀπό τό μεσημέρι τῆς Τετάρτης μέχρι τό ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, ζοῦσε σέ κατάσταση ἐκστάσεως τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ! (ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς).
Ἀπεβίωσε τό 1590, μετά ἀπό ἀσθένεια. Τό 1747 ἔγινε ἡ ἁγιωνυμία της. Τό σῶμα της σώζεται ἄφθαρτο, σκοτεινοῦ χρώματος, στή Βασιλική τοῦ Prato τῆς Ἰταλίας. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 197 - 198).

Μοναχός Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ (+ 1591, 14η Δεκεμβρίου· Ἅγιος)
Ἀπό τούς μεγαλυτέρους μυστικούς τῆς Δύσεως. Γεννήθηκε τό 1542 στήν Ἰσπανία καί ἐμπνεύσθηκε ἀπό τήν ἐπίσης μυστική Θηρεσία τῆς Ἄβιλα. Ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Ἀνυποδήτων Καρμελιτῶν. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια στήν Udeba τῆς Ἰσπανίας καί μετά ἀπό ἐννέα μῆνες τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Σήμερα φυλάσσεται στή Σεγκόβια τῆς Ἰσπανίας. Ἡ τελευταία ἀναγνώριση τοῦ σώματος ἔγινε τό 1955. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1726, ἐνῶ τό 1926 ὀνομάσθηκε Διδάσκαλος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. (P. Heriz, "St. John of the Cross", 1919· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 199 - 201).

Μοναχός Ἀλφόνσος τῆς Ἰσπανίας (De Orozco, + 1591· Μακάριος)
Γεννήθηκε στήν Ἰσπανία, σπούδασε στήν Ταλαβέρα, τό Τολέδο καί τήν Σαλαμάνκα καί σέ ἡλικία 22 ἐτῶν ἔγινε ἐρημίτης τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου. Τό 1544 διορίσθηκε Βασιλικός Ἱεροκήρυκας στά Ἀνάκτορα τοῦ Valladolid (ὅπου σήμερα φυλάσσονται τά ὀστά του). Ἀπεβίωσε τό 1591 σέ ἡλικία 91 ἐτῶν. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1599. Στή μακαριωνυμία του προχώρησε τό 1882 ὁ Πάπας Λέων ΙΓ'. (Th. Camara, "Life of Blessed Alphonsus Orozco", 1895· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 202 - 203).

Μοναχός Πασχάλης τῆς Εὐχαριστίας (Baylon, + 1592, 17η Μαϊου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στήν Ἰσπανία σέ οἰκογένεια χωρικῶν. Ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Φραγκισκανῶν τοῦ Monfor, στή Βαλένθια. Κατά τόν Ν.Β. "ὑπῆρξε ἀγγελιοφόρος τῆς διαδόσεως τῆς Εὐχαριστιακῆς εὐλαβείας, πού ἄρχισε ἀπό τό μοναστήρι αὐτό καί ξαπλώθηκε σέ ὅλη τήν Ἰσπανία" (αὐτ. σελ. 182). Ἀπεβίωσε κατά τή διάρκεια μιᾶς Λειτουργίας!
Τό σῶμα του σώζεται ἄφθαρτο στό Παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου τοῦ Ροζαρίου. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1690, ἐνῶ τό 1897 ὁ Πάπας Λέων ΙΓ' τόν ἀνακήρυξε προστάτη τῶν Εὐχαριστιακῶν Ἀδελφοτήτων. (L. A. de Porrentuy, "The Saint of the Eucharist", 1905· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 204 - 209).

Πρεσβύτερος Φίλιππος, ὁ Ἀπόστολος τῆς Ρώμης (Neri, + 1595, 26η Μαϊου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στή Φλωρεντία τό 1515. Σέ ἡλικία 20 ἐτῶν ἦρθε προσκυνητής στή Ρώμη, ὅπου πέρασε ὅλη τήν ζωή του. Σέ ἡλικία 36 ἐτῶν ἐντάχθηκε στόν Κλῆρο. Διακρίθηκε σάν λαμπρός Ἱεροκήρυκας, μεγάλος φιλάνθρωπος, θερμός ὑποστηρικτής τῆς μεταρρυθμίσεως στήν Καθολική Ἐκκλησία (μέ συνεργάτη τόν σοφό Βαρώνιο) καί βοηθός τῆς νεολαίας. Γιά ὅλα τά προηγούμενα ὀνομάσθηκε Ἀπόστολος τῆς Ρώμης.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1595. Μετά τό θάνατό του μία ἰατρική ὁμάδα ἔκανε νεκροψεία στό σῶμα του, διότι κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐπισκέψεώς του στήν Κατακόμβη τοῦ ἁγ. Σεβαστιανοῦ, τό 1544, δήλωσε ὅτι εἶχε "μυστικῶς πληρωθεῖ ἀπό τόν Θεό". Τότε ἀποδείχθηκε, ὅτι ἦταν , "μία μεγάλη καρδιά, ὄχι μόνο μέ τήν συμβολική ἔννοια, ἀλλά καί μέ τήν πραγματική, τήν βιολογική, ὅπως ἀποδείχθηκε μετά τόν θάνατό του· ἀπό τήν ἐξόγκωση τῆς καρδιᾶς εἶχαν σπάσει δύο πλευρά του"! (Ν.Β. αὐτ. σελ. 196).
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1599 καί σήμερα φυλάσσεται στό Ναό Santa Maria in Vallicella, στή Ρώμη, μέ τό πρόσωπο καλυμμένο μέ μία ἀσημένια μάσκα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1622 ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΕ'. (D. Smith, "St. Philip Neri", 1945· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 210 - 212).

Germaine τῆς Τουλούζης (Cousin, + 1601· Ἁγία)
Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς πτωχούς, στό Pibrac τῆς Τουλούζης. Μετά τόν πρόωρο θάνατο τῆς μητέρας της, ὑπέφερε τά πάνδεινα ἀπό τήν μυτριά της καί νωρίς ἐμφάνισε σημεῖα κατά τούς βιογράφους της θαυμαστά. Μόνη της ἐπίγεια παρηγοριά ἦταν ἡ καθημερινή συμμετοχή στή Λειτουργία.
Ἀπεβίωσε ἀπό τίς κακουχίες τό 1601, σέ ἡλικία μόλις 22 ἐτῶν, πάνω σέ μία ψάθα. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1644. Καταστράφηκε τό 1795, κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1867. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 213 - 215).

Μοναχή Μαρία Μαγδαληνή τῆς Φλωρεντίας (De' Pazzi, + 1607, 25η Μαϊου· Ἁγία)
Ἀπό τούς μεγάλους Ρωμαιοκαθολικούς μυστικούς. Γεννήθηκε στή Φλωρεντία, σέ οἰκογένεια εὐγενῶν, καί ἔγινε μοναχή στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, στή Μονή Santa Maria degli Angeli τῆς Φλωρεντίας, ὅπου ἔζησε αὐστηρή ἀσκητική ζωή. Μέ τήν ἀρετή της πέτυχε τήν καθημερινή συμμετοχή τῶν μοναζουσῶν στή Θεία Εὐχαριστία, κάτι πού στήν ἐποχή της ἦταν ἀπαγορευμένο.
Ἀπεβίωσε τό 1607 μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια. Τόν ἑπόμενο χρόνο τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο καί γιά 12 χρόνια, μέχρι τό 1620, ἔρρεε κάποιο ἐλειῶδες ὑγρό. Ἀναγνωρίσεις τοῦ σώματος ἔγιναν τό 1612, τό 1625 καί τό 1663 (κατά τήν ἁγιωνυμία της). Σήμερα φυλάσσεται στόν πρός τιμή της Ναό τῶν Καρμελιτῶν τῆς Φλωρεντίας. (Sr. Mary Minima, "Seraph among Angels, The Life of St. Mary Magdalene de' Pazzi", 1958· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 216 - 219).

Πρεσβύτερος Καμίλλος, Ἱδρυτής τοῦ Τάγματος τῶν Καμιλλιανῶν
(De Lellis, + 1614, 14η Ἰουλίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1550 σέ σταῦλο, ἄν καί ἀνῆκε σέ οἰκογένεια εὐγενῶν, στό Bucchianico τοῦ Chieti τῆς Ἰταλίας. Στή νεότητά του ἐνέδωσε στήν κοσμική ζωή καί τήν ἁμαρτία. Ὅταν μεταστράφηκε στήν εὐσέβεια, προσπάθησε νά μπεῖ στό Τάγμα τῶν Καπουκίνων, ἀλλά μία πληγή στό πόδι του τόν ἐμπόδισε. Τελικά κατέφυγε στό Ἄσυλο Ἀνιάτων τῆς Ρώμης, ὅπου διακρίθηκε γιά τή φιλανθρωπία του. Ἀργότερα σπούδασε Θεολογία, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί ἵδρυσε τό Τάγμα τῶν Καμιλλιανῶν ἤ τοῦ Καλοῦ Θανάτου, προσθέτοντας στούς τρεῖς μοναχικούς ὄρκους (τῆς ὑπακοῆς, παρθενίας καί ἀκτημοσύνης) ἕνα τέταρτο, τήν νοσηλεία ἀσθενῶν μέ μεταδοτικές ἀσθένειες (μέ σύμβολο τόν Ἑρυθρό Σταυρό).
Ἀπεβίωσε τό 1614 καί ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τῆς ἁγ. Μαρίας Μαγδαληνῆς τῆς Ρώμης. Ἔντεκα χρόνια μετά τό θάνατό του ὁ Πάπας Οὐρβανός Η' ἔδωσε ἄδεια νά ἀνοιχθεῖ ὁ τάφος του καί τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1640 τό σῶμα βρέθηκε καί πάλι ἄφθαρτο, γιά νά καταστραφεῖ ἀργότερα σέ μία πλημμύρα τοῦ Τίβερι. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1746 ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο ΙΔ'.
Σημειώνεται, ὅτι τό 1964 τό Τάγμα τῶν Καμελλιτῶν ἀριθμοῦσε 1.350 μέλη. (P. Mario Vanti, "St. Camillus, The Saint of the Red Cross", 1950· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 220 - 222).

Πρεσβύτερος Ἰωάννης τοῦ Ἰησοῦ καί τῆς Μαρίας (+ 1615· Μακάριος)
Ἦταν Ἰσπανικῆς καταγωγῆς, γιός διακεκριμένου γιατροῦ τῆς ἐποχῆς. Σπούδασε στό Πανεπιστήμιο τῆς Σαλαμάνκας καί χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν. Ἄν καί ὑπῆρξε ἐραστής τῆς μονώσεως, ἀναδείχθηκε σύμβουλος Καρδιναλίων, Βασιλέων καί Πριγκίπων καί ἐκτιμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Ε'.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά στή Μονή τοῦ ἁγ. Συλβέστρου, στό Montecompatre τῆς Ρώμης, ὅπου σήμερα φυλάσσεται ἄφθαρτο τό σῶμα του. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 224).

Μοναχή Ρόζα τῆς Λίμα (+ 1617, 23η Αὐγούστου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στή Λίμα, πρωτεύουσσα τοῦ Περοῦ, τό 1586, καί ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῶν Δομηνικανῶν. "Ἀπό τήν ἐφηβική της ἡλικία - γράφει ὁ Ν. Β. - καί μέχρι τόν θάνατό της, πού τήν βρῆκε στό ἄνθος τῆς ἡλικίας της (32 χρονῶν), ἐπιδόθηκε σέ ἀπίθανες ἀπονεκρώσεις, αὐτοβασανισμούς καί νηστείες, πού ἀσφαλῶς ὑπερβαίνουν τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις" (Ν. Β. αὐτ. σελ. 350).
Τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο 18 μῆνες μετά τόν θάνατό της, ἀλλά κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1630 βρέθηκε διαλυμένο. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1671 ἀπό τόν Πάπα Κλήμη Ι'. (J. C. Cruz αὐτ. σελ. 225 - 226).

Μοναχή Μαρία τῆς Ἄβιλα Ἰσπανίας (Vela, + 1617· Μακαρία)
Ἰσπανικῆς καταγωγῆς, στήν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Κιστερσιανῶν, στή Μονή τῆς ἁγ. Ἄννας στήν Ἄβιλα, ὅπου ἔζησε 42 χρόνια καί ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἀναφέρεται, ὅτι μετά τό θάνατό της ἀκούσθηκε ἡ φωνή της ἀπό τόν τάφο!
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1619 καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή της. (F. P. Keyes, "The third mystic of Avilla, The self revelation of Maria Vela", 1960· J. C. Cruz αὐτ. σελ. 227 - 229).

Ἐπίσκοπος Φραγκῖσκος τῆς Γενεύης (De Sales, + 1622· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1567 στό Annesy τῆς Γαλλίας σέ οἰκογένεια εὐγενῶν καί σπούδασε στό Παρίσι καί τήν Πάδουα. Τό 1602 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Γενεύης. Ἔκτοτε ἀνέπτυξε σημαντική δραστηριότητα γιά τήν περίθαλψη τῶν πτωχῶν καί τῶν ἀσθενῶν (ῗδρυσε ἐκτός ἄλλων καί τό Τάγμα τῶν Ἐπισκεπτριῶν Ἀδελφῶν).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1622 στή Λυών. Κατά τήν νεκροψία πού ἀκολούθησε ἀφαιρέθηκε ἡ καρδιά του, τοποθετήθηκε σέ ἀσημένια θήκη καί δόθηκε στό Ναό τῆς Ἐπισκέψεως στή Λυών (ἀναφέρεται, ὅτι γιά διάστημα πολλῶν ἐτῶν, ἕνα ἐλαιῶδες ὑγρό ἔρρεε ἀπό αὐτήν!). Στή συνέχεια, μετά ἀπό ἄδεια τοῦ Γάλλου Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ' , τό σῶμα μεταφέρθηκε καί ἐνταφιάσθηκε στό Annesy. Τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1632, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε. Σήμερα τά ὀστά του φυλάσσονται στή Βασιλική τῆς Ἐπισκέψεως τοῦ Annesy.
Τό 1665 ὁ Πάπας Ἀλέξανδρος Ζ' τόν ἀνακήρυξε Ἅγιο καί τό 1877 ὁ Πίος Θ' Διδάσκαλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Τό 1922 ὀνομάσθηκε Προστάτης τῶν δημοσιογράφων καί τῶν συγγραφέων. (R. Ornsby, "The Life of St. Francis de Sales"· καί J. C. Cruz αὐτ. σελ. 230 - 231).

Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωσαφάτ τοῦ Πολότσκ Ρωσίας (1623, 12η Νοεμβρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε τό 1580 στή Ρουθηνία, σέ Ὀρθόδοξη οἰκογένεια. Ὅταν τό 1595 δημιουργήθηκε ἡ Οὐνία, ἦταν στήν ἡλικία τῶν 16 ἐτῶν. Μόνασε σέ ἡλικία 20 ἐτῶν καί τό 1617 χειροτονήθηκε Οὐνίτης Ἀρχιεπίσκοπος Πολότσκ. Φονεύθηκε τό 1623, ὅταν "φανατικοί ἀντίπαλοι τῆς Ἑνώσεως μπῆκαν στήν κατοικία του καί τόν κατακρεούργησαν" (Ν. Β. αὐτ. σελ. 474). Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1867, ἀπό τόν Πάπα Λέοντα ΙΓ'.
Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1627 καί σ' αὐτή τήν κατάσταση σώζεται μέχρι σήμερα, μέ ἀποστεωμένο ὅμως τό πρόσωπο. (Th. Boresky, "Life of St. Josaphat, Martyr of the Union", 1955· καί J. C. Cruz αὐτ. σελ. 232 - 234).

Μοναχή Μαρία τοῦ Ἰησοῦ (+ 1640· Μακαρία)
Σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν καί ὑποτάχθηκε στή Θηρεσία τῆς Ἄβιλα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1640, μετά ἀπό μοναχική ζωή 63 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στό Τολέδο.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1929. Μαρτυρεῖται, ὅτι ἀπό αὐτό ἔρρεε κάποιο εὐωδιαστό ἑλαιῶδες ὑγρό, γεγονός πού πιστοποιήθηκε καί ἀπό ἰατρικές ἐξετάσεις. Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τῶν Καρμελιτῶν τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ, στό Τολέδο τῆς Ἰσπανίας. (Fr. Florencio dei Nino Jesus, "El cuerpo incorruptio de la Venerable Madre Maria de Jesus", 1929· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 235 - 236).

Μοναχή Ἰωάννα τῆς Γαλλίας (De Lestonnac, + 1640· Ἁγία)
Σύζυγος τοῦ εὐγενούς Gaston De Monferrant, ὁ ὁποῖος συνδέοταν μέ τούς δύο Βασιλικούς Οἶκους τῆς Γαλλίας. Μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της (1597), ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Κιστερσιανῶν καί ἀνέπτυξε σημαντική δραστηριότητα κατά τοῦ Καλβινισμοῦ.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1640. Κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση τό ἄφθαρτο σῶμα της φυλάχθηκε ἀπό φίλους τῆς μνήμης της, ἀνακαλύφθηκε ὅμως ἀπό τούς ἐπαναστάτες καί ἐνταφιάσθηκε ἀτιμωτικά, μαζί μέ κόπρνα ζώων! Τό 1822 ὅταν βρέθηκε ὁ τάφος της, βρέθηκαν μόνο ὀστά της, πού σήμερα φυλάσσονται στήν ἕδρα τοῦ Τάγματος, στό Μπορντώ. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1949 ἀπό τόν Πάπα Πῖο ΙΒ'. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 237 - 238).

Μοναχή Ἰωάννα Φραγκίσκα τῆς Ἐπισκέψεως
(De Chantal, + 1641, 12η Δεκεμβρίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στή Ντιζόν τῆς Γαλλίας τό 1572, στόν Οἶκο τῶν Φρεμυώ. Σέ ἡλικία 28 ἐτῶν ἔμεινε χήρα, προστάτης τεσσάρων παιδιῶν, ὅταν ὁ σύζυγός της Βαρώνος Ντέ Σαντάλ σκοτώθηκε σέ κάποιο κυνήγι. Ἐμπνεόμενη ἀπό τόν πνευματικό της Ἐπίσκοπο τῆς Γενεύης Φραγκῖσκο De Sales, ἵδρυσε τό Τάγμα τῆς Ἐπισκέψεως, μέ ἕδρα τό Αnnesy καί σκοπό τήν πρόνοια τῶν ἀσθενῶν.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1641 καί τό 1722 τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1767. Σήμερα τά ὀστά της βρίσκονται σέ ἀνθρωπόσχημη λάρνακα, στή Βασιλική τῆς Ἐπισκέψεως τοῦ Annesy. (Monseigneur Bougaud, Bishop of Laval, "St. Chantal and the foundation of the Visitation", 1895· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 239 - 241).

Πρεσβύτερος Ἰωάννης τοῦ Lancashire τῆς Βρεττανίας
(Southworth, + 1654, 28η Ἰουνίου· Ἅγιος)
Ἦταν γόνος μεγάλης οἰκογενείας τοῦ Lancashire τῆς Βρεττανίας καί ἔδρασε σάν Ρωμαιοκαθολικός Ἱερέας κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν κατά τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ. Ἐκτελέσθηκε μέ ἀπαγχονισμό τό 1654. Τό σῶμα του μεταφέρθηκε ἀπό τόν Ἰσπανό Πρεσβευτή Don Flento De Cardemas καί ἐνταφιάσθηκε στό Ἀγγλικό Κολλέγιο τοῦ Douay, στή Γαλλία.
Κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση τό σῶμα ἐνταφιάστηκε ἀπό κάποιους σπουδαστές καί ἔμεινε στήν ἀφάνεια μέχρι τό 1927, ὅποτε βρέθηκε τυχαῖα σέ ἄφθαρτη κατάσταση. Τό σῶμα ἐπέστρεψε στήν Ἀγγλία τό 1929 καί ἐναποτέθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Γεωργίου καί τῶν Ἄγγλων Μαρτύρων τοῦ Ἀββαείου τοῦ Γουέστμινστερ, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. (Rev. J. L. Vhitfield, "Blessed John Southwort", 1965· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 242 - 243).

Μοναχός Ἀνδρέας τῆς Πολωνίας (Bobola, + 1657· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στό Sandomir τῆς Πολωνίας καί ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν, σέ ἡλικία 21 ἐτῶν. Φονεύθηκε ἀπό Κοζάκους τό 1657, κατά τήν διάρκεια τοῦ Ρωσο - Πολωνικοῦ Πολέμου. Σαράντα χρόνια μετά τό θάνατό του, τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο σέ ἕνα τάφο, στά ἐρρείπια τοῦ Ναοῦ τῶν Ἰησουϊτῶν, στό Pinsk τῆς Πολωνίας. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1938. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται στόν πρός τιμή του ναό, στή Βαρσοβία. (C. Moreschini, "The Life of St. Andrew Bobola of the Society of Jesus, Martyr", 1939· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 244 - 247).

Πρεσβύτερος Βικέντιος ὁ Φιλάνθρωπος (De Paul, + 1660, 27η Σεπτεμβρίου· Ἅγιος)
Ἕνας ἀπό τούς μεγαλυτέρους φιλανθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. Γεννήθηκε στή Γαλλία τό 1581, σέ ἀγροτική οἰκογένεια. Γιά τήν ἀνακούφιση τῶν πτωχῶν ἵδρυσε τό γυνακεῖο Τάγμα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους καί τό ἀνδρικό Τάγμα τῶν Λαζαριστῶν. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1660 καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρίσι, στήν ἕδρα τοῦ Τάγματος τοῦ ἁγ. Λαζάρου, ὅπου σήμερα φυλάσσονται τά ὀστά του. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1712, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε καί τά ὀστά του συναρμολογήθηκαν μέ κερί. Ἄφθαρτη παραμένει ἡ καρδιά του, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται στήν ἕδρα τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, στό Παρίσι.
Τό 1737 ὁ Πάπας Κλήμης ΙΒ' προχώρησε στήν ἁγιωνυμία του, ἐνῶ ὁ Πάπας Λέων ΙΓ' τόν ἀνακήρυξε προστάτη τῶν φιλανθρωπικῶν ἔργων. (Monseigneur Bougaud, Bishop of Laval, "History of St. Vincent de Paul, Founder of the Congregation of the Mission (Vincentians) and of the Sistres of Charity", 1908· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 248 - 249).

Πρεσβύτερος Pacifico τοῦ San Severino Ἰταλίας (+ 1721, 24η Σεπτεμβρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στό San Severino τῆς Ἰταλίας καί σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Ἐλαχίστων Ἀδελφῶν, ὅπου χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1721. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε ἀπό τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΣΤ' , τό 1839. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1725, ὅμως κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1756 βρέθηκε διαλυμένο. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 252 - 253).

Μοναχή Βερονίκη Ἰουλιανή τοῦ Ἐσταυρωμένου (+ 1727, 9η Ἰουλίου· Ἁγία)
Μοναχή τοῦ Τάγματος τῶν Καπουκίνων μοναζουσῶν. Διακρίθηκε γιά τήν εὐλάβειά της πρός τόν Ἐσταυρωμένο, ἐπιλέγοντας γιά τήν χριστιανική της τελειότητα τό δρόμο τοῦ πόνου (ἀνῆκει στούς λεγομένους Στιγματικούς, μάλιστα στήν ἄφθαρτη καρδιά της πού σώζεται, ὑπάρχουν φιγούρες σχετικές μέ τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ!).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1727. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1839. Τό σῶμα της ἔμεινε ἄφθαρτο γιά πολλά χρόνια, μέχρις ὅτου καταστράφηκε κατά τή διάρκεια πλημμύρας τοῦ Τίβερι. Σήμερα τά ὀστά της φυλάσσονται σέ ἀνθρωπόσχημη λάρνακα, κατατεθημένη στό Ναό τῆς Μονῆς τῶν Καπουκίνων Citta di Castello. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 252 - 253).

Μοναχή Λουκία τῆς Ρώμης (Filippini, + 1732, 25η Μαρτίου· Ἁγία)
Ἱδρύτρια τοῦ Ποντιφικοῦ Ἱδρύματος Maestre Pie Filippini. Γεννήθηκε τό 1672 ἔξω ἀπό τή Ρώμη καί ἀπεβίωσε ἀπό ἀσθένεια τό 1732. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1930. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1926 καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό τῆς ἁγ. Μαργαρίτας, στό Montefiascone τῆς Ἰταλίας, μέ τό πρόσωπο καλλυμένο μέ μία ἀσημένια μάσκα. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 254 - 255).

Μοναχή Θηρεσία Μαργαρίτα τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς (+ 1770, 7η Μαρτίου· Ἁγία)
Ἡ κατά κόσμο Ἄννα Μαρία Redi ἦταν κόρη εὐγενῶν τῆς Ἰταλίας καί σέ ἡλικία 17 ἐτῶν ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῶν Καρμελιτῶν, στή Φλωρεντία. Ἀπεβίωσε μετά ἀπό ἀσθένεια τό 1770 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή της. Τό σῶμα της παρέμεινε ἀνέπαφο 15 ἡμέρες μετά τό θάνατό της καί βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1783. Σήμερα φυλάσσεται στό Παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς τῆς ἁγ. Θηρεσίας, στή Φλωρεντία. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1934. (Msgr. James F. Newcomb, "St. Τeresa Margaret of the Sacred Heart of Jesus", 1934· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 256 - 261).

Μοναχή Ἰουλία τῆς Namour Γαλλίας (Billiart, + 1816, 10η Ἀπριλίου· Ἁγία)
Πιστή Ρωμαιοκαθολική, ὑπέφερε κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση καί ἵδρυσε τό Ἵδρυμα τῆς Παναγίας τῆς Namur. Ἀπεβίωσε τό 1816 στήν ἕδρα τοῦ Ἱδρύματος στή Namur. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τρεῖς μῆνες μετά τόν θάνατό της, ἀλλά κατά τήν ἀναγνώριση 1842 βρέθηκε διαλυμένο. Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1969, ἀπό τόν Πάπα Παῦλο Στ'. ("Life of Blessed Julie Billiard, Foundress of the Institute of Sisters of Notre Dame", 1909· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 262 - 263).

Μοναχή Ἄννα Μαρία ἡ Ρωμαία (Taigi, + 1837, 9η Ἰουνίου· Μακαρία)
Ἰταλικῆς καταγωγῆς, διακρίθηκε σάν σύζυγος καί μητέρα καί ἀργότερα ἐντάχθηκε στό Τρίτο Τάγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀναφέρεται, ὅτι εἶχε τό χάρισμα τῆς προοράσεως, γιά τόν λόγο αὐτό ἐκτός τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ καί πολλοί ἐπώνυμοι τῆς ἐποχῆς της (ὅπως οἱ Πάπες Λέων ΙΒ' καί Γρηγόριος ΙΣΤ', ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντα καί ὁ θεῖος του Καρδινάλιος Fesh), τήν ἐπισκέπτονταν συχνά.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1837. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο 18 χρόνια μετά τόν ἐνταφιασμό του, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε καί σήμερα φυλάσσονται σέ ἀνθρωπόσχημη λάρνακα τά ὀστά της, μέ τό πρόσωπο καί τά χέρια ἀπό πλαστικό! στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Χρυσοστόμου Ρώμης.
Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1863 ἀπό τόν Πάπα Πίο Ι. Τό 1920 ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΕ' τήν ἀνακήρυξε προστάτιδα τῆς οἰκογενείας. (Msgr. Carlo Salotti, "La Beata Anna Maria Taigi, Madre di Famiglia", 1922· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 264 - 265).

Πρεσβύτερος Βικέντιος ὁ Ρωμαῖος (Pallotti, + 1850, 22α Ἰανουαρίου· Ἅγιος)
Γεννήθηκε στή Ρώμη σέ μία οἰκογένεια 10 παιδιῶν, σπούδασε Θεολογία, Φιλοσοφία καί Τέχνες καί τελικά ἐντάχθηκε στόν Κλῆρο. Ὑπῆρξε διευθυντής διαφόρων Ρωμαϊκῶν Κολλεγίων, ἀλλά ἐπέδειξε καί μεγάλο ποιμαντικό καί φιλανθρωπικό ἐνδιαφέρον γιά τόν λαό.
Ἀπεβίωσε τό 1850 καί τό 1906 τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο καί σήμερα φυλάσσεται στό Ναό S. Salvatore στή Onda τῆς Ἰταλίας, μέ τό πρόσωπο καλλυμένο μέ ἀσημένια μάσκα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε ἀπό τόν Πάπα Ἰωάννη ΚΓ' τό 1963. (Rev. John S. Gaynor, "The Life of St. Vincent Pallotti", 1926· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 267 - 269).

Μοναχή Ρόζα Φιλιππίνα τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς (Duchesne, + 1852· Μακαρία)
Γεννήθηκε τό 1769 στή Γκρενόπμπλ τῆς Γαλλίας καί ἦταν κόρη πολιτικοῦ. Τό 1788, παρά τίς ἀντιδράσεις τοῦ πατέρα της, ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῆς Ἐπισκέψεως (Sainte Marie d' en Haut) καί ὅταν τό Τάγμα ἔκλεισε κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση, ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό της στήν περιποίηση τῶν ἀσθενῶν. Μετά τίς ταραχές ἐντάχθηκε στό Τάγμα τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς τοῦ Ἰησοῦ καί ἀπό τό 1918 ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά στήν Ἀμερική.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1852 καί λίγα χρόνια ἀργότερα τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Δέν εἶναι γνωστό πότε διαλύθηκε, ἀλλά σήμερα στό Παρεκκλήσιο τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς φυλάσσονται τά ὀστά της. (Abbe Baunard, "The Life of Mοther Duchene, Religius of the Society of the Sacred Hart of Jesus and Foundress of the first Houses of the Society in America", 1879· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 270 - 271).

Πρεσβύτερος Ἰωάννης Βαπτιστής τῆς Ars Γαλλίας (Vianney, + 1859, 4η Αὐγ., Ἅγιος)
Προστάτης καί ὑπόδειγμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Ἱερέων. Γεννήθηκε τό 1786 στά περίχωρα τῆς Λυών, σέ οἰκογένεια χωρικῶν, καί μεγάλωσε κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος τό 1814 λόγῳ τῆς ἀρετῆς του, ἄν καί δέν εἶχε τά τυπικά προσόντα. Κατά τούς βιογράφους του, "ποτέ Ἱερέας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας δέν ἄκουσε τόσες πολλές ἐξομολογήσεις", περίπου 100.000 τόν χρόνο! (Ν.Β. αὐτ. σελ. 301).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1859. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1904 καί σήμερα φυλάσσεται σέ χρυσή λάρνακα, στή Βασιλική τῆς Ars στή Γαλλία, μέ τό πρόσωπο καλυμμένο μέ κέρινη μάσκα. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1925 ἀπό τόν Πάπα Πίο ΙΑ'. (Abbe Francis Trochu, "The Cure d' Ars, St. Jean-Marie-Batist Vianney according to the Acts of the process of Canonization...", 1950· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 272 - 275).

Μοναχή Μανταλένα Σοφία τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς (Barat, + 1865, 25η Μαϊου· Ἁγία)
Γεννήθηκε στήν κεντρική Γαλλία καί στήν ἐφηβική ἡλικία ἐντάχθηκε σέ κάποιο μοναχικό Τάγμα μέ ἐκπαιδευτικούς σκοπούς. Σέ ἡλικία 23 ἐτῶν ἔγινε Προϊσταμένη τῆς Σχολῆς τοῦ Τάγματος στήν Ἀμμιένη καί τό 1804 δημιούργησε παράρτημα τοῦ Τάγματος τῆς Ἱερῆς Καρδιᾶς τοῦ Ἰησοῦ στή Γκρενόμπλ.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1865. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1893 καί τό 1904 μεταφέρθηκε γιά ἀσφάλεια στή Jette τοῦ Βελγίου, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται, στό ἐκεῖ παράρτημα τοῦ Τάγματος. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1908 καί ἡ ἁγιωνυμία της τό 1925. (M. Vard, "Life of St. Madeleine Sophie, Foundress of the Society of the Sarcred Heart of Jesus", 1925· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 276 - 278).

Πρεσβύτερος Πέτρος Ἰουλιανός τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Eymard, + 1868· Ἅγιος)
Γαλλικῆς καταγωγῆς, χειροτονήθηκε τό 1834, ἀφοῦ ἀποφοίτησε ἀπό τό Σεμινάριο τῆς Γκρενόμπλ. Τό 1856 ἵδρυσε στό Παρίσι μία Ἀδελφότητα ἀφιερωμένη στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τό 1858 - συνεργαζόμενος μέ τήν Μαργαρίτα Guillot - μία ἀντίστοιχη γυναικεία.
Ἀπεβίωσε τό 1868, μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια, καί ἐνταφιάσθηκε σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τόν Ναό La Mure d' Isere στή Γκρενόμπλ. Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1877, ἀλλά ἀργότερα διαλύθηκε. Ἀπό τό 1925 μέχρι σήμερα τά ὀστά του φυλάσσονται μέσα σέ κέρινο ὁμοίωμά του, στό Παρεκκλήσιο Corpus Christi. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1962. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 279 - 280).

Μοναχή Αἰκατερίνη (Laboure, + 1876, 28η Νοεμβρίου· Ἁγία)
Γεννήθηκε σέ πολυμελή ἀγροτική Γαλλική οἰκογένεια καί ἀπό τήν παιδική της ἡλικία νήστευε καί παρακολουθοῦσε καθημερινά τήν Λειτουργία στό Ναό τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, στό Τάγμα τῶν ὁποίων ἐντάχθηκε. Ἀναφέρεται, ὅτι δέχθηκε μυστικές ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας (18.7.1830, 27.11. 1830), στίς ὁποίες βασίσθηκε ἡ δημιουργία τοῦ Θαυματουργοῦ Μεταλλείου (Miraculous Medal).
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1876, στή Μονή τοῦ Τάγματος στό Παρίσι (Rue de Reuilly), ὅπου ἔζησε 46 χρόνια, καί ἐνταφιάσθηκε ἐκεῖ. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1933 καί σήμερα φυλάσσεται στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τοῦ Ἡλίου, στό Παρίσι (Rue de Bac· πρόκειται γιά τό Παρεκκλήσιο στό ὁποῖο δέχθηκε τίς ἐμφανίσεις ). Ἡ ἁγιωνυμία της ἔγινε τό 1947. (Rev. Edmond Crapez, " Blessed Catherine Laboure, daughter of St. Vincent de Paul", 1933· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 281 - 287).

Μοναχή Βερναδέτη τῆς Λούρδης (Soubirus, + 1879, 16η Ἀπριλίου· Ἁγία)
Τό ὄνομά της συνδέεται μέ τίς ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας στή Γαλλική Λούρδη, ὅπου τό γνωστό Ρωμαιοκαθολικό Προσκύνημα.
Γεννήθηκε σέ πτωχή οἰκογένεια τό 1844. Τήν 11η Φεβρουαρίου 1858, σέ ἡλικία 14 ἐτῶν, ἐνῶ μάζευε ξῦλα στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Gave, δέχθηκε τήν ἐμφάνιση τῆς Παναγίας. Αὐτό συνέβη 18 φορές. Τήν τελευταία, τήν 25η Μαρτίου, ἡ Παναγία τῆς συστήθηκε σάν Ἄχραντη Σύλληψη! Κατά τούς Ρωμαιοκαθολικούς αὐτές οἱ ἐμφανίσεις ἀποτελοῦν τήν ἐπικύρωση ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία τοῦ σχετικοῦ δόγματος, τό ὁποῖο θέσπισε ὁ Πάπας Πῖος Δ' τό 1854.
Μετά τό περιστατικό αὐτό τήν ἀνατροφή της ἀνέλαβαν οἱ Ἀδελφές τῆς Never, στό Τάγμα τῶν ὁποίων ἐντάχθηκε σέ ἡλικία 22 ἐτῶν. Ἀπεβίωσε τό 1879 καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ. Τό 1909 τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο. Μία δεύτερη ἀναγνώριση ἔγινε τό 1919. Σήμερα τό σῶμα φυλάσσεται σέ χρυσή καί κρυστάλλινη λάρνακα στό πρός τιμή της Παρεκκλήσιο στή Never, μέ τό πρόσωπο καλλυμένο μέ κέρινη μάσκα. (Fr. Parkinson Keyes, "The Sublime Shepherdess, The Life of St. Bernadette of Lourdes", 1947· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 288 - 290).

Μοναχή Πάολα τῶν Δωροθεανῶν (Frassinetti, + 1882, 10η Ἰουνίου· Μακαρία)
Ἰταλικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε σέ ἱερατική οἰκογένεια στή Γένοβα καί ἵδρυσε τό Τάγμα τῶν Δωροθεανῶν Ἀδελφῶν. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τό 1882 καί ἐνταφιάσθηκε στό Camp Verano τῆς Ρώμης, κοντά στό Ναό S. Lorenzo Fuori le Mura. Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1906 καί σήμερα φυλάσσεται σέ λάρνακα ἀπό ἄργυρο καί κρύσταλλο, στό Παρεκκλήσιο τῆς ἕδρας τοῦ Τάγματος. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1930 ἀπό τόν Πάπα Πῖο ΙΑ'. ("Blessed Paula, Paula Angela Maria Frassinetti, Foundress of the Congregation of the Sesters of St. Dorothy", 1958· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 291 - 293).

Μοναχός Τσάρμπελ τοῦ Λιβάνου (Makhlouf, + 1898· Ἅγιος)
Ἡ πλέον χαρακτηριστική τῶν σχετικῶς προσφάτων περιπτώσεων ἀφθάρτων σωμάτων στό Ρωμαιοκαθολικισμό. ἀφορᾶ τόν Μαρωνίτη Μοναχό Τσάρμπελ, ὁ ὁποῖος ἔζησε στή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρωνος στό Λίβανο καί ἀπεβίωσε τό 1898, μετά ἀπό μαρτυρημένη ἀσκητική ζωή. Τό σῶμα του βρέθηκε πλήρως ἄφθαρτο 4 μῆνες μετά τόν θάνατό του καί παρέμεινε σ' αὐτή τήν κατάσταση γιά 67 χρόνια, ὑδρώνοντας αἷμα! Σήμερα τό ὀστά του φυλάσσονται στή Μονή του. Ἡ ἁγιωνυμία του ἔγινε τό 1977. (Paul Dacher, "A miraculous Satr in the East, Charbl Makhlouf", 1952· καί J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 294 - 299).

Μοναχή Μαρία τῆς Κίνας (Assunta Pallotta, + 1905, 7η Ἀπριλίου· Μακαρία)
Γεννήθηκε σέ πτωχή οἰκογένεια τοῦ Piceno τῆς Ἰταλίας καί ἔκανε πολλές ταπεινές ἐργασίες γιά νά τήν βοηθήσει. Ὅταν ἐντάχθηκε στούς Ἱεραποστόλους τῆς Μαρίας τοῦ Τάγματος τῶν Φραγκισκανῶν, ὑπηρέτησε στή Ρώμη καί στή Φλωρεντία καί ἀπό τό 1904, μέ τήν ἔγκριση τοῦ Πάπα Πίου Ι', στήν Κινεζική Ἱεραποστολή τοῦ Tong – Eul - Kiou. Ἀπεβίωσε ἐκεῖ τόν ἑπόμενο χρόνο ἀπό τῦφο, ἐνῶ ὑπηρετοῦσε σέ ἕνα ὀρφανοτροφεῖο.
Τό σῶμα της βρέθηκε ἄφθαρτο τό 1913 καί χάθηκε τό 1949, ὅταν οἱ Κομμουνιστές κατέλαβαν τήν Ἱεραποστολή. Ἡ μακαριωνυμία της ἔγινε τό 1954 ἀπό τόν Πάπα Πῖο ΙΒ'. (J. C. Cruz, αὐτ. σελ. 300).

Παρατηρήσεις - Ἐρωτήματα
Ἡ μνημόνευση ἀπό τήν J. C. Cruz (ἀλλά καί ἄλλους ἐρευνητές, ὅπως τόν Γρηγόριο Gracham), τῶν προηγουμένως ἀναφερομένων 90 περιπτώσεων ἀφθάρτων σωμάτων στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, καθώς καί ἡ μελέτη τῶν βιογραφικῶν τους σημειωμάτων, ὁδηγεῖ σέ κάποια συμπεράσματα, πού ἐνδιαφέρουν ἄμεσα τήν παρούσα ἐργασία.
Στίς παρατηρήσεις μποροῦν νά ἐνταχθοῦν τά ἀκόλουθα:
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἔχουν μία τελείως διαφορετική ἀντίληψη - συμπεριφορά ἀπέναντι στά ἄφθαρτα σώματα. Ἡ τιμή τους πρός αὐτά δέν ἐκφράζεται μέ τόν ἀσπασμό (τοῦ σώματος ἤ τῆς λάρνακας, ὅταν αὐτό προστατεύεται ἀπό λάρνακα), ὅπως συμβαίνει στούς Ὀρθοδόξους, ἀλλά ἐκφράζεται μέ τήν προσευχή ἀπέναντι σ' αὐτό. Ἔτσι τά σώματα ἐκτίθενται μέ τρόπο περισσότερο μουσειακό καί λιγώτερο λατρευτικό, προστατευμένα σέ διαφανεῖς λάρνακες, ὑπερυψωμένες πάνω ἀπό ἀλτάρια (Λατινικές Ἅγιες Τράπεζες) ἤ σέ κάποιες περιπτώσεις ἐνταφιασμένα κάτω ἀπό ἀλτάρια.
Στήν Ὀρθοδοξία ὑπάρχει ἕνας διακεκριμένος σεβασμός πρός τά σώματα τῶν κεκοιμημένων κληρικῶν καί μοναχῶν. Στόν εὐπρεπισμό τους περιλαμβάνεται ἡ ἔνδυση μέ τά ἱερατικά ἄμφια ἤ τά μοναχικά ἐνδύματα, τό πρόσωπο ὅμως εἶναι συνήθως καλυμμένο (τῶν κληρικῶν μέ τόν λεγόμενο Ἀέρα, τῶν μοναχῶν - ἀπαραιτήτως - μέ τό ράσο). Ἔτσι τά ἀδιάφθορα Λείψανα τῶν Ἁγίων ἔχουν στίς περισσότερες περιπτώσεις καλυμμένο τό πρόσωπο. Στό Ρωμαιοκαθολικισμό τά ἄφθαρτα σώματα, ὅχι μόνο ἐκτίθενται πλήρως στήν κοινή θέα, ἀλλά ἔχουν συνήθως δεχθεῖ μεγάλες ἐπεμβάσεις, ὥστε νά φαίνονται κατά τό δυνατό φυσικά, μέ ἀποτέλεσμα τό ἀκριβῶς ἀντίθετο (ἕνα νεκρό σῶμα σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά φαίνεται φυσικό). Οἱ ἐπεμβάσεις αὐτές συνίστανται:
· Στήν κάλυψη τοῦ προσώπου μέ μάσκα - συνήθως ἀπό κερί ἤ καί πολύτιμα μέταλλα - στήν ὁποία ἔχουν πλήρως ἀποτυπωθεῖ τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου (Αἰκατερίνη τῆς Μπολόνια, Κάρολος Boromeo, Βενέδικτος ὁ νέγρος, Ἰωάννης Lianney, Πέτρος Juliany, Βερναδέτη τῆς Λούρδης).
· Στή χρήση χημικῶν γιά τήν συντήρηση τοῦ σώματος (Ἀγγέλα Merici, Βερνανδῖνος τῆς Σιέννας· στήν περίπτωση τοῦ τελευταίου, τό σῶμα του βρέθηκε τυλιγμένο σέ φύλλα καπνοῦ).
· Στή χρήση μακιγιάζ, γιά τήν καλύτερη ἐμφάνιση τοῦ σώματος. Λ.χ. ἡ Βερναδέτη τῆς Λούρδης εἶναι ἄριστα μακιγιαρισμένη στό πρόσωπο καί τά χέρια. Στήν περίπτωση τῆς Αἰκατερίνης Laboure, τά πραγματικά ἄφθαρτα χέρια της βρίσκονται σέ ὀριζόντια θέση δίπλα στό σῶμα, ἐνῶ μέ κερί ἔχουν κατασκευασθεῖ τεχνιτά χέρια πού ἐκτείνονται σέ στάση προσευχῆς· ἀκόμη τό μακιγιάζ τοῦ προσώπου εἶναι τέτοιο, ὥστε σέ καμμία περίπτωση τό πρόσωπο δέν ἀνῆκει σέ γυναῖκα 70 ἐτῶν.
· Στό "στήσιμο" τοῦ σώματος, ὥστε νά ἐξυπηρετεῖ τήν σκοπιμότητα τοῦ προσκυνήματος. Π. χ. ἡ Αἰκατερίνη τῆς Μπολόνια βρίσκεται καθισμένη σέ ὑπερυψωμένο θρόνο, σέ στάση ἀπόλυτα φυσική γιά ζωντανό σῶμα, ἐντελῶς ἀφύσικη ὅμως γιά νεκρό σῶμα, μέ πρόσωπο καί χέρια ἀπολύτως μαύρου χρώματος.